Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

20 Απρ 2018


Η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας κατά τη διάρκεια του 2017 απέσυρε όλα τα αποθέματα σε χρυσό που διατηρούσε στην κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (FED), γράφει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet.

Όπως επισημαίνει η τουρκική εφημερίδα, η Άγκυρα έλαβε την απόφαση αυτή εξαιτίας της επιδείνωσης των σχέσεων της με την Ουάσιγκτον, η οποία προκλήθηκε λόγω διαφωνιών σε μια σειρά από περιφερειακά και διμερή ζητήματα.

Η συστηματική απόσυρση των αποθεμάτων χρυσού από την FED άρχισε το 2017. Στην αμερικανική κεντρική τράπεζα η Τουρκία διατηρούσε 28,7 τόνους χρυσού. Το ίδιος το γεγονός της απόσυρσης των αποθεμάτων σε χρυσό της Τουρκίας επιβεβαιώνεται επίσημα και από την έκθεση απολογισμού της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας που δημοσιεύθηκε νωρίτερα τον Απρίλιο. Στο διάγραμμα της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας που αφορά τα αποθέματα σε χρυσό της Τουρκίας όσον αφορά το 2016 , υπάρχει ο αριθμός 28.689 Kg , ενώ στο γράφημα του 2017 υπάρχουν κενά (παύλες). Τα συνολικά αποθέματα σε χρυσό της Τουρκίας , όπως φαίνεται από την έκθεση απολογισμού της κεντρικής τράπεζας της Τουρκίας, ανέρχονται σε 564,6 τόνους που αναλογούν στο ποσό των 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Όπως διευκρινίζει η τουρκική εφημερίδα, ένα μέρος των αποθεμάτων σε χρυσό που διατηρούσε η Τουρκία στις ΗΠΑ, μεταφέρθηκε στην Τουρκία, ενώ ένα άλλο στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην κεντρική τράπεζα της Βρετανίας και στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements, BIS) στην Ελβετία.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



18 Απρ 2018


Από τον δρα Απόστολο Κρητικόπουλο

Ο τραγικός εν ώρα υπηρεσίας θάνατος του πιλότου πολεμικού αεροσκάφους Γεώργιου Μπαλταδώρου απλά αποδεικνύει αυτό που όλα τα ευρωπαϊκά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης υπερτονίζουν τις τελευταίες ημέρες: Η κατάσταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας μυρίζει μπαρούτι. Πέρα από τις καταστροφικές συνέπειες που θα επιφέρει στην ευρύτερη περιοχή μια πιθανή σύρραξη με τους ανατολίτες και ακραία επιθετικούς γείτονές μας, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα εκτιναχθεί ο προϋπολογισμός των στρατιωτικών δαπανών και για τις δύο χώρες.

Η Ελλάδα, με το 2,7% του ΑΕΠ της να δίνεται στην Αμυνα, είναι η δεύτερη χώρα στο ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες και η πρώτη χώρα στην Ε.Ε.! Με μέσον όρο στην Ε.Ε. το 1,4% σημαίνει ότι δαπανάμε αναλογικά κάθε έτος διπλάσια χρήματα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αν συνυπολογίσουμε στην παραπάνω διαπίστωση ότι η Ελλάδα παλεύει με τρομακτικό κόπο και απώλειες (ιδίως σε έμψυχο υλικό, συμπατριώτες που αναγκάζονται να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό) να γλιτώσει την οικονομική χρεοκοπία τα τελευταία εννέα έτη, καταλαβαίνουμε ότι θα ήταν πολύ πιο ρόδινα τα πράγματα αν είχαμε υποεννεαπλάσιες στρατιωτικές δαπάνες επί του ποσοστού του ΑΕΠ, όπως για παράδειγμα έχει το Λουξεμβούργο με 0,4%!

Η Ε.Ε., στην προσπάθειά της να εντατικοποιήσει το φεντεραλιστικό πλάνο της και να «εκμηδενίσει» την εθνική ταυτότητα κάθε ευρωπαϊκής χώρας, έχει προβάλει ως σχέδιο τη δημιουργία ευρωστρατού. Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών πιστεύουν στα σοβαρά ότι μια πολυπολιτισμική στρατιωτική δύναμη θα αντιμετωπίσει με σθένος κάθε πιθανό εισβολέα ή καταπατητή. Ο Δανός στρατιώτης, στα μάτια του κ. Γιούνκερ, θα πολεμήσει θαρραλέα εναντίον ενός ανατολίτη εισβολέα στα σύνορα της Ελλάδας ή της Κύπρου. Και εδώ, φυσικά, εμείς οι πατριώτες γελάμε.

Η μοναδική λύση είναι να ασκηθεί ισχυρή πολιτική πίεση προς την Ε.Ε. ώστε να αλλάξει καταστατικούς κανόνες που προβάλλει ως τροχοπέδη και να επιχορηγήσει μεγαλόψυχα τον Ελληνικό Στρατό. Οι Ελληνες είμαστε οι ακρίτες αυτής της ηπείρου εδώ και χιλιάδες χρόνια, από τότε που οι πρόγονοί μας ορμούσαν στον Μαραθώνα και απωθούσαν τους μυριάδες ανατολίτες Πέρσες, οι οποίοι επιβουλεύονταν την ελευθερία μας.

Ηρθε ο καιρός για την ήπειρο όπου ανήκουμε και υπερασπιζόμαστε με σθένος να βοηθήσει οικονομικά και έμπρακτα τις Ενοπλες Δυνάμεις μας, αλλά και το Λιμενικό Σώμα, το οποίο απωθεί καθημερινά χιλιάδες λαθροεισβολείς.

Δημοκρατία


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



15 Απρ 2018


Γράφει ο Δημήτρης Χρήστου

Η κομμουνιστική ΕΣΣΔ να είναι το αντίπαλο δέος της Δύσης, το καταλαβαίνω. Η Ρωσία, ως μια καπιταλιστική χώρα, γιατί αποτελεί το ίδιο δέος; Ρητορικό το ερώτημα διότι το βαθύ σύστημα των ΗΠΑ έχει ανάγκη εχθρού, για να δουλέψει. Την ίδια ανάγκη έχουν και οι πολεμικές μπίζνες. Πως αλλιώς θα δουλέψει το λεγόμενο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα; Έτσι θα δουλεύει, θα κερδίζει, θα κυριαρχεί και θα προσφέρει στους Αμερικανούς πολίτες την αίσθηση ότι είναι πανίσχυρα προστατευμένοι.

Και πλάι σε αυτό το σύμπλεγμα δημιουργήθηκαν εταιρίες κολοσσοί, ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων από τις πολεμικές επιχειρήσεις των αμερικανικών δυνάμεων. Αναπτύχθηκαν μέχρι και ιδιωτικοί στρατοί. Όλα αυτά για να δουλέψουν καλά, χρειάζονται πολέμους. Χρειάζονται φόβητρο. Και γιατί να ψάξουμε για κάτι καινούργιο, όταν έχουμε τη Ρωσία, ας είναι και καπιταλιστική; Αυτή ξέραμε, αυτήν εμπιστευόμαστε!

Έτσι πορευόμαστε και στο μέσον η Ευρώπη αμήχανη, αργή, εσωστρεφής με καχύποπτους μεταξύ τους εταίρους δεν μπορεί να αποφασίσει για το δικό της αυτοτελή ρόλο. Μόνο που και το αντίπαλο δέος, έχοντας διαβάσει καλά τα αμερικανικά σχέδια, ξεπέρασε την κρίση μετάβασης και προετοιμάζεται για την δική του άμυνα.

Ο Ρώσος ηγέτης κατάφερε να εκσυγχρονίσει τις ένοπλες δυνάμεις και σε πολλά οπλικά συστήματα να γίνει πρωτοπορία. Μάλιστα, οι Αμερικανοί εκφράζουν ανησυχίες για την επιστημονική πρόοδο στη Ρωσία, είτε αυτή αφορά την κατάκτηση του διαστήματος, είτε οπλικά συστήματα, είτε ηλεκτρονικά μέσα που είναι σε θέση να παραλύσουν τις παγκόσμιες επικοινωνίες.

Απειλές για εσωτερική κατανάλωση

Σε ότι αφορά τους συμβατικούς πολέμους της Δύσης, με συγκεντρωμένο το ενδιαφέρον στη Συρία, η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι ο πόλεμος ασκείται με απειλές για εσωτερική πολιτική κατανάλωση των κοινωνιών της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Τόσο η Μέι όσο και ο Τραμπ είναι στριμωγμένοι πολιτικά. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος «τιτίβισε» για τους νέους, έξυπνους και ωραίους πύραυλούς του, δεν έκανε απολύτως τίποτα στο μέτωπο της Βόρειας Κορέας, παρά τις απειλές του.

Και όπως σημειώνει ο Martin Wolf στους Financial Times, οι ΗΠΑ θα μπορούσαμε να πούμε πως έχουν το πλεονέκτημα των ισχυρών και πιστών συμμάχων. Δυστυχώς, ο κ. Τραμπ, όμως, έχει εξαπολύσει οικονομικό πόλεμο εναντίον τους. Αν μια απόφαση για επίθεση στην Βόρεια Κορέα προκαλούσε καταστροφή στη Σεούλ και στο Τόκιο, οι στρατιωτικές συμμαχίες των ΗΠΑ θα έφταναν στο τέλος τους. Μια συμμαχία δεν μπορεί να είναι σύμφωνο αυτοκτονίας.

Το συμπέρασμα κατά την αμερικανική δεξαμενή σκέψης Stratfor είναι ότι δεν υπάρχει εύκολη στρατιωτική επιλογή στη Συρία. Ακόμα και η επιχείρηση που θα γίνει με τον καλύτερο τρόπο, εντέλει θα οδηγήσει σε κλιμάκωση και πολλαπλασιασμό των παραγόντων που οδηγούν σε λάθος υπολογισμούς και οι οποίοι είναι ήδη παρόντες σε μια τόσο περίπλοκη σύγκρουση.

Η απειλή -σημειώνει ο Wolf- είναι η παρακμή της Δύσης, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ. Είναι η κυριαρχία της απόσπασης κερδών ως οικονομικού μοντέλου, η αδιαφορία για την τύχη μεγάλου μέρους των πολιτών, η διαφθορά της πολιτικής από το χρήμα, η αδιαφορία για την αλήθεια και η θυσία των μακροπρόθεσμων επενδύσεων για χάρη της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης.

Η μικρή Ευρώπη και η μεγάλη Ασία…

Και για όσους έχουν κολλημένα τα βλέμματα στην Μέση Ανατολή, να σημειώσουμε ότι το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας και κατά συνέπεια και της ισχύος, βρίσκεται στην Ασία, όπου κατοικεί σχεδόν το 45% του παγκόσμιου πληθυσμού. Και εκεί, σύμφωνα με όλες τις προβολές, η οικονομία της Κίνας θα είναι το 2040 σχεδόν διπλάσια από αυτήν των ΗΠΑ με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης και 30% μεγαλύτερη σε τιμές αγοράς.

Αυτό δεν το γνωρίζουν μόνον οι Αμερικανοί. Το γνωρίζουν πολύ καλά και οι Ρώσοι, που δεν μένουν εγκλωβισμένοι στην αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, στο ευρωπαϊκό πεδίο. Με μήκος 3.000 χιλιόμετρα, ένας αγωγός φυσικού αερίου φιλοδοξεί να δώσει διέξοδο προς τα ανατολικά στα τεράστια ρωσικά κοιτάσματα. Ξεκινά από τη Σιβηρία, φτάνει στα σύνορα με την Κίνα και θεωρείται ένα από τα πλέον φιλόδοξα ενεργειακά σχέδια του πλανήτη. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά καθώς το κόστος για την σύνδεση του μεγαλύτερου εξαγωγέα φυσικού αερίου με τον μεγαλύτερο καταναλωτή υπολογίζεται στα 55 δισ. δολάρια.

Με λίγα λόγια, το σχέδιο απομόνωσης της Ρωσίας, της μεγαλύτερης σε έκταση χώρας του πλανήτη, με τεράστιο φυσικό πλούτο, δεν θα βγει εύκολα, ούτε με πολεμική αναμέτρηση στη Συρία. Δούλεψε καλά μέχρι σήμερα, αλλά δείχνει να εξαντλεί τα όριά του. Αυτό έχει γίνει κατανοητό και από τις ηγέτιδες δυνάμεις της ΕΕ, μόνο που είναι τόσο δύσκαμπτη η διαδικασία λήψης αποφάσεων, λόγω απουσίας οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης, που οδηγεί σε μια επικίνδυνη παραλυσία.

Μια ισχυρή ΕΕ δεν χωράει σε καμία περίπτωση, με πολιτικά κριτήρια, 27 χώρες. Τα εξ ανατολών φρένα ενισχύουν τις διαλυτικές τάσεις. Και επειδή η Ρωσία ανήκει και στην Ευρώπη, είναι ολέθριο λάθος να στηριχθεί χωρίς αντίσταση η επιχείρηση ασφυξίας που έχει σχεδιάσει το αμερικανικό σύστημα.

Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



13 Απρ 2018


Γράφει ο Αναστάσιος Λαυρέντζος

Οι περισσότεροι σήμερα έχουν ξεχάσει την οικονομική κρίση του 2008. Ωστόσο τα αίτια που την προκάλεσαν δεν έχουν εκλείψει. Σε θεμελιώδες επίπεδο η κύρια ανισορροπία είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο, όπου υπάρχουν κατ’ εξοχήν πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Κίνα, και κατ’ εξοχήν ελλειμματικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ. Σε αυτή τη διαπίστωση στηρίζει την πολιτική του για την επιβολή δασμών ο πρόεδρος Τραμπ.

Σε μεγάλο βαθμό αίτιο και αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι τα περίφημα δίδυμα ελλείμματα των ΗΠΑ, δηλαδή το δημοσιονομικό έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες αυτά τα ελλείμματα καλύπτονται ουσιαστικά με το συνεχές τύπωμα δολαρίων από την Κεντρική Τράπεζα. Πρόκειται για μια μη διατηρήσιμη πρακτική, η οποία φουσκώνει συνεχώς το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ και υπονομεύει το δολάριο.

Όπως είναι προφανές, καμία άλλη χώρα δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, διότι το αντίτιμο θα ήταν η συνεχής υποτίμηση του νομίσματός της και ο υψηλός πληθωρισμός. Οι ΗΠΑ όμως μπορούν, διότι έχουν το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις. Όμως ακόμη και οι ΗΠΑ δεν μπορούν να τυπώνουν χρήμα για πάντα.

Στο παραπάνω πλαίσιο, βασικός στόχος της προεδρίας Τραμπ είναι να ελεγχθούν τα δίδυμα ελλείμματα των ΗΠΑ. Για να το πετύχει αυτό η κυβέρνηση Τραμπ, σκοπεύει να κάνει δύο πράγματα:

Πρώτον, να τονώσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα με κρατικές επενδύσεις που θα χρηματοδοτηθούν με νέο χρέος (κατά τη συνταγή του Κέυνς).
Δεύτερον, να μειώσει με δραστικό τρόπο το εμπορικό έλλειμμα, λαμβάνοντας μέτρα προστατευτισμού. Αυτό το δεύτερο σκέλος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει το πρώτο, διότι διαφορετικά τα εισοδήματα που θα αποκτήσουν οι Αμερικανοί από μια πολιτική τόνωσης της οικονομίας θα διαρρεύσουν σε αγορές ξένων προϊόντων.

Επανεξέταση στρατηγικών

Τα παραπάνω με απλά λόγια σημαίνουν ότι οι ΗΠΑ θα ξεκινήσουν έναν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, στο πλαίσιο του οποίου θα επαναδιαπραγματευτούν το σύνολο των εμπορικών τους σχέσεων με τον υπόλοιπο κόσμο. Παράλληλα θα υποχρεώσουν χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία να πληρώνουν στο εξής περισσότερα για την ασφάλειά τους, την οποία μεταπολεμικά οι ΗΠΑ τους την παρείχαν περίπου δωρεάν. Τα πλεονεκτήματα των ΗΠΑ σε αυτή την αντιπαράθεση είναι η πολιτικοστρατιωτική τους ισχύς και βεβαίως το γεγονός ότι είναι ο μεγαλύτερος πελάτης των εξαγωγικών χωρών.

Εν όψει αυτών των εξελίξεων, αναδιατάσσονται οι ισορροπίες στην Ευρώπη και φυσικά οι στρατηγικές των επί μέρους ευρωπαϊκών δυνάμεων. Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η Γαλλία, η οποία παραμένει ένας γεωπολιτικός παίκτης. Έχοντας υστερήσει έναντι της Γερμανίας σε όρους ανταγωνιστικότητας, επιδιώκει αφ’ ενός να διατηρήσει μια επαφή με τις αγγλοσαξονικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Βρετανία) και αφ’ ετέρου να χαλιναγωγήσει τη γερμανική οικονομική ισχύ. Για να επιτύχει αυτό τον δεύτερο στόχο, προβάλλει ως αίτημα την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης.

Σε αυτό το πλαίσιο προτείνει τη δημιουργία κοινής Ευρωπαϊκής Οικονομικής πολιτικής με κοινό Υπουργό Οικονομικών. Στόχος είναι έτσι να ελέγξει έμμεσα τη Γερμανία, καθιερώνοντας ένα πλαίσιο ομογενοποίησης των οικονομικών πολιτικών. Σαν αντάλλαγμα προσφέρει τη στρατιωτική της ισχύ, καθώς πλέον η Γαλλία είναι η μόνη πυρηνική δύναμη της ΕΕ μετά την αποχώρηση της Βρετανίας. Παράλληλα η Γαλλία δεν παραλείπει να προωθεί την εδραίωση της επιρροής της στη Μεσόγειο, την οποία παγίως θεωρεί προνομιακό της χώρο.

Η άλλη σημαντική χώρα της Ευρώπης, η Ιταλία, στην παρούσα φάση βρίσκεται σε αρκετά δυσμενή οικονομική κατάσταση: Το χρέος της φτάνει το 133% του ΑΕΠ, ενώ το κόστος εξυπηρέτησής του προσεγγίζει το 4%. Με τις τράπεζες της να έχουν πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων και την οικονομία της πρακτικά σε στασιμότητα από την είσοδό της στο ευρώ, η Ιταλία αντιμετωπίζει σήμερα και ένα δύσκολο εσωτερικό πολιτικό τοπίο. Κύριο στοιχείο του είναι ότι σταδιακά εδραιώνονται οι αντισυστημικές και ευρωσκεπτικιστικές ομάδες. Όλα αυτά δημιουργούν ένα ιδιαίτερα προβληματικό πλαίσιο παραμονής της στο ευρώ, η οποία μεσοπρόθεσμα πιθανώς θα τεθεί σε δοκιμασία.

Μια άλλη χώρα που θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπ’ όψιν είναι η Πολωνία. Είναι από τις χώρες που εντάχθηκαν πρόσφατα στην ΕΕ, έχει αξιόλογο μέγεθος και διάθεση να παίξει πρωτεύοντα ρόλο, και διαθέτει ισχυρά «αντισώματα» κατά της Γερμανίας και κυρίως κατά της Ρωσίας (μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απέσπασε εδάφη από την πρώτη και έχασε εδάφη από την ΕΣΣΔ, προκάτοχο της δεύτερης). Δεδομένου λοιπόν ότι η Πολωνία έχει όλα τα φόντα να είναι ένας ιμάντας μετάδοσης της αμερικανικής πολιτικής στην Ευρώπη, η σημασία της είναι πρωτίστως πολιτική.

Στις παραπάνω συνθήκες βασικό ζητούμενο είναι η διαμόρφωση της γερμανικής στρατηγικής. Θα επιμείνει άραγε η Γερμανία να αξιοποιεί την ΕΕ ως εργαλείο για να μεγιστοποιεί τα βραχυπρόθεσμα εθνικά της οφέλη ή θα αναλάβει έναν πιο ηγετικό ρόλο μοιραζόμενη μέρος των επιτυχιών της με τους εταίρους της; Όσο κι αν θέλει να αποφύγει κάτι τέτοιο, ίσως για πρώτη φορά είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει συνεργασίες, αν θέλει να έχει κάποιες ελπίδες έναντι της αγγλοσαξωνικής πίεσης. Η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς – με την ευρεία έννοια – είναι άλλωστε η μόνη εναλλακτική επιλογή για τη διοχέτευση της παραγωγής της μετά τις απώλειες εξαγωγών εκτός ΕΕ τις οποίες αναπόφευκτα θα έχει.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



12 Απρ 2018


Η στρατηγική του προέδρου των ΗΠΑ και ο νέος ψυχρός πόλεμος 
Η απάντηση της Κίνας και οι τεχνολογίες αιχμής 
Η νέα διαπραγμάτευση και ο φόβος του κραχ

Γράφει ο Ceteris Paribus

Χρειάστηκε ένας χρόνος «αναγνώρισης εδάφους» ώστε ο Ντόναλντ Τραμπ να ξεδιπλώσει το πρόγραμμά του στις διεθνείς σχέσεις. Στον πρώτο χρόνο της προεδρίας του αντιμετώπισε τη «hot» αντιπολίτευση όχι απλώς από ένα τμήμα των μίντια αλλά από ένα σημαντικό τμήμα του αμερικανικού κατεστημένου και του αμερικανικού «βαθέως κράτους». Παρότι αυτού του είδους η αντιπολίτευση συνεχίζεται και θα συνεχίζεται, ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει σήμερα αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να υλοποιήσει το πλέον αμφιλεγόμενο και υψηλού ρίσκου μέρος του προγράμματός του, που αφορά στις διεθνείς σχέσεις. Οι πολιτικές του στο ζήτημα του προστατευτισμού και του λεγόμενου εμπορικού πολέμου, αλλά και οι επιλογές του στη Μ. Ανατολή, απειλούν με «παγκόσμιο χάος» – κατά μία διατύπωση που συναντά κανείς συχνά στη διεθνή αρθρογραφία. Πόσο μελετημένη είναι η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ στις διεθνείς σχέσεις και πόσο πιθανή είναι η πρόκληση «παγκόσμιου χάους»;

Αναθεωρητισμός: Προϊόν ισχύος ή αδυναμίας;

Ο αναθεωρητισμός είναι η αμφισβήτηση των δεδομένων συσχετισμών και πλαισίων, η αμφισβήτηση του στάτους κβο. Από αυτή την άποψη, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένας γνήσιος αναθεωρητής: αμφισβητεί το πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου και γενικότερα των διεθνών οικονομικών σχέσεων, αμφισβητεί τα «τετελεσμένα» των τελευταίων χρόνων στη Συρία και τη Μ. Ανατολή, αμφισβητεί το στάτους κβο στη διακίνηση μεταναστών προς τις ΗΠΑ κ.λπ. Όχι στα λόγια, αλλά με πράξεις, που μόνο συμβολικού χαρακτήρα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.

Αναθεωρητής είναι αυτός που το διαμορφωμένο στάτους κβο δεν τον ευνοεί, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει πολλά για να το ανατρέψει. Ωστόσο, πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους: τον αναθεωρητισμό που είναι προϊόν ισχύος η οποία «ξεχειλίζει» ώστε το στάτους κβο να γίνεται «στενός κορσές», από τον αναθεωρητισμό που είναι προϊόν αδυναμίας η οποία επιτείνεται στα δεδομένα πλαίσια. Από αναθεωρητισμό ισχύος διακατέχονται δυνάμεις που είναι φορείς μιας ανερχόμενης δυναμικής που πλέον ασφυκτιά στα υπάρχοντα πλαίσια. Αντίθετα, από αναθεωρητισμό αδυναμίας διακατέχονται δυνάμεις που τα υπάρχοντα πλαίσια καλλιεργούν την ανερχόμενη δυναμική των ανταγωνιστών τους.

Η στρατηγική Τραμπ συνιστά αναθεωρητισμό της δεύτερης περίπτωσης. Το στάτους κβο στις διεθνείς σχέσεις συνιστά για τις ΗΠΑ διπλό κίνδυνο, καθώς λειτουργεί σαν πλαίσιο εις βάρος τους ραγδαίας ενίσχυσης του βασικού τους ανταγωνιστή, της Κίνας, αλλά και γενικότερα της Ανατολής (Κίνα, Ινδία, Ρωσία).

Νέος Ψυχρός Πόλεμος και τεχνολογίες αιχμής

Ο κίνδυνος από την ανοδική δυναμική της Κίνας έχει ιστορικό και «υπαρξιακό» χαρακτήρα για τις ΗΠΑ. Δεν πρόκειται μόνο για την αύξηση του ΑΕΠ της Κίνας με ρυθμούς περίπου τριπλάσιους μεσοσταθμικά σε σχέση με των ΗΠΑ, που προδιαγράφει την ανάδειξή της σε πρώτη οικονομική δύναμη του πλανήτη σε μία περίπου δεκαετία, αλλά για τις ραγδαία αναπτυσσόμενες δυνατότητες της Κίνας σε όλη την γκάμα της οικονομικής ισχύος: από την παραγωγή χάλυβα και αλουμινίου μέχρι τις τεχνολογίες αιχμής και τη διαστημική.

Οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Δύσης θυμούνται πολύ καλά ότι ο Ψυχρός Πόλεμος εναντίον της ΕΣΣΔ κερδήθηκε, σε τελική ανάλυση, δηλαδή στρατηγικά, από την υπεροχή των ΗΠΑ επικεφαλής της Δύσης στην οικονομία και κυρίως σε δύο βασικούς τομείς: παραγωγικότητα – απόδοση της εργασίας και νέες τεχνολογίες. Όσοι μιλούν για νέο Ψυχρό Πόλεμο, μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας αυτή τη φορά, πρέπει να πάρουν υπόψη τους ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον απόλυτο πλεονέκτημα σε αυτούς τους τομείς στρατηγικής σημασίας. Για την ακρίβεια, έχουν ένα πλεονέκτημα που φθίνει διαρκώς.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στο επίκεντρο του εμπορικού πολέμου που εξαπέλυσε ο Τραμπ κατά της Κίνας βρίσκεται η υπόθεση των πνευματικών δικαιωμάτων. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η Κίνα ισχυροποιείται στον τομέα των τεχνολογιών αιχμής «κλέβοντας» πνευματική ιδιοκτησία από την αφρόκρεμα των αμερικανικών πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Αν αυτή η «κλοπή» συνεχιστεί απρόσκοπτα, θα αρκέσουν μερικά χρόνια ακόμη ώστε η Κίνα να διαμορφώσει μια ισχυρή εθνική βάση για κορυφαίες επιδόσεις στον τομέα των νέων τεχνολογιών. Σε αυτή την περίπτωση, ένας νέος Ψυχρός Πόλεμος θα είναι στρατηγικά χαμένος…

Αναδιαπραγμάτευση ή… γαία πυρί μιχθήτω;

Χθες τα χρηματιστήρια είχαν ισχυρή άνοδο, καθώς οι ανησυχίες πως ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα κλιμακωθεί φέρνοντας πιο κοντά τον κίνδυνο πρόκλησης παγκόσμιου χάους, υποχώρησαν. Αιτία, οι κατευναστικές δηλώσεις του Κινέζου προέδρου Ξι Τζινπίγκ, που παρουσιάστηκε πρόθυμος να υλοποιήσει μερικές από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούν οι ΗΠΑ: μείωση κινεζικών δασμών σε εισαγόμενα αυτοκίνητα, βελτίωση των κανονισμών προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, μεγαλύτερη πρόσβαση των ξένων εταιρειών στον κινεζικό χρηματο-οικονομικό και κατασκευαστικό τομέα. Ο πρόεδρος Τραμπ χαιρέτισε με μήνυμά του στο twitter τις δηλώσεις αυτές, γεμίζοντας με αισιοδοξία τις παγκόσμιες αγορές.

Ποια είναι λοιπόν η προοπτική; Μια αναδιαπραγμάτευση των εμπορικών συμφωνιών ή μια κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου; Η απάντηση είναι μάλλον σύνθετη: Άμεσα, η διαπραγμάτευση. Μεσοπρόθεσμα, η κλιμάκωση!

Στη στρατηγική (όπως και στην τακτική), ο παράγοντας χρόνος είναι πολύ κρίσιμος. Στη θαλπωρή της παγκοσμιοποίησης και των διεθνών εμπορικών συμφωνιών ο κινεζικός «δράκος» ισχυροποιείται διαρκώς και «εκ του ασφαλούς». Ο χρόνος δουλεύει γι’ αυτόν. Αντίθετα, οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια της σπατάλης χρόνου: πρέπει «να κάνουν κάτι τώρα», στα επόμενα χρόνια, πριν η δυναμική της ανάδειξης της Κίνας σε νέα οικονομική κοσμοκράτειρα γίνει μη αναστρέψιμη. Σ’ αυτό το παιχνίδι με το χρόνο, ο ανερχόμενος έχει ένα πλεονέκτημα: μπορεί να «ροκανίζει» το χρόνο προσποιούμενος ότι υποχωρεί.

Οι δηλώσεις του Κινέζου προέδρου είναι βέβαιο ότι παραπέμπουν σε ένα τέτοιο «ροκάνισμα» – οι βλέψεις και η αυτοπεποίθηση της Κίνας, αλλά και η ισχύς του κινεζικού εθνικισμού στην κινεζική ηγεσία και τον κινεζικό λαό, δεν επιτρέπουν επιπόλαιες σκέψεις ότι η Κίνα ηττήθηκε ήδη στον εμπορικό πόλεμο πριν καν πολεμήσει. Το στρατήγημα της κινεζικής ηγεσίας είναι τούτο: προσφέρει στη διοίκηση Τραμπ επαναδιαπραγμάτευση, η οποία από τη φύση της απαιτεί χρόνο, τόσο για να επιτευχθεί κάποια συμφωνία όσο και για να αποδειχθεί αν και σε ποιο βαθμό αυτή τηρείται. Στις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ αλλά και για τις συμφωνίες για το περιβάλλον, η Κίνα αποδείχτηκε μεγάλος δεξιοτέχνης στην εφαρμογή αυτής της τακτικής. Οι ΗΠΑ φυσικά το γνωρίζουν αυτό, αλλά δεν μπορούν να μη δεχτούν την «πρόκληση» της αναδιαπραγμάτευσης.

Η αναδιαπραγμάτευση προσφέρει στην Κίνα και ένα ακόμη πλεονέκτημα: κέρδος χρόνου μέχρι την επόμενη «στροφή» της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας. Το 2019 ή το αργότερο το 2020 προβλέπεται ότι ο σημερινός κύκλος ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας θα ολοκληρωθεί, οπότε θα υπάρξει μια νέα υποχώρηση. Η διεθνής αρθρογραφία βρίθει προβλέψεων για τα «δεινά» και τους κινδύνους που απειλεί να φέρει αυτή η νέα υποχώρηση, με βασικότερο όλων τον κίνδυνο ενός νέου «κραχ» στις αγορές.

Η Κίνα είναι πολύ πιο προστατευμένη από ένα τέτοιο «κραχ» σε σχέση με τη Δύση. Η έντονη «ευαισθησία» και η «απέχθεια» που δείχνουν οι διεθνείς αγορές στις εξαγγελίες περί δασμών και στον κίνδυνο εμπορικού πολέμου δεν οφείλονται βέβαια σε κάποια φιλικότητα των αγορών προς την Κίνα ενάντια στις ΗΠΑ, αλλά στην οξεία αίσθηση κινδύνου μπροστά σε ένα πιθανό «χάος» που ούτως ή άλλως έχει εγγραφεί στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Η πιθανότερη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη είναι λοιπόν η αναδιαπραγμάτευση. Το «επεισόδιο» αυτό θα λήξει σε ένα – δύο χρόνια, μαζί με την ανοδική φάση της παγκόσμιας οικονομίας. Τότε, Κίνα, ΗΠΑ και όλοι οι άλλοι θα ξαναμετρήσουν τις πιθανότητές τους. Ωστόσο, αν τα τύμπανα του εμπορικού πολέμου άρχισαν να χτυπούν στην περίοδο της διεθνούς οικονομικής ανόδου, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι στην επερχόμενη φάση της οικονομικής υποχώρησης θα επικρατήσουν ειρηνικές διαθέσεις…

Αν βραχυπρόθεσμα η πιθανότερη προοπτική είναι η αναδιαπραγμάτευση, μεσοπρόθεσμα η πιθανότερη προοπτική είναι η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου. Με ό,τι ήθελε σημάνει αυτό…

RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Η Γερμανία θα χρειαστεί περισσότερους ξένους εργαζόμενους προκειμένου να συνεχίσει να απολαμβάνει ανάπτυξη και ευημερία, τονίζεται σε μελέτη ινστιτούτου που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη.

Η ανοδική τάση στη γερμανική αγορά εργασίας τα τελευταία χρόνια πιθανότατα δεν θα καταγραφόταν δίχως τη μετανάστευση, τονίζεται στη μελέτη του γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου (IW).

Ο αριθμός των ξένων που εργάζονται στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 1,3 εκατ. από τον Ιούνιο του 2012 ως τον Ιούνιο του 2017, ενώ ο αριθμός των γερμανών εργαζομένων αυξήθηκε κατά 1,6 εκατ. το ίδιο διάστημα, κατά τα στοιχεία που παρουσιάζονται στη μελέτη (1). Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι ξένοι που εργάζονται στη Γερμανία είναι πολίτες χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι 386.000 είναι υπήκοοι κρατών εκτός ΕΕ.

Το ινστιτούτο προειδοποιεί εξάλλου ότι το ποσοστό της ανεργίας μεταξύ των Γερμανών ενδέχεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.
«Μπορεί να προβλεφθεί ότι η συμμετοχή γερμανών πολιτών στο εργατικό δυναμικό θα μειωθεί απότομα την επόμενη δεκαετία», σημειώνεται στη μελέτη του ινστιτούτου.

Ακόμη, το IW εκτιμά πως η Γερμανία σταδιακά θα εξαρτάται περισσότερο από εργαζόμενους προερχόμενους από κράτη εκτός ΕΕ στο μέλλον, καθώς οι μετανάστες από τα ευρωπαϊκά κράτη θα γίνονται όλο και λιγότεροι διότι θα είναι απολύτως απαραίτητοι στις δικές τους χώρες, οι οποίες αντιμετωπίζουν προβλήματα στην αγορά εργασίας λόγω κυρίως της γήρανσης του πληθυσμού.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Μήνυμα στις αγορές και σε όσους έχουν θέσει στο στόχαστρο την τουρκική οικονομία έστειλε ο Tayip Erdogan. «Όσοι χτυπούν την τουρκική οικονομία, να ξέρουν ότι δεν θα πετύχουν» διεμήνυσε, την ώρα που η λίρα καταγράφει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο και το κόστος δανεισμού της χώρας στις αγορές κρατικού χρέους βαίνει αυξανόμενο.

«Παίζονται παιχνίδια με την οικονομία μας, αλλά θα συνεχίσουμε να τα ανατρέπουμε» υποστήριξε ο Τούρκος πρόεδρος.

Το τουρκικό νόμισμα έχει υποχωρήσει σε ιστορικό ναδίρ τόσο έναντι του ευρώ όσο και έναντι του δολαρίου και είναι εκ των μεγαλύτερων χαμένων, μαζί με το ρωσικό ρούβλι, στην αγορά συναλλάγματος φέτος. Παράλληλα σφυροκόπημα δέχονται οι τραπεζικές μετοχές στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, ενώ ισχυρές είναι οι πιέσεις σε ομόλογα και CDS.

Η τουρκική οικονομία απειλείται με υπερθέρμανση, καθώς ο πληθωρισμός είναι σε διψήφιο ποσοστό και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έχει διογκωθεί. Ωστόσο οι ειδικοί επισημαίνουν πως είναι ακριβώς η πολιτική του Erdogan που θέτει σε κίνδυνο την οικονομία και όχι κάποιος εξωτερικός εχθρός.

Πιέσεις στις τράπεζες

Οι μετοχές των τραπεζών δέχονται τον τελευταίο χρόνο τις ισχυρότερες πιέσεις στο Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, καθώς οι επενδυτές φαίνεται να ανησυχούν για αύξηση των κόκκινων δανείων. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας δυσκολεύονται να αποπληρώσουν τα χρέη τους, γεγονός που θα μπορούσε να πυροδοτήσει σοβαρές πιέσεις στο σύστημα.

Ο τραπεζικός δείκτης Borsa Instanbul Banks Index, ο οποίος αποτελείται από 13 πιστωτικά ιδρύματα, τους τελευταίους δώδεκα μήνες παρουσιάζει απόδοση 20% χαμηλότερη από τον γενικό δείκτη Borsa Instanbul 100. Οι αποτιμήσεις των τραπεζικών μετοχών υποχώρησαν τον περασμένο Νοέμβριο σε χαμηλά εννέα ετών και έχουν μείνει έως σήμερα σε εκείνα τα επίπεδα. Η αναλογία μετοχικής τιμής/ κερδών (P/E) για τις τουρκικές τράπεζες είναι μόλις 4,9, όταν συνολικά για τις τουρκικές μετοχές είναι 7,6.

Αναλυτές σχολίαζαν στο Bloomberg ότι οι πιέσεις στους τραπεζικούς τίτλους πιθανότατα θα συνεχιστούν, καθώς περισσότερα δάνεια βρίσκονται κοντά στο να χαρακτηριστούν κόκκινα ή υπό παρακολούθηση, με αρνητικό αντίκτυπο στον ισολογισμό των τραπεζών.

Σε μία πρόσφατη ένδειξη των όσων έχουν να αντιμετωπίσουν οι τουρκικές τράπεζες, η Dogus Ηoldings του δισεκατομμυριούχου Ferit Sahenk φέρεται να έχει ζητήσει από τους πιστωτές της να αναδιαρθρώσουν δάνεια ύψους έως και 2,5 δισ. δολαρίων. Παράλληλα σε εξέλιξη βρίσκονται διαπραγματεύσεις τραπεζών με την Yildiz Holdings, ιδιοκτήτρια των Godiva Chocolates, για αναχρηματοδότηση χρέους έως και 7 δισ. δολαρίων, ενώ παλεύουν να βρουν λύση με την Otas, η οποία απέτυχε να αποπληρώσει δάνειο 4,8 δισ. δολαρίων, που έλαβε, για να εξαγοράσει την Turk Telekom.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



11 Απρ 2018


Το αυξανόμενο παγκόσμιο χρέος, η συνεχιζόμενη κατάρρευση του νομίσματος και της οικονομίας της Τουρκίας, καθώς επίσης οι εντάσεις μεταξύ των υπερχρεωμένων Η.Π.Α., της Ρωσίας και της Κίνας, δεν αποτελούν καλούς οιωνούς για την περιοχή μας και για τον πλανήτη.

Εντείνονται οι ανησυχίες στον πλανήτη, λόγω της συνεχούς αύξησης του παγκοσμίου χρέους, ιδιωτικού και δημοσίου, στα 237 τρις $ ή στο 318% περίπου του ΑΕΠ – εκ των οποίων τα 70 τρις $ αφορούν τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, τα 64 τρις $ τα κράτη, τα 58 τρις $ τις τράπεζες και τα 45 τρις $ τα νοικοκυριά, παρουσιάζοντας μία αύξηση κατά 4 τρις $ σε σχέση με το 2017 (γράφημα).

Απέναντι σε κάθε οικονομική υποχρέωση βέβαια, άρα απέναντι στο χρέος, υπάρχει ένα αντίστοιχο περιουσιακό στοιχείο – οπότε το χρέος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία μορφή πλούτου αυτών που δανείζουν, ενώ είναι θετικό μόνο εάν χρησιμοποιείται για επενδυτικούς/παραγωγικούς σκοπούς και όχι για καταναλωτικούς. Το πρόβλημα τώρα ξεκινάει όταν αυξάνονται τα επιτόκια δανεισμού, οπότε οι τόκοι εξυπηρέτησης του – κάτι που ήδη συμβαίνει σήμερα, με αφετηρία τις Η.Π.Α.

Περαιτέρω, η τουρκική λίρα συνεχίζει την ακάθεκτη καθοδική της πορεία, ευρισκόμενη ήδη στο 1:4,08 σε σχέση με το δολάριο – ακολουθούμενη από την άνοδο των επιτοκίων του δεκαετούς ομολόγου της που πλησιάζουν στο 13%. Η υποτίμηση της, η οποία μειώνει δραματικά την αγοραστική αξία των εισοδημάτων των Πολιτών της, οφείλεται αφενός μεν στο τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της που συνεχίζει να αυξάνεται (γράφημα, +55% το εμπορικό της έλλειμμα), αφετέρου στον πενταπλασιασμό του ιδιωτικού χρέους της σε σχέση με το 2008 – γεγονός που σημαίνει πως η άνοδος του ΑΕΠ της στηρίζεται στην επί πιστώσει κατανάλωση που γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο έχει κοστίσει.

Στα πλαίσια αυτά, το εξαιρετικά υψηλό εξωτερικό της χρέος ύψους 455 δις $ περίπου ή 53% του ΑΕΠ (γράφημα, μπλε στήλες αριστερή κάθετος το εξωτερικό χρέος, διακεκομμένη γραμμή δεξιά κάθετος το ΑΕΠ) γίνεται συνεχώς μεγαλύτερο σε όρους του δικού της νομίσματος – οπότε η εξυπηρέτηση του πολύ πιο δύσκολη, υπενθυμίζοντας πως μία χώρα κινδυνεύει να χρεοκοπήσει όταν το εξωτερικό της χρέος υπερβαίνει το 50% του ΑΕΠ της.

Ως εκ τούτου είναι απαραίτητη η αύξηση των βασικών επιτοκίων εκ μέρους της κεντρικής της τράπεζας για να πάψει να υποτιμάται η λίρα (γράφημα δεξιά, εξέλιξη της ισοτιμίας ως προς το ευρώ) πυροδοτώντας τον πληθωρισμό – κάτι που όμως θα είχε ως αποτέλεσμα τη χρεοκοπία επιχειρήσεων και ιδιωτών, λόγω της υπερχρέωσης τους, καθώς επίσης τη ραγδαία πτώση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας της, λόγω της μείωσης της κατανάλωσης και των επενδύσεων.

Η Τουρκία λοιπόν ευρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική θέση, πόσο μάλλον εάν συμπεριλάβει κανείς το κόστος των πολέμων, στους οποίους έχει εμπλακεί – οπότε αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για την Ελλάδα, επειδή ίσως ο πρόεδρος της θελήσει να «εξάγει» τα προβλήματα της χώρας του, με στόχο να στρέψει το ενδιαφέρον του τουρκικού πληθυσμού σε άλλα θέματα και όχι στη σταδιακή εξαθλίωση του.

Συνεχίζοντας, οι υπερχρεωμένες Η.Π.Α. ευρίσκονται επίσης σε δύσκολη θέση, ενώ έχει ξεκινήσει ένα κύμα χρεοκοπιών μικρών εταιρειών που ασφαλίζουν τα δάνεια στα αυτοκίνητα – με τις επισφάλειες να υπολογίζονται στα 280 δις $ (πηγή). Την ίδια στιγμή η Κίνα απειλεί με υποτίμηση του νομίσματος της στα πλαίσια του εμπορικού πολέμου που έχει ξεκινήσει μεταξύ των δύο χωρών, μειώνοντας επί πλέον τις αγορές αμερικανικών ομολόγων – ακολουθούμενη από την Ιαπωνία, οι επενδυτές της οποίας πούλησαν ομόλογα των Η.Π.Α. αξίας 33,7 δις $ μόνο το Φεβρουάριο, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται ο δανεισμός της υπερδύναμης, καθώς επίσης να αυξάνονται τα επιτόκια της (πηγή).

Ολοκληρώνοντας, εντείνεται παράλληλα η επιθετικότητα των Η.Π.Α. απέναντι στη Ρωσία – στην οποία οι νέες κυρώσεις που επιβλήθηκαν, σε σχέση με τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, είχαν ως αποτέλεσμα την κατάρρευση τόσο του νομίσματος (-3% το ρούβλι έναντι του δολαρίου), όσο και του χρηματιστηρίου της (-12% σε όρους δολαρίου). Έτσι το θέμα της Συρίας αποκτά μία ιδιαίτερη σημασία – ειδικά οι προειδοποιήσεις της Ρωσίας, η οποία ανακοίνωσε πως δεν θα ανεχθεί καμία αμερικανική επίθεση στη Συρία, η οποία θα είχε επακόλουθα για τους στρατιώτες της που ευρίσκονται εκεί.

Analyst Team
Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο Μάκης Ανδρονόπουλος

Όταν ο Αλέξης Τσίπρας πήρε την απόφαση της συνθηκολόγησης, εκείνη την καλοκαιρινή νύχτα του 2015, την πήρε και με βάση τις διαβεβαιώσεις που έλαβε από τους πιστωτές για μια ευνοϊκή διευθέτηση του χρέους. Πίστεψε σε αυτά που του έλεγαν. Έσφιξε τα δόντια και προχώρησε στην εφαρμογή μιας πολιτικής αντίθετης με τα πιστεύω του και ενίοτε της λογικής, με στόχο να βγάλει τους Έλληνες από το τέλμα, διακινδυνεύοντας το κύρος της Αριστεράς.

Προφανώς, δεν ήξερε τι ακριβώς είχε προηγηθεί, ούτε έδωσε σημασία σε αυτό που είχε πει χαιρέκακα ο Σόιμπλε: «οι Έλληνες δεν ξέρουν τι υπογράφουν», γιατί η Μέρκελ και ο Ολάντ τον ενθάρρυναν. Ο Τσίπρας προχώρησε στον συμβιβασμό καλή τη πίστη. Όχι μόνο «για την καρέκλα» που λέει η βουτηγμένη στον λαϊκισμό αντιπολίτευση, αλλά και από ρεαλισμό και από την «αισιοδοξία της βούλησης».

Η «καθαρή έξοδος», που θα συνδυάζει αφενός μια διευθέτηση του χρέους, που θα επιτρέψει να ανασάνει η κακοποιημένη από τους τιμωρούς (ή μεταμοντέρνους αποικιοκράτες) ελληνική κοινωνία, αφετέρου στήριξη της ανάπτυξης θα ήταν η λογική εξέλιξη του ελληνικού δράματος. Όμως, όπως διαφαίνεται τις τελευταίες εβδομάδες, η ομάδα των σκληρών δανειστών που εξακολουθεί να κινείται στη γραμμή Σόιμπλε, φαίνεται πως θέλει να συνεχίσει να κρατά την Ελλάδα από τον σβέρκο με τη μούρη στο χώμα.

Η Ευρώπη της λαμπρής ιστορίας των μακελειών της αποικιοκρατίας και των δύο μεγάλων πολέμων του 20ου αιώνα δεν πάει καλά, διότι την κυβερνούν οι «υπάλληλοι» των τραπεζών και του γερμανογαλλικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό και η πονηρά Βρετανία αποχώρησε, γι’ αυτό η Ακροδεξιά γιγαντώνεται. Το μέγα συνεκτικό στοιχείο που ήταν το ευρώ, το μετέτρεψαν σε μέσω επικυριαρχίας. Τίποτε δεν μαρτυρά πως οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο έχουν πάρει το μήνυμα.

Ευρωπαϊκό σουέλ

Η Γαλλία έχει μπει σε βαθιά αναταραχή που θα δημιουργήσει ένα ευρωπαϊκό σουέλ. Η Ιταλία έχει μπει σε μείζονα προβληματική κατάσταση και το ελληνικό ελατήριο είναι ζουμπηγμένο εννιά χρόνια. Στη Γερμανία, η Μέρκελ δεν είναι και τόσο καλά και η στρέβλωση των ευρωπαϊκών πραγμάτων έχει διαποτίσει ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης που ακολουθεί, όπως πάντα, ανυποψίαστη. Κάποιοι προσπαθούν να προλάβουν την έκρηξη, άλλοτε υποκριτικά, άλλοτε με ψήγματα λογικής.

Η Handelsblatt προλειαίνει το έδαφος για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Παράλληλα, στοχοποιεί τον Σόιμπλε για παρελκυστική τακτική που στόχευε στην άσκηση πίεσης με σκοπό την εφαρμογή περαιτέρω λιτότητας από την Ελλάδα. Ο ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) πιέζει για τη δημιουργία μιας ακόμα δικλείδας ασφαλείας, μέσω της σύνδεσης με τις μεταρρυθμίσεις. Αντιθέτως, Ελλάδα και Κομισιόν προωθούν τη γαλλική πρόταση για την ενσωμάτωση αναπτυξιακής ρήτρας.

Η Handelsblatt αναφέρει ότι το χρέος θα κλείσει το 2018 στα 332 δισ. ευρώ, σχεδόν στο 180% του ΑΕΠ, γεγονός που το καθιστά μη βιώσιμο. Από τα 263 δισ. χρηματοδοτικής στήριξης που έχουν δοθεί η μερίδα του λέοντος πήγε για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων χρεών κυρίως προς τους δανειστές. Οι εταίροι δεν έχουν τηρήσει τα υπεσχημένα έως και σήμερα.

Αντίθετα, η βαυαρική Süddeutsche Zeitung στέλνει στην Αθήνα το μήνυμα, όσο μεγαλύτερη η ελάφρυνση χρέους τόσο αυστηρότερος ο έλεγχος. «Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει ελευθερία στον βαθμό που η Ευρωζώνη παραμένει σταθερή και το ευρώ ασφαλές» και «οι δανειστές πρέπει να κρατήσουν την Αθήνα υπό εποπτεία» και να επιβάλουν περιορισμούς μέχρι να διευθετηθεί η αποπληρωμή του χρέους σε 60 χρόνια.

Τα σενάρια της ασάφειας

Στο EuroWorking Group (EwG) της 12ης Απριλίου ξεκινάει η συζήτηση για την διευθέτηση του ελληνικού χρέους με βάση το γαλλικό σενάριο και αυτό του ESM. Το πρώτο προβλέπει μείωση δαπανών και εξυπηρέτηση του χρέους, αν η μέση ανάπτυξη την τελευταία πενταετία είναι χαμηλότερη από το 3,4% και πλήρη απαλλαγή από την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων αν είναι κατώτερη από το 2,8% του ΑΕΠ.

Τέλος, αν ο ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας είναι υψηλότερος του 3,4% του ΑΕΠ, τότε θα απαιτείται κανονική αποπληρωμή των δανείων. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η γαλλική πρόταση είναι συμπληρωματική της πρότασης του ESM που προβλέπει επιμήκυνση χρόνου ωριμάνσεων δανείων, κλείδωμα επιτοκίων, εξόφληση ακριβών δανείων του ΔΝΤ, επιστροφή κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που αποκόμισαν οι ευρωτράπεζες, πλαφόν πληρωμής των τόκων ίσο με 1% του ΑΕΠ ετησίως και όριο για την πληρωμή χρεολυσίων 2% του ΑΕΠ για τα 130,9 δισ. ευρώ προς το EFSF (πρόγονος του ESM).

Βέβαια, υπάρχει και το ζήτημα του ΔΝΤ που υποτίθεται ότι θα γνωμοδοτήσει επί των προτάσεων αυτών μαζί με την έκθεση βιωσιμότητας, που θα συζητηθεί στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ (20 Απριλίου) στην Ουάσινγκτον. Βέβαια όλες αυτές οι διαρροές έχουν πολλά κενά για να αξιολογηθούν χρηματοοικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά. Δεν είναι σαφές αν τα νούμερα αναφέρονται στο κεφάλαιο ή στους τόκους. Επίσης, είναι ένα ζήτημα αν θα παραμείνει η υποχρέωση για πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, κάτι εκνευριστικά μη ρεαλιστικό.

Λέξη για τα Capital Controls

Δεν γίνεται επίσης καθόλου κουβέντα για την πλήρη άρση των Capital Controls. Η κυβέρνηση σφίγγει τα σαγόνια της και περιμένει να δει πως θα υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις των δανειστών. Είναι ανήσυχη, αλλά αυτή τη φορά δεν είμαστε στο α΄ εξάμηνο του 2015. Πάντως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Κώστας Καραμανλής παρέδωσε τη χώρα με έλλειμμα 15,6% (36 δισ. ευρώ). Ότι ο Γιώργος Παπανδρέου μας πήγε στο ΔΝΤ. Ότι με το PSI ο Βενιζέλος μετέτρεψε το χρέος από ελληνικού δικαίου σε αγγλικού. Ότι ο Σαμαράς δανείστηκε 130,9 δισ. ευρώ που έφυγαν όλα.

Αντιθέτως, ο Τσίπρας υπέγραψε 86 δισ. ευρώ, πλήρωσε 59 δισ. ευρώ δόσεις των προηγούμενων δανείων με αποτέλεσμα να περισσέψουν 27 δισ. ευρώ, ήτοι το 25% περίπου των χρημάτων του 3ου Μνημονίου. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό επιχείρημα, διότι τα μέτρα που συνόδεψαν το πακέτο ήταν για 86 δισ. ευρώ, που σημαίνει ότι πρέπει να γίνει μία έκπτωση στα μέτρα αντίστοιχη (όχι μείωση του αφορολόγητου, όχι μείωση συντάξεων).

Εκτός από το χρέος υπάρχει και ένα άλλο πολιτικό πρόβλημα. Πρόκειται για τη μεταμνημονιακή εποπτεία, για την οποία είχε φροντίσει από τότε ο χερ Σόιμπλε. Ο Κανονισμός 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ (21.5.2013) προβλέπει για τις εξερχόμενες από τα προγράμματα χώρες «ενισχυμένη εποπτεία» με τακτικές επιθεωρήσεις και την υποχρεωτική λήψη πρόσθετων διορθωτικών μέτρων.

Κάπως έτσι, τα σενάρια περί «υβριδικής λύσης» για την Ελλάδα θα συναντήσουν σοβαρά πολιτικά προβλήματα. Μπορεί στο ελληνικό ζήτημα να παιχτεί και η σχέση Γαλλίας-Γερμανίας, όχι για την Ελλάδα, αλλά για τα δικά τους επικυριαρχικά συμφέροντα.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



10 Απρ 2018


Το τουρκικό εθνικό νόμισμα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση επειδή η τουρκική κεντρική τράπεζα ακολουθεί τις απαιτήσεις του προέδρου Ερντογάν, γράφει η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt.

«Η τιμή της τουρκικής λίρας σπάει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο. Για πρώτη φορά στην ιστορία, σήμερα το ευρώ ισοδυναμεί με περισσότερες από πέντε λίρες. Επίσης, σε σχέση με το δολάριο ΗΠΑ, το τουρκικό νόμισμα κατέγραψε σήμερα νέο αρνητικό ρεκόρ», γράφει η εφημερίδα.

Οι εμπειρογνώμονες το αποδίδουν κυρίως στο υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια.

Αν και η οικονομική ανάπτυξη έχει ενισχυθεί, η τουρκική κεντρική τράπεζα δεν αντισταθμίζει το χαμηλό πραγματικό επιτόκιο με σημαντικές αυξήσεις των επιτοκίων αλλά ακολουθεί τα επανειλημμένα αιτήματα του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Οι ειδικοί προειδοποιούν για υπερθέρμανση της οικονομίας, καθώς τα φτηνά δάνεια υπερβαίνουν τη ζήτηση και μπορεί να οδηγήσουν σε στασιμότητα ή ακόμα και ύφεση, σημειώνει η γερμανική εφημερίδα.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



9 Απρ 2018


Το ανά ώρα κόστος της εργασίας (μισθολογικό και μη μισθολογικό) ανήλθε στην Ελλάδα το 2017 στα 14,5 ευρώ σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε σήμερα η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat). Στην ευρωζώνη ήταν κατά μέσο όρο στα 30,3 ευρώ, ενώ μεταξύ των κρατών της ΕΕ το μικρότερο εργατικό κόστος είχαν η Βουλγαρία με 4,9 ευρώ, η Ρουμανία με 6,3 ευρώ, η Λιθουανία με 8 ευρώ, η Λετονία με 8,1 ευρώ, και η Ουγγαρία με 9,1 ευρώ.

Στον αντίποδα, το μεγαλύτερο ανά ώρα κόστος εργασίας στην ΕΕ εμφάνισαν για το 2017 η Δανία με 42,5 ευρώ, το Βέλγιο με 39,6 ευρώ, το Λουξεμβούργο με 37,6 ευρώ, η Σουηδία με 36,6 ευρώ και η Γαλλία με 36 ευρώ.

Όπως αναφέρει η Eurostat, οι εν λόγω εκτιμήσεις προέρχονται από επιχειρήσεις που απασχολούσαν κατ' ελάχιστον 10 εργαζόμενους, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη οι εργαζόμενοι στη Δημόσια Διοίκηση.

Το 2008 το ωριαίο κόστος της εργασίας στην Ελλάδα ήταν, όπως αναφέρεται, στα 16,8 ευρώ. Το 2015 είχε πέσει στα 14,1 ευρώ ενώ το 2016 ήταν στα 14,2 ευρώ. Το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας (κυρίως για ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα) ήταν το 2017 στην Ελλάδα στο 25,7% του συνολικού κόστους, δηλαδή περίπου όσο ήταν κατά μέσο όρο και στο σύνολο της ευρωζώνης (25,9%).

Στην Ελλάδα, τέλος το μεγαλύτερο ωριαίο κόστος εργασίας ήταν στον βιομηχανικό τομέα με 15,3 ευρώ. Στον τομέα των υπηρεσιών ήταν στα 14,3 ευρώ, ενώ στον τομέα των κατασκευών ήταν στα 10,2 ευρώ.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



7 Απρ 2018


Η Τουρκία αναμένει θετική απάντηση στην επιστολή που απέστειλε, με την οποία ζητά εξαίρεση από τους νέους δασμούς των ΗΠΑ στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Οικονομίας Νιχάτ Ζεϊμπεκτσί.

«Ήρθαμε αμέσως σε επαφή με τους αμερικανούς εταίρους αναφορικά με την απόφαση κατά της Τουρκίας. Η επικοινωνία μας μέσω επιστολών, τηλεφωνημάτων και επαφών μέσω της πρεσβείας μας στις ΗΠΑ συνεχίζονται. Θα έρθουμε πιο κοντά σε θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα την επόμενη εβδομάδα», δήλωσε, όπως μεταδίδει η Hurriyet.

Ο κ. Ζεϊμπεκτσί απέστειλε επιστολή στον αμερικανό υπουργό Εμπορίου Γουίλμπερ Ρος με το αίτημα της Άγκυρας.

«Πρώτον, οι ΗΠΑ δεν έχουν εμπορικό έλλειμμα με την Τουρκία. Οι ετήσιες εισαγωγές τους από την Τουρκία είναι ύψους 8,5 δισ. δολαρίων ενώ οι εξαγωγές τους προς εμάς ανέρχονται σε 12 δισ. δολάρια. Δεύτερον, ιδιαίτερα στους τομείς του σιδήρου και το χάλυβα, εξάγουμε υλικά αξίας 1,2 δισ. δολαρίων και εισάγουμε υλικά αξίας 1,3 δισ. δολαρίων. Εμείς έχουμε το εμπορικό έλλειμμα», δήλωσε σε δημοσιογράφους.

Ο ίδιος σημείωσε πως η Τουρκία είναι μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ με υψηλές αμυντικές δαπάνες.

Αν η απάντηση των ΗΠΑ είναι αρνητική, τότε θα είναι «φυσικό» η Τουρκία να ανταποδώσει επιβάλλοντας δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα, είπε ο κ. Ζεϊμπεκτσί.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



6 Απρ 2018


Η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει και η πραγματοποίηση μιας επένδυσης, από την πιο μικρή έως την πιο μεγάλη παραμένει ηρωική πράξη...

Στην Ελλάδα η χρονοκαθυστέρηση είναι εθνικό σπορ. Ή μάλλον επιστήμη. Ενδεχομένως και τα δύο. Στην καθημερινότητα η έκφραση «θα το δούμε» ή «να τα πούμε» σημαίνει συνήθως ότι ούτε θα δούμε, ούτε θα πούμε τίποτα και ποτέ. Η Ελλάδα –όσο κι αν αυτό μας πληγώνει- είναι, επίσης, χώρα της πλάκας. Πάντα ήταν. Μόνο που πριν από το 2009, πριν από την κρίση, την πολυετή ύφεση και τα Μνημόνια, οι αδυναμίες εν πολλοίς καλύπτονταν από τον πλούτο και την καλοπέραση. Μόλις τα λεφτά τελείωσαν το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας αναδύθηκε στην επιφάνεια.

Τότε κάποιοι πίστεψαν ότι το σοκ εκτός την ταλαιπωρία που προκαλεί θα λειτουργήσει και ως… ξυπνητήρι για την κοινωνία, για τη χώρα και κυρίως για το δημόσιο, που λειτουργώντας αντιπαραγωγικά αποτέλεσε ένα από τα κύρια βαρίδια που οδήγησαν τη χώρα στο βυθό. Οκτώ χρόνια μετά τίποτε δεν έχει αλλάξει θεαματικά στον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών του κράτους.

Η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει –αν δεν έχει γίνει χειρότερη- ακόμη και στο πεδίο της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων, μέσω των οποίων (υποτίθεται ότι) η Ελλάδα θα επιστρέψει στην οικονομική κανονικότητα. Μέχρι σήμερα η πραγματοποίηση μιας επένδυσης, από την πιο μικρή έως την πιο μεγάλη παραμένει –ανεξαρτήτως τομέα- ηρωική πράξη. Διότι μπορεί τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν σε μεγάλα και πολύπλοκα πρότζεκτ, όπως είναι η ανάπλαση του Ελληνικού, αλλά και στα πιο μικρά επενδυτικά σχέδια το κράτος λειτουργεί εχθρικά. Κάθε βήμα γίνεται με μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους του επιχειρηματία, ενώ τα αυτονόητα αποδεικνύεται συχνά ότι δεν υπακούν στην απλή λογική.

Η Voria.gr απευθύνθηκε στον κ. Παναγιώτη Καρανάσιο, της εταιρείας συμβούλων μηχανικών «Καρανάσιος – Βαρσάμη & Συνεργάτες» και ζήτησε να περιγράψει ορισμένα χειροπιαστά παραδείγματα επενδυτικών προσπαθειών, τις οποίες καθυστερεί –στην ουσία παρεμποδίζει- η γραφειοκρατία του ελληνικού δημοσίου. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος, αλλά και τη φύση, του προβλήματος. Σημειώστε πως περιγράφει τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις ο κ. Καρανάσιος:

1. Η έκδοση της οικοδομικής άδειας ενός κύριου ξενοδοχειακού καταλύματος δυναμικότητας 101 κλινών σε περιοχή εκτός σχεδίου και εκτός προστατευόμενης περιοχής (Natura) απαιτεί χρονικό διάστημα συνολικά πάνω από ένα χρόνο, καθώς πρέπει να προηγηθεί η συλλογή πλήθους εγγράφων από Δημόσιες Υπηρεσίες (βεβαίωση χρήσεων γης, βεβαίωση αποκομιδής απορριμμάτων, βεβαίωση υδροδότησης κ.λπ.), η περιβαλλοντική αδειοδότηση και η διαβίβαση φακέλων για λήψη γνωμοδοτήσεων, σε τουλάχιστον πέντε ή παραπάνω συναρμόδιους φορείς και υπηρεσίες. Ο χρόνος αυτός λόγω φόρτου εργασίας των αρμόδιων υπηρεσιών και λόγω έλλειψης προσωπικού στην πράξη αυξάνεται πολύ περισσότερο και εύκολα συνειδητοποιεί κανείς, ότι τελικά κάθε άλλο παρά ενισχύεται ο τουρισμός, που θεωρείται η «βαριά βιομηχανία της χώρας μας».

2. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία μία επιχείρηση απαιτείται να διαθέτει κυκλοφοριακή σύνδεση και όχι απλή είσοδο- έξοδο, ακόμη και αν βρίσκεται στην παράπλευρη οδό μιας επαρχιακής ή εθνικής οδού, με αποτέλεσμα πολλές φορές αυτό, είτε να μην είναι δυνατό και να ακυρώνεται η επένδυση, είτε να απαιτείται χρονικό διάστημα αρκετών μηνών για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της έγκρισης της κυκλοφοριακής σύνδεσης, ενώ ταυτόχρονα η επένδυση επιβαρύνεται με το κόστος για την κατασκευή αυτής.

3. Άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυσκίνητης νομοθεσίας αδειοδότησης που ξεπερνάει κάθε λογική, αφορά στην βάση του νόμου απαγόρευση, σε υφιστάμενη μονάδα στην Αττική, με εγκατεστημένο μηχανολογικό εξοπλισμό, να εντάξει στις γραμμές παραγωγής της ένα νέο και παρεμφερές με αυτά που ήδη παράγει προϊόν. Παρόλο που η παραγωγή νέου προϊόντος δεν συνοδευόταν από αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος της μονάδας, δεν μετέβαλλε το βαθμό όχλησης της και δεν προκαλούσε καμία πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση, κρίθηκε ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στις επιτρεπόμενες επεμβάσεις εκσυγχρονισμού, γιατί απαιτούσε την τροποποίηση της έναρξης επιτηδεύματος της επιχείρησης στην οικεία ΔΟΥ! Μία ταξινόμηση της δραστηριότητας κατά ΣΤΑΚΟΔ, που κατά τα άλλα εξυπηρετεί αποκλειστικά στατιστικούς σκοπούς, ήταν αρκετή για να εμποδίσει την ανάπτυξη μίας καθόλα νόμιμης επιχείρησης, που προσφέρει θέσεις εργασίας.

4. Ένα εμπορικό κέντρο, με δόμηση που υπερβαίνει τα 30.000 τετρ. μέτρα, στην οποία περιλαμβάνονται εκτός από τους κύριους λειτουργικούς χώρους και όλοι οι βοηθητικοί (υπόγειος χώρος στάθμευσης, χώροι ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων κ.λπ.), χρειάζεται δύο χρόνια για να αδειοδοτηθεί περιβαλλοντικά και να φτάσει ο επενδυτής στο σημείο να εκδώσει οικοδομική άδεια.

Την ώρα που στην ελληνική πραγματικότητα οι φορολογικοί συντελεστές είναι από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη, οι ασφαλιστικές εισφορές το ίδιο υψηλές και χωρίς ανταποδοτικότητα, οι τράπεζες δυσκολεύονται και τα capital controls δημιουργούν ασφυκτικό κλίμα στην αγορά, το κράτος επιμένει να μην αφήνει τους επιχειρηματίες να επενδύσουν. Διότι τα τέσσερα παραδείγματα του κ. Καρανάσιου είναι στην πραγματικότητα χιλιάδες. Δεν είναι εξαιρέσεις, συνιστούν τον κανόνα. Πρόκειται για καταστάσεις που –στη θεωρία- μπορούν να αλλάξουν εύκολα και χωρίς δημοσιονομικό κόστος, αλλά στην πράξη παραμένουν στάσιμες είτε από αδυναμία κατανόησης του προβλήματος, είτε από αδιαφορία, είτε από μικροσυντεχνιακή αντίληψη, είτε διότι –πολύ απλά- για κάποιους ανάμεσά μας συνιστούν μεροκάματο.

«Όλα αυτά μπορούν πολύ απλά να διορθωθούν, εφόσον γίνουν ουσιαστικές θεσμικές παρεμβάσεις που αφορούν στην απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, δίνοντας τη δυνατότητα μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων να ολοκληρώνεται όλη η διαδικασία με ευθύνη του μηχανικού και του επενδυτή» επισημαίνει ο κ. Καρανάσιος, το επαγγελματικό ενδιαφέρον του οποίου είναι εύλογο. Ο ίδιος σημειώνει ότι «πρέπει επιτέλους να επιτρέψουμε στον επιχειρηματία και στον ελεύθερο επαγγελματία να δημιουργούν, ενώ ο κρατικός μηχανισμός οφείλει να εστιάσει μόνο στον έλεγχο και την εφαρμογή της Νομοθεσίας, χωρίς να αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη», ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι για τις νομοθετικές παρεμβάσεις που απαιτούνται καλό θα ήταν το κράτος να ζητήσει τη συμβολή και τη γνώμη ειδικών επιστημόνων τεχνοκρατών με εμπειρία στα θέματα αυτά, αλλά και παραγωγικών φορέων (Επιμελητήρια, Σύνδεσμοι, Ενώσεις, Ομοσπονδίες επαγγελματιών κ.λπ.), ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι αυτό που αρμόζει κατά περίπτωση.

Γιώργος Μητράκης
Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



5 Απρ 2018


Γράφει ο Μένιος Τασιόπουλος

Η έξοδος από τον μνημονιακό κύκλο δεν είναι αποναρκοθετημένη. Η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις για να αλλάξει προσεχώς τόσο η ατζέντα όσο και η κατεύθυνση. Το πρόβλημα δεν θα είναι πλέον η ρευστότητα και η δημοσιονομική σταθερότητα. Η ψήφιση των προαπαιτούμενων της 4ης αξιολόγησης θα κλείσει τον κύκλο και θα ανοίξει τη διαπραγμάτευση για τους όρους εξόδου από τα Μνημόνια. Με άλλα λόγια θα κλείσει τον κύκλο της χρεοκοπίας που άνοιξε το 2009 και υπό όρους θα ανοίξει τον κύκλο της ανασυγκρότησης.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις θα κριθούν από την Ιστορία όχι από το κατά πόσον η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρωζώνη, αλλά από από τη μαζική αλλαγή χεριών της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων, από το γεγονός ότι για να καταστεί δυνατή αυτή η μεταβίβαση, φρόντισαν με συγκεκριμένες πολιτικές να υποτιμήσουν δραστικά την αξία των περιουσιακών στοιχείων του Έλληνα.

Με συνευθύνη των εγχώριων τραπεζιτών, κυβερνήσεις απέτυχαν πλήρως στο να αποτρέψουν τον ευτελισμό της αξίας τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής περιουσίας. Αυτό έγινε δυνατό μέσω του βίαιου αποπληθωρισμού που επιβλήθηκε από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ. Οι ιδιωτικές περιουσίες αλλάζουν μαζικά χέρια, λόγω των «κόκκινων δανείων» και της υπερφορολόγησης.

Η δημόσια περιουσία δεν ιδιωτικοποιείται, όπως παραπλανητικά αναφέρεται. Συχνά, είναι ξένες κρατικές εταιρείες που αγοράζουν τις ελληνικές, από τις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια μέχρι τα λιμάνια και τους φυσικούς πόρους. Με άλλα λόγια, η δημόσια περιουσία, συχνά κρίσιμες λειτουργίες για την κοινωνία, όχι μόνο απαξιώθηκαν αλλά και αποεθνικοποιούνται.

Από το 2019 θα γίνει απολύτως αντιληπτό ότι η στρατηγική επιλογή –με τις ευλογίες και της Ουάσιγκτον– η Ελλάδα να μετατραπεί από εθνικό κράτος σε περιοχή της Ευρωζώνης δεν ήταν και η πιο επιτυχής από γεωπολιτικής απόψεως. Σε πρώτη φάση βλέπουμε τις άμεσες παρεμβάσεις του αμερικανικού παράγοντα, προκειμένου να τεθεί ένα όριο στη διείσδυση μη φίλιων δυνάμεων σε χώρες ειδικής γεωπολιτικής σημασίας, όπως η Ελλάδα.

Από την πλευρά της η Αθήνα θα πρέπει γρήγορα να κατανοήσει τις ορίζουσες του ευρύτερου γεωπολιτικού παιχνιδιού και να προσαρμόσει τις κινήσεις της. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να αντιληφθεί και να εκμεταλλευθεί τις κάθε είδους ευκαιρίες. Μεταξύ αυτών και τη σημασία που δίνει η Ουάσιγκτον στις εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού της Ευρώπης με ενέργεια, αλλά και στη σημασία δίνει η Γουόλ Στριτ και το Σίτι στον «δρόμο του μεταξιού».

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



3 Απρ 2018


Το δυσθεώρητο ελληνικό χρέος βάζει σε μεγεθυντικό φακό η Handelsblatt στη διαδικτυακή της έκδοση. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Κρατικού Χρέους στις 31 Δεκεμβρίου του 2017 ανέρχονταν σε 328,7 δις ευρώ και μέχρι τέλος του 2018 προβλέπεται να αγγίξει τα 332 δις ευρώ. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γερμανός δημοσιογράφος, κάθε Έλληνας, από βρέφος μέχρι ηλικιωμένος, χρωστά 30.000 ευρώ ή 180% του ΑΕΠ, δηλαδή 3 φορές περισσότερο από όσο προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας.

«88 προαπαιτούμενα μέχρι το καλοκαίρι»

«Χρέη αυτού του μεγέθους δεν θεωρούνται βιώσιμα" γράφει η εφημερίδα. "Εάν η Ελλάδα θέλει να βγει κάποτε από την κρίση και να σταθεί στα πόδια της χρειάζεται ελάφρυνση του χρέους. Το θέμα βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη του επόμενου Eurogroup στις 27 Απριλίου στη Σόφια.

Το ερώτημα, στο οποίο καλούνται να απαντήσουν οι υπουργοί Οικονομικών, είναι τι πρόκειται να γίνει με την Ελλάδα, αν και αναμένονται απαντήσεις αφότου ολοκληρωθεί επιτυχώς και η τελευταία αξιολόγηση του προγράμματος. Μέχρι το καλοκαίρι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει 88 προαπαιτούμενα».

Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει ότι οι υπουργοί Οικονομικών από τον Νοέμβριο του 2012 έθεσαν ως προοπτική τη λήψη μέτρων για να ελαφρύνουν τους Έλληνες από το βάρος των χρεών και από τότε το διατρανώνουν συνεχώς.

«Το ότι έχει μείνει μέχρι τώρα μόνο εξαγγελία οφείλεται κυρίως στον πρώην υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος επιβλήθηκε στο Eurogroup ότι μόνο στο τέλος του προγράμματος το 2018, κι αν είναι απαραίτητο, θα αποφασιστούν επιπλέον μέτρα για το χρέος».

Το χρέος και οι εκλογές το αργότερο το 2019

Θα μπορέσει ποτέ η Ελλάδα να επιστρέψει τα χρέη της; «Για την ώρα δεν φαίνεται να έχει προβλήματα, διότι η εξόφληση ξεκινά από το 2023, αλλά το πώς θα εξελιχθεί το χρέος εξαρτάται από την οικονομική ανάπτυξη, τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και τους όρους χρηματοδότησης του χρέους της στις αγορές» σημειώνει η εφημερίδα.

«Σύμφωνα με ανάλυση βιωσιμότητας της Κομισιόν το ελληνικό χρέος μέχρι το 2060 θα πέσει στο 79,5% σύμφωνα με το καλύτερο σενάριο, και στο 244,1% σύμφωνα το χειρότερο.

Το μεγάλο εύρος της πρόβλεψης δείχνει πόσο αβέβαιο παραμένει αν η Ελλάδα τελικά απελευθερωθεί από την παγίδα του χρέους. Είναι βέβαιο ότι χωρίς ελάφρυνση του χρέους δεν μπορεί να γίνει» αποφαίνεται ο συντάκτης υπενθυμίζοντας ότι και πολιτικά το θέμα είναι πολύ δύσκολο.

«Σε μερικές χώρες του ευρώ, μεταξύ αυτών η Γερμανία, θα πρέπει να εγκριθεί μια ελάφρυνση χρέους από τα κοινοβούλια, όπου υπάρχουν μεγάλες αντιστάσεις σε νέες παραχωρήσεις απέναντι στην Ελλάδα.

Από την πλευρά των δανειστών εκφράζονται σωστά επιχειρήματα υπέρ της ελάφρυνσης, που θα μπορούσε να ενισχύσει την δανειοληπτική αξιοπιστία της χώρας και να τη βοηθήσει να χρηματοδοτήσει το χρέος της πιο οικονομικά. Από την άλλη υπάρχει και η ανησυχία ότι με τη λήξη του προγράμματος η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να ανατρέψει τις μη δημοφιλείς μεταρρυθμίσεις και να μοιράσει χρήματα, όταν η χώρα δεν θα εξαρτάται πια από δάνεια, πόσο μάλλον που ο πρωθυπουργός Τσίπρας πρέπει να περάσει από εκλογές το αργότερο μέχρι το 2019».

Deutsche Welle


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



2 Απρ 2018


Οι ανάγκες, οι επιθυμίες, καθώς επίσης οι συνήθειες ορισμένων κρατών του Βορά, είναι εντελώς αντίθετες από αυτές του Νότου – οπότε είναι θέμα χρόνου η κατάρρευση της νομισματικής ένωσης.

Γράφει ο Άρης Οικονόμου

Εάν η ΕΚΤ σταματούσε την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης (QE), ειδικά την αγορά ομολόγων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, από τις οποίες εξαιρείται σταθερά η Ελλάδα λόγω του PSI (μία ακόμη πλευρά του εγκλήματος της υπογραφής του από τον προικισμένο κ. Βενιζέλο), θα αυξανόταν τα επιτόκια δανεισμού τους, οπότε θα βυθιζόταν ξανά σε μία κρίση χρέους.

Η κρίση αυτή θα έθετε σε κίνδυνο το ευρώ, ενώ ο κ. Ντράγκι είχε δηλώσει πως θα κάνει ότι μπορεί για να το διασώσει – κάτι που σημαίνει ότι, δεν επιτρέπεται να πάρει μία τέτοια απόφαση, γεγονός που από την πλευρά της ανταγωνιστικότητας ευνοεί κυρίως τη Γερμανία λόγω του υποτιμημένου ευρώ, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται στη χώρα ένα μικρό θαύμα ανόδου της παραγωγικότητας (γράφημα).

Η δύσκολη θέση του τώρα οφείλεται στο διπλό χαρακτήρα των χρημάτων, τα οποία πολύ σωστά παρομοιάζονται με τις δύο όψεις του Ιανού – επειδή από τη μία πλευρά αποτελούν το μέσο συναλλαγής και διαφύλαξης των περιουσιακών στοιχείων, ενώ από την άλλη χρησιμοποιούνται ανέκαθεν από τα κράτη ως εργαλείο για τη χρηματοδότηση των δαπανών τους. Οι δύο αυτές διαφορετικές λειτουργίες των χρημάτων έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους.

Ειδικότερα, όποιος θέλει να χρησιμοποιήσει τα χρήματα κυρίως ως μέσο ανταλλαγής και διατήρησης των περιουσιακών του στοιχείων, δίνει μεγάλη σημασία στη σταθερότητα της αγοραστικής τους δύναμης – στο να μην υποτιμούνται δηλαδή. Αντίθετα, το δημόσιο δίνει μεγάλη σημασία στη δημιουργία εκ μέρους του νέων χρημάτων από το πουθενά, έτσι ώστε με έναν φθηνό τρόπο να είναι σε θέση να καλύπτει τις δαπάνες του και τις ανάγκες των Πολιτών του – καθώς επίσης να μπορούν οι εγχώριες επιχειρήσεις να πουλούν τα προϊόντα που παράγουν στο εξωτερικό, σε ανταγωνιστικές τιμές.

Στα πλαίσια αυτά, ήδη από πολλούς αιώνες πριν, ο ευτελισμός των νομισμάτων χρησιμοποιούταν ως μέσο για την αύξηση των δημοσίων εσόδων, μεταξύ άλλων για δημαγωγικούς σκοπούς, για τη «συντήρηση» του πελατειακού κράτους κοκ. – όπως στο παράδειγμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όπου το περιεχόμενο του δηναρίου σε ασήμι μειώθηκε από το 100% το έτος 70, σε λιγότερο από 5% το 270.

Ο ευτελισμός όμως αυτός ακολουθούταν σχεδόν πάντοτε από την απώλεια της εμπιστοσύνης των ανθρώπων στο νόμισμα, λόγω της μείωσης της αγοραστικής του αξίας  – οπότε αυξάνονταν οι τιμές των προϊόντων, των υπηρεσιών, καθώς επίσης των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων. Στο παράδειγμα της δραχμής, είχε ακολουθηθεί μία ανάλογη διαδικασία – μέσω της οποίας η ισοτιμία της απέναντι στο δολάριο από τα 30,1 δρχ. το 1974 κατέρρευσε στα 361,6 δρχ. το 2001 (από το 1953 έως το 1974 ήταν σταθερά στις 30 δρχ. – πηγή).

Συνεχίζοντας, η μετατόπιση της «δημιουργίας χρημάτων» στις ιδιωτικές τράπεζες, καθώς επίσης η μετάθεση του ελέγχου αυτής της δημιουργίας στις ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες, είχε δήθεν σκοπό να προστατεύσει τους ανθρώπους από τις αυθαιρεσίες των κρατών (πολιτικών) – λόγω των οποίων μειωνόταν τα εισοδήματα τους εξαιτίας του περιορισμού της αγοραστικής αξίας των χρημάτων τους μέσω της αθρόας εκτύπωσης (πληθωρισμός).

Έτσι ανέλαβαν οι ιδιωτικές τράπεζες την παραγωγή των λογιστικών χρημάτων (τα μετρητά συνεχίζουν να είναι μονοπώλιο των κεντρικών), μέσω της παροχής πιστώσεων – ενώ οι κεντρικές τράπεζες έχουν την ευθύνη, με τη βοήθεια της νομισματικής τους πολιτικής, να ελέγχουν την αύξηση των δανείων, οπότε την ποσότητα των χρημάτων.

Ο κοινός στόχος αυτής της συνεργασίας του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα ήταν να εξασφαλίζεται η ελεγχόμενη μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων – κατά κανόνα στο 2% ετησίως, έτσι ώστε να χρηματοδοτούνται κρατικά ελλείμματα αναλόγου ύψους. Ουσιαστικά λοιπόν αυτή η «διολίσθηση» της αγοραστικής αξίας των χρημάτων προσέφερε στο κράτος ένα μικρότερο αλλά πιο σταθερό κέρδος από την παραγωγή χρημάτων, σε σχέση με την υποτίμηση τους κατά το δοκούν.
Εν τούτοις, με τον τρόπο αυτό οι τράπεζες κυριάρχησαν σταδιακά επάνω στα κράτη,  καταφέρνοντας επί πλέον να αυξήσουν τρομακτικά τη δύναμη τους με το δεύτερο νόμο Glass-Steagall του 1999, ο οποίος επέτρεψε τη συγχώνευση των επενδυτικών με τις αμιγώς τραπεζικές τους λειτουργίες – με αποτέλεσμα να προκληθεί η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, το γνωστό «too big to fail» κοκ.

Ανεξάρτητα όμως από όλα αυτά, το ευρώ σχεδιάσθηκε έτσι ώστε να έχει μόνο μία μορφή, όπως το γερμανικό μάρκο: αυτήν της χρήσης του ως μέσο συναλλαγής, καθώς επίσης διατήρησης των περιουσιακών στοιχείων. Εν τούτοις για να τα καταφέρει, απαιτούσε τη δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών που το υιοθέτησαν – κάτι που δεν συνέβη, με αποτέλεσμα να αποκτήσει σταδιακά ένα δεύτερο πρόσωπο, χρησιμοποιούμενο όλο και περισσότερο για τη χρηματοδότηση των κρατών.
Στη συνέχεια, όταν ο κ. Ντράγκι δήλωσε το καλοκαίρι του 2012 πως θα κάνει ότι είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της Ευρωζώνης, το δεύτερο αυτό πρόσωπο του ευρώ έγινε κυρίαρχο – μέσω των πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης (QE), όπου δημιουργούνταν νέα χρήματα όχι μόνο για τη χρηματοδότηση των κρατών αλλά, επίσης των επιχειρήσεων, χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην πιστοληπτική τους ικανότητα.

Χωρίς το ευρώ τώρα δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η σταθερότητα των τιμών – ενώ χωρίς τη νομισματική (μονεταριστική) στήριξη των ελλειμματικών, αδύναμων κρατών, μεταξύ των οποίων της Ιταλίας, είναι αδύνατη η χρηματοδότηση τους. Επομένως δεν θα είχαν άλλη επιλογή από τη χρεοκοπία ή/και την έξοδο τους από την Ευρωζώνη – γεγονός που θα οδηγούσε τη νομισματική ένωση στη διάλυση της, κάτι που έως ένα βαθμό αποφεύχθηκε στο παρελθόν, με τους εκβιασμούς της ΕΚΤ.

Εάν η ΕΚΤ συνεχίσει τώρα την επεκτατική πολιτική της, λογικά θα ακολουθήσει σύντομα πληθωρισμός – κάτι που δεν ενοχλεί τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, επειδή αφενός μεν τον έχουν συνηθίσει από το παρελθόν, αφετέρου δεν χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό το χρήμα ως μέσο διατήρησης των περιουσιακών τους στοιχείων, αλλά τα πάγια (ακίνητα κλπ.).

Όμως, για τις χώρες του Βορά και ειδικά για τη Γερμανία, η οποία πλήγηκε δύο φορές από τον υπερπληθωρισμό, έχοντας αναγκασθεί σε δύο νομισματικές μεταρρυθμίσεις, ενώ οι Πολίτες της χρησιμοποιούν το χρήμα ως μέσον διατήρησης των περιουσιακών τους στοιχείων (τραπεζικές καταθέσεις, ασφαλιστήρια συμβόλαια κοκ.), η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική – πόσο μάλλον όταν διαπιστώνεται στη χώρα ήδη πληθωρισμός, σε συνδυασμό με μία φούσκα ακινήτων, λόγω των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού της.

Ταυτόχρονα, οι πολύ υψηλές απαιτήσεις της απέναντι στις άλλες χώρες (target 2 κλπ.) είναι σε χρήματα – κάτι που προσπαθεί να αλλάξει, μετατρέποντας τα κράτη οφειλέτες της σε αποικίες χρέους, σε χώρες της LIDL, καθώς επίσης ανταλλάσσοντας τις χρηματικές απαιτήσεις της με τα πάγια περιουσιακά τους στοιχεία που εξαγοράζει σε εξευτελιστικές τιμές.

Εν τούτοις, χρειάζεται ένα ισχυρότερο νόμισμα για να μειώσει το κόστος της ενέργειας (είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη Ρωσία), καθώς επίσης για να μην τεθεί στο στόχαστρο των Η.Π.Α. Τέλος, υψηλότερα βασικά επιτόκια για να σταματήσουν οι εκροές κεφαλαίων και για να μη δημιουργηθεί πληθωρισμός.

Συμπερασματικά λοιπόν οι ανάγκες, οι επιθυμίες, καθώς επίσης οι συνήθειες ορισμένων κρατών του Βορά, είναι εντελώς αντίθετες από αυτές του Νότου – οπότε είναι θέμα χρόνου η διάλυση της Ευρωζώνης, ακόμη και αν δεν υπερισχύσουν στις εκλογές κόμματα που θέλουν την έξοδο των χωρών τους από τη νομισματική ένωση. Πόσο μάλλον όταν οι Η.Π.Α. τάσσονται πλέον ανοιχτά εναντίον του ευρώ – κυρίως λόγω των οικονομικών τους προβλημάτων, του δολαρίου, της νομισματικής πολιτικής που χρειάζονται, καθώς επίσης της αλλαγής της γεωπολιτικής τους στρατηγικής.

Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Ο ρυθμός ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας έφθασε το 7,4% πέρυσι. Αλλά το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών και το αυξημένο επίπεδο του πληθωρισμού δημιουργούν ανησυχία, σημείωνεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας Les Echos.

Αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν θα παραλείψει να παρουσιάσει ως τρόπαιο. Η Τουρκία κατέγραψε πέρυσι ρυθμό ανάπτυξης 7,4% σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα.

Μια επίδοση πολύ καλύτερα από αυτή του 2016 (3,2%) που σημαδεύθηκε από την απόπειρα πραξικοπήματος, τις μαζικές εκκαθαρίσεις και μια σειρά επιθέσεων που οδήγησαν σε βουτιά (-30%) τα τουριστικά έσοδα.

Το τελευταίο τρίμηνο, το ΑΕΠ της Τουρκίας αυξήθηκε κατά 7,3% - το υψηλότερο ποσοστό ανάπτυξης μεταξύ των χωρών της Ομάδας των 20 (G20). Μεταξύ του Ιουλίου και του Σεπτεμβρίου, ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 11,3% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναθεωρήθηκαν επί τω βελτίω.

Συγκρίσιμη με την Κίνα και την Ινδία

"Η ανάπτυξη κατά 7,4% τοποθετεί την Τουρκία πολύ πάνω από τους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη και, υποθέτω, στην ίδια στρατόσφαιρα με την Κίνα και την Ινδία", σχολιάζει ο οικονομολόγος Τίμοθι Ας σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο. Η Κίνα και η Ινδία κατέγραψαν ρυθμό ανάπτυξης 6,9% και 7,1% τον περασμένο χρόνο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία.

Η πολιτική μακροημέρευση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που τον Μάρτιο γιόρτασε τα 15 του χρόνια στην εξουσία, ανέκαθεν στηριζόταν στις οικονομικές του επιτυχίες. Η αυταρχική του στάση, ωστόσο, τον έχει αποξενώσει από ένα μέρος του πληθυσμού, έχει επιβραδύνει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και έχει πλήξει τον ενθουσιασμό των ξένων επενδυτών τα τελευταία χρόνια.

Για να διατηρηθεί η ανάπτυξη μετά το δημοψήφισμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση τον Απρίλιο του 2016, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εφάρμοσε, αυτούς τους τελευταίους μήνες, μια πολιτική δημοσιονομικής τόνωσης, επεκτείνοντας σημαντικά το ταμείο εγγυήσεων των τραπεζικών πιστώσεων και αυξάνοντας τους μισθούς. Παράλληλα, ακολούθησε μια πολιτική σημαντικών έργων.

Το αποτέλεσμα; Η εγχώρια κατανάλωση (+7,4%) οδήγησε στην ανάπτυξη. Ο τομέας υπηρεσιών (+10,7%), η μεταποιητική βιομηχανία (+9,2%) και οι κατασκευές και τα δημόσια έργα (+8,9%) αποτέλεσαν επίσης κινητήριους παράγοντες της ανάπτυξης.

Επιβράδυνση ενόψει

Ωστόσο, η γενικότερη εικόνα δεν είναι το ίδιο ρόδινη. Ο πληθωρισμός είναι δύο φορές πιο αυξημένος από τον στόχο της κεντρικής τράπεζας (10,26% τον Φεβρουάριο).

Το τουρκικό νόμισμα έχει επίσης υποτιμηθεί σε σχέση με το δολάριο το 2017. "Ο συνδυασμός μιας ισχυρής και μη ισορροπημένης ανάπτυξης και ενός αυξημένου πληθωρισμού δημιουργεί κινδύνους για υπερθέρμανση της τουρκικής οικονομίας" προέβλεψε η Capital Economics.

Απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, αναμένεται επιβράδυνση της τουρκικής οικονομίας. Η αμερικανική τράπεζα Goldman Sachs επίσης προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 4% το 2018.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



1 Απρ 2018


«Εάν η Ελλάδα θέλει να αφήσει πίσω της την κρίση και κάποια στιγμή στο μέλλον να ξανασταθεί οικονομικά στα πόδια της, χρειάζεται μια ελάφρυνση του δημοσίου χρέους της», γράφει η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, μεταδίδει το ΑΠΕ.

Οι διεθνείς πιστωτές έχουν βάσιμους λόγους προσέγγισης με την Αθήνα» τονίζει η γερμανική εφημερίδα και αναφέρει ότι το ύψος του ελληνικού δημοσίου χρέους σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία το Δεκέμβριο του 2017 διαμορφώθηκε στα 328,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ έως τα τέλη του 2018 εκτιμάται από το ελληνικό ΥΠΟΙΚ ότι θα ανέλθει στα 332 δισεκατομμύρια.

Όπως επισημαίνει η εφημερίδα πρόκειται για ένα τεράστιο βάρος δημοσίου χρέους που αγγίζει σχεδόν το 180% του ΑΕΠ της χώρας, ύψος που το κάνει να θεωρείται μη βιώσιμο.

«Η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους έρχεται τώρα στην ημερήσια διάταξη των ευρωπαίων ΥΠΟΙΚ, και ενώ η τεχνική προπαρασκευαστική διαδικασία σε επίπεδο ειδικών βρίσκεται σε εξέλιξη ήδη από το Μάρτιο εν όψει της συνάντησης των αρμόδιων Υπουργών της Ευρωζώνης στις 27 Απριλίου στη Σόφια. Στο πλαίσιό της θα τεθεί το ζήτημα σχετικά με τη μετέπειτα πορεία για το θέμα της Ελλάδας, αλλά μία απόφαση δεν πρέπει να αναμένεται πριν η χώρα ολοκληρώσει επιτυχώς το τρέχον πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής».

Όπως επισημαίνεται, η προοπτική παροχής ελαφρύνσεων για το ελληνικό χρέος έχει ήδη τεθεί από το Νοέμβριο του 2012, με ανανέωση των σχετικών δεσμεύσεων από καιρού εις καιρόν στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει έως σήμερα. Το γεγονός ότι το θέμα παραμένει σε επίπεδο εξαγγελιών οφείλεται κατά το ρεπορτάζ κατά κύριο λόγο στον πρώην ομοσπονδιακό ΥΠΟΙΚ, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, o οποίος, θέλοντας να διατηρήσει αμείωτη την πίεση προς την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, επέβαλε την άποψη οι σχετικές αποφάσεις να ληφθούν με το πέρας του προγράμματος το 2018, και αυτό μόνον ‘εάν είναι απαραίτητο.

Η εφημερίδα επισημαίνει δε ότι από το Μάιο του 2010 στη χώρα έχουν εισρεύσει περίπου 263 δισεκατομμύρια οικονομικής βοήθειας που προορίζονται κατά κύριο λόγο για την εξόφληση ληξιπρόθεσμών χρεών.

Το ερώτημα που τίθεται στη συνέχεια είναι εάν η Ελλάδα θα καταφέρει να αποπληρώσει κάποια στιγμή τα χρέη της προς τους δημόσιους, διεθνείς πιστωτές της - ESM, EFSF, ΔΝΤ, ΕΚΤ και κράτη - μέλη της Ευρωζώνης.

«Προς το παρόν η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει ακόμη δυσκολίες να εξυπηρετήσει τις οφειλές της, ενώ η περίοδος εξόφλησης των δανείων από το ΔΝΤ ξεκινά το 2023. Ωστόσο, μετά η κατάσταση μπορεί να καταστεί κρίσιμη, καθώς με βάση τον έως τώρα σχεδιασμό, η αποπληρωμή των δανείων εκτίνεται ως το 2059» τονίζεται στο δημοσίευμα.

Η Handelsblatt επισημαίνει ότι το πώς θα διαμορφωθεί το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ της έως εκείνη τη χρονική περίοδο, εξαρτάται κυρίως από τον παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης, το δημοσιονομικό ισοζύγιο και από τους όρους υπό τους οποίους η χώρα θα μπορεί να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς χρηματαγορές. ?Εκείνο όμως που θεωρείται σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι χωρίς την παροχή ελαφρύνσεων, τονίζει .

Οι ειδικοί του Euro Working Group εξετάζουν τώρα μία δέσμη μέτρων προς αυτήν την κατεύθυνση, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι μεγαλύτεροι χρόνοι αποπληρωμής, τα χαμηλά επιτόκια σε βάθος χρόνο και επιπρόσθετα έτη χωρίς υποχρέωση αποπληρωμής των χρεών. Στο πλαίσιο της συζήτησης τίθεται και η πρόταση της Γαλλίας περί συνάρτησης της εξυπηρέτησης του χρέους με την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ένα επιπλέον μέτρο είναι και αυτό της αντικατάστασης των ακριβών δανείων του ΔΝΤ από φθηνότερα του ESM, δεδομένου ότι υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι καθώς η Ελλάδα έκανε χρήση μόνον των 59 δισεκατομμυρίων από τα προβλεπόμενα 86 του τρέχοντος προγράμματος βοήθειας.

Oι διεθνείς πιστωτές προβάλλουν εύλογα επιχειρήματα για την παραχώρηση ελαφρύνσεων, επισημαίνοντας ότι αυτές δεν θα ενισχύσουν μόνον την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας έναντι των χρηματαγορών, αλλά θα εξασφαλίσουν ότι η Ελλάδα δεν θα παρεκκλίνει της πολιτικής δημοσιονομικής εξοικονόμησης και μεταρρυθμίσεων μετά την εκπνοή του προγράμματος οικονομικής βοήθειας στα τέλη Αυγούστου, σημειώνει η γερμανική εφημερίδα.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



31 Μαρ 2018


Είναι ασφαλώς αρρωστημένες οι προσπάθειες του θύματος να γίνει φίλος με το θύτη του – πόσο μάλλον των Ελλήνων με έναν λαό που προέβη σε μία εθνοτική κάθαρση με τόσο επιμέλεια, η οποία ξεπερνάει ακόμη και τις ναζιστικές θηριωδίες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Γράφει ο Ιάκωβος Ιωάννου

Εισαγωγικά, τα βασικά συμπτώματα του συνδρόμου της Στοκχόλμης, το οποίο αναφέραμε στο παρελθόν ως χαρακτηριστικό της Ελλάδας στη σχέση της με τους δανειστές και ειδικά με τη Γερμανία (άρθρο), είναι τα εξής: (α) τα θετικά συναισθήματα του θύματος προς το θύτη, προς το άτομο δηλαδή που τον κακοποιεί και τον ελέγχει, (β) τα αρνητικά συναισθήματα του θύματος προς τη δική του οικογένεια, τους φίλους του και τις Αρχές, (γ) η υποστηρικτική συμπεριφορά του θύματος προς το θύτη, με την έννοια πως το θύμα εκθειάζει το θύτη του και (δ) η ανικανότητα του θύματος να καταστρέψει τη «σχέση» του με το θύτη.

Όσον αφορά την Ελλάδα, τους πιστωτές της και τα μνημόνια, έχει διαπιστωθεί πως ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, όπως αυτό που πρόσκειται στους πρωτεργάτες των μνημονίων (στο ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια στη ΝΔ), καθώς επίσης εκείνο που συνέχισε να στηρίζει το ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, έχει όλα τα συμπτώματα του συνδρόμου. Το ίδιο δυστυχώς συμβαίνει με την Τουρκία, όπως αναδείξαμε πρόσφατα (άρθρο), ενώ οι μύθοι που κυκλοφορούν από τα θύματα της, τους Έλληνες, δεν φαίνεται να έχουν τελειωμό – όπως ο πρόσφατος περί του ρυθμού ανάπτυξης της, ο οποίος είναι δήθεν 7% και που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα.


Αντίθετα, όπως φαίνεται από το γράφημα, έχει πέσει κάτω από το 2% ενώ ήταν κατά καιρούς αρνητικός, παρά το ότι πρόκειται για μία αναπτυσσόμενη οικονομία, με έναν συνεχώς αυξανόμενο πληθυσμό – πόσο μάλλον όταν εμπλέκεται σε πολέμους που στηρίζουν την πολεμική της βιομηχανία, οπότε το ΑΕΠ της. Εκτός αυτού, με βάση όλους τους οικονομικούς δείκτες, όπως το εξαιρετικά ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της και η ξέφρενη πτώση της ισοτιμίας του νομίσματος της, ευρίσκεται σε πορεία κατάρρευσης – κάτι που έχουμε προβλέψει πολλά χρόνια πριν (άρθρο). Είναι δε απόλυτα εξαρτημένη από τις εξαγωγές της στην Ευρώπη, καθώς επίσης από τα δάνεια των ευρωπαϊκών τραπεζών – ενώ οι Πολίτες που διαμένουν στα παράλια της στο Αιγαίο είναι εναντίον του δικτάτορα προέδρου της, αφού έχει καταστρέψει τον τουρισμό με τα πραξικοπήματα, με τις συλλήψεις και με τους ανόητους πολέμους του.

Το σύνδρομο βέβαια ανάγεται σε πολλά χρόνια πριν, όπως στην άνοιξη του 1988 που συναντήθηκε ο κ. Παπανδρέου με τον Τούρκο ομόλογο του στο Νταβός, για να επιδιώξει τη φιλία των δύο λαών – χωρίς να ντραπεί, αφού ήταν απαράδεκτη η κίνηση του, όταν η Τουρκία μερικά χρόνια πριν είχε εισβάλλει στρατιωτικά στην Κύπρο, ενώ η χώρα μας είχε συμμαχήσει πολύ σωστά με τους Κούρδους. Ο άνθρωπος βέβαια αυτός, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της καταστροφής της Ελλάδας μέσω της αλματώδους αύξησης του χρέους της και της διαφθοράς τόσο του πολιτικού συστήματος, όσο και της κοινωνίας, το μετάνιωσε αργότερα λέγοντας τη γνωστή φράση «Mea Culpa» – δηλαδή, δικό μου λάθος. Εν τούτοις, στη διεθνή πολιτική η άφεση αμαρτιών που ζήτησε με τη φράση αυτή δεν έχει κανένα νόημα – επειδή η ζημία που προκαλείται στα εθνικά θέματα δεν αποκαθίσταται ποτέ.

Σε κάθε περίπτωση, είναι ασφαλώς αρρωστημένες οι προσπάθειες του θύματος να γίνει φίλος με το θύτη του – πόσο μάλλον των Ελλήνων με έναν λαό που προέβη σε μία εθνοτική κάθαρση με τόσο επιμέλεια, η οποία ξεπερνάει ακόμη και τις ναζιστικές θηριωδίες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Εννοούνται εδώ οι γενοκτονίες των Ελλήνων του Πόντου και των Αρμενίων, οι εκτοπίσεις πληθυσμών, μεταξύ των οποίων των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη παράλληλα με τη ληστεία τους (κεφαλικός φόρος κλπ.), τα βασανιστήρια, οι βιασμοί, η πυρπόληση πόλεων και χωριών, η βάναυση μεταχείριση λαών, η εξαφάνιση από το χάρτη ολόκληρων περιοχών κοκ. – ενώ ποτέ άλλοτε δεν έχει συμβεί να εμφανιστεί στο προσκήνιο της ιστορίας ίδια περίπτωση όπως των Τούρκων που, ενώ διέπραξαν σφαγές και γενοκτονίες ευρείας κλίμακας, δεν τιμωρήθηκαν ποτέ από κανένα διεθνές δικαστήριο και δεν τους επιβλήθηκε καμία ποινή (πηγή: Α. Ναξάκης).

Ειδικά όσον αφορά τις συνεχιζόμενες σφαγές των Κούρδων, ενός λαού πάνω από 35 εκ. που δεν έχει ακόμη πατρίδα και που εμείς προδώσαμε τον αρχηγό τους, έχει ενδιαφέρον η άποψη του παραπάνω αρχιπλοίαρχου ε.α., σύμφωνα την οποία τα εξής:
«Υποστηρίζω την έκφραση «Εμείς παραδώσαμε τον Οτζαλάν» και όχι «Η κυβέρνηση παρέδωσε τον Οτζαλάν». Πιστεύω ότι η απόδοση της ευθύνης στην εκάστοτε κυβέρνηση κάθε θέματος που καταλήγει σε αποτυχία, αθωώνει το λαό που την εξέλεξε – ενώ στην πραγματικότητα ο λαός που ψήφισε αυτήν την κυβέρνηση για να τον κυβερνά, είναι συνυπεύθυνος. Η στάση αυτή δίνει άλλοθι τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στο λαό, ειδικά όταν λαμβάνονται αποφάσεις που είτε απεμπολούν εθνικά δίκαια, είτε προσβάλλουν το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Ένας λαός που ψήφισε την όποια κυβέρνηση για να τον κυβερνά, είναι συνυπεύθυνος για όλες τις πράξεις και τα έργα αυτής της κυβέρνησης».
Εάν εδώ προσθέσουμε το ότι, η ανοχή είναι συνώνυμη με τη συνενοχή, καθώς επίσης πως όχι μόνο παραμένουν ατιμώρητοι όλοι αυτοί που οδήγησαν την Ελλάδα στην υπερχρέωση και στη χρεοκοπία, ειδικά με το έγκλημα του PSI, αλλά συνεχίζουν να πολιτεύονται ελεύθερα, θα πρέπει να νοιώσουμε πολύ μεγάλη ντροπή ως Έθνος – κάτι που ισχύει επίσης για τη φοβισμένη στάση μας απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις, για το ανείπωτο θράσος να συζητείται η παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας, καθώς επίσης για τη σιωπηλή αποδοχή μας όσον αφορά την κατάληψη του βορείου μέρους της Κύπρου.

Το γεγονός δε ότι, συνεχίζουμε ως Πολίτες να θεωρούμε «προικισμένους πολιτικούς» αυτούς που είναι σε θέση να πείθουν τις «μάζες» με τη ρητορική δεινότητα και με τα ανερυθρίαστα ψέματα τους, παρά το ότι έχουν προκαλέσει τεράστιες καταστροφές στη χώρα τους, όπως για παράδειγμα τον κ. Α. Παπανδρέου ή τον κ. Ε. Βενιζέλο, θα πρέπει να μας προβληματίσει σε μεγάλο βαθμό, όσον αφορά τη λογική και την παιδεία μας – ενώ αιτιολογεί απόλυτα τις περιπέτειες και τις οδύνες μας, οι οποίες εκ των πραγμάτων οφείλονται αποκλειστικά και μόνο σε εμάς.

Ίσως βέβαια αντιτάξει κανείς εδώ το ότι, έχουμε ψηφίσει όλα τα κόμματα, αλλά δεν άλλαξε τίποτα – οπότε δεν είναι δική μας ευθύνη, αφού ουσιαστικά δεν υπάρχουν επιλογές. Επίσης πως δεν φταίνε αυτοί που δεν ψήφισαν το ΣΥΡΙΖΑ για τα σφάλματα του, αλλά μόνο οι ψηφοφόροι του. Εν τούτοις, επιλογές δεν υπάρχουν επειδή εμείς δεν προωθούμε στην πολιτική τους καλύτερους, αλλά αυτούς που ταιριάζουν στην ιδιοτέλεια μας και στην ελλιπή παιδεία μας – ενώ το γεγονός ότι, κατά καιρούς έχουν ψηφιστεί όλα τα κόμματα, αναιρεί την ευθύνη μόνο των ψηφοφόρων τους. Υπενθυμίζουμε επί πλέον πως ο άνθρωπος που κατέστρεψε οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και εθνικά την Ελλάδα, ο κ. Α. Παπανδρέου, ψηφίσθηκε επανειλημμένα σχεδόν από το 50% των Πολιτών – οπότε δεν είναι αντικειμενική η δικαιολογία.

Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου