Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

25 Μαΐ 2017


Έλληνες αναρχικοί πολεμούν τζιχαντιστές στο δυτικό Κουρδιστάν, στην «αναρχική γη» της Ροζάβα. Σύμφωνα με δημοσίευμα του «Ελεύθερου Τύπου», πρόκειται για μία περιοχή που βρίσκεται στη βόρεια Συρία και αυτονομήθηκε χάρη στη συνεχιζόμενη κουρδική εξέγερση. Εκεί αναρχικοί από διάφορες χώρες του κόσμου καταφτάνουν για να πολεμήσουν τον ISIS και να εκπαιδευτούν δίπλα σε έμπειρους αντάρτες.
Κατά καιρούς στις ελληνικές Αρχές έφταναν πληροφορίες ότι έχουν μεταβεί στη Ροζάβα Έλληνες αναρχικοί αλλά τώρα είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεται τόσο έντονη δραστηριότητα Ελλήνων, που εκφράζεται κυρίως από μία ομάδα, τον Επαναστατικό Σύνδεσμο Διεθνιστικής Αλληλεγγύης (RUIS), που ιδρύθηκε από Έλληνες αναρχικούς.

Σήμερα έρχονται στο φως φωτογραφίες μαχητών που κρατούν πολεμικά όπλα και φορούν στολές παραλλαγής και κουκούλες, έχοντας φόντο τοίχο που γράφει στα ελληνικά: «Από τη Ροζάβα μέχρι την Αθήνα, τα απελευθερωμένα εδάφη του αγώνα θα ματώσετε για να τα πάρετε. Αλληλεγγύη στις καταλήψεις». Σε άλλη φωτογραφία, που επίσης τραβήχτηκε στο δυτικό Κουρδιστάν, ανάμεσα σε μαχητές με καλάσνικοφ και ρουκετοβόλα, υπάρχει πανό που γράφει στα ελληνικά: «Ούτε βήμα πίσω».


Οι μετακινήσεις Ελλήνων στη Ροζάβα έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον των αρμόδιων υπηρεσιών ασφαλείας. Και αυτό διότι σε κείμενα αναρχικών που πολεμούν εκεί διατυπώνεται η άποψη ότι οι πολεμιστές θα εκπαιδευτούν στον ανταρτοπόλεμο και στη συνέχεια θα μπορέσουν να εφαρμόσουν αυτά που έμαθαν στις πατρίδες τους. Οι Έλληνες που φτάνουν στη Ροζάβα, όπως και οι αναρχικοί από άλλες χώρες του κόσμου, «βαφτίζονται» με κουρδικό όνομα, προκειμένου –όπως λένε- να εκφράσουν τη διεθνιστική τοποθέτησή τους.


Αρμόδια πηγή που ρωτήθηκε για το θέμα της παρουσίας Ελλήνων στη Ροζάβα ανέφερε ότι «το παρακολουθούμε με ψυχραιμία. Γνωρίζουμε το φαινόμενο και προσπαθούμε να αποκτήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα γι’ αυτό». Σημειώνεται, πάντως, ότι δεν είναι η πρώτη φορά που αναρχικοί μεταναστεύουν για να μυηθούν στον πόλεμο.

Πηγή Ελεύθερος Τύπος


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

11 Μαΐ 2017


Η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία έχουν συμφωνήσει να είναι οι εγγυήτριες δυνάμεις σε μια κατάπαυση του πυρός που θα διαρκέσει 6 μήνες και θα ισχύει σε 4 περιοχές της Συρίας –στην επαρχία Ιντλίμπ και τμήματα των γειτονικών επαρχιών, στην Ανατολική Γκούτα (στη Δαμασκό), στη βόρεια Χομς και περιοχές γύρω από τις επαρχίες Νταράα κα Αλ Κουνέιτρα, με σκοπό την αποκλιμάκωση της βίας, την διευκόλυνση της πρόσβασης της ανθρωπιστικής βοήθειας και την βελτίωση των συνθηκών για μια πολιτική διευθέτηση.

Ο απεσταλμένος του ΟΗΕ Staffan de Mistura εξήρε την συμφωνία ως ένα «ελπιδοφόρο και θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση». Με τη συμφωνία της Αστάνα ο Πούτιν έχει αλλάξει εκ νέου τη συζήτηση για τη Συρία, κάνοντας σαφές στην Ουάσιγκτον ότι η πορεία για την πολιτική διευθέτηση και την ήττα του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα περνά από την Μόσχα.

Μόλις τον περασμένο μήνα η συνεργασία ΗΠΑ-Ρωσίας στη Συρία, την οποία ο πρόεδρος Τραμπ είχε προτείνει κατά την προεκλογική του καμπάνια, φαινόταν να βρίσκεται σε μηχανική υποστήριξη. Υπήρξε μια διεθνής κατακραυγή λόγω των ισχυρισμών ότι η συριακή κυβέρνηση χρησιμοποίησε χημικά όπλα εναντίον πολιτών στην πόλη Khan Sheikhoun, σκοτώνοντας πάνω από 90 ανθρώπους. Οι υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αξιολογήσει ως «υψηλού επιπέδου αξιοπιστίας» την πληροφορία ότι οι συριακές δυνάμεις είχαν χρησιμοποιήσει χημικά όπλα εναντίον της πόλης αυτής στην επαρχία Ιντλίμπ, στις 2 Απριλίου, και απήντησαν με μια πυραυλική επίθεση σε μια συριακή. αεροπορική βάση. Η ρωσική κυβέρνηση απέρριψε τις κατηγορίες των ΗΠΑ για τη συριακή επίθεση, καταδικάζοντας τα αμερικανικά πυραυλικά κτυπήματα και αποχώρησε από τις αμερικανο-ρωσικές συμφωνίες για την αποφυγή της σύγκρουσης στη Συρία.

Αλλά ο Πούτιν αρπάχθηκε από ένα ασαφές αμερικανικό σχέδιο για «ασφαλείς ζώνες» στη Συρία για να βάλει πάλι στο παιχνίδι την αμερικανο-ρωσική συνεργασία. Μια δήλωση του Λευκού Οίκου ανέφερε ότι ο Τραμπ και ο Πούτιν συζήτησαν για δημιουργία «ζωνών ασφαλείας ή αποκλιμάκωσης, που θα φέρουν μια διαρκή ειρήνη για ανθρωπιστικούς και πολλούς άλλους λόγους». Σε μια τηλεφωνική συνομιλία στις 2 Μαΐου, ο Ρώσος Υπεξ Λαβρόφ, μιλώντας στην MIR TV στις 6 Μαΐου, συνέδεσε τη συμφωνία για τις ζώνες αποκλιμάκωσης με τις προηγούμενες αμερικανικές προτάσεις για «ασφαλείς ζώνες» για τη μείωση της βίας στη Συρία. «Δεν είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ καλωσόρισαν τα αποτελέσματα της συνάντησης στην Αστάνα, ιδιαιτέρως μια συμφωνία για την δημιουργία ζωνών αποκλιμάκωσης». Την ίδια μέρα, ο αρχηγός Γενικού Επιτελείου του Αμερικανικού Στρατού Joseph Dunford και ο αρχηγός του Ρωσικού Στρατού στρατηγός Βαλέρι Γκερασίμοφ, επιβεβαίωσαν την δέσμευσή τους στις επιχειρήσεις αποφυγής της σύγκρουσης στη Συρία.

Αν και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έκανε σαφές ότι οι ΗΠΑ δεν έπαιρναν μέρος στη συμφωνία, παρά την παρουσία του Βοηθού Γραμματέα Stuart Jones στις συνομιλίες της Αστάνα, και ότι η Ουάσιγκτον έχει ανησυχίες για το ρόλο του Ιράν ως «εγγυητή» της συμφωνίας, οι ΗΠΑ παρ’ όλα αυτά ενεθάρρυναν τις ομάδες της συριακής αντιπολίτευσης να συμμετάσχουν στις συνομιλίες και δήλωσαν ότι «η αντιπολίτευση πρέπει να ανταποκριθεί επίσης στις δεσμεύσεις της, με την Τουρκία ως εγγυήτρια, και να διαχωριστούν από τις τρομοκρατικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της Hay’at Tahrir al-Sham, που συνεχίζει να στερεί τις νόμιμες φιλοδοξίες του λαού της Συρίας για μια αντιπροσωπευτική και υπεύθυνη κυβέρνηση. Η Hay’at Tahrir al-Sham είναι ένας συνασπισμός από ριζοσπαστικές σαλαφιστικές ομάδες, στις οποίες ηγείται η Jabhat Fatah al-Sham, συριακό παρακλάδι της Αλ-Κάιντα.

Μιας και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, της αλ-Κάιντα και των κλάδων της συνεχίζεται, η συμφωνία της Αστάνα διανοίγει τη δυνατότητα της εμβάθυνσης του αμερικανο-ρωσικού συντονισμού πέρα από την αποφυγή της σύγκρουσης, ιδιαίτερα καθώς οι ΗΠΑ προετοιμάζουν μια επίθεση εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στην Ράκκα. Η συμφωνία καλεί τα μέρη να «λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να συνεχίσουν την επιχείρηση καταπολέμησης εναντίον του ΙΚ, της Ταμπχάτ Αλ Νούσρα και όλων των άλλων προσώπων, ομάδων, επιχειρήσεων και μονάδων που συνδέονται με την Αλ Κάιντα ή με το ΙΚ, όπως υποδεικνύεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εντός και εκτός των περιοχών της αποκλιμάκωσης». Στις 5 Μαΐου ο στρατηγός Σεργκέι Ρουντσκόι, επικεφαλής της Κεντρικής Επιχειρησιακής Διεύθυνσης του ρωσικού υπουργείου Άμυνας, τόνισε ότι το μνημόνιο κατανόησης «δεν θα σταματήσει τον πόλεμο εναντίον των τρομοκρατών του ΙΚ ή της Ταμπχάτ αλ-Νούσρα στη Συρία. Τα κράτη εγγυητές αναλαμβάνουν να συνεχίσουν να μάχονται εναντίον των σχηματισμών κάθε τρομοκρατικής οργάνωσης στις ζώνες αποκλιμάκωσης όπως επίσης να παράσχουν βοήθεια στα κυβερνητικά στρατεύματα και στην ένοπλη αντιπολίτευση που μάχονται τους εξεγερμένους σε άλλες περιοχές της Συρίας. Αφού θεσπιστούν οι ζώνες αποκλιμάκωσης, ο κυβερνητικός στρατός θα συνεχίσει την επίθεσή του εναντίον των μονάδων του ΙΚ στα κεντρικά και ανατολικά τμήματα της Συρίας όπως επίσης για να απελευθερώσει τις περιοχές που βρίσκονται κατά μήκος του ποταμού Ευφράτη».

Πριν από τέσσερεις εβδομάδες, αυτή η στήλη προέβλεψε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να εξετάσει την «ενίσχυση της στρατιωτικής της παρουσίας ή ακόμη μια ρωσική ζώνη απαγόρευσης πτήσεων», στη συνέχεια της αμερικανικής επίθεσης στην αεροπορική βάση Shayrat.

Η συμμετοχή της Τουρκίας στη συμφωνίας υποδηλώνει ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να ζητήσει τις καλές υπηρεσίες της Μόσχα για να διαχειριστεί το ρόλο της Τουρκίας στη Συρία. Την περασμένη εβδομάδα, γράψαμε ότι μετά τις τουρκικές αεροπορικές επιθέσεις εναντίον των Μονάδων Λαϊκής Προστασίας (YPG) στη βόρειο Συρία, οι ΗΠΑ είναι «αποκομμένες από την Τουρκία, καθώς αυτή αν και σύμμαχος του ΝΑΤΟ σχεδόν προκαλεί τις ΗΠΑ που συνεχίζουν να εξαρτώνται από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), των οποίων οι πιο αποτελεσματικοί μαχητές προέρχονται πρωτίστως από το YPG, στην μακρόπνοη στρατιωτική εκστρατεία για την απομάκρυνση του ΙΚ από την Ράκκα».

Ο Μαξίμ Σουτσκόφ γράφει: «Καθώς η Μόσχα αναζητούσε έναν αξιόπιστο τρόπο να μεταφέρει τη συριακή σύγκρουση από το πεδίο της μάχης στο πεδίο της πολιτικής (η σύγκρουση στοιχίζει ολοένα και περισσότερες ζωές Ρώσων και απορροφά όλο και περισσότερους πόρους) η ιδέα των ασφαλών ζωνών έγινε πεδίο διερεύνησης. Το σχέδιο έπρεπε μόνον να αναβαθμιστεί για να επιτευχθούν τουλάχιστον τρεις στόχοι:
➧ να μην παρεμποδιστεί η στρατιωτική δράση της Ρωσίας,
➧ να εμφανιστεί ως ρωσική πολιτική επιτυχία στο εσωτερικό και
➧ να παρουσιαστεί σαν γνήσια διεθνής προσπάθεια με τη μεσολάβηση και του Ιράν και της Τουρκίας.
➧ Παράλληλα, μια τέτοια κίνηση θα βοηθούσε επίσης στο να δείξει στον Άσαντ και στους Ιρανούς ότι η Μόσχα δεν τους «πουλάει» στους Αμερικανούς, όπως φοβούνται.

Την ίδια ώρα υπάρχει η σκέψη ότι χωρίς την Ουάσιγκτον η υλοποίηση της πρωτοβουλίας θα είναι πιο δύσκολη. Ως εκ τούτου, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας είπε ότι είναι πρόθυμο να επαναλάβει τις συζητήσεις με τις ΗΠΑ, τις οποίες η Ρωσία σταμάτησε μετά από τα κτυπήματα στην αεροπορική βάση της Shayrat, για ένα μνημόνιο ασφάλειας πτήσεων, σχεδιασμένο να αποτρέψει τις εναέριες συγκρούσεις.

«Προς το παρόν, το Ρωσικό υπουργείο Άμυνας λέει ότι οι ασφαλείς ζώνες θα αποτελέσουν ένα κομβικό εργαλείο στην εξασφάλιση αυτών των άμεσων στόχων:
➧ Να διαχωριστούν οι δυνάμεις της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης από το ΙΚ και την Τζαμπχάτ Φατάχ αλ Σαμ.
➧ Να διανέμεται πιο άνετα η ανθρωπιστική βοήθεια στις περιοχές αποκλιμάκωσης.
➧ Να αποκατασταθούν οι υποδομές και η παροχή νερού στις ζώνες ώστε να μπορούν να γυρίσουν οι πρόσφυγες».

Ο Σουτσκόφ προσθέτει «Το σημαντικότερο είναι, το μνημόνιο που συμφωνήθηκε θεωρείται ως ένα βασικό βήμα για την παύση των συγκρούσεων στη Συρία. Επιχειρησιακά, οι Ρώσοι πιστεύουν ότι η πρωτοβουλία των ασφαλών ζωνών θα λύσει τα χέρια της συριακής κυβέρνησης και θα βοηθήσει τις δυνάμεις του Άσαντ να απελευθερώσει τις κεντρικές και ανατολικές περιοχές της Συρίας από το ΙΚ, συμπεριλαμβανομένων των εδαφών κατά μήκος του Ευφράτη και ανατολικά της Παλμύρας. Όλ’ αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην προετοιμασία μια μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον του ΙΚ στην Deir ez Zor. Οι Ρώσοι στρατιωτικοί κάνουν σαφές ότι θα υποστηρίξουν αυτές τις επιχειρήσεις με αεροπορικά κτυπήματα».

Πηγή Σωτήρης Δημόπουλος


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

27 Απρ 2017


Η τακτική “σκακιέρα” των αντιμαχομένων στη Συρία…

Την εβδομάδα που μας πέρασε, τα κυβερνητικά στρατεύματα της Συρίας, χωρίς να γίνει αντιληπτό από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, πέτυχαν δύο σημαντικές νίκες, συγκρίσιμες από στρατηγικής απόψεως με την ανακατάληψη της Παλμύρας. Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση του μετώπου, μπορούμε μάλλον να μαντέψουμε τον επόμενο μεγάλο στόχο της Δαμασκού. Κι αυτός είναι η επαρχία Ιντλίμπ, που βρέθηκε πρόσφατα στο κέντρο του σκανδάλου με τη χρήση χημικών όπλων. Αλλά υπάρχουν και άλλοι λόγοι, στα άλλα μέτωπα, που χαροποιούν την κυβέρνηση της Συρίας.

Του Γεβγένι Κρουτίκοφ
Μετάφραση - Απόδοση Σωτήρης Δημόπουλος

Στα σύνορα με τον Λίβανο, στα νοτιοδυτικά, μια τεράστια για τα δεδομένα της χώρας περιοχή, όπου δρούσαν για χρόνια διάφορες ομάδες τζιχαντιστών, πέρασε ουσιαστικά χωρίς μάχη στον έλεγχο της Δαμασκού. Μεγάλο μέρος των μαχητών, σε συμφωνία με τις κυβερνητικές δυνάμεις, εγκατέλειψαν τη ζώνη από τη Δαμασκό έως και τα υψίπεδα του Γκολάν και τα σύνορα με το Λίβανο μεταφέρθηκαν στην Ιντλίμπ.

Απέμειναν μόνον δύο μικρές κωμοπόλεις κοντά στα σύνορα, που δεν έχουν ακόμη συμμετάσχει στη συμφωνία. Πρόκειται για τις περιοχές που είχαν αντέξει για καιρό την πολιορκία και για τις οποίες είχε υπάρξει πρόσφατα θόρυβος από τους διεθνείς οργανισμούς. Αλλά σε γενικές γραμμές το νοτιοδυτικό μέτωπο πρακτικά έπαψε να υφίσταται – σε αυτή την πλευρά η απειλή παραμένει μόνον γύρω από την πόλη Daraa και σε μια σειρά από τσερκέζικα χωριά στα υψίπεδα του Γκολάν. Η όλη επιχείρηση ολοκληρώθηκε ουσιαστικά χωρίς μάχη και γι’αυτό και δεν προσέλκυσε την προσοχή της διεθνούς κοινότητας.

Η άλλη, όμως, επιχείρηση στα βόρεια της επαρχίας Χαμά προκάλεσε ένα νέο κύμα αγανάκτησης από τα διεθνή ΜΜΕ, με το γνωστό μοτίβο: «Ο Άσαντ βομβαρδίζει νοσοκομεία». Αλλά η πραγματική κατάσταση είναι διαφορετική.

Το μέτωπο των τζιχαντιστών, με κέντρο δράσης της μεγάλης πόλη Al-Lataminah, έμενε αμετακίνητο για πολύ μεγάλο διάστημα. Αρκετές κοιλάδες στα βόρεια της Χάμα δημιουργούν έναν διάδρομο προς την Ιντλίμπ, παρακάμπτοντας τις ορεινές ζώνες που βρίσκονται δυτικά της επαρχίας της Λατάκειας, και ως εκ τούτου είναι πολύτιμες. Πριν από δύο χρόνια, έγινε μια πρώτη απόπειρα να οργανωθεί μεγάλης κλίμακας επίθεση από τα κυβερνητικά στρατεύματα με σκοπό την κατάληψή τους, αλλά απέτυχε παταγωδώς. Οι μάχες μεταβλήθηκαν σε πραγματικό σφαγείο και εκφυλίστηκαν σε σειρά μετωπικών επιθέσεων και από τις δύο πλευρές. Μερικές φορές οι τζιχαντιστές κατάφεραν όχι μόνον να ανακαταλάβουν κάποια εδάφη που είχαν χάσει, αλλά και να κερδίσουν και καινούργια.

Αυτή τη φορά, όμως, η υποστήριξη της ρωσικής αεροπορίας έκανε τη δουλειά της, στη βόρειο Χάμα, στο «στόμιο της Lataminah»– πρόκειται για ένα σχεδόν ισοσκελές τρίγωνο που ελέγχουν οι τζιχαντιστές, σφηνωμένο στις θέσεις του Συριακού Στρατού, και εντός της οποίας βρίσκεται η πόλη Al-Lataminah. Το σχήμα μοιάζει με το στόμιο στο Ντεμπαλτσεβο της Ουκρανίας (εκεί όπου οι αποσχιστικές δυνάμεις του Ντονμπάς κατήγαγαν μια από τις μεγαλύτερες νίκες τους απέναντι στον ουκρανικό στρατό το 2015), μόνο που είναι μεγαλύτερου μεγέθους και είναι μικρότερες οι δυνάμεις των αντιμαχόμενων πλευρών.

Την Παρασκευή και το Σάββατο ο κυβερνητικός στρατός με ταχύ ρυθμό απέκοψε το πιο σημαντικό τμήμα του στομίου της Lataminah και τη Δευτέρα έφθασαν σε απόσταση 2-2,5 χλμ. Δηλαδή σε απόσταση βολής του πυροβολικού. Η άμυνα των τζιχαντιστών, που κράτησε τρία χρόνια, κατέρρευσε με μιας. Η αλήθεια είναι ότι η «Ντζεμπχάτ αλ Νούσρα» και η «Ταχρίρ ας Σαμ» παρ’ όλα αυτά επέδειξαν υψηλό επίπεδο οργάνωσης, η διοικησή τους, όταν έγινε αντιληπτή η επερχόμενη συντριβή τους και για να αποφύγουν την πλήρη περικύκλωση, έστειλε τους μαχητές από το στόμιο στην πόλη. Αλλά αν ο συριακός στρατός διατηρήσει το ρυθμό που έχει στη επίθεσή του μόνο ένα ερώτημα εγείρεται. Ποια θα είναι η επόμενη γραμμή άμυνας των τζιχαντιστών.

Οι τζιχαντιστές αντιμετωπίζουν σοβαρό έλλειμα ανθρώπινου δυναμικού και είναι αναγκασμένοι να υποχωρήσουν, προκειμένου να διατηρήσουν τουλάχιστον τα όσα ελέγχουν. Η προσπάθεια να οχυρωθούν στην Al-Lataminah οδηγεί στη δημιουργία ενός νέου μετώπου, που σημαίνει ότι οι τζιχαντιστές είναι αναγκασμένοι να διεξάγουν στατική άμυνα. Αλλά για την ώρα ο συριακός στρατός έχει σ’ αυτή την περιοχή την υπεροχή σε όλες τις παραμέτρους -σε αριθμό στρατιωτών και σε οπλισμό- έτσι ώστε η μετάβαση σε μια νέα μετωπική γραμμή θέτει τους τζιχαντιστές ενώπιον μιας νέας ήττας. Στην Ιντλίμπ συγκροτούνται επειγόντως νέα στρατιωτικά τμήματα, αλλά οι εφεδρείες της Αλ Νούσρα και της Ταχρίρ ας Σαμ, έχουν μειωθεί.


Με αυτή την ισορροπία δυνάμεων το λεγόμενο νότιο μέτωπο των τζιχαντιστών και των «μετριοπαθών» μπορεί να καταρρεύσει σε μια ευρύτερη περιοχή, κι όχι μόνον στην Al-Lataminah. Για παράδειγμα, οι θέσεις του είναι ευάλωτες στο χωριό Ma’an, που στη διάρκεια δύο ετών περνούσε από τη μια πλευρά στην άλλη. Υπό την απειλή της πτώσης βρίσκεται και η Murak, και ουσιαστικά όλες οι νότιες περιοχές της επαρχίας Ιντλίμπ. Σ’ αυτό το πεδίο, οι τζιχαντιστές δύσκολα θα βρουν νέα «οχυρωμένη» θέση, στην οποία θα μπορέσουν να αντιτάξουν σοβαρή άμυνα με τις δυνάμεις που διαθέτουν ακόμη. Τελικά ήδη εγείρεται πραγματική απειλή για το βασικό προπύργιο των τζιχαντιστών, την ίδια την Ιντλίμπ. Για την πιθανότητα αυτή έγινε αρκετός λόγος μετά την απελευθέρωση του Χαλεπίου. Τελικά, η Ιντλίμπ φαίνεται ότι θα γίνει ο κύριος στόχος της νέας επίθεσης. Την ίδια ώρα, ο συριακός στρατός ασκεί πίεση στους τζιχαντιστές και στα δυτικά του Χαλεπίου, καθηλώνοντας τις τελευταίες δυνάμεις του εχθρού σ΄ αυτή τη περιοχή.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι νίκες αυτές προκάλεσαν ένα νέο κύμα συναισθηματικής αντίδρασης από τους δυτικούς αντιπάλους του Άσαντ. Η στρατηγική ήττα της αντιπολίτευσης τώρα είναι ορατή πλέον και με γυμνό μάτι, ακόμη κι αν ακόμη υπάρχει μπροστά ομίχλη, όπως συνέβαινε και με την απελευθέρωση του Χαλεπίου. Λόγω αυτού του γεγονότος ακούμε και τις κραυγές για τον βομβαρδισμό νοσοκομείων από τον Άσαντ, αν και νοσοκομεία στην συγκεκριμένη περιοχή απλά δεν υπάρχουν.
Ήδη τώρα μπορούμε να πούμε ότι ο κυβερνητικός στρατός κατάφερε να ανακαταλάβει όλα τα εδάφη που έχασε στην περιοχή το 2016. Βάσει των ανεπίσημων εκτιμήσεων σ’ αυτή την περιοχή βρίσκονται έως 10 χιλιάδες μαχητές, που είναι πρωτοφανές για ανάλογου είδους επιχειρήσεις ανοιχτού πεδίου, καθώς η άμυνα στο ανατολικό Χαλέπι δεν έγινε στην έρημο, αλλά εντός αστικού ιστού. Από πλευράς συριακού στρατού η επίθεση διεξάγεται κυρίως από τις δύο πιο αξιόμαχες μονάδες του: το 5ο σώμα, που ουσιαστικά δημιουργήθηκε από Ρώσους συμβούλους, και τους «Τίγρεις».

Για αντιπερισπασμό οι τζιχαντιστές επιχείρησαν αντεπίθεση στην κοιλάδα Houla, στην επαρχία Χομς, στο σημείο ελέγχου Al Kounyfya. Αρχικώς πέτυχαν να το καταλάβουν, αλλά την Δευτέρα οι κυβερνητικές δυνάμεις το ανακατέλαβαν, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να αποσπάσουν τον εξοπλισμό που είχε περιέλθει στα χέρια των αντιπάλων τους. Επρόκειτο για μια τακτική νίκη των τζιχαντιστών, αν το δούμε με μεγεθυντικό φακό.

Όσον αφορά την κατάσταση στην Παλμύρα, εκεί οι τρομοκράτες ακολουθούν την τακτική κτυπημάτων από ελεύθερους σκοπευτές. Μόνον σε μια μέρα οι κυβερνητικές δυνάμεις έχασαν από τέτοιες βολές 5 στρατιώτες, στα υψώματα βορείως του Tadmur. Το Ισλαμικό Κράτος, φαίνεται ότι στέλνει μικρές ομάδες εκπαιδευμένων ελεύθερων σκοπευτών, που «δουλεύει» για 2-3 ώρες, και επιστρέφει στην έρημο. Η τακτική αυτή δεν αλλάζει τη γραμμή του μετώπου, αλλά δημιουργεί εκνευρισμό και οι στρατιώτες του συριακού στρατού (όπως εξάλλου και πολλών άλλων δυνάμεων στην Μέση Ανατολή) είναι ευαίσθητοι και επιρρεπείς σε ψυχολογική αναστάτωση που τους προκαλούν τα κτυπήματα των ελευθέρων σκοπευτών. Ποιος πρότεινε αυτή την τακτική στο Ισλαμικό Κράτος και από προέρχονται οι εκπαιδευμένοι σκοπευτές, είναι ένα ακόμη ζήτημα που πρέπει να επιλύσει η κατασκοπία.


Η παγκόσμια κοινότητα δεν επεσήμανε επίσης και την ταχεία προώθηση των κυβερνητικών δυνάμεων ανατολικά της Παλμύρας προς την Deir ez Zor, που σε τελική ανάλυση προκάλεσε τις τακτικές επιθέσεις από τους ελεύθερους σκοπευτές που πλαγιοκοπούν τον συριακό στρατό. Έχοντας απελευθερώσει την Παλμύρα, τον σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας, την περιοχή Wadial Ahmar, την οροσειρά Mustadirah και την ομώνυμη περιοχή με τα κοιτάσματα φυσικού αερίου, οι κυβερνητικές δυνάμεις έφθασαν στην περιοχή Talil. Μέχρι την Deir ez Zor απομένουν 160 χλμ. Ενώ από την αρχή της αντεπίθεσης, από το στρατιωτικό αεροδρόμιο Tiyas, κάλυψαν 70 χλμ. Κάποιοι θεώρησαν τα όσα συμβαίνουν στην περιοχή ως την απαρχή μιας μεγάλης επίθεσης με τελικό στόχο την κατάληψη της Deir ez Zor. Τέτοια δυνατότητα πράγματι υπάρχει, αλλά αυτό θα προκαλέσει μια νέα διασπορά των, έτσι κι αλλιώς ολιγάριθμων, αξιόμαχων δυνάμεων.

Να σηειωθεί ότι παράλληλα με το 5ο Σώμα και τους Τίγρεις, στις πιο αξιόμαχες δυνάμεις του συριακού στρατού μπορεί να συμπεριληφθούν η 18η Μεραρχία Τεθωρακισμένων, η Ταξιαρχία «al Badia», οι Δυνάμεις της Εθνικής Άμυνας, τμήματα της Χεζμπολλάχ (η αλήθεια είναι στη παρούσα φάση ασχολούνται με την απελευθέρωση από τους τζιχαντιστές περιοχών που βρίσκονται στα λιβανέζικα σύνορα), διάφορες μονάδες εθελοντών και τα ενταγμένα σε αυτές μέλη της φυλής των βεδουίνων Shaitat.
Πριν από λίγα χρόνια, για άγνωστη αιτία οι τζιχαντιστές ξεκίνησαν να διαπράττουν μια κανονική γενοκτονία των βεδουίνων της φυλής Shaitat -οι οποίοι είναι ορθόδοξοι σουνίτες- οργανώνοντας μαζικές εκτελέσεις, με έως και 700 άνδρες κάθε φορά. Αργότερα βρέθηκαν μαζικοί τάφοι των βεδουίνων, και σ΄έναν απ’ αυτούς ήταν έως 900 πτώματα. Το πιθανότερο είναι ότι το Ισλαμικό Κράτος, απλώς, δεν ήθελε να μοιραστεί με τους ελεύθερους βεδουίνους τα πλούσια σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο εδάφη τους.
Αυτό που κατάφερε ήταν, όμως, να ξεκινήσει μια άγρια βεντέτα. Κυκλοφορούν κάποιες ανατριχιαστικές φήμες ότι τα μέλη της φυλής βράζουν τα κεφάλια των σκοτωμένων μελών του Ισλαμικού Κράτους για να φτιάξουν «στιφάδο», εκεί στην πρώτη γραμμή της μάχης. Πάντως, οι βεδουίνοι είναι ακόμη ένας σύμμαχος του συριακού στρατού και οι πολιτοφύλακες από τη φυλή Shaitat, με διαταγή των αρχηγών τους, γρήγορα αποδέχθηκαν τη στρατιωτική πειθαρχία, ενώ τους έχουν ανατεθεί ακόμη και δύσκολες αποστολές. Ένας μάλιστα από τους βεδουίνους μπήκε στην ιστορία καθώς αποθανατίστηκε να υψώνει τη συριακή σημαία σε χωριό που κατέλαβε ο στρατός από το Ισλαμικό Κράτος.


Πηγή Σωτήρης Δημόπουλος


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

26 Απρ 2017


Πυρά όλμου που φέρεται ότι εβλήθησαν από περιοχή που βρίσκεται υπό τον έλεγχο συριακών κυβερνητικών δυνάμεων έπληξαν στρατιωτικό φυλάκιο στην επαρχία Χατάι της νοτιοανατολικής Τουρκίας, ανακοίνωσε ο στρατός, που ανέφερε ότι ανταπέδωσε τα πυρά.

Στην ανακοίνωση που εξέδωσε ο στρατός αναφέρεται ότι άλλη μία επίθεση με όλμους από την άλλη πλευρά των συνόρων πραγματοποιήθηκε σε ένα άλλο στρατιωτικό φυλάκιο, επίσης στη Χατάι, από μέλη της πολιτοφυλακής YPG των Κούρδων της Συρίας νωρίτερα σήμερα.

Δεν υπήρξαν απώλειες σε καμία από τις επιθέσεις, σύμφωνα με την ανακοίνωση του στρατού.

Χθες τουρκικά αεροπλάνα βομβάρδισαν κούρδους μαχητές στην περιοχή Σίντζαρ του Ιράκ και στη βορειοανατολική Συρία, σκοτώνοντας περίπου 70 μαχητές στο εσωτερικό των δύο γειτονικών κρατών, σύμφωνα με ανακοίνωση του τουρκικού στρατού. Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι πολεμικά αεροσκάφη έπληξαν στόχους κούρδων μαχητών στο βόρειο Ιράκ και σήμερα, με αποτέλεσμα τον θάνατο οκτώ μαχητών.

Στο μεταξύ, όπως δήλωσε σήμερα ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου η Τουρκία είχε ενημερώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία προτού εξαπολύσει αεροπορικά πλήγματα εναντίον των κουρδικών δυνάμεων στο Ιράκ και στη Συρία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που ηγούνται ενός διεθνούς συνασπισμού που μάχεται κατά της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και στη Συρία, είχαν εκφράσει τη «βαθιά ανησυχία» τους μετά τους τουρκικούς βομβαρδισμούς.

«Δύο ημέρες πριν από αυτή την επιχείρηση, και όπως προβλέπεται από τις συμφωνίες μας, μοιραστήκαμε πληροφορίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία» δήλωσε ο Τσαβούσογλου σε τουρκικά ΜΜΕ από το Ουζμπεκιστάν όπου πραγματοποιεί επίσκεψη.

«Τις τελευταίες εβδομάδες, είχαμε γνωστοποιήσει στους αμερικανούς φίλους μας και στους συμμάχους μας, διαμέσου στρατιωτικών και διπλωματικών διαύλων, ότι επρόκειτο να πραγματοποιήσουμε μια επιχείρηση σε αυτό τον τομέα», πρόσθεσε.

Τα αεροπορικά πλήγματα είχαν στόχο τις YPG στη Συρία και το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) και τους συμμάχους του. Ωστόσο τουλάχιστον έξι μέλη των δυνάμεων ασφαλείας των Κούρδων του Ιράκ –που είναι αντίπαλοι του PKK– σκοτώθηκαν, μάλλον κατά λάθος.

«Είμαστε πολύ ανήσυχοι, βαθιά ανήσυχοι για το γεγονός ότι η Τουρκία εξαπέλυσε νωρίτερα σήμερα αεροπορικά πλήγματα στη βόρεια Συρία και στο βόρειο Ιράκ, χωρίς τον κατάλληλο συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή με τον συνασπισμό που έχει συσταθεί για να εξολοθρεύσει την οργάνωση Ισλαμικό Κράτος», δήλωσε χθες ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Μαρκ Τόνερ.

«Ενημερώσαμε απευθείας την τουρκική κυβέρνηση σχετικά με τις ανησυχίες μας», είπε.

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

25 Απρ 2017


Η τουρκική πολεμική αεροπορία εξαπέλυσε σήμερα πλήγματα εναντίον θέσεων των κουρδικών πολιτοφυλακών στη βορειοανατολική Συρία, σκοτώνοντας πολλούς μαχητές, ανακοίνωσε ένας κουρδικός συνασπισμός και το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

«Τα τουρκικά αεροσκάφη διεξήγαγαν μια ευρεία επιχείρηση εναντίον μιας βάσης στην οποία βρίσκεται ένα κέντρο επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης και στρατιωτικές εγκαταστάσεις», διευκρίνισαν οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG), ο ένοπλος βραχίονας ενός από τα κουρδικά κόμματα της Συρίας.

«Από αυτή τη δόλια επίθεση σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν μαχητές», πρόσθετε η ανακοίνωση.

Ο τουρκικός βομβαρδισμός σημειώθηκε κοντά στη συριακή πόλη αλ Μαλικίγια που βρίσκεται στην τουρκοσυριακή μεθόριο περίπου στις 02:00 τα ξημερώματα (τοπική ώρα και ώρα Ελλάδας), σύμφωνα με τις YPG.

Η Τουρκία εξαπέλυσε «δεκάδες ταυτόχρονα πλήγματα» εναντίον θέσεων των YPG στην επαρχία Χασακέ, στη βορειοανατολική Τουρκία, και εναντίον ενός κέντρου επικοινωνίας, επεσήμανε το Παρατηρητήριο.

«Τρία μέλη των YPG που εργάζονταν στο κέντρο σκοτώθηκαν», πρόσθεσε ο διευθυντής του Ράμι Άμπντελ Ράχμαν.

Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για τα πρώτα τουρκικά πλήγματα στη Συρία από τον Μάρτιο, οπότε η Άγκυρα είχε ανακοινώσει ότι ολοκληρώθηκε η επιχείρησή της «Ασπίδα του Ευφράτη».



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

23 Απρ 2017


Του Μάριου Ευρυβιάδη

Έχουν ήδη συμμαχήσει με τους αποκεφαλιστές του σουνιτικού Ισλαμικού κράτους. Και το διαφημίζουν χωρίς αιδώ. Αμερικανοί, Ισραηλινοί και τα παρακολουθήματά τους στην ΕΕ και στη Μέση Ανατολή (Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Κατάρ), δηλώνουν και το κάνουν πράξη πως προτιμούν τους ισλαμιστές-αποκεφαλιστές , παρά το κοσμικό καθεστώς του Άσαντ. Και κάθε μέρα που ο Άσαντ παραμένει στην εξουσία κυριολεκτικά σκυλιάζουν και βγάζουν αφρούς σαν σεληνιασμένα τετράποδα.

Η ρεαλιστική πλέον προοπτική να κερδίσει ο Άσαντ τον πόλεμο τους εξωθεί στο να αποδίδουν στο καθεστώς του προέδρου της Συρίας κάθε έγκλημα πολέμου που συντελείται στην Συρία, να βομβαρδίζουν, να απαιτούν κυρώσεις από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, και να εφαρμόζουν πολιτικές που στοχεύουν στην ανατροπή του Άσαντ.

Ό,τι όμως και να πράξουν δεν τους βγαίνει το παιγνίδι διότι έχουν χάσει πλέον την πρωτοβουλία των κινήσεων, δηλ. αδυνατούν να διαμορφώσουν το στρατηγικό περιβάλλο, όπως το παλιό καλό καιρό του μεταψυχροπολεμικού μονοπωλισμού.

Λιβύη και Αίγυπτος υπήρξαν οι τελευταίοι βρυχηθμοί του λέοντος, με την ανατροπή των εκεί καθεστώτων. Σε Συρία και Ουκρανία όμως τα βρήκαν μπαστούνι. Και εδώ έγκειται και το στρατηγικό τους πρόβλημα. Έχουν χάσει τη πρωτοβουλία των κινήσεων στη διεθνή σκακιέρα, όπως έχουν χάσει και το κατ´αυτούς, “ηθικό πλεονέκτημα”.

Όπως όμως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις με μεγάλες δυνάμεις – όταν δηλαδή το προπαγανδιστικό τους αφήγημα αρχίζει να μπάζει από παντού- το εγκαταλείπουν και εφαρμόζουν τη βία, συνοδευόμενη από κάθε λογής ψέμα που υπάρχει στη φαρέτρα τους. Και το γεγονός αυτό στα μάτια τρίτων είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως χάνουν το παιγνίδι και προσπαθουν με κάθε μορφή πολιτικής παγαποντιάς να περιορίσουν τη ζημιά και το πλήγμα στη αξιοπιστία τους. Αυτό είναι που συμβαίνει στη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και των παρακολουθημάτων τους στη Μέση Ανατολή. Και γι αυτό έχουν σκυλιάσει με των Άσαντ.

Οι Ισραηλινοί υπήρξαν οι πρώτοι που διατύπωσαν δημόσια και χωρίς ενδιασμούς την πολιτική τους υποστήριξη υπέρ των τζιχαντιστών και του Ισλαμικού κράτους έναντι του Άσσαντ. Ο πρώην πρέσβυς του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον (2009-13), o Αμερικανοεβραίος Michael Oren, δήλωσε το 2013, “πως οι Ισραηλινοί πάντα ήθελαν να φύγει ο Μπασάρ Άσαντ, και πάντοτε προτιμούσαν τους κακούς που δεν τους υποστήριζε το Ιραν παρά αυτούς που υποστήριζε το Ιράν.” Αυτή υπήρξε η πρώτη δημόσια παραδοχή των Ισραηλινών ότι προτιμούσαν την ανατροπή του Άσαντ. Μέχρι τότε ούτε ο Νετανιάχου δεν είχε ζητήσει δημόσια κάτι τέτοιο.

Το 2010 και προτού αρχίσει ο αμερικανικός πόλεμος κατά της Συρίας, η ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον απαίτησε η Συρία να αποδεχτεί μια σειρά βασικών Ισραηλινών απαιτήσεων: η Δαμασκός έπρεπε να διακόψει τις σχέσεις της με την Χεζπολλάχ του Λιβάνου, έπρεπε να περιορίσει δραματικά τις σχέσεις της με την Τεχεράνη και έπρεπε να συνομολογήσει συμφωνία με το Ισραήλ. Η άρνηση της Δαμασκού να αποδεχτεί τις υποδείξεις οδήγησε στον πόλεμο του 2011.

Στις θέσεις του Oren αλλά και της Κλίντον βλέπουμε ξεκάθαρα πως η πολιτική της Ουάσιγκτον στο ζήτημα της Συρίας και του συναφούς ζητήματος του Ιράν, ποδηγετούνται από την Ιερουσαλήμ.

Για το ζήτημα αυτό, πέραν των προαναφερθέντων αποσπασματικών δηλώσεων, η πολιτική του Ισραήλ για Συρία και Ιράν και η ποδηγέτησή της αμερικανικής πολιτικής από το Ισραήλ, αποτυπώνεται με το “νί και με το σίγμα” στις αποκαλύψεις των Wikileaks και ειδικά στην περιβόητη αλληλογραφία της Χίλαρυ Κλίντον με τους συνεργάτες της.

Η διαχρονική μακροστρατηγική του εβραϊκού κράτους για την ευρύτερη Μέση Ανατολή είναι ο κατακερματισμός της περιοχής σε όλο και μικρότερα κράτη (και οντότητες) εκ των οποίων κανένα δεν θα διαθέτει την ικανότητα να απειλήσει το Ισραήλ. Για αυτό το λόγο σήμερα δεν υπάρχει αυτόνομο Ιράκ και δεν πρέπει να υπάρχουν Συρία, Ιράν και η συμμαχική τους σχέση με τη Χεζπολλάχ. Οι Ισραηλινοί πιστεύουν πως η ανατροπή του Άσσαντ θα σπάσει τη συμμαχική αλυσίδα Συρίας-Ιραν, και θα ανοίξει το δρόμο για την ανατροπή του Ιρανικού καθεστώτος.

Βέβαια δημόσια το Ισραήλ δεν παραδέχεται πως υπάρχει κράτος που το απειλεί “υπαρξιακά” διότι το Ισραήλ διαθέτει εκατοντάδες πυρηνικά όπλα. Όμως ο παμπούλας της “υπαρξιακής απειλής” αποτελεί αποτελεσματικό προπαγανδιστικό όπλο και κυρίως για εσωτερική κατανάλωση. Συρία και Ιράν “προσωποποιούν” τη απειλή αυτή.

Ο Άσαντ δεν είχε κανένα ώφελος και κανένα συμφέρο να χρησιμοποιήσει χημικά όπλα σε μια περίοδο που στρατηγικά κερδίζει τον πόλεμο. Όπως και το 2003 όταν και κέρδιζε τακτικά τον πόλεμο και κατηγορήθηκε για το ίδιο έγκλημα πολέμου που εν τελεί απεδείχθη πως διέπραξαν ζτινχαντισστές με την ενεργή βοήθεια της Τουρκίας. Αντίθετα επωφελούνται οι πάσης λογής εχθροί του.

Όπως όμως προαναφέρθηκε, όταν χάνεις το παιγνίδι και είσαι μεγάλη δύναμη τότε αρχίζεις και παίζεις βρώμικα. Είναι ένα παιγνίδι που οι αμερικανό-δυτικοί και οι Ισραηλινοί έχουν εξέλιξη σε “επιστήμη” και αυτό τεκμειριώνεται με τη καθημερινή δαιμονοποίηση του Άσσαντ στα δυτικά ΜΜΕ.

Ο Άσαντ, με τη βοήθεια των συμμαχών του, κυρίως της Ρωσίας και του Ιράν, κερδίζει το πόλεμο κατά των τζιχαντιστών-αποκεφαλιστών του σουννιτικού ισλαμικού κράτους. Και οι εχθροί του, αμερικάνοι, Ισραηλινοί, Τούρκοι, Σαουδάραβες, Καταριανοί και οι ενεργούμενοί τους στην ΕΕ, αφρίζουν από το κακό τους και την αδυναμία τους να αλλάξουν τα δεδομένα στο έδαφος. Και έχουν κυριολεκτικά σκυλιάσει.

Y.Γ. Λίγες μόλις μέρες μετά τη φερόμενη επίθεση με το χημικό σαρίν από τις δυνάμεις του Άσσαντστις, αρχές Απριλίου με περίπου 70 νεκρούς, είχαμε μια επίθεση αυτοκτονίας που άφησε πάνω από 120 νεκρούς μεταξύ των οποίων και τουλάχιστο 116 παιδιά (δεν είδαμε όμως καμία μακάβρια φωτογραφία τους, αντίθετα με την περίπτωση της φερόμενης χημικής επίθεσης). Η επίθεση έγινε οργανωμένα από Σουννίτες ζτιχαντιστές-αποκεφαλιστές. Στόχος υπήρξαν σιίτες μουσουλμάνοι και κυρίως παιδιά που μόλις απελευθερώθηκαν και βρίσκονταν σε λεωφορείο που θα τους μετέφερε στις ελεύθερες περιοχές της Συρίας.

Δεν ακούσαμε και δεν διαβάσαμε καμία ανάλογη με την περίπτωση του σαρίν αντίδραση των δυτικών για την εκατόμβη των σιιτών νεκρών. Και δικαιολογημένα δεν ακούσαμε. Ήταν οι “δικοί τους μπάσταρδοι” που διέπραξαν το έγκλημα, όπως περιέγραφε και ο Πρόεδρος Ρούσβελτ τους δικτάτορες -σύμμαχούς του στη κεντρική και Λατινική Αμερική. Και εδώ μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω και τούτο. Όταν είχαμε το μακελειό στο μετρό της Μόσχας καμία σχεδόν χώρα της βορειοδυτικής και ανατολικής Ευρώπης δεν έδειξε δημόσια δείγματα συμπάθειας και αλληλεγγύης. Το αντίθετο συνέβη όταν είχαμε την τζινχαντιστική επίθεση στη Νορβηγία που ακολούθησε. Αυτά από τους ηθικοπλάστες και “ανθρωπιστές” της Δύσης.

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Απρ 2017


Το άρθρο γράφτηκε στα πλαίσια της μερικής και γρήγορης ενημέρωσης για την αρχή της Συριακής Κρίσης, αναφέρεται στα εσωτερικά μέρη και στα εξωτερικά, στην διένεξη τους στον εμφύλιο πόλεμο και στην μετάβαση από την απλή σύγκρουση στην πολλαπλή.

Γράφει η Αικατερίνη Δαουτάκου

Καθώς οι εξελίξεις τρέχουν με ραγδαίο ρυθμό, οι πράξεις και οι αποφάσεις του Donald Trump για την εκτόξευση των 60 πυραύλων «Τομαχόκ» στην αεροπορική βάση Αλ-Σααϊράτ ως απάντηση στην χρήση χημικών από το καθεστώς Άσαντ, φέρνει πάλι στο προσκήνιο το θέμα της Συριακής Κρίσης.

Πολλοί πολίτες καλούνται να ακούσουν και να γίνουν αποδέκτες καθημερινά ενός μεγάλου πλήθους πληροφοριών σχετικά με το θέμα της Συρίας. Ωστόσο, ένα μεγάλο ποσοστό δεν είναι γνώστες του τι εστί η Συριακή Κρίση, ποιοι ήταν οι αρχικοί δρώντες και ποιοι είναι σήμερα. Αξιόλογο είναι να διερευνηθεί εν τάχει για το εάν μιλάμε για μία σύγκρουση μεταξύ καθεστωτικών και αντικαθεστωτικών, θρησκειών, ομάδων συμφερόντων ή για μία διαρκή επίδειξη ισχύος των δυνάμεων των κυρίαρχων και μικρότερων κρατών.

Αλήθεια, μπορεί να χαρακτηριστεί και ως πολλαπλή;

Αρχικά, το επίσημο ιστορικό πλαίσιο της Κρίσης ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011. Ύστερα από τις δράσεις του Μπασάρ Αλ Άσαντ να κατευνάσει με σκληρά μέτρα τις τότε διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης, οι οποίες είχαν επηρεαστεί από το κύμα της ανερχόμενης Αραβικής Άνοιξης, που απέβλεπε στην ανατροπή των δικτατορικών καθεστώτων στην Μέση Ανατολή. Από εκεί και πέρα με την ακολουθία μερικών γεγονότων, ο πόλεμος πήρε την σημερινή του μορφή, δηλαδή της εμφύλιας διαμάχης και της ένοπλης σύγκρουσης μέσα στα όρια του Συριακού εδάφους, ενώ στο εξωτερικό του έχει γίνει ένα πεδίο συνεχόμενων διενέξεων και συγκρούσεων συμφερόντων.

Όμως, ποιοι υποστηρίζουν το Καθεστώς, ποιοι είναι κατά του, τι συμφέροντα έχουν και το Ισλαμικό Κράτος τι σχέση έχει με αυτή την κρίση;

Καταρχάς, θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός των εμπλεκόμενων μερών πρώτα σε εσωτερικά και ύστερα σε εξωτερικά με κριτήριο την βαρύτητα συμμετοχής. Σε πρώτο στάδιο οι ομάδες που υποστηρίζουν το καθεστώς στο εσωτερικό είναι το Κόμμα Μπαάθ που ένα μεγάλο μέρος της οικογένειας Άσαντ το αποτελεί, δημιουργεί πολιτικές και θρησκευτικές έριδες ανάμεσα στους Σουνίτες Μουσουλμάνους και στους Αλαουϊτες για να επικρατήσει μία κατάσταση σαν του Ιράκ.

Δεύτερον, πλην του στρατού του καθεστώτος, μία επικρατούσα πλειοψηφία Σουνιτών τον υποστηρίζουν θεωρώντας ότι το θρησκευτικό στοιχείο αποτελεί κοινό ορόσημο. Επίσης, κάποια μικρά φιλοκαθεστωτικά κόμματα τα οποία ανήκουν στην θέση της αντιπολίτευσης θέτονται υπέρ του. Πρόσθετα, οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Κουρδικού Κόμματος ακολουθούν την ίδια στάση διότι αποσκοπούν στην νομιμοποίηση του Κουρδικού Κράτους στη Βόρεια Συρία και στην απελευθέρωση από το Ισλαμικό Κράτος. Επιπλέον, ομάδες από τους εξωτερικούς δρώντες που εμπλέκονται ενεργά στο εσωτερικό είναι μερικές ταξιαρχίες ιρανικής καταγωγής.

Ωστόσο , πολλοί είναι αυτοί που αντιτίθενται στον Άσαντ στο εσωτερικό, όπως τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, δηλαδή οι φιλελεύθεροι, οι σοσιαλιστές, οι αριστεροί, οι κοσμικοί, μερικά από τα κουρδικά, οι φύλαρχοι, ισλαμιστές με το κίνημα «Αδερφοί Μουσουλμάνοι». Άτομα που ανήκαν στο στρατό του Καθεστώτος αποστάτησαν και μαζί την βοήθεια της αντιπολίτευσης έχουν δημιουργήσει τον Ελευθεριακό Συριακό Στρατό, ο οποίος έχει έδρα την Τουρκία, όμως εξαιτίας της υποχρηματοδότησης, εφαρμόζει την τακτική του ανταρτοπόλεμου.

Από την άλλη μεριά της όχθης, έχουν ταχθεί εναντίον του πολλές από τις τρομοκρατικές οργανώσεις που έχουν θρησκευτικό πρόσημο, όπως αυτής της Al-Nusra, που αποτελεί παρακλάδι της Al Qaeda στην Συρία. Αν και στην αρχή συμπορευόταν με το ISIS τελικά διασπάστηκαν εξαιτίας της μεταξύ τους σύγκρουσης.

Αποδεικνύεται ότι στο όνομα του ISIS και στις αρχές της Τζιχάντ, έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα τρομοκρατικά χτυπήματα και βανδαλισμοί όχι μόνο στην Συρία, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Αν και πολλοί από τους δρώντες τίθονται κατά του Άσαντ, αναγνωρίζουν ότι θα πρέπει να καταπολεμήσουν το Ισλαμικό Κράτος που αποτελεί μέγιστο κίνδυνο για όλη την οικουμένη. Κάτι το οποίο άλλαξε τους κανόνες της σύγκρουσης κατά πολύ, όμως για μικρό χρονικό διάστημα.

Ωστόσο, μετά την εκλογή του νέου Αμερικανού προέδρου και τις μετέπειτα δράσεις του, το παιχνίδι ξαναέρχεται στους βασικούς κανόνες του και στις αρχικές επιταγές του. Με τα εσωτερικά εμπλεκόμενα μέρη να παίρνουν τις αρχικές τους θέσεις και τα εξωτερικά να ισχυροποιούν τα επιχειρήματά τους, ενισχύοντας την εσωτερική κατάσταση με την στάση τους, είτε να έρχονται σε συνεχής αντιπαράθεση μεταξύ τους σε διπλωματικό επίπεδο, είτε να δημιουργούν συμμαχίες οι οποίες θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα τους, όπως η περίπτωση των ΗΠΑ, της Ρωσίας, τα λοιπών κρατών και οργανώσεων.

Μερικοί από τους εξωτερικούς δρώντες έχουν πάρει το μέρος του Μπαράν, καθώς τον χρηματοδοτούν και τον ενισχύουν, παράλληλα όμως να ενισχύεται και η ισχύ τους όπως το Ιράν, η Χεζμπολάχ, το Ιράκ και τα λοιπά γειτονικά κράτη, αποκτώντας κοινούς συμμάχους και εχθρούς. Όμως, ένας μεγαλύτερος και σημαντικότερος παίκτης που παίρνει ενεργά μέρος σε αυτή την σύγκρουση είναι η Ρωσία με την πώληση πυρομαχικών στο καθεστώς, η οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει την στρατιωτική της βάση στην Ταρτούς.

Παράλληλα, η Συρία αποτελεί έναν σπουδαίο σύμμαχο για τα εξωτερικά θέματα της και την επίδειξη ισχύος στην Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι των ΗΠΑ. Αυτό γίνεται πιο εμφανές ειδικά μετά την εκτόξευση των πυραύλων με τις δηλώσεις του Πούτιν να είναι συνεχείς και προειδοποιητικές προς τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή της Ρωσίας, έχουν πάρει οι ΗΠΑ, η Τουρκία, η Γαλλία και ο ΟΗΕ και άλλα μικρότερα κράτη. Η Γαλλία φαίνεται να υποστηρίζει τις ΗΠΑ, όπως αυτό έγινε αντιληπτό από την συνάντηση Ολλάντ-Τραμπ που αποφάσισαν από κοινού να λάβουν μέτρα για την απάλυνση της τρομοκρατίας. Βέβαια, υπάρχουν αναλυτές που αμφισβητούν την πρόθεση της Γαλλίας και θεωρούν ότι θέλει να εμπλακεί έμμεσα στα θέματα της Μ.Ανατολής.

Οι ΗΠΑ σε όλη αυτή την σύγκρουση έχει τον κυριότερο και τον πρωταρχικό ρόλο, διότι δεν παύει να είναι κυρίαρχο κράτος. Η μεγαλύτερη επιδίωξη της Αμερικής, μετά την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, είναι η παράδοση των χημικών όπλων από το καθεστώτος Άσαντ.Βεβαίως, η εξισορρόπηση των σχέσεων μερικών κρατών με την Αμερική όπως το Ιράν, το Ιράκ, η αύξηση της συμμετοχής στα ανατολικά ζητήματα, αποβλέποντας στην μείωσης της δύναμής τους και στο έλεγχο των πυρηνικών δεν φαινόταν κακή για τις ΗΠΑ.

Επίσημα ο ΟΗΕ έχει αναγνωρίσει και έχει καταδικάσει τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί από την αρχή του πολέμου, έχει δημιουργήσει το μη κυβερνητικό Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που δίνει συνεχώς αναφορά για την κατάσταση στο συριακό έδαφος.

Ένα από τα κύρια εμπλεκόμενα μέρη, που μονοπωλεί το ενδιαφέρον σήμερα λόγω της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος είναι η Τουρκία. Η γειτονική μας χώρα, παρόλα τα εσωτερικά προβλήματά της και την επιθυμία του Ερντογάν να γίνει απόλυτος και εσαεί μονάρχης, ασκεί μεγάλη πίεση στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής.

Αν και η τουρκική κυβέρνηση δείχνει μετριοπάθεια στο θέμα της Συρίας, πάντα θα υπάρχει ο φόβος της δημιουργία ενός νέου Κουρδικού Κράτους που θα απειλεί τα σημερινά σύνορα της Τουρκίας. Ο Ταγίπ για να αντιμετωπίσει τους εσωτερικούς δικούς του δαίμονες και του κράτους του, παραληρεί, εκφοβίζει, παραβιάζει τα σύνορα χωρών και γίνεται ένας πραγματικός σωβινιστής. Με αποτέλεσμα, να δημιουργείται κλίμα χάσματος και διαδοχικών αντιδράσεων με την διεθνή κοινότητα και τα γειτονικά κράτη.

Εν κατακλείδι, η Συριακή Κρίση θα μας απασχολήσει για πολλά χρόνια ακόμα, όχι για το ζήτημα το ποιοι θα πάρουν μέρος και το ποιος θα ωφελιθεί περισσότερο, αλλά συγκεκριμένα για το πεδίο των δράσεων και των αντιδράσεων που θα δημιουργηθεί στις σχέσεις των κρατών κατά την διάρκεια της εμπλοκής και μετά από αυτή.

Πλέον δεν μπορούμε να αναφερθούμε σε μία απλή διένεξη που ο καθένας προασπίζει τα συμφέροντα του, αλλά σε μία πολλαπλή σύγκρουση που ο καθένας αναλόγως με τις αποφάσεις και τις δράσεις του δημιουργεί μία συνεχή αλληλεπίδραση. Για αυτό το λόγο, κάλλιστα θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με ένα domino γεγονότων θέσεων και σχέσεων, το οποίο θα μας απασχολήσει για πολύ καιρό σίγουρα.

* Η Αικατερίνη Δαουτάκου είναι υπεύθυνη της Γραμματείας των Διεθνών Σχέσεων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης της Διεύθυνσης Αθηνών, προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Πηγή RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

15 Απρ 2017


Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Από τη στιγμή που το καθεστώς Άσαντ πραγματοποίησε την επίθεση με χημικά όπλα εναντίον αμάχων στη Συρία, και την ηχηρή απάντηση του Αμερικανού Προέδρου να προχωρήσει σε επιχείρηση εναντίον της βάσης από όπου ξεκίνησαν τα αεροσκάφη που έριξαν τα χημικά, ξεκίνησε ένας δημόσιος διάλογος ο οποίος σε συνδυασμό με το πως παρουσιάστηκαν αυτά που ειπώθηκαν κατά τη συνάντηση του Προέδρου Τράμπ, με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γένς Στολτενμπέργκ, δείχνει ότι σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχει μια άρνηση κατανόησης και αποδοχής της νέας κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών.

Δυστυχώς το παραδοσιακό σύστημα εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσιγκτον, τα μέσα ενημέρωσης τα οποία συνεχίζουν να μην μπορούν να αποδεχτούν την αναπάντεχη νίκη Τράμπ, αλλά ακόμη και ο σκληρός πυρήνας των υποστηρικτών του, έχουν επιδοθεί σε έναν ανταγωνισμό να ερμηνεύσουν και να προσεταιριστούν τον Αμερικανό Πρόεδρο και την κυβέρνησή του.

Αυτός είναι ο κύριος λόγος που τις τελευταίες ημέρες, έχουνε δει σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και στη χώρα μας, μια σειρά βασισμένα σε συνομωσίες, φαντάσματα, σκιές και σκελετούς. Την ίδια στιγμή, εάν θέλει να είναι κανείς σοβαρός αναλυτής δεν μπορεί να παραβλέψει ότι επικοινωνιακά ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τράμπ, δεν έχει κάνει την καλύτερη δουλειά έτσι ώστε να περάσει το μήνυμα ότι αποτελεί μια συγκροτημένη κυβέρνηση. Αν και θα ακουστεί λίγο αιρετικό, η προηγούμενη εβδομάδα με την επιχείρηση στη Συρία, το ταξίδι του Υπουργού Εξωτερικών Ρέξ Τίλλερσον στη Μόσχα, η συνάντηση με τον Κινέζο Πρόεδρο στη Φλόριντα, και η συνάντηση με το Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ στο Λευκό Οίκο, ίσως να είναι η πρώτη χρονική στιγμή που ο Προέδρος Τράμπ και η κυβέρνησή του, βρίσκουν το βηματισμό τους.

Εάν κανείς θέλει να αρθεί πάνω από το νέφος της ανοησίας και της ελαφρότητας που διακρίνει πληθώρα αναλύσεων τα τελευταία εικοσιτετράωρα γύρω από την πολιτική της νέας αμερικανικής κυβέρνησης ο μοναδικός δρόμος είναι η ψύχραιμη ανάλυση, η σωστή πληροφόρηση και η έρημη επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων.

Το ταξίδι Τίλλερσον στη Μόσχα και η πολιτική που έχει αποφασίσει να ακολουθήσει ο Αμερικανός Πρόεδρος και η ομάδα του, στη Συρία και έναντι της Ρωσίας, σε συνδυασμό με την στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ, δεν δείχνει καμία αλλαγή στις θέσεις τους. Το Αντίθετο. Δείχνει ότι η θέσεις Τράμπ έχουν αρχίσει να παίρνουν τη μορφή μιας συγκροτημένης στρατηγικής, η οποία αρχίζει να υλοποιείται από μια πολύ έμπειρη και πολύ ταλαντούχα ομάδα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής που δεν αφορά μόνο την ασφάλεια, αλλά τη διεθνή οικονομία.

Η επιχείρηση εναντίον της αεροπορικής βάσης στη Συρία, ήταν άρτια σχεδιασμένη, εκτελέστηκε με χειρουργική ακρίβεια και η επόμενη ημέρα δείχνει ότι ο Αμερικανός Προέδρος δεν πρόκειται να πέσει στην παγίδα όλων αυτών που επιθυμούν να τον εντάξουν στα σχέδιά τους και τις επιδιώξεις τους.

Ο σκληρός πυρήνας των υποστηρικτών του βλέπει ξεπούλημα από τον Πρόεδρο της βασικής θέσης του για μη εμπλοκή σε στρατιωτικές επεμβάσεις τύπου Ιράκ. Η σαφής δήλωση του Ρέξ Τίλλερσον στη Μόσχα, ότι βασικός στόχος της κυβέρνησης Τράμπ, παρά την επιχείρηση εναντίον της αεροπορικής βάσης στη Συρία, συνεχίζει να είναι η εξάλειψη του ISIS.

Το παραδοσιακό κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον ειδικά η ομάδα των Neoconservatives, πίστεψαν ότι ο Πρόεδρος είδε το φως και προσχώρησε στην λογική τους, δηλαδή της σύγκρουσης με τη Ρωσία του Πούτιν. Το ταξίδι Τίλλερσον στη Μόσχα και οι δηλώσεις του ίδιου του Προέδρου γύρω από το θέμα αυτό έβαλαν τέρμα και σε αυτή την πλάνη.

Η καταγέλαστη θεωρία συνομωσίας περί επιχείρησης αποπροσανατολισμού λόγω του δήθεν σκανδάλου της συνεργασίας με τη Ρωσία του Πούτιν, πριν τις εκλογές, δεν είναι καν άξιο λόγου, πλέον, για οποιοδήποτε σοβαρό αναλυτή.

Και ας έρθουμε στη Ρωσία, τον Βλαντιμίρ Πούτιν, και τους προπαγανδιστές του οι οποίοι κερδίζουν πανηγυρικά την πρώτη θέση στη λίστα των εχόντων υποπέσει σε τραγική πλάνη.

Η Ρωσία του Πούτιν και η απανταχού θαυμαστές της, είχαν φτιάξει στο μυαλό τους ένα Πρόεδρο Τράμπ και μια νέα αμερικανική κυβέρνηση η οποία όχι μόνο θα συνέχιζε στη λογική του εισπράκτορα της μιας σφαλιάρας μετά την άλλη, Μπαράκ Ομπάμα, αλλά θα ήταν το εύκαμπτο φιλαράκι το οποίο προκειμένου να διακινδυνέψει αναταραχή που θα έθετε σε κίνδυνο την ατζέντα θα έπαιζε ένα ρόλο συγκαταβατικό έναντι της Μόσχας και του Πούτιν.

Ο Πούτιν βρήκε το μάστορά του. Το ερώτημα λοιπόν αντιστρέφεται και γυρίζει προς το Κρεμλίνο. Θα συνεργαστεί με ένα ειλικρινή εταίρο στην Ουάσιγκτον ή θα το γυρίσει και θα αρχίσει πάλι τα παιχνίδια με τους πολιτικούς αντιπάλους του Τράμπ στην Αμερικανική πρωτεύουσα; Μένει να το δούμε. Το σίγουρο είναι ότι

Επίσης, μήπως έχει ενοχληθεί η Μόσχα, που ο Τίλλερσον μετά την συνάντηση που είχε με τον Ερντογάν, ο Τούρκος Πρόεδρος άρχισε να τρίζει τα δόντια στη Μόσχα? Μήπως χάλασε το πλάνο των Ρώσων με λαγό την Τουρκία να διαλύσουν το ΝΑΤΟ, γιαυτό και ο Νορβηγός ΓΓ του ΝΑΤΟ Στόλτενμπεργκ στις δηλώσεις του μετά την συνάντηση των δυο ανδρών, δεν έλεγε να σταματήσει τα κομπλιμέντα έναντι του νέου Αμερικανού Προέδρου. Μήπως τελικά ο Πρόεδρος Τράμπ έσωσε την παρτίδα για λογαριασμό του ΝΑΤΟ;

Το μήνυμα Τίλλερσον στη Μόσχα, δεν μπορούσε να είναι πιο σαφές. Εάν η Μόσχα και ο Πούτιν επιθυμούν να έχει ομαλές σχέσεις με την Ουάσιγκτον και την κυβέρνηση Τράμπ θα πρέπει να κατανοήσει ότι πρέπει να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ στη στρατηγική μιας ομαλής μετάβασης σε μια νέα Συρία χωρίς τον Άσαντ. Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, για όσους καταλαβαίνουν, ξεκαθάρισε ότι μπορούν και πρέπει να συμμετέχουν στο τραπέζι για τη δημιουργία της νέας Συρίας, οι δυνάμεις γύρω από τον Άσαντ, αλλά η οικογένεια Άσαντ έχει τελειώσει. Δεν είναι τυχαίο που ο πολύς Βλαντιμίρ Πούτιν εκεί που έκανε το δύσκολο, τελικά όχι απλά συνάντησε τον Ρέξ Τίλλερσον, αλλά συνομίλησε μαζί του για δυο ολόκληρες ώρες. Τρέμει στην ιδέα να χάσει τα τρυπάνια της Exxon Mobile στη Σιβηρία και αλλού, για αυτούς που γνωρίζουν και καταλαβαίνουν.

Και για να επιστρέψουμε στην άλλη μεγάλη πλάνη ότι ο Ντόναλντ Τράμπ έκανε κωλοτούμπα και στο θέμα του ΝΑΤΟ, λέγοντας, σε αντίθεση με το παρελθόν, ότι δεν είναι απαρχαιωμένο.

Ναι είχε χαρακτηρίσει την Βορειοατλαντική Συμμαχία απαρχαιωμένη, όσο αφορά την αποστολή της και τα δεδομένα της εποχής. Δεν είναι; Όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο μόνο το καλό του ΝΑΤΟ δεν επιθυμεί.

Και για να μην ξεχνιόμαστε ο Αμερικανός Πρόεδρος, είπε καλά λόγια για το ΝΑΤΟ, σημειώνοντας ταυτόχρονα έχει πλέον αποφασίσει να εμπλακεί ενεργά στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας (βασικό αίτημα του Τράμπ) και να πιέσει τα μέλη του να συμμορφωθούν με τις οικονομικές υποχρεώσεις που τους αναλογούν. Και δεν σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κατά τη διάρκεια της κοινής συνέντευξης τύπου να υπενθυμίσει στο Γενικό Γραμματέα της Συμμαχίας, ότι δεν έχει καθόλου ξεχάσει τα χρέη από το παρελθόν, για τα οποία σίγουρα κάτι θυμάται η Καγκελάριος, Άγκελα Μέρκελ, από την πρόσφατη επίσκεψή της στο Λευκό Οίκο. Κωλοτούμπα λοιπόν; Δεν νομίζω.

Και όσοι έγραψαν και μίλησαν για πρόθυρα Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι σίγουρο ότι έχουν πλέον δαγκώσει τη γλώσσα τους. Μόνο τρόλ του Πούτιν και τους ψεκασμένους ανά τον κόσμο που πάσχουν από άκρατο αντιαμερικανισμό και βλέπουν παντού συνομωσίες εξυπηρετούν τέτοιες αναλύσεις.

Σε καμία περίπτωση μια αμερικανική κυβέρνηση με Υπουργό Άμυνας το Στρατηγό, Τζέημς Μάτις, Υπουργό Εξωτερικών, τον Ρέξ Τίλλερσον, Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας το Στρατηγό, H.R. Μάκ Μάστερ, και Υπουργό Εμπορίου, τον Γουίλμπορ Ρός, και ναι Πρόεδρο ένα επιτυχημένο, παρά τα όποια ελαττώματά του, επιχειρηματία τον Ντόναλντ Τράμπ να είναι τόσο ανόητη στις επιλογές της και τη στρατηγική της.

Μια είναι η πραγματικότητα. Πρόκειται για παγκόσμιας κλάσης επιχειρηματίες και στρατηγικά μυαλά, και στην περίπτωση του Στρατηγού Μακ Μάστερ, για ίσως το πιο λαμπρό στρατιωτικό μυαλό σε επίπεδο στρατηγικής στον κόσμο. Ξέρουν να παίζουν πολύ καλά το παιχνίδι. Και έχουν και ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Εκφράζουν την πραγματική τους βούληση. Δυστυχώς, απέναντί τους έχουν συνομιλητές πολιτικούς ενός συστήματος που αποδομείται. Αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγάλο πρόβλημα και ο μεγάλος κίνδυνος και όχι η κατά φαντασία κωλοτούμπες του Προέδρου Τράμπ.

Ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος, παρέλαβε ένα κόσμο σε κακό χάλι και ένα διεθνές σύστημα υπό κατάρρευση. Το να το ανοικοδομήσει είναι μια τιτάνια επιχείρηση. Το εάν θα το καταφέρει είναι πολύ νωρίς για να το πούμε.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

13 Απρ 2017



Η αμερικανική πυραυλική επίθεση εναντίον της συριακής βάσης Σαϊράτ τη νύχτα της Πέμπτης προς Παρασκευή μπορεί μην ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντα στο τραπέζι και προς το παρόν αναπάντητο: πρόκειται για μία τακτική κίνηση του προέδρου Τραμπ με σκοπό να επιδείξει αποφασιστικότητα, να διασκεδάσει τις κατηγορίες ότι φλερτάρει με τον Πούτιν και κατ’ αυτόν τον τρόπο να εκτονώσει την πίεση που υφίσταται στο εσωτερικό; Ή μήπως η κίνησή του συνιστά την αρχή μίας στροφής με σκοπό την προσαρμογή του στο νεοψυχροπολεμικό στρατηγικό πλαίσιο που έχει διαμορφώσει το αμερικανικό “βαθύ κράτος”;

Οι περισσότερες ενδείξεις οδηγούν προς την πρώτη εκδοχή. Ο Λευκός Οίκος φρόντισε να ξεκαθαρίσει ότι πρόκειται για προληπτικό πλήγμα και όχι για την αρχή μίας ευρύτερης επέμβασης. Εκπρόσωπος του Πενταγώνου, μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι η πυραυλική επίθεση δεν συνιστά στροφή. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί δεν επιχείρησαν να καταστρέψουν τις συριακές συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων είναι μία ένδειξη πως δεν προτίθενται να κλιμακώσουν, στέλνοντας τα βομβαρδιστικά τους.

Από την άλλη πλευρά, η απόφαση του Τραμπ να υποχωρήσει στις σχετικές πιέσεις και να απομακρύνει τις προηγούμενες ημέρες τον κορυφαίο πολιτικό σύμβουλό του από το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι μία έμμεση ένδειξη προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα, είναι ακόμα πρόωρο και παρακινδυνευμένο κάθε συμπέρασμα. Το έργο, άλλωστε, έχει ξαναπαιχτεί με μεγάλη επιτυχία και πιθανότατα δεν είναι η τελευταία φορά που τα χημικά θα επιστρατευθούν και ως επικοινωνιακό όπλο για να δημιουργήσουν πολιτικά και ενδεχομένως και στρατιωτικά τετελεσμένα.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Επιθέσεις με χημικά έχουν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν, προκαλώντας όχι μόνο θύματα και παγκόσμια κατακραυγή, αλλά και πολιτικές-στρατιωτικές αντιδράσεις. Το 2012, ο Άσαντ είχε παραδεχθεί πως διαθέτει χημικά και από την πλευρά του ο πρόεδρος Ομπάμα είχε χαρακτηρίσει κόκκινη γραμμή τη χρήση τους. Ένα χρόνο αργότερα, στις 21 Αυγούστου 2013, πραγματοποιήθηκε επίθεση με αέριο σαρίν εναντίον ανταρτοκρατούμενων περιοχών κοντά στη Δαμασκό, προκαλώντας μεγάλο αριθμό θανάτων και πολλά ερωτηματικά για τους πραγματικούς δράστες.

Η Δύση είχε τότε επιρρίψει την ευθύνη στο καθεστώς, παρότι αυτό αρνιόταν κατηγορηματικά. Μερικές ημέρες αργότερα, με την παρέμβαση της Μόσχας, ο Άσαντ συμφώνησε να παραδώσει το χημικό οπλοστάσιό του στον Διεθνή Οργανισμό για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων. Ήταν ο όρος για να αποφύγει μία δυτική επίθεση.

Ένα χρόνο αργότερα (Σεπτέμβριος 2014), έγιναν επιθέσεις με αέριο χλωρίου στις επαρχίες Χάμα και Ιντλίμπ. Οι επαρχίες αυτές ελέγχονταν κυρίως από την οργάνωση Αλ Νούσρα (επίσημο κλαδί της Αλ Κάιντα στη Συρία) και από τζιχαντιστικές οργανώσεις που καθοδηγούνται από την Άγκυρα. Και σ’ αυτή την περίπτωση η Δύση επέρριψε την ευθύνη στο καθεστώς. Το ίδιο συνέβη και στο επόμενο περιστατικό, όταν στις 16 Μαρτίου 2015 σημειώθηκε επίθεση με αέριο χλωρίου στην περιοχή του Ιντλίμπ, η οποία ακόμα και σήμερα ελέγχεται από τους τζιχαντιστές.

Τον Οκτώβριο 2016, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ παρέλαβε την εμπιστευτική έκθεση ερευνητικής επιτροπής, η οποία εξέτασε εννέα περιπτώσεις –μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης– χρήσης χημικών στη Συρία. Απέδωσε την ευθύνη στον Άσαντ για τρεις από αυτές και στο Ισλαμικό Κράτος για μία. Πριν από 40 ημέρες, Ρωσία και Κίνα άσκησαν βέτο και εμπόδισαν ψήφισμα των Δυτικών, το οποίο ζητούσε την επιβολή κυρώσεων στη Συρία με το επιχείρημα ότι κάνει χρήση χημικών όπλων.

Και μόνο το γεγονός ότι η ερευνητική επιτροπή παραδέχεται ότι οι τζιχαντιστές διαθέτουν και έχουν τουλάχιστον μία φορά χρησιμοποιήσει χημικά, εγείρει ερωτηματικά για την τωρινή σπουδή σύσσωμης της Δύσης. Πριν ακόμα πραγματοποιηθεί ούτε στοιχειώδης έρευνα, επιρρίπτει και πάλι την ευθύνη στον Άσαντ για την αποτρόπαιη επίθεση με χημικά πριν λίγες ημέρες στην πόλη Χαν Σεϊχούν της επαρχίας Ιντλίμπ.

Αυτή τη φορά, μάλιστα, οι κατηγορίες συνοδεύθηκαν και από στρατιωτική ενέργεια. Αφού τις δύο πρώτες ημέρες καλλιεργήθηκε το αναγκαίο κλίμα από κυβερνήσεις και Μίντια, τη νύχτα της Πέμπτης προς την Παρασκευή αμερικανικά πλοία που βρίσκονται στη Μεσόγειο εκτόξευσαν 59 πυραύλους εναντίον της βάσης Σαϊράτ, κοντά στην πόλη Χομς.

Τα ερωτηματικά για τη σπουδή της Δύσης δεν πηγάζουν, βεβαίως, από την ηθική του καθεστώτος Άσαντ. Η διεθνής πείρα μας διδάσκει, ωστόσο, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι φρόνιμο να εστιάζουμε στις πολιτικές σκοπιμότητες και όχι να μας απασχολεί η έτσι κι αλλιώς αμφιλεγόμενη ηθική των εμπλεκομένων. Με άλλα λόγια, μας διδάσκει να ακολουθούμε τον χρυσό κανόνα που μας υποδεικνύει να ψάχνουμε τον ένοχο με κριτήριο το ποιος επωφελείται.

Το τελευταίο διάστημα, με τη βοήθεια ιρανικών πολιτοφυλακών, της Χεζμπολά και κυρίως των Ρώσων, ο συριακός στρατός είχε ανακτήσει τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων της επικράτειας που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους και άλλων τζιχαντιστικών οργανώσεων. Πρόσφατη επιτυχία του καθεστώτος ήταν η μετά από πολύνεκρες μάχες κατάληψη του Χαλεπίου.

Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός, μάλιστα, πως όταν τα κυβερνητικά στρατεύματα εισήλθαν στην πόλη, μαζί με τους πολιορκημένους συνέλαβαν και δεκάδες δυτικούς και Τούρκους αξιωματικούς, οι οποίοι ήταν στρατιωτικοί σύμβουλοι της Αλ Νούσρα (Αλ Κάιντα) και των άλλων τζιχαντιστών! Δεν πρόκειται για αμφισβητούμενη πληροφορία. Τα ονόματα των συλληφθέντων δόθηκαν επισήμως στον ΟΗΕ και δεν υπήρξε διάψευση.

Το προηγούμενο διάστημα, οι στρατιωτικές επιτυχίες του συριακού στρατού, η ισχυρή παρουσία και ο καθοριστικός ρόλος της Ρωσίας, καθώς και η ανάγκη να εξαλειφθεί το Ισλαμικό Κράτος υποχρέωσαν τη Δύση να βάλει νερό στο κρασί της όσον αφορά την επιδίωξή της να ανατρέψει ολοκληρωτικά το καθεστώς.

Ευρισκόμενος σε πλεονεκτική θέση στο στρατιωτικό και κατ’ επέκτασιν και στο πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο, για ποιο λόγο ο Άσαντ να χρησιμοποιήσει χημικά; Στο επιχειρησιακό επίπεδο δεν θα κέρδιζε το παραμικρό, προκαλώντας τον θάνατο μερικών δεκάδων κυρίως αμάχων. Στο δε πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο, έχοντας και την πείρα από τα προηγούμενα περιστατικά χρήσης χημικών όπλων, γνώριζε άριστα όχι μόνο πως οι Δυτικοί θα του επιρρίψουν αμέσως την ευθύνη, αλλά και πως θα πλήρωνε υψηλό κόστος και θα έδινε το πιο πολύτιμο δώρο στους εχθρούς του.

Μόνο ένας παρανοϊκός που δεν αντιλαμβάνεται ούτε στοιχειωδώς το συμφέρον του θα χρησιμοποιούσε χημικά. Ο Άσαντ μπορεί να είναι δικτάτορας και να μην έχει ηθικούς φραγμούς, αλλά έχει αποδείξει ότι γνωρίζει πολύ καλά το συμφέρον του. Και εάν ακόμα υποθέσουμε ότι ο ίδιος είναι ένας άρρωστος σαδιστής, οι Ρώσοι που τον ελέγχουν δεν θα τον άφηναν ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο. Όλα λοιπόν, οδηγούν στην εκτίμηση πως οι πραγματικοί δράστες είναι αυτοί που επωφελούνται από το κλίμα που δημιούργησε διεθνώς η χρήση των χημικών.

Στη Συρία, άλλωστε, διασταυρώνονται πολλές πολιτικές σκοπιμότητες. Το νεοψυχροπολεμικό ρεύμα, που κυριαρχεί στο αμερικανικό κατεστημένο για τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, είχε θεωρήσει την εξέγερση εναντίον του Άσαντ χρυσή ευκαιρία για να ξεμπερδεύει με ένα μη αρεστό καθεστώς. Κυρίως, όμως, για να πετάξει τη Ρωσία έξω από τη Μεσόγειο, δεδομένου ότι οι μόνες ρωσικές βάσεις στην ευρύτερη περιοχή είναι στη βορειοδυτική Συρία.

Η θεώρηση αυτή συνδέεται και επηρεάζεται από τις ειδικές πολιτικές σκοπιμότητες του Τελ Αβίβ. Για τους Ισραηλινούς, το αποδυναμωμένο καθεστώς Άσαντ είναι ο ιδανικός εχθρός, με την έννοια ότι δεν αντιπροσωπεύει κατ’ ουδένα τρόπο απειλή. Παρόλα αυτά, επιδιώκουν την ανατροπή του, επειδή γι’ αυτούς το μείζον είναι να σπάσει η σιιτική αλυσίδα που συνδέει το Ιράν με τη Χεζμπολάχ, μέσω του Ιράκ και της Συρίας. Υπενθυμίζουμε ότι η Χεζμπολάχ είναι η μόνη που το 2006 υποχρέωσε τον ισραηλινό στρατό να υποχωρήσει ουσιαστικά ηττημένος από τον Λίβανο.

Ας σημειωθεί ότι Ισραηλινός αξιωματούχος έχει ομολογήσει δημοσίως πως η ύπαρξη του σουνιτικού Ισλαμικού Κράτους βολεύει το Τελ Αβίβ. Όσο οι τζιχαντιστές πολεμούν το καθεστώς Άσαντ και δεν στρέφονται εναντίον του Ισραήλ, θεωρούνται χρήσιμοι! Γι’ αυτό και ενώ οι Ισραηλινοί βομβάρδισαν επανειλημμένως και συριακές βάσεις και δυνάμεις της Χεζμπολάχ εντός της Συρίας, δεν έχουν ρίξει ούτε μία σφαίρα εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, ή άλλων τζιχαντιστών.

Ως πρόεδρος, ο Ομπάμα κινήθηκε στη γραμμή της ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ, αλλά με μετριοπάθεια και πολύ προσοχή. Για την ακρίβεια, απέφυγε επιμελώς κινήσεις που θα μπορούσαν να κλιμακώσουν την αμερικανική εμπλοκή στο συριακό μέτωπο και πολύ περισσότερο απέφυγε την αποστολή χερσαίων δυνάμεων και βεβαίως την αντιπαράθεση με τους Ρώσους. Αποτέλεσμα αυτής της στάσης ήταν ότι η ανατροπή του καθεστώτος άρχισε ως στόχος να χάνει έδαφος. Για την ακρίβεια, εμμέσως δεν αποκλειόταν πολιτική λύση που θα άφηνε ρόλο όχι μόνο στο κυβερνών κόμμα Μπάαθ, αλλά ακόμα και στον ίδιο τον Άσαντ.

Η θέση του Τραμπ από την προεκλογική περίοδο ήταν σαφής: Χαρακτήριζε τον Άσαντ «μπάσταρδο», αλλά δήλωνε πως όσο αυτός δεν απειλεί τα αμερικανικά συμφέροντα η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει την ανατροπή του. Προ ημερών μόλις, στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου. Δήλωσε ότι η αλλαγή καθεστώτος στη Συρία δεν είναι προτεραιότητα της αμερικανικής κυβέρνησης και ότι είναι αρμοδιότητα των Σύριων να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον Άσαντ.

Η θέση αυτή είναι αντίθετη με δύο ισχυρές τάσεις στην αμερικανική πολιτική ελίτ. Πρώτον, με την τάση των Δημοκρατικών να επεμβαίνουν ανά τον κόσμο, προβάλλοντας ιδεαλιστικά επιχειρήματα ηθικολογικού χαρακτήρα. Δεύτερον, με την τάση των νεοσυντηρητικών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, οι οποίοι θεωρούν τις στρατιωτικές επεμβάσεις αναγκαίο εργαλείο για να επιβάλλονται αρεστά καθεστώτα και να διαμορφώνονται ευνοϊκοί συσχετισμοί δυνάμεων στα περιφερειακά συστήματα.

Δεν είναι τυχαίο, βεβαίως ότι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τίλερσον δήλωσε πως η επόμενη ημέρα δεν περιλαμβάνει τον Άσαντ. Η διαφοροποίησή του από τον Λευκό Οίκο δεν είναι, βεβαίως, άσχετη με τον άτυπο εμφύλιο πολιτικό πόλεμο που μαίνεται στην Ουάσιγκτον τους τελευταίους μήνες. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται και η επιθετική δήλωσή του ότι η Ρωσία έχει ευθύνη που δεν εξαλείφθηκαν τα χημικά όπλα της Δαμασκού.

Όλα αυτά συμβαίνουν, μάλιστα, όταν αρχίζει ο διμερής διάλογος για τη διαμόρφωση των όρων ενός modus vivendi Ουάσιγκτον-Μόσχας. Διάλογος που εκ των πραγμάτων θα συμπεριλάβει και το πρόβλημα της Συρίας. Με το πυραυλικό πλήγμα ο Τραμπ ανταποκρίνεται στο κλίμα που καλλιέργησαν εξαρχής οι εσωτερικοί αντίπαλοί του. Ταυτοχρόνως στέλνει και ένα μήνυμα αποφασιστικότητας προς τον Πούτιν, προκειμένου να αποκτήσει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα ενόψει ακριβώς του προαναφερθέντος διαλόγου.

Ας σημειωθεί ότι η αεροπορική βάση Σαϊράτ, που σήμερα φιλοξενεί δύο σμήνη SU-22, είχε αποφασισθεί να εκσυγχρονισθεί για να φιλοξενήσει και ρωσικά μαχητικά και βομβαρδιστικά. Ο βομβαρδισμός της, λοιπόν, έχει και τη διάσταση ότι στέλνεται ένα έμμεσο αλλά έμπρακτο μήνυμα στη Μόσχα για να αποτρέψει την περαιτέρω ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της στη Συρία.

Οι απότομες στροφές και η επίδειξη πυγμής είναι στοιχεία της προσωπικότητας του Τραμπ και είχαν φανεί το προηγούμενο διάστημα σε άλλα ζητήματα. Ως επιχειρηματίας δεν θέλει να θεωρείται από τους αντιπάλους του προβλέψιμος. Είναι ενδεικτική η απάντησή του, όταν δημοσιογράφος του επισήμανε τη στροφή του: «Άλλαξα. Είμαι ευέλικτος και είμαι υπερήφανος για την ευελιξία μου»!

Εξίσου ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι τις ίδιες ημέρες που ανοίγει μέτωπο με τη Μόσχα και που υποδέχεται τον Κινέζο ηγέτη για συνομιλίες προκαλεί το Πεκίνο, εγκαθιστώντας στη Νότιο Κορέα προηγμένο αντιπυραυλικό σύστημα. Η επίθεση στη Συρία, άλλωστε, είναι εκ των πραγμάτων και μία έμμεση προειδοποίηση προς τη Βόρειο Κορέα.

Όλα δείχνουν πως ο Τραμπ έχει εδραιωμένες κάποιες γενικές απόψεις, τις οποίες με ελιγμούς και εκπτώσεις επιχειρεί να τις μετατρέψει σε επίσημη αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η διαδικασία αυτή είναι στην αρχή της και αναπόφευκτα προκαλεί μεγάλες εσωτερικές τριβές και συγκρούσεις, οι οποίες επηρεάζουν όχι μόνο τους υπουργούς του, αλλά και τις επιλογές του ίδιου.

Προς το παρόν, πάντως, εισέπραξε τις επιδοκιμασίες και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των αντιπάλων του στο Κογκρέσο. Το Ισραήλ επικρότησε, κάνοντας, μάλιστα, αναφορά στο Ιράν. Η πρωτεύουσα, όμως, που χειροκρότησε πιο δυνατά ήταν η Άγκυρα. Ο Ερντογάν ελπίζει σε μία στρατηγική στροφή του Τραμπ, η οποία θα βγάλει την Τουρκία από τη δύσκολη θέση, στην οποία έχει περιέλθει.

Υπενθυμίζουμε ότι στην αρχή του συριακού πολέμου, ο Ερντογάν είχε αναλάβει με τις ευλογίες της Δύσης την εργολαβία να υποστηρίξει παντοιοτρόπως τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (άθροισμα αντικαθεστωτικών ανταρτικών ομάδων τζιχαντιστικού κατά κανόνα χαρακτήρα) με σκοπό την ανατροπή του Άσαντ. Θεωρούσε πως με τον τρόπο αυτό θα κατάφερνε να εγκαθιδρύσει ένα σουνιτικό καθεστώς, το οποίο θα μετέτρεπε τη Συρία σε άτυπο προτεκτοράτο της Τουρκίας.

Τα γεγονότα εξελίχθηκαν διαφορετικά απ’ ότι τα υπολόγιζε η Άγκυρα. Η ορατή προοπτική δημιουργίας κουρδικού κρατικού μορφώματος στη βόρειο Συρία έχει προκαλέσει νευρική κρίση στους νεοοθωμανούς, εξωθώντας τους να εμπλακούν ευθέως και στρατιωτικά στο συριακό ναρκοπέδιο. Τώρα, ο Ερντογάν ζητάει να δημιουργηθεί ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, καθώς και χερσαίες ζώνες ασφαλείας, προφανώς υπό τουρκικό έλεγχο.

Κάτι τέτοιο, όμως, είναι μάλλον απίθανο. Πέρα από την καταγγελία της αμερικανικής επίθεσης και το μπλοκάρισμα του δυτικού ψηφίσματος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η Μόσχα έκανε ένα πρόσθετο βήμα: ανέστειλε τη συμφωνία της με την Ουάσιγκτον για την ασφάλεια των πτήσεων στη Συρία. Εάν η ανταλλαγή πληροφοριών σταματήσει μπορεί αυτή η απόφαση να έχει συνέπειες.

Η Ουάσιγκτον, πάντως, δήλωσε πως οι Ρώσοι είχαν προειδοποιηθεί και αυτό μάλλον επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν είχαν απώλειες. Το γεγονός αυτό αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπήρξε κάποιου είδους συνεννόηση και μία σιωπηρή ρωσική ανοχή. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν αφορά τόσο την αντίδραση της Μόσχας, όσο το γεγονός ότι εφεξής ο Τραμπ είναι ευάλωτος πολιτικά.

Τί θα πράξει εάν το επόμενο διάστημα κάποιοι στήσουν μία προβοκάτσια με χρήση χημικών στη Συρία; Είναι δεδομένο ότι το ισχυρό (και στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη) νεοψυχροπολεμικό ρεύμα θα σπεύσει να αξιοποιήσει την ευκαιρία για να καλλιεργήσει κλίμα και με βάση αυτό να του ασκήσει πιέσεις να κλιμακώσει την αμερικανική επέμβαση στη Συρία. Θα παρασυρθεί από το κλίμα που θα έχουν προκαλέσει τρίτοι και θα κλιμακώσει; Είναι πολλοί, άλλωστε, που έχουν συμφέρον να τον εξωθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Εκτός από τους εσωτερικούς αντιπάλους του, πρώτη και καλύτερη είναι η Άγκυρα και βεβαίως οι τζιχαντιστές που ηττώνται στα πολεμικά μέτωπα και αναζητούν σανίδα σωτηρίας. Προφανώς, θα ήταν αστείο να θεωρήσουμε πως θα είχαν ηθικούς ενδοιασμούς.

Σταύρος Λυγερός


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

11 Απρ 2017


Ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin δήλωσε ότι η Ρωσία έχει πληροφορίες που αναφέρουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν νέες αεροπορικές επιθέσεις στην Συρία και πως υπάρχουν σχέδια για νέες παρόμοιες "κατασκευασμένες'' επιθέσεις με χημικά όπλα σε διάφορες περιοχές της Συρίας περιλαμβανομένων και των προαστίων της Δαμασκού.

Τις δηλώσεις αυτές έκανε κατά την διάρκεια της κοινής συνέντευξης τύπου που έδωσε με τον Ιταλό πρόεδρο Sergio Mattarella, μετά τη συνάντηση τους στο Κρεμλίνο. Συγκεκριμένα όταν ο Ρώσος πρόεδρος ρωτήθηκε, πού αναμένει να γίνουν νέες αεροπορικές επιδρομές από μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών είπε: "Έχουμε πληροφορίες από διάφορες πηγές, ότι ετοιμάζονται παρόμοιες προκλήσεις.. σε άλλες περιοχές της Συρίας όπως και στα νότια προάστια της Δαμασκού όπου σχεδιάζουν να ρίξουν κάποια ουσία και να κατηγορήσουν γι αυτό την συριακή κυβέρνηση".

Ο Ρώσος πρόεδρος είπε επίσης ότι η Ρωσία προτίθεται να ζητήσει την διεξαγωγή επίσημης έρευνας για το περιστατικό με την χρήση χημικών όπλων στην Συρία. "Προτιθέμεθα να απευθυνθούμε επίσημα στον αρμόδιο θεσμό του ΟΗΕ στην Χάγη, να απευθύνουμε έκκληση στην διεθνή κοινότητα να ερευνήσει αυτές τις πράξεις και ανάλογα με τα πορίσματα της έρευνας να λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις", δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ρώσος πρόεδρος.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Ιταλίας Sergio Mattarella, κάλεσε την διεθνή κοινότητα, αλλά και πρόεδρο Putin να ασκήσουν την επιρροή τους στην Συρία, ώστε να μην επαναληφθούν παρόμοιες επιθέσεις".

Ο Ρώσος πρόεδρος αναφερόμενος επίσης στην αμερικανική πυραυλική επίθεση στην Συρία, είπε ότι θυμίζει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στο Ιράκ το 2003, "όταν οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ παρουσίαζαν τα δήθεν χημικά όπλα που βρέθηκαν στο Ιράκ" και "μετά από αυτό, άρχισε η στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ η οποία ολοκληρώθηκε με την καταστροφή της χώρας, την αύξηση της τρομοκρατικής απειλής και την εμφανιση λίγο πολύ, του ISIS στην διεθνή σκηνή".


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Κάποιες ενδείξεις που έρχονται στην επιφάνεια σιγά-σιγά τις τελευταίες ημέρες, οφείλουν να προβληματίσουν σοβαρά την ελληνική πλευρά και να οδηγήσουν σε αναπροσαρμογή της στάσης και της τακτικής, καθώς οι επιπτώσεις στα ελληνικά εθνικά συμφέροντα θα είναι σημαντικές.

Οι ενδείξεις αυτές αφορούν μια σταδιακή στροφή της Ουάσιγκτον επί το… παραδοσιακότερο, δηλαδή την επιστροφή στη γνωστή «συμμαχία» με την Τουρκία στην αντιμετώπιση των περιφερειακών προβλημάτων και εντάσσεται στο συνολικότερο πλαίσιο της «επιστροφής» της αμερικανικής πολιτικής στα «ειωθότα».

Δηλαδή, μετά από τις προεκλογικές «περιπλανήσεις» του επιτελείου του Ντόναλντ Τραμπ, υπάρχουν ενδείξεις ότι η Ουάσιγκτον, όπως έδειξε και η επιστροφή στο ψυχροπολεμικό μοτίβο στις σχέσεις με τη Μόσχα, μελετά σοβαρά το ενδεχόμενο να επιχειρηθεί να «κλειδώσει» την επιστροφή της Άγκυρας στο δυτικό στρατόπεδο, αφήνοντας κατά μέρος σημαντικό μέρος της κριτικής που ασκείται απέναντι στο καθεστώς του προέδρου της, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Την ερχόμενη Πέμπτη στην Ουάσιγκτον και συγκεκριμένα στο Πεντάγωνο, θα βρεθεί ο υπουργός Άμυνας της Τουρκίας, Φικρί Ισίκ, ο οποίος θα έχει συνάντηση και συνομιλία επί όλων των θεμάτων με τον Αμερικανό ομόλογό του, στρατηγό των Πεζοναυτών εν αποστρατεία, Τζέιμς Μάτις, μια συνάντηση η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία, σε αντίθεση από παρόμοιες συναντήσεις του παρελθόντος.

Κάποτε, η έλευση του Τούρκου υπουργού Άμυνας στην Ουάσιγκτον ήταν γεγονός ήσσονος σημασίας εάν μαζί του δεν βρισκόταν και ο αρχηγός του γενικού επιτελείου. Σήμερα, αν έχει πετύχει κάτι ο Ερντογάν, είναι το να θέσει το στράτευμα υπό πολιτικό έλεγχο, κάτι που τον βοηθά να «πουλήσει» την επιτυχία αυτή ως βήμα προς τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας!

Παράλληλα, σε συχνή επικοινωνία βρίσκεται και ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου με τον Αμερικανό ομόλογό του, Ρεξ Τίλερσον, ενώ οι τόνοι στις δηλώσεις των Τούρκων για το θέμα της Συρίας έχουν πέσει, δίνοντας την αίσθηση ότι υπάρχει σε εξέλιξη παρασκηνιακή διαδικασία, η οποία «καθησυχάζει» τις τουρκικές ανησυχίες.

Εάν οι υποψίες που διατυπώνονται στο σημείωμα αυτό επαληθευθούν, θα πρέπει να αναμένεται διαφοροποίηση της στάσης των Αμερικανών απέναντι στους Κούρδους της Συρίας, έστω μια προσαρμογή, η οποία θα αλλάξει τα δεδομένα στο έδαφος…

Θα κινείται στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης των χειροτέρων σεναρίων που έκαναν την τουρκική πλευρά να βγάζει προς τα έξω έναν τεράστιο «εκνευρισμό», με δηλώσεις απειλητικές κατά πάντων των εμπλεκομένων, προδίδοντας την ανασφάλεια της τουρκικής ηγεσίας, κάτι που σταδιακά δείχνει να «σβήνει».

Οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να ποντάρουν στο ότι κάτι τέτοιο θα άλλαζε τα δεδομένα στο έδαφος, θα οριστικοποιούσε το «διαζύγιο» της τουρκικής πλευράς με τη Ρωσία και η όλη υπόθεση θα επέστρεφε στην πεπατημένη, σε σενάρια τα οποία έχει έτοιμα η αμερικανική πλευρά και μπορεί να τα διαχειριστεί χωρίς προβλήματα και εκπλήξεις η γραφειοκρατία του Πενταγώνου και του State Department.

Μια τέτοια ενδεχόμενη στροφή, θα οδηγούσε σε σημαντικές αλλαγές τις οποίες η αμερικανική διπλωματία θα κληθεί να αντιμετωπίσει και δεν αναφερόμαστε σε όσα αφορούν την ελληνική πλευρά, στα οποία θα αναφερθούμε στο τέλος. Τι θα κάνουν άραγε οι Κούρδοι;

Θα στραφούν στη Μόσχα ή θα αναζητηθεί από αμερικανικής πλευράς μια οδός που ναι μεν δεν θα τους επιτρέψει να προχωρήσουν στην ίδρυση κάποιας κρατικής οντότητας, αλλά θα επιβάλει στην Άγκυρα την αποδοχή ενός ενισχυμένου βαθμού αυτοδιάθεσης με περιφερειακή συμφωνία, με τους Κούρδους να το επιλέγουν ως το λιγότερο κακό σενάριο;

Δεν θα πρέπει να λησμονάμε ότι το ζήτημα των Κούρδων και η προοπτική εδαφικού ακρωτηριασμού αφορά τη Συρία, την Τουρκία, το Ιράκ και το Ιράν, οπότε οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να «παίξουν τα ρέστα τους» στην αναβίωση αυτού του σχήματος, θεωρώντας ότι μέσω αυτού θα μπορέσουν να διαχειριστούν καλύτερα την κατάσταση.

Θα πληρώσει μήπως «τη νύφη» το Ιράκ το οποίο θα διαιρεθεί ανάμεσα στην τουρκική και την ιρανική επιρροή, κάτι το οποίο υπό προϋποθέσεις ενδιαφέρει και άλλους «παίκτες» στην περιοχή, εάν αποκόπτει τον χερσαίο «σιιτικό» διάδρομο που επιτρέπει τη «σύνδεση» της σιιτικής ένοπλης οργάνωσης Χεζμπολάχ του Λιβάνου, με το καθεστώς των μουλάδων στην Τεχεράνη; Τραβηγμένο σενάριο που έχει αρκετές παραλλαγές, αλλά ας το κρατήσουμε καλού κακού στο πίσω μέρος» του μυαλού μας.

Επιστρέφοντας στην περίπτωση της Ελλάδας, η κατάσταση χρήζει πολύ προσεκτικής μελέτης και παρατήρησης των εξελίξεων και σε κάθε περίπτωση ετοιμότητα, καθώς οι επιπτώσεις στις επιθυμίες της ελληνικής πλευράς θα είναι δεδομένες και θα αφορούν και τον χώρο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες που σταδιακά δείχνουν να αναλαμβάνουν τον παραδοσιακό ηγετικό γεωπολιτικό ρόλο στην περιοχή είναι φυσιολογικό να αναζητούν πάντα μια «μέση γραμμή», ώστε να επιτυγχάνουν μια ισορροπία που θα εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή και θα διαχειριστούν τις αντιδράσεις που θα υπάρξουν.

Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι, ότι όσο πιο πολύ «φωνακλάς» είναι κάποιος και απειλεί την ισορροπία, στο τέλος της ημέρας παίρνει και τα περισσότερα ως αντάλλαγμα για την απόσπαση της ανοχής και της συναίνεσής του. Κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται να αναλύσουμε για ποιον λόγο βολεύει μια χαρά την παγίως φωνασκούσα και απειλούσα τους πάντες Τουρκία.

Η Ελλάδα χρειάζεται σαφές «Σχέδιο Β’», ώστε να είναι σε θέση να διαχειριστεί την κατάσταση εάν όσα προελέχθησαν τα βρούμε μπροστά μας, με στόχο την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων και την αποφυγή δυσμενέστατων εξελίξεων.


Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα εγκαταλείψουν την Ελλάδα, αλλά θα ήταν μοιραίο σφάλμα να θεωρήσουμε ότι σε περίπτωση αλλαγής – προσαρμογής της στρατηγικής, θα έχουμε περιθωριοποίηση της Τουρκίας και πραγματοποίησης των πιο «τρελών» ονείρων του Ελληνισμού.

Θα πρέπει να επιχειρήσουμε να «διαβάσουμε» την κατάσταση φορώντας «αμερικανικά γυαλιά» και να αντιληφθούμε ότι μια κυβέρνηση που δεν στέκεται και πολύ καλά στα πόδια της ακόμα, όπως αυτή του Ντόναλντ Τραμπ, επιχειρεί τη φυγή – από τα προβλήματα – προς τα εμπρός, κατευνάζοντας το «σύστημα» της Ουάσιγκτον με την επιστροφή στην πεπατημένη…

Σε μια τέτοια κατάσταση, θα πρέπει να περιμένουμε ακόμα και αύξηση της τουρκικής προκλητικότητας, με στόχο να τεθούν τα ζητήματα ενδιαφέροντος της Άγκυρας στο τραπέζι και να δοθούν και από εκεί ανταλλάγματα, στο πλαίσιο του αέναου ανατολίτικου παζαριού που διεξάγει η τουρκική διπλωματία.

Η κατάσταση θα επηρεάσει σαφέστατα το Κυπριακό, με τον Ερντογάν να προβαίνει σε υποτιθέμενες κινήσεις «καλής θέλησης», με αποτέλεσμα η ελληνική – κυπριακή πλευρά να καλείται να κάνει τη δική της κίνηση ανταπόδοσης, αλλιώς θα της καταλογιστεί αδιαλλαξία. Κάπου εκεί θα αντιληφθεί και ο Νίκος Αναστασιάδης τη σημασία του να κάνεις τις όποιες παραχωρήσεις – υποχωρήσεις έχεις αποφασίσεις να αποδεχθείς, στην κατάλληλη συγκυρία και να οχυρώνεσαι πίσω από τη νομιμότητα και τις συμμαχίες.

Διότι εφόσον το μεγάλο στοίχημα στην περιοχή είναι η σταθεροποίηση για την έναρξη αξιοποίησης των υδρογονανθράκων της περιοχής και η προώθησή του στις δυτικές αγορές, ακόμα και χώρες που θεωρούνται σύμμαχοι της ελληνική (ελλαδικής και κυπριακής) πλευράς, ναι μεν δεν θα εγκαταλείψουν την Αθήνα και τη Λευκωσία, δεν θα κινούνται όμως με «παράλληλο βηματισμό», εάν οι όποιες διευθετήσεις θα κατοχυρώνουν τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό ας το θυμόμαστε…

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα θα ανακαλύψει πιθανότατα ότι έστω με την αμερικανική επιδιαιτητική παρουσία, θα πιεστεί ασφυκτικά για να «τακτοποιήσει» και τα τουρκικά συμφέροντα, τα οποία αφορούν τη νομή του πλούτου της περιοχής. Εάν η τουρκική πλευρά είχε περιορισμένους στόχους και δεν έπασχε από το «σύνδρομο του φαταούλα», ενδεχομένως θα μπορούσε να υπάρξει περιθώριο εξεύρεσης μιας χρυσής τομής.

Όταν όμως έχεις απέναντι έναν γείτονα ο οποίος λόγω ισχύος, μεγέθους και γεωστρατηγικής σημασίας, το μόνο που κάνει είναι να θέτει διεκδικήσεις απαιτώντας στη καλύτερη των περιπτώσεων διαμοιρασμό 50-50, εκεί παύει να υπάρχει περιθώριο συνεννόησης.

Κατά συνέπεια, μια ελληνική πολιτική που θα στόχευε στην εξεύρεση λύσεων, καθώς απλός τορπιλισμός των όποιων πρωτοβουλιών να έφερνε την Αθήνα σε επικίνδυνη σύγκρουση με την Ουάσιγκτον, θα βρεθεί εκ των πραγμάτων στο τραπέζι των συζητήσεων και τα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας θα πρέπει να είναι έτοιμα.

Στόχος δεν θα πρέπει να είναι άλλος από το να χρησιμοποιηθεί η Ουάσιγκτον ως ανάχωμα στους συνήθεις τουρκικούς παραλογισμούς. Όπως οι ΗΠΑ θα διαχειριστούν την κατάσταση στη βόρεια Συρία με τρόπο που κάτι θα δίνει στον καθένα, αλλά όλοι πάλι θα «γκρινιάζουν», κάτι παρόμοιο θα επιχειρηθεί και στην περιοχή μας.

Διαπραγματευτική ισχύ έχουμε και θα πρέπει να αξιοποιηθεί. Την ίδια στιγμή έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην πολιτική συμμαχιών με την Αθήνα να κινείται πολυδιάστατα και πολυεπίπεδα, επιχειρώντας να βρει «πατήματα» στην πολιτική που θέλει να ασκήσει για να φέρει αποτέλεσμα, εξυπηρετώντας τις στρατηγικές της επιδιώξεις. Ο χρόνος θα δείξει εάν οι υποψίες που διατυπώθηκαν, θα αποτελέσουν τους δικούς μας «πονοκεφάλους» της επόμενης ημέρας.

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

10 Απρ 2017


O Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Rex Tillerson επέκρινε σφοδρά τη Ρωσία, λέγοντας ότι η χώρα του Putin απέτυχε να αποτρέψει τη χημική επίθεση της Συρίας με αποτέλεσμα να σκοτωθούν περίπου 90 άμαχοι.

Ο αμερικανός ΥΠΕΞ τόνισε ότι η Ρωσία, η οποία είναι η κύρια σύμμαχος της συριακής κυβέρνησης, απέτυχε να υλοποιήσει τη συμφωνία του 2013 που προέβλεπε την καταστροφή των χημικών όπλων στη Συρία.

«Η πραγματική αποτυχία στην περίπτωση αυτή είναι η αποτυχία της Ρωσίας να τηρήσει τις δεσμεύσεις της όπως προκύπτουν από τις συμφωνίες καταστροφής των χημικών όπλων του 2013» δήλωσε ο Tillerson στο τηλεοπτικό δίκτυο ABC.

Σημειώνεται ότι οι ΗΠΑ απάντησαν στην χημική επίθεση της Συρίας εκτοξεύοντας 59 πυραύλους «Τόμαχοκ» εναντίον της συριακής αεροπορικής βάσης Χομς, δημιουργώντας έτσι διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα σε Trump και Putin.

Εν τω μεταξύ οι υπουργοί Εξωτερικών των επτά πιο προηγμένων βιομηχανικά χωρών G7 προσέρχονται σήμερα για την ετήσια σύνοδο στη Λούκα, με τα κράτη της Ευρώπης και την Ιαπωνία να επιδιώκουν να λάβουν σαφή μηνύματα από τις ΗΠΑ για μια σειρά από ζητήματα, κυρίως αναφορικά με τον πόλεμο στη Συρία.
Αργότερα μέσα στην εβδομάδα, την Τρίτη, ο Tillerson θα μεταβεί στη Μόσχα όπου και θα έχει συνομιλίες με Ρώσους αξιωματούχους.

Εντωμεταξύ, ερωτηματικά προκαλούν δηλώσεις υψηλόβαθμων Αμερικανών αξιωματούχων μετά το πυραυλικό πλήγμα των ΗΠΑ κατά του αεροδρομίου της Συρίας και αναφορικά με το αν η απομάκρυνση του Bashar al-Assad από την εξουσία είναι κεντρικός στόχος πλέον στόχος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Μετά την πυραυλική επίθεση της Παρασκευής, αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης δήλωσαν ότι αν κριθεί αναγκαίο θα προετοιμαστούν για περαιτέρω ενέργειες, υπονοώντας την επανάληψη της χρήσης στρατιωτικών μέσων.

Η πρεσβευτής των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Nikki Haley δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν “πολλαπλές προτεραιότητες” στη Συρία, ενώ η επικράτηση συνθηκών σταθερότητας στη χώρα είναι αδύνατη με τον Assad στην προεδρία. “Δεν υπάρχει τρόπος να δούμε ειρήνη στην περιοχή αυτή, με τον Assad να παραμένει επικεφαλής της συριακής κυβέρνησης,” δήλωσε χαρακτηριστικά η Χάλεϊ στην εκπομπή “Meet the Press” του τηλεοπτικού δικτύου NBC.

“Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία αλλαγής. Η πολιτική λύση πρέπει να έρθει για το καλό του λαού της Συρίας,” πρόσθεσε η ίδια.

Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε αντίθεση με δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού των Εξωτερικών Rex Tillerson που τόνισε ότι η πυραυλική επίθεση των ΗΠΑ είχε ως αποκλειστικό σκοπό την αποτροπή επανάληψης χρήσης χημικών όπλων από τον Assad.

“Δεν έχει αλλάξει η στρατιωτική μας στάση” έναντι των εξελίξεων στη Συρία, δήλωσε ο Tillerson στην εκπομπή “This Week” του τηλεοπτικού δικτύου ABC.

Ο ίδιος διευκρίνισε ότι η άμεση προτεραιότητα των ΗΠΑ στη Συρία είναι η ήττα του Ισλαμικού Κράτους. Μετά την ήττα των τζιχαντιστών οι ΗΠΑ μπορούν να στρέψουν αλλού την προσοχή τους βοηθώντας στην υιοθέτηση μιας “πολιτικής διαδικασίας”που μπορεί να φέρει την πολιτική σταθερότητα στη Συρία, συμπλήρωσε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ για να τονίσει: “είναι μέσω αυτής της πολιτικής διαδικασίας για την οποία πιστεύουμε ότι ο λαός της Συρίας θα καταστεί δυνατό ν' αποφασίσει την τύχη του Bashar al-Assad.”



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Ανδρέας Γ.Μπανούτσος
Ιδρυτής και Πρόεδρος Δ.Σ. ΚΕΔΙΣΑ


Τα ξημερώματα της Παρασκευής 7 Απριλίου 2017 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διέταξε τον βομβαρδισμό, με 59 πυραύλους Tomahawk τύπου Cruise, της αεροπορικής βάσης Shayrat στη Δυτική επαρχία Χομς της Συρίας. Η ενέργεια αυτή ήρθε ως «απάντηση» στην αποδιδόμενη σε καθεστωτικές δυνάμεις του Άσαντ επίθεση με χημικά όπλα που πραγματοποιήθηκε στο Khan Sheikhoun στις 4 Απριλίου, μία πόλη ελεγχόμενη από τους αντάρτες στην επαρχία Idlib.

Για πολλοστή φορά οι ΗΠΑ επιτέθηκαν κατά ενός κυρίαρχου κράτους χωρίς προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ κατά σαφή παραβίαση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Χωρίς να έχει προηγηθεί καμία επίσημη ανεξάρτητη έρευνα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για το τι πραγματικά συνέβη στην Idlib με αποτέλεσμα να βρουν τραγικό θάνατο περισσότεροι από 60 άνθρωποι, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά, ο Πρόεδρος Τραμπ επέρριψε την ευθύνη στο καθεστώς Άσαντ και διέταξε την επίθεση κατά της Συρίας.

Οι Ρωσικές ένοπλες δυνάμεις ισχυρίστηκαν ότι η τραγωδία προέκυψε ως αποτέλεσμα του βομβαρδισμού από Συριακά αεροπλάνα μίας αποθήκης στην οποία οι Τζιχαντιστές κρατούσαν χημικά όπλα με αποτέλεσμα την έκλυση των αερίων στην γύρω περιοχή και τον θάνατο αθώων ανθρώπων.
Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα για το τι πραγματικά έγινε στην Idlib και για αυτό θα έπρεπε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να διατάξει άμεσα μία έρευνα από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες αντί να κατηγορηθεί χωρίς αποδείξεις ο Άσαντ.
Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι ο Άσαντ δεν είχε κανένα απολύτως συμφέρον την ώρα που επικρατούσε στα πεδία των μαχών με συμβατικά όπλα κατά των Τζιχαντιστών να εξαπολύσει επίθεση με χημικά όπλα κατά αμάχων.

Επομένως στο θεμελιώδες ερώτημα cui bono? (ποιος ωφελείται;) η απάντηση είναι ότι δεν ωφελείται ο Άσαντ ούτε φυσικά οι σύμμαχοί του οι Ρώσοι.

Κατά την εκτίμηση του γράφοντος έχουμε μία επανάληψη του περιστατικού στην Ανατολική Γκούτα στη Συρία τον Αύγουστο του 2013 όπου η επίθεση με χημικά όπλα κατά αμάχων είχε και πάλι αποδοθεί στο καθεστώς Άσαντ ενώ όπως αποδείχθηκε αργότερα την επίθεση την είχαν εξαπολύσει οι Τζιχαντιστές, οι οποίοι είχαν προμηθευτεί τα χημικά όπλα από τις Τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες με τη σειρά τους τα είχαν προμηθευτεί μέσω Λιβύης από τους Αμερικανούς.
Την εξήγηση αυτή έχει δώσει με πειστικό τρόπο ο πολυβραβευμένος Αμερικανός ερευνητής-δημοσιογράφος Seymur Hersh.
Αν το 2013 η επίθεση με χημικά όπλα είχε αποδοθεί εσφαλμένα αν όχι εσκεμμένα στον Άσαντ γιατί να μην έχει συμβεί το ίδιο τώρα;

Επιπρόσθετα ο Διεθνής Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων επιβεβαίωσε τον Ιανουάριο του 2016 ότι η διαδικασία για την καταστροφή του συνόλου των αποθεμάτων χημικών όπλων της Συρίας (η οποία είχε συμφωνηθεί από τον Πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα και τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν τον Σεπτέμβριο του 2013) είχε ολοκληρωθεί.
Επομένως το καθεστώς Άσαντ τον Απρίλιο του 2017 δεν διέθετε αποθέματα χημικών όπλων για να μπορέσει να εξαπολύσει την επίθεση.

Ποιος ωφελείται λοιπόν;

Κατά την εκτίμηση του γράφοντος εκείνοι οι οποίοι ωφελούνται κατά πάσα πιθανότητα είναι το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ και οι νεοσυντηρητικοί κύκλοι στη Ουάσιγκτον οι οποίοι επέβαλαν στον Πρόεδρο Τραμπ αλλαγή της διακηρυγμένης και προεκλογικά εξωτερικής του πολιτικής για συνεννόηση με τη Ρωσία στην επίλυση της Συριακής κρίσης.

Μόλις μία εβδομάδα πριν την επίθεση κατά την επίσκεψή του στην Άγκυρα ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Ρεξ Τίλλερσον είχε δηλώσει ότι προτεραιότητα των ΗΠΑ δεν είναι η απομάκρυνση του Άσαντ από την εξουσία αλλά πως το μέλλον του θα καθοριστεί από τη βούληση του Συριακού λαού.
Τι συνέβη λοιπόν και ο Πρόεδρος Τραμπ άλλαξε ρότα στη Συριακή κρίση μέσα σε μία εβδομάδα;
Προφανώς η επίθεση με χημικά όπλα στη Συρία.
Ναι αλλά από ποιον; Από τον Άσαντ; Δεν είχε συμφέρον να το κάνει.
Τότε από ποιόν/ους; Πιθανότατα από τους ίδιους τους Τζιχαντιστές με τις ευλογίες και την καθοδήγηση(;) των κύκλων που αναφερθήκαμε παραπάνω.

Ο Πρόεδρος Τραμπ είναι πλέον όμηρος αυτών των κύκλων και επί της ουσίας συνεχίζει την πολιτική των εξωτερικών παρεμβάσεων και αλλαγής καθεστώτων (regime change) των προηγούμενων Αμερικανικών κυβερνήσεων την οποία ο ίδιος είχε καταγγείλει ως αντιπαραγωγική και επικίνδυνη προεκλογικά. Κλείνοντας θα επιχειρήσω να κάνω έναν ιστορικό παραλληλισμό.

Ο Τραμπ εξελέγη τον περασμένο Νοέμβριο στην ηγεσία των ΗΠΑ ως εκπρόσωπος του «κόμματος της ειρήνης» όπως εκπρόσωπος του «κόμματος της ειρήνης» στην Αρχαία Αθήνα ήταν ο Νικίας.
Τελικά και παρά τις πεποιθήσεις του ο Νικίας αναγκάστηκε να ηγηθεί της καταστροφικής για την Αθηναϊκή ηγεμονία Σικελικής εκστρατείας (415-413 π.Χ.) υλοποιώντας την πολιτική του «κόμματος του πολέμου».

Να ευχηθούμε λοιπόν ο Τραμπ να μην αποδειχθεί ο σύγχρονος Νικίας.

Πηγές
https://www.lrb.co.uk/v35/n24/seymour-m-hersh/whose-sarin
https://www.opcw.org/news/article/destruction-of-syrian-chemical-weapons-completed
http://in.reuters.com/article/mideast-crisis-syria-usa-tillerson-idINKBN1711QL

Πηγή ΚΕΔΙΣΑ


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

9 Απρ 2017


Δεν αποτελεί μυστικό ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν την πιο ενεργό συμμετοχή του ΝΑΤΟ στη μάχη κατά της διεθνούς τρομοκρατίας. Θα ζητήσει άραγε η Ουάσιγκτον τη συνδρομή των νατοϊκών συμμάχων στην περίπτωση της Συρίας;

Η χρονική συγκυρία δεν μπορεί να είναι συμπτωματική: λίγο μετά την κοινή δήλωση των Μέρκελ-Ολάντ που επέρριπταν στον Σύρο πρόεδρο Άσαντ την αποκλειστική ευθύνη της αμερικανικής επίθεσης εναντίον της χώρας του, πήρε το λόγο ο γγ. του ΝΑΤΟ Στόλτενμπεργκ για να συμφωνήσει ουσιαστικά με τους προλαλήσαντες ηγέτες.

«Κάθε χρήση χημικών όπλων είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να μείνει χωρίς απάντηση», είπε ο επικεφαλής της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο παρερμηνειών για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει τις αμερικανικές επιχειρήσεις, αναφέρει η DW.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει βέβαια είναι, τι μέλλει γενέσθαι; Ποιο θα είναι το επακόλουθο αυτό των δηλώσεων; Και καταρχάς, τι ακριβώς εννοούσε ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ όταν έλεγε στο διάγγελμά μου, «καλώ όλα τα πολιτισμένα έθνη να συνδράμουν τις προσπάθειές μας προκειμένου να επιφέρουμε το τέλος της σφαγής και της αιματοχυσίας στη Συρία»;

Το Άρθρο 5

«Kαλώ όλα τα πολιτισμένα έθνη να συνδράμουν τις προσπάθειές μας προκειμένου να επιφέρουμε το τέλος της σφαγής και της αιματοχυσίας στη Συρία», είπε στο διάγγελμά του.

Φυσικά και ο Τραμπ μπορεί να ζητήσει τη στρατιωτική συνδρομή του ΝΑΤΟ. Εντούτοις δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί το Άρθρο 5 της καταστατικής Συνθήκης της Ουάσιγκτον που προβλέπει τη δέσμευση της συλλογικής άμυνας και το οποίο μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο όταν μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ δέχεται επίθεση.

Η μόνη φορά που έγινε αυτό ήταν στις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001. Ακόμη και στην περίπτωση αυτή όμως κάθε χώρα μπορεί να αποφασίσει μόνη της τον τρόπο με τον οποίο θα βοηθήσει.

Στην παρούσα περίπτωση η επίθεση με τα χημικά έγινε εκτός της νατοϊκής επικράτειας. Οι αμερικανικές επιθέσεις στη Συρία συνιστούν λοιπόν επιχειρήσεις «out-of-area», όπως ήταν και οι επιχειρήσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία το 1999. Και σε αυτή την περίπτωση η συμμετοχή των μελών του ΝΑΤΟ είναι εθελοντική.

Νατοϊκές επιχειρήσεις εν μέσω εκλογών;

Γεγονός είναι ότι στην παρούσα φάση δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο αμερικανός πρόεδρος θα ζητήσει όντως τη συνδρομή των συμμάχων στην περίπτωση της Συρίας. Σε περίπτωση που το κάνει, θα έπρεπε να υπάρξει έκτακτη συνεδρίαση των 28 χωρών μελών προκειμένου να δώσουν το πράσινο φως για τις επιχειρήσεις. Η εξέλιξη αυτή θα έφερνε όμως ορισμένες χώρες σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.

Ανάμεσα σε αυτές και τη Γερμανία, όπου οι πολίτες καλούνται στις κάλπες το Σεπτέμβριο και η οποία θα έπρεπε να αποφασίσει εάν σκοπεύει να εμπλακεί άμεσα σε μια τόσο πολυσύνθετη εστία κρίσης ή εάν θα γύριζε την πλάτη σε έναν τόσο σημαντικό εταίρο όπως είναι οι ΗΠΑ.

Αναλυτές εκτιμούν ότι ο Τραμπ δεν πρόκειται να θέσει τους συμμάχους ενώπιον ενός τόσο δύσκολου διλήμματος. Μεταξύ τους ο ειδικός σε θέματα Εγγύς και Μέσης Ανατολής Μίχαελ Λύντερς: «Πολλά συνηγορούν υπέρ του ότι ο Τραμπ δεν θα προχωρήσει σε άλλες επιθέσεις. Αλλά πρόκειται μόνον για εκτιμήσεις».

Πηγή MIgnatiou




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου