Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

6 Σεπ 2017


Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας φαίνεται ότι με την συγκατάθεση ή όχι του κυβερνητικού του εταίρου και αρμοδίου Υπουργού κ. Πάνου Καμμένου, ετοιμάζεται να «γεμίσει» το προεκλογικό καλάθι «παροχών» της κυβέρνησης του και με εξαγγελία μείωσης της στρατιωτική θητείας!

Αυτό σημαίνει ότι είτε οι κυβερνητικοί παράγοντες και το Πρωθυπουργικό Γραφείο δεν έχουν κατανοήσει τι ακριβώς σημαίνουν τα απαράδεκτα ποσοστά επανδρώσεως των Μονάδων και ιδιαίτερα του Στρατού Ξηράς είτε ότι δεν ενδιαφέρονται, αν τελικά η Στρατιωτική Ηγεσία έχει εξηγήσει βέβαια όπως θα έπρεπε, για τα ακόμα πιο σοβαρά προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν οι Ένοπλες Δυνάμεις με την υλοποίηση μίας τέτοιας απόφασης, σχετικά με την επιχειρησιακή τους ικανότητα. Σε κάθε περίπτωση όμως δεδομένου του αδιαμφισβήτητου ζητήματος ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Χώρα από την συνεχιζόμενη τουρκική επιθετικότητα το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι πρόκειται για ένα επικίνδυνο φτηνό μικροπολιτικό παιχνίδι!

Ο ΥΕΘΑ κ. Πάνος Καμμένος έχει τοποθετηθεί επανειλημμένως αρνητικά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο (όπως βέβαια και σε πολλά άλλα που … «τα πήρε πίσω» μετά) αλλά και ο εκ του ΣΥΡΙΖΑ Αναπληρωτής Υπουργός κ. Βίτσας, ο οποίος μάλιστα μόλις προ δέκα μηνών σε ραδιοφωνική του συνέντευξη είχε ξεκόψει μία τέτοια απόφαση λέγοντας «δεν το εξετάζουμε και λόγω των απειλών που αντιμετωπίζει η χώρα». Τι έχει μεσολαβήσει μέχρι σήμερα; Σταμάτησαν οι τουρκικές προκλήσεις και αποσύρθηκε το casus belli;

Βεβαίως σε αυτό το ζήτημα έχουμε και την νεολαία ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τους διάφορους «Καρανίκες» που επαναφέρουν περιοδικά το αίτημα για μείωση της θητείας από τους 9 που είναι σήμερα σε 6 μήνες. Αν όμως τελικά φθάσει ο κ. Τσίπρας στο σημείο να αναγγείλει κάτι τέτοιο, θα το κάνει ως ένα ακόμα «προεκλογικό δώρο» για τους νεαρότερους ψηφοφόρους που εντάσσονται στο εκλογικό σώμα αλλά και στις οικογένειες εκείνες οι οποίες θεωρούν δυστυχώς «πάρεργο» την εθνική υποχρέωση των Ελλήνων η οποία αποτελεί και συνταγματική επιταγή (Άρθρο 4 παράγραφος 6). Οι εμπνευστές όμως μίας τέτοιας ιδέας στην Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κάνουν λάθος αν πιστεύουν ότι η μείωση της θητείας μπορεί να αποτελέσει εκείνο το στοιχείο που θα επηρεάσει τελικά το εκλογικό σώμα. Ξεχνούν μάλλον μία ανάλογη περίπτωση που είχαμε το 2009, όταν χωρίς καμία σχετική μελέτη ο τότε Υπουργός κ. Μειμαράκης είχε μειώσει λίγο πριν τις εκλογές εντελώς αιφνιδιαστικά κατά 3 μήνες την θητεία αλλά η ΝΔ έχασε τελικά τις εκλογές και μάλιστα με διαφορά. Από τότε τα ποσοστά επανδρώσεως των Μονάδων παρέμειναν σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα με συνεχή πτωτική τάση.

Μιας και μαθαίνουμε από τις πηγές μας ότι η μείωση της θητείας θα δικαιολογηθεί με την… εξοικονόμηση προσωπικού λόγω της μελλοντικής αναδιοργάνωσης των Ενόπλων Δυνάμεων θα πρέπει να τονισθεί ότι αυτό το επιχείρημα είναι απολύτως έωλο. Θα συνέβαινε κάτι τέτοιο αν σήμερα δεν ήταν απαράδεκτα χαμηλά τα ποσοστά επανδρώσεως. Η αναδιοργάνωση επιβάλλεται, όχι όμως για να δικαιολογήσει περαιτέρω μείωση της στρατιωτικής θητείας αλλά για να έχουμε μία πιο οικονομική αλλά και πιο αποτελεσματική Δομή Διοικήσεως και Δυνάμεων και με δευτερογενές αλλά ουσιαστικό όφελος την αύξηση σε παραδεκτά επίπεδα του ποσοστού επανδρώσεως των Μονάδων προκειμένου να εξασφαλιστεί η λειτουργικότητα τους και η δέουσα επιχειρησιακή ετοιμότητα αυτών. Υπάρχουν όμως και άλλοι σοβαροί λόγοι που εκπορεύονται από τις διαδικασίες του Εθνικού Αμυντικού Σχεδιασμού και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν δημοσίως σε αυτό το άρθρο.

Η πικρή αλήθεια, την αποδεχόμαστε ή όχι είναι ότι η οικονομική κρίση που συνεχίζει να πλήττει την πατρίδα μας, έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στις ΕΔ της χώρας. Μία από αυτές τις επιπτώσεις (πλέον των άλλων), είναι και η αδυναμία να προσληφθούν νέοι Επαγγελματίες Οπλίτες (ΕΠΟΠ) από του 2010, με συνέπεια απέχει κατά πολύ των καθορισθεισών οροφών ειρήνης των Κλάδων με ότι αυτό συνεπάγεται για την επάνδρωση και επιχειρησιακή ετοιμότητα των ΕΔ.

Για να προλάβουμε κάποιους, επισημαίνεται ότι Ελλάδα είναι μία μικρή χώρα που συνεχίζει να μαστίζεται από την οικονομική κρίση και είναι αδύνατον να διατηρεί Δομή Ενεργού Στρατού ανάλογη της κυρίας απειλής. Η κύρια απειλή αντιμετωπίζεται μόνο με πλήρη κινητοποίηση όλου του δυναμικού των ΕΔ (ενεργού και εφεδρείας). Αλλά για ποια εφεδρεία θα μιλάμε σήμερα όταν η περαιτέρω μείωση θα δώσει την χαριστική βολή στην εναπομένουσα εκπαιδευμένη εφεδρεία (άραγε ακόμα υπάρχει;) καθόσον σε 6 μήνες είναι αδύνατον να ολοκληρώσει την εκπαίδευση του ο στρατεύσιμος νέος αλλά και να την εμπεδώσει κατόπιν με ασκήσεις και άλλες εκπαιδευτικές προκεχωρημένες δραστηριότητες.

Καλούμε τον κ. Πρωθυπουργό και τον αρμόδιο Υπουργό Εθνικής Άμυνας να δείξουν την απαιτούμενη υπευθυνότητα και να μην χρησιμοποιήσουν την στρατιωτική θητεία για μικροκομματικά οφέλη αλλά ούτε να την βάλουν στον βωμό ενός νεφελώδους αριστερού ριζοσπαστισμού. Μακάρι να ήμασταν σε άλλη περιοχή χωρίς δύστροπο και αναθεωρητικό γείτονα….αλλά δυστυχώς δεν είμαστε και δεν επιτρέπεται να αποδυναμωθεί στρατιωτικά και άλλο η Χώρα.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



23 Αυγ 2017


Η πρόσφατη συνεδρίαση του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου αφήνει πίσω του νέες πληγές και αναταράξεις στους κόλπους των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Υψηλόβαθμα στελέχη του τουρκικού στρατού, τα οποία διαφωνούν με τις νέες αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της χώρας και τις προαγωγές στον στρατό τραβούν τον δρόμο της πρόωρης συνταξιοδότησης.

Δεκάδες στρατηγοί διαφωνούν με την παρέμβαση της κυβέρνησης στις κρίσιμες αποφάσεις και προαγωγές του στρατού και έρχονται στο σημείο της τελικής ρήξης. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, περίπου 10 στρατηγοί, οι οποίοι μέχρι πριν από λίγες ώρες διοικούσαν κρίσιμης σημασίας μονάδες του τουρκικού στρατού, παραιτήθηκαν από τα αξιώματα και τα καθήκοντα τους.

Οι στρατηγοί ζητούν την πρόωρη συνταξιοδότηση τους. Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοινώνει ότι μέχρι στιγμής έχουν γίνει αποδεκτές οι παραιτήσεις επτά στρατηγών. Το υπουργείο ισχυρίζεται ότι οι παραιτήσεις δεν σχετίζονται με τις νέες προαγωγές στον στρατό.

Οι τελευταίες εξελίξεις έρχονται στο προσκήνιο τη στιγμή που η τουρκική κοινή γνώμη εστιάζει την προσοχή της στην περίπτωση του στρατηγού Ζεκαϊ Άκσακαλλι. Ο κ. Άκσακαλλι μέχρι πριν από λίγες ημέρες ήταν ο διοικητής των ειδικών δυνάμεων του στρατού. Ο ίδιος ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρόσφατη εισβολή της Τουρκίας στην βόρεια Συρία.

Πριν από λίγες ημέρες, ο στρατηγός Άκσακαλλι αντιδρώντας στην απόφαση της κυβέρνησης για την απομάκρυνση του από τις ειδικές δυνάμεις κατέθεσε την παραίτηση του. Στην συνέχεια, με την παρέμβαση της ηγεσίας του στρατού και της κυβέρνησης, ο ίδιος παρέμεινε στον τουρκικό στρατό. Για την περίπτωση του στρατηγού Άκσακαλλι δημόσια τοποθέτηση πραγματοποίησε ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τονίζοντας ότι στον στρατό δεν υπάρχουν απογοητεύσεις και θυμοί.

Νίκος Στέλγιας
Πηγή "Καθημερινή"



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

24 Ιουλ 2017


Ο κ. Μιχάλης Κωσταράκος είναι σήμερα πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2015 ήταν ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Γιάνης Βαρουφάκης στο βιβλίο του μιλάει για κάτι «σαν πραξικόπημα»! Μόνοι τους θα το έκαναν; Χωρίς το στρατό; Ξέρει κάτι ο «αρχηγός»; Επίσης, γνωρίζει πως προέκυψαν οι δηλώσεις Καμμένου, ότι ο στρατός εγγυάται την εσωτερική ασφάλεια;

Έχουν ήδη παραδεχτεί ότι από την πρώτη στιγμή που ανέλαβαν την εξουσία προετοίμαζαν την έξοδο της χώρας από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είναι μόνο ο Γιάνης Βαρουφάκης που μεταφέρει στο νέο του βιβλίο ηχογραφημένες συνομιλίες του με τον Αλέξη Τσίπρα. Είναι και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, το νούμερο 2 εκείνη την περίοδο στην κυβέρνηση. Θα βγαίναμε, λοιπόν, από το ευρώ, βουτώντας το ταμείο των 16 δισεκατομμυρίων ευρώ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης, θα απαλλοτρίωναν τις καταθέσεις σε ευρώ στις τράπεζες και στη θέση τους θα μας έδιναν δραχμές. Και τι νόμιζαν ότι θα συνέβαινε; Ότι θα βγαίναμε στην Πλατεία Συντάγματος να χορέψουμε; Χαζοί δεν είναι! Σίγουρα ήξεραν ότι ένα κομμάτι του ελληνικού λαού θα αντιδρούσε. Πως σκόπευαν να αντιμετωπίσουν αυτούς που θα κατέβαιναν στο δρόμο;

Ξέρουμε ότι είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος για «άγρια πράγματα» με τη ρητορική περί τρόικας εσωτερικού. Με το «ή εμείς ή αυτοί». Τι θα κάνατε, λοιπόν, στρατηγέ Κωσταράκο, όταν τα «πουτανάκια των δανειστών» θα διαδήλωναν στο δρόμο; Είχατε ετοιμάσει κάποιο σχέδιο; Μην βιαστείτε να απαντήσετε αρνητικά. Χρειάζεται μεγάλη σκέψη για το τι θα πει κανείς όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης έχει ηχογραφήσει τους πάντες. Όταν ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας δεν το είχε αντιληφθεί, δεν θέλουμε να φανταστούμε πόσων ακόμη η φωνή βρίσκεται αρχειοθετημένη σε ένα συρτάρι. Πρόσεξε, λοιπόν, στρατηγέ το γράφει στο βιβλίο του ο Γιάνης Βαρουφάκης. Ότι ο Αλέξης Τσίπρας του «υπαινίχθηκε ότι ετοιμαζόταν κάτι σαν πραξικόπημα και ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Στουρνάρας και οι μυστικές υπηρεσίες ήταν σε συναγερμό».

Τι σημαίνει κύριε Κωσταράκο «κάτι σαν πραξικόπημα»; Δεν υπάρχει ολίγον έγκυος. Έτσι δεν υπάρχει και ολίγον από πραξικόπημα. Εσείς, ξέρετε κάτι; Θα μπορούσαν να προετοιμάζουν κάτι σαν αυτό το «κάτι σαν» του Γιάνη χωρίς να το γνωρίζετε; Χωρίς να έχετε ακούσει κάτι σχετικό;

Την Παρασκευή πριν από το περίφημο δημοψήφισμα, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επισκέφτηκε το υπουργείο Άμυνας. Αμέσως μετά ο κ. Καμμένος δήλωσε ενώπιον του πρωθυπουργού ότι οι ένοπλες δυνάμεις εγγυώνται την εσωτερική ασφάλεια της χώρας. Ποιο άρθρο του Συντάγματος λέει κάτι τέτοιο αρχηγέ; Κι είπε κάτι τέτοιο ο υπουργός της Άμυνας χωρίς να ρωτήσει τον αρχηγό του; Τι άλλο συνέβη, αλήθεια, εκείνη την ώρα; Οι εργαζόμενοι στο υπουργείο θα έχουν πολλά να πουν για τους αξιωματικούς που βγήκαν από τη σύσκεψη με δάκρυα στα μάτια και έβγαλαν στη συνέχεια πατριωτικούς λόγους. Τι τους ειπώθηκε; Σε μία εξεταστική επιτροπή όλοι θα μιλήσουν. Και ενώ οι πολιτικοί έχουν φροντίσει τους εαυτούς τους με ειδικούς Νόμους, η παραγραφή δεν ισχύει για άλλους…

Μήπως έχετε ακούσει, κύριε Κωσταράκο, κάτι για τις συσκέψεις που γινότανε από το Φεβρουάριο με τις αρμόδιες υπηρεσίες του στρατού για το θέμα των φαρμάκων; Τι ακριβώς διαπραγματευόντουσαν; Ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι κι εσείς να μην το γνωρίζατε;

Κύριε Κωσταράκο, γνωρίζετε αν είχαν σταλεί επίλεκτες δυνάμεις του στρατού στη Βουλή για τη φύλαξή της στην περίοδο 2010 – 2013; Σε ποια απόφαση στηρίχτηκε εκείνη η Αποστολή, εφόσον, τελικά, έγινε; Μήπως αυτή η απόφαση χρησιμοποιήθηκε το 2015 κι αν ναι σε ποια ακριβώς αποστολή;

Αρχηγέ μου, τα στόματα έχουν αρχίσει να ανοίγουν. Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι θα μαθευτούν όλα για το 2015. Δεν πρόκειται να μείνει κάτι κρυφό. Και μαντέψτε! Η ευθύνη θα πέσει στην πλάτη εκείνων που δεν ανήκουν στο στενό τους πυρήνα…

Θανάσης Μαυρίδης
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

19 Ιουλ 2017


Παραιτήθηκε ο αρχηγός του γενικού επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων της Γαλλίας, Πιερ ντε Βιλιέ.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του, αιτία είναι η διαφωνία με τον Γάλλο Πρόεδρο Μακρόν σχετικά με τη μείωση στον αμυντικό προϋπολογισμό της χώρας.

Στη δήλωσή του ο τέως επικεφαλής των Γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων ανέφερε ότι προσπάθησε να διασφαλίσει την ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων να ανταποκριθούν στο ιδιαίτερα δύσκολο έργο τους, δεδομένων επιβεβλημένων οικονομικών περιορισμών.

«Υπό το πρίσμα των δεδομένων συνθηκών αδυνατώ να εγγυηθώ μια σθεναρή αμυντική δύναμη, που θεωρώ ότι είναι αναγκαία για την προστασία της Γαλλίας και του λαού της, τόσο σήμερα όσο και για το μέλλον», δήλωσε ο ντε Βιλιέ.

«Ως εκ τούτου υπέβαλα την παραίτησή μου στον Πρόεδρο Μακρόν που έτυχε της αποδοχής του», προσέθεσε.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

10 Ιουλ 2017


Η Γερμανία άρχισε την Κυριακή την αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεών της από την τουρκική αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ, από την οποία και υποστήριζαν την διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων της διεθνούς συμμαχίας -υπό τις ΗΠΑ- κατά του Ισλαμικού Κράτους.

Η εξέλιξη αυτή, δρομολογήθηκε μετά την άρνηση της 'Άγκυρας να επιτρέψει την είσοδο Γερμανών κοινοβουλευτικών στην εν λόγω βάση.

Η έναρξη της αποχώρησης ανακοινώθηκε από εκπρόσωπο του γερμανικού υπουργείου Άμυνας, ενώ εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο της Γερμανίας, τον Ιούνιο κι ενισχύει την διάσταση απόψεων και διαφορών μεταξύ των δύο κυβερνήσεων σε μια σειρά από ζητήματα.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

8 Ιουλ 2017


Και ενώ η Τουρκία οδηγείται ολοένα και περισσότερο προς έναν μοναχικό γεωπολιτικό δρόμο, που απειλεί να τη μετατρέψει, σε βάθος χρόνου, σε ένα είδος Βορείου Κορέας της Μεσογείου, συνεχίζεται ακάθεκτη η διαδικασία «επίλυσης» του Κυπριακού, η οποία, αν ολοκληρωθεί, θα απειλήσει να εντάξει – τυπικά ή άτυπα – την Κυπριακή Δημοκρατία στη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας. Κατά συνέπεια, μια τέτοια εξέλιξη θα υπονομεύσει τη γενικότερη θέση και λειτουργία της Κύπρου μέσα στον Δυτικό Κόσμο, δεδομένου ότι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελαν οι Δυτικοί σήμερα θα ήταν μια ακόμη πιο ισχυρή Τουρκία, που θα προέκυπτε μετά την «επίλυση» του Κυπριακού.

Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα

Κατά την άποψη του γράφοντος, ένας λόγος που ωθεί το «φιλοευρωπαϊκό» κομμάτι της κυπριακής ηγεσίας σε αυτήν την σχιζοειδή πολιτική είναι μια ακραία απαισιόδοξη άποψη αναφορικά με τις στρατιωτικές δυνατότητες, τόσο της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και της Ελλάδας, να αντιμετωπίσουν τυχόν τουρκική στρατιωτική επίθεση εναντίον του ελεύθερου κομματιού της Μεγαλονήσου.

Πολύ απλά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αντίληψη αυτή συμπυκνώνεται στην άποψη ότι η γείτων μπορεί να κάνει μια χαψιά την Κύπρο όποτε το θελήσει, άρα μία όπως όπως «επίλυση» του Κυπριακού είναι προτιμότερη από μια μετωπική αντιπαράθεση, που θα απειλούσε να οδηγήσει σε τουρκική εισβολή και σε συντριπτική ήττα, πιθανώς και σε πλήρη εξάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αντίληψη αυτή δρα αποδομητικά εδώ και καιρό δημιουργώντας έναν ηττοπαθή βρόχο ανάδρασης.

Συγκεκριμένα, η πίστη στη ματαιότητα της στρατιωτικής αντίστασης σε περίπτωση τουρκικής εισβολής οδηγεί σε απαξίωση των μαχητικών ικανοτήτων της Εθνικής Φρουράς, που με τη σειρά της εδραιώνει περαιτέρω την αντίληψη της «βέβαιης ήττας», που εν συνεχεία οδηγεί σε περαιτέρω απαξίωση των μαχητικών ικανοτήτων της Εθνικής Φρουράς και πάει λέγοντας.

Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί μια μοιρολατρική αντίληψη ότι η Κύπρος είναι έρμαιο των τουρκικών διαθέσεων και κατά συνέπεια, η «ρεαλιστική» επιλογή είναι η «επίλυση» του Κυπριακού, έστω και υπό τους όρους της Άγκυρας, τουτέστιν η εθελούσια εξάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου γεωπολιτικού δρώντος.

Ανύπαρκτη έννοια η απόλυτη στρατιωτική ισχύς

Τα τελευταία χρόνια, η φαταλιστική αυτή αντίληψη έχει ενισχυθεί υπέρμετρα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και συνεπακόλουθα και οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, με αποτέλεσμα το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και γενικότερα η ικανότητα της Ελλάδας να υποστηρίξει στρατιωτικά τη Μεγαλόνησο να προβάλλονται από κάποιους ότι είναι εξαιρετικά μειωμένα.

Ωστόσο, η αντίληψη αυτή είναι απλώς λανθασμένη. Όπως ο γράφων έχει τονίσει και σε προηγούμενα άρθρα στα «Επίκαιρα» δεν υπάρχει απόλυτη στρατιωτική ισχύς, παρά μόνο σχετική, η οποία λαμβάνει υπόσταση ανάλογα με τα γεωγραφικά, πολιτικά και άλλα δεδομένα της εκάστοτε αντιπαράθεσης. Κατά συνέπεια, οι τεράστιες διαφορές στα μεγέθη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας θα έπαιζαν τον κυρίαρχο ρόλο μόνον στο πλαίσιο ενός παρατεταμένου ολοκληρωτικού πολέμου, ο οποίος εύκολα γίνεται σε κάποιο πολεμικό παίγνιο, δύσκολα όμως μπορεί να προκύψει στην πολύπλοκη σημερινή διεθνή γεωπολιτική πραγματικότητα.

Βέβαια, εδώ προκύπτουν μια σειρά από οργισμένες αντιρρήσεις από πλευράς των οπαδών της «ρεαλιστικής ηττοπάθειας». Η πρώτη εξ αυτών είναι ότι δεν βρισκόμαστε στο 1974 και η Τουρκία κατέχει ήδη ένα μεγάλο μέρος της Κύπρου και διαθέτει εκεί μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Η δεύτερη είναι ότι η Τουρκική Αεροπορία απολαμβάνει πλήρη κυριαρχία πάνω από τη Μεγαλόνησο και σχεδόν από μόνη της μπορεί να συντρίψει την κυπριακή άμυνα.

Παρεμπιπτόντως, η άποψη αυτή ενισχύεται από μια γενικότερη αντίληψη περί πρωτοκαθεδρίας της αεροπορικής ισχύος και της δυνατότητάς της να ολοκληρώσει επιτυχώς μια πολεμική αναμέτρηση από μόνη της. Τέλος, προβάλλεται η άποψη ότι και αν ακόμη ήταν δυνατή η επιτυχής άμυνα της Εθνικής Φρουράς αυτό θα απαιτούσε την αγορά ακριβών οπλικών συστημάτων, η απόκτηση και συντήρηση των οποίων είναι εκτός των οικονομικών ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Η λύση για μικρότερες εκτάσεις

Ωστόσο, μια αρχική ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου μας υποδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρός αντίλογος και για τις τρεις αυτές απόψεις. Ας ξεκινήσουμε από το θέμα των χρημάτων για εξοπλισμούς. Εδώ θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους στις αγορές οπλικών συστημάτων είναι συνήθως αυτό της απόκτησης πλατφορμών μάχης, δηλαδή μαχητικών αεροσκαφών, ελικοπτέρων, αρμάτων μάχης κ.λπ. Τείνουμε όμως να ξεχνάμε ότι κατ’ ουσίαν η δουλειά κάθε πλατφόρμας είναι να μεταφέρει βλήματα τα οποία καταστρέφουν στόχους.

Όλες αυτές οι πλατφόρμες, δηλαδή, αποτελούν μέσα μεταφοράς βλημάτων. Αν, λοιπόν, τα βλήματα μπορούν να μετακινηθούν από το σημείο Α στο σημείο Β χωρίς να χρειάζεται η πλατφόρμα μεταφοράς, τότε το κόστος περιορίζεται δραστικότατα. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε γεωγραφικά περιορισμένους χώρους, όπως είναι η Κύπρος, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη συστημάτων πυροβολικού αυξημένου βεληνεκούς, που είναι μια από τις κυρίαρχες τάσεις στην τεχνολογία του πολέμου ή με την ανάπτυξη υβριδικών συστημάτων πυροβολικού – αεροπορικών όπλων.

Για παράδειγμα, ένα από τα πιο εξελιγμένα αεροπορικά όπλα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η «Βόμβα Μικρής Διαμέτρου» (Small Diameter Bomb / SDB). Το έξυπνο αυτό όπλο μπορεί να μεταφερθεί στον στόχο του στην εσωτερική αποθήκη οπλισμού ενός πανάκριβου μαχητικού αεροσκάφους stealth F-35 ή πάνω σε μια ρουκέτα του πολλαπλού εκτοξευτή ρουκετών MLRS. Παρόμοιο είναι και το σερβικό σύστημα Kosava, το οποίο μεταφέρει πάνω σε μια ρουκέτα μια αεροπορική βόμβα με σύστημα ανεμοπορίας.

Άρα, αν ο χώρος μάχης είναι αρκετά μικρός ώστε η βόμβα να μπορεί να φθάνει τους στόχους της πάνω σε μια ρουκέτα δεν χρειάζεσαι το πανάκριβο αεροπλάνο μεταφοράς. Επιπροσθέτως, οι πολλαπλοί εκτοξευτές ρουκετών τείνουν να αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο βεληνεκές διεθνώς. Το κινεζικό σύστημα WS-2D, για παράδειγμα, φθάνει σε βεληνεκές τα 400 χλμ, ενώ 300 χλμ είναι το βεληνεκές του πολωνικού WR-300 Homar και του βραζιλιάνικου ASTROS 2020 και 200 χλμ του λευκορωσικού Polonez.

Το άκρως φονικό ρωσικό Smerch φθάνει σε βεληνεκές τα 90 χλμ, ενώ μεγάλη ποικιλία σχετικών συστημάτων παραθέτουν και οι Ισραηλινοί. Μάλιστα, οι τελευταίοι με το σύστημα Trajectory Correction System (TCS), επιτρέπουν την ενοποίηση πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών σε ένα δικτυοκεντρικό σύστημα – συστημάτων, όπου ένας κινούμενος στόχος, όπως για παράδειγμα μια επιλαρχία αρμάτων, βρίσκεται διαρκώς υπό επιτήρηση από κάποιους αισθητήρες και οι ρουκέτες ανανεώνουν τα δεδομένα στοχοποίησης ενώ βρίσκονται εν πτήσει μέσω ζεύξης δεδομένων, τροποποιώντας ανάλογα την τροχιά τους, ώστε να την προσβάλουν. Μπορούν, δηλαδή, να λειτουργούν ως υποκατάστατα αεροπορίας σε αποστολές κρούσης εναντίον κινούμενων μηχανοκίνητων σχηματισμών.

Επίσης, υπάρχει μια τάση για ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση στη φονικότητα των πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών, τόσο δια της ενίσχυσης της καταστρεπτικότητας των κεφαλών των ρουκετών όσο και του όγκου πυρός που μπορεί να εκπέμψουν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του συστήματος Jobaria MCL των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, μιας χώρας, παρεμπιπτόντως, που φημίζεται για τον πετρελαϊκό της πλούτο αλλά επ’ ουδενί για την πολεμική της βιομηχανία.

Η αραβική εταιρεία, λοιπόν, πήρε έναν αρματοφορέα, πάνω στον οποίο τοποθέτησε εκτοξευτές με κοντέινερ ρουκετών στο «κλασικό» σοβιετικό διαμέτρημα των 122 χιλιοστών, με τη λογική ότι είναι ένα φθηνό όπλο και υπάρχουν πολλοί κατασκευαστές στον πλανήτη που το παράγουν. Κάθε ρουκετοβόλο μεταφέρει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 240 ρουκέτες με βεληνεκές 40 χλμ. και έχει πλήρωμα μόλις τριών ατόμων.

Δέκα τέτοιοι εκτοξευτές μπορούν να εξαπολύσουν μέσα σε μερικά λεπτά μια ομοβροντία 2400 ρουκετών. Εφοδιασμένες με θερμοβαρικές κεφαλές, οι ρουκέτες αυτές μπορούν να επιτύχουν καταστρεπτικό αποτέλεσμα ανάλογο με αυτό μιας ατομικής βόμβας. Σε περιορισμένους χώρους, όπως είναι η Μεγαλόνησος, παρόμοιες ομοβροντίες είναι σε θέση να κρίνουν τα αποτελέσματα μιας σύγκρουσης (‘game changers’).

Τα αποτελέσματα παρόμοιων συστημάτων προσβολής στόχων περιοχής μπορούν να συμπληρωθούν με τα επιλεκτικά πυρά συστημάτων προσβολής σημειακής ακριβείας. Η πιο υποσχόμενη κατηγορία σε αυτόν τον τομέα είναι εξελιγμένοι διάδοχοι βαρέων όπλων πεζικού, που μπορούν να προσβάλουν στόχους σε αποστάσεις δεκάδων χλμ.

Χαρακτηριστικός σε αυτήν την κατηγορία είναι ο ισραηλινός πύραυλος Spike NLOS (non line of sight), που παλαιότερα αναφερόταν ως Tamuz, ο οποίος αποτελεί έκδοχο του αντιαρματικού πυραύλου Spike, εκτοξεύεται από ένα μικρό όχημα σαν το Humvee και μπορεί να προσβάλει στόχους σε αποστάσεις 25 χλμ.

Διαθέτει σύστημα ραδιοζεύξης μέσω του οποίου ο αισθητήρας του πυραύλου μεταδίδει την εικόνα που βλέπει στον χειριστή του συστήματος, ο οποίος τον καθοδηγεί ανάλογα. Έτσι, μπορεί να εξαπολυθεί προς την γενική κατεύθυνση κάποιου στόχου, ας πούμε μιας ομάδας αρμάτων μάχης και εν συνεχεία ο χειριστής του να επιλέξει ποιο από αυτά θα προσβάλει μόλις εμφανιστούν στην οθόνη του.

Ισραηλινό είναι όμως και το πυραυλικό σύστημα Nimrod 3 με βεληνεκές 50 χλμ. Και αυτός είναι ένας μικρός πύραυλος που μπορεί να εκτοξευτεί από ένα μικρό φορτηγό ή ένα ταχύπλοο σκάφος, αλλά, σε αντίθεση με τον Spike NLOS, χρησιμοποιεί σύστημα ημιενεργής καθοδήγησης με κατάδειξη λέιζερ (SAL) για την προσβολή του στόχου. Δηλαδή, θα πρέπει κάποιος (για παράδειγμα ένας στρατιώτης των Ειδικών Δυνάμεων) να «φωτίζει» τον στόχο ώστε το βλήμα να τον προσβάλει. Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και ο μικρός σερβικός πύραυλος ALAS-C που καθοδηγείται με οπτική ίνα και έχει βεληνεκές περίπου 25 χλμ.

Τροποποιημένες φθηνές ρουκέτες

Μια άλλη, ιδιαίτερα υποσχόμενη κατηγορία μικρών, φθηνών και αποτελεσματικών βλημάτων είναι τροποποιημένες «χαζές» ρουκέτες Hydra 70 των 2,75 ιντσών (70 χιλιοστών). Υπάρχουν πολλά σχετικά προγράμματα διεθνώς, ωστόσο αυτό που περισσότερο θα βόλευε την Εθνική Φρουρά, κατά την άποψη του γράφοντος, θα ήταν ένα αντίστοιχο του συστήματος LOGIR (LOw cost Guided Imaging Rocket) της κορεατικής Hanwha και της αμερικανικής Raytheon. Το σύστημα αυτό δεν χρησιμοποιεί ημιενεργή καθοδήγηση λέιζερ αλλά κεφαλή υπερύθρων που καθιστά τη ρουκέτα όπλο fire – and – forget.

Δηλαδή, o αισθητήρας της ρουκέτας μπορεί να εντοπίσει τον στόχο της χωρίς την παρέμβαση του χειριστή. Επίσης, οι ρουκέτες μπορούν να εξαπολυθούν σε ομοβροντίες εναντίον ομάδων οχημάτων. Το μόνο που έχει να κάνει το πλήρωμα του εκτοξευτή είναι να εξαπολύσει τα βλήματα προς τη γενική περιοχή των στόχων, (π.χ. ομάδα οχημάτων), έστω και αν αυτά βρίσκονται εκτός της θέας πίσω από κάποιον λόφο.

Δεδομένου του μικρού μεγέθους των ρουκετών, ένας πολλαπλός εκτοξευτής μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα μικρό αγροτικό φορτηγάκι. Επιπροσθέτως, εκτός από επίγειους στόχους μπορούν να χρησιμοποιηθούν και εν είδει αντιαεροπορικού συστήματος εναντίον μιας ομάδας, για παράδειγμα, επερχόμενων ελικοπτέρων, μαχητικών ή μεταφορικών.

Όλα τα προαναφερθέντα οπλικά συστήματα είναι χαμηλού έως πολύ χαμηλού κόστους και χαμηλής τεχνολογίας, με εξαίρεση την SDB, η οποία, έτσι και αλλιώς, λόγω της αμερικανικής προέλευσής της, πολύ δύσκολα θα έβρισκε τον δρόμο της για το οπλοστάσιο της Εθνικής Φρουράς. Σε περιορισμένης έκτασης χώρους επιχειρήσεων, όπως είναι η Κύπρος, παρόμοια όπλα θεωρούνται στρατηγικά ή έστω υποστρατηγικά, υπό την έννοια ότι μπορεί να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη μιας σύγκρουσης.

Επιπροσθέτως, σε έναν μικρό χώρο όπου θα κυριαρχούν παρόμοια συστήματα, ικανά να ασκήσουν σαρωτικό πλήγμα εναντίον μεγάλων μηχανοκίνητων σχηματισμών, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων από πλεονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε μειονέκτημα, προσφέροντας απλώς μεγαλύτερους στόχους στα μέσα προσβολής του αντιπάλου. Ιδιαίτερα δε αν η δομή και η φιλοσοφία διοίκησης των «πλατφορμοκεντρικών» μονάδων είναι συγκεντρωτική, όπως φαίνεται ότι συμβαίνει με τις τουρκικές δυνάμεις.

Και εδώ προκύπτει και μια απάντηση στο πρόβλημα της τουρκικής αεροπορικής κυριαρχίας, που είναι η αποκεντρωτική φιλοσοφία επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τεχνικές και τακτικές απόκρυψης, παραλλαγής και παραπλάνησης. Η γερμανική σχολή αποκεντρωτικής διοίκησης που βασίζεται στην αντίληψη της Auftragstaktik (στα αγγλικά αποδίδεται ως Mission Command και στα ελληνικά ως διοίκηση δια της αποστολής), καθώς και μεθοδολογίες υβριδικού πολέμου, μπορούν να προσφέρουν σημαντικές λύσεις όσον αφορά την αντιμετώπιση της τουρκικής αεροπορικής ισχύος , ενώ και η δραστική ενίσχυση των συστημάτων αεράμυνας της Εθνικής Φρουράς δεν είναι εκτός πραγματικότητας.

Όχι αδύνατη, αλλά αποφευκτέα

Όπως και να ‘χει, όλα τα παραπάνω είναι ενδεικτικά και δεν αποσκοπούν στο να αποδείξουν ότι η αντιμετώπιση της τουρκικής πολεμικής μηχανής από την Εθνική Φρουρά είναι εύκολη υπόθεση. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι μια αδύνατη υπόθεση. Άλλωστε η Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα όπου ο ισχυρός στα χαρτιά ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης, ακόμη και αν η διαφορά ισχύος φάνταζε συντριπτική υπέρ του.

Βέβαια, κάθε πολεμική αντιπαράθεση στην Κύπρο θα ήταν μια άκρως επικίνδυνη κατάσταση που θα πρέπει να αποφευχθεί παντί τρόπω. Όμως, η «ρεαλιστική ηττοπάθεια», δηλαδή η άκριτη και άλογη πίστη στην τουρκική στρατιωτική παντοδυναμία, δεν είναι η κατάλληλη μέθοδος για την αποφυγή του πολέμου. Αντιθέτως, μια αποτρεπτική λογική, που θα βασίζεται στην πιθανότητα της νίκης της Εθνικής Φρουράς σε τυχόν πολεμική αντιπαράθεση, είναι μια πολύ πιο σίγουρη μέθοδος για τη διατήρηση της ειρήνης.

Επίσης, ακόμη και οι πιο φανατικοί οπαδοί της «συμβιβαστικής» επίλυσης του Κυπριακού λογικά θα πρέπει να καλοδέχονταν μια ασάφεια αναφορικά με τα πιθανά αποτελέσματα μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης Κύπρου – Τουρκίας, η οποία πιθανώς θα μείωνε την αυταρέσκεια και αλαζονεία της τουρκικής πλευράς και θα την οδηγούσε σε πιο μετριοπαθείς θέσεις. Εκτός και αν αυτό δεν είναι και τόσο επιθυμητό από κάποιους και η πραγματική στόχευση των πιο ακραίων οπαδών της «πάση θυσία λύσης» δεν είναι μια ενιαία και ανεξάρτητη Κύπρος αλλά η μετατροπή της σε γεωπολιτικό εξάρτημα της Τουρκίας.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

28 Ιουν 2017


Διπλές περικοπές στις συντάξεις των αποστράτων και πιθανή κατάργηση των προσαυξήσεων που τους δίνουν τα διπλά έτη σε μάχιμες μονάδες, καθώς και τα διπλά πτητικά και καταδυτικά εξάμηνα φέρνει ο νόμος Κατρούγκαλου, όπως αναφέρει σήμερα ο «Ελεύθερος Τύπος».

Για τον επανυπολογισμό των συντάξεών τους δεν θα ληφθούν υπόψη οι μισθοί που είχαν όταν αποστρατεύτηκαν και πήραν την αρχική τους σύνταξη, αλλά οι μισθοί που καθορίστηκαν με το νόμο 4307/2014 και ήταν μικρότεροι από τις πραγματικές αποδοχές όταν αποστρατεύτηκαν.

Ενώ στα έτη υπηρεσίας τους είναι πολύ πιθανό να μην προσμετρηθούν ως διπλά τα χρόνια σε μάχιμες μονάδες, παρά μόνον τα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας τους για τα οποία και έχουν πληρωθεί εισφορές.

Το αποτέλεσμα από τις δύο παραπάνω ανατροπές είναι ότι οι περικοπές που θα έχουν οι συνταξιούχοι στρατιωτικοί των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας θα είναι πολύ μεγαλύτερες γιατί οι νέοι συντελεστές του νόμου Κατρούγκαλου θα υπολογιστούν:
1. Σε μικρότερους μισθούς.
2. Σε λιγότερα έτη υπηρεσίας.

Η εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας θεωρεί συντάξιμο χρόνο μόνον αυτόν για τον οποίο πληρώθηκαν εισφορές, ενώ το υπουργείο Οικονομικών και οι υπηρεσίες του ΓΛΚ δεν έχουν εκδώσει καμία σχετική οδηγία για το αν και πώς θα θεωρηθούν ως συντάξιμα τα «διπλά χρόνια» από την υπηρεσία των στρατιωτικών, κατά τον επανυπολογισμό της σύνταξής τους.

Mπορεί στο παρελθόν τα διπλά έτη να οδηγούσαν πιο γρήγορα τους στρατιωτικούς στη σύνταξη, πλην όμως με το νέο καθεστώς η σύνταξη βγαίνει ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης και τον μισθό. Για παράδειγμα, στα 35 έτη ασφάλισης το ποσοστό αναπλήρωσης για την ανταποδοτική σύνταξη που βγαίνει ανάλογα με τον μισθό είναι 33,81%, ενώ στα 30 έτη ο συντελεστής είναι 26,37%.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

25 Ιουν 2017


Και μάλλον βολεύει αυτός ο ύπνος… Ο κρατικός προϋπολογισμός συνεχίζει να εκτελείται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, και οι Ένοπλες Δυνάμεις συνεχίζουν να κάνουν την δουλειά τους έτσι όπως πρέπει να την κάνουν. Κατά καιρούς κάνουμε και ασκήσεις (που φέρνουν το προσωπικό αλλά και το καταπονημένο υλικό στα όριά του) και όλα μια χαρά. Σωστά;

‘Αλλωστε όπως δήλωσε και ο Έλληνας πρωθυπουργός στην πρόσφατη επίσκεψη του Τούρκου ομολόγου του «η στρατιωτική δραστηριότητα και η τουρκική παραβατικότητα δεν μπορεί να συνεχιστεί και ότι είναι άδικο οι χώρες μας να οδηγούνται τελικά στο να επενδύουν σε ανταγωνισμούς εξοπλισμών αντί να επενδύουν στις κοινωνίες τους και στην καλή γειτονία». Ίσως είναι κι αυτός ο λόγος που εμείς οι Έλληνες είμαστε τόσο «ήσυχοι», επενδύουμε προφανώς «στην κοινωνία και στην καλή γειτονία». Απλά οι Τούρκοι επενδύουν σε οπλικά συστήματα και τα στελέχη των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Τους τελευταίους μήνες, είτε μέσα από τις σελίδες του περιοδικού, είτε μέσα από την ιστοσελίδα, φροντίζουμε να σας ενημερώνουμε με τον καλύτερο τρόπο για τα τεκταινόμενα σε επίπεδο εξοπλισμών και στις δυο πλευρές του Αιγαίου. Βέβαια αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, στην μια πλευρά του Αιγαίου, γιατί η άλλη μάλλον δεν χρειάζεται εξοπλισμούς.

To τονίζουμε συνεχώς πως η Τουρκία εξοπλίζεται συνεχώς και ποικιλοτρόπως, αλλά τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης το ξεχνούν, καθώς εστίασαν μόνο πριν λίγους μήνες -αλλά εντελώς προσωρινά- στην αγορά των τουρκικών F-35A, και αγνοούν κάθε τι άλλο συμβαίνει στην γειτονική μας χώρα εξοπλιστικά. Ναι, αυτή την στιγμή η Τουρκία συγκλονίζεται ακόμη από τα απόνερα του Πραξικοπήματος του καλοκαιριού του 2016, το Δημοψήφισμα έκανε τον Ερντογάν τον ισχυρότερο άντρα της ευρύτερης γειτονιάς μας, αλλά δεν πρέπει ξεχνάμε το τι συμβαίνει σε επίπεδο εξοπλισμών στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Τι συμβαίνει; με μια λέξη, θα μπορούσε κανείς να το πει "κοσμογονία".

Η Τουρκία εκμεταλλευόμενη την άνευ προηγουμένου αύξηση του ΑΕΠ της από το 2000 μέχρι σήμερα (όταν τότε έπαιρνε δάνειο από το ΔΝΤ για να γλυτώσει από την χρεωκοπία), φρόντισε αργά αλλά σταθερά να ανανεώσει το υλικό των ένοπλων δυνάμεών της έχοντας στο μυαλό της δυο προφανείς άξονες. Ο πρώτος είναι η επιλογή υλικού να είναι η καλύτερη δυνατή. Ο δεύτερος είναι το αμυντικό υλικό που μπαίνει σε υπηρεσία να φτιάχνεται στο έδαφός της. Το θέμα είναι πως σταδιακά δημιουργήθηκε κι ένας τρίτος, που έχει να κάνει με την μεταφορά τεχνογνωσίας στην χώρα, με τα τουρκικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα να πρωτοστατούν στην προσπάθεια, ενώ οι τουρκικές βιομηχανίες έχουν πλέον συσσωρεύσει αρκετή γνώση και εμπειρία σε κρίσιμους τομεις της Άμυνας.

Θα ήταν ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά απο τα «επιτεύγματα» των γειτόνων, αλλά χρειαζόμασταν μάλλον αρκετές σελίδες του περιοδικού. Στο τελευταίο τεύχος έχουμε μια -σαφώς περιορισμένη- αναφορά στην IDEF 2017, αλλά σύντομα θα επανέλθουμε. Το μόνο που θα πούμε εδώ είναι πως η Τουρκία μπορεί και εξάγει αμυντικό υλικό υψηλής τεχνολογίας και κερδίζει χρήματα, και μάλιστα πολλά. Και το σημαντικότερο, αντί για brain gain, η Τουρκία έχει brain gain. Αντί να χάνει επιστήμονες, κερδίζει πίσω συνεχώς κι αυτούς που έχουν φύγει στο εξωτερικό.


Σε ότι αφορά τα εξοπλιστικά προγράμματα που υλοποιεί η Τουρκία, επιγραμματικά και μόνο θα αναφέρουμε ότι το σύνολο των F-16 της ΤΗΚ έχουν εκσυγχρονιστεί με AN/APG-68v9 και Link 16 (ενώ πρόσφατα πάρθηκε και η απόφαση για την δομική ανανέωση των παλαιότερων Block 30, η είδηση εδώ), νέα εκπαιδευτικά μπαίνουν σε υπηρεσία (εγχώριας κατασκευής), UAV/UCAV με εγχώριας κατασκευής κατευθυνόμενους πυραύλους παραδίδονται, Airbus A400M φέρνουν τις δυνατότητες αερομεταφοράς σε άλλο επίπεδο, ενώ κάποια στιγμή λίαν συντόμως θα αγοραστεί και Α/Α σύστημα μεγάλης ακτίνας δράσης (είτε αυτό λέγεται S-400, είτε Patriot PAC-3 είτε MEADS). Το Ναυτικό μετά τις νέες stealth κορβέτες σε λίγα χρόνια θα βάλει σε υπηρεσία και νέες φρεγάτες γενικής χρήσης, νέα αρματαγωγά, νέα υποβρύχια καθώς και το περίφημο ελικοπτεροφόρο, όλα μα όλα εγχώριας κατασκευής.


Ο στρατός ξηράς εκσυγχρονίζεται κι αυτός σε υψηλότατο βαθμό με νέα εγχώριας κατασκευής άρματα μάχης Altay (έχουμε γράψει πολλές φορές για το άρμα, οι τούρκοι μιλούν ίσως και για 1500 νέα άρματα που σε βάθος χρόνου θα αντικαταστήσουν όλα τα παλιά αμερικανικά σειράς Μ), νέα πυροβόλα (Α/Κ και ρυμουλκούμενα), νέα ρουκετοβόλα, νέοι βαλλιστικοί πύραυλοι (με εμβέλεια που μπορεί να φτάνει και τα 1000 km), νέο τυφέκιο εφόδου, νέο επιθετικό ελικόπτερο (με εγχώρια κατασκευή, ενώ εγχώριας κατασκευής είναι και τα όπλα του), νέα τεθωρακισμένα κάθε είδους, Α/Κ αντιαεροπορικά, νέο τροχαίο υλικό κοκ.


Γενικά ότι πρέπει να αντικατασταθεί, αντικαθίσταται. Το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι η Τουρκία έχει πλέον την ικανότητα να κατασκευάζει αμυντικό υλικό υψηλής τεχνολογίας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πλέον τουρκικά ραντάρ, τουρκικά συστήματα νυχτερινής όρασης, τουρκικά ατρακτίδια σκόπευσης, ηλεκτρονικού πολέμου, αντιαρματικοί πύραυλοι (κατευθυνόμενοι με laser ή fire and forget), έξυπνες όπλα, πύραυλοι stand-off αλλά και τόσα άλλα. Μπορεί να μην είναι όλα στο επίπεδο αντίστοιχων δυτικών συστημάτων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν υψηλή επιχειρησιακή αξία στο σύγχρονο πεδίο της μάχης.


Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι λίαν συντόμως θα μπει σε υπηρεσία και ο τουρκικός πύραυλος cruise, ο SOM-J, που θα τον φέρουν τα F-35A. Stealth πύραυλος cruise υψηλών δυνατοτήτων, που θα εκτοξεύεται από ένα stealth μαχητικό αεροσκάφος. Ακόμη κι αν αναβαθμιστεί όλη η αεράμυνα της Ελλάδος, και με κάποιο -σημαντικό- κόστος τα ραντάρ μας μπορούν να εντοπίσουν τα F-35A σε κάποια απόσταση «ασφαλείας», ο SOM-J αναιρεί αυτή την δυνατότητα (που ούτως ή άλλως δεν την έχουμε ακόμη!). Αλλά είπαμε, ησυχία, η Πατρίδα κοιμάται.

Εδώ πρέπει να πούμε κάτι που δεν το συνηθίζουμε, αλλά τα πράγματα πρέπει να ειπωθούν απλά. Οι τουρκικοί εξοπλισμοί θεωρείται από πολλούς ότι είναι «επιθετικοί». Αν βγάλουμε από την εξίσωση την Ελλάδα, θα δούμε πως η Τουρκία είναι σε ένα γεωγραφικό σημείο με εξαιρετικές προκλήσεις. Και οι απειλές στην περιφέρειά της είναι πάρα πολλές, ενώ η ίδια έχει καταφέρει να δημιουργήσει τους περισσότερους εχθρούς με την ρητορική του Ερντογάν, που είναι δυνατόν να αποκτήσει κάποιος τον 21ο αιώνα. Αλλά οι εξοπλισμοί που κάνει ξεπερνούν κατά πολύ τις ανάγκες άμυνας της χώρας. Στόχος της εξοπλιστικής στρατηγικής της δεν είναι απλά η άμυνα, είναι η επιβολή της θέλησής της, στον περίγυρό της, με στρατιωτικά μέσα.

Από την στιγμή που έχει μια τέτοια ικανότητα, και σύντομα θα μπορεί να κατασκευάζει ότι είδους στρατιωτικό υλικό επιθυμεί, η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή έχει αλλάξει δραματικά, και θα συνεχίζει να αλλάζει (υπέρ της Τουρκίας).


Σημειώνουμε για μια ακόμη φορά πως η Τουρκία προσπαθεί να αναπτύξει όσο το δυνατόν περισσότερα συστήματα με ίδιες δυνάμεις, και οι αγορές να έχουν υψηλή τουρκική προστιθέμενη αξία. Η ανάγκη για όσο το δυνατόν υψηλότερη εγχώρια προστιθέμενη αξία στις αγορές της σημαίνει φυσικά νέες θέσεις εργασίας και μεταφορά τεχνογνωσίας για την δημιουργία μιας ισχυρής εξαγωγικής αμυντικής βιομηχανίας. Σημαίνει όμως και απεξάρτηση από την ανάγκη εισαγωγών κρίσιμου αμυντικού υλικού σε «ευαίσθητες» περιόδους.

Ας είμαστε πιο σαφείς, η Τουρκία σε λίγο θα μπορεί να αντιμετωπίσει ένα πιθανό εμπάργκο όπλων χωρίς μεγάλα προβλήματα. Ήδη αντιμετωπίζει πρόβλημα στην αγορά συστημάτων από την ΕΕ. Αλλά γιατί να την ενδιαφέρουν οι νέοι Α/Α πύραυλοι της ΕΕ ή των ΗΠΑ, τα νέα stand-off όπλα που αναπτύσσονται, η νέας γενιάς Α/Τ πύραυλοι, οι νέοι NSM ή Exocet, όταν η Τουρκία κατασκευάζει δικούς της και μάλιστα με ισάξια ή και ανώτερα χαρακτηριστικά;


Όσοι μας παρακολουθούν θα έχουν παρακολουθήσει την απαρχή του προγράμματος του νέου τουρκικού μαχητικου TF-X. H δημιουργία ενός εγχώριου μαχητικού από πολύ ισχυρότερες -οικονομικά και τεχνολογικά- χώρες έχει αποτύχει. Μεγάλες χώρες, με πολλαπλάσια βιομηχανική και οικονομική δυνατότητα έχουν εγκαταλείψει την προσπάθεια. Η Τουρκία όμως παίρνει αυτό το ρίσκο, και άποψή μας είναι πως θα φτάσει μέχρι το τέλος της εξέλιξης του νέου μαχητικού, που θα αντικαταστήσει θεωρητικά τα τουρκικά F-16 σε βάθος χρόνου. Ο λόγος μπορεί να είναι ο φόβος πως κάποια στιγμή δεν θα έχει πρόσβαση σε κορυφαία αεροσκάφη με προηγμένες ικανότητες. Μην ξεχνάμε ότι μετά τα γεγονότα του 1974, όταν η ΠΑ έβαζε σε υπηρεσία F-4E, A-7H και Mirage F-1C, η Τουρκία αρκούνταν σε F-104S.


Συνεπώς, οι τουρκικοί εξοπλισμοί έχουν δυο διαφορετικές παραμέτρους που μέχρι σήμερα αγνοούμε. Η πρώτη είναι η ικανότητα να παράγουν κρίσιμα υλικά ακόμη και σε περιόδους τυπικού ή άτυπου εμπάργκο. Η δεύτερη είναι η ικανότητά της να αναπληρώνει άμεσα, με δικά της μέσα το στρατιωτικό υλικό που καταναλώνει σε περίοδο επιχειρήσεων. Άρα είναι από τις λίγες χώρες παγκοσμίως που μπορεί να εμπλακεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο, με μόνο περιορισμό τους οικονομικούς της πόρους. Συνήθως ένας σύγχρονος πόλεμος φτάνει αρκετά γρήγορα σε ένα τέλος λόγω εξάντλησης υλικού και πυρομαχικών. Η Τουρκία δεν θα έχει αυτό το πρόβλημα, θα μπορεί να συντηρήσει επιχειρήσεις με ίδια μέσα όσο καιρό της το επιτρέπει η οικονομική της δυνατότητα.

Αν δει κανείς τι συμβαίνει στο τουρκικό Κουρδιστάν, οι τουρκικές δυνάμεις διεξάγουν έναν εξαιρετικά επίπονο και «πανάκριβο» πόλεμο. Τα οπλικά συστήματα που είχαν σταλεί στην περιοχή πριν λίγες δεκαετίες δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα καθώς δεν ταίριαζαν στις ανάγκες αυτού του εξαιρετικά δύσκολου και ασύμμετρου πολέμου. Τα έξυπνα όπλα ήταν πανάκριβα, και οι επιχειρήσεις εξαντλούσαν τα αποθέματα της τουρκικής αεροπορίας (και στρατού). Οι Τούρκοι λοιπόν, αργά αλλά σταθερά, ανέπτυξαν μια εξαιρετικά σειρά τεθωρακισμένων οχημάτων ειδικού πολέμου (που μάλιστα τώρα εξάγουν), και ανέπτυξαν δικά τους έξυπνα όπλα. Κατευθυνόμενες ρουκέτες CIRIT, αντιαρματικοί πύραυλοι OMTAS, UAV/UCAV ANKA και Bayraktar (και πολλά άλλα, από πυροβόλα και βαρέα όπλα μέχρι διόπτρες) δίνουν νέες διαστάσεις στον πόλεμο κατά του ΡΚΚ.


Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν φυσικά πως είμαστε απροστάτευτοι. Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είχαν και συνεχίζουν να έχουν την απαραίτητη αποτρεπτική ικανότητα για να σταματήσουν την όποια τουρκική επιθετικότητα, όπου και όταν αυτή εκδηλωθεί. Το υψηλό επίπεδο του στελεχιακού δυναμικού, μαζί με τις επενδύσεις που έγιναν στο -μακρινό- παρελθόν επιτρέπουν στην Ελλάδα να μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντά της στην περιοχή σήμερα. Το θέμα είναι για πόσο.

Υπάρχουν φυσικά δυο προβλήματα. Το πρώτο εστιάζεται στο σήμερα, στους τομείς όπου οι Τούρκοι έχουν αρχίσει να παίρνουν «κεφάλη» και απαιτείται αντίδραση, κυρίως με  ταχύεκσυγχρονισμό του υπάρχοντος υλικού (F-16, ΜΕΚΟ 200, ΑΗ-64+, Leo 2A4, M-109, MLRS). Όταν όμως λέμε «αντίδραση», εννοούμε άμεση. Έχουμε ήδη καθυστερήσει.

Το έτερο πρόβλημα είναι στο μέλλον, όταν το υλικό μας θα έχει γεράσει αρκετά, και οι γείτονες θα έχουν αρχίσει να βάζουν μαζικά οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας κυρίως δικής τους κατασκευής (αλλά και εισαγόμενο, όπως τα F-35A).


Ο Ερντογάν δημιούργησε όλη αυτή την ισχυρή αμυντική βιομηχανία με ισχυρές κρατικές ενισχύσεις, και βαριά συμβόλαια αγοράς. Δεν έκανε το λάθος που κάναμε εμείς με το Artemis 30 (που κάποιοι μας έγραψαν διάφορα παραμύθια και θεωρίες συνομωσίες, που τόσο αρέσουν στους Έλληνες), δεν δημιούργησε υδροκέφαλες κρατικές δομές, αλλά άφησε τον ιδιωτικό τομέα να κάνει ότι κρίνει αυτός καλύτερο προκειμένου να επιβιώσει. Μετά την IDEF είδαμε να ξεκινάει ένα debate αν πρέπει ή όχι να κάνουμε σαν χώρα ότι έκανε και η Τουρκία. Η άποψη της ανάπτυξης και μιας δικής μας ισχυρής και εκτεταμένης αμυντικής βιομηχανίας είναι μάλλον ουτοπική, προφανώς και δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τον τουρκικό δρόμο, κυρίως για οικονομικούς λόγους, αλλά και δεν απαιτείται.

Για παράδειγμα, δεν συμφέρει -αλλά και δεν χρειάζεται- να φτιάξουμε από το μηδέν νέο άρμα μάχης, μπορούμε όμως να βρούμε μεταχειρισμένα άρματα μάχης σε εξαιρετικές τιμές από τους συμμάχους μας (Leo 2, M1A2) και να τα εκσυγχρονίσουμε με ότι καλύτερο ηλεκτρονικό είναι διαθέσιμο εκείνη την στιγμή (που θα αγοραστούν), με την εμπλοκή ελληνικών εταιρειών. Ή μπορούμε να εκσυγχρονίσουμε το δικό μας υλικό (Leo2A4, Leo1A5). Έχουμε αρκετές εταρείες στην Ελλάδα με ικανότητα ανάπτυξης, κατασκευής και τοποθέτησης νέων οπτικών και ηλεκτρονικών συστημάτων, οι οποίες αν εμπλακούν ισχυρά και με όραμα στην εξέλιξη οπλικών συστημάτων, μπορούν να κάνουν θαύματα.


Βραχυπρόθεσμα πρέπει να ενισχυθούμε με χαμηλού κόστους, αλλά υψηλής αξίας μεταχειρισμένο πολεμικό υλικό, όπου όμως χρειάζεται. Η «αποθήκη» των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων είναι μια καλή λύση, ειδικά ενόψει της συμφωνίας για την χρήση της βάσης της Σούδας. Απλά να αναφέρουμε πως οι απαιτήσεις μας πρέπει να είναι λελογισμένες, παραχώρηση χρήσης για λίγα έτη δίνουμε, δεν την «χαρίζουμε». Φυσικά οι ΗΠΑ δεν μπορούν να καλύψουν τα «πάντα», αλλά σίγουρα μπορούμε να αντλήσουμε σοβαρές «λύσεις» για την κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών μας. Στο θέμα θα επανέλθουμε σύντομα. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα οπλικά συστήματα που αποσύρουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες (απλά στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε δωρεάν παραχώρηση).

Μπορούμε με την σειρά μας να «προσδεθούμε» στο όχημα εξέλιξης κάποιου νέου μαχητικού που αναπτύσσεται ή θα αναπτυχθεί (αντικαταστάτης του Typhoon, Rafale, Gripen κλπ), αντί να αναπτύξουμε ένα δικό μας, καθώς κάποια στιγμή πρέπει να αντικατασταθούν τα F-4E, Mirage 2000, αλλά και κάποια από τα F-16, τίποτα δεν είναι αιώνιο. Οι ανάγκες μας και ο προσανατολισμός μας είναι τελείως διαφορετικός από της Τουρκίας, και θα είμασταν καλοδεχούμενοι σε έναν κονσόρτιουμ ανάπτυξης οπλικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας. Επίσης, οι δικές μας κινήσεις στην γεωπολιτική σκακιέρα ποτέ δεν θα μας έφερναν αντιμέτωπους με ένα εμπάργκο όπλων.


Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έχουμε απευθείας πρόσβαση σε κορυφαία ευρωπαϊκά προγράμματα και όπλα, καθώς και τεχνολογία μέσω των δικτυωμένων πανεπιστημίων μας και των ερευνητικών μας ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, δεν είμαστε μόνοι μας, μπορούμε να λύνουμε τα προβλήματά μας συλλογικά με τους ευρωπαίους εταίρους μας, με πολύ χαμηλότερο κόστος από ότι η Τουρκία σήμερα. Θα είμασταν μόνοι μας αν ακούγοντας κάποιες πρόσκαιρες «σειρήνες» εγκαταλείπαμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Δύση για να γίνουμε πιστοί ακόλουθοι σε κάποιο ανατολικό παλάτι.

Όσο εύκολα και γρήγορα κι αν έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση «αφοπλιστεί» μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τόσο εύκολα μπορεί και πάλι να επανεξοπλιστεί εάν και εφόσον το αποφασίσει. Έχει τα δυο βασικότερα συστατικά επιτυχίας σε μια προσπάθεια επανεξοπλισμού, την τεχνολογική υπεροχή και την οικονομική δυνατότητα. Το μέλλον θα δείξει αν οι ευρωπαίοι αποφασίσουν να επωφεληθούν από αυτά τους τα πλεονεκτήματα και προχωρήσουν στην δημιουργία ενός πανίσχυρου ευρωπαϊκού στρατού.


Όλα τα παραπάνω μπορούν να γίνουν σε συνεργασία με τις εγχώριες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα ερευνητικά κέντρα. Και δεν χρειάζονται επιδοτήσεις ή κρατικές ενισχύσεις κάθε είδους, απλή στήριξη και επιλογή των συστημάτων έστω και σε μικρούς αριθμούς.

Φυσικά για όλα τα παραπάνω χρειάζονται οι κατάλληλες πολιτικές αποφάσεις. Το να εγκαταλείψουμε τις ένοπλες δυνάμεις, χωρίς κάποια ουσιώδη ενίσχυση εδώ και σχεδόν μια δεκαετία (αν εξαιρέσουμε τα τελευταία F-16, που όμως αγοράστηκαν πριν μια δεκαετία, τα υποβρύχια, που είχαν αγοραστεί προ αμνημονεύτων χρόνων, ενισχυθήκαμε με μερικά CH-47D, αποφασίσαμε να εκσυγχρονίσουμε τα Ρ-3Β, και μάλλον θα παραλάβουμε λίγες δεκάδες Kiowa), δεν είναι η καλύτερη επιλογή. Είναι η χειρότερη, τουλάχιστον για τα συμφέροντα της χώρας. Ειδικά όταν ο γείτονάς μας εξοπλίζεται non stop.


Ας ξεκινήσουμε από φέτος, να υπολογίζουμε ένα ποσό ετησίως για τον εκσυγχρονισμό των ΕΔ. Όσα μπορεί να «σηκώσει» ο προϋπολογισμός, ας πούμε 500 εκ. ευρώ ετησίως. Με αυτά μπορούν να γίνουν θαύματα. Για παράδειγμα, ο εκσυγχρονισμός των F-16 θα κοστίσει περίπου 1,5 δις, σε βάθος δεκαετίας. Συνεπώς με «δόσεις» 150 εκ. το χρόνο, θα έχουμε 120-155 εκσυγχρονισμένα F-16, ανώτερα των τουρκικών, τα περισσότερα με ραντάρ AESA. To ίδιο μπορεί να γίνει και με τις φρεγάτες (έστω, μόνο της ΜΕΚΟ200), αργότερα με τα άρματα μάχης (Leo 2A4, Leo 1A5 αν αποφασιστεί, και γιατί όχι, και για τα Leo2A6) κοκ. Όταν φτάσει η ώρα, με την εμπειρία των προηγούμενων επιλογών μας θα μπορέσουμε να μιλήσουμε και για Νέο Μαχητικό, Νέα Φρεγάτα, Νέο Άρμα, Νέο Επιθετικό Ελικόπτερο ή ότιδήποτε άλλο, πάντα όμως επιλέγοντας το βέλτιστο σε βάθος χρόνου.

Θα μπορούσαμε να «χαϊδεύουμε αυτιά» μιλώντας ανέξοδα για τον τρόμο που προκαλούν στον «οχτρό» τα SCALP EG, τα U214, τα «άγνωστα» Mirage 2000-5/MICA (όχι και τόσο άγνωστα, καθώς αν δεν βαριέται κάποιος ας μετρήσει πόσες φορές έχουν συμμετάσχει τα Mirage 2000-5 του Κατάρ σε Anatolian Eagle), τα F-16C/D Block52+Adv. Θα μπορούσαμε, αλλά δεν θα το κάνουμε, κι ας είναι «αντιεμπορικό». Ναι είμαστε «λεβέντες», αλλά δεν αρκεί αυτό πια σε έναν σύγχρονο πόλεμο. Πρέπει να δώσουμε στους «λεβέντες» και τα κατάλληλα όπλα.


Αντίθετα θα θέλαμε να δούμε ενεργοποίηση της ελληνικής βιομηχανίας και σε αμυντικά οπλικά συστήματα, δεν είναι «κακό» και «καταδικαστέο» να έχεις αμυντική βιομηχανία. Θα θέλαμε να δούμε ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα να αναπτύσσουν ειδικές αμυντικές εφαρμογές, χωρίς να γίνει κατάληψη των σχολών μέχρι νεωτέρας. Θα θέλαμε να δούμε λύσεις για κάθε είδους ανάγκη των ενόπλων δυνάμεων και δυνάμεων ασφαλείας από ελληνικά χέρια. Πόσοι γνωρίζουν ότι έχουμε ακόμη και σήμερα αμυντική και διαστημική ιδιωτική βιομηχανία, που παρά τους «χαλεπούς» καιρούς, τα καταφέρνει και επιβιώνει; με λίγα λόγια, η μαγιά υπάρχει, με λίγη βοήθεια μπορούν να γίνουν θαύματα.

Ελληνικές εταιρείες και πανεπιστήμια έχουν αναπτύξει κατά καιρούς UAV, συστήματα νυχτερινής όρασης, ψηφιακά συστήματα πτήσης, ασφαλείς ζεύξης δεδομένων. Γιατί λοιπόν όλοι αυτοί δεν συνασπίζονται προκειμένου να κατασκευάσουν ένα UAV επιτήρησης συνόρων, αλλά και μια σειρά UCAVs; Μήπως γιατί απλά δεν έχουμε δηλώσει επίσημα ότι χρειαζόμαστε ένα τόσο αναγκαίο μέσο;

H ελληνική αμυντική στρατηγική δεν χρειάζεται να «τρέχει» πίσω από την αγορά των τουρκικών F-35A. Η αποτροπή βασίζεται στο γεγονός ότι οι απώλειες του επιτιθέμενου θα ήταν τόσο βαριές που κάθε κέρδος θα ήταν άχρηστο μπροστά στο κόστος. Στην περίπτωσή μας ακόμη και η όποια απώλεια εθνικού εδάφους (δικού μας), θα κόστιζε στην Τουρκία πολλαπλάσιες απώλειες αλλού (εδάφους ή/και υλικού). Χωρίς να υπολογίσουμε ότι αν είσαι η Τουρκία δεν μπορείς να «κρατήσεις» τα σύνορά σου στην Ανατολή αν έχεις χάσει για παράδειγμα 150 ή 200 F-16, ή δεν μπορείς να πουλάς «τσαμπουκά» στην Κύπρο αν έχεις χάσει τον στόλο σου. Το θέμα είναι, σήμερα ισχύει αυτή η «συνθήκη»; αν ναι, θα ισχύει και το 2025;

Πόλεμος γίνεται πλέον μόνο αν αυτός που τον ξεκινά, είναι σίγουρος πως θα τον κερδίσει. Δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε, χρειάζεται απλά όποιος μας επιβουλεύεται να ξέρει πως αν ξεκινήσει κάτι, θα το πληρώσει ακριβά. Σήμερα το ξέρει. Ας το ξέρει και αύριο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα παραπάνω αποτελούν μια άποψη, η οποία σκοπός μας είναι να οδηγήσει σε δημιουργικό διάλογο, είτε στο blog μας, είτε στο facebook ή το twitter. Κάθε άποψη είναι αποδεκτή, αρκεί να μην είναι υβριστική ή προσβλητική για κανέναν. Σκοπός μας είναι να προωθήσουμε τον δημιουργικό διάλογο, όχι να δώσουμε βήμα σε κανέναν να αρχίσει να βρίζει πράσινες, κόκκινες, μπλε, κίτρινες, πορτοκαλί κυβερνήσεις και πολιτικούς. Ότι έχει γίνει στο παρελθόν, λάθος ή σωστό, το ξέρουμε, στην Ελλάδα είμαστε όλοι μας για πολλά χρόνια. Παρακαλούνται λοιπόν οι φίλες/οι, αναγνώστριες/ες μας να συνεισφέρουν ιδέες και απόψεις για το μέλλον. Λύσεις θέλουμε, προβλήματα έχουμε αρκετά.

Πηγή "Πτήση και Διάστημα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

23 Ιουν 2017


Γράφει ο Γεωργίου Μιχαήλ 

Οι ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν την Πέμπτη για τη δημιουργία ενός Eυρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας, υιοθετώντας τις προτάσεις που κατέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σύμφωνα με τις διευκρινήσεις που έδωσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, όλα τα κράτη-μέλη θα συμφωνήσουν για τις δεσμεύσεις που μπορούν να αναλάβουν στον τομέα της άμυνας.

Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, για να αναδείξει τη σημασία της συνεργασίας των κρατών-μελών, ανέφερε ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν 178 είδη οπλικών συστημάτων, ενώ στις ΗΠΑ μόνο 30. Πρόσθεσε επίσης ότι «στην Ευρώπη οι αμυντικές δαπάνες αντιστοιχούν στο ήμισυ των αμυντικών δαπανών των ΗΠΑ.

Την συμφωνία χαιρέτησε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, καθώς το θέμα της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας ήταν πολύ ψηλα στην προεκλογική εκστρατεία του, κάτι όμως που ήταν πολύ υψηλά και στην πολιτική ατζέντα της κυρίας Μέρκελ, η οποία με πολύ σταθερά βήματα μεταφέρει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες το οικονομικό (και όχι μόνο) βάρος προστασίας της Γερμανίας, αφήνοντας τεράστια ερωτηματικά σχετικά με την προέλευση της απειλής που αισθάνεται η Γερμανία... Εκτός και εάν το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας εξυπηρετήσει τελικά την στήριξη ενός στρατού που θα καλύπτει πλήρως τα συμφέροντα της Γερμανίας προς οποιονδήποτε απειλεί τη νέα Γερμανική Αυτοκρατορία...

ΥΓ: Το ότι ευρωπαίοι ηγέτες πείθονται στην στήριξη ενός τέτοιου Ταμείου, προφανώς είναι άμεσα συνδεδεμένο με την οικονομική κατάσταση των χωρών τους και την αόρατη -υπαρκτή όμως- απειλή της Γερμανίας να εγκαταλείψει την (πολιτική και οικονομική) "στήριξή" τους...


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

19 Ιουν 2017


Οι διεργασίες για τη δημιουργία ευρωπαϊκής αμυντικής δομής εγείρουν ένα κρίσιμο ζήτημα για την Ελλάδα. Είναι η ένταξη των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων σ’ αυτή τη δομή λύση στο πρόβλημα της εθνικής ασφάλειας; Όσοι έχουν ήδη σπεύσει όχι μόνο να απαντήσουν θετικά, αλλά και να υψώσουν τη σημαία, δημιουργώντας την εντύπωση πως πρόκειται για αυτονόητο μονόδρομο, αναμασούν το ιδεολόγημα που σήμερα πληρώνουμε πολύ ακριβά.

Γράφει ο Μένιος Τασιόπουλος

Η εκ νέου επίκληση της προσδοκίας περί «ευρωπαϊκών συνόρων», που κυριαρχεί σ’ αυτή την επιχειρηματολογία, προκαλεί απορία. Προκρίνεται η συμμετοχή σε έναν υπό διαμόρφωση «σφιχτό πυρήνα ευρωπαϊκών χωρών» χωρίς δικαιώματα βέτο ως κεντρική επιλογή για να αποκρούσει η Ελλάδα την τουρκική επιθετικότητα. Και προκρίνεται, χωρίς να έχει καταστεί σαφές εάν ο υπό σύσταση «ευρωστρατός» θα έχει ξεκάθαρη συμβατική υποχρέωση να επέμβει άμεσα στην περίπτωση που μία χώρα-μέλος δεχθεί επίθεση ή παραβιαστούν τα κυριαρχικά δικαιώματά της.

Κάποιοι έφθασαν στο σημείο να μιλούν για μια νέα “D-Day” (απόβαση στη Νορμανδία), όπου η Γερμανία, απέναντι στις ΗΠΑ και την Βρετανία, υπερασπίζεται την ενότητα και την ελευθερία της Ευρώπης! Η συμπεριφορά του Βερολίνου στο οικονομικό επίπεδο συνολικά στην ΕΕ και ειδικά έναντι της Ελλάδας θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον προβληματίσει τους κάθε είδους ευρωλάγνους.

Η ιστορία, άλλωστε, είναι πολύ βαριά για να επιτρέψουμε ελαφρά τη καρδία να τεθούν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις υπό τις εντολές μία δομής, στην οποία θα κυριαρχούν οι Γερμανοί. Υπενθυμίζουμε τον ρόλο του Βερολίνου στην σφαγή των Ελλήνων της Μικρασίας, τις εκτελέσεις και τις λεηλασίες επί Κατοχής, την αποδόμηση των ελληνικών συμφερόντων στην Βαλκανική μετά το 1990 και βεβαίως τη στάση του Βερολίνου στην υπόθεση του ελληνικού χρέους.

Όσοι άνθρωποι της εξουσίας και των Μίντια ομνύουν σε τέτοιες απόψεις ξεχνούν ότι η Ελλάδα είναι στα πέντε μέλη του ΝΑΤΟ που έχουν καλύψει με το παραπάνω τις υποχρεώσεις τους. Που ως εκ τούτου -σύμφωνα με τον πρόεδρο Τραμπ- τους χρωστούν οι άλλοι και ειδικά οι Γερμανοί.

Είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε πως οι αξιόπιστες στρατιωτικές συμμαχίες δεν δομούνται με -σε καιρό ειρήνης- εθελούσιες «δηλώσεις υποταγής» των νικητών του τελευταίου μεγάλου πολέμου στον ηττημένο.

Πηγή "Σταύρος Λυγερός"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

15 Ιουν 2017


Του Δημήτρη Τσαϊλά 

Στις 7 Ιουνίου 2017, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε το έγγραφο σχετικά με το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας που παρουσιάζει τρία διαφορετικά σενάρια όπως αναφέρονται, αλλά είναι βασικοί παράγοντες, για τη μετάβαση προς μια Ένωση Ασφάλειας και Άμυνας. Την ίδια ημέρα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε πρόταση για να ξεκινήσει ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας με σκοπό να στηρίξει πιο αποτελεσματικά τις αμυντικές δαπάνες των κρατών μελών.

Από την εθελοντική κατά περίπτωση συνεργασία με κοινή άμυνα, τα σενάρια /παράγοντες που παρουσιάζονται στο έγγραφο προβληματισμού δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά περιγράφουν διαφορετικά επίπεδα φιλοδοξίας για τα κράτη μέλη της ΕΕ που μπορούν να αποφασίσουν να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν με την υποστήριξη των θεσμικών οργάνων της ΕΕ στα επόμενα χρόνια.

Το έγγραφο προβληματισμού αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης, την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκινήσει σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης με τη δημοσίευση της Λευκής Βίβλου για το μέλλον της Ευρώπης το Μάρτιο 2017. Το έγγραφο προβληματισμού συμπληρώνει επίσης τις προσπάθειες που γίνονται από τα όργανα της ΕΕ στο τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, δηλαδή το σχέδιο εφαρμογής μιας παγκόσμιας στρατηγικής από την πλευρά της ΕΕ για την ασφάλεια και την άμυνα, το σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής άμυνας και τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ.

Προσωπικά εκτιμάται ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώξουν το υψηλότερο επίπεδο φιλοδοξίας, δηλαδή μια κοινής αμυντικής πολιτικής της Ένωσης με ισχυρή κοινωνική διάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα πρέπει να υποστηρίξει την αναφορά στην ανάγκη για την ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής στρατιωτικής και κουλτούρας στρατηγικής, που θα προωθείται μέσω κοινών εκπαιδεύσεων, σε έναν τομέα στον οποίο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο. Επίσης εκτιμάται ότι πρέπει να υποστηριχθούν πλήρως οι θέσεις της Βίβλου σχετικά με το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας . Καθώς το εν λόγω έγγραφο αναφέρει, «στενότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της άμυνας» θα απαιτήσει επίσης την εναρμόνιση των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων, τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ του στρατιωτικού προσωπικού κάτω από την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτή τη διαδικασία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες του πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού χρειάζεται προσοχή ώστε να τηρούνται πλήρως. Προσοχή πρέπει επίσης να δοθεί στην κοινωνική διάσταση του προσωπικού που συμμετέχει στον τομέα της άμυνας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και των κοινών προτύπων για τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας στις διάφορες αποστολές. Κοινή κατάρτιση και εκπαίδευση θα πρέπει επίσης να επιδιωχθεί, η οποία θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής Στρατιωτικής Ακαδημίας.

Σε περίληψη το έγγραφο προβληματισμού σχετικά με το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας θέτει τους τρεις παρακάτω παράγοντες  για το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας:

Α. Παράγοντας Ασφάλειας και Αμυντικής Συνεργασίας

Οι χώρες της ΕΕ θα εξακολουθούν να αποφασίζουν σχετικά με την ανάγκη για την ασφάλεια και την άμυνα της συνεργασίας σε βάση εθελοντική και για κάθε περίπτωση ξεχωριστά, ενώ η ΕΕ θα συνεχίσει να συμπληρώνει τις εθνικές προσπάθειες. Η αμυντική συνεργασία θα ενισχυθεί, αλλά η συμμετοχή της ΕΕ στις πιο απαιτητικές επιχειρήσεις θα παραμείνει περιορισμένη. Το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας θα βοηθήσει στην ανάπτυξη κάποιων νέων κοινών δυνατοτήτων, αλλά οι χώρες της ΕΕ θα εξακολουθούν να έχουν τον πρώτο λόγο στο μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης και προμήθειας αμυντικών δυνατοτήτων. Η συνεργασία ΕΕ / ΝΑΤΟ θα διατηρηθεί στη σημερινή μορφή και δομή.

Β. Παράγοντας Διανομής Ασφάλειας και Άμυνας

Κάτω από αυτόν τον πολύ φιλόδοξο παράγοντα οι χώρες της ΕΕ θα συγκεντρώσουν από κοινού ορισμένα οικονομικά και λειτουργικά περιουσιακά στοιχεία για να αυξήσουν την αλληλεγγύη στην άμυνα. Η ΕΕ θα προσπαθήσει να αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο στην προστασία της Ευρώπης τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων της. Θα αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο σε τομείς όπως στον κυβερνοχώρο, την προστασία των συνόρων, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την ενίσχυση της άμυνας και της ασφάλειας στη διάσταση των εσωτερικών πολιτικών της ΕΕ όπως η ενέργεια, η υγεία, και τελωνειακές διασυνδέσεις. Αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με την πολιτική βούληση, καθώς και τη λήψη αποφάσεων για ένα ταχέως μεταβαλλόμενο πλαίσιο. Η ΕΕ και το ΝΑΤΟ θα αυξήσει επίσης την αμοιβαία συνεργασία και το συντονισμό σε ένα πλήρες φάσμα θεμάτων.

Γ. Παράγοντας Κοινής Άμυνας και Ασφάλειας

Το πιο φιλόδοξο σενάριο προβλέπει την προοδευτική διαμόρφωση μιας κοινής αμυντικής πολιτικής της Ένωσης, οδηγώντας σε κοινή άμυνα με βάση το άρθρο 42 της Συνθήκης της ΕΕ, η οποία επιτρέπει σε μια ομάδα από κράτη μέλη, με κοινό συμφέρον, να προβάλλουν ευρωπαϊκή άμυνα σε επόμενο επίπεδο. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, οι χώρες της ΕΕ θα αναλάβουν μεγαλύτερες δεσμεύσεις για την ασφάλεια των άλλων, καθιστώντας την προστασία της Ευρώπης κοινή ευθύνη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Η ΕΕ θα είναι σε θέση να διευθύνει τις επιχειρήσεις ασφάλειας και άμυνας, υποστηριζόμενη από ένα ορισμένο επίπεδο ολοκλήρωσης των ενόπλων δυνάμεων των κρατών μελών. Η ΕΕ θα υποστηρίξει τα κοινά προγράμματα άμυνα με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, καθώς και θα δημιουργήσει ένα ειδικό Ευρωπαϊκό Οργανισμό  Έρευνας Άμυνας. Αυτό θα ενισχύσει επίσης τη δημιουργία μιας πραγματικής αμυντικής ευρωπαϊκής αγοράς, και θα είναι σε θέση να προστατεύσει βασικές στρατηγικές δραστηριότητες της από εξωτερικές εξαγορές.

Οι παραπάνω παράγοντες δεν αποκλείουν, αλλά απεικονίζουν τρία διαφορετικά επίπεδα φιλοδοξίας όσον αφορά την αλληλεγγύη. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας μπορεί να παρουσιαστεί όπως ο μούστος. Οι χώρες της ΕΕ είναι στη θέση του οινοπαραγωγού, που καθορίζει το επίπεδο φιλοδοξίας με την υποστήριξη των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Κοιτώντας προς το μέλλον, θα πρέπει να αποφασίσει τώρα τη διαδρομή που θέλουμε να πάρουμε και την ταχύτητα που θέλουμε να πάνε στην προστασία των πολιτών της Ευρώπης.

* O Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υπονάυαρχος ε.α. ΠΝ.
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Μια άγνωστη πτυχή του νέου νόμου για τα ειδικά μισθολόγια, είναι οι επιπτώσεις που έχει στα ασφαλιστικά ταμεία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας

Γράφει η Ιωάννα Ηλιάδη

Το θέμα που ανακύπτει με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου, είναι αυτό των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ των Ταμείων των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, είτε αφορούν τακτικές είτε έκτακτες κρατήσεις, δεδομένων και των αυξημένων ποσοστών κράτησης που έχουν εισαχθεί τα τελευταία έτη σε σύγκριση με τους λοιπούς ασφαλισμένους, στο πλαίσιο των ενιαίων κανόνων του πρόσφατου ασφαλιστικού νόμου.

Τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν συγκεκριμένες κρατήσεις επί συγκεκριμένων επιδομάτων.
Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι επειδή το προηγούμενο μισθολόγιο είχε μια ζωή γυρω στα 14 – 15 χρόνια, είχαν προσαρμοστεί οι κρατήσεις πάνω σε αυτούς τους βασικούς, τα χρονοεπιδόματα κλπ.
“Έρχεται τώρα ένα καινούργιο μισθολόγιο, με διαφορετική δομή, και διαφορετική φιλοσοφία και έχουμε μείνει ξεκρέμαστοι ως προς τα ασφαλιστικά ταμεία” παρατηρούν στελέχη που έχουν μελετήσει το νέο νόμο.

Το αποτέλεσμα σήμερα είναι να μην δημιουργούνται κρατήσεις και να υπάρχουν προβλήματα στο πού θα γίνουν κρατήσεις.

Γιατί σε κάποιες περιπτώσεις μπορούμε να μιλήσουμε για μεγαλύτερες κρατήσεις και σε άλλες περιπτώσεις, ειδικά σε αυτές με την προσωπική διαφορά, να μιλήσουμε για μικρότερες κρατήσεις.
Πρέπει να γίνουν αναλογιστικές μελέτες για να υπάρξει η πλήρης εικόνα για τα ασφαλιστικά ταμεία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας.

Φαίνεται ότι για άλλη μια φορά δεν υπήρχε προετοιμασία από πλευράς κυβέρνησης. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση λειτούργησε “εν βρασμώ”.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ: Ειδικά μισθολόγια: Πώς η προσωπική διαφορά “σφάζει” χαμηλόβαθμους

Γιατί όταν δημιουργείς ένα νέο μισθολόγιο, πρέπει να φροντίζεις και άλλα πράγματα ταυτόχρονα. Στην περίπτωση του νέου μισθολογίου βλέπουμε ότι υπάρχει αδυναμία εφαρμογής τους.

Για παράδειγμα, θα πρέπει να γίνουν αναλογιστικές μελέτες σε όλα τα ταμεία.

Θα πρέπει να εξεταστεί η βιωσιμότητα των ταμείων στα επόμενα 60 χρόνια. Αυτό παίρνει χρόνο.
Πηγή ArmyNow


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

13 Ιουν 2017


Οι επικίνδυνες συνέπειες στην προσπάθεια αντιμετώπισης της αναθεωρητικής Τουρκίας

Γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Γρίβας

Αποτελεί περίπου αξίωμα της στρατηγικής ανάλυσης ότι δεν υφίσταται απόλυτη στρατιωτική ισχύς. Η στρατιωτική ισχύς είναι ένα σχετικό μέγεθος, σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με το γεωγραφικό περιβάλλον, το είδος της πολεμικής αντιπαράθεσης, τη μεθοδολογία διοίκησης των εμπλεκομένων, τις πολιτισμικές και κοινωνικές τους ιδιαιτερότητες κλπ. Κατά συνέπεια, η διαμόρφωση ενός πλέγματος στρατιωτικών ικανοτήτων, που θα καλύπτει τις αμυντικές και αποτρεπτικές ανάγκες μιας χώρας, δεν μπορεί να γίνεται με κάποιον «τυφλοσούρτη» αλλά θα πρέπει να οικοδομείται κατόπιν μελέτης των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων που ισχύουν στο γεωσύστημα εντός του οποίου η συγκεκριμένη χώρα λειτουργεί.

Αν η παραπάνω είναι μια γενική απαίτηση, ισχύει πολύ περισσότερο για την περίπτωση της σημερινής Ελλάδας για μια σειρά από λόγους. Ο πρώτος εξ αυτών είναι η οικονομική κρίση, η οποία έχει μετατρέψει σε μακρινό όνειρο την εποχή που δαπανούσαμε αφειδώς τεράστια χρηματικά ποσά για μεγάλες αγορές οπλικών συστημάτων, ακόμη και αν, με κάποιον μαγικό τρόπο, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας εν συνόλω βελτιωθεί εντυπωσιακά μέσα στα επόμενα χρόνια.

Και για να γίνουν ακόμη χειρότερα τα πράγματα, τα εξελιγμένα οπλικά συστήματα, όπως είναι, για παράδειγμα, τα μαχητικά αεροσκάφη, τείνουν να γίνονται ολοένα και πιο ακριβά και κατά συνέπεια καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να αποκτηθούν αλλά και να συντηρηθούν και να αναπληρωθούν, επιβεβαιώνοντας την τάση που είχε διαβλέψει ο Πωλ Κέννεντι στο ιστορικό του βιβλίο, «Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων» τη δεκαετία του 80.

Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα έχει στα σκαριά ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα, το πιο επικίνδυνο κομμάτι του οποίου είναι η ανάπτυξη εγχώριων προηγμένων οπλικών συστημάτων, που απειλούν να διαμορφώσουν μια νέα στρατηγική πραγματικότητα σε βάθος χρόνου στο ελληνοτουρκικό σύστημα. Η κατάσταση γίνεται δε ακόμη πιο ζοφερή από το ότι η Τουρκία φαίνεται πως παρακολουθεί στενά (σε αντίθεση με την Ελλάδα) τις δραματικές αλλαγές που φέρνουν στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου, μεταλλάξεις των διεθνών γεωστρατηγικών μεγεθών, όπως είναι η λεγόμενη «Πυραυλική Επανάσταση», στην οποία ο γράφων έχει αναφερθεί επανειλημμένως σε προηγούμενα άρθρα του στα «Επίκαιρα». Για παράδειγμα, έχουμε αναλύσει την πιθανότητα ανάπτυξης κατευθυνόμενων βαλλιστικών πυραύλων που θα μπορούν να προσβάλουν κινούμενα πλοία επιφανείας (ASBM), στα πρότυπα των κινεζικών, όπως και τις τρομακτικές αλλαγές που θα επέφερε στις ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο μια παρόμοια εξέλιξη.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ «ΘΕΩΡΙΑ ΝΙΚΗΣ»

Εν παραλλήλω, η ανατροπή των ισορροπιών ισχύος στο ελληνοτουρκικό σύστημα, που ενδέχεται να διαμορφωθεί τα επόμενα χρόνια, συνδυάζεται με την εμφάνιση μίας νέας Τουρκίας, η οποία φαίνεται πως θεωρεί ως φυσικό της δικαίωμα την σχεδόν απόλυτη κυριαρχία στο Αιγαίο και τη μετατροπή της Κύπρου σε χώρα περιορισμένης κυριαρχίας, που θα υπακούει στα τουρκικά κελεύσματα. Και αυτό όχι επειδή το θέλει ο «μεγαλομανής» Ερντογάν αλλά διότι έτσι προκύπτει από τη μετάλλαξη του ίδιου του διεθνούς συστήματος σε πολυπολικό, καθώς και από τη διακηρυγμένη φιλοδοξία της Τουρκίας να μετατραπεί σε έναν από τους κυρίαρχους πόλους ισχύος αυτού του συστήματος, κάτι που εν μέρει αποτελεί και αναγκαστική επιλογή έτσι ώστε να δραπετεύσει δια «επίθεσης στον ουρανό» από τα δραματικά εσωτερικά της προβλήματα.

Ήδη, πάντως, η στάση της Άγκυρας έχει διαμορφώσει μια κατάσταση που μπορεί να χαρακτηριστεί «πόλεμος εν αναμονή» με την Ελλάδα και η κατάσταση μάλλον θα επιδεινωθεί στα χρόνια που έρχονται.

Κατά συνέπεια, έχουμε ενώπιον μας ένα μείζον πρόβλημα Άμυνας και θα πρέπει να κάνουμε κάτι για αυτό. Φαινομενικά το πρόβλημα δείχνει άλυτο. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι. Το γεγονός της οικονομικής στενότητας αλλά και η δαιμονοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων στη συνείδηση της κοινής γνώμης, οδηγούν αναπόφευκτα στη διαπίστωση ότι δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε όπως κατά τη δεκαετία του 90 μετά τα Ίμια, επιδιώκοντας μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα συμβατικού χαρακτήρα. Αντιθέτως, θα πρέπει να προχωρήσουμε σε οικονομικότερες και ίσως σε όχι και τόσο συμβατικές επιλογές, οι οποίες θα βασίζονται στις δραστικές αλλαγές που επισυμβαίνουν στη διεθνή γεωγραφία στρατιωτικής ισχύος, ώστε να επιτύχουμε ισορροπία αλλά – γιατί όχι – και πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας, οικοδομώντας μια στιβαρή αποτρεπτική πρόταση έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού και διαμορφώνοντας μια «Θεωρία Νίκης» (Theory of Victory), στην περίπτωση που η αποτροπή αποτύχει και οι δύο χώρες περάσουν την «πύλη του φρενοκομείου», κατά την ιστορική φράση του Γεωργίου Παπανδρέου.

Και φυσικά, θα πρέπει επίσης να «παντρέψουμε» τις διεθνείς εξελίξεις στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου με τις επιμέρους συνθήκες και ιδιαιτερότητες που κυριαρχούν στο ελληνοτουρκικό σύστημα αντιπαράθεσης, όπως είναι το μεικτό γεωγραφικό περιβάλλον, που συνδυάζει στεριά, θάλασσα και αέρα σε μια αδιαίρετη γεωστρατηγική ενότητα, ή η συμμετοχή και των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ, γεγονός που μάλλον θα «καναλιζάρει» την όποια ένοπλη αντιπαράθεση σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο χρονικά αλλά υψηλής έντασης πολεμικό επεισόδιο. Ένα είδος μικρού αλλά «πυκνού» πολέμου.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ «ΜΕΤΑΛΥΚΕΙΑΚΑ ΚΕΝΤΡΑ»

Είναι επομένως προφανές ότι χρειάζεται μια ρεαλιστική και σε βάθος ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων στον χώρο της τέχνης, της επιστήμης και της τεχνολογία του πολέμου, όπως και η διασύνδεσή τους με τις ελληνικές και τις τουρκικές ιδιαιτερότητες. Απαιτείται, κατά συνέπεια, η επένδυση στο πρωταρχικό και θεμελιώδες οπλικό σύστημα, που χωρίς αυτό κάθε άλλη προσπάθεια οικοδομείται πάνω στην άμμο, όσα χρήματα και αν διαθέσεις, όσο προηγμένες τεχνολογίες και αν αποκτήσεις. Αυτό το θεμελιώδες οπλικό σύστημα είναι η εθνική στρατιωτική σκέψη. Η εγχώρια συλλογική κουλτούρα πολέμου και αποτροπής, η οποία πρέπει να προέρχεται από εμάς και να απευθύνεται σε εμάς και όχι να μας έρχεται «ετοιματζίδικη» από «γκουρού» του εξωτερικού, οι οποίοι προωθούν απόψεις και λύσεις για καταστάσεις και προβλήματα που, στην καλύτερη περίπτωση, θα έχουν μόνο μερική σχέση με τις ελληνικές ιδιαιτερότητες.

Όπως σημειώθηκε ήδη, δεν υπάρχει απόλυτη στρατιωτική ισχύς, ούτε η τέλεια μεθοδολογία μάχης και αποτροπής. Όλα αυτά διαμορφώνονται με βάση κάποιες γενικές αρχές, σε συνάρτηση όμως με τις ιδιαιτερότητες του κάθε γεωσυστήματος. Φυσικά, μπορείς και οφείλεις να μελετήσεις ξένα μοντέλα, τόσο σημερινά όσο και προγενέστερα, δεν υπάρχουν όμως μαγικές λύσεις, ικανές να εφαρμοστούν ως έχουν στα ελληνικά δεδομένα.

Με άλλα λόγια, απαιτείται άμεσα και επιτακτικά η επένδυση στην εγχώρια στρατιωτική επιστήμη. Την οποία στρατιωτική επιστήμη ( ή, για να το πούμε καλύτερα, την στρατιωτική, τη ναυτική και την αεροπορική επιστήμη) στην Ελλάδα υπηρετούν και αναπτύσσουν οι τρεις θεμελιώδεις Ανώτατες Στρατιωτικές Σχολές (ΑΣΕΙ), δηλαδή η Σχολή Ευελπίδων, η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και η Σχολή Ικάρων.

Όπως έγινε όμως γνωστό, ιδιαίτερα μετά την παραίτηση σε ένδειξη διαμαρτυρίας του Κοσμήτορα της Σχολής Ικάρων, καθηγητού Πέτρου Κωτσιόπουλου, η κυβέρνηση αποφάσισε να υποβαθμίσει τα ΑΣΕΙ στο επίπεδο των Εκκλησιαστικών Σχολών και των Σχολών Εμποροπλοιάρχων, συντρίβοντας την όποια δυνατότητα υπήρχε να δημιουργηθεί εγχώρια στρατιωτική σκέψη, δηλαδή το πρωταρχικό και θεμελιώδες οπλικό σύστημα, πάνω στο οποίο θα χτιζόταν μια ρεαλιστική προσπάθεια αντιμετώπισης της εντεινόμενης τουρκικής απειλής. Τόσο απλά. Βέβαια, υπάρχουν και πολλές ακόμη συνέπειες, άμεσες και εν δυνάμει, για το στράτευμα, τα στελέχη του και τις ελληνικές αμυντικές και αποτρεπτικές ικανότητες που θα προκύψουν από αυτήν την εξέλιξη. Αλλά προσωρινά ας περιοριστούμε σε αυτό. Στο ότι, δηλαδή, τη στιγμή που η Τουρκία υπερεξοπλίζεται και αναπτύσσει δικά της οπλικά συστήματα, πιθανώς και καινοφανείς πολεμικές μεθοδολογίες, ενώ είναι ξεκάθαρο και ότι επιδιώκει ριζική αλλαγή του status quo στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να υποβαθμίσει περαιτέρω τους ήδη υποβαθμισμένους θεσμούς που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν μια προσπάθεια ανατροπής αυτής της κατάστασης, χωρίς να χρειαστεί η Ελλάδα να εισέλθει σε μια ανεξέλεγκτη, «τυφλή» κούρσα εξοπλισμών.

Μια μεγαλεπήβολη εξοπλιστική προσπάθεια, πέραν του ότι είναι μάλλον εκτός της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα προσέφερε επαρκείς και αποτελεσματικές λύσεις έναντι της τουρκικής ισχύος, εξαιτίας τόσο των ποσοτικών δεδομένων όσο και ποιοτικών μεταλλάξεων της τουρκικής πολεμικής μηχανής.

Κοντολογίς, μετά την απρόσμενη και αδικαιολόγητη ακαδημαϊκή υποβάθμιση των Ανώτατων Στρατιωτικών Σχολών, η διαμόρφωση μιας εγχώριας στρατιωτικής σκέψης υπονομεύεται, άρα και η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής καθίσταται πολύ πιο δύσκολη σε βάθος χρόνου.

Μια σειρά από ανατριχιαστικές σκέψεις χτυπάνε την πόρτα του μυαλού ακόμη και του πιο καλοπροαίρετου για τους βαθύτερους λόγους που προέκυψε αυτή η υποβάθμιση, αλλά είναι ακόμη πολύ νωρίς για να πούμε το οτιδήποτε. Το γεγονός όμως παραμένει ότι με τον νέο νόμο τα ΑΣΕΙ απειλούνται να μετατραπούν σε ένα είδος μεταλυκειακών κέντρων και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο και επικίνδυνο λάθος, με συνέπειες σε βάθος χρόνου που δύσκολα μπορούν να προσδιοριστούν σήμερα.

* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα»


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

8 Ιουν 2017


Πρόκειται για το τέταρτο έγγραφο προβληματισμού που υποβάλει η Κομισιόν, ενώ έχουν προηγηθεί ήδη τα έγγραφα για την ενίσχυση του κοινωνικού πυλώνα, την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών της παγκοσμιοποίησης και την εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Του Νίκου Μπέλλου (Βρυξέλλες)

Η πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο ΝΑΤΟ όπου απέφυγε να δεσμευθεί για την ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά και η δήλωση που ακολούθησε της Καγκελαρίου Μέρκελ, σύμφωνα με την οποία οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουν την ασφάλειά τους στα χέρια τους, κάνει εξαιρετικά επίκαιρο το σημερινό έγγραφο προβληματισμού.

Η Κομισιόν προτείνει ισχυρότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, ωστόσο αποφεύγει να επιλέξει το βαθμό αυτής της συνεργασίας βάζοντας στο «τραπέζι» τρία εναλλακτικά σενάρια ανάλογα με τη βούληση των κρατών μελών.

Τα σενάρια αυτά αρχίζουν από μια εθελοντική κατά περίπτωση απλή συνεργασία και φτάνουν μέχρι την κοινή άμυνα και την ανάληψη στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο χρονικός ορίζοντας για τις αλλαγές είναι μέχρι το 2025.

Σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας

Ειδικότερα το πρώτο σενάριο προβλέπει μια μεγαλύτερη συνεργασία στον τομέα της άμυνας μεταξύ των κρατών μελών σε σχέση με το παρελθόν αλλά σε εθελοντική βάση και ανάλογα με την περίπτωση.

Το δεύτερο σενάριο είναι πιο προχωρημένο γιατί προβλέπει μια στενή συνεργασία με κοινούς οικονομικούς και επιχειρησιακούς πόρους, έτσι ώστε να ενισχύσουν την αλληλεγγύη μεταξύ τους.

Το τρίτο σενάριο είναι το πιο προωθημένο γιατί προβλέπει κοινές αναλήψεις επιχειρήσεων κατά τρομοκρατών, ναυτικές επιχειρήσεις σε εχθρικό περιβάλλον διάθεση στρατού στην ευρωπαϊκή άμυνα και κοινό σύστημα πληροφοριών για την ασφάλεια των χερσαίων και θαλάσσιων εξωτερικών συνόρων.

Τέλος, η Κομισιόν παράλληλα με το έγγραφο προβληματισμού πρότεινε σήμερα και τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας, το οποίο θα χρηματοδοτεί κοινά προγράμματα έρευνας και καινοτομίας στον τομέα της άμυνας καθώς και την κοινή απόκτηση στρατιωτικού εξοπλισμού με κοινές παραγγελίες.

Πηγή Deutsche Welle


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

26 Μαΐ 2017


Γράφει ο Κώστας Μελάς

Η διακήρυξη διακήρυξη της Ρώμης (25-3-2017) επιβεβαίωσε ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιλέγει το τρίτο σενάριο από τα πέντε που παρουσίασε ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ με τη Λευκή Βίβλο. Το σενάριο που επιγράφεται ως Those who want more do more, (εκείνοι που θέλουν περισσότερο, να κάνουν περισσότερο) αποτελεί ουσιαστικά το σενάριο πολλαπλών ταχυτήτων. Με βάση, λοιπόν, τις «συμμαχίες των προθύμων» σε συγκεκριμένους τομείς πολιτικής, όπως π.χ. η άμυνα, η εσωτερική ασφάλεια, η φορολογία και ορισμένα κοινωνικά θέματα.

Υιοθετείται η στρατηγική της PESCO (Permanent Structured Cooperation), σε διάφορους τομείς, με προεξάρχοντα αυτόν της άμυνας. Πρόκειται για επιλογή της Γερμανίας, όπως είχε ήδη προαναγγείλει με διάφορους τρόπους η καγκελάριος Μέρκελ. Μάλιστα στη διακήρυξη υπάρχουν τέσσερις στόχοι για την επόμενη δεκαετία, από τους οποίους πρώτος είναι ο ακόλουθος:

«Μια ασφαλή και προστατευμένη Ευρώπη: μια Ένωση όπου όλοι οι πολίτες θα αισθάνονται ασφαλείς και θα μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα, όπου τα εξωτερικά μας σύνορα θα είναι ασφαλή, εφαρμόζοντας μια αποτελεσματική, υπεύθυνη και βιώσιμη μεταναστευτική πολιτική που θα σέβεται τα διεθνή πρότυπα· μια Ευρώπη αποφασισμένη να καταπολεμήσει την τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα».

Γίνεται εύκολα αντιληπτή η άμεση σχέση μεταξύ της επιλογής του τρίτου σεναρίου και του πρώτου στόχου που τίθεται στην πρόσφατη Διακήρυξη των Αρχηγών της ΕΕ. Η παραπάνω επιλογή, με κύριο άξονα τα θέματα άμυνας και ασφάλειας, αποτελεί εδώ και αρκετό καιρό προτεραιότητα της κυβέρνησης Μέρκελ.

Αιτία είναι ότι είχε γίνει επιτακτική ανάγκη η προσαρμογή της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής στα νέα πλανητικά δεδομένα. Η εκλογή του προέδρου Τραμπ επιτάχυνε τις παραπάνω διαδικασίες.

Τα νέα δεδομένα

Οι ΗΠΑ εξαρτούν ολοένα και περισσότερο την εξωτερική τους πολιτική από την προσέγγιση της “ισορροπίας δυνάμεων”. Βασίζονται πλέον περισσότερο στους περιφερειακούς φορείς για τη διαχείριση απειλών. Οι μακροπρόθεσμες αμερικανικές εγγυήσεις για την ασφάλεια της Ευρώπης υπήρξαν το σήμα κατατεθέν της ευρωπαϊκής άμυνας από το 1945. Το Βερολίνο δεν μπορεί πλέον να υπολογίζει σ’ αυτές.

Με την εκλογή Τραμπ διαφαίνεται η επανεξέταση κύριων προσεγγίσεων της μεταπολεμικής αμερικανικής στρατηγικής. Αυτό ήταν από καιρό αναμενόμενο. Ο Πρόεδρος Τραμπ, όσον αφορά την εθνική στρατηγική των ΗΠΑ, εμφανίζεται ως κύριος εκφραστής αναζήτησης νέων προσανατολισμών και προσεγγίσεων.
Αυτό είναι το κύριο ζήτημα της στρατηγικής θεωρίας το επόμενο διάστημα Τίποτα δεν προδικάζεται όσον αφορά τους στρατηγικούς προσανατολισμούς των ΗΠΑ. Είναι λάθος, όμως, να μην υπογραμμίζεται η διαφορά μεταξύ μιας υπερεκτατικής πολιτικής και των διακηρύξεων του νέου Προέδρου. Οι διακηρύξεις του υποδηλώνουν αναζήτηση προϋποθέσεων ισορροπίας. Θα πρέπει, ωστόσο, να αναμένουμε πριν εκφραστούν τελεσίδικες εκτιμήσεις.

Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση αναμονής για τον τρόπο που θα συνεχίσει να υπάρχει. Το βάρος της Ρωσίας, ως περιφερειακής πυρηνικής δύναμης αυξάνεται ολοένα και πιο πολύ. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Γερμανία δείχνει να κάνει το πρώτο βήμα προς την καθιέρωση ενός νέου εθνικού και περιφερειακού πλαισίου ασφαλείας.

Η συζήτηση στη Γερμανία για μια νέα, πιο διεκδικητική εξωτερική πολιτική, που θα στηρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό στο στρατό της, δεν συνδέεται μόνο με τις ανησυχίες σχετικά με τη Ρωσία ή τις ΗΠΑ. Η Γερμανία έχει αποδεχθεί ότι η μοναδική της επιλογή είναι η συσπείρωση της Ευρώπης.

Όπως, όμως, έχει διαφανεί τα τελευταία έξι χρόνια, η επιτυχία της στο οικονομικό μέτωπο υπήρξε περιορισμένη ή και καταστροφική για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η ΕΕ είναι μια οικονομική οντότητα, αλλά η οικονομία έχει μετατραπεί από συνδετικό στοιχείο σε φυγόκεντρο δύναμη. Θα πρέπει να εισαχθεί κάτι καινούργιο στο ευρωπαϊκό πείραμα, αλλιώς το οικοδόμημα κινδυνεύει να αποσυντεθεί.

Γερμανικό νεύμα στο Παρίσι

Το Βερολίνο πιστεύει πως για να κρατηθεί ενωμένη η Ευρώπη απαιτείται η πρόσθεση μιας διαστάσεως που έχει έως τώρα παραβλεφθεί στις διαπραγματεύσεις για την ευρωπαϊκή ενοποίηση: Πρόκειται για την πολιτική-στρατιωτική διάσταση.

Το να υψωθεί ανάστημα απέναντι στη Ρωσία, είναι κάτι που θα βρει ανταπόκριση στα έθνη της Κεντρικής Ευρώπης. Η ανάληψη ενός πιο ενεργού ρόλου στο εξωτερικό θα καταστήσει το Βερολίνο ακαταμάχητο στη σχέση του με το Παρίσι. Οι νύξεις της Γερμανίας ότι θα επεκτείνει τις διεθνείς στρατιωτικές επιχειρήσεις της, ιδιαίτερα στην Αφρική, αποτελούν ένα σαφές νεύμα προς τη Γαλλία, η οποία έχει εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία της για μια βαθύτερη στρατιωτική και πολιτική συνεργασία με τη Γερμανία.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, η προσέγγιση της Γερμανίας με τη Γαλλία θα μπορούσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να δημιουργήσει μακροπρόθεσμα εντάσεις μεταξύ τους. Το Βερολίνο δεν είναι ασφαλώς σε θέση να αναλάβει μόνο του στρατιωτική δράση. Είναι σε θέση, όμως, να προβάλει με κάποιον ασαφή τρόπο αυτή τη δυνατότητα, δημιουργώντας έτσι μία πολιτική δυναμική, ικανή να αποδυναμώσει προσωρινά τις διαλυτικές τάσεις στην Ευρώπη.

Το Βερολίνο πρέπει να κερδίσει χρόνο, κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη, όπου η Ουγγαρία έχει αρχίσει μια ανεξάρτητη πορεία και παρακολουθείται προσεκτικά από τους υπολοίπους. Με τις Ηνωμένες Πολιτείες απρόθυμες να εμπλακούν, η Γερμανία είτε θα γίνει το αντίβαρο είτε θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες.

Η στροφή στην εξωτερική πολιτική

Αρχικά, οι ενέργειες της Γερμανίας φαινόταν συγκεγχυμένες και ασυνήθιστες. Φαίνονται όμως πιο λογικές, αν σκεφτεί κανείς ότι το Βερολίνο αναζητά εναλλακτικά εργαλεία, προκειμένου να διατηρήσει ενωμένη την Ευρώπη, καθώς επαναξιολογεί τη Ρωσία.

Μέχρις στιγμής, οι προθέσεις της Γερμανίας έχουν αντιμετωπισθεί θετικά, κυρίως εκτός Γερμανίας. Είναι σίγουρο, όμως, ότι θα εμφανιστεί ξανά η ανησυχία πως ένα ισχυρότερο και πιο δυναμικό Βερολίνο θα αναδυθεί στην Ευρώπη και στην παγκόσμια σκηνή. Προς το παρόν, πάντως, η Μέρκελ δεν φαίνεται να έχει άλλη επιλογή.
Με την προσφυγική κρίση να συνεχίζεται η γερμανική κυβέρνηση οδηγείται σε μια στροφή στην εξωτερική πολιτική της. Το ίδιο και στην πολιτική της για την εσωτερική ασφάλεια. Η Γερμανία αποχαιρετά το Δόγμα Μέρκελ και προωθεί την αναβάθμιση του ρόλου της στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στις εμπόλεμες ζώνες.

Για χρόνια το Δόγμα Μέρκελ κυριαρχούσε στη γερμανική εξωτερική πολιτική. Βάσει αυτού του δόγματος, το Βερολίνο επιδίωκε την εξωτερική ασφάλεια της χώρας μέσω της εξαγωγής όπλων και των συνεργασιών, κυρίως σε επίπεδο στρατιωτικής εκπαίδευσης.

Ο στόχος αυτής της πολιτικής, όπως η ίδια η καγκελάριος τον είχε εκφράσει σε ομιλία της το 2011, ήταν η ενίσχυση του ρόλου της Γερμανίας ως εγγυήτριας δύναμης για την ασφάλεια χωρών υψίστης στρατηγικής σημασίας. Με αυτή τη στρατηγική η Μέρκελ εξασφάλιζε και τη μη εμπλοκή της Γερμανίας σε στρατιωτικές αποστολές στο εξωτερικό (ή τον περιορισμό αυτών).

Τώρα όμως το Βερολίνο εγκαταλείπει το περίφημο «Δόγμα Μέρκελ» και έχει ήδη ξεκινήσει το σχεδιασμό νέων στρατιωτικών αποστολών, αλλά και την επέκταση όσων επιχειρήσεων βρίσκονται σε εξέλιξη, σε βαθμό που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί μέχρι πριν από λίγο καιρό.

Απομάκρυνση από τον «μεταμοντέρνο ειρηνισμό»

Ο «μεταμοντέρνος ειρηνισμός» αποτελούσε εδώ και χρόνια βασικό χαρακτηριστικό της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό πλέον αλλάζει. Μεγάλη μερίδα των πολιτικών της Χριστιανοδημοκρατίας εκφράζουν την ελπίδα πως οι επιφυλάξεις των πολιτών σχετικά με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό θα αρθούν. Οι προσεγγίσεις των Σοσιαλδημοκρατών δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά.

Η πρόθεση της Γερμανίας για αναπροσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής, λόγω και της προσφυγικής κρίσης, είναι σαφής. Θα πρέπει να αναμένεται η συμμετοχή του γερμανικού στρατού -με ενισχυμένο ρόλο- σε περισσότερες επιχειρήσεις στο εξωτερικό.

Η νέα κατεύθυνση φαίνεται να διέπεται από την παρακάτω ρήση : «Η Δημοκρατία και το κράτος δικαίου στις χώρες της κρίσης εξασθενούν και περνούν σε δεύτερη μοίρα. Αντ’ αυτού υπερισχύει η σταθερότητα ακόμη και αν αυτό σημαίνει υποστήριξη σε ολοκληρωτικά καθεστώτα».
Η ανησυχία της Μέρκελ για την πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ είναι έκδηλη. Φοβάται ότι ο Τραμπ θα υλοποιήσει τις απειλές του για μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, εάν οι Ευρωπαίοι δεν κάνουν το καθήκον τους, ξοδεύοντας αναλογικά με τις ΗΠΑ για τον τομέα της άμυνας.

Η Μέρκελ μάλιστα, αποκάλεσε «αφελές» το να πιστεύουν οι Ευρωπαίοι ότι θα μπορούν στο διηνεκές να στηρίζονται σε ξένες πλάτες για την επίλυση των προβλημάτων ασφαλείας της «γειτονιάς» τους. Εν ολίγοις, μια Γερμανία που επί πολλά χρόνια σχεδόν αδιαφορούσε για τον τομέα των αμυντικών δαπανών, ξαφνικά δείχνει μεγάλη ανησυχία και δεν την κρύβει.

Η στάση της προδίδει μια φοβία για την ασφάλεια της ίδιας της χώρας, η οποία όμως έπρεπε να έχει εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα. Η καθυστέρηση συνιστά αποτυχία της Μέρκελ ως ηγέτη. Η ανησυχία της επιτείνεται και από το Brexit. Η καγκελάριος υπογραμμίζει ότι επείγει η μαζική ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας των υπολοίπων 27 κρατών-μελών της ΕΕ.

Η Μέρκελ φαίνεται πως ανακαλύπτει ή απλά συνειδητοποιεί τώρα, ποιος πρέπει να είναι ο πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος που μπορεί να καταστήσει την Γερμανία περιφερειακή μεσαία δύναμη. Προς το παρόν είναι μόνο οικονομικά ηγέτιδα και «ατμομηχανή» της ΕΕ, την οποία όμως οδηγεί «στα βράχια». Κι αυτό, επειδή διαπνέεται από μια κοντόφθαλμα «εθνοκεντρική» οπτική.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ "Επιστροφή της Γερμανίας στον δρόμο της στρατιωτικής ισχύος"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου