Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

23 Ιαν 2018


Γράφει ο Σπυρίδων Πλακούδας

Πριν από 72 ώρες άρχισε η Επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) και του συν αυτών Ελεύθερου Συριακού Στρατού (ΕΣΣ) εναντίον των Κούρδων στο Καντόνι του Αφρίν της βορειο-δυτικής Συρίας. Η επιχείρηση αυτή αποτελεί την φυσική συνέχεια της Επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη» (Αύγουστος 2016 – Μάιος 2017) για την εξουδετέρωση των «δίδυμων τρομοκρατικών απειλών» του ΙΣΙΣ και YPG στη βόρεια Συρία σύμφωνα με τον Ερντογάν. Στην πραγματικότητα, όμως, η ένοπλη επέμβαση των ΤΕΔ στη βόρεια Συρία αποσκοπεί στην αποκοπή του Καντονιού του Αφρίν από τον μεγάλο θύλακα των Κούρδων ανατολικά του ποταμού Ευφράτη και την ματαίωση του (αβάσιμου εν πολλοίς) ονείρου των Σύρων Κούρδων για έξοδο στην Μεσόγειο Θάλασσα.

Εν αντιθέσει όμως με την προγενέστερη Επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», η εν λόγω επιχείρηση με το οργουελιανό όνομα έχει αποσπάσει την σιωπηρή συναίνεση μόνο της Ρωσίας – όχι των ΗΠΑ. Οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ, ήδη αρκετά επιβαρυμένης, οδηγούνται σε νέο ναδίρ επειδή η Ουάσινκγτον δεν υποχωρεί ενώπιον του ωμού εκβιασμού της Άγκυρας («ή εσείς θα εγκαταλείψετε τους Κούρδους της Συρίας ή εμείς θα αποσκιρτήσουμε προς την Μόσχα»). Πώς θα αντιδράσουν όμως οι ΗΠΑ στην ιταμή πρόκληση του Ερντογάν;

Τα Αινίγματα της Επιχείρησης

Η αντίδραση των ΗΠΑ θα περιοριστεί μάλλον στην φραστική καταδίκη της εν λόγω επίθεσης – ίσως συμπεριλάβει δε αντίποινα οικονομικά επ’ αφορμή της δίκης Ζαράμπ. Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν στρατό ή συμφέροντα στο Καντόνι του Αφρίν. Η επικράτεια της Συρίας δυτικά του ποταμού Ευφράτη ανήκει στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας βασει της άτυπης συμφωνίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας. Το Καντόνι του Αφρίν, διόλου τυχαία, περιήλθε στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας το 2016 και προστατευόταν (μέχρι πρότινος) από «κυανόκρανους» της Ρωσίας έναντι των απειλών της Τουρκίας· αντιθέτως, τα Καντόνια του Κομπάνι και Τζαζίρε τελούσαν υπό ανοιχτή προστασία εκ μέρους των ΗΠΑ (δείτε εδώ). Οπότε, μια επίθεση της Τουρκίας εναντίον του Κομπάνι ή της Μανμπίζ θα προκαλέσει την έμπρακτη αντίδραση των ΗΠΑ σίγουρα.

Οπότε, γεννάται αβίαστα το εξής ερώτημα; Γιατί η Ρωσία άναψε το πράσινο φως στην Τουρκία τώρα και όχι νωρίτερα; Η Άγκυρα δεν έχει τηρήσει ούτε κατ’ ελάχιστον τα συμπεφωνημένα κατά τη διάσκεψη κορυφής της Αστάνα περί της περιστολής της Αλ Νούσρα (το πρώην παρακλάδι της Αλ Κάιντα) στην επαρχία Ιντλίμπ – άρα δεν τίθεται μάλλον ζήτημα δούναι-και-λαβείν (το Αφρίν στην Τουρκία, η Ιντλίμπ στην τριπλή συμμαχία Ρωσία–Συρία–Ιράν) όπως στο παρελθόν (το Χαλέπι στον Άσαντ και η Αλ Μπαμπ στην Τουρκία τον Δεκέμβριο του 2016 / δείτε εδώ). Η σιωπηρή συναίνεση της Ρωσίας οφείλεται μάλλον στον έκδηλο εκνευρισμό της για την ίδρυση ενός de facto ανεξάρτητου Κουρδικού κρατιδίου ανατολικά του ποταμού Ευφράτη με εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ. Τι είδους ανταλλάγματα, όμως, εξασφάλισε η Μόσχα από την Άγκυρα ώστε να εγκρίνει την εν λόγω επιχείρηση; Προς το παρόν, δεν υπάρχουν επ’ αυτού πληροφορίες. Εικάζεται, όμως, πως η Μόσχα μάλλον δρα κατ’ αυτόν τον τρόπο ώστε να βαθύνει το χάσμα μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας έτι περαιτέρω. Μέχρι ποιο σημείο όμως συναινεί σιωπηρώς η Μόσχα; Την οριστική εξάλειψη του θύλακα ή την δραστική περιστολή του (και ίσως την υπαγωγή του εκ νέου στον έλεγχο του Άσαντ); Μάλλον το δεύτερο ενδεχόμενο. Η Μόσχα, άλλωστε, δεν κλείνει την πόρτα του διαλόγου προς τους Κούρδους του Αφρίν. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο Πούτιν πρότεινε σε αυτούς την υπαγωγή τους στον έλεγχο του Άσαντ την παραμονή της επίθεσης – πρόταση που απέρριψαν οι Κούρδοι κατηγορηματικώς. Βέβαια ο Λαβρόφ δήλωσε σήμερα πως η Μόσχα θα καλέσει τους Σύριους Κούρδους στο τραπέδι των διαπραγματεύσεων στο Σότσι τις επόμενες ημέρες – προς έκπληξιν, αν όχι δυσαρέσκεια, της Τουρκίας.

Ο Άσαντ; Πώς θα αντιδράσει; Πέραν της κούφιας φοβέρας περί δήθεν κατάρριψης των αεροσκαφών της Τουρκίας, ο Άσαντ δεν θα αντιδράσει στην πραγματικότητα. Έχει απορροφηθεί εξ ολοκλήρου από τον αγώνα εναντίον της Αλ Νούσρα στην Ιντλίμπ και δεν υπάρχουν οι δυνατότητες (ούτε η διάθεση) για επέμβαση υπέρ των Κούρδων – με τους οποίους υφίσταται σε ισχύ ένα άτυπο «σύμφωνο μη επιθέσεως» από το 2012 και ύστερα. Πώς θα αντιδράσει ο έτερος «συγκηδεμόνας» της Ειρηνευτικής Διαδικασίας της Αστάνα; Το Ιράν έχει περιοριστεί, όπως οι ΗΠΑ, σε φραστική καταδίκη της εν λόγω επίθεσης. Άλλωστε γιατί να αντιδράσει; Το Ιράν ανησυχεί βεβαίως για την αύξηση της επιρροής της Τουρκίας στη βόρεια Συρία, ανησυχεί όμως ακόμα περισσότερο για το ενδεχόμενο της ίδρυσης ενός ανεξάρτητου Κουρδικού κρατιδίου ως προμαχώνα των ΗΠΑ (δείτε εδώ).

Πώς θα αντιδράσει η ανώτατη στρατιωτική διοίκηση των Κούρδων; Προς το παρόν ... σιωπή! Και όμως! Σιωπή!!! Δεν έχουν μεταφέρει ενισχύσεις σε άνδρες και οπλισμό στο Καντόνι του Αφρίν (δια των εδαφών του Άσαντ βορείως του Χαλεπίου) και δεν έχουν διενεργήσει έστω μια επίθεση εναντίον της Αλ Μπαμπ ή Τζαραμπλούς (που απέχουν μόλις 3 και 10 χιλιόμετρα αντίστοιχα από τις γραμμές τους) ώστε να ασκήσουν λίγη πίεση επί της Τουρκίας. Που οφείλεται η αδράνεια αυτή; Μήπως η Ουάσινγκτον δεν υποστηρίζει επιθετικές ενέργειες που θα προκαλέσουν περαιτέρω ανάφλεξη της σύγκρουσης και, ως εκ τούτου, θα υπονομεύσουν τα κέρδη του αγώνα εναντίον του ISIS; Μήπως οι Άραβες στην ετερόκλητη Αραβο-Κουρδική συμμαχία δεν ενδιαφέρονται για μια σύγκρουση που διεξάγεται μακριά από τις εστίες τους; Μήπως αναμένουν οι Κούρδοι να αναλάβει η Ουάσινγκτον ή η Μόσχα λίαν συντόμως δράση για τη λήξη της σύγκρουσης; Ή μήπως οι «φιλοαμερικανοί» Κούρδοι προτίθενται να θυσιάσουν το Αφρίν (τους «φιλορώσους ομοεθνείς» τους) ωσάν Ιφιγένεια στον βωμό της ανεξαρτησίας;

Το Διακύβευμα για την Τουρκία

Η Επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» διεξάγεται περίπου όπως η Επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη». Ο ΕΣΣ αποτελεί το (αναλώσιμο) «πεζικό» ενώ οι ΤΕΔ παρέχουν τα πυρά υποστήριξης δια της αεροπορίας, του πυροβολικού και των τεθωρακισμένων. Προς το παρόν, οι επιχειρήσεις εξελίσσονται ομαλά για τις ΤΕΔ με την κατάληψη των πρώτων μεθοριακών φυλακίων παρά την ισχυρή αντίσταση των Κούρδων. Η προέλαση προς το κέντρο του θύλακα (όπου ευρίσκεται η πρωτεύουσα Αφρίν) αναμένεται να συναντήσει ακόμα ισχυρότερη αντίσταση και να σημαδευτεί από βαρύτερες απώλειες. Οι Κούρδοι υστερούν τόσο σε οπλισμό όσο σε αριθμούς αλλά μάλλον θα αμυνθούν μέχρις εσχάτων κατ’ απομίμηση του Στάλινγκραντ των Κούρδων – της Μάχης του Κομπάνι.

Όμως, ένας παρατεταμένος «πόλεμος φθοράς» δεν θα ήταν το ιδανικό σενάριο για διάφορες αιτίες. Πρώτον, ένας τέτοιος πόλεμος θα συνοδευτεί από βαριές απώλειες των ΤΕΔ – ένας κακός οιωνός για τον Ερντογάν στις επερχόμενες εκλογές στην Τουρκία. Δεύτερον, η παράταση της σύγκρουσης θα άναβε το φυτίλι μιας ισχυρής Κουρδικής εξέγερσης στη νοτιο-ανατολική Τουρκία – όπως συνέβη τον Οκτώβριο του 2014 με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες. Και τρίτον, όσο περισσότερο τραβά εις μάκρος η εν λόγω σύγκρουση, τόσο μεγαλώνει το ενδεχόμενο μιας (διπλωματικής) επέμβασης της Ρωσίας ή των ΗΠΑ εις βάρος της Τουρκίας – ειδικά εάν χάσουν τη ζωή τους αρκετοί άμαχοι. Εν ολίγοις, μια αστραπιαία νίκη αποτελεί το ιδανικό σενάριο για την Τουρκία. Είναι σε θέση, μολαταύτα, η Τουρκία να φέρει εις πέρας μια τόσο δύσκολη αποστολή; Έχει αφομοιώσει η Τουρκία τα διδάγματα της τέχνης του πολέμου από την Επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη»; Δύναται η Τουρκία να αψηφά τις ΗΠΑ; Θα το διαπιστώσουμε λίαν συντόμως ....

* Ο Δρ Σπυρίδων Πλακούδας είναι Επίκουρος Καθηγητής στο American University in the Emirates και Αντιπρόεδρος του ΚΕΔΙΣΑ.
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Κώστα Ράπτη

Η επιχείρηση, αεροπορική αλλά και χερσαία, υπό το οργουελιανό όνομα "Κλάδος Ελαίας”, την οποία εξαπέλυσε το Σάββατο η Τουρκία εναντίον του αυτονομημένου κουρδικού "καντονιού” του Αφρίν στη βορειοδυτική Συρία, αποτελεί τομή στην εξελισσόμενη εδώ και επτά χρόνια συριακή κρίση. Και αυτό διότι κινδυνεύει να φέρει αντιμέτωπες, ακόμη και στο πεδίο των μαχών, τις δύο μεγαλύτερες χώρες της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Στην αφετηρία της συγκεκριμένης εξέλιξης βρίσκεται η εξαγγελία από αμερικανικής πλευράς στις 14 Ιανουαρίου της δημιουργίας στην βορειοανατολική Συρία μίας "μεθοριακής δύναμης” 30.000 ανδρών, η οποία προφανώς ως κορμό της θα έχει τους Κούρδους μαχητές του PYD (αδελφής οργάνωσης του ΡΚΚ) και θα συμπληρώνεται από τοπικές αραβικές δυνάμεις, που δεν είναι παρά φυλές που προηγουμένως συνεργάζονταν με το Ισλαμικό Κράτος και τώρα άλλαξαν στρατόπεδο.

Η απόφαση αυτή, η οποία προέκυψε από την εμμονή της CentCom (της διακλαδικής Κεντρικής Διοίκησης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων) για τη δημιουργία ενός μόνιμου προγεφυρώματος στη βορειοανατολική Συρία, ελήφθη χωρίς συνεννόηση με την Τουρκία και προκάλεσε συναγερμό στην Άγκυρα, όσο και αν την επομένη ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών έσπευσε να δηλώσει ότι το επίμαχο στρατιωτικό σώμα δεν θα αποτελεί "μεθοριακή δύναμη”.

Η τουρκική αντίδραση, όμως, υπακούει στη λογική της "μετωνυμίας”: αλλού εκδηλώνεται και αλλού απευθύνει το μήνυμα. Το καντόνι του Αφρίν είναι απομονωμένο από την υπόλοιπη, συμπαγή κουρδοκρατούμενη περιοχή, στην οποία βρίσκονται πέντε αμερικανικές βάσεις. Μολονότι μάλιστα δεν συνορεύει καν με τουρκικές επαρχίες κουρδικού πληθυσμού, ώστε να βρίσκουν εφαρμογή οι φόβοι για κάποιου είδους "ντόμινο”, το Αφρίν αποτελεί δελεαστικό στόχο, αφενός διότι τονώνει το μιλιταριστικό αναθεωρητικό προφίλ της Τουρκίας του Erdogan, αφετέρου διότι αποδεικνύει στο PYD το μήνυμα ότι η αμερικανική προστασία δεν αρκεί.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η επιχείρηση "Κλάδος Ελαίας” κατέστη δυνατή λόγω της ανοχής, αν όχι συνενοχής, της Ρωσίας και των συμμάχων της, καθώς μέχρι τώρα λειτουργούσε προστατευτικά για το Αφρίν, η παρουσία ρωσικών στρατευμάτων.

Όμως ήδη στις 18 Ιανουαρίου επισκέφθηκαν τη Μόσχα ο αρχηγός του γενικού επιτελείου και ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας για συνεργασία με τους ομολόγους τους, σε μία κίνηση που μαρτυρεί προχωρημένο συντονισμό των δύο πλευρών. Λίγο μετά οι ρωσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από το Αφρίν, προκειμένου να προφυλαχθούν.

Είχε προηγηθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, ρωσική μεσολαβητική προσπάθεια να αναλάβει την προστασία του Αφρίν ο συριακός κυβερνητικός στρατός, όμως αυτή απορρίφθηκε από την κουρδική πλευρά.

Τόσο η Συρία, όσο και η Ρωσία και το Ιράν ενοχλούνται και ανησυχούν από την νέα πρωτοβουλία της Άγκυρας να παραβιάσει την συριακή επικράτεια, χωρίς προφανώς συνεννόηση με τη Δαμασκό. Όμως τα όποια προβλήματα γεννά η τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία έρχονται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ενδεχόμενο μακρόχρονης "αμερικανικής κατοχής” στα βορειοανατολικά, με αιχμή το κουρδικό στοιχείο. Μάλιστα ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov ανοιχτά κατήγγειλε την δημιουργία στην περιοχή "εναλλακτικών κρατικών δομών”.

Εξ ού και οι αντιδράσεις της Δαμασκού και της Τεχεράνης απέναντι στην (παράνομη, προφανώς) τουρκική εισβολή είναι προς το παρόν αποκλειστικά φραστικές, ενώ η Μόσχα δικαιολόγησε με έναν τρόπο τις ενέργειες της Άγκυρας ως αντίδραση στις αμερικανικές πρωτοβουλίες. Άλλωστε, η ανοχή προσφέρεται με αντάλλαγμα: την ολοκλήρωση από τον συριακό στρατό και τη ρωσική αεροπορία της εκκαθάρισης της επαρχίας της Ίντλιμπ από τα τζιχαντιστικά στοιχεία που είχαν μέχρι τώρα την στήριξη της Τουρκίας.

Είναι βέβαια πρόωρο να εκτιμήσει κανείς πόσο θα διαρκέσει, πόσο αιματηρή θα αποβεί και τι έκβαση θα έχει η επιχείρηση "Κλάδος Ελαίας”. Το Αφρίν αποτελεί περιοχή ορεινή με χιλιάδες μαχητές και η Τουρκία μετρά ήδη την απώλεια τεσσάρων τεθωρακισμένων της. Δεν είναι απίθανο η τουρκική πλευρά σύντομα να αναδιπλωθεί, αναγγέλλοντας μια πρόωρη "νίκη”.

Σε κάθε περίπτωση, το κουρδικό στοιχείο δείχνει και πάλι να συγκαταλέγεται στους χαμένους, εφόσον, υπερτιμώντας εξαιρετικά τις δυνάμεις του (όπως συνέβη πρόσφατα και το βόρειο Ιράκ), έκοψε τις γέφυρες με Δαμασκό και Μόσχα και προσχώρησε στο αμερικανικό σχέδιο απόσχισης της βορειοανατολικής Συρίας, το οποίο όμως δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο, εφόσον θα καταπολεμηθεί από όλα τα γειτονικά κράτη.

Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



22 Ιαν 2018


Του Βασίλη Κοψαχείλη

Το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ δεν είναι ένα διμερές πρόβλημα μεταξύ Σκοπίων και Αθήνας. Είναι πολύ ευρύτερο και η έκβασή του θα κρίνει τον ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας για τον έλεγχο των Βαλκανίων.

Τυχόν αποτυχία δεν θα πρέπει να χρεωθεί στην Αθήνα, διότι έχουμε υπερβεί κάθε όριο ανοχής προκειμένου να υπάρξει «λύση» του ζητήματος ενόψει της προσδοκίας σταθεροποίησης και ανάπτυξης των Βαλκανίων, στόχος δηλαδή που δυνητικά εξυπηρετεί οπωσδήποτε και τα Ελληνικά συμφέροντα.

Τυχόν αποτυχία – και αποτυχία θα είναι μια μη επωφελής για τα ελληνικά συμφέροντα λύση – θα βαραίνει αποκλειστικά τον Αμερικανικό παράγοντα, που παρότι σήμερα στην Ουάσιγκτον υπάρχει μία νέα κυβέρνηση που φέρεται να επιδιώκει ρήξεις με το «κακό παρελθόν», εντούτοις εμμένει, έστω και παθητικά, να προωθεί κακοφορμισμένες συνταγές και αμφιλεγόμενους διαμεσολαβητές.

Η εμμονή αυτή πληρώνεται ακριβά, αφού τουλάχιστο σε επίπεδο δημόσιας διπλωματίας, η Μόσχα κεφαλαιοποιεί, παίζοντας με την ιστορία των λαών της περιοχής, το πολιτικό τους μέλλον και το μέλλον του Αμερικανικού παράγοντα στα Βαλκάνια!

Πολύπλοκο σκηνικό

Αντίθετα από την διάχυτη πεποίθηση ότι η όλη φασαρία επίσπευσης της λύσης του «Μακεδονικού» αφορά την βιασύνη των ΗΠΑ να εντάξουν την πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ τον φετινό Ιούλιο, η πραγματικότητα πιθανότατα είναι διαφορετική.

Είναι πολύ πιθανό οι εξελίξεις στα Σκόπια να αντανακλούν στις εξελίξεις στο Κόσσοβο. Κοινός παρανομαστής και στις δύο περιπτώσεις είναι το Αλβανόφωνο στοιχείο. Ενδεχομένως λοιπόν, και πίσω από όσα δηλώνονται δημόσια, ο Αμερικανικός παράγοντας να θέλει να δώσει ένα όνομα-δώρο στη μειονότητα των Αλβανοφώνων της πΓΔΜ, που δεν θέλουν τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγό της, και να το ανταλλάξει με υποχωρήσεις της πλειοψηφίας των Αλβανοφώνων στο Κόσσοβο, προκειμένου να ικανοποιηθεί εκεί η Σερβική μειονότητα, προσβλέποντας έτσι σε στενότερη συνεργασία Ουάσιγκτον – Βελιγραδίου και απομάκρυνσης της Σερβίας από την σφαίρα επιρροής της Μόσχας.

Μία δολοφονία και δηλώσεις που φωτογραφίζουν το διακύβευμα…

Τουλάχιστο τρία γεγονότα έρχονται τις τελευταίες μέρες να ενισχύσουν το παραπάνω ενδεχόμενο. Η δολοφονία του μετριοπαθούς Σέρβου πολιτικού του Κοσσόβου, Όλιβερ Ιβάνοβιτς, στις 16 Ιανουαρίου, η εσπευσμένη επίσκεψη του Σέρβου Προέδρου, Αλεξάντερ Βούτσιτς, στη Μόσχα, και οι δηλώσεις του έμπειρου Ρώσου υπουργού εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ για το «Μακεδονικό».

Ο Όλιβερ Ιβάνοβιτς ήταν μετριοπαθής πολιτικός στο Βόρειο Κόσσοβο, που αν και δεν αναγνώριζε την ανεξαρτησία του Κοσσόβου από την Σερβία, εντούτοις πίστευε σθεναρά στην ανάγκη απογαλακτισμού της Σερβικής μειονότητας του Κοσσόβου από τις τοξικές παρεμβάσεις του Βελιγραδίου και των συμμάχων τους. Παράλληλα, έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ομαλή διαβίωση των Σέρβων εντός του Κοσσυφοπεδίου, αναγνωρίζοντας το επικίνδυνο των συνθηκών για την Σερβική μειονότητα. Ήταν οπαδός της πολιτικής σταθερότητας και πάνω από όλα ρεαλιστής, δηλαδή εμπόδιο σε όσους πίσω από εθνικιστικές κορώνες και όξυνση, εκμεταλλεύονταν την μειονότητα και παράλληλα προωθούσαν κάθε μορφή εγκληματικών συμφερόντων στην περιοχή. Η δολοφονία του αφήνει την Σερβική μειονότητα του Κοσσόβου χωρίς μετριοπαθή φωνή, γεγονός που θα ενισχύσει ένθεν και ένθεν τα άκρα!

Η εσπευσμένη επίσκεψη του Σέρβου Προέδρου, Αλεξάντερ Βούτσιτς, στη Μόσχα είναι το δεύτερο στοιχείο που υποδηλώνει πως κάποια σχέση υφίσταται μεταξύ των εξελίξεων στο «Μακεδονικό» και των εξελίξεων στο Κόσσοβο. Μάλιστα, σε δηλώσεις του ο Σέρβος πρόεδρος έσπευσε να καλέσει τη Ρωσία να έχει ενεργό συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις για το Κοσσυφοπέδιο, αν θελήσουν αντίστοιχα οι ΗΠΑ να έχουν παρουσία σε αυτές – πρόταση που έγινε αμέσως αποδεκτή από τη Μόσχα. Παράλληλα, ο κ. Βούτσιτς υπέγραψε ευνοϊκή ενεργειακή συμφωνία με τη Ρωσία όπου μελλοντικά θα δίνεται η δυνατότητα μέσα από το υφιστάμενο δίκτυο φυσικού αερίου της Σερβίας να εξάγεται στην Ευρώπη Ρωσικό αέριο.

Τέλος, είναι συνεχείς οι δηλώσεις του Ρώσου ΥΠΕΞ, Σεργκέι Λαβρόφ, που μάλιστα εμφανίζεται να υποστηρίζει τα Ελληνικά συμφέροντα – άσχετα αν η χώρα του πρώτη και καλύτερη αναγνώρισε τα Σκόπια ως Μακεδονία – να μην προχωρήσει η Ελλάδα σε «λύση» του ονόματος και μπουν τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ. Εκτός του ότι οι ΗΠΑ θα έχουν κερδίσει ακόμη μια κίνηση (μετά το Μαυροβούνιο) στην Βαλκανική σκακιέρα έναντι της Ρωσίας, αυτό που φοβάται ο έμπειρος Λαβρόφ είναι το «έπαθλο» Σερβία, μετά τη χαμένη υπόθεση καλλιέργειας παλλαϊκού κινήματος γεω-στρατηγικού αναπροσανατολισμού της Ελλάδος προς το «ξανθό γένος»…

Αλήθεια, θα είχε πολύ ενδιαφέρον να μαθαίναμε τι θα ήταν διατεθειμένη να μας δώσει η Μόσχα προκειμένου να μην συμφωνούσαμε σε «λύση» του «Μακεδονικού» και να μπλοκάραμε έτσι την είσοδο τους στο ΝΑΤΟ. Όπως αντίστοιχο ενδιαφέρον θα είχε να μαθαίναμε κάτι ανάλογο και από την Αμερικανική πλευρά! Γιατί, από φοβέρες χορτάσαμε ως λαός, για τις κυβερνήσεις μας δεν ξέρω…

Το διακύβευμα…

Το διακύβευμα είναι ο έλεγχος των Βαλκανίων! Η κόντρα ΗΠΑ – Ρωσίας είναι σε πλήρη εξέλιξη, συγκοινωνούντα δοχεία τα Σκόπια με το Κόσσοβο, σταθερός παράγοντας το αλβανόφωνο στοιχείο και έπαθλα η Ελλάδα και η Σερβία. Ο έλεγχος της Σερβίας εξασφαλίζει τον έλεγχο της Ευρώπης. Ο έλεγχος της Ελλάδας εξασφαλίζει τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και των ενεργειακών κοιτασμάτων της. Έλεγχος και των δύο περιοχών εξασφαλίζει τον έλεγχο από την Ερυθρά Θάλασσα ως τη Μαύρη Θάλασσα και το Βερολίνο.

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι δεν έχουν δημόσια εκφραστεί το Βερολίνο, το Παρίσι και η Ρώμη. Περιμένουν να δουν την επόμενη κίνηση στη σκακιέρα…

* Ο κ. Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής
Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



20 Ιαν 2018


Η Ρωσία θα στηρίξει τη Συρία με διπλωματικά μέσα και θα ζητήσει από τα Ηνωμένα Έθνη να σταματήσει η Τουρκία τη στρατιωτική επιχείρησή της στο Αφρίν, δήλωσε ένας ρώσος βουλευτής, μέλος της Επιτροπής Ασφάλειας του ρωσικού κοινοβουλίου, στο πρακτορείο RIA.

"Δεν είναι μόνο η Συρία που θα ζητήσει να σταματήσει αυτή η επιχείρηση. Η Ρωσία θα στηρίξει το αίτημα και θα παράσχει στη Συρία διπλωματική βοήθεια", είπε ο Φραντς Κλίντσεβιτς.

Νωρίτερα οι Ρώσοι στρατιώτες και τα μέλη της στρατιωτικής αστυνομίας που στάθμευαν στο Αφρίν της Συρίας αποχώρησαν από την περιοχή, μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων της Τουρκίας εναντίον των Κούρδων, μετέδωσε το πρακτορείo Interfax επικαλούμενο το ρωσικό υπουργείο Άμυνας.

Σύμφωνα με το υπουργείο, μια μονάδα του ρωσικού Κέντρου για τη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων πλευρών στη Συρία μεταφέρθηκε από το Αφρίν στο Ταλ Άτζαρ ώστε να μην υπάρξουν απώλειες ή τραυματισμοί μεταξύ των Ρώσων στρατιωτών.

Η Μόσχα εξέφρασε ανησυχίες για την εμπλοκή της Άγκυρας στη Συρία και κάλεσε όλες τις πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση. Το υπουργείο Εξωτερικών, σε μια ανακοίνωση που εξέδωσε, ανέφερε ότι η Ρωσία εμμένει στη σταθερή θέση της για την εξεύρεση μιας λύσης στο πρόβλημα της συριακής κρίσης που θα βασίζεται στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής κυριαρχίας της χώρας.

Ένας εκπρόσωπος των κουρδικών Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG) είπε στο πρακτορείο Reuters ότι τα τουρκικά μαχητικά βομβαρδίζουν την πόλη του Αφρίν και πολλά χωριά γύρω από αυτήν. Υποστήριξε ότι υπάρχουν τραυματίες, αλλά παραμένει αδιευκρίνιστος ο αριθμός τους. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο αυτόν, το Ροτζχάτ Ροτζ, προς το παρόν δεν σημειώνονται συγκρούσεις μεταξύ των τουρκικών δυνάμεων και των YPG παρά "μόνο αψιμαχίες" στην περιφέρεια της περιοχής του Αφρίν.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



19 Ιαν 2018


Η ενεργός εμπλοκή των ΗΠΑ και της Ρωσίας στη Συρία τα τελευταία χρόνια έχει παραγκωνίσει τις φιλοδοξίες και τις επιδιώξεις της Τουρκίας στη χώρα, τώρα όμως η υπομονή της Άγκυρας αρχίζει να εξαντλείται.

Ο πρωταρχικός στόχος της Τουρκίας στη Συρία είναι να διασφαλίσει πως τα δύο καντόνια που ελέγχονται από τις Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) των Κούρδων της Συρίας θα παραμείνουν απομονωμένα το ένα από το άλλο. Η Τουρκία είχε σταματήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις προς τον σκοπό αυτό, προκειμένου να αποφύγει την άμεση σύγκρουση με τις αμερικανικές και ρωσικές δυνάμεις που είναι ενσωματωμένες στο YPG, τώρα όμως πληθαίνουν οι αποδείξεις πως σχεδιάζει μια πλήρη στρατιωτική επίθεση κατά του YPG, κάτι που αναμφίβολα θα έβλαπτε τις σχέσεις της τόσο με τη Ρωσία όσο και με τις ΗΠΑ.

Η Τουρκία ήλπιζε πως θα έκανε υπομονή με την παρουσία των ΗΠΑ στη Συρία και θα έπαιρνε την έγκριση της Ρωσίας για στρατιωτική επίθεση κατά του YPG. Ως αντάλλαγμα, ήταν πρόθυμη να συμβιβάσει την επιθυμία της να διώξει τον Σύριο πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ και να συνεργαστεί με τη Ρωσία για μια διπλωματική λύση στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας μέσω ειρηνευτικών συνομιλιών (τη διαδικασία της Αστάνα).

Όμως τώρα, μετά από αρκετά χρόνια αναμονής και εν μέσω αναζωπύρωσης στο πεδίο της μάχης που έφερε τις δυνάμεις που στηρίζονται από τη Ρωσία αντιμέτωπες με τους αντάρτες που στηρίζονται από την Τουρκία, η Τουρκία φαίνεται πως εγκαταλείπει το σχέδιο αυτό.

Πόλεμος με τους φίλους

Τώρα που το Ισλαμικό Κράτος έχει υποβαθμιστεί ως μια συμβατική μαχητική δύναμη στη Συρία, το επίκεντρο του πολέμου μεταφέρεται προς τα δυτικά, όπου οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις που στηρίζονται από τη Ρωσία και το Ιράν προσπαθούν να εξαλείψουν και τις τελευταίες ομάδες ανταρτών, τις οποίες εξακολουθεί να στηρίζει η Τουρκία, την ίδια ώρα που συμμετέχει σε διπλωματικές συνομιλίες.

Τους τελευταίους μήνες, οι κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας, με τη στήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, έχουν εξαπολύσει σειρά αλληλοσυνδεόμενων επιθέσεων προκειμένου να εκδιώξουν τους αντάρτες από περιοχές-κλειδιά στις βορειοδυτικές επαρχίες του Χαλεπιού, της Χάμα και της Ιντλίμπ.

Οι δυνάμεις των ανταρτών, περιλαμβανομένων αρκετών ομάδων βαριά οπλισμένων και υποστηριζόμενων από την Τουρκία, «απάντησαν» στην τελευταία επίθεση, της οποίας ηγείται μονάδα των ειδικών δυνάμεων του στρατού της Συρίας, για την κατάληψη του ανταρτοκρατούμενου αεροδρομίου της Αμπού αλ Ντουρ, με μια άγρια αντεπίθεση.

Η επίθεση και η αντεπίθεση έχουν κλιμακώσει τις εντάσεις στις σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας. Αλλωστε, η Ιντλίμπ υποτίθεται πως θα ήταν μέρος μιας ζώνης αποκλιμάκωσης, σύμφωνα με τις παραμέτρους που είχαν ορίσει η Ρωσία, η Τουρκία και το Ιράν κατά τις συνομιλίες στην Αστάνα του Καζακστάν.

Η Τουρκία κατηγορεί συχνά την κυβέρνηση της Συρίας για παραβίαση της συμφωνίας αποκλιμάκωσης και έχει απαιτήσει από τη Ρωσία να κάνει περισσότερα για να αποτρέψει περαιτέρω επιθέσεις από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. Η Ρωσία υποστηρίζει πως οι επιχειρήσεις στην Ιντλίμπ έχουν στόχο τις τρομοκρατικές ομάδες και είναι απαραίτητες, ενώ κατηγόρησε την Τουρκία για επίθεση με drone κατά της αεροπορικής της βάσης στην Λατάκια.

Για να αντιμετωπίσει την επιδείνωση των σχέσεων των δύο χωρών, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε τηλεφωνικά με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν στις 11 Ιανουαρίου. Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία, ο κ. Πούτιν ανακοίνωσε πως η Τουρκία δεν είναι ένοχη για την επίθεση με drone και πως η επίθεση αυτή ήταν «στημένη», προκειμένου να ενοχοποιηθεί η Τουρκία και να υπονομευτεί η σχέση της με τη Ρωσία. Παρά το ότι οι δύο ηγέτες φαίνονται αμετακίνητοι στη θέση τους να βάλουν στην άκρη της διαφορές τους και να συνεργαστούν, ο πόλεμος στη Συρία θα δημιουργήσει προβλήματα στις σχέσεις τους.

Καθώς οι στηριζόμενοι από την Τουρκία αντάρτες εμπλέκονται σε άγριες μάχες με τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις που στηρίζονται από τη Ρωσία, είναι ξεκάθαρο πως η Ρωσία και η Τουρκία έχουν εμπλακεί σε έναν πλήρη πόλεμο δι’ αντιπροσώπων.

Πόλεμος με τους εχθρούς

Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίον η Τουρκία συμφώνησε στη διαδικασία της Αστάνα ήταν προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία με τη Ρωσία για να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στο YPG, όμως η Ρωσία δεν συμβιβάζεται στο θέμα αυτό. Όχι μόνο δεν επιτρέπει στην Τουρκία να εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση κατά του YPG, αλλά διατηρεί δυνάμεις σε θέσεις που μπλοκάρουν την τουρκική πρόσβαση σε κουρδικές θέσεις στην Αφρίν και έχει απαιτήσει το πολιτικό κόμμα που εκπροσωπεί το YPG, δηλαδή το Κόμμα της Δημοκρατικής Ενότητας (PYD), να συμμετέχει στις μελλοντικές ειρηνευτικές συνομιλίες στο Σότσι της Ρωσίας.

Το Κρεμλίνο πιστεύει πως το YPG πρέπει να μπει στην όποια ειρηνευτική συμφωνία για τη Συρία, θεωρώντας πως η ομάδα αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα στη σύγκρουση και έχει την υποστήριξη των ΗΠΑ. Η Τουρκία, ωστόσο, είναι εξίσου ανυποχώρητη στο θέμα αυτό και χάνει όλο και περισσότερο την υπομονή της με την ενίσχυση του YPG στα σύνορα με τη Συρία. Μάλιστα, έχει χάσει τόσο πολύ την υπομονή της, που μπορεί να κινηθεί κατά του YPG χωρίς τη συγκατάθεση της Ρωσίας.

Τα τουρκικά πυρά κατά των θέσεων του YPG στην Αφρίν αυξήθηκαν το Σαββατοκύριακο, ενώ υπάρχουν αναφορές για ενδείξεις κινήσεων τουρκικών δυνάμεων από άλλα σημεία των συνόρων προς την Αφρίν. Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ έχουν ανακοινώσει πως θα βοηθήσουν στην εκπαίδευση και την εδραίωση Συριακής Συνοριακής Δύναμης 30.000 μαχητών, η οποία θα περιλαμβάνει πολλά μέλη του YPG. Η Τουρκία έχει εξοργιστεί με την προοπτική μιας συνεργασίας των ΗΠΑ με το YPG, ακόμα και μετά τη συμβατική ήττα του Ισλαμικού Κράτους, και δεν θα το δεχθεί με «σταυρωμένα χέρια».

Καθώς η Τουρκία προετοιμάζεται για επίθεση, εντείνονται οι ανησυχίες πως ένα λανθασμένο τουρκικό πλήγμα θα μπορούσε να προκαλέσει ρωσικά ή αμερικανικά θύματα και να οδηγήσει σε μια επικίνδυνη κλιμάκωση της σύγκρουσης. Αυτός ο κίνδυνος και η υπόθεση πως η στήριξη των ΗΠΑ προς το YPG ήταν προσωρινή, έχουν αποτρέψει την Τουρκία από το να εξαπολύσει πλήρη πόλεμο κατά του YPG.

Όμως τώρα, καθώς οι ΗΠΑ ενισχύουν τη στήριξή τους προς το YPG και οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας συσφίγγονται, η Τουρκία φαίνεται όλο και πιο πρόθυμη να αναλάβει τα ρίσκα μιας επίθεσης.

Stratfor-Euro2day


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Η ενεργός εμπλοκή των ΗΠΑ και της Ρωσίας στη Συρία τα τελευταία χρόνια έχει παραγκωνίσει τις φιλοδοξίες και τις επιδιώξεις της Τουρκίας στη χώρα, τώρα όμως η υπομονή της Άγκυρας αρχίζει να εξαντλείται. Ο πρωταρχικός στόχος της Τουρκίας στη Συρία είναι να διασφαλίσει πως τα δύο καντόνια που ελέγχονται από τις Μονάδες Λαϊκής Προστασίας (YPG) των Κούρδων της Συρίας θα παραμείνουν απομονωμένα το ένα από το άλλο.

Η Τουρκία είχε σταματήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις προς τον σκοπό αυτό, προκειμένου να αποφύγει την άμεση σύγκρουση με τις αμερικανικές και ρωσικές δυνάμεις που είναι ενσωματωμένες στο YPG, τώρα όμως πληθαίνουν οι αποδείξεις πως σχεδιάζει μια πλήρη στρατιωτική επίθεση κατά του YPG, κάτι που αναμφίβολα θα έβλαπτε τις σχέσεις της τόσο με τη Ρωσία όσο και με τις ΗΠΑ.

Η Τουρκία ήλπιζε πως θα έκανε υπομονή με την παρουσία των ΗΠΑ στη Συρία και θα έπαιρνε την έγκριση της Ρωσίας για στρατιωτική επίθεση κατά του YPG. Ως αντάλλαγμα, ήταν πρόθυμη να συμβιβάσει την επιθυμία της να διώξει τον Σύριο πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ και να συνεργαστεί με τη Ρωσία για μια διπλωματική λύση στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας μέσω ειρηνευτικών συνομιλιών (τη διαδικασία της Αστάνα).

Όμως τώρα, μετά από αρκετά χρόνια αναμονής και εν μέσω αναζωπύρωσης στο πεδίο της μάχης που έφερε τις δυνάμεις που στηρίζονται από τη Ρωσία αντιμέτωπες με τους αντάρτες που στηρίζονται από την Τουρκία, η Τουρκία φαίνεται πως εγκαταλείπει το σχέδιο αυτό.

Πόλεμος με τους φίλους

Τώρα που το Ισλαμικό Κράτος έχει υποβαθμιστεί ως μια συμβατική μαχητική δύναμη στη Συρία, το επίκεντρο του πολέμου μεταφέρεται προς τα δυτικά, όπου οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις που στηρίζονται από τη Ρωσία και το Ιράν προσπαθούν να εξαλείψουν και τις τελευταίες ομάδες ανταρτών, τις οποίες εξακολουθεί να στηρίζει η Τουρκία, την ίδια ώρα που συμμετέχει σε διπλωματικές συνομιλίες.

Τους τελευταίους μήνες, οι κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας, με τη στήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, έχουν εξαπολύσει σειρά αλληλοσυνδεόμενων επιθέσεων προκειμένου να εκδιώξουν τους αντάρτες από περιοχές-κλειδιά στις βορειοδυτικές επαρχίες του Χαλεπιού, της Χάμα και της Ιντλίμπ.

Οι δυνάμεις των ανταρτών, περιλαμβανομένων αρκετών ομάδων βαριά οπλισμένων και υποστηριζόμενων από την Τουρκία, «απάντησαν» στην τελευταία επίθεση, της οποίας ηγείται μονάδα των ειδικών δυνάμεων του στρατού της Συρίας, για την κατάληψη του ανταρτοκρατούμενου αεροδρομίου της Αμπού αλ Ντουρ, με μια άγρια αντεπίθεση.

Η επίθεση και η αντεπίθεση έχουν κλιμακώσει τις εντάσεις στις σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας. Αλλωστε, η Ιντλίμπ υποτίθεται πως θα ήταν μέρος μιας ζώνης αποκλιμάκωσης, σύμφωνα με τις παραμέτρους που είχαν ορίσει η Ρωσία, η Τουρκία και το Ιράν κατά τις συνομιλίες στην Αστάνα του Καζακστάν.

Η Τουρκία κατηγορεί συχνά την κυβέρνηση της Συρίας για παραβίαση της συμφωνίας αποκλιμάκωσης και έχει απαιτήσει από τη Ρωσία να κάνει περισσότερα για να αποτρέψει περαιτέρω επιθέσεις από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις.

Η Ρωσία υποστηρίζει πως οι επιχειρήσεις στην Ιντλίμπ έχουν στόχο τις τρομοκρατικές ομάδες και είναι απαραίτητες, ενώ κατηγόρησε την Τουρκία για επίθεση με drone κατά της αεροπορικής της βάσης στην Λατάκια.

Για να αντιμετωπίσει την επιδείνωση των σχέσεων των δύο χωρών, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε τηλεφωνικά με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν στις 11 Ιανουαρίου.

Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία, ο κ. Πούτιν ανακοίνωσε πως η Τουρκία δεν είναι ένοχη για την επίθεση με drone και πως η επίθεση αυτή ήταν «στημένη», προκειμένου να ενοχοποιηθεί η Τουρκία και να υπονομευτεί η σχέση της με τη Ρωσία.
Παρά το ότι οι δύο ηγέτες φαίνονται αμετακίνητοι στη θέση τους να βάλουν στην άκρη της διαφορές τους και να συνεργαστούν, ο πόλεμος στη Συρία θα δημιουργήσει προβλήματα στις σχέσεις τους.

Καθώς οι στηριζόμενοι από την Τουρκία αντάρτες εμπλέκονται σε άγριες μάχες με τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις που στηρίζονται από τη Ρωσία, είναι ξεκάθαρο πως η Ρωσία και η Τουρκία έχουν εμπλακεί σε έναν πλήρη πόλεμο δι’ αντιπροσώπων.

Πόλεμος με τους εχθρούς

Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίον η Τουρκία συμφώνησε στη διαδικασία της Αστάνα ήταν προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία με τη Ρωσία για να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στο YPG, όμως η Ρωσία δεν συμβιβάζεται στο θέμα αυτό.

Όχι μόνο δεν επιτρέπει στην Τουρκία να εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση κατά του YPG, αλλά διατηρεί δυνάμεις σε θέσεις που μπλοκάρουν την τουρκική πρόσβαση σε κουρδικές θέσεις στην Αφρίν και έχει απαιτήσει το πολιτικό κόμμα που εκπροσωπεί το YPG, δηλαδή το Κόμμα της Δημοκρατικής Ενότητας (PYD), να συμμετέχει στις μελλοντικές ειρηνευτικές συνομιλίες στο Σότσι της Ρωσίας.

Το Κρεμλίνο πιστεύει πως το YPG πρέπει να μπει στην όποια ειρηνευτική συμφωνία για τη Συρία, θεωρώντας πως η ομάδα αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα στη σύγκρουση και έχει την υποστήριξη των ΗΠΑ.

Η Τουρκία, ωστόσο, είναι εξίσου ανυποχώρητη στο θέμα αυτό και χάνει όλο και περισσότερο την υπομονή της με την ενίσχυση του YPG στα σύνορα με τη Συρία. Μάλιστα, έχει χάσει τόσο πολύ την υπομονή της, που μπορεί να κινηθεί κατά του YPG χωρίς τη συγκατάθεση της Ρωσίας.

Τα τουρκικά πυρά κατά των θέσεων του YPG στην Αφρίν αυξήθηκαν το Σαββατοκύριακο, ενώ υπάρχουν αναφορές για ενδείξεις κινήσεων τουρκικών δυνάμεων από άλλα σημεία των συνόρων προς την Αφρίν.

Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ έχουν ανακοινώσει πως θα βοηθήσουν στην εκπαίδευση και την εδραίωση Συριακής Συνοριακής Δύναμης 30.000 μαχητών, η οποία θα περιλαμβάνει πολλά μέλη του YPG. Η Τουρκία έχει εξοργιστεί με την προοπτική μιας συνεργασίας των ΗΠΑ με το YPG, ακόμα και μετά τη συμβατική ήττα του Ισλαμικού Κράτους, και δεν θα το δεχθεί με «σταυρωμένα χέρια».

Καθώς η Τουρκία προετοιμάζεται για επίθεση, εντείνονται οι ανησυχίες πως ένα λανθασμένο τουρκικό πλήγμα θα μπορούσε να προκαλέσει ρωσικά ή αμερικανικά θύματα και να οδηγήσει σε μια επικίνδυνη κλιμάκωση της σύγκρουσης.

Αυτός ο κίνδυνος και η υπόθεση πως η στήριξη των ΗΠΑ προς το YPG ήταν προσωρινή, έχουν αποτρέψει την Τουρκία από το να εξαπολύσει πλήρη πόλεμο κατά του YPG. Όμως τώρα, καθώς οι ΗΠΑ ενισχύουν τη στήριξή τους προς το YPG και οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας συσφίγγονται, η Τουρκία φαίνεται όλο και πιο πρόθυμη να αναλάβει τα ρίσκα μιας επίθεσης.

Stratfor
Euro2day



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Ιαν 2018


Για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστον μισόν αιώνα, η Σουηδία ετοιμάζεται να στείλει φυλλάδια σε 4,7 εκατ. νοικοκυριά προκειμένου να τα προετοιμάσει για το ενδεχόμενο πολέμου, σύμφωνα με τους Financial Times.

Τα φυλλάδια θα αναφέρονται σε θέματα όπως το πώς μπορούν οι κάτοικοι της χώρας να συμμετέχουν σε «συνολική άμυνα» κατά τη διάρκεια ενός πολέμου και πώς να διασφαλίσουν βασικές ανάγκες όπως το νερό, η τροφή και η θέρμανση, ενώ θα καλύπτουν και άλλες απειλές όπως οι κυβερνοεπιθέσεις, η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή.

Η έκδοση αυτή έρχεται την ώρα που εντείνεται η διαμάχη στη Σουηδία αναφορικά με θέματα άμυνας και ασφάλειας, με την απειλή που προέρχεται από τη Ρωσία και με το αν η χώρα θα πρέπει ή όχι να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.

Το φυλλάδιο, που αυτή τη στιγμή φέρει τον τίτλο εργασίας «Αν έρθει κρίση ή πόλεμος», θα εκδοθεί τον Μάιο. Σημειώνεται πως η τελευταία φορά που οι Σουηδοί έλαβαν παρόμοιο έγγραφο ήταν το 1961.

«Ολόκληρη η κοινωνία πρέπει να είναι προετοιμασμένη για πόλεμο, όχι μόνον ο στρατός. Δεν έχουμε χρησιμοποιήσει λέξεις όπως συνολική άμυνα ή υψηλός συναγερμός εδώ και τουλάχιστον 25-30 χρόνια. Άρα η γνώση των πολιτών είναι πού χαμηλή», σχολίασε η Christina Andersson, επικεφαλής του project.

Σημειώνεται πως, μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η Σουηδία εφάρμοσε ένα «μέρισμα ειρήνης» για να μειώσει τις αμυντικές και στρατιωτικές δαπάνες. Όμως, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 και κατόπιν διαφόρων περιστατικών παραβίασης του εναέριου και θαλάσσιου χώρου της Σουηδίας από ξένα αεροσκάφη και ένα υποβρύχιο, οι αρχές της χώρας έχουν αντιστρέψει την πορεία τους, αυξάνοντας τις στρατιωτικές δαπάνες, επαναφέροντας την στρατιωτική θητεία και τοποθετώντας μόνιμες στρατιωτικές δυνάμεις στο νησί Γκότλαντ της Βαλτικής Θάλασσας για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια. Παράλληλα, πέρυσι πραγματοποίησε την μεγαλύτερη αμυντική άσκηση των τελευταίων 23 ετών.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Tου Αλέξανδρου Τάρκα

Οι βίαιες ταραχές στο Ιράν είναι ακόμα νωρίς να αξιολογηθούν ως ικανές για ανατροπή ή μετάλλαξη του θεοκρατικού καθεστώτος που επεβλήθη το 1979. Ίσως φαίνονται σαν μακρινό θέμα, αλλά η μεταβολή συσχετισμών στη Μέση Ανατολή πάντοτε επηρεάζει το διπλωματικό σχεδιασμό και τα συμφέροντα της χώρας μας. Σχεδόν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 40 ετών, οχυρωμένες στο εύλογο σκεπτικό ότι ακολουθούν την ενιαία θέση της ΕΕ, πέτυχαν να ισορροπήσουν μεταξύ των διαφόρων αντιμαχόμενων πλευρών στην ταραγμένη περιοχή.

Κατά τη δεκαετία του ’80 και του πολέμου Ιράν-Ιράκ, οι (κρατικές) αμυντικές βιομηχανίες μας εξασφάλισαν μεγάλα έσοδα, εξάγοντας -μερικές φορές ταυτόχρονα- και στις δύο πλευρές. Το 1990, η εγκαθίδρυση πλήρων διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ διόρθωσε το λάθος της υπερβολικής στήριξης προς διάφορες παλαιστινιακές οργανώσεις τα προηγούμενα χρόνια. Το 1993-96, οι σχέσεις Αθήνας-Τεχεράνης βελτιώθηκαν, λόγω των κοινών κινδύνων από την Τουρκία και χάρη στην ανοχή των ΗΠΑ προς το σχήμα συνεργασίας Ελλάδας, Ιράν, Αρμενίας, Βοσνίας που επέτρεπε συνεννοήσεις για το μέλλον της πρώην Γιουγκοσλαβίας και τους γείτονες της Ρωσίας.

Το 2002-03, κυρίως επί Ελληνικής Προεδρίας στην ΕΕ, η κυβέρνηση είχε πολυμερείς επαφές πριν και μετά τον πόλεμο στο Ιράκ. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν το 2007-08, οι απόρρητες ενημερώσεις των ΗΠΑ προς την Αθήνα για το δίδυμο (αμερικανικό και ΝΑΤΟϊκό) σχέδιο αντιπυραυλικής άμυνας έναντι του Ιράν. Αυτό αργότερα μεταβλήθηκε, ενώ το 2010 αποτελεί το έτος-σταθμό πραγματικής αναβάθμισης των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ.

Προειδοποίηση Νετανιάχου

Το 2014, ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος επισκέφθηκε την Τεχεράνη, αλλά απέτυχε παταγωδώς στην προσέλκυση ιρανικών επενδύσεων και στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών μετά την άρση των διεθνών κυρώσεων. Αντίθετα, πιο ρεαλιστική είναι η στρατηγική πολιτικών και πολιτισμικών-διαθρησκευτικών επαφών του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά με το Ιράν την τελευταία τριετία.

Στις αρχές του 2018 (ακόμα κι αν δεν είχαν ξεσπάσει οι διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών), υπάρχουν μεγάλα ερωτηματικά για τις επικείμενες αλλαγές στη Μέση Ανατολή. Και βεβαίως πώς αυτές οι αλλαγές θα επηρεάσουν, άμεσα ή δευτερογενώς, τα ελληνικά συμφέροντα.

Πρώτα από όλα, σύμφωνα με ελληνικές και ξένες διπλωματικές πηγές, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου φέρεται να ενημέρωσε πρόσφατα την ΕΕ ότι η χώρα του θα αντιδράσει, προφανώς στρατιωτικά, στο ενδεχόμενο εγκατάστασης βάσεων του Ιράν στη Συρία. Το μείζον πρόβλημα για το Ισραήλ είναι ότι οι συγκεκριμένες βάσεις θα ενισχύσουν σε υπερθετικό βαθμό την ήδη υφιστάμενη συνδρομή του Ιράν προς τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο και προς το στρατιωτικό τμήμα της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.

Ο ρωσικός παράγοντας

Ενδεχόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Λίβανο θα πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και θα απαιτήσουν την εκκένωση πολιτών δυτικών χωρών, κυρίως, προς την Κύπρο, ίσως και με ελληνικά αεροναυτικά μέσα. Το δεύτερο ερωτηματικό αφορά τη στάση της Ρωσίας που έχει μακρά στρατιωτική παρουσία στη Συρία και πλέον συμφωνεί σε πολλά θέματα με την Τουρκία για την περιοχή. Το τελευταίο διάστημα, οι σχέσεις Αθήνας-Μόσχας δοκιμάζονται και θα είναι δύσκολη η επανάληψη ειδικών συνεννοήσεων για χειρισμούς έναντι της Άγκυρας.

Ο τρίτος και, μακροπρόθεσμα, σημαντικότερος κίνδυνος για την Ελλάδα εντοπίζεται στο Μεταναστευτικό. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, ο τερματισμός του εμφυλίου στη Συρία ίσως τροφοδοτήσει νέο κύμα μεταναστών-προσφύγων, καθώς η εγκατάσταση Σιϊτών (με έγκριση της Δαμασκού και της Τεχεράνης) θα ωθήσει Σουνίτες και Χριστιανούς προς την Ευρώπη, μέσω Ελλάδος.

Πέραν των τριών αυτών θεμάτων άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, το επείγον διεθνές ζήτημα είναι τι θα γίνει με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το Ισραήλ τονίζει ότι το Ιράν επιδιώκει ακόμα την απόκτηση πυρηνικών όπλων και η κυβέρνηση Τραμπ θέλει να μεταβάλει τη συμφωνία του 2015, ενώ ο ΟΗΕ και η ΕΕ επιμένουν στην τήρησή της. Ανεξαρτήτως της, εξ αυτών, ορθότερης θέσης, το ερωτηματικό, εν μέσω των ταραχών και ενόψει (μετριοπαθών ή σκληροπυρηνικών) κυβερνητικών αλλαγών στην Τεχεράνη, είναι ποιος θα κατέχει τα κλειδιά του πυρηνικού προγράμματος. Κανείς δεν γνωρίζει την απάντηση, όπως και την αντίδραση των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



16 Ιαν 2018


Σιγά- σιγά διαφαίνεται καθαρότερα στον ορίζοντα της διεθνούς πολιτικής σκηνής η νέα προτεραιότητα της Μόσχας: η στήριξη της Τουρκίας, στη μετατροπή της σε περιφερειακή δύναμη από τη στιγμή που είναι φανερό πως την Άγκυρα δεν την αφορά, κατά προτεραιότητα, η στενή σχέση της με την Ουάσιγκτον.

Μια πρώτη ένδειξη ήταν η συμμαχία που έχτισε μαζί της και το Ιράν (μια ακόμη αντί-δυτική δύναμη) στη Συρία, προκειμένου υποτίθεται να καταστείλουν τη δράση των τζιχαντιστών. Στη συμμαχία αυτή, η προτεραιότητα της Μόσχας και του Ιράν, ήταν η ενίσχυση του καθεστώτος Μπαάθ, του Μπασάρ Αλ Άσαντ. Για την Τουρκία, η μείωση των δομών των Κούρδων της Συρίας.

Αν και αρχικά η Μόσχα επιχείρησε να στηρίξει τις Κουρδικές δυνάμεις πολιτοφυλακής (YPG)που μάχονταν στο βορρά κι ανατολικά εναντίον των τζιχαντιστών, το τελευταίο μικρό διάστημα, που κλήθηκε από την Άγκυρα να λάβει θέση για τις σχέσεις τους μαζί τους, αποφάσισε πως δεν θα τους στηρίξει πλέον.

Η νέα αυτή «θέση» της Ρωσίας, μεταφράστηκε σε δυο κινήσεις- αποφάσεις: η πρώτη, απέκλεισε τελικά από τις συνομιλίες στο Σότσι, της Μαύρης Θάλασσας, για το «μέλλον της Συρίας», τους Κούρδους και μόλις χθες ο Ρώσος υπεξ Σεργκέϊ Λαβρόφ, πήρε ανοιχτά θέση υπέρ της Άγκυρας, αποφεύγοντας ευγενικά να την κατονομάσει σαν «ηθικό αυτουργό» της επιλογής της.

Ο σχηματισμός ζώνης που θα ελέγχεται από τους κουρδοκρατούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με την υποστήριξη των ΗΠΑ στη Συρία, μπορεί να οδηγήσει στη διαίρεση της χώρας, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ.

Στο πλαίσιο ετήσιας συνέντευξής του εφ’ όλης της ύλης, ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας σημείωσε ότι η πολιτική που ακολουθεί η Ουάσιγκτον στη Συρία δείχνει ότι οι ΗΠΑ δεν είναι προσηλωμένες στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

«Οι ενέργειες που μπορούμε να δούμε αυτήν τη στιγμή δείχνουν ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να διατηρηθεί η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Μόλις χθες μια νέα πρωτοβουλία ανακοινώθηκε, οι ΗΠΑ επιθυμούν να βοηθήσουν τις αποκαλούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) να ορίσουν κάποιες μεθοριακές ζώνες ασφαλείας», ανέφερε ο κ. Λαβρόφ.

Η πρωτοβουλία αυτή θα έχει στην πράξη ως αποτέλεσμα την απομόνωση μεγάλων τμημάτων εδαφών κατά μήκος των συνόρων της Συρίας με την Τουρκία και το Ιράκ και ανατολικά του Ευφράτη, τα οποία βρίσκονται σήμερα υπό τον έλεγχο των SDF.

«Όμως η σχέση μεταξύ Αράβων και Κούρδων εκεί είναι περίπλοκη. Η ανακοίνωση ότι η ζώνη αυτή θα ελέγχεται από τις ομάδες υπό τις ΗΠΑ, από δυνάμεις έως και 30.000 ανδρών, είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο προκαλεί ανησυχίες ότι μπορεί να υπάρχει ένα σχέδιο για την διαίρεση της Συρίας», πρόσθεσε.

«Γνωρίζετε», συμπλήρωσε εξάλλου, «ότι αυτό έχει ήδη προκαλέσει την αρνητική αντίδραση της Τουρκίας, ενώ έχω πει ότι για μας, αυτό προκαλεί σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας. Υπάρχει επίσης το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και των Κούρδων. Αυτή η νέα μονομερής κίνηση – τελεσίγραφο δεν συμβάλει στην ρύθμιση της κατάστασης», κατέληξε.

Πληροφορίες επίσης αποδίδουν την πρόσφατη επανάκαμψη των σχέσεων μεταξύ της Περιφερειακης Κυβέρνησης του Κουρδιστάν και της Τουρκίας, σε οικονομικούς παράγοντες της περιοχής εκ των οποίων οι Ρώσοι ήταν απο τους ισχυρότερους.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και σε ένα ακόμη ζήτημα που πλέον συμπορεύεται με την Τουρκική Εξωτερική πολιτική. Πρόκειται για την πΓΔΜ, όπου ως πρόσφατα η Τουρκία ήταν η μόνη ανοιχτά καταγγέλλουσα την επίλυση της διαφοράς του ονόματος της ΠΓΔΜ με την Ελλάδα, ενώ από χθες προσήλθε στην άποψη αυτή και η Μόσχα (διαβάστε το σημερινό σχετικό ρεπορτάζ, σε άλλη στήλη).

Σημειώσεις


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Συνοριακή δύναμη αποτελούμενη από 30.000 μαχητές στο βόρειο τμήμα της Συρίας ανακοίνωσε ότι θα συγκροτήσει ο διεθνής συνασπισμός κατά του Ισλαμικού Κράτους, που στηρίζεται από τις ΗΠΑ, προκαλώντας την άμεση αντίδραση της Τουρκίας, της Συρίας και της Ρωσίας.

Με την ύφεση της επίθεσης κατά των δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους, ο υπό τις ΗΠΑ συνασπισμός και οι συμμαχικές του Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις αρχίζουν να στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς την ασφάλεια των συνόρων, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο (AFP) ο εκπρόσωπος του συνασπισμού συνταγματάρχης Ράιαν Ντίλον.

«Στόχος είναι η συγκρότηση δύναμης 30.000 ανδρών» το ήμισυ της οποίας θα είναι μέλη των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων, μίας συμμαχίας Κούρδων και Αράβων μαχητών, της αιχμής του δόρατος στις επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους, πρόσθεσε. «Υπάρχουν περί τα 230 άτομα που εκπαιδεύονται», είπε.

Με την αεροπορική και την επιμελητειακή υποστήριξη του συνασπισμού, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις κατόρθωσαν να εκδιώξουν τις δυνάμεις των τζιχαντιστών από πολλές περιοχές της βόρειας Συρίας. Τα μέλη τους ελέγχουν περιοχές της Σύρο-Τουρκικής μεθορίου στο βορρά, και της συροϊρακινής μεθορίου, ανατολικά. Δυτικά, οι θέσεις τους συνορεύουν με τις θέσεις του συριακού καθεστώτος.

Οι ανακοινώσεις προκάλεσαν την αντίδραση της Τουρκίας, η οποία υποστήριξε ότι αυτή η δύναμη «θα νομιμοποιούσε μία τρομοκρατική οργάνωση», σε μία αναφορά στις Μονάδες Προστασίας του Κουρδικού Λαού (YPG) που κυριαρχούν στις τάξεις των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων.

Τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν «για να νομιμοποιήσουν μία τρομοκρατική οργάνωση και να την διατηρήσουν στην περιοχή είναι ανησυχητικά», δήλωσε ο Ιμπραχίμ Καλίν, εκπρόσωπος του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Εκπρόσωπος των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων, ο Μουστάφα Μπάλι, επιβεβαίωσε την συγκρότηση της δύναμης συνοριακής ασφάλειας, προσθέτοντας ότι η εκπαίδευση έχει ήδη αρχίσει.

«Βρισκόμαστε στη μετάβαση προς μία νέα φάση συντονισμού ανάμεσα σε εμάς και τον διεθνή συνασπισμό», εξήγησε στο AFP. «Οι τεράστιες ζώνες και οι πόλεις που έχουν απελευθερωθεί χρειάζονται κάποιον για να τις προστατεύει», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο των Συριακών Δημοκρατικών δυνάμεων, οι μονάδες θα αναπτυχθούν κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία και στα όρια των εδαφών που ελέγχονται από τις δυνάμεις του καθεστώτος, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.

Η Τουρκία, η οποία έχει κατ΄επανάληψιν βάλει κατά θέσεων των YPG στη βόρεια Συρία, απείλησε σήμερα ότι θα επιτεθεί εναντίον της περιοχής του Αφρίν που ελέγχεται από τις κουρδικές δυνάμεις τις προσεχείς ημέρες.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του διεθνούς συνασπισμού, η νέα δύναμη εντάσσεται σε μία ευρύτερη στρατηγική με στόχο την πρόληψη της επανεμφάνισης του Ισλαμικού Κράτους.

Εκνευρισμός Ερντογάν

Οξύτατη ήταν η αντίδραση του προέδρου της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν στα σχέδια των ΗΠΑ να ενισχύσουν τις κουρδοκρατούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) ώστε αυτές να συστήσουν συνοριοφυλακή στα σύνορα Συρίας – Τουρκίας και Συρίας – Ιράκ, μεγάλο μέρος των οποίων ελέγχουν.

«Θα πνίξουμε μια τέτοια δύναμη», τόνισε ο επικεφαλής του τουρκικού κράτους, ο οποίος από το 2015 βρίσκεται σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ για τη βοήθεια που παρέχουν στους Κούρδους της Συρίας, στους οποίους κυριαρχεί το αδελφό κόμμα του PKK (Kόμμα Εργαζομένων Κουρδιστάν), PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης).

Χθες, από τη Μόσχα, στη διάρκεια συνέντευξης τύπου ο Ρώσος υπεξ Σεργκέι Λαβρόφ, προχώρησε επίσης σε καταγγελία της «Κουρδικής συνοριοφυλακής» τασσόμενος ανοιχτά υπέρ των απόψεων της Άγκυρας (σε άλλη στήλη σχετικό ρεπορτάζ).

Σημειώσεις


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



15 Ιαν 2018


Η ενεργοποίηση της συζήτησης του ζητήματος που αφορά την επίσημη ονομασία των Σκοπίων σχετίζεται με την επιθυμία των ΗΠΑ να εντάξουν τη χώρα αυτή στο ΝΑΤΟ. Την άποψη αυτή διατύπωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov κατά την διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε με θέμα τα αποτελέσματα που επέφερε η δράση της ρωσικής διπλωματίας το 2017.

«Για ένα μεγάλο διάστημα οι συνομιλίες για την επίλυση του προβλήματος της ονομασίας των Σκοπίων βρίσκονταν σε μια «ημιαδρανή κατάσταση» και «ενεργοποιήθηκαν μόνο τότε, όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν, ότι τα Σκόπια πρέπει να είναι στο ΝΑΤΟ» επεσήμανε ο Lavrov, υπογραμμίζοντας ότι εφόσον η Ελλάδα είναι ήδη στο ΝΑΤΟ, δεν της προτείνεται να κάνει υποχωρήσεις, σε αντίθεση με τα Σκόπια «τα οποία πρέπει να τα εντάξουν στο ΝΑΤΟ».

Αναφερόμενος στο θέμα της ονομασίας, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών είπε χαρακτηριστικά: «Σε όποια ονομασία και αν καταλήξουν η Ελλάδα και τα Σκόπια για τη Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, εάν αυτή αποφασισθεί επίσημα και επικυρωθεί στο σύνταγμα των Σκοπίων, ασφαλώς και όλοι θα την αναγνωρίσουν. Όμως την ουσία των όσων συμβαίνουν, ελπίζω ότι όλοι την αντιλαμβάνονται και συνίσταται στο εξής: στην περίπτωση αυτή το θέμα δεν είναι να ληφθούν υπ' όψιν κάποια γενικά και ιδιαίτερα γνωρίσματα των δύο γειτονικών λαών, αλλά το να κάνουν τη μια από τις χώρες αυτές οπωσδήποτε μέλος του ΝΑΤΟ».

Ανησυχία Lavrov για την πρόθεση των ΗΠΑ να τροποποιήσουν τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν

Ο Ρώσος υπουργός Sergey Lavrov δήλωσε σήμερα ότι η Μόσχα δεν θα στηρίξει τις προσπάθειες των ΗΠΑ να τροποποιήσουν τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ενώ εξέφρασε την ανησυχία του για το τελεσίγραφο του Donald Trump.

«Οι τελευταίες δηλώσεις του (Αμερικανού προέδρου) δεν μας προκαλούν αισιοδοξία και δεν ενισχύουν τη σταθερότητα» της ιστορικής αυτής συμφωνίας, τόνισε ο Lavrov στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου από τη Μόσχα.

«Θα εξακολουθήσουμε να εργαζόμαστε για τη διατήρηση» της συμφωνίας αυτής, πρόσθεσε.

«Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για να διασφαλίσουμε ότι οι ΗΠΑ θα αποδεχθούν την πραγματικότητα και η πραγματικότητα είναι ότι το Ιράν τηρεί τις δεσμεύσεις του» βάσει της συμφωνίας που υπεγράφη το 2015 για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Ο Trump έδωσε στους Ευρωπαίους την Παρασκευή τελεσίγραφο να σκληρύνουν τους επόμενους μήνες τους όρους της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αν επιθυμούν την παραμονή της Ουάσινγκτον σε αυτή.

«Δεν θα στηρίξουμε αυτό που προσπαθούν να κάνουν οι ΗΠΑ, να αλλάξουν τη φρασεολογία της συμφωνίας, περιλαμβάνοντας πράγματα που θα είναι εντελώς απαράδεκτα για το Ιράν», υπογράμμισε ο Lavrov.

Εξάλλου ο Ρώσος υπουργός προειδοποίησε τους Ευρωπαίους, οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, «αναζητούν ένα συμβιβασμό» μετά το τελεσίγραφο Trump. «Αυτό κινδυνεύει να τους οδηγήσει σε μια κακή τάση, προς μια πολύ επικίνδυνη κατεύθυνση», εκτίμησε.

Ο Lavrov μάλιστα έκανε τη σύγκριση μεταξύ Ιράν και Βόρειας Κορέας: αν η συμφωνία με την Τεχεράνη ακυρωθεί, «τότε βάλτε στη θέση της τη Βόρεια Κορέα». «Τους υποσχόμαστε ότι θα αρθούν οι κυρώσεις αν εγκαταλείψουν το πυρηνικό τους πρόγραμμα. Το εγκαταλείπουν, αλλά κανείς δεν άρει τις κυρώσεις εναντίον της Πιονγκγιάνγκ», εξήγησε.

Το Σάββατο ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ είχε χαρακτηρίσει «πολύ κακό υπολογισμό» και «σοβαρό λάθος» μια ενδεχόμενη αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ο σχηματισμός ζώνης που θα ελέγχουν οι υποστηριζόμενοι από τις ΗΠΑ αντάρτες στη Συρία μπορεί να οδηγήσει στη διαίρεση της χώρας

Ο σχηματισμός ζώνης που θα ελέγχεται από τους αντάρτες που υποστηρίζουν οι ΗΠΑ στη Συρία μπορεί να οδηγήσει στη διαίρεση της χώρας αυτής, δήλωσε σήμερα ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov και σημείωσε ότι η πολιτική που ακολουθεί η Ουάσινγκτον στη Συρία δείχνει ότι οι ΗΠΑ δεν είναι προσηλωμένες στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

"Οι ενέργειες που μπορούμε να δούμε αυτήν τη στιγμή δείχνουν ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να διατηρηθεί η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Μόλις χθες μια νέα πρωτοβουλία ανακοινώθηκε, οι ΗΠΑ επιθυμούν να βοηθήσουν τις αποκαλούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) να ορίσουν κάποιες μεθοριακές ζώνες ασφαλείας", δήλωσε ο Lavrov.

Η πρωτοβουλία αυτή θα έχει στην πράξη ως αποτέλεσμα την απομόνωση μεγάλων τμημάτων εδαφών κατά μήκος των συνόρων της Συρίας με την Τουρκία και το Ιράκ και ανατολικά του Ευφράτη, τα οποία βρίσκονται σήμερα υπό τον έλεγχο των SDF.

"Όμως η σχέση μεταξύ Αράβων και Κούρδων εκεί είναι περίπλοκη. Η ανακοίνωση ότι η ζώνη αυτή θα ελέγχεται από τις ομάδες υπό τις ΗΠΑ, από δυνάμεις έως και 30.000 ανδρών, είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο προκαλεί ανησυχίες ότι μπορεί να υπάρχει ένα σχέδιο για την διαίρεση της Συρίας", πρόσθεσε.

"Γνωρίζετε", συμπλήρωσε εξάλλου, "ότι αυτό έχει ήδη προκαλέσει την αρνητική αντίδραση της Τουρκίας, ενώ έχω πει ότι για μας αυτό προκαλεί σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας. Υπάρχει επίσης το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και των Κούρδων. Αυτή η νέα μονομερής κίνηση-τελεσίγραφο δεν συμβάλει στην ρύθμιση της κατάστασης", υπογράμμισε.

Οι προσεγγίσεις στην συριακή σύγκρουση των κυβερνήσεων τόσο του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Barack Obama όσο και του νυν Donald Trump είναι παρόμοιες, πρόσθεσε εξάλλου, καθώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ανατροπή του προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ.

"Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα (στις προσεγγίσεις) των κυβερνήσεων Obama και Trump. Δυστυχώς και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε μια επιθυμία να υποστηριχθούν αυτοί που θέλουν να κάνουν πρακτικά βήματα με στόχο την αλλαγή του καθεστώτος στην Αραβική Δημοκρατία της Συρίας κι όχι μια επιθυμία να δοθεί ένα τέλος στην σύγκρουση το ταχύτερο δυνατό", τόνισε.

Κατά την ετήσια αυτή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών σημείωσε επίσης ότι η Ρωσία ελπίζει πως η Τουρκία θα ολοκληρώσει σύντομα την δημιουργία των σημείων ελέγχου στην ζώνη αποκλιμάκωσης στην Ιντλίμπ.

"Ελπίζουμε ότι οι Τούρκοι συνάδελφοί μας θα ολοκληρώσουν την ανάπτυξη των υπολοίπων σημείων ελέγχου γύρω από την ζώνη αποκλιμάκωσης της Ιντλίμπ, επειδή, εξ όσων γνωρίζουμε, έχουν αναπτύξει μόνον τρία από τα είκοσι. Οι ηγέτες μας συζήτησαν το θέμα αυτό κατά τη διάρκεια επαφών που είχαν. Μας διαβεβαίωσαν ότι θα επιταχυνθεί το έργο. Ευελπιστούμε ότι αυτό θα βοηθήσει στην σταθεροποίηση της κατάστασης στην Ιντλίμπ", συμπλήρωσε ο Lavrov.

Η Ρωσία ελπίζει ότι το Κογκρέσο Εθνικού Διαλόγου της Συρίας που θα πραγματοποιηθεί στο Σότσι θα προσφέρει μια ώθηση στην υποστηριζόμενη από τον ΟΗΕ διαδικασία στη Γενεύη για την ρύθμιση της συριακής σύγκρουσης, όπως σημείωσε.

"Ελπίζω ότι η πρωτοβουλία για το Κογκρέσο Εθνικού Διαλόγου της Συρίας θα παίξει επίσης έναν ρόλο δίνοντας κίνητρο στον ΟΗΕ για να επιταχύνει την εργασία του (...) Τέλος πάντων η διαδικασία του Σότσι έχει στόχο τη στήριξη των συνομιλιών στη Γενεύη", είπε και εξήρε επίσης τον ρόλο της Ρωσίας, της Τουρκίας και του Ιράν, οι οποίες ξεκίνησαν τη διαδικασία της Αστάνας για μια διευθέτηση της σύγκρουσης στη Συρία πριν από έναν χρόνο.

Το Κογκρέσο Εθνικού Διαλόγου της Συρίας προγραμματίζεται να διεξαχθεί στο Σότσι στις 29 και 30 Ιανουαρίου.

Εξάλλου ο Ρώσος ΥΠΕΞ σημείωσε κατά την ετήσια αυτή συνέντευξη Τύπου ότι η διαδικασία της Αστάνας δεν ανταγωνίζεται τις ενδοσυριακές συνομιλίες στη Γενεύη που υποστηρίζει ο ΟΗΕ και χαίρει επίσης κάποιας υποστήριξης από τον οργανισμό. "Η διαδικασία της Αστάνας δεν ανταγωνίζεται τις προσπάθειες του ΟΗΕ. Επιπλέον ο ΟΗΕ μετέχει πάντα στις συνόδους των διεθνών συνεδριάσεων στην Αστάνα", επισήμανε.

Η Ρωσία άρχισε να αποσύρει τις δυνάμεις της από την Συρία τον περασμένο μήνα, αλλά η Μόσχα έχει δηλώσει ότι θα διατηρήσει την αεροπορική της βάση στην Χμεϊμίμ στην επαρχία Λαττάκεια όπως και τη ναυτική της βάση στην Ταρτούς "σε μόνιμη βάση".


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



12 Ιαν 2018


Η Ρωσική Δούμα ψήφισε στην ολομέλεια της σε πρώτη ανάγνωση το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο, το οποίο υποχρεώνει τα ΜΜΕ που λειτουργούν με την ιδιότητα του «πράκτορα του εξωτερικού», να λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα στην επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενώ προνοεί το ενδεχόμενο να ενταχθούν στην κατηγορία του «πράκτορα του εξωτερικού» και ΜΜΕ που συνιστούν φυσικά πρόσωπα. Η πρόβλεψη αυτή δεν αποσκοπεί να θέσει υπό έλεγχο την μπλογκόσφαιρα, διευκρινίζει ο αντιπρόεδρος της ρωσική Δούμας, ενώ σύμφωνα με τη νέα προσθήκη αφορά τα οποιαδήποτε μέσα που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό.

Το νομοσχέδιο αναπτύσσει και συμπληρώνει τις διατάξεις του νόμου για τα ΜΜΕ «ξένους πράκτορες», που ψηφίστηκε στα τέλη της φθινοπωρινής συνόδου της Ρωσικής Δούμας. Ο εν λόγω νόμος ήταν η ρωσική απάντηση στην απαίτηση του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης να ενταχθεί το παράρτημα του ρωσικού τηλεοπτικού σταθμού Russia Today στην κατηγορία των»πρακτόρων του εξωτερικού» στις ΗΠΑ

Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι το παράρτημα κάποιου ξένου μέσου που δραστηριοποιείται στην Ρωσία,σε διάστημα ενός μηνός από την ημέρα που θα αναγνωρισθεί ως ξένο ΜΜΕ με την ιδιότητα του «πράκτορα του εξωτερικού» να αποκτήσει την ιδιότητα του νομικού προσώπου.

Όσον αφορά τα ΜΜΕ που εκπροσωπούνται από φυσικά πρόσωπα και αυτά εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου εφόσον η δραστηριότητα τους εμπίπτει σε αυτές. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ’πράκτορες του εξωτερικού’ «μπορούν να θεωρηθούν ανεξάρτητα από την οργανωτική και νομική τους μορφή, εκείνα τα ξένα ΜΜΕ , τα οποία λαμβάνουν χρηματικά ποσά ή άλλους είδους περιουσιακά στοιχεία από ξένα κράτη, τους κρατικούς του οργανισμούς, από διεθνείς ή ξένες οργανώσεις, από ξένους πολίτες, από πρόσωπα άνευ ιθαγενείας είτε από πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα από αυτά ή από εξουσιοδοτημένα νομικά πρόσωπα στην Ρωσία, τα οποία λαμβάνουν χρηματικά ποσά ή άλλους είδους περιουσιακά στοιχεία από τις αναφερθείσες πηγές».

Όπως δήλωσε στο πρακτορείο TASS ο αντιπρόεδρος της ρωσικής Δούμας, Pyotr Tolstoy η προσθήκη που αφορά τα φυσικά πρόσωπα δεν θα αφορά του ιδιοκτήτες των ΜΜΕ που έχουν αναγνωρισθεί ως «πράκτορες του εξωτερικού».

Από την πλευρά του ο επικεφαλής της επιτροπής για θέματα πληροφόρησης Leonid Levin, δήλωσε ότι η έννοια φυσικά πρόσωπα συμπεριελήφθη στο νομοσχέδιο «όχι στο πλαίσιο του ελέγχου της μπλογκόσφαιρας στην Ρωσική Ομοσπονδία» αλλά επειδή «οι μεν ή δε πηγές ή πόρταλ στο εξωτερικό, μπορούν να διαθέτουν παραρτήματα που να μην είναι μόνο νομικά πρόσωπα αλλά και φυσικά».

To νέο νομοσχέδιο ψήφισαν 33З από τους 450 βουλευτές. Δεν ψήφισαν το νομοσχέδιο οι κοινοβουλευτικές ομάδες του Κουμουνιστικού Κόμματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος και του κόμματος "Δίκαιη Ρωσία".

Οι ρώσοι βουλευτές διευκρίνισαν ότι ο νόμος δεν αφορά τους ανταποκριτές ξένων μέσων ενημέρωσης που εργάζονται στην Ρωσία και είναι διαπιστευμένοι στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών

Ο Τολστόι αναφερόμενος στον νέο νόμο και στα φυσικά πρόσωπα είπε ότι «στη σύγχρονη κοινωνία ο κάθε άνθρωπός μπορεί να είναι μέσο μαζικής ενημέρωσης. Μπορεί να μην καταχωρηθεί ως μέσο μαζικής ενημέρωσης, αλλά στέλνει πληροφορίες μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και άλλων αναφορών».

Ο πρόεδρος της οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων «Αγκορά», Pavel Chikov θεωρεί ότι οι ρωσικές αρχές θα εφαρμόσουν τον νόμο στους μπλόγκερ που ασκούν κριτική στην εξουσία», καθώς όπως λέει «σήμερα δεκάδες ρώσοι μπλόγκερς με το κοινό που έχουν υπερέχουν σε σχέση με τα μεγαλύτερα έντυπα και τα ηλεκτρονικά έντυπα και μάλιστα ανταγωνίζονται τα τηλεοπτικά προγράμματα, καθώς έχουν εκατοντάδες χιλιάδες χτυπήματα στο YouTube, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες».


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



28 Δεκ 2017


Σε μια περίοδο που η Μόσχα ανακοινώνει την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της εξαγοράς ρωσικού πυραυλικού συστήματος από την Τουρκία, αγκάθια και αρκετά προβλήματα κάνουν αισθητή την παρουσία τους στις ρωσοτουρκικές σχέσεις.

Σε αντίθεση με την Μόσχα, η οποία υποστηρίζει την επίσημη κυβέρνηση της Συρίας, η Άγκυρα εξακολουθεί να προβάλλει τον Πρόεδρο της γειτονικής χώρας ως έναν «τρομοκράτη» που δολοφονεί τον ίδιο τον λαό του. Ο ισχυρισμός έρχεται από τον ίδιον τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγγίπ Ερντογάν. Στα πλαίσια της επίσκεψης του στην Τυνησία, ο κ. Ερντογάν χαρακτηρίζει τον Μπασάρ Αλ Ασάντ ως «τρομοκράτη». Αυτή η κίνηση του κ. Ερντογάν αφήνει σε δύσκολη θέση την Μόσχα, η οποία αυτό το διάστημα καταβάλλει προσπάθειες για να βρει μια γεφυρωτική πρόταση για διέξοδο από την συριακή κρίση.

Τουρκικά καπρίτσια και για το Κουρδικό Την ίδια ώρα, η Άγκυρα επιμένει για τον αποκλεισμό των Κούρδων από την επικείμενη μεγάλη διάσκεψη στην Ρωσία για εύρεση πολιτικής λύσης στην κρίση της Συρίας. Εξαιτίας των πιέσεων της τουρκικής πλευράς, η Μόσχα υποχρεώνεται να ξεκαθαρίσει δημοσίως ότι στην νέα διάσκεψη δεν πρόκειται να λάβει μέρος επισήμως η συριακή οργάνωση του κουρδικού κινήματος.

Καλά ενημερωμένοι αναλυτές στην τουρκική πρωτεύουσα θεωρούν ότι οι τελευταίες εξελίξεις ρίχνουν φως στον οπορτουνισμό που διακρίνει το τελευταίο διάστημα την τουρκική εξωτερική πολιτική. Έχοντας διακόψει σε πολλούς τομείς την στενή συνεργασία της με την Δύση, η Τουρκία στρέφει την προσοχή της προς άλλες κατευθύνσεις.

Προσεγγίζει νέες χώρες, όχι με βάση ενός στρατηγικού σχεδίου, αλλά τις αναζητήσεις και τους στόχους της στο Κουρδικό Ζήτημα και τις ιδεολογικές προκαταλήψεις της κυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και του Προέδρου Ερντογάν.

Νίκος Στέλγιας
Καθημερινή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



22 Δεκ 2017


Ο Ρώσος πρόεδρος εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο ρωσικός στρατός πρέπει να γίνει ο «απόλυτος ηγέτης» στον κόσμο, θέτοντας ως στόχο να γίνει «ο στρατός της νέας γενιάς, με νέες τεχνολογίες». Την προοπτική αυτή παρουσίασε ο Ρώσος πρόεδρος μιλώντας στη διευρυμένη συνεδρίαση της ηγεσίας του ρωσικού Υπουργείου Αμύνης, η οποία μεταδόθηκε από την τηλεόραση.

Ο Ρώσος πρόεδρος επισημαίνοντας ότι «ο κόσμος ζει μια πραγματική επανάσταση στην οικονομία, τις τεχνολογίες και στη γνώση» , είπε πως αυτές οι τάσεις πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν στον στρατιωτικό σχεδιασμό και την οικοδόμηση του στρατού νέας γενιάς.

Ο Vladimir Putin είπε επίσης ότι αναμένει μετά από τρία χρόνια να έχει πραγματοποιηθεί ο επανεξοπλισμός του στρατού με όπλα νέας τεχνολογίας σε ποσοστό 70%, όπως και ότι η Ρωσία μπορεί και είναι υποχρεωμένη να διασφαλίσει την αμυντική της ικανότητα βασιζόμενη στο 2,8% του ΑΕΠ που διατίθεται για στρατιωτικές δαπάνες.

Αναφερόμενος επίσης στην νέα στρατηγική ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών, είπε ότι έχει "επιθετικό" χαρακτήρα και πως «δεν πρόκειται απλώς για λόγια, αλλά για μια στρατηγική που ενισχύεται με συγκεκριμένες ενέργειες και χρηματοδότηση που υπερβαίνει τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια τα οποία οι ΗΠΑ διαθέτουν για αμυντικούς και στρατιωτικούς σκοπούς».

Ο Ρώσος πρόεδρος αναφερόμενος στο ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο, υπογράμμισε ότι εγγυάται την στρατηγική άμυνα της χώρας, αλλά πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω και δήλωσε ότι το 2021 οι χερσαίες πυρηνικές δυνάμεις θα πρέπει να αναβαθμισθούν με νέα οπλικά συστήματα σε επίπεδο 90%.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



21 Δεκ 2017


  • Ποιοι ρώσοι πράκτορες δούλεψαν το «προφίλ» του και τη μυστική επικοινωνία του με τον Πούτιν
  • Οι ελληνορωσικές σχέσεις και η αμερικανική άμυνα απέναντι στη διείσδυση της Μόσχας με πολιτικούς και επιχειρηματίες
  • Τα ραντεβού με τον αμερικανό πρέσβη, οι βολιδοσκοπήσεις και η αναθέρμανση του πρώην πρωθυπουργού για έναν καινούργιο ρόλο

Ο έμπειρος και αεικίνητος Αμερικανός πρέσβης, που έχει δώσει δείγματα γραφής στην αντιμετώπιση και στο μπλοκάρισμα των ρωσικών κινήσεων εισχώρησης σε περιοχές της Δύσης, έχει «πλευρίσει» τον τελευταίο καιρό τον Κώστα Καραμανλή. Ο διπλωμάτης γευματίζει και κουβεντιάζει με τον πρώην πρωθυπουργό, ο οποίος προξένησε μια σειρά προβλημάτων στην Ουάσιγκτον λόγω της ανεξάρτητης σχέσης (αδιανόητη για το ΝΑΤΟ) που δημιούργησε με τον Βλαδίμηρο Πούτιν. Ο ξαφνικός «έρωτας» του Καραμανλή με τη Μόσχα, οι αγωγοί και γενικά οι θέσεις που πήρε στο Βουκουρέστι και στο σχέδιο Κόφι Ανάν, άναψαν φωτιές στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο αμερικανικό Πεντάγωνο. Επί εποχής Καραμανλή η ΕΥΠ παρακολουθούσε όλα τα τηλέφωνα του πρωθυπουργού και των μελών της κυβέρνησης. Ο Μπάρακ Ομπάμα, μόλις ανέλαβε την εξουσία τον Ιανουάριο του 2009 και στην πρώτη συνάντησή του με τον Καραμανλή, του ξεκαθάρισε ότι έχει «τελειώσει». Εκεί, στις Βρυξέλλες, του είπε ότι «είναι αδιανόητες ανεξάρτητες σχέσεις χώρας – μέλους του ΝΑΤΟ με τη Μόσχα».

Στη συνέχεια είναι γνωστό ότι ο Καραμανλής «κουράστηκε» ξαφνικά, το είπε στον Χατζηνικολάου και συνετρίβη, τόσο στις ευρωεκλογές όσο και στις εθνικές εκλογές από το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου. Τώρα, επειδή πάντα έχει επιρροή στον χώρο της Ν.Δ. και είναι αγαπητός σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, βολιδοσκοπείται τόσο από τους Αμερικανούς όσο και από άλλες πλευρές. Η Ελλάς είναι σε διαρκή κρίση και οικονομική αφυδάτωση. Μια προσωπικότητα, όμως, όπως ο πρώην πρωθυπουργός, μπορεί πάντα να παίξει σημαντικό ρόλο, αρκεί βέβαια –τουλάχιστον για τους Δυτικούς- να μην «ξαναπαίξει» κοιτώντας ανατολικά…

Την ώρα που γύρω από το Κυπριακό και το Σκοπιανό διαφαίνεται έντονη διπλωματική κινητικότητα, σε συνδυασμό με την επικρατούσα κατάσταση στα «εύφλεκτα» Βαλκάνια και τη μη προβλέψιμη και ανεξέλεγκτη πολιτική του αλλοπρόσαλλου σουλτάνου Ταγίπ Ερντογάν, εντοπίζεται, εδώ και κάποιο καιρό, μια έντονη, επίμονη και παρασκηνιακή προσπάθεια των Αμερικανών για προσέγγιση του Κώστα Καραμανλή.

Οι πρώτες σχετικές προσπάθειές τους φαίνεται να έχουν αφετηρία το καλοκαίρι, όταν ο Αμερικανός πρέσβης, Τζέφριο Πάιατ, παραβρέθηκε σε εκδήλωση του Ιδρύματος Καραμανλή και μίλησε σε επιλεγμένο ακροατήριο. Λίγο αργότερα, πάλι ο Αμερικανός πρέσβης ήταν ομιλητής, μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, σε εκδήλωση της Νέας Δημοκρατίας υπό την αιγίδα του ίδιου ιδρύματος, για τα 70 χρόνια από το «Σχέδιο Μάρσαλ».

Πέρα όμως από τις οποιεσδήποτε διακριτικές, αλλά όχι μυστικές και άγνωστες, κινήσεις του αμερικανού πρέσβη, υπάρχουν πληροφορίες που φέρουν τον αμερικανικό παράγοντα (Στέιτ Ντιπάρτμεντ) να προτρέπει τον πρέσβη για μεγαλύτερη προσέγγιση και επαφή με τον Κώστα Καραμανλή, χρησιμοποιώντας τις όποιες διαθέσιμες δυνατότητες και «γέφυρες».
Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι πραγματοποιήθηκαν, ήδη, τρεις ιδιαίτερες συναντήσεις και συζητήσεις μεταξύ τους, που λέγεται ότι ικανοποίησαν τους Αμερικανούς.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κώστας Καραμανλής έχει σπουδάσει στις ΗΠΑ και εκφράζει την πολιτική συνέχεια του θείου του, Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος σαφώς και πίστευε ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν». Όμως, τα ανοίγματα και οι συμφωνίες του Κώστα Καραμανλή προς την Κίνα και περισσότερο προς την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, εξόργισαν στο παρελθόν τους Αμερικανούς, αφού θεώρησαν ότι οι κινήσεις αυτές προσβάλλουν καίρια τα συμφέροντά τους στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ το «βέτο» του Βουκουρεστίου επέφερε οριστική ρήξη στις σχέσεις των δύο πλευρών και δρομολόγησε ουσιαστικά την πτώση της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή.

Βέβαια, οι συγκεκριμένες προσπάθειες του αμερικανικού παράγοντα για επαφή με τον πρώην πρωθυπουργό δεν αποκλείεται να σχετίζονται με κάποιες φήμες (αν όχι πληροφορίες), ότι, εδώ και μερικούς μήνες, έχει δρομολογηθεί μια μορφή μυστικής επικοινωνίας μεταξύ του Κώστα Καραμανλή και του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, με πρωτοβουλία του τελευταίου, χρησιμοποιώντας ένα τρίτο και ενδιάμεσο πρόσωπο, το οποίο χαίρει εκτίμησης και εμπιστοσύνης και από τις δύο πλευρές. Το συνδυασμένο και ταυτισμένο χρονικά έντονο ενδιαφέρον των δύο αναμφισβήτητων παγκόσμιων υπερδυνάμεων γύρω από το πρόσωπο του Κώστα Καραμανλή, καθιστούν το όλο θέμα εξαιρετικά ενδιαφέρον.


Η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας

Η μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας θέση της χώρας μας είναι γνωστή και της προσδίδει μοναδική δυνατότητα ελέγχου ολόκληρης της λεγόμενης «Παγκόσμιας Νήσου», δηλαδή τι τρεις ενωμένες ηπείρους: την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική.

Από τους θαλάσσιους ελληνικούς χώρους, το Αιγαίο ελέγχει ουσιαστικά τα Στενά Ελλησπόντου – Βοσπόρου. Το Κρητικό Πέλαγος εξασφαλίζει τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ και γενικότερα της Ανατολικής Μεσογείου. Το Ιόνιο Πέλαγος σχετίζεται με το μεγάλης στρατηγικής αξίας στενό του Οτράντο. Ενώ το τόξο Πύλου – Κρήτης – Δωδεκανήσου αναγνωρίζεται ως τεράστιας στρατηγικής σπουδαιότητας περιοχή, αφού αποτελεί μοναδικό σημείο δυνατότητας ελέγχου ή απαγόρευσης εξόδου της Ρωσίας προς τη Μεσόγειο, προκειμένου να αμφισβητήσει την κυριαρχία των Αμερικανών και των Άγγλων, ή, αντιστρόφως, μπορεί να εμποδίσει την κίνηση των τελευταίων προς το Βόρειο Αιγαίο και τα Στενά.

Με βάση αυτά τα αναμφισβήτητα στοιχεία, εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθένας το μέγεθος της αξίας που θα είχε για τη Ρωσία μια συμμαχία της και σύμπλευση με την Ελλάδα, η οποία θα της επέτρεπε να αμφισβητήσει τη θαλάσσια κυριαρχία των Δυτικών στη Μεσόγειο, αφού θα μπορούσε να διεισδύσει σε αυτήν, ελέγχοντας καθοριστικά τις κινήσεις μεταξύ της Δυτικής και Ανατολικής Μεσογείου και προσδίδοντάς της, έτσι, καθολική ναυτική ισχύ σε ολόκληρη την Μεσόγειο. Φυσικά, αυτή η πιθανότητα δεν παραβλέπεται από τους Δυτικούς, οι οποίοι έχουν διαχρονικά φροντίσει να δημιουργήσουν και να συντηρούν πολιτικούς και άλλους πυρήνες και κέντρα επιρροής στη χώρα μας, σε τέτοιο βαθμό, που πολύ δύσκολα θα παρακαμφθούν από άλλες δυναμικές, ώστε να απειληθούν τα συγκεκριμένα καίρια και μεγάλης γεωστρατηγικής αξίας συμφέροντά τους.

Ακόμα και η παραμικρή ένδειξη παρέκκλισης από κάποιους βασικούς και μάλλον άγραφους κανόνες και όρους άρνησης υποταγής ή ανυπακοής, εκλαμβάνεται ως μεγάλη αντίδραση στα συμμαχικά και κοινοτικά «κεκτημένα» και σχεδόν αυτόματα ενεργοποιούνται οι ανάλογοι μηχανισμοί, οπότε σύντομα αποκαθίσταται η προγραμματισμένη και επιδιωκόμενη «ομαλότητα» και οι όποιοι απείθαρχοι τιμωρούνται ή περιθωριοποιούνται ενώ, συνήθως, δυσάρεστες επιπτώσεις επέρχονται και στον ελληνικό λαό.

Η περίοδος πρωθυπουργίας του Κώστα Καραμανλή σίγουρα μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, αφού αποδεδειγμένα δέχθηκε, με πρωτοφανή σφοδρότητα και ένταση, συντονισμένες και πολυμέτωπες επιθέσεις και προσβολές, τόσο από τους συμμαχικούς και εταιρικούς κόλπους όσο και από τους εσωτερικούς ποικίλους και πολλαπλώς αντιδρώντες (ελεγχόμενους από ξένα κέντρα) μηχανισμούς. Ο Καραμανλής προκάλεσε την Υπερδύναμη. Χωρίς να αμφισβητήσει τις πάγιες στρατηγικές της χώρας και τον γεωπολιτικό της προσανατολισμό, επιχείρησε μια προσέγγιση με τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Αδιανόητη. Και δεν δίστασε να θέσει «βέτο» απέναντι σε συγκεκριμένη θέση και επιθυμία της Υπερδύναμης, αποβλέποντας στην προστασία των Ελληνικών οικονομικών και κυρίως εθνικών συμφερόντων.



Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σήμερα πιστεύουν ότι η επελθούσα δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας μας σχετίζεται αρκετά και με τις επιλογές, τις συμφωνίες και γενικά τα ανοίγματα του Κώστα Καραμανλή προς τη Μόσχα, ενώ συγχρόνως θεωρούν ότι τα μνημόνια και οι εξευτελιστικές συμφωνίες με τους δανειστές μας εντάσσονται στο πλαίσιο της παραδειγματικής τιμωρίας του ελληνικού λαού, αφού έχει δρομολογηθεί και ολοκληρώνεται η απόλυτη και καθολική υποταγή της χώρας μας.

Οι ελληνορωσικές σχέσεις διαχρονικά

Οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Ρωσία και προηγουμένως με τη Σοβιετική Ένωση ήταν πάντοτε ξεχωριστές, αλλά όχι σταθερές και μόνιμες, αφού διέρχονταν και διέπονταν, συνεχώς, από πολλά και σύνθετα γεγονότα και καταστάσεις.

Με την λήξη του Παγκόσμιου και του Εμφυλίου πολέμου, οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Σοβιετική Ένωση ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και τυπικές.
Ωστόσο, οι σχέσεις τους στον τομέα των εμπορικών και οικονομικών ανταλλαγών αναπτύχθηκαν γρήγορα, κυρίως λόγω της ανάγκης εξαγωγής των ελληνικών προϊόντων, αλλά και της προσπάθειας της χώρας μας να εξασφαλίσει διπλωματική υποστήριξη στο θέμα της Κύπρου.

Έτσι, σταδιακά, η συμμετοχή στις ελληνικές εξαγωγές όλων των ελεγχόμενων από τη Σοβιετική Ένωση, Ανατολικών χωρών, ξεπέρασε το 21%, ποσοστό που αποτελούσε σημαντική ένδειξη οικονομικής εξάρτησης και πιθανής πολιτικής επιρροής. Με αυτό το στοιχείο και προβάλλοντας την αποφυγή του οικονομικού εναγκαλισμού με τη Μόσχα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατέθεσε το επίσημο ελληνικό αίτημα για έναρξη διαπραγματεύσεων και σύνδεση με την (τότε) ΕΟΚ.
Συγχρόνως, όμως, η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών ήταν συνεχής και στο αποκορύφωμά της έφτασε με τον λεγόμενο «πόλεμο των γραμματοσήμων», ο οποίος ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1959, όταν οι Σοβιετικοί εξέδωσαν σειρά γραμματοσήμων με προσωπογραφία του Μανώλη Γλέζου, που είχε καταδικαστεί από την ελληνική Δικαιοσύνη ως γνώστης κατασκοπευτικών ενεργειών υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης. Κίνηση που προκάλεσε την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία, με τη σειρά της, εξέδωσε γραμματόσημα με την προσωπογραφία του απαγχονισθέντος από τους σοβιετικούς Ούγγρου πρωθυπουργού, Ίμρε Νάγκι.
Η απειλή του Νικίτα Χρουστσόφ για βομβαρδισμό ακόμα και της Ακρόπολης, ως αντίδραση στην ανάπτυξη νατοϊκού πυραυλικού οπλοστασίου στην Ελλάδα, μάλλον σήμανε και το τέλος της ψυχροπολεμικής κορύφωσης της έντασης μεταξύ των δύο χωρών.

Πάντως, χρειάστηκε να φτάσουμε στον Οκτώβριο του 1979 για να επισκεφθεί τη Μόσχα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ως ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός που θα το έκανε αυτό, από την Οκτωβριανή επανάσταση.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης και της συνεργασίας του με τον ομόλογό του, Αλεξέι Κορίγκιν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διαπραγματεύθηκε σκληρά επί ενεργειακών θεμάτων, που αποτελούν και σήμερα τις παγκοσμίως κρίσιμες και καθοριστικές προτεραιότητες, κατορθώνοντας, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίσει την πώληση στην Ελλάδα δύο εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου ετησίως για τρία χρόνια.

Ανδρέας Παπανδρέου

Επί πρωθυπουργίας του Ανδρέα Παπανδρέου εντοπίστηκαν αμοιβαία ανοίγματα και μάλλον υπερβολικές προσεγγίσεις, που δεν διέφυγαν της κριτικής και των ακραίων υποθέσεων εκ μέρους δυτικών πολιτικών, αναλυτών και μυστικών υπηρεσιών. Δεν αποτελεί υπερβολή να ειπωθεί ότι, ακόμα και σήμερα, αρκετοί είναι εκείνοι στους κόλπους συγκεκριμένων μεγάλων υπηρεσιών πληροφοριών που ισχυρίζονται (χωρίς να μπορούν και να το αποδείξουν) ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ίσως φαινομενικά να αποτελούσε έναν υπερασπιστή ή πράκτορα των αμερικανικών συμφερόντων, όμως, οι αποφάσεις και οι πράξεις του καθοριστικά προστάτευσαν και ευνόησαν τα συμφέροντα των Σοβιετικών. Καταλήγοντας στην ισχυρή πιθανότητα να ήταν στρατολογημένος και να ενεργούσε υπέρ αυτών, κάτω από μια βαθιά και τέλεια κάλυψη, στοιχείο που διέκρινε τις δράσεις της περιβόητης KGB.
Όλα αυτά μέχρι στιγμής είναι φήμες και σενάρια. Πάντως, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ενισχύονται από τις άκρως περίεργες δηλώσεις και προσπάθειές του να υποβαθμίσει τα γεγονότα και τις προεκτάσεις της υπόθεσης του στρατολογημένου από τη CIA σοβιετικού αξιωματούχου της GRU (το 1985), Σεργκέι Μποχάν. Με αποτέλεσμα να επηρεαστεί (αν όχι να κατευθυνθεί αναλόγως) η απόφαση της ελληνικής Δικαιοσύνης, η οποία ήταν αθωωτική για όλους τους κατηγορούμενους. Παρ’ όλο που υπήρχαν πολλά στοιχεία και αποδείξεις ενοχής τους για κατασκοπεία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης.

Κώστας Μητσοτάκης

Η πρωθυπουργία του Κώστα Μητσοτάκη συνέπεσε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ουσιαστικά δεν καταγράφεται κάτι ουσιαστικό στις σχέσεις των δύο χωρών για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, πλην, ενδεχομένως, της αποδοχής εκ μέρους των Σοβιετικών, συμμετοχής τους στην επένδυση της Αλουμίνας. Η αστάθεια που επικράτησε στη Ρωσία κατά τη δεκαετία του ’90, σε συνδυασμό με την αλλοπρόσαλλη πολιτική και την κατάσταση της υγείας του Μπόρις Γιέλτσιν, κράτησαν τις σχέσεις των δύο χωρών σε ένα τυπικό και ανούσιο επίπεδο, με δεδομένα και τα πολλά ρωσικά οικονομικά προβλήματα.
Φυσικά, όλα άλλαξαν με την προώθηση στην εξουσία και την εκλογή του Βλαντιμίρ Πούτιν ως προέδρου της Ρωσίας. Από την πλευρά του τελευταίου εκδηλώθηκε διάθεση ανάπτυξης σχέσεων με την Ελλάδα, αλλά ουσιαστικά δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος. Με τους Ρώσους να αποδίδουν αυτή την κατάσταση στην αδιαφορία και στην επιφυλακτικότητα της ελληνικής πλευράς και ιδιαίτερα στους δισταγμούς και την ατολμία του Κώστα Σημίτη.


Η πρώτη επίσκεψη Κώστα Καραμανλή

Η μεγάλη αλλαγή στις ελληνορωσικές σχέσεις και γενικότερα η αναθέρμανσή τους άρχισε τον Δεκέμβριο του 2004, όταν και πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίσκεψη του τότε πρωθυπουργού, Κώστα Καραμανλή, στη Μόσχα. Η όλη υποδοχή του, από τον μόνιμα ψυχρό και ανέκφραστο Βλαντιμίρ Πούτιν, ήταν ιδιαίτερα θερμή και τα αποτελέσματα των συνομιλιών εντυπωσιακά, αφού οι δύο πλευρές υπέγραψαν κοινή δήλωση για περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων και της πολυμερούς συνεργασίας των δύο χωρών.
Τότε διεγέρθηκαν οι Αμερικανοί. Στο επίκεντρο των συζητήσεων Καραμανλή – Πούτιν βρέθηκε η προώθηση της κατασκευής του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, οι προμήθειες αμυντικών οπλικών συστημάτων, οι σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, το Κυπριακό και άλλα θέματα της διεθνούς σκηνής, ενώ συμφώνησαν στην ανάγκη για αυστηρή τήρηση των δεσμεύσεων και των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το όλο κλίμα της συγκεκριμένης συνάντησης μεταξύ Καραμανλή και Πούτιν αποτυπώθηκε στις δηλώσεις του πάντοτε μετρημένου, πανούργου και φειδωλού σε τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς Ρώσου προέδρου: «Από τότε που εκλεγήκατε πρωθυπουργός οι σχέσεις μας καλυτερεύουν και μερικά θέματα, που δεν μπορούσαμε να προωθήσουμε τα τελευταία χρόνια, τώρα παρουσιάζουν κινητικότητα».

Σύμφωνα με Ρώσους αξιωματούχους, ο Πούτιν είχε σχηματίσει την πρώτη θετική και καθοριστική εντύπωση για τον Κώστα Καραμανλή κατά την πρώτη συνάντηση και γνωριμία μαζί του, τον Δεκέμβριο του 2001, όταν επισκέφθηκε την Αθήνα και ενώ ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση, ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας.
Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις των Καραμανλή και Πούτιν, όπου επιβεβαιωνόταν το σταθερό και άριστο κλίμα στις σχέσεις τους, το οποίο κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 2008, με τη μετάβαση του Κώστα Καραμανλή στη Μόσχα και την υπογραφή συμφωνίας κατασκευής του South Stream, προκαλώντας την απροκάλυπτη και ασυγκράτητη οργή των Αμερικανών, σε συνδυασμό με το μόλις πριν λίγες ημέρες προβληθέν «βέτο» στο Βουκουρέστι, με γνωστές τις περαιτέρω συνέπειες για τον Κώστα Καραμανλή και την κυβέρνησή του. Είχε υπερβεί τις κόκκινες γραμμές.

Γιώργος Παπανδρέου

Η μετέπειτα ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Οκτώβριο του 2009, απογοήτευσε μάλλον τους Ρώσους, κυρίως επειδή θα έχαναν έναν ειλικρινή και αξιόπιστο συνομιλητή τους, αλλά έτρεφαν και μια ελπίδα ότι θα υπήρχε μια ανάλογη συνέχεια για διατήρηση και προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, παρά το γεγονός ότι τον θεωρούσαν εκτελεστική μαριονέτα των Αμερικανών, εκτίμηση που επαληθεύτηκε σχεδόν αμέσως, με τις αποκαλυφθείσες, μέσω του Wikileaks, υποτακτικές αναφορές και δεσμεύσεις τόσο του ίδιου όσο και υπουργών της κυβέρνησής τους στον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα.

Η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στη Μόσχα, τον Φεβρουάριο του 2010, ήταν καθοριστική για τις μετέπειτα ελληνορωσικές σχέσεις, αφού οι Ρώσοι ήταν προετοιμασμένοι απέναντι σε κάποιο ελληνικό οικονομικό αίτημα και ο Πούτιν προσήλθε στη συνάντηση γνωρίζοντας με ποιόν θα μιλήσει και τι θα ακούσει. Γι αυτό και δύσκολα συγκράτησε την αρνητική αντίδρασή του όταν ο Γιώργος Παπανδρέου δεν υπέβαλε κανένα αίτημα και ούτε έθεσε προς συζήτηση οποιοδήποτε θέμα, αρκούμενος σε γενικές αναφορές στην «πράσινη ανάπτυξη».

Από την πλευρά των Ρώσων αντιμετωπίστηκε ως φυσιολογική εξέλιξη η ακύρωσης της συμφωνίας για τον αγωγό Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη και της διακρατικής συμφωνίας για τα BMP-3, με αποτέλεσμα οι ελληνορωσικές σχέσεις να περιπέσουν σε σοβαρή κρίση και σταδιακά εκείνες οι μεταξύ Παπανδρέου και Πούτιν να καταστούν εχθρικές, οπότε εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτή η άρνηση του Ρώσου προέδρου στο τηλεφωνικό αίτημα του Γιώργου Παπανδρέου να συναντηθεί μαζί του, ως προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Μάλιστα, λέγεται ότι η άρνηση συνοδεύτηκε από βαριές εκφράσεις.

Αντώνης Σαμαράς

Την πρωθυπουργοποίηση του Αντώνη Σαμαρά και κάτω από την ασφυκτική πίεση των οικονομικών δεδομένων, ακολούθησε σχεδόν αμέσως ο εναγκαλισμός και η απόλυτη ταύτισή του με τις θέσεις της Άνγκελας Μέρκελ, στοιχείο που σίγουρα απογοήτευσε τη ρωσική πλευρά, που θα ανέμενε μια περισσότερο διακριτική στάση του Έλληνα πρωθυπουργού απέναντι στους ισχυρούς Ευρωπαίους ηγέτες και μια από μέρους του πρωτοβουλία για αναθέρμανση των ελληνορωσικών σχέσεων, ως συνέχεια της πολιτικής του Κώστα Καραμανλή.

Η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, επηρεαζόμενη προφανώς από τον Ευάγγελο Βενιζέλο, αδιαφόρησε τελείως για οποιαδήποτε προσέγγιση ή επαφή με τους Ρώσους, ακολουθώντας ουσιαστικά τις αντίστοιχες θέσεις του Γιώργου Παπανδρέου, ενώ η κρίση στην Ουκρανία και η απόλυτη ταύτιση της ελληνικής πολιτικής με τις σχετικές ευρωπαϊκές θέσεις και κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, απομάκρυναν περισσότερο τις δύο πλευρές.

Γενικά, η επιλογή Σαμαρά να μην κάνει ανοίγματα με τη Μόσχα δημιούργησε στους Ρώσους μια αρνητική εικόνα για την κυβέρνησή του και προσωπικά για τον ίδιο, σε τέτοιο βαθμό, που να αποτελεί τον μοναδικό Έλληνα πρωθυπουργό που δεν κατάφερε να επισκεφθεί επίσημα τη Μόσχα κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος

Με την πρωθυπουργοποίηση του Αλέξη Τσίπρα άρχισε να διαφαίνεται η διάθεσή του για προσέγγιση με τη Ρωσία του Βλαδίμηρου Πούτιν, πάνω σε βάσεις κοινών συμφερόντων και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη στη Μόσχα του Αλέξη Τσίπρα και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του 2014 και όταν το σημερινό κυβερνών κόμμα βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Στη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, φαίνεται ότι τέθηκαν οι βάσεις και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις αποκατάστασης των ελληνορωσικών σχέσεων. Δεν πραγματοποιήθηκε, βέβαια, συνάντηση με τον Πούτιν, αλλά οι δύο βασικοί συνομιλητές του Τσίπρα και της αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν δύο σημαντικές προσωπικότητες της σημερινής Ρωσίας. Δηλαδή η κατέχουσα την τρίτη κατά σειρά θέση στη ρωσική ιεραρχία, πρόεδρος του Συμβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βαλεντίνα Ματβιένκο και ο διευθυντής του Ρωσικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών και άριστος γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, λόγω της προϋπηρεσίας του στην Αθήνα και στη θέση του σταθμάρχη της Ρωσικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Εξωτερικού (SVR), Λεονίντ Ρεσέτνικοφ, ο οποίος διαβεβαίωνε τους παριστάμενους στη συνάντηση ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα ήταν ο επόμενος Έλληνας πρωθυπουργός.

Η αντίδραση της υπό τον Τσίπρα νέας κυβέρνησης απέναντι στις πρόσθετες κυρώσεις της Ε.Ε. εναντίον της Ρωσίας θορύβησε και απασχόλησε πολλούς δυτικούς αξιωματούχους, ενώ αντίθετα χαροποίησε τους Ρώσους, που έβλεπαν ένα σύμμαχό τους στους κόλπους των Βρυξελλών. Το πολύ καλό κλίμα συνεχίστηκε και κορυφώθηκε με την επίσημη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στη Μόσχα, που φαίνεται να επισπεύσθηκε εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, γεγονός που ενόχλησε ιδιαίτερα τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους, αλλά περισσότερο από όλους τους Γερμανούς. Το Βερολίνο πιθανολογούσε ότι η όποια σύναψη στρατηγικών συμμαχιών μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας, θα δημιουργούσε ρήγμα στους κόλπους της Ε.Ε.

Από εκείνο το σημείο και μετά, οι σχέσεις των δύο πλευρών αρχίζουν να ακολουθούν μια εντελώς αντίθετη πορεία, που μπορεί να οφείλεται σε γερμανικές ενέργειες, πιέζοντας και απειλώντας την ελληνική κυβέρνηση από τη μια μεριά, ενώ από την άλλη αδιαφορούν απέναντι στις ενέργειες απόσχισης στην Ανατολική Ουκρανία, γεγονός που μάλλον παραπέμπει σε κάποια υπόγεια συμφωνία Ρώσων και Γερμανών, που προφανώς θα επιτεύχθηκε μέσω των παραδοσιακά εχθρικών, αλλά μόνιμα και ανεξηγήτως συνεργαζόμενων, Υπηρεσιών Πληροφοριών τους, SVR και BND.

Έκτοτε, οι αρμόδιοι ρώσοι αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι από ένα σημείο και μετά ο Πούτιν, Λαβρόφ και Ρεσέτνικοφ αντιλήφθηκαν ότι οι Έλληνες συνομιλητές τους και κυρίως ο Αλέξης Τσίπρας και ο Πάνος Καμμένος, δεν ήξεραν τι ζητούσαν και στερούνταν σοβαρότητας και σταθερότητας, ενώ από τις ίδιες ρωσικές πηγές χαρακτηρίζονται ως «άσχετοι, ερασιτέχνες, ανερμάτιστοι, προβληματικοί, οπορτουνιστές και πολιτικοί τυχοδιώκτες». Με δεδομένους αυτούς τους χαρακτηρισμούς, τους οποίους πλέον χρησιμοποιούν και πολλοί δυτικοί για τα ίδια πρόσωπα, θεωρείται ως φυσιολογική εξέλιξη το σημερινό επίπεδο και η ποιότητα των ελληνορωσικών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα πλήθος πληροφοριών ότι Τσίπρας και Καμμένος αποφάσισαν να βάλουν την πλάτη τους να ακουμπά πλήρως στον αμερικανικό παράγοντα.

Ο ρόλος των ρωσικών Υπηρεσιών Πληροφοριών

Παραδοσιακά, η Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια η Ρωσία, βασίστηκαν και βασίζονται για την άσκηση της πολιτικής τους και τη διαχείριση των ποικίλων θεμάτων ασφαλείας, στις αναμφισβήτητης αξίας πληροφορίες και αναλύσεις των εξαιρετικά δραστήριων, ικανών και αποτελεσματικών μυστικών υπηρεσιών τους (KGB – GRU / SVR – FSB – GRU). Ειδικότερα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν, από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στο τιμόνι της Ρωσίας αναδιοργάνωσε τις ρωσικές Υπηρεσίες Πληροφοριών, τις στελέχωσε υποδειγματικά και επικεφαλής τους ή στις καίριες θέσεις τοποθέτησε παλιούς φίλους και συνεργάτες του, κυρίως από τους κόλπους της KGB, στην οποία και ο ίδιος υπηρέτησε για αρκετά χρόνια.

Η σημασία της Ελλάδας για τη Ρωσία αναφέρθηκε παραπάνω και αυτό επιβεβαιώνεται και από τη στελέχη των κλιμακίων των ρωσικών Υπηρεσιών Πληροφοριών στη χώρα μας και ιδιαίτερα της SVR, η οποία αποτελεί συνέχεια της KGB στο εξωτερικό και θεωρείται από τις μεγαλύτερες και πλέον αποτελεσματικές υπηρεσίες κατασκοπείας στον κόσμο. Η παρουσία των στελεχών των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα παρέμεινε στα ίδια ποσοστά με εκείνα επί Σοβιετικής Ένωσης. Δηλαδή περίπου 30% επί του συνολικού αριθμού των υπηρετούντων στη διπλωματική εκπροσώπηση της Ρωσίας στην Ελλάδα. Το μεγάλο πλεονέκτημα για τις ρωσικές Υπηρεσίες Πληροφοριών είναι ότι πλέον και στην Ελλάδα διαθέτουν επίσημους συνδέσμους οι οποίοι έρχονται σε επαφή και συνεργάζονται με την ΕΥΠ. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, ο Πούτιν τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας μας στην περιοχή, επέλεξε δύο από τους φίλους και παλιούς του συνεργάτες στην KGB για σταθμάρχες της SVR στην Αθήνα, αντικαθιστώντας ο ένας τον άλλο, μέχρι το 2010. Πρόκειται για τον Λεονίντ Ρεσέτνικοφ και τον Ανατόλι Τκ… για τους οποίους θα πρέπει να γίνει ειδικότερη αναφορά.


Ο Λεονίντ Ρεσέτνικοφ

Ο Λεονίντ Ρεσέτνικοφ είναι ένας από τους πλέον στενούς, έμπειρους και εφυέστερους συνεργάτες του Βλαντιμίρ Πούτιν στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, ενώ οι σχετικές εισηγήσεις του επηρεάζουν την όλη στρατηγική και πολιτική του Κρεμλίνου, με αποτέλεσμα πολλοί να τον θεωρούν ως τον επόμενο πρωθυπουργό.

Από τις αρχές του 1970 εντάχθηκε στις τάξεις της σοβιετικής KGB και της μετέπειτα ρωσικής SVR, όπου διακρίθηκε, αναδείχθηκε και έγινε στρατηγός, καταλαμβάνοντας καίριες θέσεις στους κόλπους των δύο υπηρεσιών, ενώ για κάποιο διάστημα υπήρξε προϊστάμενος του Πούτιν, όταν υπηρετούσε κι εκείνος στις τάξεις της KGB.

Γνωρίζει και ομιλεί την ελληνική, βουλγαρική και σερβική γλώσσα, ενώ ξεχωρίζει και από τις πολλές γνώσεις και εμπειρίες του επί του βαλκανικού χώρου. Ειδικότερα, θεωρείται άριστος γνώστης των ελληνικών θεμάτων, αφού υπηρέτησε για δύο χρονικά διαστήματα στην Αθήνα, την πρώτη φορά κάτω από την ιδιότητα – κάλυψη του διπλωματικού υπαλλήλου και τη δεύτερη φορά (Ιούνιος 2000 – Νοέμβριος 2004) ως σταθμάρχης και επίσημος σύνδεσμος της SVR με την αντίστοιχη ελληνική ΕΥΠ, με προσωπική επιθυμία – εντολή του Βλαντιμίρ Πούτιν και για τις ανάγκες διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, κάτω από απόλυτη και εγγυημένη ασφάλεια.
Η από την πρώτη στιγμή θερμή προσέγγιση του Κώστα Καραμανλή από τον Βλαντιμίρ Πούτιν οφείλεται στις πληροφορίες για την προσωπικότητα, τα χαρακτηριστικά στοιχεία και τις πολιτικές επιδιώξεις του που του μετέφερε ο Ρεσέτνικοφ, όταν ο Ρώσος πρόεδρος επισκέφθηκε την Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2001 και όταν ο Κώστας Καραμανλής ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση και ο Ρεσέτνικοφ υπηρετούσε στην Αθήνα.

Αντικαταστάθηκε από τον Ανατόλι Τκ… και επιστρέφοντας στη Μόσχα, το 2004, τέθηκε επικεφαλής της νευραλγικής Διεύθυνσης Πληροφοριών και Ανάλυσης της SVR, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 2009, όταν ο Πούτιν τον επέλεξε για διευθυντή του νεοσύστατου Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, το οποίο αρχικά αποτελούσε τμήμα προέκτασης και συνδέσμου των τριών ρωσικών Υπηρεσιών Πληροφοριών (SVR, FSB, GRU). Στη συνέχεια οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελεί τον κύριο σύμβουλο του ρώσου προέδρου στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, ενώ συγχρόνως λειτουργεί και ως δεξαμενή σκέψης, στα πρότυπα των think tanks RAND και STRATFOR.

Γενικότερα, ο Λεονίντ Ρεσέτνικοφ θεωρείται ο «ρώσος Κίσινγκερ» και εμπνευστής του σχεδίου απόσχισης των φιλορωσικών περιοχών της Ανατολικής Ουκρανίας, χωρίς να προκληθεί ουδεμία αντίδραση από τη Μέρκελ και τον Ολάντ, αφού ο πανέξυπνος και πολύπειρος Ρεσέτνικοφ εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο τις παραδοσιακές υπόγειες και σταθερές σχέσεις μεταξύ των αρμοδίων Υπηρεσιών Πληροφοριών της Ρωσίας και της Γερμανίας (SVR και BND).

Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα εμφανιζόταν ως ένα βαθιά θρησκευόμενο άτομο και σε περιόδους που η Εκκλησία δεν ήταν τόσο προσιτή στους Ρώσους, γεγονός που έβαζε σε υποψίες την ΕΥΠ για τον πραγματικό του ρόλο στις σχέσεις του με χώρους ελληνικών εκκλησιών και μονών. Τελικά, αποδείχθηκε ότι ήταν ένας πραγματικός Ορθόδοξος Χριστιανός, ενώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι μέχρι πριν από δύο χρόνια επισκεπτόταν κάθε χρόνο τη Λήμνο κατά τους ρωσικούς εορτασμούς στο εκεί ρωσικό νεκροταφείο, ως επικεφαλής μεγάλης επίσημης ρωσικής αντιπροσωπείας.

Ο Ανατόλι Τκ…

Οι διαδοχικές θητείες του Ανατόλι Τκ… στην Ελλάδα, αρχικά με την καλυπτική ιδιότητα του ανταποκριτή του ΤΑΣ και στη συνέχεια με την επίσημη ιδιότητα του σταθμάρχη της SVR και συνδέσμου της με την ΕΥΠ, συνδυάστηκαν με έντονη δράση του, πληροφοριακές διεισδύσεις και ειδικές αποστολές.

Από όλες σχεδόν τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών αναγνωριζόταν ως ένας από τους πλέον ειδικούς και αποτελεσματικούς στρατολόγους της KGB και της μετέπειτα SVR, ενώ δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι αποτελούσε το «φόβητρο» πολλών επιχειρησιακών στελεχών, δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών. Μάλιστα, δύο μεγάλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες τον θεωρούσαν ως το πλέον ικανό και αποτελεσματικό επιχειρησιακό στέλεχος της KGB στη στρατολόγηση ατόμων που κατείχαν καίριες και νευραλγικές θέσεις, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Μιλούσε άπταιστα την ελληνική και σε όποιο επίπεδο επιθυμούσε ή ήταν αναγκαίο, χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις που συνηθίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Στην Ελλάδα και κυρίως κατά τη δεκαετία του ’80, φέρεται να έχει στρατολογήσει δεκάδες δυτικούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και δύο στελέχη μεγάλων δυτικών υπηρεσιών.
Οι Έλληνες αξιωματούχοι δεν πρέπει να βρίσκονταν στους στόχους του, αλλά εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι δεν κατάφερε, όπως και κανένας άλλος Ρώσος πράκτορας, να διεισδύσει στην ΚΥΠ – ΕΥΠ, στη μοναδική συμμαχική υπηρεσία που απέτυχαν να εισέλθουν οι ρώσοι, όπως βεβαιώνουν αρμόδιοι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ και εμμέσως παραδέχτηκαν κάποια στιγμή και οι ίδιοι οι ρώσοι. Ακόμα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ουδέποτε ανέπτυξε σχέσεις και επαφές με στελέχη του ΚΚΕ, ίσως και για λόγους αποφυγής κινδύνου έκθεσής του.

Σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες δεν του επιτρέπεται ακόμα η είσοδός του σε αυτές, αν και έχει συνταξιοδοτηθεί, λόγω «επικινδυνότητας» και κυρίως λόγω της σχέσης του με τον Πούτιν, ενώ, με εισηγήσεις συγκεκριμένων ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών, έχει συμπεριληφθεί, από τη δεκαετία του ’90, στις λίστες των ατόμων που απαγορεύεται η είσοδός τους σε χώρες του Shengen, με συνέπεια για την όποια επίσκεψή του και είσοδο στην Ελλάδα να απαιτείται εθνική θεώρηση. Η αντιπάθεια, αν όχι το μίσος του απέναντι στους αμερικανικούς δεν συγκρατούνταν, σε σημείο που, σε εκδήλωση στη ρωσική πρεσβεία, παραλίγο να χειροδικήσει στον σταθμάρχη της CIA επειδή δεν μιλούσε ελληνικά ή ρωσικά. Σοβιετικός αξιωματούχος, που υπηρετούσε στη σοβιετική πρεσβεία, όταν ο Σεργκέι Μποχάν κατέφυγε στους Αμερικανούς, ισχυριζόταν ότι ο Ανατόλι Τκ… τον υποπτευόταν και είχε ζητήσει τον επαναπατρισμό του, αλλά δεν εισακούστηκε.

Μπορεί να μην είναι άθεος, αλλά ουδέποτε παρατηρήθηκε να κάνει τον σταυρό του, διαφέροντας έτσι, τόσο από τον Πούτιν όσο και από τον Ρεσέτνικοφ, οι οποίοι πάντως τον αναγνώριζαν ως ικανότερό τους επιχειρησιακά. Ειδικότερα, ο Ρεσέτνικοφ ζητούσε συχνά τη γνώμη και τη συμβουλή του σε διάφορες επιχειρήσεις, ενώ στις τάξεις της KGB και της μετέπειτα SVR έχαιρε απόλυτου σεβασμού, αλλά υπήρξαν στιγμές που είχε έντονες διαμάχες με τους διαφωνούντες μαζί του.

Η σωματική του διάπλαση και γενικά η εμφάνισή του ήταν περισσότερο συμβατή με πυγμάχο βαρέων βαρών, ενώ διέθετε μια ξεχωριστή ικανότητα να εντοπίζει την παρακολούθηση και να αποφεύγει την φωτογράφισή του.

Μπορεί ο Ρεσέτνικοφ να μετέφερε την καλύτερη εικόνα για τον Κώστα Καραμανλή στον Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά την πρώτη και πληρέστερη ενημέρωση γύρω από τον χαρακτήρα, τις ικανότητες και τον πατριωτισμό του πρώην Έλληνα πρωθυπουργού, την είχε από τον καλό του φίλο Ανατόλι Τκ…, λίγο πριν επισκεφθεί, τον Δεκέμβριο του 2001, την Αθήνα και συναντήσει τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Ανατόλι, αν και φειδωλός στα λόγια, μιλούσε πάντα με τα καλύτερα λόγια για τον Κώστα Καραμανλή και την ανάγκη ανάπτυξης στενών σχέσεών του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων, τα οποία συνεχώς επικαλείτο στις όποιες συζητήσεις του, αποδίδοντας τις τυχόν αρνητικές εκβάσεις τους σε αμερικανικές παρεμβάσεις.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ανατόλι Τκ… έτρεφε, επίσης, μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τον οποίο είχε γνωριστεί κατά την επίσημη επίσκεψη του τελευταίου, ως πρωθυπουργού, στη Μόσχα, τον Οκτώβριο του 1979, όταν και έκανε χρέη διερμηνέα στις συνομιλίες και στη συνεργασία μεταξύ του τότε Έλληνα πρωθυπουργού και του Ρώσου ομολόγου του Αλεξέι Κοσίγκιν.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας θητείας του στην Αθήνα, ως σταθμάρχης της SVR, εντόπισε αρκετές προσπάθειες επιχειρησιακών στελεχών της CIA και της MI6, για προσέγγιση αξιωματούχων της ρωσικής πρεσβείας, αλλά απέτρεπε τον Ρώσο πρέσβη να προχωρήσει σε σχετική διαμαρτυρία προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, επειδή στην πρωθυπουργία βρισκόταν ο Κώστας Καραμανλής, ενώ έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον Μιλτιάδη Έβερτ, τον οποίο φαίνεται να είχε γνωρίσει.

Από το 2010 και μετά, το κλιμάκιο της SVR στην Ελλάδα αποδυναμώθηκε και υποβαθμίστηκαν οι σχέσεις του με την ΕΥΠ, ως ανάλογη συνέπεια και εικόνα με τις τότε υφιστάμενες ελληνορωσικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται μέσα από τη φράση του Ανατόλι σε Έλληνα φίλο του, απερχόμενος και απογοητευμένος από την Ελλάδα: «Τώρα θα παγώσουν εντελώς οι σχέσεις μας».

Η επόμενη ημέρα στις ελληνορωσικές σχέσεις

Με βάση όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν διαφαίνεται περίπτωση βελτίωσης και αναθέρμανσης των πολύ καθοριστικών για την οικονομία της χώρας μας ελληνορωσικών σχέσεων, αφού η όλη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων εφαρμόζει πιστά τα κελεύσματα και τις αξιώσεις των ισχυρών συμμάχων και εταίρων μας.

Πάντως, η τυχόν δημιουργηθείσα σημερινή επαφή του Βλαντιμίρ Πούτιν με τον Κώστα Καραμανλή, ακόμα και αν υφίσταται, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με ποιο τρόπο και για ποιόν λόγο συνέπεσε και με την αντίστοιχη δυνατή επιθυμία των Αμερικανών για προσέγγιση του πρώην πρωθυπουργού, οπότε προκύπτει μια άκρως ενδιαφέρουσα και διερευνήσιμη υπόθεση. Θα επανέλθει ο Καραμανλής με «πράσινο φως» της Ουάσιγκτον; Θέλει να γυρίσει κάποια στιγμή που θα τον χρειαστεί η ΝΔ ή θα γυρίσει ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με ευρύτερες αρμοδιότητες, ένα σενάριο που βλέπουν μάλλον με καλό μάτι ο Τσίπρας και ο Καμμένος;

Γιώργος Τράγκας
Περιοδικό Crash



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου