Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

20 Απρ 2018


Η Ρωσία δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στη Συρία όσον αφορά τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας, σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών

Στην παραδοχή ότι η Μόσχα δεν γνωρίζει το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση σε ό,τι αφορά στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας, προχώρησε ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Sergei Ryabkov.

«Δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση όσον αφορά το αν είναι δυνατό να διατηρηθεί η Συρία ως ενιαία χώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά στο γερμανικό δίκτυο Deutsche Welle.

Επισημαίνεται ότι ο Vladimir Putin στηρίζει ενεργά από το 2015 το καθεστώς του Σύρου Προέδρου Bashar al-Assad.
Μάλιστα, μετά τη στρατιωτική παρέμβαση του Ρωσίας στα συριακά εδάφη, η πλάστιγγα έχει γύρει συντριπτικά υπέρ του Assad.

Ότι συνέβη στο Ιράκ (2003), στη Λιβύη (2011) και στην Ουκρανία (2014) θα γίνει και στη Συρία
Οι αμερικανικές πρακτικές

Πως βοηθά τις μεγάλες δυνάμεις η προπαγάνδα των δυτικών ΜΜΕ

Tην Κυριακή 15 Απριλίου, η βρετανική εφημερίδα Guardian απαγόρευσε στους «επιθεωρητές του OPCW να ερευνήσουν τον τόπο της χημικής επίθεσης στη Douma» και ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι πράγματι συνέβη μια χημική επίθεση στο Douma της Συρίας στις 7 Απριλίου.
Στο άρθρο της κατηγορούσε την κυβέρνηση της Συρίας ότι διέπραξε την επίθεση με τα χημικά.

Οι ερευνητές του ΟΗΕ έχουν ξεκινήσει την διερεύνηση της υπόθεση στη συριακή πόλη Douma, η οποία προκάλεσε τις κοινές αμερικανικές, γαλλικές και βρετανικές επιθέσεις κατά των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων χημικών όπλων στη Δαμασκό.

Η άφιξη της αντιπροσωπείας από τον Οργανισμό για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (OPCW) πραγματοποιήθηκε όταν ο Συριακός στρατός είχε ήδη "εκκαθαρίσει" πάνω από 2.000 πολίτες της στην περιοχή της ανατολικής Γκούτα, στην οποία ανήκει στη Δούμα.

"Οι μονάδες των γενναίων στρατιωτικών μας δυνάμεων και των βοηθητικών συμμαχικών δυνάμεων ολοκλήρωσαν τον "καθαρισμό" της ανατολικής Γκούτα, συμπεριλαμβανομένων όλων των γύρω πόλεων και των χωριών, από ένοπλες τρομοκρατικές οργανώσεις", ανέφερε η δήλωση της βρετανικής διοίκησης.

Δεν υπήρχε καμία πηγή γι 'αυτό, αλλά αυτή η φράση είναι μια πεισματική χειραγώγηση του νου, διότι εδώ έγραψε στην πραγματικότητα η Γενική Διοίκηση της Συριακής Κυβέρνησης: «Δήλωση της Γενικής Διοίκησης του Στρατού που κηρύσσει την Ανατολική Γκούτα σαφή της τρομοκρατίας», όπως τονίζει η συριακή κυβέρνηση εαυτό.

Το βασικό ζήτημα για όλο τον κόσμο είναι να επιτραπεί στον Οργανισμό για την Πρόληψη των Χημικών Όπλων (Douglas) να διεξαγάγει ανεξάρτητη έρευνα σχετικά με τα στοιχεία εκεί.

Αυτός ο τύπος αναφοράς «ειδήσεων» είναι σχεδόν καθολικός στη Δύση, μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμαχικών κυβερνήσεών τους, οι οποίες αναφέρονται στους εαυτούς τους ως «δημοκρατίες» και προσπαθούν να ανατρέψουν και να αντικαταστήσουν ηγέτες σε χώρες που ενδιαφέρονται, με δικούς τους επιλεγμένους δικτάτορες.

Χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις στο Ιράκ το 2003, στη Λιβύη το 2011, στη Συρία (για πάντα) και στην Ουκρανία το 2014.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν είναι έτοιμος να συναντηθεί με τον Αμερικανό ομόλογό του Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε σήμερα ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σε συνέντευξή του στο Sputnik.

Ο Τραμπ προσκάλεσε τον Πούτιν να επισκεφθεί τις ΗΠΑ στη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν μετά την επανεκλογή του Ρώσου προέδρου, ενώ πρόσθεσε ότι θα χαρεί να δεχθεί τον Πούτιν στον Λευκό Οίκο.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Σάρα Σάντερς επιβεβαίωσε την πληροφορία αυτή επισημαίνοντας ότι οι δύο ηγέτες συζήτησαν το ενδεχόμενο μιας συνάντησης «στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον» σε διάφορες τοποθεσίες, μεταξύ των οποίων και ο Λευκός Οίκος.

Παράλληλα ο Λαβρόφ σημείωσε ότι η Μόσχα είχε προειδοποιήσει τον υπό τις ΗΠΑ συνασπισμό στη Συρία να μην ξεπεράσει κάποιες «κόκκινες γραμμές», καθώς μετά θα αντιμετώπιζε αντίποινα.

Ο επικεφαλής του γενικού επιτελείου στρατού της Ρωσίας Βαλέρι Γκερασίμοφ είχε δηλώσει πριν τα πλήγματα που εξαπέλυσαν ΗΠΑ, Γαλλία και Βρετανία εναντίον της Συρίας ότι ο ρωσικός στρατός θα στοχοθετήσει τους πυραύλους στο σημείο εκτόξευσής τους σε περίπτωση που δεχθούν επίθεση ρωσικά στρατεύματα.

«Αυτό ανακοινώθηκε απολύτως ξεκάθαρα και απερίφραστα», τόνισε ο Λαβρόφ. «Στη συνέχεια υπήρξαν επαφές σε επίπεδο στρατιωτικής ηγεσίας και στρατηγών μεταξύ των εκπροσώπων μας και της αμερικανικής διοίκησης του συνασπισμού. Ενημερώθηκαν για τις “κόκκινες γραμμές” μας επί του πεδίου. Ως αποτέλεσμα αυτές οι “κόκκινες γραμμές” δεν παραβιάστηκαν», εξήγησε ο Ρώσος υπουργός.

Πάντως ο Λαβρόφ διαβεβαίωσε ότι ο Πούτιν και ο Τραμπ δεν θα επιτρέψουν την ένταση μεταξύ των δύο κρατών τους να καταλήξει σε ένοπλη σύγκρουση.

Εξάλλου μετά τα αεροπορικά πλήγματα στη Συρία την προηγούμενη εβδομάδα ήρε οποιαδήποτε ηθική υποχρέωση είχε η Ρωσία να μην παρέχει στη Δαμασκό αντιαεροπορικά συστήματα S-300.
«Δεν έχουμε πλέον καμία ηθική υποχρέωση αναφορικά με το θέμα αυτό», τόνισε ο Λαβρόφ. «Είχαμε δεσμευθεί να μην το κάνουμε πριν περίπου μία δεκαετία έπειτα από αίτημα των εταίρων μας και λαμβάνοντας υπόψη το επιχείρημά τους ότι κάτι τέτοιο θα αποσταθεροποιούσε την κατάσταση», πρόσθεσε.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



19 Απρ 2018


Επικίνδυνες ψευδαισθήσεις διατηρούν όσοι πιστεύουν στην παροχή στήριξης από τις ΗΠΑ ή τη Ρωσία

Από τον Γιάννη Κουριαννίδη

Δείχνει απίστευτο, κι όμως υπάρχει μια ολόκληρη συνωμοσιολογία στο διαδίκτυο που αμφισβητεί την ύπαρξη κάποιων χωρών και περιοχών στον πλανήτη. Μεταξύ αυτών, η Αυστραλία και η Φινλανδία, αλλά και κάποιες περιφέρειες μεγάλων χωρών, όπως η Βραζιλία. Υποτίθεται ότι αυτές οι περιοχές του πλανήτη δεν υφίστανται και πως είναι προϊόν κάποιων μυστικών κέντρων του κόσμου προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους!

Οι γελοιότητες αυτές, που κανονικά θα έπρεπε να μην αποτελούν καν αντικείμενο αστειότητας, έχουν χιλιάδες οπαδούς που τις αναπαράγουν και… επιχειρηματολογούν σχετικά!
Oσο, όμως, κι αν σας ακούγονται αυτά εξωφρενικά και παράλογα (και είναι, βεβαίως!), θα ήταν χρήσιμο να αναλογιστούμε πόσα άλλα πράγματα, τα οποία θεωρούμε εντελώς φυσιολογικά, κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Κάποια από αυτά, μάλιστα, επηρεάζουν τόσο τη ζωή μας, ώστε τείνουν να διαμορφώσουν ακόμη και την εξωτερική πολιτική μας.

Αυτή η θεωρία, λ.χ., του «ξανθού γένους» που θα σώσει την πατρίδα μας, εκτός του ότι έκανε (και κάνει) πλουσιότερους κάποιους μπαγαπόντηδες των ΜΜΕ, οι οποίοι πουλάνε από αγιασμένα κομποσκοίνια μέχρι cd και παυσίπονα διανθισμένα με αρκετό… «πουτινισμό», έχει δημιουργήσει επικίνδυνες ψευδαισθήσεις στην κοινή γνώμη της πατρίδας μας.

Το ίδιο επικίνδυνες είναι κάποιες αντιλήψεις της αντίθετης πλευράς, που διαμορφώνονται από τις εμμονικές συμπεριφορές ανθρώπων οι οποίοι κυκλοφορούν με μπλουζάκια και κονκάρδες του Τραμπ, αγιοποιώντας έναν άνθρωπο που αποφάσισε να διοικήσει τη χώρα του με τη νοοτροπία με την οποία διαχειρίζεται την οικονομική αυτοκρατορία του, υποκαθιστώντας στη διαχείριση αυτήν όσους τάιζε τόσα χρόνια.

Συμπεριφορές και ψευδαισθήσεις επικίνδυνες, διότι η «εξωτερική πολιτική των ιδιωτών» έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι είναι ικανή να καταστρέψει διπλωματικές κινήσεις ετών. Η περίπτωση της παράδοσης Οτσαλάν είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική…

Είναι αλήθεια ότι και στην Αμερική και τη Ρωσία οι σημερινοί ηγέτες τους δείχνουν να υπερασπίζονται ένα σύστημα αξιών προσηλωμένο στις αρχές της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, αξίες δηλαδή που χαρακτήρισαν και στήριξαν την πλειονότητα των λαών τους στην ιστορική πορεία τους.

Η στήριξη των αρχών αυτών είναι σήμερα μια αναγκαιότητα, αφού η απαξίωση του ιδεολογήματος των πολυπολιτισμικών κοινωνιών θα έχει σύντομα συνέπειες (ήδη τις βιώνουμε) ανάλογες με αυτές που ακολουθούν την κατάρρευση αυτοκρατοριών.Παράλληλα, όμως, οι άνθρωποι αυτοί υπερασπίζονται, όπως είναι φυσικό, και το συμφέρον των χωρών τους. Είναι επόμενο, λοιπόν, να αναζητούν στήριξη, προς την κατεύθυνση αυτή, σε αξιόπιστους συνομιλητές και συμμάχους, και όχι σε τυχοδιώκτες και απλούς παρατηρητές των διεθνών εξελίξεων.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Τουρκία των μυριάδων προβλημάτων, που ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί οικονομικά και κοινωνικά, παρά τα «τσαμπουκαλίκια» του σύγχρονου «σουλτάνου» της, δείχνει να αποτελεί έναν εξ ανάγκης συνομιλητή και των δύο πλευρών, είτε στο προσκήνιο είτε στο παρασκήνιο των διεθνών εξελίξεων.

Oσοι απογοητεύτηκαν από την προσέγγιση Ρωσίας και Τουρκίας, αλλά και όσοι άλλοι από την πολιτική και τις δηλώσεις ίσων αποστάσεων των ΗΠΑ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας καλό θα είναι να θυμούνται ότι τα σοβαρά κράτη δεν κινούνται με βάση «φιλίες» και συναισθηματισμούς, αλλά αποκλειστικά με γνώμονα την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων τους.

Επομένως, ούτε κάποιος Βλαδίμηρος, ενδεδυμένος με πορφύρα, θα κατατροπώσει, στο όνομα του Σταυρού, τον ισλαμιστή Ερντογάν ούτε κάποιος σερίφης Ντόναλντ θα πιστολιάσει τους συμμορίτες της Ανατολίας με το βεβαρημένο ιστορικό μητρώο!

Πρωτίστως θα επιδιώξουν το καλό της δικής τους πατρίδας. Κι όσο αυτό δεν το καταλαβαίνουμε, «αλοίμονο εις την πατρίδα κ' εμάς, οπού θα χαθούμε μαζί μ' αυτείνη» («Απομνημονεύματα» Στρατηγού Μακρυγιάννη).

Δημοκρατία


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει ειδοποιηθεί ότι θα υπάρξουν συνέπειες στη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, αν η Αγκυρα ολοκληρώσει τη διαδικασία αγοράς αντιαεροπορικών πυραυλικών συστοιχιών S-400 από τη Ρωσία, ανέφερε χθες σε ακρόασή του από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Κογκρέσου, με αφορμή τις εξελίξεις στη Συρία, ο Αμερικανός υφ. Εξωτερικών, αρμόδιος για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας, Γουές Μίτσελ.

«Ημασταν ξεκάθαροι ότι αν μια τέτοια συναλλαγή πραγματοποιηθεί, θα υπάρξουν συνέπειες με τις προβλέψεις του CAATSA (σ.σ. νόμος για την αντιμετώπιση αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων)», είπε ο κ. Μίτσελ επισημαίνοντας ότι θα υπάρξουν συνέπειες στην πιθανή συμμετοχή της Αγκυρας «στο πρόγραμμα των F-35, αλλά και ευρύτερα στη στρατιωτική και βιομηχανική συνεργασία μας με την Τουρκία».

Ο κ. Μίτσελ εξέφρασε την ανησυχία του για την πορεία της Τουρκίας σε ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου έπειτα από την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016.Ενώ περιέγραψε ως «πολύ ανησυχητικό» τον «συντονισμό» της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν.

«Οι ΗΠΑ έχουν επικεντρώσει μεγάλο μέρος των προσπαθειών τους τόσο διπλωματικά όσο και μέσω κυρώσεων στον περιορισμό της επιρροής της Ρωσίας. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας ήταν και ο νόμος CAATSA, που προβλέπει τιμωρητικά μέτρα για κυβερνήσεις που αγοράζουν πολεμικό υλικό από τη Ρωσία», επισημαίνει στην «Κ» ο σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού Ν. Κατσίμπρας και τονίζει ότι «οι σημερινές δηλώσεις του Μίτσελ στο Κογκρέσο ήταν κατηγορηματικές και επιβεβαιώνουν ότι η αγορά S-400 από την Τουρκία θα προκαλέσει την αντίδραση των ΗΠΑ πλήττοντας το μέλλον των εξοπλιστικών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης και της συμφωνίας για F-35». Μέλη του Κογκρέσου έχουν πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση με τη βοήθεια του Hellenic American Leadership Council.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Στέφανου Κωνσταντινίδη

Και ξαφνικά ανακάλυψαν για πολλοστή φορά τα χημικά του Άσαντ! Και να ήταν αλήθεια, κάτι που δεν γωνιάζει με τη λογική, αφού δεν θα είχε κανένα λόγο να τα χρησιμοποιήσει σε μια στιγμή που κερδίζει τον πόλεμο, ποιος πιστεύει τους Αμερικανοδυτικούς μετά τα τόσα ψέματα που είπαν για τα χημικά όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ και αυτά του Καντάφι που δεν βρέθηκαν ποτέ;

Τα χημικά όπλα του Άσαντ –το παραμύθι δηλαδή κατά πάσαν πιθανότητα ή κάποια προβοκάτσια– είναι προπέτασμα καπνού για να κρύψουν τα εσωτερικά τους προβλήματα.

Ο Τραμπ για να ξεχαστεί η έρευνα σε βάρος του από το FBI που έφτασε μέχρι να ερευνήσει το γραφείο του δικηγόρου του, αλλά και τα άλλα ευτράπελα της πολιτικής του, η Τερέζα Μέι για να ξεχάσουν οι Βρετανοί την ανικανότητά της να χειριστεί το Brexit και τα άλλα εσωτερικά της προβλήματα και ο μικρός Ναπολέοντας του Παρισιού, ο Μακρόν, για να ξεχαστούν οι απεργίες που δονούν τη Γαλλία λόγω της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του. Οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν μεγάλα συμφέροντα με τη Ρωσία και σιγά-σιγά σκάνε μύτη στους Αμερικανούς, παρακολουθούν μουδιασμένοι.

Ούτως ή άλλως οι πύραυλοι ποτέ δεν ήταν όπλο αποτελεσματικής πολιτικής αν δεν ακολουθούνταν από στρατιωτική επέμβαση πεζοπόρων τμημάτων, όπως έδειξαν η Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, η Λιβύη και μια σειρά από άλλα παραδείγματα. Τι επιδιώκουν λοιπόν οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, αφού σίγουρα δεν είναι διατεθειμένοι να στείλουν στρατεύματα στη Συρία; Μια επίδειξη δύναμης, μια προσπάθεια ταπείνωσης του Πούτιν και του Ιράν, μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν το Ισραήλ και τέλος, ίσως το κυριότερο, να δηλώσουν παρόντες σε μια τελική διευθέτηση του συριακού προβλήματος, να προωθήσουν με άλλα λόγια τα πιόνια τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να μην αφήσουν την πρωτοβουλία στη Μόσχα.

Για τα δικά τους τελικά γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα, σκυλεύουν ακόμη μια φορά πάνω στο πτώμα της Συρίας. Στην αρχή εξόπλισαν μέσω Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας τους τζιχαντιστές, για να ανατρέψουν τον Άσαντ, το παιγνίδι δεν τους βγήκε και τώρα, για να μην πέσει η Συρία κάτω από την απόλυτη επιρροή της Ρωσίας και του Ιράν, παίζουν τα τελευταία χαρτιά τους πάνω στο πτώμα της.

Φυσικά ούτε ο Άσαντ είναι αθώος, ένας δικτάτορας είναι, αλλά η δαιμονοποίησή του δεν έχει όρια, από αυτούς που αγιοποιούν άλλα διεφθαρμένα αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής. Διότι, ως γνωστόν, υπάρχουν οι καλοί δικτάτορες όταν εξυπηρετουν τα συμφέροντα των Αμερικανών και των Δυτικών και αγοράζουν τα όπλα τους και οι κακοί δικτάτορες που αρνούνται να τους εξυπηρετήσουν και ακόμη χειρότερο συνάπτουν και συμμαχίες με τη Μόσχα. Ούτε φυσικά και οι Ρώσοι είναι αθώες περιστερές, και αυτοί τα δικά τους συμφέροντα εξυπηρετούν και γι΄αυτό προχωρούν σε ανίερες συμμαχίες με τον Ερντογάν και του παραδίδουν τους Κούρδους.

Όλοι, σε τελευταία ανάλυση, ασέλγησαν και ασελγούν πάνω στο πτώμα της Συρίας. Όμως την κύρια ευθύνη και για την κατάσταση στη χώρα αυτή, αλλά και τις άλλες χώρες της περιοχής, τη φέρει η Δύση που έσπειρε, από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου και μετά, διχόνοια και καταστροφή για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα. Αυτή η Δύση της αποικοκρατίας που δημιούργησε τεχνητά σύνορα και νέα κράτη από φεουδάρχες που τους ανακήρυξε βασιλιάδες, με τους οποίους μοιράστηκε και μοιράζεται το μάννα του πετρελαϊκού πλούτου της περιοχής.

Επτά χρόνια πόλεμος στη Συρία για τη δημοκρατία και την ελευθερία, όπως έλεγαν, και το μόνο επίτευγμά τους είναι η καταστροφή της χώρας και η ανάδειξη του φανατικού ισλαμισμού των τζιχαντιστών. Με το ίδιο πρόσχημα να εισαγάγουν τη δημοκρατία στους ιθαγενείς έσπειραν την καταστροφή στο Ιράκ και τη Λιβύη, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια πρόσφυγες. Πατούν επί πτωμάτων για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους και προσπαθούν να εξαπατήσουν τη διεθνή κοινή γνώμη περιτυλίγοντας τα επικοινωνιακά με τις έννοιες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, μεταμεσημβρινές ώρες της Πέμπτης, δεν έχουν ακόμη πέσει οι αμερικανικοί πύραυλοι πάνω στη Συρία. Αναμένονται… Ίσως στα παρασκήνια να γίνονται ύστατες προσπάθειες για να περιοριστεί η σύγκρουση Μόσχας – Δυτικών, ίσως για να δοθεί χρόνος στους Ρώσους να μετακινηθούν από τα σημεία που θα πληγούν. Αν και στο τελευταίο tweet του ο Πρόεδρος Τραμπ λέει, τώρα, πως οι επιθέσεις μπορεί και να μη γίνουν! Όπως αναφέρει στο νέο tweet του: «Ποτέ δεν είπα πότε θα γίνει επίθεση στη Συρία» για να προσθέσει πως αυτό μπορεί να συμβεί «σύντομα ή και καθόλου σύντομα».

Σε κάθε περίπτωση Ελλάδα και Κύπρος εμπλέκονται σε ό,τι συμβαίνει και θα συμβεί αφού το έδαφός τους θα χρησιμοποιηθεί για τις επιθέσεις εναντίον της Συρίας. Κι ας διαβεβαιώνει το αντίθετο ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών Νίκος Χριστοδουλίδης που νομίζει πως οι ιθαγενείς αγνοούν την ύπαρξη και τον ρόλο των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Ας επικεντρωθεί καλύτερα στο δείπνο Αναστασιάδη με τον Ακιντζί γιατί από αυτά τα δείπνα ξεκινούσε κάθε φορά και νέο χαντάκωμα του Κυπριακού. Και έτρεχε μετά ο ίδιος, ως κυβερνητικός εκπρόσωπος τότε, να μπαλώσει αυτά που προέκυπταν ως απόδειπνα!

Καιρός για μια πιο σοβαρή πολιτική και με την ελπίδα ότι δεν θα ξαναπληρώσει ο κυπριακός λαός νέες υποχωρήσεις Αναστασιάδη στο επερχόμενο δείπνο με τον Ακιντζί. Τα απόδειπνα μπορεί να αποδειχτούν ξανά πικρά, αν όχι δηλητηριασμένα. Και ο Κύπριος Πρόεδρος δεν μας έχει συνηθίσει σε μια μελετημένη, σοβαρή και αξιοπρεπή στάση σε αυτά τα δείπνα.

* O Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚκαι μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
stephanos.constantinides@gmail.com

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Απρ 2018


Διπλό «άδειασμα» στον Εμανουέλ Μακρόν από Λευκό Οίκο και Άγκυρα! Η βρετανική Βουλή στρίμωξε στη γωνία την Τερέζα Μέι

Από την Έλενα Στάθου - Ελευθερόγλου

Ρευστή παραμένει η κατάσταση σε ό,τι αφορά τη Συρία, τρεις ημέρες μετά τις πυραυλικές επιθέσεις των συμμαχικών δυνάμεων, με αφορμή την αποτρόπαια επίθεση του καθεστώτος Ασαντ με χημικά στην Ντούμα, στις 7 Απριλίου.

Οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας με τα χτυπήματα στη Συρία κατάφεραν -για λίγο- να στρέψουν την προσοχή των πολιτών τους μακριά από τις δύσκολες καταστάσεις στο εσωτερικό (βλέπε σκάνδαλα Τραμπ, Brexit και μεταρρυθμίσεις στη Γαλλία), οι οποίες ωστόσο παραμένουν.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Βρετανίδα πρωθυπουργός Τερέζα Μέι, χθες, ήρθε αντιμέτωπη με σοβαρές επικρίσεις εξαιτίας της απόφασής της να παρακάμψει το Κοινοβούλιο και να δώσει εντολή στα βρετανικά στρατεύματα να συμμετάσχουν στις επιθέσεις κατά της Συρίας, χωρίς την έγκριση των βουλευτών.

Διευκρινίσεις

Την ίδια ώρα, σάλος έχει προκληθεί από τις δηλώσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος υποστήριξε ότι ήταν εκείνος ο οποίος έπεισε τον Αμερικανό ομόλογό του για την παραμονή των στρατευμάτων των ΗΠΑ στη Συρία, πριν από τις επιθέσεις.

Οι δηλώσεις Μακρόν ανάγκασαν τον Λευκό Οίκο να ανακοινώσει εκ νέου ότι η επιθυμία του προέδρου για απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία παραμένει η ίδια, επισημαίνοντας ότι αυτό θα γίνει «το ταχύτερο δυνατόν», αλλά όχι πριν ολοκληρωθεί η αποστολή τους στην περιοχή.

Ο Εμανουέλ Μακρόν, όμως, εκτός από τον Αμερικανό πρόεδρο, ενόχλησε και την Τουρκία, καθώς υποστήριξε ότι η Αγκυρα διαχώρισε τη θέση της από τη Μόσχα στηρίζοντας τις συμμαχικές επιθέσεις.

Ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Μπεκίρ Μποζντάγκ δήλωσε ότι η Τουρκία δεν υποστηρίζει καμία χώρα σε ό,τι αφορά τη Συρία και η στάση της είναι διαφορετική από εκείνη της Ρωσίας, του Ιράν και των ΗΠΑ. Διαψεύδοντας τον πρόεδρο Μακρόν, ο Μποζντάγκ δήλωσε ότι η χώρα του είναι έτοιμη να συνεργαστεί με όποιο κράτος στηρίζει τις «σωστές αρχές». Λίγο αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου τόνισε ότι οι σχέσεις Ρωσίας - Τουρκίας είναι πολύ δυνατές για να τις διαλύσει ο Γάλλος πρόεδρος!

Την ίδια ώρα, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που συνεδρίασαν χθες στο Λουξεμβούργο, εξέφρασαν την κατανόησή τους για τις στοχευμένες επιθέσεις, αλλά έσπευσαν να ζητήσουν την επανεκκίνηση της πολιτικής διαδικασίας για τον τερματισμό της σύρραξης.

Ο Πούτιν εξοπλίζει ξανά τις δυνάμεις του Άσαντ

Την ώρα που ο πλανήτης με κομμένη την ανάσα παρακολουθεί τις εξελίξεις στο μέτωπο της Συρίας μετά τα χτυπήματα ΗΠΑ, Γαλλίας και Βρετανίας σε τρεις εγκαταστάσεις που σχετίζονται με την παραγωγή χημικών όπλων από το καθεστώς του Μπασάρ αλ Ασαντ, ο Βλαντιμίρ Πούτιν (φωτό) στέλνει ενισχύσεις στη χώρα της Μέσης Ανατολής.

Σύμφωνα με τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, τις τελευταίες ώρες δύο ρωσικά πολεμικά πλοία εθεάθησαν να περνούν τον Βόσπορο με προορισμό τη ναυτική βάση Ταρτούς της βόρειας Συρίας στη Μεσόγειο. Το πρώτο εξ αυτών, το 117 LST Orsk 148, μετέφερε 80 σοβιετικής κατασκευής άρματα μάχης BTR, φορτηγά Ramaz και ένα αντιναρκικό και υπεδάφιο ραντάρ Pelena-1, καθώς και ασθενοφόρα. Το άλλο, το κίτρινο φορτηγό πλοίο «Αλεξάντερ Τκατσένκο», μετέφερε ταχύπλοα σκάφη περιπολίας, ένα σκάφος BMK-T, που χρησιμοποιείται για κατασκευή προσωρινών γεφυρών, και αρκετά φορτηγά, όπως διακρίνονται σε φωτογραφίες που αναρτήθηκαν σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τα ρωσικά πολεμικά πλοία κατευθύνονται προς τη Συρία μετά την ανακοίνωση της Ουάσινγκτον ότι θα επιβάλει νέες κυρώσεις στη Μόσχα για τη συνεχιζόμενη στήριξή της στο καθεστώς Ασαντ.

Δημοκρατία


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Ακόμη χειρότερη και από τον Ψυχρό Πόλεμο είναι η σημερινή κατάσταση των αμερικανορωσικών σχέσεων. Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ με συνέντευξή του στο BBC, τονίζοντας ότι την περίοδο του διπολισμού ΗΠΑ -ΕΣΣΔ υπήρχαν, τουλάχιστον, κανάλια επικοινωνίας που τείνουν να εκλείψουν σήμερα.

Στην ίδια συνέντευξη, ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας αρνήθηκε ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας του, που βρίσκονται στη Συρία, έχουν αλλοιώσει τις ενδείξεις στην Ντούμα, στον χώρο όπου σύμφωνα με αμφισβητούμενες καταγγελίες εκδηλώθηκε επίθεση από το καθεστώς Ασαντ με χημικά αέρια, στις 9 Απριλίου. Επιπλέον, αμφισβήτησε ζωηρά τους ισχυρισμούς των Δυτικών περί χρήσης χημικών όπλων από τη Δαμασκό. «Δεν θέλω να είμαι αγενής με τους αρχηγούς άλλων κρατών, αλλά οι ηγέτες των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν προσκόμισαν άλλες αποδείξεις από αναφορές του Τύπου και μέσων κοινωνικής δικτύωσης», δήλωσε ο Σεργκέι Λαβρόφ.

Χθες, οι επιθεωρητές του Οργανισμού για την Κατάργηση των Χημικών Οπλων δεν κατέστη δυνατό να επισκεφθούν την Ντούμα, παρότι βρίσκονταν ήδη δύο ημέρες στη Συρία. Ο κυβερνητικός στρατός του προέδρου Ασαντ υποστήριξε ότι η κατάσταση στην περιοχή από πλευράς ασφαλείας δεν επιτρέπει ακόμη την επίσκεψη των διεθνών επιθεωρητών. Από την πλευρά τους, οι Ρώσοι έκαναν λόγο για αναζωπύρωση συγκρούσεων μεταξύ του κυβερνητικού στρατού και ενόπλων αντικαθεστωτικών στην ίδια περιοχή. Στην Ουάσιγκτον, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Σάρα Σάντερς δήλωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο νέων κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας και ότι οι σχετικές αποφάσεις θα ανακοινωθούν σύντομα. Τέλος, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν προειδοποίησε ότι, αν συνεχιστεί η ίδια επιθετική γραμμή από την Ουάσιγκτον, «θα επικρατήσει το χάος στις διεθνείς σχέσεις».


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Gideon Rachman

«Αποστολή εξετελέσθη» ήταν το λακωνικό, κοινότυπο, μήνυμα του Ντόναλντ Τραμπ, μετά τις πυραυλικές επιθέσεις στη Συρία την προηγούμενη εβδομάδα. Αλλά είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς την «αποστολή» της Αμερικής στη Συρία, πόσο μάλλον να την εκπληρώσει.

Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε ζητήματα που πρέπει να εξετάσουν οι αξιωματούχοι. Το πρώτο και πιο ειδικό είναι η χρήση χημικών όπλων. Το δεύτερο είναι το μέλλον της ίδιας της Συρίας. Το τρίτο είναι το μέλλον της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Το τέταρτο είναι η Ρωσία. Το πέμπτο είναι η θέση των ΗΠΑ ως της μοναδικής υπερδύναμης του πλανήτη.

Επισήμως, η επέμβαση στην Συρία αφορούσε μόνο το πρώτο ζήτημα, τα χημικά όπλα. Είναι χαρακτηριστικό το πόσο στενά προσδιορισμένη ήταν η αποστολή. Οι επιθέσεις είχαν σαν στόχο να στείλουν ένα μήνυμα για την αποφασιστικότητα και την σημασία της Δύσης, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο εμπλοκής σε έναν ευρύτερο πόλεμο.

Αυτό το αντιφατικό μήνυμα σημαίνει πως κανένα από τα ευρύτερα ζητήματα στην Συρία δεν πρόκειται να επιλυθεί σύντομα. Ο πόλεμος θα συνεχιστεί, με όλες τις φρικιαστικές ανθρωπιστικές συνέπειες. Ο κίνδυνος να κλιμακωθεί σε μια πιο ευρεία σύγκρουση παραμένει.

Υπάρχει κάτι το ιδιόμορφο στην εμμονή της Δύσης για τα χημικά όπλα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν πεθάνει στη Συρία. Ελάχιστοι από αυτούς ήταν θύματα επίθεσης με χημικά όπλα. Μήπως τελικά το μήνυμα είναι πως δεν πειράζει αν σκοτώνονται Σύροι, αρκεί να μην γίνεται με ένα συγκεκριμένο είδος όπλου; Υπάρχει ο κίνδυνος ο πρόεδρος Μπασάρ αλ Άσαντ να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα.

Το επιχείρημα πως τα χημικά όπλα απαιτούν ειδική μεταχείριση βασίζεται στο ότι απαγορεύονται από τις διεθνείς συνθήκες. Αν η απαγόρευση αυτή αγνοηθεί, οι πόλεμοι θα μπορούσαν να λάβουν τρομακτικές διαστάσεις. Η διεθνής απαγόρευση της χρήσης χημικών όπλων είναι ένας από τους κανόνες που συγκροτούν το «διεθνές σύστημα κανόνων» που η Δύση δηλώνει αποφασισμένη να προστατεύσει.

Αλλά ακόμα και αν τα χημικά όπλα πρέπει όντως να αντιμετωπίζονται ως κάτι πιο σημαντικό από τις υπόλοιπες φρικαλεότητες που έχουν χρησιμοποιηθεί στη Συρία – τους θαλάμους βασανιστηρίων, τις βόμβες-βαρέλι και τα συμβατικά πυροβόλα όπλα - δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσον η στρατιωτική δράση αυτού του Σαββατοκύριακου θα σταματήσει την χρήση τους. Οι επιθέσεις τις κυβέρνησης Τραμπ την προηγούμενη χρονιά δεν κατάφεραν να πετύχουν τον στόχο αυτό.

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, το μέλλον της Συρίας, η πολιτική των ΗΠΑ δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση από ότι κατά την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα. Ο κ. Τραμπ υποστήριζε ότι ο μόνος σημαντικός στόχος είναι η ήττα του ISIS. Μόλις μερικές ημέρες πριν την επίθεση με χημικά όπλα, ο πρόεδρος μέχρι που ανακοίνωσε ότι θέλει ν αποχωρήσουν από τη Συρία όλοι οι Αμερικανοί στρατιώτες. Λίγες ημέρες αργότερα, έδωσε την έγκριση για στρατιωτική επίθεση.

Η πραγματικότητα ωστόσο παραμένει πως οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους δεν θα καταβάλλουν συντονισμένες προσπάθειες για να ρίξουν τον κ. Άσαντ. Κατανοούν τους στρατιωτικούς κινδύνους που ενέχει μια δυτική επέμβαση και φοβούνται ότι το καθεστώς Άσαντ μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι χειρότερο.

To αποτέλεσμα είναι πως η πορεία του πολέμου στην Συρία δύσκολα θα αλλάξει, με την συριακή κυβέρνηση να ανακτά με την στήριξη της Ρωσίας και του Ιράν τον έλεγχο της χώρας.

Μια νίκη της συριακής κυβέρνησης μπορεί τουλάχιστον να οδηγήσει στο τέλος του πολέμου. Αλλά αρκετές τοπικές δυνάμεις είναι δυσαρεστημένες με τον διαφαινόμενο πολιτικό συμβιβασμό, κάτι που σημαίνει ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν αντάρες ή θα παρέμβουν οι ίδιες.

Ειδικότερα, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία έχουν ανησυχήσει από την αυξανόμενη επιρροή του Ιράν στη Συρία. Την περασμένη εβδομάδα, το Ισραήλ βομβάρδισε μια ιρανική βάση εντός της Συρίας. Εν τω μεταξύ, η τουρκική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αποτρέψει την δημιουργία ενός κουρδικού θύλακα στο συριακό έδαφος. Από την στιγμή που οι Κούρδοι είναι σημαντικοί Αμερικανοί σύμμαχοι, αυτό έχει οδηγήσει σε μια σύγκρουση των Τούρκων με κουρδικές δυνάμεις που στηρίζονται από τις ΗΠΑ. Όλα αυτά τα αντικρουόμενα τοπικά συμφέροντα σημαίνουν πως δεν θα υπάρξει σύντομα ειρήνη στη Συρία.

Η επέμβαση της Ρωσίας εκ μέρους της κυβέρνησης Άσαντ έχει επίσης αυξήσει τις πιθανότητες μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε αμερικανικές και ρωσικές δυνάμεις. Λίγο πριν τις επιθέσεις των ΗΠΑ στη Συρία, η ρωσική τηλεόραση εξέδωσε καταστροφολογικές προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού πολέμου. Όπως αποδείχθηκε, οι επιθέσεις των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας ήταν προσεκτικά σχεδιασμένες για να ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα να σκοτωθούν Ρώσσοι.

Σε κάθε περίπτωση, είναι ξεκάθαρο πως οι εντάσεις ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση κλιμακώνονται και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Δύσης αναμένουν πως τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα τους ερχόμενους μήνες. Ωστόσο, δεδομένου του κινδύνου μιας κανονικής στρατιωτικής σύγκρουσης, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους θα προσπαθήσουν να μην κάνουν τη Συρία το κεντρικό μέτωπο σε οποιαδήποτε κόντρα με το Κρεμλίνο.

Αντίθετα, οι προσπάθειες της Δύσης θα συνεχίσουν να εστιάζουν σε οικονομικές κυρώσεις σαν και αυτές που επέφεραν μεγάλο πλήγμα στο ρούβλι και στη ρωσική χρηματιστηριακή αγορά την προηγούμενη εβδομάδα.

Η μάχη με τη Ρωσία υπογραμμίζει τον βαθμό στον οποίο η Συρία έχει μετατραπεί σε ένα κρίσιμο τεστ για την ισχύ των ΗΠΑ. Η αποτυχία του κ. Ομπάμα να διαφυλάξει την κόκκινη γραμμή για την χρήση χημικών όπλων στη Συρία ερμηνεύτηκε σε όλο τον κόσμο ως μια ένδειξη της υποχώρησης της Αμερικής. Είναι εν μέρει για το λόγο αυτό που το κατεστημένο της Ουάσιγκτον ήθελε να δει την κυβέρνηση Τραμπ να αναλαμβάνει δράση τη φορά αυτή.

Αλλά καθώς θα γίνεται ξεκάθαρο πως οι πυραυλικές επιθέσεις αυτού του Σαββατοκύριακου έκαναν ελάχιστα για να αλλάξουν την πορεία του συριακού πολέμου, τόσο θα ξεθωριάζει η συμβολική τους σημασία.

Εν τω μεταξύ, υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως η Αμερική του κ. Τραμπ είναι ένας απρόβλεπτος και χαοτικός εταίρος. Ένας βομβαρδισμός της Συρίας κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό, ούτε και την αίσθηση πως φθίνει η ισχύς των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
Euro2day


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Γιώργου Χαρβαλιά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίγειο θέατρο πολέμου στην Συρία έχει εξελιχθεί σε πεδίο δράσης διαφόρων ομάδων επιδοτούμενων «ισλαμοκανίβαλων», ποικίλων αποχρώσεων, που αγωνίζονται να εξασφαλίσουν γεωγραφικούς τομείς επιρροής, αν όχι κατοχής.

Μία ακόμη μεγάλη και σοβαρή χώρα της Μέσης Ανατολής έχει ντε φάκτο διαμελιστεί. Και οι λεγόμενες «μεγάλες δυνάμεις» του πλανήτη κατατρώνε τις σάρκες της, δημιουργώντας στρατιές προσφύγων για να εξασφαλίσουν το μερτικό τους.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι σε όλη αυτή την χαοτική κατάσταση η μοναδική «συνεννοήσιμη» συνιστώσα για τον πολιτισμένο κόσμο είναι η αμυνόμενη κυβερνητική παράταξη του Μπασάρ Αλ Ασαντ. Του ηγέτη δηλαδή που βάλθηκαν να ανατρέψουν με το ζόρι οι αρχιτέκτονες της ολέθριας «Αραβικής Ανοιξης», όπως ακριβώς τον Μουμπάρακ, τον Καντάφι και τον Σαντάμ, χωρίς να συνυπολογίσουν, ούτε στο ελάχιστο τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό και το αντιδυτικό μένος των δυνάμεων που αναδείχθηκαν ως «διάδοχη κατάσταση».

Η πυραυλική επίθεση «τιμωρίας» των…ανθρωπιστικών κυβερνήσεων της Δύσης ήταν πρωτίστως μία κίνηση συμβολικής σημασίας. Ένα χτύπημα…μούφα, που θα έλεγαν και τα πιτσιρίκια, με μια αφορμή επίσης…μούφα, καθώς στο Συριακό κολαστήριο είναι πολύ σχετικό το ποιος κάνει χρήση όπλων μαζικής εξόντωσης.

Δυστυχώς ο Τράμπ μέσα στην αγωνία του να αποδείξει ότι δεν στήριξε την εκλογή του σε «ρωσικό δάκτυλο», υπέκυψε στις επιταγές του στρατιωτικο-διπλωματικού κατεστημένου των ΗΠΑ, που εξακολουθεί να ελέγχεται από το σύστημα Κλίντον, αλλά και των μεγάλων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης που εμφορούνται από άκρως εχθρικές προς τη Μόσχα αντιλήψεις «παγκοσμιοποίησης» τύπου Σόρος.

Ευτυχώς, από την άλλη πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν τόλμησε να τραβήξει το σχοινί με μία γενικευμένη επίθεση κατά ρωσικών στρατιωτικών στόχων, καθώς έχει αντιληφθεί ότι ο Πούτιν δεν αστειεύεται.

Το τραγικό της ιστορίας είναι όλη αυτή η ανατροφοδότηση μιας άκρως ψυχροπολεμικής ατμόσφαιρας από τον γερμανοκρατούμενο εσμό των Βρυξελλών, όλους αυτούς τους υπαλλήλους της Καγκελαρίας και φυσικά την ίδια (και απαράλλαχτη) γερμανική ηγεσία. Στην παγίδα, ως μη όφειλε, εκτός από την αδύναμη (και εν πολλοίς ασήμαντη) Γαλλία έπεσε και η Βρετανία σε μια προσπάθεια να εξιλεωθεί, για το Brexit παρότι η συντριπτική πλειονότητα των Βρετανών τάσσεται ξεκάθαρα κατά της ανάμιξης στη Συρία.

Είναι πολύ επικίνδυνη η αναχρονιστική αναβίωση της «Ρωσοφοβίας» που λανσάρουν πρωτίστως οι Γερμανοί και μάλιστα για μία υπόθεση, όπως αυτή της Συρίας όπου οι Ρώσοι σίγουρα δεν αποτελούν τον «αποσταθεροποιητικό παράγοντα». Δεν φταίει ο Πούτιν για όλα τα δεινά του πλανήτη. Ελεος πλέον…

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Διχασμένη εμφανίστηκε για μια ακόμη φορά η ΕΕ, απέναντι στι ρωσικές πρωτοβουλίες στη Συρία, τις πολιτικές χρήση «χημικών του Άσαντ» αλλά και την ισχυρή προυσία του Ιράν στην εμπόλεμη χώρα.

Στην κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε το Σάββατο εξ ονόματος και των 28 μελών της Ε.Ε. από την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Federica Mogherini υπογραμμίζεται ότι πρέπει «να λογοδοτήσουν» οι υπεύθυνοι για εγκλήματα πολέμου. Ωστόσο η απόφαση δεν κάλυψε την αεροπορική απόφαση της συμμαχίας. Η στάση αυτή «δεν αποτελεί έκπληξη», εξήγησε μια ευρωπαϊκή πηγή.

Οι 28 χώρες είναι διχασμένες: Από την μία η Γαλλία και η Βρετανία που συμμετείχαν στις επιδρομές, από την άλλη οι ουδέτερες και μεταξύ αυτών δύο μέλη του ΝΑΤΟ, πολλά εκ των οποίων έχουν διαφορετική άποψη για τα πλήγματα. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση της Ιταλίας η οποία διαβεβαίωσε ότι πρόκειται «για μια περιορισμένη δράση (…) η οποία δεν θα αποτελέσει την αρχή μιας κλιμάκωσης».

Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι αντίθετες στα πλήγματα καθώς φοβούνται την αντίδραση του Ρώσου προέδρου, Vladimir Putin στενού συμμάχου του Bassar Al Assad.

«Η Ε.Ε. πρέπει να παραμείνει ενωμένη. Πρέπει να αποφύγουμε κάθε χώρα να διεξάγει αυτόνομη πολιτική απέναντι στη Μόσχα. Είναι σημαντικό για την ύπαρξη της Ε.Ε.», τόνισε Ευρωπαίος αξιωματούχος που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Ουθεσίες έχουν ακουστεί και σο παρελθόν χωρίς όμως να οδηγηθεί η ένωση σε μια πραγματικά «κοινή» πολιτική Εξωτερικών και Άμυνας.

Στη διάρκεια της συνόδου τους στο Λουξεμβούργο οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε. προσπάθησαν απλά να συμφωνήσουν για την πολιτική που θα ακολουθήσουν απέναντι στη Μόσχα προκειμένου να βρεθεί μια λύση για τον πόλεμο στη Συρία και να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν να κινούνται παράλληλα με τις ΗΠΑ στο ζήτημα της αύξησης των κυρώσεων στο Κρεμλίνο και τους συνεργάτες του.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτό τον τρόπο. Πρέπει να αυξήσουμε την πίεση στη Ρωσία για να την αναγκάσουμε να αλλάξει στάση. Αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να λυθεί το ζήτημα της συριακής κρίσης» δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Haiko Maas, ενώ διατύπωσε και επικρίσεις κατηγορώντας την Μόσχα μεταξύ άλλων για μια κυβερνοεπίθεση εναντίον του υπουργείου του και για μια σειρά άλλων πράξεων.

«Πρέπει να ελπίσουμε τώρα ότι η Ρωσία θα κατανοήσει ότι μετά τη στρατιωτική απάντηση (…) πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να προωθήσουμε μια πολιτική διαδικασία στη Συρία, η οποία θα επιτρέψει την έξοδο από την κρίση. Η Γαλλία είναι διατεθειμένη να εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση», επεσήμανε από την πλευρά του ο Γάλλος ομόλογός του Jean Yves Ledrian.

Γερμανική μεταβολή απέναντι στη Μόσχα;

Ο Maas, Σοσιαλδημοκράτης πολιτικός που όμως τηρεί σκληρότερη γραμμή έναντι της Ρωσίας απ’ ό,τι άλλα στελέχη του SPD, δήλωσε επίσης στο πρώτο κανάλι της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ARD ότι η Μόσχα γίνεται ένας όλο και πιο «δύσκολος εταίρος», προσθέτοντας πάντως πως το Βερολίνο έχει δεσμευθεί να συνεχίσει τον διμερή διάλογο, ειδικά σε ό,τι αφορά την κρίση στη Συρία.

«Είναι καιρός, νομίζω, να επισημάνουμε ότι περιμένουμε εποικοδομητική συμβολή από ρωσικής πλευράς, συμπεριλαμβανομένης και της σύρραξης στη Συρία. Και επίσης ότι δεν θα προστατεύει απλά τον Σύρο πρόεδρο Bassar Al Assad πάντα», ανέφερε.

Η Ρωσία έχει διαψεύσει επανειλημμένα ότι αποπειράθηκε να επηρεάσει την έκβαση εκλογικών αναμετρήσεων σε δυτικές χώρες, ενώ αντιμετώπισε με χλεύη τον ισχυρισμό ότι βρισκόταν πίσω από την κυβερνοεπίθεση στη Γερμανία. Αρνήθηκε επίσης ότι είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στην επίθεση εναντίον του Ρώσου πρώην διπλού πράκτορα Sergei Scripal και της κόρης του στο έδαφος της Βρετανίας.

Ant;iueta, o πρόεδρος της Γερμανίας Frank Walet Steinmayer, -επίσης στέλεχος του SPD και πρώην επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας- σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε την Κυριακή προειδοποίησε εναντίον της δαιμονοποίησης της Ρωσίας κι επισήμανε πως η χώρα του έχει ιδιαίτερο ρόλο να διαδραματίσει ως προς τη συνέχιση του διαλόγου με τη Μόσχα, με δεδομένη την ιστορία της. Ο ίδιος είπε στην Bild am Sonntag ότι τον ανησυχεί η «καλπάζουσα αποξένωση ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση» και προέτρεψε τους Γερμανούς πολιτικούς να αποφεύγουν να παρουσιάζουν τη ρωσική κυβέρνηση και τον ρωσικό λαό ως τον εχθρό.

Ο Maas από την πλευρά του απηύθυνε έκκληση να υπάρξει νέα διεθνής προσπάθεια για να τερματιστεί ο πόλεμος στη Συρία, ενώ σημείωσε πως το Βερολίνο θα πρέπει να αξιοποιήσει τη σχέση του με τη Μόσχα για να εξασφαλίσει ότι η Ρωσία θα διαδραματίσει «εποιkοδομητικό» ρόλο.

«Είτε μας αρέσει είτε όχι, η σύρραξη στη Συρία δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς τη Ρωσία», επισήμανε.

Η Γερμανία, η οποία βασίζεται στη Ρωσία για την προμήθεια του ενός τρίτου του αερίου που καταναλώνει σε ετήσια βάση, βαδίζει εδώ και καιρό σε μια λεπτή γραμμή όσον αφορά τη σχέση της με τη Μόσχα: πίεσε να συνεχίσουν να της επιβάλλονται κυρώσεις εξαιτίας της στάσης της στην Ουκρανία και στην ανατολική Ουκρανία, αλλά ταυτόχρονα συνεχίζει τον διάλογο και τις εμπορικές συναλλαγές μαζί της.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Ανδρέα Ματζάκου 

Τα ξημερώματα της 14ης Απριλίου, ΗΠΑ, Γαλλία και Αγγλία προσέβαλλαν με πυραύλους που εκτοξεύτηκαν από πλοία και αεροπλάνα, τρεις στόχους στην Συρία, σε αντίποινα για την φερόμενη με χημικά όπλα επίθεση που έγινε στις 7 Απριλίου στην πόλη Ντούμα, 10 χιλιόμετρα από την Δαμασκό. Ο πρόεδρος Πούτιν της Ρωσίας είπε ότι η επίθεση δεν θα περάσει χωρίς συνέπειες, ενώ τόνισε το ότι αυτή έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του ΟΗΕ.

Όλο δε το διάστημα που μεσολάβησε από την 7η μέχρι και την 14η Απριλίου, ΗΠΑ και Ρωσία αντάλλαξαν αιχμηρές δηλώσεις θυμίζοντας την εποχή του ψυχρού πολέμου και την κρίση της Κούβας του 1962.

Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, πόσο πιθανή είναι μια απ’ ευθείας σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, εξ’ αιτίας του ψυχροπολεμικού κλίματος που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους λόγω του πολέμου στην Συρία;

Η θέση του άρθρου είναι ότι ΗΠΑ και Ρωσία είναι Μεγάλες Δυνάμεις και ορθολογικοί δρώντες, δηλαδή υπολογίζουν την σχέση κόστους/οφέλους των επιλογών τους στην εξωτερική πολιτική, στην δε Συρία, δεν διακυβεύονται ζωτικά τους συμφέροντα. Συνεπώς δεν είναι πιθανή μια μεταξύ τους θερμή αντιπαράθεση. Στην αρχή του άρθρου θα ορισθεί η έννοια της μεγάλης δυνάμεως, θα αναλυθούν τι συμφέροντα διακυβεύονται για ΗΠΑ και Ρωσία στην Συρία. Στη συνέχεια θα αναφερθούν οι περιοχές στις οποίες διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα για ΗΠΑ και Ρωσία και, το άρθρο θα κλείσει με επίλογο.

Η έννοια της Μεγάλης Δυνάμεως

Για το άρθρο, οι ΗΠΑ και η Ρωσία θεωρούνται Μεγάλες Δυνάμεις υπό την έννοια ότι διαθέτουν επαρκή στρατιωτική ισχύ ώστε μια μεταξύ τους αναμέτρηση με συμβατικές δυνάμεις να αφήσει και τις δυο σοβαρά εξασθενημένες και σε χειρότερη κατάσταση από ότι ήταν πριν την μεταξύ τους εμπλοκή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, για να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο όπως γράφει ο Edward Carr στο έργο του «Η Εικοσαετής Κρίση,’’ συμβάλλουν στην διεθνή τάξη περιορίζοντας τους μεταξύ τους πολέμους ακολουθώντας μια γενική συνεννόηση και σεβόμενες η μια τις σφαίρες επιρροής της άλλης.

Συμφέροντα ΗΠΑ που διακυβεύονται στη Συρία

Για τις ΗΠΑ δεν διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα στην Συρία. Δηλαδή δεν απειλείται ούτε η ασφάλεια ούτε και η εδαφική ακεραιότητα των ΗΠΑ από τις επιχειρήσεις στην Συρία. Ακόμη και η Μέση Ανατολή έπαψε να έχει την στρατηγική σημασία που είχε για τις ΗΠΑ την δεκαετία του 90. Τότε η ίδια η ισχύς των ΗΠΑ εξηρτάτο από την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου προς αυτές, οπότε η εξασφάλιση σταθερής ροής του πετρελαίου από την Μέση Ανατολή προς τις ΗΠΑ και την δυτική συμμαχία γενικότερα, αποτελούσε ζωτικό συμφέρον για τις ΗΠΑ. Χωρίς καύσιμα, δεν μπορούσε να λειτουργήσει η στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ, ούτε να υπάρξει βιομηχανική παραγωγή. Οι ΗΠΑ εισάγουν πλέον πετρέλαιο από πολλές χώρες, ενώ από το 2005 και μετά, ασχολήθηκαν σοβαρά με την εγχώρια παραγωγή από σχιστολιθικά πετρώματα. Το 2017, οι ΗΠΑ παρήγαγαν 9,3 εκατ βαρέλια/ημέρα από εγχώριες πηγές ενώ κατανάλωναν 19,8 εκατ βαρέλια/ημέρα.

Στον Πίνακα 1, φαίνεται η φθίνουσα ποσότητα πετρελαίου που οι ΗΠΑ εισάγουν την τελευταία πενταετία από τις χώρες του Κόλπου (Βλέπε Πίνακα 1- Εισαγωγές Αργού Πετρελαίου από ΗΠΑ)


Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση Ομπάμα απέσυρε τον όγκο των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ το 2011 συμφώνως και με τις προεκλογικές της εξαγγελίες, σε μια προσπάθεια αποδεσμεύσεως της χώρας από την Μέση Ανατολή συνολικότερα. Βεβαίως οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να επανέλθουν στην Συρία το 2014, όταν συμμάχησαν με την Κουρδο-αραβική συμμαχία γνωστή ως SDF (Syrian Democratic Forces), προκειμένου να καταπολεμηθεί το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) και η κυβέρνηση των ΗΠΑ να παρουσιάσει απτά αποτελέσματα στον πόλεμο της κατά της τρομοκρατίας, χωρίς μάλιστα την ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος σε μάχιμες αποστολές.

Συμφέροντα Ρωσίας που διακυβεύονται στη Συρία

Ούτε για την Ρωσία διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα στην Συρία. Η Ρωσία ανέπτυξε αεροπορικές κυρίως δυνάμεις στην Συρία τον Σεπτέμβριο του 2015, θέλοντας να αφήσει πίσω της την φήμη μιας ανίσχυρης διαδόχου της ΕΣΣΔ και να δείξει στην διεθνή κοινότητα ότι επανακάμπτει με αποφασιστικότητα στην διεθνή σκακιέρα. Ήθελε επίσης να δείξει στις ΗΠΑ ότι πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν τους τις θέσεις της στους όποιους σχεδιασμούς τους στην Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτό, η Ρωσία υποστηρίζει τον Ασαντ που αποτελεί την νόμιμη κυβέρνηση της Συρίας, ώστε να εξασφαλίσει την παρουσία της στην παραλιακή ζώνη, με την ναυτική βάση στην Ταρσό και την αεροπορική στην Λατάκεια. (Βλέπε Χάρτη 1- Ζώνες Επιρροής ΗΠΑ-Ρωσία-Ιράν- Τουρκίας, Μπλέ Βέλη)


Σε όλη την διάρκεια του πολέμου υποστήριξε τις κυβερνητικές δυνάμεις από αέρος προκειμένου να ανακαταλάβουν εδάφη που κατείχαν αντικαθεστωτικοί και αντάρτες του ΙΚ. Σ’ ένα δε επόμενο βήμα, στην διάρκεια του 2017, συγκάλεσε αρκετούς γύρους συνομιλιών με σχεδόν όλους τους εμπλεκομένους στον πόλεμο, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, είτε στην Αστάνα του Καζακστάν, είτε στην Ρωσία. Σκοπός της ήταν να δείξει ότι έχει την δυνατότητα να συντονίζει την επίλυση σοβαρών διεθνών προβλημάτων, και μάλιστα εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ. Στην προσπάθεια της αυτή στον διπλωματικό τομέα, ήρθε να προστεθεί και ένας γάμος συμφέροντος με την Τουρκία εκμεταλλευόμενη τις Νέο-Οθωμανικές φιλοδοξίες της τελευταίας, δημιουργώντας ευκαιρία για να επιφέρει διάσπαση της νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Περιοχές ζωτικού ενδιαφέροντος για ΗΠΑ και Ρωσία

Για τις ΗΠΑ, τα προσεχή χρόνια η προσοχή τους θα στραφεί στην αντιμετώπιση της Κίνας. Η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη οικονομία στον κόσμο, πρώτη είναι η οικονομία των ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν αρκεί για να την κάνει να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της Αμερικής. Αυτό θα γίνει όταν θα έχει αποκτήσει την απαιτούμενη τεχνολογία ώστε να μετατρέψει την οικονομική της ευχέρεια σε στρατιωτική υπεροχή. Οι ΗΠΑ έχουν ζωτικό συμφέρον να μην την αφήσουν να το πραγματοποιήσει, κάτι το οποίο πάντως φαίνεται αναπόφευκτο την προσεχή δεκαετία, με τα σημερινά στοιχεία. Η Κίνα διαθέτει σήμερα το 2,1% του ΑΕΠ της για σκοπούς Έρευνας και Αναπτύξεως (Research & Development) έναντι του 2,75% των ΗΠΑ, αλλά το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ποσοστό αυτό για την Κίνα το 1990, ήταν 0,7%. Ένα άλλο επίσης σημαντικό στοιχείο που αποδεικνύει ότι η Κίνα κλείνει το τεχνολογικό χάσμα που την χωρίζει από τις ΗΠΑ είναι ο αριθμός των ερευνητών που παράγεται από την τριτοβάθμια εκπαίδευση των δυο χωρών. Η Κίνα έχει κάνει τεράστια βήματα από το 1996 και μετά. (Βλέπε Πίνακα 2-Αριθμός Ερευνητών σε ΗΠΑ-Κίνα)

Για την δε Ρωσία, η κρίση που προκλήθηκε στην Ουκρανία το 2014 με κατάληξη την απομάκρυνση του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς και η πρόθεση του νυν Προέδρου της Ποροσένκο να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ, είναι φλέγοντα ζητήματα. Ο Ποροσένκο τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, έστειλε επίσημη επιστολή στον ΓΓ του ΝΑΤΟ, ζητώντας Οδικό Χάρτη για την είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ (Membership Action Plan, είναι το τελευταίο στάδιο προ της εισδοχής μιας χώρας στην Συμμαχία) Πιθανή είσοδος της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ θα σήμαινε ότι τα σύνορα της Δύσεως έφτασαν πλέον στην Ρωσία, αποστερώντας της ζωτικό χώρο απαραίτητο για την άμυνά της. (Βλέπε Χάρτη 2–Πεδινός Διάδρομος Ευρώπης)

Γιατί θα συνέβαινε αυτό; Διότι η περιοχή που περιέχεται μέσα στην μαύρη έλλειψη, είναι ο πεδινός διάδρομος της Ευρώπης που επιτρέπει την ανάπτυξη μηχανοκινήτων και τεθωρακισμένων μονάδων. Είναι ακριβώς οι περιοχές που χρησιμοποίησαν τόσο οι Στρατιές του Μεγάλου Ναπολέοντα για την προέλαση τους προς το Μποροντίνο, στα περίχωρα της Μόσχας το 1812, όσο και του Χίτλερ στον Β’ΠΠ για να εισβάλλουν στη Ρωσία. Τα κόκκινα παραλληλόγραμμα δείχνουν τους ορεινούς όγκους της Ευρώπης, από αριστερά προς τα δεξιά Πυρηναία, Άλπεις, Καρπάθια, που δυσκολεύουν τις επιχειρήσεις χερσαίων δυνάμεων. Πλέον αυτού, τίθεται σε κίνδυνο όλο το εγχείρημα με την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 (Βλέπε Χάρτη 2, Μπλέ Κύκλος), στην Σεβαστούπολη της οποίας είναι η έδρα του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας.


Επίλογος

ΗΠΑ και Ρωσία δεν έχουν συμφέρον να έρθουν σε απ’ ευθείας σύγκρουση για την Συρία, χάνοντας την θέση που κατέχουν στον διεθνή καταμερισμό ισχύος, αφήνοντας την Κίνα να κυριαρχήσει στο άμεσο μέλλον στην Ευρασία. Και οι δυο χώρες έχουν κατοχυρώσει τις θέσεις τους σε ζώνες επιρροής, από τις οποίες όχι μόνον έχουν λόγο για το τελικό καθεστώς της Συρίας, αλλά και έχουν την δυνατότητα να προωθήσουν τα δευτερεύοντα συμφέροντα τους στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. (Βλέπε Χάρτη 1-Ζώνες Επιρροής) Η Αμερική με την παρουσία της στις κουρδικές περιοχές στον βορρά και στα σύνορα με το Ιράκ, θέλει να περιορίσει την επιρροή του Ιράν στην Συρία προστατεύοντας τον καλύτερο σύμμαχο της στην περιοχή, το Ισραήλ. Για το Ισραήλ, το Ιράν αποτελεί υπαρξιακή απειλή. Σε αυτήν την επιδίωξη της Αμερικής δε, δεν έχει αντίρρηση η Ρωσία.

Άλλωστε τον Σεπτέμβριο του 2015, μόλις η Ρωσία ανέπτυξε δυνάμεις στην Συρία, οι Πούτιν και Νετανιάχου συναντήθηκαν και συμφώνησαν αμέσως στην υιοθέτηση ενός μηχανισμού συνεννοήσεως/αποκλιμακώσεως για τον τρόπο που θα επιχειρούν οι δυνάμεις τους στην Συρία. Αποτέλεσμα αυτής της συνεννοήσεως ήταν η άδεια που έχει το Ισραήλ να προσβάλλει ιρανικούς στόχους και στόχους της Χεζμπολά στο συριακό έδαφος. Η Ρωσία επιθυμεί να διατηρήσει την επιρροή στο ανατολικό τμήμα της Συρίας με τις βάσεις της στην ακτή της Μεσογείου, κάτι το οποίο φαίνεται να έχει κατανοήσει και αποδεχτεί η Αμερική. Και οι δυο χώρες κρατούν το χαρτί της αντιπαραθέσεως για περιοχές στις οποίες διακυβεύονται ζωτικά τους συμφέροντα. Για τις μεν ΗΠΑ είναι η Ασία με την πιθανή ανάδειξη της Κίνας και σε σύγχρονη στρατιωτική δύναμη, για την δε Ρωσία η ευρωπαϊκή ήπειρος και η προσέγγιση του ΝΑΤΟ στα σύνορα της.

* Ο Ανδρέας Ματζάκος είναι Απόστρατος Αξκος του ΣΞ και κατέχει MSc στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές. Είναι δόκιμος ερευνητής στον Τομέα Αμυντικών Θεμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο Απόστολος Αποστολόπουλος

Το περασμένο Σαββατοκύριακο ανατράπηκαν τα θεμέλια της σχέσης της Ρωσίας με τους «εταίρους», όπως επέμενε να αποκαλεί ο Πούτιν τις ΗΠΑ και τις άλλες δυτικές χώρες (Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία κλπ). Έως το περασμένο Σαββατοκύριακο η Δύση έβλεπε αφ’ υψηλού τη Ρωσία, ως ισχυρή χώρα, βεβαίως, αλλά όχι ισότιμη. Χαρακτηριστικά ο Μάϊκ Πομπέο, ο υποψήφιος νέος υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, δήλωσε στην Επιτροπή της Γερουσίας: η Ρωσία είναι ισχυρή, αλλά δεν είναι εξαιρετική, όπως είναι η Αμερική.

Το πεδίο ανατροπής ήταν η Συρία, αλλά οι επιπτώσεις θα φανούν αργά η γρήγορα σε όλα τα μέτωπα, από την οικονομία έως τη γεωπολιτική. Ο πόλεμος θα συνεχιστεί, αλλά ήδη η αναμέτρηση του περασμένου Σαββατοκύριακου έδωσε νικητή και ηττημένο. Οι ΗΠΑ και οι Αγγλογάλλοι σύμμαχοί τους βομβάρδισαν τη Συρία, όπως απειλούσαν και το γόητρό τους διασώθηκε. Μόνο, όμως, για όσους βλέπουν και διαβάζουν τα κατεστημένα ΜΜΕ.

Στην ουσία ούτε από τεχνική-στρατιωτική άποψη κέρδισαν, ούτε πολιτικά ενισχύθηκαν, ούτε η πλάστιγγα του πολέμου έγειρε προς την πλευρά της τριμερούς συμμαχίας. Χωρίς σύγχρονο οπλισμό, η Συρία κατάφερε να εξουδετερώσει τουλάχιστον τα δυο τρίτα των πυραύλων που έριξε εναντίον της η τριμερής συμμαχία ΗΠΑ-Αγγλία-Γαλλία.

Οι αποστάσεις της Γερμανίας

Μετά τους βομβαρδισμούς, οι τρεις επιχείρησαν να εμφανίσουν το δυτικό στρατόπεδο ενωμένο, αλλά η Γερμανία είχε ήδη χαλάσει την εικόνα. Διαφώνησε, απείχε από τους βομβαρδισμούς και εμφανίστηκε, όταν όλα είχαν τελειώσει, στην οικογενειακή φωτογραφία για να δοθεί η ψευδαίσθηση της ενότητας. Η Ιταλία έμεινε εκτός και πριν και μετά.

Πολιτικά, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της διαβεβαίωναν αγωνιωδώς τους βομβαρδισμένους (και εννοείται τους Ρώσους) πως ό,τι ήταν να γίνει έγινε και δεν θα ξαναγίνει. Πιο φοβισμένοι έδειχναν οι δυτικοί σύμμαχοι παρά οι βομβαρδισμένοι Σύριοι. Δεν έχει ξανακουστεί οι επιτιθέμενοι να πασχίζουν να διαβεβαιώσουν τους αμυνόμενους ότι δεν θα το ξανακάνουν, δεν θα ξαναβομβαρδίσουν.

Και τούτο επειδή όλα είχαν κριθεί πριν από το θερμό Σαββατοκύριακο, όταν ο επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ απευθύνθηκε στην Αμερικανίδα εκπρόσωπο λέγοντας για τους βομβαρδισμούς: «Σας εκλιπαρώ μην προχωρήσετε». Η προειδοποίηση ήταν σαφής: Μια πυρηνική δύναμη δεν εκλιπαρεί όταν δεν έχει ηττηθεί και ζητάει τον οίκτο του νικητή. Εκλιπαρεί για να μην υποχρεωθεί να αντιδράσει και γίνει ολοκαύτωμα.

Το κλειδί ήταν όχι ότι ο Πούτιν απείλησε, αλλά ότι ο Πούτιν έπεισε πως θα έριχνε πράγματι πυρηνικές βόμβες. Οι Δυτικοί τον πίστεψαν και έκαναν πίσω. Αυτό συνιστά ουσιώδη ανατροπή στους συσχετισμούς ισχύος της Ρωσίας με τους Δυτικούς. Είναι η πρώτη καθοριστική ανατροπή υπέρ της Ρωσίας μετά την πτώση της ΕΣΣΔ. Έως τώρα ο Πούτιν αποτελούσε ενόχληση αλλά όχι πραγματική απειλή.

Η ειδοποιός διαφορά

Αυτή την εντύπωση ενίσχυε η ίδια η Ρωσία που υποχωρούσε μόλις αποκτούσε υπεροχή, π.χ. όταν απέφυγε να καταλάβει τη Μαριούπολη στην Ουκρανία, ενώ κανείς δεν την εμπόδιζε. Ούτε ολοκλήρωσε την εύκολη νίκη της στη Γεωργία. Η Ρωσία ήταν δεύτερης τάξης δύναμη ήδη από το 1961, όταν ο Χρουτσώφ διέταξε να επιστρέψουν άναυλα τα σοβιετικά πλοία που πήγαιναν να εγκαταστήσουν πυραύλους στην Κούβα. Η ήττα ολοκληρώθηκε με την πτώση της ΕΣΣΔ.

Αυτό άλλαξε. Οι ΗΠΑ, ως μοναδική υπερδύναμη, είναι η πρώτη φορά από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που δίνουν εξηγήσεις για τη στάση τους, θεωρούν αναγκαίο να την δικαιολογήσουν. Και διαβεβαιώνουν, μαζί με τους Αγγλογάλλους, ότι δεν θα επαναλάβουν τους βομβαρδισμούς. Διαβεβαιώσεις δίνουν οι ηττημένοι και σίγουρα όχι οι νικητές. Τα υπόλοιπα είναι θέμα ρουτίνας. Άρχισε το παρασκήνιο, οι αφανής επαφές για τη φόρμουλα συμβιβασμού.

Είναι θέμα συσχετισμών εντός του Λευκού Οίκου ποιος θα θεωρηθεί η φωνή της μετριοπάθειας. Και ήταν θέμα συνεννόησης η ρύθμιση του συμβιβασμού. Η κατάληξη ήταν ότι οι ΗΠΑ και οι Αγγλογάλλοι θα βομβάρδιζαν μεν αλλά «λίγο», καμιά ωρίτσα και μερικούς πύραυλους, χωρίς θύματα και χωρίς ζημιές. Όπως κι έγινε. Ίσα για να μη γίνουν ρεζίλι της Οικουμένης ο Τραμπ, η Μέϊ και ο Μακρόν.

Η Δύση είναι ακόμα πολύ ισχυρή. Μπορεί να ηττηθεί αλλά όχι να ρεζιλευτεί. Μπορεί, όμως, να καταρρεύσει. Προκαλώντας έκπληξη πολύ μεγαλύτερη από την αιφνίδια πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Αυτοκρατορίες φθείρονταν αργά και εκ των έσω έως τώρα. Αλλά η εποχή μας κρύβει εκπλήξεις. Ο Τραμπ άφησε άφωνους τους κάτοχους της παγκόσμιας εξουσίας. Ίσως η εκλογή του υποδηλώνει ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας, όπως θα έλεγε και ο Σαίξπηρ.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



16 Απρ 2018


Εκεί που αποτυγχάνουν τα κράτη, είναι αναγκαία η νηφάλια συλλογική αντίδραση της ανθρωπότητας – Ο κόσμος σήμερα χρειάζεται όσο ποτέ ένα παγκόσμιο κίνημα ειρήνης
«Indie verloren, rampspoed geboren» [Αν χαθούν οι Ινδίες, είμαστε κι εμείς χαμένοι]: Ολλανδικό ρητό που μνημονευόταν συχνά τη δεκαετία του ‘40
«Λέγεται ότι κάποιες φορές είναι δύσκολο να τραβήξεις μια γραμμή ανάμεσα στην επιθυμία για ασφάλεια και στην επιθυμία για επέκταση. Και, πράγματι, αυτό μερικές φορές είναι δύσκολο» (Βιάτσεσλαβ Μολότωφ, Μάιος 1946).
Της Κατερίνας Μπερλή

Στις μέρες μας, η Γαλλία και η Γερμανία επικεφαλείς των χωρών του γερμανικού Βορρά προσπαθούν μέσω της Ε.Ε να ανακτήσουν σχετική ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ (ειδικά η Γερμανία ισχυροποιούμενη εις βάρος του Νότου). Η Βρετανία, χάνοντας μια αυτοκρατορία βρήκε το ρόλο της ως πιστός ακόλουθος των ΗΠΑ και οι ίδιες οι ΗΠΑ σκέφτονται για την Ε.Ε και τη Ρωσία όπως το ολλανδικό ρητό, κυνηγούν τον κρυμμένο θησαυρό της Ρωσίας, σαν τους Τρεις πιστολέρος, κάτι που τελικά τους φέρνει αντιμέτωπους τον ένα με τον άλλο.

Η πραγματικότητα είναι ότι ζούμε σε ένα κόσμο γερμανικό, κατακτημένο στο μεγαλύτερο μέρος του από τα γερμανικά φύλα. Από τους αγγλοσάξωνες αποίκους που έφτιαξαν τις λευκές αποικίες τους στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Ν. Ζηλανδία και τη Ν. Αφρική, από τους βόρειους γερμανούς –Άγγλους & Σκωτσέζους, Γάλλους, Γερμανούς, Βέλγους, Ολλανδούς που έφτιαξαν αποικίες σε όλο τον κόσμο (ολόκληρη την υποήπειρο της Ινδίας, ολόκληρη την Ήπειρο της Αφρικής, την Άπω Ανατολή, την Μέση Ανατολή, τη Ν. Αμερική).

Παρά δε το γεγονός της αποαποικιοποίησης μετά τον 2ο ΠΠ όπου οι βόρειοι έχασαν την απόλυτη κυριαρχία στις πρώην αποικίες, οι οικονομικές δεσμεύσεις των χωρών αυτών με δάνεια- σύγχρονη σκλαβιά, η εφαρμογή μεθόδων διοίκησης, η προμήθεια αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών από αυτές, τις καθιστά ακόμα και σήμερα δορυφόρους και προτεκτοράτα της γερμανικής Δύσης που σήμερα κυριαρχείται από τις ΗΠΑ, είτε ως ουσιαστική επιρροή, είτε ως πλήρης έλεγχος. Το ίδιο δέσμιες έγιναν και άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία για γεωπολιτικούς λόγους των δυτικών δυνάμεων στη Μεσόγειο (αφού τις έχασε η Βρετανία, πέρασαν στις ΗΠΑ).

Σήμερα, είθισται οι βαθιά καταχτημένες από τα γερμανικά φύλα -οικονομικά και πολιτισμικά – χώρες να ονοματίζονται Δύση, σε αντίθεση με όσες δεν έχουν ακόμα ή απόλυτα καταχτηθεί είτε δεν είχαν τα οικονομικά μέσα, είτε για στρατηγικούς λόγους δεν ήταν άμεση προτεραιότητα για τους καταχτητές, είτε συνάντησαν δυσκολίες στο να συγκλίνουν απόλυτα με το τεχνολογικό και πολιτισμικό αφομοιωτικό πρότυπο της Δύσης, κάτι που χρειάζεται αρκετό χρόνο, όπως στην περίπτωση των Αράβων.

Το κρίσιμο ερώτημα των ημερών είναι τι θα σήμαινε για την ανθρωπότητα και τη χώρα η προσπάθεια να γίνει ο κόσμος ακόμα πιο γερμανικός, τι θα σήμαινε η «άγρια Δύση» στη γειτονιά μας.

Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των γερμανικών φύλων για την κυριαρχία ήταν και είναι συχνό φαινόμενο στην ιστορία-παραδοσιακοί εχθροί Άγγλοι- Γάλλοι /υπερ100ετής πόλεμος 1337-1453, Γάλλοι- Γερμανοί / 30ετής πόλεμος 1618-1648 και σήμερα η αναδυόμενη εχθρότητα ΗΠΑ- Ε.Ε που έχει τις ρίζες της στον 2ο ΠΠ (πάντα υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των φύλων, ας θυμηθούμε τους 27ετείς Πελοποννησιακούς πολέμους Αθήνας- Σπάρτης).

Πέρα όμως από τις ενδοφυλετικές συγκρούσεις και επιμέρους συμφέροντα κυριαρχίας, όταν ο στόχος είναι αμυντικός, είτε επιθετικός τα φύλα συνασπίζονται μεταξύ τους με επί μέρους συμμαχίες είτε ως μπλοκ. Ανακαλούμε στη μνήμη από τα σχολικά βιβλία τη συμμαχία των ελληνικών πόλεων στους Ελληνο-Περσικούς πολέμους για την αναχαίτιση των Περσών. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο μυστικός συνασπισμός των αποικιοκρατών Αγγλίας – Γαλλίας για την αναχαίτιση των ΗΠΑ από τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ και της Μέσης Ανατολής με τη μυστική συνθήκη της Σεβρ το 1956 με τη βοήθεια των Ισραηλινών (έκτοτε, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία, οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και του Ισραήλ ευθυγραμμίστηκαν στρατηγικά απαρέγκλιτα με τις ΗΠΑ, με σημαντικές συνέπειες για τη Βρετανία και την Ευρώπη). Στις επιθετικές συμμαχίες αναφέρουμε πρόσφατα παραδείγματα όπως οι πόλεμοι κατά του Ιράκ, του Αφγανιστάν, κατά της Γιουγκοσλαβίας, Ουκρανίας με στόχο τη Ρωσία.

Η απώτερη προτεραιότητα του Χίτλερ στον πόλεμο ήταν να καταχτήσει τη Ρωσία, καθώς θα ισχυροποιούνταν από τους πόρους της υπόλοιπης Ευρώπης- γερμανικής ή μη και αφού πρώτα θα τις είχε τιμωρήσει ταπεινωτικά για την εξουθενωτική συμφωνία μετά τη λήξη του 1ου Π.Π. Γι’ αυτή την πρόθεση δεν είχαν πειστεί οι άγγλοι και όπως φαίνεται σήμερα επαναλαμβάνουν το δις εξαμαρτείν σε σχέση με τη Ρωσία.

Η αντίδραση του Τσώρτσιλ να αγνοήσει τις κρούσεις του Στάλιν το 1939 για σύμπτηξη δυνάμεων εν όψει του ναζιστικού κινδύνου, ήταν βαθιά λαθεμένη και το μοιραίο λάθος του, το πλήρωσε πανάκριβα η Ευρώπη στον πόλεμο. Ενδεχομένως, πίστευε ότι οι γερμανοί θα αποζητούσαν συμμαχία κατά της κομμουνιστικής Ρωσίας και δεν θα προσέβλεπαν σε επέκταση εντός της δύσης. Γι’ αυτό τα νεαρά 20άχρονα παιδιά του Κέμπριτζ που επιστρατεύτηκαν βιαστικά και με σύντομη εκπαίδευση έγιναν πιλότοι, διηγούνταν μετά τον πόλεμο ότι τον είχαν θεωρήσει παιχνίδι και όταν μαίνονταν οι αερομαχίες στη Μάγχη πάνω από το Μπράιτον, οι άγγλοι ανέμελοι έκαναν μπάνιο στην παραλία (φωτογραφικά αρχεία).

Το σίγουρο είναι ότι οι δυτικοί τότε φοβούνταν πως η σοβιετική εγγύηση για την ακεραιότητα των χωρών της περιοχής, θα άνοιγε τον δρόμο για τη σοβιετική επικυριαρχία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και αυτός ο φόβος είχε οδηγήσει τόσο τους Βρετανούς και τους Γάλλους, όσο και τις ενδιαφερόμενες χώρες (Φινλανδία, χώρες της Βαλτικής, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία) στην εκτίμηση ότι ο σοβιετικός κίνδυνος θα ήταν ανώτερος του γερμανικού. Εκ των υστέρων, ο Τσώρτσιλ πίστευε ότι ο μεν πόλεμος ίσως να μην είχε αποφευχθεί, αλλά ο Χίτλερ θα δυσκολευόταν να διεξαγάγει διμέτωπο πόλεμο έχοντας απέναντί του μία συμπαγή συμμαχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η απουσία συνεννόησης απέτρεψε την έγκαιρη περικύκλωση της Γερμανίας ενώ δεν απέτρεψε τελικά τη σοβιετική επικυριαρχία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μετά το 1944-45, ως λάφυρο πολέμου πλέον.

Μετά τον 2ο Π.Π όπου οι ΗΠΑ, με ηγετική ελίτ WASP (white aglosaxon protestant), ήταν οι νικητές στα ερείπια μιας κατεστραμμένης Ευρώπης βγαίνοντας ωφελημένοι και οικονομικά και στρατηγικά, κατάφεραν να καταχτήσουν τους ευρωπαίους ειρηνικά με το σχέδιο Μάρσαλ και να προωθήσουν την απαρχή της Ε.Ε, υπολογίζοντας ότι με τη γρήγορη οικονομική ανάκαμψη τους και τη συμμαχία τους, τη στρατιωτική βοήθεια τους και τους πόρους τους θα κατακτήσουν ως ανερχόμενη δύναμη και τον υπόλοιπο κόσμο, αρχής γενομένης από τη Ρωσία.

Η πολιτική αυτή κρίνεται εκ του αποτελέσματος επιτυχής και σήμερα μάλλον σε αυτό το σημείο βρίσκεται ο κόσμος. Όμως, η ισχυροποιημένη, κυρίως χάριν της Γερμανίας, Ε.Ε δεν είναι πρόθυμη (πλην της Βρετανίας και της Γαλλίας στη Συρία), να ακολουθήσει το σχεδιασμό των αμερικανών, γιατί βρίσκεται σε φάση εγκαθίδρυσης και χρειάζεται την ειρήνη.

Τεκμήριο για τις μεταπολεμικές πολιτικές των αμερικανών στην Ευρώπη αποτελούν τα κείμενα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας.

Κατά τον μεγάλο διπλωμάτη Κένναν, που επηρέασε για μεγάλο διάστημα μετά τον πόλεμο την Αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι Αμερικανοί έπρεπε να εκμεταλλευτούν άμεσα και στο έπακρο το πεδίο στο οποίο διέθεταν την υπεροχή έναντι της Μόσχας – την οικονομική βοήθεια, με τις συνακόλουθες πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της:

Οι οικονομικές δυνατότητές μας κατά τη διάρκεια του πολέμου έχουν αυξηθεί και βρίσκονται σε επίπεδα που σε περίοδο ειρήνης δεν τα έχουμε επιτύχει ούτε εμείς ούτε κανένα άλλο έθνος. Οι Ρώσοι παραδοσιακά είναι έθνος υπανάπτυκτο. […] Είναι λοιπόν λογικό ότι η οικονομική βοήθεια θα πρέπει να είναι το κύριο όπλο μας στην αντιμετώπιση του κομμουνιστικού επεκτατισμού• είναι όμως απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί με πρωταρχική έμφαση στο πολιτικό και ψυχολογικό, σε αντιδιαστολή με το αμιγώς οικονομικό, αποτέλεσμά του.

Τέλος, για τους Ρεπουμπλικάνους που ήλεγχαν το Κογκρέσο και ζητούσαν περικοπές δαπανών και μείωση της φορολογίας, ο Κένναν υπενθύμισε ότι η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στη Δυτική Ευρώπη θα κόστιζε πολύ λιγότερο από την προάσπιση των ίδιων συμφερόντων δια του πολέμου. Τα οφέλη που θα αποκόμιζαν οι ΗΠΑ από το Σχέδιο Μάρσαλ είναι ως προς τη σημασία τους είναι για τούτη τη χώρα εφάμιλλα με τους στόχους μιας μείζονος πολεμικής προσπάθειας. Το κόστος, από την άλλη πλευρά, είναι κατά πολύ μικρότερο από εκείνο ακόμη και μιας σχετικώς ήσσονος πολεμικής προσπάθειας[.] Προτάθηκε σχέδιο Μάρσαλ και στους σοβιετικούς, το οποίο απέρριψαν.

Έτσι, η βοήθεια Μάρσαλ δόθηκε στη δυτική Ευρώπη και δρομολογήθηκε η δημιουργία της Ε.Ε. «μια ομόσπονδη Ευρώπη στην οποία θα έχουν απορροφηθεί τα τμήματα της Γερμανίας αλλά στην οποία η επιρροή των άλλων χωρών θα επαρκεί ώστε να συγκρατεί τη Γερμανία στη θέση της» όπως επιθυμούσε ο Τσώρτσιλ: η Γερμανία να είναι ευτραφής, αλλά ανίκανη (fat but impotent).

Ο Κένναν, τον Ιανουάριο του 1948, σχολιάζοντας την πρόταση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Έρνεστ Μπέβιν για μια ένωση των δυτικοευρωπαϊκών κρατών υπό την αιγίδα της Βρετανίας και της Γαλλίας, εισηγήθηκε στον Τζωρτζ Μάρσαλ να την υποδεχθεί θετικά: «μόνο μια τέτοια ένωση δημιουργεί ελπίδα για την αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη χωρίς να επιτρέπει στη Γερμανία να καταστεί και πάλι η κυρίαρχη δύναμη» εν τούτοις, διαφωνούσε με τη στρατιωτική διάσταση της προτεινόμενης ένωσης, ιδίως εάν αυτή επρόκειτο να είναι η αφετηρία του εγχειρήματος: «Η στρατιωτική ένωση δεν πρέπει να είναι η αφετηρία. Πρέπει να απορρεύσει από την πολιτική, οικονομική και πνευματική ένωση – και όχι το αντίθετο». Για τον Κένναν, η βρετανική πρόταση προσπαθούσε απλώς να υποκρύψει άλλο ένα «πλαίσιο» για στρατιωτικές συμμαχίες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα ήταν αρνητικό και θα είχε μικρή αξία. Εάν πρόκειται να υπάρξει «ένωση», πρέπει να εδράζεται στην πραγματικότητα οικονομικών και τεχνικών και διοικητικών ρυθμίσεων• και πρέπει να υπάρξει μια πραγματική ομοσπονδιακή αρχή.

Η κατά τον Κένναν δυσκολία, ήταν ότι «δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στον γερμανικό λαό να επιδείξει αυτοβούλως οποιαδήποτε αυτοσυγκράτηση, να νιώσει οιαδήποτε επαρκή αίσθηση ευθύνης έναντι των άλλων ευρωπαϊκών εθνών, ή να ενδιαφερθούν οι ίδιοι [οι Γερμανοί] για τη διατήρηση των δυτικών αξιών στη δική τους χώρα και αλλού στην Ευρώπη.

Αυτό που χρειάζονται οι Γερμανοί δεν είναι να οδηγηθούν σε έναν βίαιο εγκλεισμό στον εαυτό τους, πράγμα που μόνον αυξάνει την εκ γενετής έλλειψη ρεαλισμού, την αυτολύπηση και τον προκλητικό εθνικισμό που τους διακρίνει, αλλά να οδηγηθούν έξω από τον συλλογικό εγωκεντρισμό τους και να ενθαρρυνθούν να δουν τα πράγματα από μια ευρύτερη οπτική, να αποκτήσουν συμφέροντα και αλλού στην Ευρώπη και στον κόσμο, και να μάθουν να θεωρούν εαυτούς πολίτες του κόσμου και όχι μόνον Γερμανούς».

Έπρεπε, συνεπώς, να βρεθούν μηχανισμοί «αυτόματων εγγυήσεων» έναντι μελλοντικής εκμετάλλευσης από τη Γερμανία της υπεροχής της σε πληθυσμό και σε στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο εθνικισμός των γερμανών εδράζονταν στην εθνική υπερηφάνεια καθώς πριν τον πόλεμο η Γερμανία ήταν η πιο ισχυρή επιστημονικά και τεχνολογικά βιομηχανική χώρα του γερμανικού κόσμου της Ευρώπης, συγκρίσιμη μόνο με τις ΗΠΑ, καθώς οι δύο χώρες πρωτοστάτησαν στην 2η βιομηχανική επανάσταση.

Ο γνωστός Φορντ της αυτοκινητοβιομηχανίας θαύμαζε τον Χίτλερ και ο Χίτλερ θαύμαζε τον αντισημίτη Φόρντ γι’ αυτό έφτιαξε το «σκαραβαίο» εμπνευσμένος από το Ford Model T. Ο πατέρας της ατομικής βόμβας, αμερικανός γερμανικής καταγωγής Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, είχε μαθητεύσει στην κβαντική φυσική στο μεγάλο εβραιογερμανό φυσικό και μαθηματικό Max Born στη πόλη Γκέτινγκεν της Γερμανίας, σημαντικό κέντρο έρευνας της εποχής. Η κβαντομηχανική είναι καθαρά γερμανικό επίτευγμα και η εκμετάλλευση του για στρατιωτικούς σκοπούς είχε ως αποτέλεσμα την ατομική βόμβα.

Παρά τον αποτυχημένο διακανονισμό του 1919 οι γερμανοί κατάφεραν σύντομα να υπερισχύσουν επιστημονικά (χημεία, μαθηματικά, φυσική) και τεχνολογικά (βιοτεχνολογία, πληροφορική, αεροναυπηγική) των υπόλοιπων γερμανικών φύλων – εθνικών κρατών της Αγγλίας, Γαλλίας και να ξεκινήσουν ένα δεύτερο επεκτατικό πόλεμο.

Παρενθετικά, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι πόλεμοι, όπως και η ανάπτυξη, κρίνονται στα εργαστήρια. Αν η τύχη και οι μυστικές υπηρεσίες των Βρετανών δεν είχαν ευνοήσει τους Αμερικανούς, αφενός να ανακαλύψουν πρώτοι παρά τρίχα την ατομική βόμβα- πρώτη δοκιμή Ιούλιο του 1945 και χρήση Αύγουστο του 1945, ενώ παράλληλα στα γερμανικά εργαστήρια δούλευαν πυρετωδώς πολύ σημαντικοί Γερμανοί επιστήμονες (από το 1939 η ομάδα του Uranium Club/ Uranverein, ανάμεσά τους ο κορυφαίος Heisenberg) και αφετέρου να συλλάβουν την ομάδα τον Μάιο του 1945 με τις επιχειρήσεις Alsos και Epsilon (μετέφεραν στην Αγγλία 10 επιστήμονες συμπεριλαμβανομένου του Heisenberg ), ο κόσμος μας σήμερα θα ήταν αλλιώς, πάλι βέβαια γερμανικός.

Οι Αμερικανοί μετά τον πόλεμο μετέφεραν ολόκληρη την ομάδα του Βέρνερ φον Μπράουν που διεύθυνε το γερμανικό πυραυλικό πρόγραμμα στις ΗΠΑ και καθώς η ομάδα αυτή ήταν κορυφαία στους βαλλιστικούς πυραύλους, έτσι φτιάχτηκε η NASA το 1958 και οι ΗΠΑ μπήκαν στην κούρσα του διαστήματος. Σήμερα θεωρείται ως ο πατέρας του διαστημικού προγράμματος των ΗΠΑ.

Σκοτεινή παραμένει η πιθανή εκμετάλλευση των βιοτεχνολογικών πορισμάτων του αποτρόπαιου Μέγκελε μέχρι την κλωνοποίηση- είναι γνωστό ότι οι ερευνητές παθιάζονται από το καθήκον και τα ευρήματα τους, η επιστήμη γίνεται αυτοσκοπός και η ηθική αποκτά δευτερεύουσα ή καμία σημασία- ο Οπενχάιμερ έδωσε συγκατάθεση για τη χρήση της ατομικής βόμβας και ποτέ δεν μετανόησε μολονότι σε μια κρίση συνείδησης, κατά τη βράβευση του από τον Πρόεδρο Τρούμαν είπε «κύριε Πρόεδρε έχω αίμα στα χέρια μου».

Ο στόχος λοιπόν των Αμερικανών μετά τον πόλεμο ήταν αφενός να επικυριαρχήσουν οικονομικά και ολοκληρωτικά της Ευρώπης για να χρησιμοποιήσουν τους πόρους της, μετά την αναστήλωση της- να υποτάξουν την ηττημένη Ιαπωνία για τους ίδιους λόγους, ώστε να επεκταθούν σε άλλες περιοχές του πλανήτη, δηλαδή την εξουθενωμένη από το βάρος του πολέμου Ρωσία (τότε ΕΣΣΔ), όπως ήθελε και ο Χίτλερ και την Κίνα. Μια ματιά στο χάρτη αρκεί για να καταλάβει κανείς τους λόγους επεκτατισμού σε αυτές τις κολοσσιαίες και πλούσιες χώρες. Κι όπως λέει η παροιμία, το σίδερο στη βράση κολλάει.

Έτσι, πριν ακόμα κλείσουν οι πληγές του πολέμου, 5 μόλις χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, το Σεπτέμβριο του 1950, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντην Άτσεσον άρχισε τις συζητήσεις με τη Βρετανία και τη Γαλλία για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας (ο Στάλιν αρχικά ήθελε ουδέτερη, ενωμένη και αφοπλισμένη τη Γερμανία, όπως και οι Γερμανοί). Ο επανεξοπλισμός συνδέονταν με τις εξελίξεις στην Κορέα, όπου κλιμακώνονταν ο πόλεμος (θα αναφερθούμε παρακάτω). Για να εγκρίνει το Κογκρέσο στρατιωτική βοήθεια έπρεπε οι σύμμαχοι της Αμερικής, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι Γερμανοί από το 1948, να συνεισφέρουν και αυτοί στην άμυνα της Ευρώπης.

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας ολοκληρώθηκε με την ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ το 1956 υπό την μεγάλη πίεση των Αμερικανών, καθώς όλες οι δυνάμεις ήταν απρόθυμες και αντιστάθηκαν, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Η δημιουργία της Βundeswehr δεν προκάλεσε γενικό ενθουσιασμό και ο καγκελάριος Αντενάουερ ομολόγησε ότι συμφώνησε υπό την «διεθνή» πίεση. Ο μοναδικός ρητός περιορισμός που τέθηκε ήταν η απόλυτη απαγόρευση γερμανικού προγράμματος πυρηνικών όπλων δια παντός. Από το 1953 το ΝΑΤΟ απέκτησε πυρηνικά όπλα μάχης και άρχισε να τα εγκαθιστά στη Δυτική Γερμανία.

Τα δύο στρατόπεδα είχαν διαφορετική στρατηγική  και διαφορετικά οπλικά συστήματα.

Βασικές προτεραιότητες της στρατηγικής των σοβιετικών-σλάβων, υπήρξαν η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας και της συνοχής της ΕΣΣΔ, δηλαδή  η επιβίωση και η ασφάλεια, η εδαφική επέκταση και η ενίσχυση της σοβιετικής επιρροής σε διάφορες γεωγραφικές περιφέρειες, η αύξηση των υλικών συντελεστών ισχύος της ΕΣΣΔ, η αποφυγή περικύκλωσης από έναν καπιταλιστικό συνασπισμό, η μεταφορά βαρών, η κατατριβή πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών της ΕΣΣΔ (καπιταλιστών και μη) και η ανάσχεση της γερμανικής ισχύος.

Προς επίρρωση του ισχυρισμού ότι η σοβιετική στρατηγική δεν ήταν επιθετική αναφέρουμε ότι ο αμερικανός διπλωμάτης Κένναν το 1946 απέστειλε από τη Μόσχα το «μακρύ τηλεγράφημα» προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο διατύπωνε ρητώς τη θέση ότι η Σοβιετική Ένωση αντιπροσώπευε για τις ΗΠΑ μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική πρόκληση αλλά όχι στρατιωτική απειλή.

Υποστήριζε ότι η ΕΣΣΔ δεν αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για το δυτικό κόσμο καθώς, για να ανταποκριθεί στα νέα διεθνή δεδομένα, είχε ήδη υπερεκτείνει (overextend) τις δυνάμεις της σε τέτοιο βαθμό ώστε βρισκόταν σε εσωτερική κρίση. Μάλιστα, κατά τον Κένναν, οι στόχοι των Σοβιετικών στην ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν αμιγώς πολιτικοί και όχι στρατιωτικοί. Δεν ενδιαφέρονταν, δηλαδή, για τη στρατιωτική κατάκτηση της Ευρώπης αλλά για την εγκαθίδρυση μιας περιοχής έμμεσου ελέγχου που θα τους έδινε ισχύ, αλλά όχι ευθύνες.

Στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει το 1946 και ο Φρανκ Κ. Ρόμπερτς, επιτετραμμένος στη βρετανική πρεσβεία της Μόσχας «Δεν ορμούν σε τοίχους, ακόμη και όταν διαθέτουν την απαιτούμενη δύναμη για να τους γκρεμίσουν, αλλά προτιμούν να περιμένουν και να βρουν κάποιον τρόπο είτε να τον παρακάμψουν είτε να περάσουν πάνω από τον τοίχο».

Σύμφωνα δε, με νεότερες έρευνες στα σοβιετικά αρχεία, ο Στάλιν είχε πλήρη συνείδηση της αδυναμίας της χώρας του μετά τον πόλεμο και της ισχύος των ΗΠΑ, που διέθεταν το ατομικό μονοπώλιο. Η χώρα είχε υποστεί τρομακτικές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό (τα θύματα υπολογίζονται σε είκοσι εκατομμύρια) ενώ οι παραγωγικές της δομές είχαν σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί. Η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, από τους πιο φρικτούς πολέμους κατάκτησης, υποδούλωσης και εξολόθρευσης στην ανθρώπινη ιστορία, άφησε τη χώρα σε ερείπια. Το 1946 ο Στάλιν διακήρυξε ότι θα χρειάζονταν τουλάχιστον έξι χρόνια για την αποκατάσταση των ζημιών και την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών της. Γι’ αυτό, η στάση του απέναντι στη Δύση δεν μπορούσε παρά να είναι ενδοτική και συναινετική.

Επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ και την κοινή διαμόρφωση της δομής του μεταπολεμικού κόσμου από τις Μεγάλες Δυνάμεις, όπως είχε συμβεί μετά τους ναπολεόντειους πολέμους. Η συνεργασία αυτή θα βασιζόταν στη de facto αναγνώριση της νέας ισορροπίας ισχύος, που είχε προκύψει μετά τον πόλεμο. Ο Στάλιν θεωρούσε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε κάθε δικαίωμα να έχει λόγο για τα μείζονα διεθνή προβλήματα και κυρίως να έχει τον έλεγχο εδαφών, για την απελευθέρωση των οποίων ο Ερυθρός Στρατός είχε χύσει πολύ αίμα.

Δεν είχε ούτε τη θέληση ούτε τη δυνατότητα να επιτεθεί στη δυτική Ευρώπη. Άλλωστε δεν θα είχε απαιτήσει από τους Συμμάχους να αποβιβαστούν στην Ευρώπη, ώστε να σχηματιστεί ένα δεύτερο μέτωπο, αν σκόπευε να τους διώξει. Ούτε θα αποστράτευε περίπου 10 εκατομμύρια Σοβιετικούς στρατιώτες σε τρία χρόνια (1945-48). Επίσης η πολιτική της ανασυγκρότησης στο εσωτερικό δεν απέβλεπε μόνο στην οικονομική ανάπτυξη αλλά και στην ισχυροποίηση της χώρας στους τομείς της βιομηχανίας, της τεχνολογίας και της επιστήμης, ώστε να καταστεί ικανή να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά και σε παγκόσμια κλίμακα τη Δύση, στόχος που τελικά απέτυχε παταγωδώς.

Μετά από λίγο, ο  Κένναν διατύπωσε την πρόγνωση που θα είχε θέση σε οποιοδήποτε εγχειρίδιο Ρεαλιστικής σκέψης: «…η προσοχή μας θα πρέπει να συγκεντρωθεί στους άμεσους εθνικούς μας στόχους. Δεν χρειάζεται να τρέφουμε σήμερα αυταπάτες ότι μπορούμε να αντέξουμε την πολυτέλεια του αλτρουισμού και της παγκόσμιας ευεργεσίας» και «δεν είναι μακριά η μέρα που θα πρέπει να ενεργήσουμε με βάση καθαρούς όρους ισχύος. Όσο λιγότερο τότε εμποδιζόμαστε από ιδεαλιστικά συνθήματα, τόσο το καλύτερο».

Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία και ένα σημαντικό μέρος της αμερικανικής γραφειοκρατίας από το Κογκρέσσο , προέβαλλε όχι μόνο τις αποτρεπτικές, όπως επιθυμούσε ο Κένναν, αλλά και τις επιθετικές δυνατότητες που έδιναν τα πυρηνικά όπλα στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η στρατιωτική ισχύς που θα αποκτούσαν οι ΗΠΑ, η μεγαλύτερη στην ιστορία της ανθρωπότητας, ξεπερνούσε σε σπουδαιότητα οποιεσδήποτε πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικής, πολιτισμικές και οικονομικές ενστάσεις και διαφωνίες.

Όπως ευφυώς παρατηρούσε το 1953 η Τζάνετ Φλάνερ, ανταποκρίτρια του περιοδικού The New Yorker στο Παρίσι, σχετικά με τις τότε συζητήσεις εναλλακτικών προτάσεων που αφορούσαν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας (δημιουργία Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας) «για τους Γάλλους συνολικά το πρόβλημα της ΕΑΚ είναι η Γερμανία και όχι η Ρωσία όπως είναι για τους Αμερικανούς».

Κατά την άποψη μεγάλης μερίδας ιστορικών του κόσμου, ενώ οι Σοβιετικοί ακολούθησαν μετά τον πόλεμο αμυντική εξωτερική πολιτική αποβλέποντας στην κατοχύρωση της εθνικής τους ασφάλειας, οι Αμερικανοί επιδίωξαν την επέκταση της οικονομικής τους ισχύος στην υφήλιο και τη δημιουργία φιλικών προς αυτούς καθεστώτων, που θα εξυπηρετούσαν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα.

Όσον αφορά στα οπλικά συστήματα, το 1952 έγινε η πρώτη επιτυχής δοκιμή θερμοπυρηνικής βόμβας  υδρογόνου από τις ΗΠΑ, η πρώτη αντίστοιχη δοκιμή των σοβιετικών έγινε δέκα μήνες μετά, το 1953 και  από τη Γαλλία το 1968 (μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί). Για τη ρίψη των πυρηνικών κεφαλών η αεροπορία των ΗΠΑ εστίαζε στο στόλο βομβαρδιστικών/ αερομεταφερόμενα πυρηνικά, ενώ οι σοβιετικοί εστίαζαν στην ανάπτυξη των μέσων εκτόξευσης τους πέραν των ωκεανών/ διηπειρωτικός βαλλιστικός πύραυλος και εκτόξευση του Σπούτνικ, το 1957.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι ΗΠΑ πίεζαν για ευρωπαϊκή πυρηνική αποτρεπτική δύναμη υπό συλλογική διοίκηση, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε από την καχυποψία των άγγλων και γάλλων σχετικά με την πρόσβαση σε αυτά της Γερμανίας. Αφετέρου, η Βρετανία  χωρίς αμερικανικά δολάρια θα ήταν αδύνατο να κρατήσει τα προπολεμικά της εδάφη, τις βάσεις και τα εδαφικά δικαιώματα που είχε σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, οι Βρετανοί που χρειάζονταν τους Αμερικανούς για τη στήριξη της στερλίνας και δάνειο (πήραν από το ΔΝΤ το 1956 δάνειο 561,47 εκ δολάρια και δέσμευση για άλλα 738 εκ. σε περίπτωση ανάγκης) δεν είχαν καμιά αντίρρηση να σταθμεύουν σε βρετανικό έδαφος βομβαρδιστικά των ΗΠΑ ικανά να φέρουν πυρηνικά- η πυροδότηση τους αναφερόταν θολά ότι θα ήταν θέμα συναπόφασης.

Από την εποχή της λήξης του πολέμου, στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου μέχρι τις μέρες μας, η άλωση της Ρωσίας φαίνεται ότι ήταν κύρια επιδίωξη της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής.
Το 1950, κλιμακώθηκε ο πόλεμος  στην Κορέα. Η  νίκη των Κινέζων κομμουνιστών το 1949 που είχε προηγηθεί χαιρετίστηκε από τους σοβιετικούς,  αλλά οι προστριβές μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας εκδηλώθηκαν σχεδόν αμέσως  για την κατανομή ισχύος και εδαφικές διαμάχες . Η αρχή του πολέμου στην Κορέα ξεκινά από την ήττα της Ιαπωνίας το 1945, όταν άρχισε να διαμελίζεται η πρώην αυτοκρατορία στους νικητές και οι σοβιετικοί θέλησαν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο, ως προγεφύρωμα ασφάλειας ή όχι, μιας και τα εδάφη τους εκτείνονταν ως εκεί.

Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος για την κατανόηση της σοβιετικής στρατηγικής ήταν οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με την Κίνα, αλλά και την Ιαπωνία. Οι σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης με την Κίνα έφτασαν πριν τον πόλεμο, στο σημείο των ένοπλων συγκρούσεων στη Μαντζουρία το 1929, ενώ με την κατάληψη της Μαντζουρίας το 1931 από τους Ιάπωνες εμφανίστηκε μια καινούρια και πιο επικίνδυνη απειλή για τους Σοβιετικούς, αυτή του ιαπωνικού επεκτατισμού. Ακριβώς στη λήξη του πολέμου, μια μέρα μετά το Ναγκασάκι ,οι Σοβιετικοί, με τη  σύμφωνη γνώμη της Κίνας, απελευθέρωσαν και έθεσαν στη σφαίρα επιρροής τους τη Β. Κορέα από την Ιαπωνία που την κατείχε δια της βίας από το 1910, – οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν στο Νότιο τμήμα για να εδραιώσουν τη θέση τους στην περιοχή, αλλά το 1950 στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου Σοβιετικοί και Κινέζοι ασκούσαν μεγάλη πίεση στη Ν. Κορέα και κινδύνεψε η αμερικανική παρουσία στην περιοχή- η Κορεατική χερσόνησος παλαιότερα αποτελούσε τμήμα της Κίνας (πιθανόν από το 108 π.Χ δυναστεία των Χαν έως τη λήξη της δυναστείας των Qing, με διαστήματα άλλων κατακτητών).

Σήμερα, η κατανομή ισχύος στον κόσμο έχει αλλάξει ριζικά, ο ένας εκ των δύο ισχυρών πόλων που επιδίωκαν να ασκήσουν ηγεμονία δεν είναι τόσο ισχυρός  όσο άλλοτε,  η Κίνα είναι ανερχόμενος πόλος , οικονομικά και στρατιωτικά, η Ευρώπη έχει μείνει πίσω στην ανάπτυξη των έξυπνων- δολοφονικών όπλων- ρομπότ και επιβεβαιώνεται ότι οι επιδιωκόμενοι εθνικοί στόχοι κάθε κράτους είναι σε συνάρτηση με την παγκόσμια κατανομή ισχύος.

Οι πιο ισχυρές τεχνολογικά χώρες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, που αποτελεί το μέλλον στα αυτόνομα θανατηφόρα όπλα (LAWS), φονικές μηχανές ρομπότ, όπου οι άνθρωποι δεν θα έχουν την τελευταία λέξη, είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Δυόμιση δεκαετίες από την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ, είναι εμφανής η μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων.  Δεν θα σταθούμε στις  διεργασίες της διάλυσης, γεγονός είναι ωστόσο ότι είχαν ξεκινήσει δεκαετίες  πιο πριν εκ των έσω, καθώς αυτή η αχανής  αυτοκρατορία έμεινε πίσω στην ανάπτυξη (πιθανά γιατί παραδοσιακά ήταν υπανάπτυκτη, είτε γιατί δεν μπόρεσε να ανακάμψει από το βάρος του πολέμου ώστε να υποστηρίξει οικονομικά τα εδάφη της, είτε γιατί έβαλε στρατιωτικούς στόχους προτεραιότητας την άμυνα, είτε γιατί το πολιτικό σύστημα δεν βοήθησε την οικονομική ανάπτυξη, είτε για άλλους λόγους).

Η ΕΣΣΔ, που πριν  τη διάλυση της κατείχε εδαφικά το ένα έκτο του πλανήτη,  έχασε όχι μόνο τους πρώην στενούς συμμάχους της στην Ευρώπη, αλλά και μεγάλο μέρος των εδαφών της, αφού τεράστιες σε μέγεθος περιοχές της ανεξαρτητοποιήθηκαν με την οικονομική  βοήθεια της Δύσης. Έχασε, στη Βαλτική: Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία, στην περιοχή των στεπών: Καζαχστάν, Αζερμπαϊτζάν,  Ουζμπεκιστάν, Αρμενία, Τουρκμενιστάν, Κιρζιχιστάν και τέλος τη Γεωργία, Λευκορωσία, Μολδαβία και Ουκρανία. Στα εδάφη αυτά σήμερα,  περισσότερο ή λιγότερο ασκείται κάποια δυτική επιρροή.

Η διπλωματική ελίτ στη Βρετανία ακόμα αναμένει  ότι η χώρα θα συνεχίζει να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις, ανεξαρτητοποιείται με το BREXIT από την υπόλοιπη γερμανική Ευρώπη και προσκολλάται στις ΗΠΑ, αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει τη Μόσχα ως τη μεγαλύτερη απειλή για τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας.

Οι Αμερικανοί επιχείρησαν να προσαρμόσουν τον ηθικό και οικονομικό οικουμενισμό τους στους υλικούς και πρακτικούς περιορισμούς που έθεταν τα κενά εξουσίας και οι μετατοπίσεις της διεθνούς και εσωτερικής ισχύος αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο καιρός που ο Κένναν διατεινόταν πως σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης οι ΗΠΑ δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να κάνουν πρώτες εκείνες χρήση πυρηνικών όπλων, δηλαδή απέκλειε, τη στρατηγική του πρώτου πλήγματος, έχει παρέλθει από το 1950.

Το 1954 ο Ντάλες είπε στη σύνοδο του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ «…με λίγα λόγια τώρα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πυρηνικά όπλα σαν να έχουν γίνει στην πραγματικότητα συμβατικά». Έτσι, οι βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου του ΝΑΤΟ χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο του Κόλπου (1990-1991), στα βαλκάνια κατά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (1994-1999) και πιθανά στη Λιβύη (2011-ΠΗΓΗ: DEPLETED URANIUM).

Παραλείποντας άλλους περιφερειακούς πολέμους και ωμές επεμβάσεις όπως η απόβαση στη Γρανάδα, διαπιστώνουμε ότι ο αμερικανικός ηθικός οικουμενισμός απεκδύθηκε τις αξίες του και χωρίς ενδοιασμούς η Κοντολίζα Ράις , πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του προέδρου Μπους, δήλωσε κυνικά στο Ινστιτούτο Brookings για την εισβολή ΗΠΑ και Βρετανίας  το 2003 στο Ιράκ «Πήγαμε στο Ιράκ για να ρίξουμε τον Σαντάμ Χουσεΐν. Δεν πήγαμε στο Ιράκ για να φέρουμε τη Δημοκρατία», για να επισημάνει λίγο αργότερα ότι η εισβολή σχετίζονταν με ζητήματα «ασφαλείας».

Στο μεταξύ η ΕΕ ισχυροποιήθηκε, με την ατμομηχανή πάλι της Γερμανίας, αλλά για να έχουμε μια συγκρίσιμη τάξη μεγέθους, σύμφωνα με τον αναλυτή και ερευνητή Kilian Vieth «η Γερμανία και η εταιρεία  Facebook, βρίσκονται περίπου στο ίδιο επίπεδο ισχύος». !! “Πρέπει να έχεις μεγάλη πολιτική δύναμη πίσω σου για να διαπραγματευτείς με τη Facebook», σύμφωνα με τον αναλυτή, γεγονός κραυγαλέο για την απόλυτη ηγεμονία των ΗΠΑ στη δύση (πηγή).

Εξάλλου, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τους πόρους της Ε.Ε, ο Τράμπ το 2017 ζητάει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της  Ε.Ε στο ΝΑΤΟ (γι’ αυτό αναμένουμε πιο σκληρά οικονομικά μέτρα στη χώρα μας) και η Ε.Ε αντιδρά,  καθώς  με διπλωματική γλώσσα αναγνωρίζει ότι  η άμυνα της δεν κινδυνεύει από τη Ρωσία.

«Ήταν ένα αμερικανικό μήνυμα για πολλά, πολλά χρόνια. Είμαι εναντίον στο να πιεζόμαστε για αυτό», δήλωσε ο Γιούνκερ σε ομιλία του στο περιθώριο της διεθνούς διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. Η  «σύγχρονη πολιτική σταθερότητας», αποτελείται από διάφορα στοιχεία. «Αν κοιτάξετε τι κάνει η Ευρώπη για την άμυνα, καθώς και για την αναπτυξιακή βοήθεια, καθώς και την ανθρωπιστική βοήθεια, η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται μάλλον διαφορετική. Μια σύγχρονη αμυντική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αύξηση των αμυντικών δαπανών». «Οι Ευρωπαίοι πρέπει να εναρμονίσουν πιο αποτελεσματικά τις αμυντικές τους δαπάνες». Ουσιαστικά, αναγνωρίζει ότι οι ευρωπαίοι δεν αντιμετωπίζουν θέμα ασφάλειας από τη Ρωσία και έμμεσα ότι δεν θέλουν να εμπλακούν σε επεκτατικούς πολέμους γιατί θέλουν σταθερότητα στην ήπειρό τους (πηγή).

Προχθές  -στις 13 Απριλίου 2018- οι ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία εξαπέλυσαν αεροπορική επιδρομή στη Συρία – οι δυο τελευταίες με επιπρόσθετο κίνητρο ότι θέλουν να διατηρήσουν συμφέροντα στη Μ. Ανατολή από το πρόσφατο αποικιοκρατικό τους παρελθόν.

«Θα ξαναχτυπήσουμε τη Συρία, αν ο Άσαντ είναι αρκετά ανόητος να δοκιμάσει τη βούλησή μας», δηλώνει η Αμερικανίδα Πρεσβευτής στον ΟΗΕ Νίκι Χέιλι στην έκτακτη συνεδρίαση του Σ.Α του ΟΗΕ, η οποία διεξήχθη μετά από αίτημα της Ρωσίας για να καταδικάσει τα αεροπορικά πλήγματα – αίτημα το οποίο απορρίφθηκε. Το μήνυμα της αμερικανίδας πρεσβευτή και η πολεμοχαρής δήλωση του ενθουσιώδους  προέδρου Τραμπ  φαίνεται σαν να μην  απευθυνόταν στη Συρία. «Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τη Συρία μέχρι να εξασφαλίσουν … και μια πλεονεκτική θέση για την παρακολούθηση της δράσης του Ιράν», δήλωσε σήμερα η ίδια διπλωμάτης, υποδεικνύοντας τον επόμενο επεκτατικό στόχο της αυτοκρατορίας.

Επίλογος

Εν κατακλείδι, την τελευταία τουλάχιστον 100ετία η Ευρώπη δεν κινδύνευσε από την επιθετικότητα της Ρωσίας. Σύμφωνα με την υψηλή στρατηγική της, όπως εκτέθηκε παραπάνω,  η Ρωσία παλαιό και ώριμο έθνος, μπήκε μόνο όπου έβρισκε πόρτες ανοιχτές και η τάξη και σταθερότητα είχαν διαχρονικά αξία γι΄αυτήν. Αλλά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πως θα αντιδράσει, υπό καθεστώς άμεσης απειλής. «Να μην φτάσουμε στο σημείο μη επιστροφής» είπε προχθές ο ρώσος διπλωμάτης Βασίλι Νεμπένζια στον ΟΗΕ για ενδεχόμενο πολέμου Ρωσίας-ΗΠΑ και «τα μηνύματα που φτάνουν από την Ουάσιγκτον δείχνουν θέληση για πόλεμο» (πηγή).

Αντίθετα, οι  ΗΠΑ υπό την ηγεσία ενός ακόμα προέδρου WASP, σαν το νεαρό άτι εφορμούν με την ισχύ, χωρίς πολιτικό μεγαλείο και σοφή αυτοσυγκράτηση, να κατακτήσουν τον κόσμο, όπως παλιότερα οι ασιατικές ορδές του Ταμερλάνου. Θα περιμέναμε από τη  Βρετανία και τη Γαλλία, που είναι και αυτά από τα παλαιότερα,  ωριμότερα και πιο αναπτυγμένα έθνη  να επηρεάσουν την αυτοσυγκράτηση.

Δυστυχώς όμως, παρακολουθούμε τη μεν Βρετανία με εκνευρισμό και ανασφάλεια για τη νέα θέση της στον κόσμο, σε ανάμνηση και προσδοκία του αυτοκρατορικού μεγαλείου, να συντάσσεται άλογα με τον καλπασμό του αλόγου. Και τη Γαλλία, πιθανά επειδή ακόμα φοβάται τη Γερμανία, να παλινδρομεί επικίνδυνα. Η Γερμανία δεν είναι πρόθυμη να συμμετέχει στον πόλεμο της Συρίας, και οι χώρες της Ε.Ε και οι χώρες δεν έχουν ενιαία στάση. (πηγή)

Η ανασφάλεια και ο φόβος, αν οι καταστάσεις δεν κρίνονται στην πραγματική τους διάσταση, είναι ο χειρότερος σύμβουλος για τα μεγαλύτερα πολιτικά λάθη που υποθάλπουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως απέδειξε η στάση του Τσώρτσιλ και η Βρετανία κάνει δεύτερη φορά το άλμα.

Παραφράζοντας τον Κένναν, αν δεν αυτοσυγκρατηθούν ή αναχαιτιστούν από τη δύναμη των εθνών που έχουν γνωρίσει έναν ώριμο και κατασταλαγμένο πολιτισμό τότε, όπως παρατήρησε κάποτε ο Πλάτων, «ουκ έστι κακών παύλα, ω φίλε Γλαύκων, ταις πόλεσι, δοκώ δ’ ουδέ τω ανθρωπίνω γένει». (δεν θα σταματήσει το κακό στις πόλεις, φίλε Γλαύκωνα, ούτε και στο ανθρώπινο γένος).

Ο πλανήτης μας, η Ευρώπη και η χώρα αναρωτιόμαστε  αν χρησιμεύουν πλέον μόνο ως τόποι εγκατάστασης πυρηνικών ή ως πεδία δοκιμών των νέων φονικών όπλων τεχνητής νοημοσύνης για την παγκόσμια επικράτηση.  Ειδικότερα η χώρα μας κινδυνεύει να θυσιαστεί σαν την Ιφιγένεια, σε περίπτωση γενικευμένου πολέμου, όπως θυσιάστηκε προς  χάριν της διάσωσης της Ευρωζώνης.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις σήμερα, με ασυγκράτητη επιθετικότητα, στην πραγματικότητα, δεν συνάδουν με πολιτικούς σκοπούς, οι οποίοι κατευθύνονται προς τη διαμόρφωση του αντιπάλου, αλλά κατευθύνονται προς την καταστροφή του αντιπάλου, επαναφέροντας μνήμες από το 2ο Π.Π (τα κατευθυνόμενα χτυπήματα στον άμαχο πληθυσμό, από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία και μετά έχουν γίνει αυτοσκοπός και τα θύματα έκτοτε ονομάζονται ψυχρά «παράπλευρες απώλειες»). Αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψη τους την ουσιαστικότερη ευθύνη που έχει η ανθρωπότητα: τη διατήρηση της ίδιας της ζωής…

Εκεί που αποτυγχάνουν τα κράτη,  είναι αναγκαία η νηφάλια συλλογική αντίδραση της ανθρωπότητας. Όσο ποτέ, ο κόσμος σήμερα χρειάζεται ένα παγκόσμιο κίνημα ειρήνης.

Κατερίνα Μπερλή

ΠΗΓΕΣ:
Το βιβλίο «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» του Tony Judt, 2ος τόμος, εκδόσεις  Η Καθημερινή
«Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, 1941-1950: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ή ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΙΤΙΑ; ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΑ 2012» Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, Θανάσης Δ. Σφήκας, Λυκούργος Κουρκουβέλας, Ευαγόρας Λ. Ευαγόρου, Διονύσης Χουρχούλης
http://www.idis.gr/coldwar/pdf/e-book.pdf
https://en.wikipedia.org/wiki/Werner_Heisenberg , https://en.wikipedia.org/wiki/Henry_Ford, με τις σχετικές αναφορές σε πηγές. Πρόσφατα δημοσιεύματα του ελληνικού και ευρωπαϊκού τύπου(euractive.com)
https://www.protothema.gr/world/article/778906/ipa-o-stratos-mas-den-to-kounaei-apo-ti-suria-mehri-na-petuhoume-tous-stohous-mas/

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου