Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

19 Απρ 2018


Του Στέφανου Κωνσταντινίδη

Και ξαφνικά ανακάλυψαν για πολλοστή φορά τα χημικά του Άσαντ! Και να ήταν αλήθεια, κάτι που δεν γωνιάζει με τη λογική, αφού δεν θα είχε κανένα λόγο να τα χρησιμοποιήσει σε μια στιγμή που κερδίζει τον πόλεμο, ποιος πιστεύει τους Αμερικανοδυτικούς μετά τα τόσα ψέματα που είπαν για τα χημικά όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ και αυτά του Καντάφι που δεν βρέθηκαν ποτέ;

Τα χημικά όπλα του Άσαντ –το παραμύθι δηλαδή κατά πάσαν πιθανότητα ή κάποια προβοκάτσια– είναι προπέτασμα καπνού για να κρύψουν τα εσωτερικά τους προβλήματα.

Ο Τραμπ για να ξεχαστεί η έρευνα σε βάρος του από το FBI που έφτασε μέχρι να ερευνήσει το γραφείο του δικηγόρου του, αλλά και τα άλλα ευτράπελα της πολιτικής του, η Τερέζα Μέι για να ξεχάσουν οι Βρετανοί την ανικανότητά της να χειριστεί το Brexit και τα άλλα εσωτερικά της προβλήματα και ο μικρός Ναπολέοντας του Παρισιού, ο Μακρόν, για να ξεχαστούν οι απεργίες που δονούν τη Γαλλία λόγω της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του. Οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν μεγάλα συμφέροντα με τη Ρωσία και σιγά-σιγά σκάνε μύτη στους Αμερικανούς, παρακολουθούν μουδιασμένοι.

Ούτως ή άλλως οι πύραυλοι ποτέ δεν ήταν όπλο αποτελεσματικής πολιτικής αν δεν ακολουθούνταν από στρατιωτική επέμβαση πεζοπόρων τμημάτων, όπως έδειξαν η Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, η Λιβύη και μια σειρά από άλλα παραδείγματα. Τι επιδιώκουν λοιπόν οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, αφού σίγουρα δεν είναι διατεθειμένοι να στείλουν στρατεύματα στη Συρία; Μια επίδειξη δύναμης, μια προσπάθεια ταπείνωσης του Πούτιν και του Ιράν, μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν το Ισραήλ και τέλος, ίσως το κυριότερο, να δηλώσουν παρόντες σε μια τελική διευθέτηση του συριακού προβλήματος, να προωθήσουν με άλλα λόγια τα πιόνια τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να μην αφήσουν την πρωτοβουλία στη Μόσχα.

Για τα δικά τους τελικά γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα, σκυλεύουν ακόμη μια φορά πάνω στο πτώμα της Συρίας. Στην αρχή εξόπλισαν μέσω Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας τους τζιχαντιστές, για να ανατρέψουν τον Άσαντ, το παιγνίδι δεν τους βγήκε και τώρα, για να μην πέσει η Συρία κάτω από την απόλυτη επιρροή της Ρωσίας και του Ιράν, παίζουν τα τελευταία χαρτιά τους πάνω στο πτώμα της.

Φυσικά ούτε ο Άσαντ είναι αθώος, ένας δικτάτορας είναι, αλλά η δαιμονοποίησή του δεν έχει όρια, από αυτούς που αγιοποιούν άλλα διεφθαρμένα αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής. Διότι, ως γνωστόν, υπάρχουν οι καλοί δικτάτορες όταν εξυπηρετουν τα συμφέροντα των Αμερικανών και των Δυτικών και αγοράζουν τα όπλα τους και οι κακοί δικτάτορες που αρνούνται να τους εξυπηρετήσουν και ακόμη χειρότερο συνάπτουν και συμμαχίες με τη Μόσχα. Ούτε φυσικά και οι Ρώσοι είναι αθώες περιστερές, και αυτοί τα δικά τους συμφέροντα εξυπηρετούν και γι΄αυτό προχωρούν σε ανίερες συμμαχίες με τον Ερντογάν και του παραδίδουν τους Κούρδους.

Όλοι, σε τελευταία ανάλυση, ασέλγησαν και ασελγούν πάνω στο πτώμα της Συρίας. Όμως την κύρια ευθύνη και για την κατάσταση στη χώρα αυτή, αλλά και τις άλλες χώρες της περιοχής, τη φέρει η Δύση που έσπειρε, από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου και μετά, διχόνοια και καταστροφή για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα. Αυτή η Δύση της αποικοκρατίας που δημιούργησε τεχνητά σύνορα και νέα κράτη από φεουδάρχες που τους ανακήρυξε βασιλιάδες, με τους οποίους μοιράστηκε και μοιράζεται το μάννα του πετρελαϊκού πλούτου της περιοχής.

Επτά χρόνια πόλεμος στη Συρία για τη δημοκρατία και την ελευθερία, όπως έλεγαν, και το μόνο επίτευγμά τους είναι η καταστροφή της χώρας και η ανάδειξη του φανατικού ισλαμισμού των τζιχαντιστών. Με το ίδιο πρόσχημα να εισαγάγουν τη δημοκρατία στους ιθαγενείς έσπειραν την καταστροφή στο Ιράκ και τη Λιβύη, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια πρόσφυγες. Πατούν επί πτωμάτων για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους και προσπαθούν να εξαπατήσουν τη διεθνή κοινή γνώμη περιτυλίγοντας τα επικοινωνιακά με τις έννοιες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, μεταμεσημβρινές ώρες της Πέμπτης, δεν έχουν ακόμη πέσει οι αμερικανικοί πύραυλοι πάνω στη Συρία. Αναμένονται… Ίσως στα παρασκήνια να γίνονται ύστατες προσπάθειες για να περιοριστεί η σύγκρουση Μόσχας – Δυτικών, ίσως για να δοθεί χρόνος στους Ρώσους να μετακινηθούν από τα σημεία που θα πληγούν. Αν και στο τελευταίο tweet του ο Πρόεδρος Τραμπ λέει, τώρα, πως οι επιθέσεις μπορεί και να μη γίνουν! Όπως αναφέρει στο νέο tweet του: «Ποτέ δεν είπα πότε θα γίνει επίθεση στη Συρία» για να προσθέσει πως αυτό μπορεί να συμβεί «σύντομα ή και καθόλου σύντομα».

Σε κάθε περίπτωση Ελλάδα και Κύπρος εμπλέκονται σε ό,τι συμβαίνει και θα συμβεί αφού το έδαφός τους θα χρησιμοποιηθεί για τις επιθέσεις εναντίον της Συρίας. Κι ας διαβεβαιώνει το αντίθετο ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών Νίκος Χριστοδουλίδης που νομίζει πως οι ιθαγενείς αγνοούν την ύπαρξη και τον ρόλο των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Ας επικεντρωθεί καλύτερα στο δείπνο Αναστασιάδη με τον Ακιντζί γιατί από αυτά τα δείπνα ξεκινούσε κάθε φορά και νέο χαντάκωμα του Κυπριακού. Και έτρεχε μετά ο ίδιος, ως κυβερνητικός εκπρόσωπος τότε, να μπαλώσει αυτά που προέκυπταν ως απόδειπνα!

Καιρός για μια πιο σοβαρή πολιτική και με την ελπίδα ότι δεν θα ξαναπληρώσει ο κυπριακός λαός νέες υποχωρήσεις Αναστασιάδη στο επερχόμενο δείπνο με τον Ακιντζί. Τα απόδειπνα μπορεί να αποδειχτούν ξανά πικρά, αν όχι δηλητηριασμένα. Και ο Κύπριος Πρόεδρος δεν μας έχει συνηθίσει σε μια μελετημένη, σοβαρή και αξιοπρεπή στάση σε αυτά τα δείπνα.

* O Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚκαι μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
stephanos.constantinides@gmail.com

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Ιωάννη-Σωτηρίου Ιωάννου

Η τακτική σέντρα του παλαίμαχου της Κασίμπασα

Η προκήρυξη πρόωρων εκλογών στη Τουρκία, για τις 24 Ιουνίου, έρχεται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συγκυρία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό και τις κινήσεις της Άγκυρας στο θέατρο του συριακού πολέμου. Ήταν μια κίνηση, εκ μέρους του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που αιφνιδίασε (σ.σ. ωστόσο επιστήμονες με ειδίκευση στην Τουρκία όπως ο Δρ. Ζήνων Τζιάρρας στη Κύπρο είχαν γράψει εκτενώς για το σενάριο εντός του καλοκαιριού).

Ωστόσο τόσο ο τακτικός της χαρακτήρας όσο και το γεγονός πως μια αξιόπιστη αντιπολιτευτική υποψηφιότητα στη Τουρκία λάμπει δια της… απουσίας της καταδεικνύουν πως ο Ερντογάν γνωρίζει, μετά από μια δεκαπενταετία, πολύ καλά το παιχνίδι της εκλογικής αναμέτρησης και πετυχαίνει το εξής απλό κι ορθολογιστικό: Αφαιρεί από τους εν δυνάμει αντιπάλους του, στη κούρσα αυτή των εκλογών που θα αλλάξουν άρδην το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας όπως το γνωρίσαμε, το περιθώριο οργάνωσης. Με μια μίνι προεκλογική εκστρατεία λοιπόν, μόλις 63 ημερών, η Τουρκία εκλέγει Πρόεδρο, καταργεί τον θεσμικό ρόλο του πρωθυπουργού και μεταβαίνει σε μια ενδιαφέρουσα περίοδο «α λα τούρκα» προεδρίας (απευθείας ανάθεση υπουργών, έκδοση προεδρικών διαταγμάτων με νομική ισχύ, επιλογή των 12 από τους 15 δικαστές του Συνταγματικού Δικαστηρίου κοκ). Σε μια πρώτη απόπειρα συνοπτικής αποτίμησης των λόγων που μετέφεραν τις εκλογές τον προσεχή Ιούνιο αντί του Νοεμβρίου του 2019, αλλά και των συνεπειών αυτής της προεκλογικής εκστρατείας-εξπρές για Ελλάδα και Κύπρο θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα κάτωθι:

α. Οι αναταράξεις στην οικονομία. Η αύξηση του πληθωρισμού, η εγγενής αγωνία εντός της τουρκικής κοινής γνώμης (που έχει ταυτίσει το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με το… δεύτερο) για το μέλλον της οικονομίας, η κατρακύλα της τουρκικής λίρας και η ανεργία αποτελούν στοιχεία που παρακολουθώντας κανείς τις δημοσκοπήσεις στο εσωτερικό της χώρας, απασχολούν τον μέσο Τούρκο περισσότερο από την επιρροή των ξένων χωρών, το Κουρδικό και τα τεκταινόμενα της Συρίας.

β. Το timing στο Συριακό. Η Τουρκία είχε μια επιτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση στο Αφρίν και στο ρευστό και κατακερματισμένο συριακό θέατρο άλλαξε άρδην τον επιχειρησιακό και πολιτικό χάρτη ολόκληρου του υποσυστήματος της ΒΔ Συρίας. Μια αλλαγή ισορροπιών εντός των επόμενων μηνών με φόντο τις εξελίξεις στο Ίντλιμπ (όπου τα proxies της Συρίας είχαν θεαματικά αποτελέσματα κι εναντίον της αλ Κάιντα περιορίζοντάς την αισθητά) θα περιέπλεκε τα πράγματα για την συριακή στρατηγική του Ερντογάν, τις στρατηγικές επιδιώξεις του στη συνολική πολιτική διευθέτηση του Συριακού στο μέλλον και στην, εσχάτως, ρωσική του στροφή.

γ. Η πρακτική και «εύκολη» εξουδετέρωση της Μεράλ Ακσενέρ του Iyi Party («Καλό Κόμμα»). Η Ακσενέρ, πρώην υπουργός Εσωτερικών, που αποχώρησε από το υπερεθνικιστικό MHP (Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης) του… “brother in arms” του Ερντογάν, Ντεβλέτ Μπαχτσελί. H Ακσενέρ τις επόμενες ημέρες θα πρέπει να μπει στη διαδικασία συλλογής 100.000 υπογραφών προκειμένου να νομιμοποιήσει την υποψηφιότητά της και να βρει μια φόρμουλα σύμπλευσης με το CHP και το Saadet («Κόμμα Ευδαιμονίας») μιας και το Iyi, στο timing της προκήρυξης εξουδετερώνεται πριν μπει στη μάχη. Η Ακσενέρ πάντως θα έχει, ας μας επιτραπεί μια μικρή πρόβλεψη, πρόβλημα στο να συγκεντρώσει ποσοστό που να απειλήσει, σε μεγάλο βαθμό, τον Ερντογάν δεδομένου ότι το 18% του εκλεκτορικού σώματος στη Τουρκία είναι κουρδικής εθνοτικής καταγωγής πράγμα που ισοδυναμεί με σχεδόν μηδενική μετακίνηση αυτής της εκλογικής δεξαμενής προς το πρόσωπό της (το HDP εξακολουθεί να διατηρεί leverage παρά την φυλάκιση Ντερμιρτάς και οι συντηρητικοί Κούρδοι «επανέρχονται» στο AKP). Οι πρόωρες εκλογές προσδίδουν επίσης επιπλέον πίεση στον Αμπντουλάχ Γκιουλ οι, μικρές, πιθανότητες του οποίου να κατέλθει περνούν αποκλειστικά μέσω του Saadet και του Καραμολλάογλου.

δ. Η μάχη των μεγάλων δήμων: Δεδομένης της πραγματικότητας ότι ο Ερντογάν αποτελεί έναν Πρόεδρο του 50% με σημαντικές απώλειες στους μεγάλους δήμους (Άγκυρα, Κωνσταντινούπολη, Μερσίνη) στις τελευταίες εκλογές, αλλά και στη ψηφοφορία του δημοψηφίσματος, μια νίκη-εξπρές στις πρόωρες εκλογές θα αλλάξει τα δεδομένα των δημοτικών εκλογών του επόμενου Μαρτίου δίνοντας περιθώριο στον πελατειακό μηχανισμό του AKP να επανακάμψει και να κυριαρχήσει, στο προσεχές μέλλον, εκλέγοντας δημάρχους της επιλογής του και

ε. Η ιδιαιτερότητα της συμπόρευσης Μπαχτσελί-Ερντογάν που όπως εύστοχα επισήμανε, πολλάκις, στις αναλύσεις του ο Δρ. Ζήνωνας Τζιάρρας αποτελεί και μια διαδικασία «πολιτικού ελέγχου» του Ερντογάν πάνω στο πρόσωπο του υπερεθνικιστή ηγέτη. Σε αυτό θα προσθέταμε ότι οι υψηλοί εθνικιστικοί τόνοι ναι μεν εξυπηρετούν την ρητορική Ερντογάν ωστόσο, σε ιδεολογικό και εσωκομματικό πλαίσιο εντός του AKP δημιουργούν και κλυδωνισμούς που ο Ερντογάν θα ήθελε να αποφύγει μελλοντικά, φοβούμενος μια ευθεία αμφισβήτηση της ηγεσίας του όχι από κάποιο ιστορικό στέλεχος του κόμματός του αλλά από τον ίδιο του τον… γαμπρό, τον δυναμικό και παρεμφερούς δυναμικής και προσωπικότητας, Μπεράτ Αλμπαϊράκ.

Ψυχραιμία και ψυχραιμία

Υπό το βάρος της προστιθέμενης πολιτικής αξίας που προσθέτει στην πολιτική ατζέντα του Ερντογάν η σύμπλευσή του με το MHP η πρόσληψη της εκλογικής διαδικασίας από την Ελλάδα πρέπει να γίνει χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες, με σοβαρότητα και επαγγελματισμό. Η χρονική συγκυρία καθίσταται δύσκολη μετά την υπόθεση των δύο Ελλήνων αξιωματικών που κρατούνται στην Τουρκία καθώς και της αυξημένης προκλητικότητας στο Αιγαίο. Θα το θέσουμε, με μια παράκληση για τους αναγνώστες του liberal.gr, χωρίς πολιτική ορθότητα και με χιούμορ: Η Τουρκία δεν θα διαλυθεί, δεν θα πάθει ένα νέο Βιετνάμ στη Συρία. Επίσης η Ρωσία δεν θα χτυπήσει την Τουρκία και η CIA δεν θα ανατρέψει τον Ερντογάν σαν τον Αλιέντε στη Χιλή.

Επιπλέον, ο Ερντογάν δεν είναι σουλτάνος και δεν βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου. Είναι πολιτικός. Το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου δεν είναι ο μοναδικός αλάνθαστος μπούσουλας ανάγνωσης της Τουρκίας. Και στην Τουρκία δεν υπάρχουν μόνο διπολισμοί μαύρου κι άσπρου, Γαλατασαράι και Φενέρμπαχτσε, πολιτικού Ισλάμ και Κεμαλισμού. Υπάρχει διαχρονικά μια δυναμική διαδικασία όσμωσης και κοινωνικής σύνθεσης. Που εμπεριέχει στοιχεία τόσο του πολιτικού Ισλάμ όσο και του τουρκικού μοντερνισμού που συνθέτουν την περιώνυμη Τουρκο-ισλαμική σύνθεση –που τέμνει πολλές εκφάνσεις της τουρκικής κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής διαδικασίας. Η ελληνική σημαία, πέραν του εθνικού συμβόλου του ελληνισμού, αποτελεί την θεσμική αποτύπωση και προέκταση της συνταγματικής έννομης τάξης. Κατσίκες, πρόβατα και… λοιπά ζωντανά δεν χρειάζεται να αποτελέσουν εργαλεία στις ατζέντες τοπικών αρχόντων για να εξυπηρετήσουν τοπικές πελατείες. Επίσης η επιστημονική και δημοσιογραφική πρόσληψη των τουρκικών εκλογών πρέπει να γίνεται με επαγγελματισμό, σοβαρότητα, χωρίς ακρότητες και την γνωστή ιδεολογική πόλωση.

Αν το 2017, όπως και στις αρχές του 2018, η Ολλανδία, η Γερμανία και οι ΗΠΑ βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας έντονης, τοξικής, αντιδυτικής ρητορικής εκ μέρους της Τουρκίας για σκοπούς εσωτερικής κατανάλωσης οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα μπορούσαν να εργαλειοποιηθούν με παρεμφερή τρόπο με συνεχιζόμενη ένταση στο Αιγαίο μέχρι τον προσεχή Ιούνιο. Στη περίπτωση τόσο της Γερμανίας όσο και της Ολλανδίας οι σχέσεις με την Τουρκία έλαβαν διαστάσεις συνεχιζόμενων διπλωματικών κρίσεων. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας και του περιβάλλοντος στο Αιγαίο τα πράγματα είναι πολύ σοβαρότερα. Ας μην επαναλάβουμε λάθη του παρελθόντος υιοθετώντας τις ίδιες προβληματικές προσεγγίσεις. Εξάλλου, η ρητορική της τουρκικής πλευράς στο ζήτημα των Ιμίων θα έπρεπε να εκληφθεί ως ένα μήνυμα… πρόωρων εκλογών που η Αθήνα φαίνεται να μην ανέγνωσε εγκαίρως και που οφείλει να τύχει σοβαρής αντιμετώπισης σε επίπεδο διαχείρισης κρίσεων.

Η θέα από την Λευκωσία

Στην περίπτωση της Κύπρου υπάρχουν δύο ενδιαφέρουσες πτυχές: α. Η διάσταση επηρεασμού της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού υπό το βάρος της στασιμότητας στις διαπραγματεύσεις αλλά και των προκλητικών ενεργειών της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ με αποκορύφωμα την παρεμπόδιση της ερευνητικής γεώτρησης της ιταλικής ΕΝΙ τον περασμένο Φεβρουάριο και β. Η προέκταση των πρόωρων εκλογών στα Κατεχόμενα εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Μια περαιτέρω δημιουργία εντάσεων στην ΝΑ Μεσόγειο θα μπορούσε να ενταχθεί στην προεκλογική διαδικασία της Τουρκίας με την δημιουργία μιας περαιτέρω de facto αμφισβήτησης του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας με την κάθοδο του Deep Sea Metro II εντός της κυπριακής ΑΟΖ –πριν το ορόσημο της ερευνητικής γεώτρησης της αμερικανικής ExxonMobil τον προσεχή Οκτώβριο. Εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας οι πρόωρες εκλογές θα ασκήσουν περισσότερη πίεση δεδομένου ότι τους τελευταίους μήνες καθίσταται σαφές, μήνυμα που όλοι εδώ στην Κύπρο λαμβάνουμε, πως ο μηχανισμός του AKP έχει «πάρει εμπρός» εντός των οργανώσεων των Τούρκων εποίκων με προεκτάσεις που φτάνουν μέχρι την αλλαγή του τρόπου αλληλεπίδρασης εποίκων-Τουρκοκυπρίων σε πολλαπλά επίπεδα. Η κάθοδος του Τούρκου ΥΠΕΞ, Τσαβούσογλου, την προσεχή Παρασκευή είναι ενδεικτική. Επιπλέον εντός των κομματικών ελίτ των Τουρκοκυπρίων αυξάνονται οι φωνές που δείχνουν να αντιλαμβάνονται την επόμενη ημέρα στη Κύπρο, εκτός της προοπτικής της λύσης. Κάτι τέτοιο θα είχε άμεσες συνέπειες που θα άλλαζαν τα ποιοτικά δεδομένα της λύσης του Κυπριακού όπως πρωτοβουλίες για την επιστροφή των Μαρωνιτών ή και αλλαγή καθεστώτος στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου –ενέργειες που θα οδηγήσουν εγγύτερα στην πραγματικότητα της οριστικής διχοτόμησης.

Αντί επιλόγου

Τους επόμενους δύο μήνες οφείλουμε, σε Κύπρο και Ελλάδα, να παραμείνουμε ψύχραιμοι. Το μεγάλο κι ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ή πως ο Ερντογάν θα επικρατήσει στις προσεχείς εκλογές. Αλλά πως η επόμενη ημέρα θα επηρεάσει την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Και κυρίως αν η Τουρκία της επόμενης ημέρας θα βρει την χώρα σε συνθήκες σχετικής σταθερότητας ή θα βγάλει κάποιο τζίνι, στην προκείμενη της πολιτικής αστάθειας, από το μπουκάλι.

*Ο Ιωάννης-Σωτήριος Ιωάννου είναι δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Πολίτης» της Κύπρου και αναλυτής στην Διπλωματική Ακαδημία του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Στο Twitter: @JohnPikpas
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



15 Απρ 2018


Γράφει ο Ιαν Λέσερ

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει εισέλθει σε μια ανησυχητική περίοδο. Το στρατηγικό περιβάλλον είναι το πιο αβέβαιο και συγκρουσιακό που έχει καταγραφεί από την κρίση των Ιμίων το 1996. Οι πηγές των κινδύνων σήμερα είναι βαθύτερες και ευρύτερες από ό,τι σε προηγούμενες δεκαετίες.

Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Κύπρος ωφελήθηκαν από την εξομάλυνση που επικράτησε στην περιοχή από τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Τα οφέλη αυτά έγιναν αισθητά ευρύτερα, στην Ευρώπη και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ είχαν την πολυτέλεια να μην ανησυχούν για παραδοσιακά σημεία εντάσεων, όπως ο θαλάσσιος και ο εναέριος χώρος του Αιγαίου, η Κύπρος, τα Βαλκάνια και η Θράκη. Ωστόσο η πολιτική ηγεσία στην περιοχή και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού δεν έχει πλέον την πολυτέλεια του εφησυχασμού. Οι κίνδυνοι της ριψοκίνδυνης διπλωματίας και του ατυχήματος έχουν επανέλθει.

Κατ’ αρχάς, καμία από τις υποκείμενες πολιτικές και εδαφικές διαφορές δεν έχει επιλυθεί. Αυτό καθεαυτό δεν αποτελεί άμεσο κίνδυνο, αλλά καθίσταται πιο προβληματικό σε συνδυασμό με την αυξημένη ναυτική και αεροπορική δραστηριότητα στο Αιγαίο, αλλά και τις απόπειρες εμπορικής εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της περιοχής.

Η Ελλάδα, η Τουρκία, η Κύπρος, το Ισραήλ και η Αίγυπτος έχουν στην πραγματικότητα κοινό συμφέρον να εκμαιεύσουν τη μεγαλύτερη δυνατή αξία από τους οικονομικούς πόρους της Ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας και του τουρισμού. Η επικρατούσα ένταση δυσχεραίνει την ανάπτυξη και την αξιοποίηση των πόρων αυτών. Ειδικά στον τομέα της εκμετάλλευσης υπεράκτιων ενεργειακών πόρων, όπου το κόστος των υποθαλάσσιων αγωγών είναι πολύ υψηλό, η περιφερειακή συνεργασία είναι ζωτικής σημασίας. Είναι επίσης το «κλειδί» για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών κινδύνων. Σε συνθήκες γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, οι προοπτικές για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων δεν είναι ενθαρρυντικές.

Δεύτερον, οι υψηλοί τόνοι και στις δύο πλευρές του Αιγαίου δυσχεραίνουν τη συνετή διπλωματία. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το περιστατικό με τους στρατιώτες που διέβησαν τα ελληνοτουρκικά σύνορα θα είχε επιλυθεί ταχέως και σιωπηλά. Το γεγονός ότι δεν συνέβη αυτό είναι μια προειδοποίηση για πιθανά μελλοντικά ατυχήματα, στον αέρα και στη θάλασσα. Από τα Βαλκάνια ώς την Εγγύς Ανατολή, οι κυβερνήσεις φοβούνται πάνω από όλα μη φανούν αδύναμες. Ο εθνικισμός είναι μια ισχυρή δύναμη στην περιοχή, ειδικά στην Τουρκία, που αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις στο πεδίο της ασφάλειας. Δυστυχώς, δεν έχει υπάρξει διπλωματική πρόοδος για το Κυπριακό, παρότι η κατάσταση στο νησί έχει σταθεροποιηθεί. Η Κύπρος σήμερα ενδεχομένως να απειλείται περισσότερο από κινδύνους που συνδέονται με την ευρύτερη περιοχή παρά από οτιδήποτε αφορά το ίδιο το νησί.

Τέλος, το περιφερειακό χάος που επικρατεί ενδέχεται να έχει διάρκεια στον χρόνο – και να αποτελέσει μαγνήτη για τριβές μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η επιδείνωση της στρατηγικής εικόνας στην ευρύτερη περιοχή, από τη Λιβύη έως το Ιράκ, από τα Βαλκάνια έως το Αιγαίο, θα συνεχιστεί. Η Συρία μπορεί να μην αποκατασταθεί ποτέ εδαφικά. Αλλά ακόμα κι αν επανενωθεί υπό το καθεστώς Ασαντ, με τη στήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, αυτό δεν θα ήταν βελτίωση, ούτε από ηθική άποψη ούτε από την οπτική της ασφάλειας. Η διαιώνιση των συγκρούσεων θα συνεχίσει να δημιουργεί ροές προσφύγων και μεταναστών και να τροφοδοτεί τη διεθνή εγκληματικότητα, με μεγάλο ανθρώπινο κόστος.

Το χειρότερο σενάριο είναι η κρίση στη Συρία να προκαλέσει σύρραξη μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ ή μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ (ήδη διεξάγεται ένας πόλεμος χαμηλών τόνων μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν). Κανένας εκ των παικτών, τοπικών ή εξωτερικών, δεν έχει συμφέρον να προκαλέσει μια ευρύτερη, ανοιχτή σύγκρουση.

Η Ιστορία ωστόσο είναι γεμάτη από περιπτώσεις χωρών που οδηγούνται μέσω ατυχήματος σε πόλεμο, σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού και αμοιβαίας έλλειψης εμπιστοσύνης. Η διεθνής σκηνή σήμερα έχει πολλά σημεία που είναι υποψήφια για ένα τέτοιο ατύχημα, από τη Βαλτική έως τη Χερσόνησο της Κορέας. Δυστυχώς, ένα από αυτά πλέον είναι και η Ανατολική Μεσόγειος.

* Ο κ. Ιαν Λέσερ είναι αντιπρόεδρος του German Marshall Fund of the United States.
Καθημερινή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Σύμμαχος προς αξιοποίηση είναι ο Βλ. Πούτιν και όχι αντίπαλος

Του Νίκου Κατσουρίδη 

Όταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν παραλάμβανε από τον μέθυσο αρχηγό της δυτικοκινητικής ομάδας εξουσίας, Μπορίς Γιέλτσιν, ουδείς φανταζόταν, ότι θα κρατούσε τόσα χρόνια το τιμόνι της εξουσίας. Ούτε ότι θα κατόρθωνε όσα κατόρθωσε σε πολλά και διάφορα μέτωπα.

Ότι και να λέγεται, ότι και να πιστεύει κάποιος για τον ίδιο και τον τρόπο που κυβερνά υπάρχουν, ορισμένα αδιάψευστα δεδομένα, τα οποία συνθέτουν το «φαινόμενο» Πούτιν.
  1. ΄Έχει αναδειχθεί σ΄ ένα πανίσχυρο ηγέτη στη χώρα του αλλά και τον δεύτερο ηγέτη παγκοσμίως μαζί με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ.
  2. Είναι για πολλά κατά σειρά τώρα χρόνια δημοφιλέστατος στη χώρα του και ένα εκ των 3-4 δημοφιλέστερων στη   ιστορία της.
  3. ΄Έχει επαναφέρει το αίσθημα εθνικής περηφάνειας στο μέσο Ρώσσο.
  4.  ΄Έχει καταστήσει και πάλιν τη Ρωσία στρατιωτική υπερδύναμη.
  5. Οδήγησε τη χώρα του σε εδάφη και θάλασσες από τα οποία είχε απομονωθεί εδώ και δεκαετίες.
  6.  Έχει πετύχει ένα πολύχρονο όνειρο των Ρώσσων για έξοδο στη Μεσόγειο.
  7.  ΄Έχει προωθήσει τα Ρωσικά οικονομικά συμφέροντα σε πολλές νέες αγορές.
  8.  Τερμάτισε τους διάφορους εσωτερικούς πολέμους στη Ρωσική Ομοσπονδία όπως π.χ. αυτονομιστικές εξάρσεις.
  9.  ΄Έκτισε άριστες σχέσεις με κράτη τα οποία δεκαετίες υπήρχε αντιπαράθεση, Κίνα, Ιράν και άλλα.
  10. Κατόρθωσε και κατορθώνει να ελέγχει τους Ρώσσους μεγιστάνες του πλούτου.
Θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος και άλλα δεδομένα αλλά είναι αχρείαστο. Φυσικά υπάρχουν κι αρκετές σοβαρές αδυναμίες όλα αυτά τα χρόνια οι οποίες προβάλλονται κατά κόρον στα κυπριακά ΜΜΕ, όπως π.χ. οι σοβαρές δυσκολίες της Ρωσικής οικονομίας και η υπερσυγκέντρωση εξουσίας σ΄ ένα πρόσωπο και την ομάδα του και άλλες. Θα περιοριστώ ως εδώ, γιατί σκοπός μου είναι να σταθώ στη θέση της Ρωσίας του Πούτιν στην Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή και πως αυτό επηρεάζει την Κύπρο και τη σχέση Ρωσίας – Τουρκίας.

Η σημερινή Ρωσία βρίσκεται για πρώτη φορά στη ιστορία με σοβαρή φυσική, παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, κατ΄ επέκταση στην Μεσόγειο. Με πολιτική και στρατιωτική παρουσία στη Συρία, με πολιτική επιρροή σε ολόκληρο σχεδόν το Σιϊτικό Τόξο και οικονομική παρουσία σε αρκετές χώρες της Μεσογείου και ειδικά της ανατολικής της λεκάνης. Στα πλαίσια αυτά και στην Κύπρο. Εξ΄ άλλου ήταν ένας βασικότατος λόγος που υποστήκαμε την άδικη και απαράδεκτη πρωτοτυπία του «κουρέματος».
Η οικονομική παρουσία της Ρωσίας εδώ, αλλά και η κατοίκηση χιλιάδων Ρώσων στο νησί μας, παράλληλα με την ανάπτυξη των σχέσεων των δύο λαών από το εμπορικο-οικονομικό κομμάτι ως το θρησκευτικό, λογικά θα έπρεπε να δημιουργήσει καλύτερες προϋποθέσεις στη θέση της Μόσχας στο Κυπριακό.

Αν μάλιστα προσθέσει κάποιος την παραδοσιακή θετική στάση της Ρωσίας στο πρόβλημα μας, η στήριξη της θα αναμενόταν η ισχυρότερη παρά ποτέ. Για λόγους ιστορικούς, θρησκευτικούς οικονομικούς η Μόσχα είναι φιλικά διακείμενη προς την Κύπρο. Η φιλική και θετική στάση της υπαγορεύεται χρόνια τώρα κύρια από τα συμφέροντα της. Τα οποία πολύ απλά, λένε ότι η ισχυροποίηση του ΝΑΤΟ την βλάφτει και η αποδυνάμωση του την ωφελεί. Η προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων την αποδυναμώνει και η οπισθοχώρηση τους την ενδυναμώνει.

Σ΄ αυτά τα πλαίσια τα τελευταία χρόνια έχουν προωθηθεί οι Ρωσοτουρκικές σχέσεις.   Δεδομένο που μπαίνει στη ζυγαριά της όλης πολιτικής συμπεριφοράς της Ρωσίας. Βέβαια αυτές οι σχέσεις, κατά τη γνώμη μου, είναι δύσκολο να έχουν συνέπεια και μεγάλη χρονική διάρκεια για διάφορους λόγους.
Οσο όμως διαρκούν θα επηρεάζουν και το κυπριακό. Αυτός ο επηρεασμός δεν είναι όμως μονοδρομικός. Δεν είναι μιας κατεύθυνσης, αλλά δύο. Η μια κατεύθυνση εδράζεται στην λογική ότι για τα δικά της συμφέροντα θα είναι πιο συγκαταβατική έναντι των τουρκικών θέσεων. Η άλλη λέει ότι, οι ενισχυμένες σχέσεις με την Τουρκία επιτρέπουν την άσκηση μεγαλύτερης επιρροής. Ισχύουν και τα δύο. Ισχύουν όμως υπο το πρίσμα της διαχρονικής (αρκετών αιώνων) σχέσης των δύο χρόνων. Και αυτή μακροβιότατη σχέση, έχει καθορίσει τα όρια εμπιστοσύνης και στις δύο πλευρές. Προσθέστε σ΄ αυτό και το γεγονός ότι σε πολλά θέματα και περιοχές τα συμφέροντα τους δεν συμπίπτουν και μάλιστα συγκρούονται.

Φυσικά η στάση της Ρωσίας απέναντι στην Κύπρο και το κυπριακό δεν καθορίζεται μόνο από τις σχέσεις της χώρας με την Τουρκία αλλά και τις απ΄ ευθείας σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία και έμμεσα και την Ελλάδα. Καθώς επίσης και τις άλλες γειτονικές μας χώρες. Αρα η ενδυνάμωση των σχέσεων μας με τις γειτονικές χώρες είναι βοηθητικές. Ορίζονται όμως κατά κύριο λόγο στα πλαίσια της αντιπαράθεσης Ρωσίας – ΗΠΑ και Ρωσίας – ΝΑΤΟ. Υπο αυτό το πρίσμα η Ρωσία ούτε πριν, ούτε τώρα επιθυμεί ή αποδέχεται λύσεις ή ρυθμίσεις του κυπριακού που θα ισχυροποιούν τη νατοϊκή και αμερικανική παρουσία στο νησί. Όλες οι διχοτομικές η συνομοσπονδιακές μορφές λύσεις ή ρυθμίσεις την βρίσκουν κάθετα αντίθετη, γιατί όλες οδηγούν στην ισχυροποίηση της νατοϊκής παρουσίας είτε ευθέως, είτε μέσον Τουρκίας και Ελλάδας. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούμε αλλά αντίθετα να το αξιοποιούμε σταθερά.
Στην Κυπριακή Δημοκρατία τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί η πολιτική και η οικονομική παρουσία των ΗΠΑ. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια δε έγινε επίσης κατορθωτή η παρουσία ρωσικών εταιρειών στην κυπριακή ΑΟΖ. Ούτε και η παροχή ορισμένων διευκολύνσεων που ζητούσε η ρωσική πλευρά.

Όλα τα πιο πάνω έχουν οδηγήσει σε ένα άλλο επίπεδο τις σχέσεις Ρωσίας – Κύπρου με νέα θετικά στοιχεία, αλλά και αρνητικά. Ειδικά στο κυπριακό, οι σχέσεις θα μπορούσαν να ήταν πιο προωθημένες αν π.χ. εμμέναμε στη θέση για συμμετοχή και των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας στη Διεθνή Διάσκεψη για το Κυπριακό.
Συμπερασματικά η Ρωσική Δημοκρατία κρινόμενη με όλα τα όσα σ΄ αυτό το άρθρο παράθεσα είναι χώρα που, παρά το όποια κενά ή παραλείψεις, είναι για διάφορους λόγους ιστορικούς και συμφερόντων, σύμμαχος προς αξιοποίηση και όχι αντίπαλος, όπως ορισμένοι εδώ στην Κύπρο χειρίζονται.
HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



14 Απρ 2018


Του Νίκου Μελέτη

Σε πλήρη αμφισβήτηση της ελληνικής και κυπριακής υφαλοκρηπίδας και του δικαιώματος του Καστελόριζου σε θαλάσσιες ζώνες προχώρησε, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του Liberal.gr η Τουρκία με επιστολή της στον ΓΓ του ΟΗΕ, αντιδρώντας στην κατάθεση στον διεθνή οργανισμό του Κοινού Ανακοινωθέντος της Τριμερούς Ελλάδας – Κύπρου - Αιγύπτου.

Η επιστολή αυτή επιχειρεί να λειτουργήσει ως προειδοποίηση και για το Κάιρο, καθώς η Άγκυρα δεν κρύβει την ανησυχία της, λόγω και των εχθρικών σχέσεων με το καθεστώς Σισι, να προχωρήσουν και να καταλήξουν οι συνομιλίες Ελλάδας - Αίγυπτου για οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Επιχειρείται ακόμη η αμφισβήτηση της συνεργασίας της Κύπρου με την Αίγυπτο που έχει πάρει εντατικούς ρυθμούς και ήδη δρομολογούνται οι διαδικασίες για την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού από την Κυπριακή ΑΟΖ στην Αιγυπτιακή ακτή για την μεταφορά του προς υγροποίηση φυσικού αερίου.

Με την επιστολή του με ημερομηνία 27 Μαρτίου 2018 ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη Φ. Σινιρίογλου αμφισβητεί την αναφορά σε ύπαρξη «κοινών θαλασσίων συνόρων» μεταξύ των τριών χωρών και επαναλαμβάνει την μονομερή διεκδίκηση της χώρας του για δικαιώματά της επι όλης της υφαλοκρηπίδας της Ανατολικά της Κύπρου και μέχρι την Κρήτη και την Ρόδο. Οι ρηματικές διακοινώσεις της, στις οποίες παραπέμπει η Τουρκία, αναφέρονται στην μονομερή και αυθαίρετη «οριοθέτηση» της υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο, που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει στην βάση της μέσης γραμμής μεταξύ των τουρκικών και αιγυπτιακών ακτών, «εξαφανίζοντας» την ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα στην Μεσόγειο, ενώ υπάρχουν παραπομπές και στην παράνομη παραχώρηση δικαιώματος ερευνών στην τουρκική εταιρία ΤΡΑΟ, σε «Οικόπεδο» το οποίο επικαλύπτει την υφαλοκρηπίδα της Ρόδου και του Καστελόριζου.

Η Τουρκική επιστολή που δημοσιεύθηκε ως επίσημο έγγραφο της Γενικής Συνέλευση (Α/72/820 6 Απριλίου 2018) αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Σχετικά με την επιστολή που περιείχε την Τριμερή Διακήρυξη με ημερομηνία 13 Φεβρουαρίου 2018 εκφράζω της ενστάσεις της κυβέρνησής μου. Τα εξωτερικά όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο δυτικά του μεσημβρινού 32°16'18"E εχουν καθορισθεί με τουρκικές ρηματικές διακοινώσεις και με σειρά επιστολών προς τον ΓΓ του ΟΗΕ και έχουν δημοσιευθεί στην Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea καθώς και στο Law of the Sea Bulletin.
Υπό το φως των ανωτέρω η αναφορά στα αποκαλούμενα «κοινά θαλάσσια σύνορα» στην προαναφερόμενη κοινή επιστολή, είναι άκυρη και αβάσιμη υπό τους ορούς του Διεθνούς Δίκαιου, περιλαμβανομένου του εθιμικού δικαίου.
Θα ήθελα να επαναλάβω ότι η Τουρκία έχει δεσμευθεί να προστατεύσει τα ipso facto and ab initio κυριαρχικά δικαιώματα της στην υφαλοκρηπίδα της….
Φεριντουν Σινιριογλου
Μόνιμος Αντιπρόσωπος»
Στις 13 Φεβρουαρίου με επιστολή τους οι Μόνιμοι Αντιπρόσωποι της Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου Μαρία Θεοφιλή, Κορνήλιος Κορνηλίου και Μοχαμεντ Ομαρ Γκαντ, (Α/72/760) είχαν καταθέσει στον ΟΗΕ το κείμενο της Κοινής Διακήρυξης της Τριμερούς Συνάντησης Κορυφής Τσίπρα -Σίσι- Αναστασιάδη που έγινε στις 21 Νοεμβρίου 2017 στην Λευκωσία.

Στην Διακήρυξη υπήρχε μια παράγραφος αφιερωμένη στον σεβασμό των τριών χωρών στους κανόνες της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας και εκτός των άλλων υπήρχε σαφής αναφορά στην «δέσμευση τους να προωθήσουν χωρίς καθυστέρηση τις συνομιλίες για οριοθέτηση των κοινών θαλασσίων συνόρων», ενώ συγχρόνως καλούσαν την Τουρκιά να σταματήσει τις παράνομες δραστηριότητες στις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου και να αποφύγει ανάλογες ενέργειες στο μέλλον».

Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



12 Απρ 2018


Μαχητικά αεροσκάφη της βρετανικής βασιλικής αεροπορίας και του Αραβικού Συνδέσμου έφτασαν τα ξημερώματα της Πέμπτης στην αεροπορική βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο.

Σύμφωνα με όσα μεταδίδουν ξένα μέσα, τα μαχητικά που βρίσκονται στην αεροπορική βάση του Ακρωτηρίου προετοιμάζονται να αναλάβουν δράση, στην περίπτωση που η Τερέζα Μέι δώσει το πράσινο φως για την πραγματοποίηση αεροπορικών επιθέσεων κατά στόχων του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία.

Εν τω μεταξύ, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι το αντιτορπιλικό USS Donald Cook που απέπλευσε χθες από το λιμάνι Λάρνακας, κατευθύνεται ανοιχτά της Συρίας καθώς θα συμμετέχει σε μία ενδεχόμενη επίθεση των ΗΠΑ.

Παράλληλα, στο δρόμο για τη Μεσόγειο βρίσκεται και το αεροπλανοφόρο USS Harry S. Truman, συνοδευόμενο από επτά πολεμικά πλοία.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, η επιχείρηση γίνεται για «λόγους θαλάσσιας ασφάλειας σε συνεργασία με εταίρους και συμμάχους των ΗΠΑ», ενώ αποσκοπεί στο να «ενισχύσει τη συνεργασία στην ασφάλεια, ενώ θα προωθήσει τη ναυτική παρουσία σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή».

Ο Τζ. Κόρμπιν θέλει να ζητηθεί η γνώμη του κοινοβουλίου για το ζήτημα της Συρίας

Ο επικεφαλής της βρετανικής αντιπολίτευσης Τζέρεμι Κόρμπιν δήλωσε σήμερα ότι πρέπει να ζητηθεί η γνώμη του κοινοβουλίου πριν αναληφθεί οποιαδήποτε στρατιωτική δράση εναντίον της Συρίας.

Ο Κόρμπιν έκανε δηλώσεις ενώ η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι πρόκειται να συζητήσει σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου την απάντηση της Βρετανίας στη χημική επίθεση που φέρεται ότι πραγματοποιήθηκε από τις δυνάμεις της συριακής κυβέρνησης στην πόλη Ντούμα.

«Το κοινοβούλιο πρέπει να δώσει τη γνώμη του πάνω σ' αυτό», δήλωσε ο επικεφαλής του Εργατικού Κόμματος σε συνέντευξή του στο Sky News.

«Πρέπει να υπάρξει μια κανονική διαδικασία διαβούλευσης», πρόσθεσε. «Το υπουργικό συμβούλιο δεν πρέπει να λάβει μόνο του αυτή την απόφαση».

Οι Συντηρητικοί της Μέι δεν έχουν πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων και εξαρτώνται από τους συμμάχους τους από το μικρό βορειοϊρλανδικό κόμμα DUP για να κερδίζουν τις ψηφοφορίες.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



10 Απρ 2018


Ψύχραιμοι αναλυτές συζητούν για αναβαθμισμένο «θερμό επεισόδιο» στο Αιγαίο μεγαλύτερης έντασης, διάρκειας και διακυβευμάτων από αυτό των Ιμίων. Αρχικώς, φαίνεται ότι ο Ερντογάν στοχεύει σε σύγκρουση στο Αιγαίο με στόχο την εδραίωση του αναβαθμισμένου ρόλου της Τουρκίας. Ο Ερντογάν, όμως, δεν είναι μονοσήμαντος και η τουρκική υψηλή στρατηγική δεν κινείται απλουστευτικά.

Αναμφίβολα, η συγκυρία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι δυσχερής. Το Αιγαίο, όμως, συνεχίζει να αποτελεί για την Αγκυρα πεδίο δευτερεύουσας σημασίας. Η Τουρκία γνωρίζει ότι ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο θα δημιουργήσει χιονοστιβάδα εξελίξεων στις βορειοατλαντικές δομές, οι ευρωτουρκικές σχέσεις θα διακοπούν σε βάθος χρόνου, ενώ αμφισβητούνται οι αντοχές του τουρκικού στρατού, ενός τμήματος του βαθέος τουρκικού κράτους που βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση ταυτότητας.

Η Τουρκία εφαρμόζει και θα συνεχίσει με μεγαλύτερη ένταση στο αμέσως προσεχές διάστημα μια πολιτική «υψηλής φθοράς» στο Αιγαίο, στοχεύοντας σε καθημερινή οικονομική αιμορραγία της Ελλάδας σε καιρούς που η οικονομία της χώρας βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος. Πολλοί ξεχνούν ότι τα κράτη ηττούνται σε πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά καταρρέουν μέσω της οικονομικής ολιστικής αδυναμίας και της κοινωνικοπολιτικής αταξίας που ακολουθεί. Η τουρκική εξωτερική πολιτική στοχεύει στην ολιστική κατάρρευση της Ελλάδας μέσω αυξημένης φθοράς, μια στρατηγική κατεύθυνση που συμπίπτει με τον υπερτροφικό αναθεωρητισμό της Αγκυρας κάτι που θα δημιουργήσει νέα δεδομένα στη ΝΑ Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πράγματι, το πρωτογενές ενδιαφέρον της Τουρκίας επικεντρώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Το κουρδικό ζήτημα της Συρίας και του Β. Ιράκ αποτελεί αντανάκλαση της διευρυμένης στρατηγικής πραγματικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι σχέσεις της Αγκυρας με τα πανισλαμικά κινήματα του αραβικού κόσμου, που θα συνεχίσουν να απασχολούν την περιοχή μέσω των δομικών μετεξελίξεων της Αραβικής Ανοιξης στο προσεχές διάστημα, εδραιώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην ίδια περιοχή επικεντρώνεται η νέα ανταγωνιστική διάσταση στις αμερικανορωσικές σχέσεις, αλλά και το ενεργειακό παίγνιο, που μετεξελίσσεται σε συνθήκη ζωτικής εφαρμογής power politics.

Η τουρκική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο, εκτός της Ελλάδας, στοχοποιεί έμμεσα το Ισραήλ και ανοικτά την Κύπρο. Η Ελλάδα και το Ισραήλ αποτελούν παράγοντες ανάσχεσης της τουρκικής στόχευσης να αποτελεί τον μοναδικό ισχυρό γηγενή πόλο ισχύος στην περιοχή, ώστε να είναι σε θέση να υποστηρίξει με επιπρόσθετα επιχειρήματα την αναβάθμιση του status της σε διεθνές επίπεδο. Οι στενές σχέσεις της Αγκυρας με τη Χαμάς αλλά και οι ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την Τεχεράνη αποσκοπούν, όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, να αυξηθεί η φθορά που δέχεται η Ιερουσαλήμ μέσω των πολλαπλών γεωστρατηγικών τριβών στην ευρύτερη περιοχή.

Ως προς την περίπτωση της Κύπρου, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η Λευκωσία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ούτε διαθέτει το επίπεδο σκληρής ισχύος του Ισραήλ. Είναι ένας, συγκριτικά, εύκολος στόχος που γίνεται θελκτικότερος λόγω του ενεργειακού παιγνίου που διαδραματίζεται στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία, γνωρίζοντας ότι δεν θα επιτύχει μια υπέρ αυτής κεφαλαιοποίηση, επιδιώκει να εμποδίσει επενδύσεις και συνδέσεις της Λευκωσίας με το παγκόσμιο επιχειρηματικό/ενεργειακό πεδίο. Παράλληλα, η Κύπρος «προσφέρει» το πλαίσιο για να επιτυγχάνει η Τουρκία προβολές ισχύος «χαμηλής επικινδυνότητας», που θα προσφέρουν στην Αγκυρα τη δυνατότητα να εμφανίζει τη δυσαρέσκειά της στη διεθνή αρένα αλλά και να επιτυγχάνει κοινωνικές συσπειρώσεις ευρείας κλίμακας στο εσωτερικό του κράτους, όταν οι συνθήκες απαιτούν μεθόδους γρήγορης αποσυμπίεσης.

Η υψηλή στρατηγική της Τουρκίας στο Αιγαίο και ευρύτερα στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πολυεπίπεδη και λιγότερο εμφανής από ό,τι παρουσιάζεται. Μπορεί να γίνει πρόβλεψη θερμού επεισοδίου στο αυστηρό μεθοδολογικό πλαίσιο της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων; Ασφαλώς και όχι. Αλλά η ποιοτική ανάλυση των μεταβλητών δείχνει ότι ένα υπολογισμένο θερμό επεισόδιο –και όχι ένα θερμό επεισόδιο απότοκο ατυχήματος εξαιτίας της υψηλής τριβής που κυριαρχεί στην περιοχή– είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί εναντίον της Κύπρου. Η Αγκυρα, παράλληλα, θα επιθυμεί να δει την εξέλιξη ενός θερμού επεισοδίου μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ ώστε να έχει να αντιμετωπίσει μειωμένη διπλωματική πίεση από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία ή τη Γαλλία, οι οποίες θα έχουν στρέψει την προσοχή τους στα σύνορα Λιβάνου και Ισραήλ.

Η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας αναδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο στενά συνδεδεμένη είναι η στρατηγική μοίρα Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου. Επομένως, επιβάλλεται η ουσιαστικότερη εμβάθυνση της συνεργασίας σε επίπεδο πλέον συμμαχίας. Αναγκαία καθίσταται, επίσης, η υιοθέτηση μέτρων ολικής άμυνας [total defense] από την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και ποιοτικής και ποσοτικής ενίσχυσης των δυνάμεων της ΕΛΔΥΚ από την Ελλάδα, κυρίως με μονάδες «ασύμμετρου πλήγματος», ειδικές δυνάμεις και μονάδες κυβερνοπολέμου.

* Ο κ. Σπύρος Λίτσας είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής του Πανεπιστημίου της Grenoble και της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Καθημερινή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



6 Απρ 2018


Αποφασισμένη να συντηρήσει την ένταση στην κυπριακή ΑΟΖ εμφανίζεται η Τουρκία καθώς εξέδωσε νέα Navtex που περιλαμβάνει και τμήματα της περιοχής ευθύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας, για σεισμογραφικές έρευνες του «Μπαρμπαρός» από τη Δευτέρα 9 Απριλίου μέχρι και το τέλος του μήνα, σύμφωνα με δημοσίευμα της κυπριακής εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος».

Η περιοχή (στον χάρτη με κόκκινο χρώμα) ξεκινά από απόσταση περίπου 4 ναυτικών μιλίων από το Ακρωτήρι του Αποστόλου Αντρέα και επεκτείνεται μέχρι το σημείο της ακτής που είναι το όριο των συνόρων Τουρκίας - Συρίας. Δηλαδή βασίζεται στις τουρκικές παράνομες διεκδικήσεις σε σχέση με την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το σεισμογραφικό «Μπαρμπαρός», το προηγούμενο δίμηνο διεξήγαγε σεισμογραφικές έρευνες βορειοδυτικότερα, από τις νότιες ακτές της χερσονήσου της Καρπασίας μέχρι τις τουρκικές ακτές. Το «Μπαρμπαρός» θα συνοδεύεται από τα πλοία υποστήριξης M/V TANUX-1 και R/V APOLLO MOON.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του πρέσβη επί τιμή Αλέξανδρου Π. Μαλλιά 

Η οικονομία είναι ο θεμελιώδης πυλώνας της εθνικής μας ισχύος και ασφάλειας, που μας επιτρέπει να ασκούμε πειστική και αποτελεσματική εξωτερική πολιτική και ισχυρή αποτρεπτική πολιτική. Λυπούμαι αν κάποιος ή κάποιοι για λόγους εντυπωσιασμού και προσωπικών επιδιώξεων δυσκολεύονται να αντιληφθούν και να ενστερνισθούν αυτή την άβολη πραγματικότητα.

Ο κύκλος της ιστορίας στον οποίο βρισκόμαστε, επιβάλλει να συνειδητοποιήσουμε ότι κανείς –τουλάχιστον στο βαθμό που εμείς ελπίζουμε– δεν θα προστρέξει αυτόματα εις βοήθεια. Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα. Αφορά όμως κυρίως την Ελλάδα.

Ισχυρίζομαι ότι, ειδικά στη φάση αυτή των διεθνών σχέσεων, ανισορροπιών, απορρύθμισης συμφερόντων και επαναδιάταξης συμμαχιών, πρέπει επιτέλους να μπορέσουμε να σταθούμε όρθιοι μόνοι μας. Η σταθεροποίηση και ανόρθωση της οικονομίας και η επιστροφή της Ελλάδος στην κατηγορία των «κανονικών» χωρών είναι ο βασικός πυλώνας, η συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ, για την προοπτική ανάκτησης του χαμένου χρόνου και χώρου και για την προαγωγή της εθνικής μας ασφάλειας.

Οι συμμαχίες και οι εταιρικές σχέσεις πάσης φύσεως και μορφής (Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ) είναι καλές, αναγκαίες και απαραίτητες. Έχουν όμως επικουρικό και μόνο χαρακτήρα σε περίπτωση στρατιωτικής απειλής που προέρχεται μάλιστα από κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Ας συνυπολογίσουμε επίσης ότι τουλάχιστον άνω των δεκαπέντε χωρών-μελών του ΝΑΤΟ έχουν καθημερινά διαφορετική από την Ελλάδα αίσθηση και αντίληψη της μόνιμης και διαρκούς προέλευσης της κύριας απειλής (Ρωσία) κατά της δικής τους ασφάλειας. Παρά τις θετικές κινήσεις και αναγκαίες προσπάθειες που καταβάλλει η Αθήνα, υπάρχει μια ομάδα χωρών του ΝΑΤΟ που θεωρεί ότι η Ελλάδα –προφανώς δε και άλλοι σύμμαχοι– τηρεί επαμφοτερίζουσα πολιτική ίσων αποστάσεων μεταξύ απειλουμένων και απειλής (Ρωσία). Ως γενική θέση, θα τολμούσα να υποστηρίξω ότι, πράγματι, οι περί ΝΑΤΟ διαπιστώσεις του Προέδρου κ. Ντόναλντ Τραμπ ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Τέλος, τόσο το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών όσο και οι φίλοι και σύμμαχοί μας δεν μοιάζουν αποφασισμένοι, πρόθυμοι, αλλά ούτε και ικανοί να λάβουν ενιαία στάση και θέση που να έχει ως συνέπεια την αυτόματη ανατροπή τυχόν «τετελεσμένων γεγονότων» και την επιστροφή στο status quo ante.

Για να μην χρειασθεί να επεκταθώ περισσότερο, σημειώνω μόνον ότι με τη Μεγάλη Βρετανία, τη σημερινή Ρωσία και τις ΗΠΑ ως Μόνιμα Μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα ήταν αφελές και ουτοπικό να πιστεύει κανείς στον αυτοματισμό των αντιδράσεων του ΟΗΕ σε θέματα που αφορούν στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Σήμερα, παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις και τις δημόσιες δηλώσεις εκπροσώπων της, η Ρωσία σταθερά προωθεί και τα δικά της συμφέροντα στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή σε συνεργασία στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο με την Τουρκία.

Τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ και της Ρωσίας, που διακυβεύονται στην ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας, απαιτούν την, έστω χωρίς ενθουσιασμό αλλά λόγω ανάγκης, συνεργασία με την Τουρκία του Προέδρου Ερντογάν.

Επιστρέφω στο 1976. Μια αναγκαστική παρένθεση. Θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για τον σχεδιασμό και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα, στη διαδικασία της δημοκρατικής και εθνικής ανόρθωσης, με Πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, προετοίμαζε από καιρό την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης της Χάγης. Η τουρκική απειλή, καθώς και πολιτικές εκτιμήσεις που αφορούσαν στις αντιδράσεις της κοινής γνώμης, τελικά επέβαλαν και την ταυτόχρονη προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Προετοιμάζοντας το έδαφος, σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής στις 17 Απριλίου 1976, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο πλέγμα θέσεων έναντι της Τουρκίας, που περιελάμβανε και τα ακόλουθα σημεία:
  • «Η Ελλάς δεν έχει δηλώσει ποτέ επιθετικάς διαθέσεις κατά της Τουρκίας. Ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι το Αιγαίο αποτελεί κλειστήν ελληνικήν λίμνη. Δέχεται –και είναι φυσικό να δέχεται– ότι στο Αιγαίο υπάρχουν διεθνή ύδατα και ωρισμένα δικαιώματα της Τουρκίας.
  • Δεν δέχεται όμως τας αυθαιρέτους αξιώσεις της Τουρκίας, όταν μάλιστα απειλεί να τας επιβάλη διά της βίας.
  • Η Ελλάδα επρότεινε διάλογον δια την ειρηνικήν επίλυσιν των διαφορών με την Τουρκίαν…
  • Θα επρότεινα λοιπόν εις την Τουρκίαν, πρώτον να θέσωμεν τέρμα εις τον ανταγωνισμόν των εξοπλισμών που γίνεται εις βάρος των λαών μας και, δεύτερον, να συνάψωμεν μιαν Συμφωνίαν μη Επιθέσεως και να επιδιώξωμεν την διευθέτησιν των διαφορών μας με ειρηνικάς διαδικασίας…
  • Η Ελλάδα δεν έχει εχθρικάς διαθέσεις έναντι της Τουρκίας. Διότι είναι χώρα φιλειρηνική. Η Ελλάδα δεν θέλει να αδική. Αλλά δεν θέλει και να αδικείται. Στην περίπτωσιν αυτήν, είναι αποφασισμένη να αντιδράση με όλας τας δυνάμεις της, δια να προστατεύση την τιμήν και τα συμφέροντα του λαού της».
Η τελευταία παράγραφος ειδικά από μόνη της αποτελεί την επιτομή μιας ολοκληρωμένης έναντι της γειτονικής Τουρκίας εθνικής θέσης.

Η κλιμάκωση από την Τουρκία σε επικίνδυνο βαθμό της κρίσης και η προσπάθεια δημιουργίας, μετά την εισβολή στην Κύπρο, «τετελεσμένων γεγονότων» και στο Αιγαίο έγινε με την έξοδο του τουρκικού ερευνητικού σκάφους «Χόρα». Οι δραστηριότητες του «Χόρα» και επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, όπως ακριβώς τώρα επαναλαμβάνονται, συνοδεύτηκαν από απειλητικές δηλώσεις των ιθυνόντων της Τουρκίας και συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων στις Μικρασιατικές ακτές. Τότε, όπως άλλωστε και τώρα, οι ενέργειες της Άγκυρας δημιουργούσαν κίνδυνο σύρραξης.

Οι προκλήσεις της Άγκυρας, επί Πρωθυπουργίας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, κορυφώθηκαν τον Αύγουστο. Στις 10 Αυγούστου 1976 κατετέθη προσφυγή της Ελλάδος στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Ακολούθησαν έντονες διπλωματικές κινήσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσινγκτων, τόσο της Ελλάδος όσο και της Τουρκίας.

Η Απόφαση 395/25 Αυγούστου 1976 του Συμβουλίου Ασφαλείας, που υιοθετήθηκε με βάση το σχέδιο που είχαν επεξεργασθεί αρχικά τρία ευρωπαϊκά μέλη του, δηλαδή η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία ως Μόνιμα και η Ιταλία ως μη Μόνιμο, έγινε δεκτή με ικανοποίηση από την Αθήνα.
Παρά το γεγονός ότι το Διατακτικό της –μετά από βρετανικές παρεμβάσεις οι οποίες δεν μας εκπλήσσουν– ήλθε πιο κοντά στις τουρκικές θέσεις σε σύγκριση με το αρχικό Σχέδιο Απόφασης.

Γιατί χρειάζεται να ανατρέχει κανείς τόσο πίσω; Η απάντηση είναι ότι, κατά την Πρακτική του ΟΗΕ, σε περίπτωση που χρειασθεί, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις και το επιβάλλουν οι εξελίξεις, το Συμβούλιο Ασφαλείας θα αποφανθεί επί μιας ενδεχόμενης προσφυγής μας ανατρέχοντας και στο Διατακτικό της Απόφασης του 1976. Παρά τις σημαντικές διαφορές τού τότε με το σήμερα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, είχε τότε δημόσια διαφωνήσει. Προέκρινε τη «δυναμική στρατιωτική απάντηση». Προέβλεψε όμως με ακρίβεια, κατά τη στιγμή της προσφυγής μας, την ουσία του περιεχομένου της Απόφασης.

Σε δηλώσεις του προς τους δημοσιογράφους, στις 9 Αυγούστου 1976 αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, είχε μεταξύ άλλων δηλώσει ότι «…Προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας θα αποτελούσε μέγα σφάλμα, διότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν πρόκειται να πάρη θέση με κανένα τρόπο πάνω στα δικαιώματα των δυο χωρών στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.
Το μόνο που μπορεί να κάνη το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι να απαιτήση από τις δυο χώρες να μην υπάρξη στρατιωτική αναμέτρηση. Κάτι που θα εξασφάλιζε στην Τουρκία επιχειρήματα για την παραβίαση της ελληνικής υφαλοκρηπίδος, διότι θα δημιουργούσε αποφασιστικά τετελεσμένα γεγονότα».

Αν με τα σημερινά δεδομένα θα θέλαμε να σταθμίσουμε τα υπέρ και τα κατά της επανάληψης του περιεχομένου μιας ανάλογης Απόφασης –πράγμα που δεν είναι δεδομένο ούτε εξασφαλισμένο–, δύσκολα θα μπορούσε να αντιταχθεί κανείς με επιχειρήματα κατά της χρησιμότητάς της. Το εγχείρημα όμως απαιτεί σκληρή δουλειά, συνένωση γνώσης και δυνάμεων, πειθώ και αξιοπιστία. Υπάρχει επίσης η ανάγκη κατάλληλης προετοιμασίας της διεθνούς κοινότητας η οποία –όπως και οι άμεσα ενδιαφερόμενες και εμπλεκόμενες στην κρίση χώρες– έχει «εθισθεί» σε συγκεκριμένα αντανακλαστικά.

Με την Απόφαση 395 (1976) το Συμβούλιο Ασφαλείας:
«1. Κάνει έκκληση στις Κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας να ασκήσουν μεγίστη συγκράτηση στην παρούσα κατάσταση.
  1. Παροτρύνει τις Κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας να κάνουν ό,τι μπορούν για να μειωθή η παρούσα ένταση στην περιοχή ώστε να διευκολυνθή η διαπραγματευτική διαδικασία.
  2. Καλεί τις κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας να επαναλάβουν απευθείας τις διαπραγματεύσεις για τις διαφορές τους και κάνει έκκληση προς αυτές να κάνουν ό,τι μπορούν για να εξασφαλισθή ότι οι διαπραγματεύσεις θα καταλήξουν σε αμοιβαίως αποδεκτές λύσεις.
  3. Καλεί τις Κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας σχετικά με αυτό το θέμα, να συνεχίσουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν την συμβολήν την οποίαν τα κατάλληλα δικαστικά όργανα, και ιδιαίτερα το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης, είναι σε θέσιν να προσφέρουν για την ρύθμιση οποιωνδήποτε απομενουσών νομικών διαφορών που μπορεί να διαπιστώσουν σε σχέση με την παρούσα διένεξή τους».[1]
Να σημειωθεί, ακόμη, ότι η Ελλάδα είχε επίσης ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά της Τουρκίας, ενώ η Τουρκία επεδίωκε αναφορά των θέσεών της ως προς τα νησιά του Αιγαίου.

Κατά συνέπεια, όπως έχουμε και εμείς πικρά διαπιστώσει με αφορμή την τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, τα «τετελεσμένα γεγονότα» μιας στρατιωτικής επιχείρησης δύσκολα ανατρέπονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

[1]      Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή, τόμος 9, σελ. 281.
  • *(Απόσπασμα από το Δοκίμιο ‘’Στον αστερισμό του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ-Η Νέα Τουρκία και Εμείς»( Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ, πρώτη έκδοση  Αύγουστος 2017)
HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Πανίκου Παναγιώτου

Απέναντι στην επιθετικότητα και τις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας δεν υπάρχουν αριστερές και δεξιές επιλογές. Μπροστά στον ανισόρροπο και προκλητικό Ταγίπ Ερντογάν δεν υπάρχουν περιθώρια για σπασμωδικές εξάρσεις και αποπροσανατολιστικές διαμάχες. Απαιτείται συνειδητοποίηση της κρισιμότητας της κατάστασης και μεθοδευμένη οργάνωση για την αντιμετώπισή της σε όλα τα επίπεδα.

Δυστυχώς, όμως, για μια ακόμη φορά, διαπιστώνεται ότι υπερισχύουν ελλείψεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές που στο παρελθόν είχαν οδηγήσει τον Ελληνισμό σε περιπέτειες και εθνικές τραγωδίες.

Επομένως, δημιουργούνται ορισμένα εύλογα ερωτήματα, όπως:

Την ώρα που κανείς δεν ξέρει πού μπορεί να φθάσουν οι Τούρκοι με τις προκλήσεις τους σε Αιγαίο, Θράκη, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο, μήπως η εικόνα που παρουσιάζει το εσωτερικό μέτωπο -ειδικά στην Ελλάδα- είναι θλιβερή και συνάμα επικίνδυνη για τη χώρα;

Άραγε η έλλειψη ενιαίας εθνικής γραμμής και οι αχρείαστοι -μερικές φορές- υπερπατριωτικοί λόγοι, από την στιγμή που ελλοχεύουν πολλοί κίνδυνοι, συντείνουν ακόμη περισσότερο στην αποθράσυνση των Τούρκων;

Μήπως επειδή ο Ελληνισμός έχει να αντιμετωπίσει την ολοένα αυξανόμενη τουρκική απειλή αυτή την περίοδο, είναι επιζήμιο και ριψοκίνδυνο να επιδιώκεται η εξεύρεση λύσης στην ονομασία των Σκοπίων, κυρίως όταν όλοι γνωρίζουν ότι πέρα από τη σωστή ή λανθασμένη «ρεαλιστική προσέγγιση», πρόκειται για ένα θέμα που διχάζει και προκαλεί έντονες αντιδράσεις στους απανταχού Έλληνες; Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία του Ελληνικού λαού είναι αντίθετη με ονομασία που θα περιέχει τον όρο «Μακεδονία» και γι’ αυτό η εκάστοτε κυβέρνηση δεν τολμά να κάνει δημοψήφισμα. Ακόμα και στην περίπτωση που η Αθήνα φτάσει σε συμφωνία με νέες υποχωρήσεις από μέρους της, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι η Ελλάδα θα έχει εξασφαλισμένη μια φιλική και εταιρική σχέση με τα Σκόπια όταν θα γίνουν μέλος του ΝΑΤΟ και με ορατή την πιθανότητα να λειτουργήσουν ως «προγεφύρωμα» των τουρκικών επιδιώξεων στην περιοχή; Άλλωστε, αυτό δεν δείχνει η έως τώρα σχέση των Σκοπίων με την Άγκυρα; «Η Τουρκία θα βρίσκεται πάντα στο πλευρό της “Μακεδονίας”» είχε πει ο Ερντογάν σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, τον περασμένο Φεβρουάριο.

Άραγε η νέα πραγματικότητα στις ρωσοτουρκικές σχέσεις και η έναρξη των εργασιών για την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού σταθμού της Τουρκίας από τη Ρωσία οδηγεί κατ’ ανάγκη στην αντιμετώπισή της με συντονισμένες ενέργειες προς την πλευρά της Μόσχας -σε κάθε επίπεδο (πολιτικό, θρησκευτικό και οικονομικό)- ώστε να κατοχυρωθούν κάποια βασικά «κοινά συμφέροντα» που διέπουν τις σχέσεις της Ρωσίας με Ελλάδα και Κύπρο; Έχει ρόλο η Ορθοδοξία σε όλα αυτά και, αν ναι, αφού το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι «εγκλωβισμένο» για τους γνωστούς λόγους, θα μπορούσαν να συνεισφέρουν οι εκκλησιαστικές και μοναστηριακές ηγεσίες σε Ελλάδα, Κύπρο και Άγιο Όρος προς αυτή την κατεύθυνση;

Μήπως θα πρέπει να εξεταστούν συγκεκριμένες νομικές και πολιτικές πρωτοβουλίες από πλευράς ΕΕ ώστε να αντιμετωπιστεί η παραβατικότητα της Τουρκίας και η καταπάτηση του διεθνούς δικαίου; Αλλά, για να συμβεί κάτι τέτοιο ή έστω για να αρχίσει να λειτουργεί ένας «μοχλός πίεσης» χρειάζονται επαρκώς στοιχειοθετημένα επιχειρήματα πάνω στα οποία θα πρέπει να εργαστεί εντατικά και συντονισμένα η Αθήνα και η Λευκωσία, με αξιοποίηση συμμάχων, οργανισμών και διεθνών προσωπικοτήτων.

Άραγε ο «έξω Ελληνισμός» και κυρίως η Ομογένεια των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να προλάβει τα χειρότερα και να λειτουργήσει ως «σανίδα σωτηρίας»; Αλλά, θα πρέπει πρώτα όλες οι πλευρές να επιδείξουν σοβαρότητα και ευθύνη για τον κοινό σκοπό, παραμερίζοντας προσωπικές φιλοδοξίες, οικονομικές σκοπιμότητες και πρόσκαιρους πολιτικούς τακτικισμούς. Επίσης, η Αθήνα και η Λευκωσία θα πρέπει να μάθουν να τηρούν τα συμφωνημένα στα εθνικά θέματα και όχι άλλα να λένε και να υπόσχονται στους ομογενείς και άλλα να πράττουν στη συνέχεια.

Μήπως θα πρέπει επιτέλους με βάση ένα μελετημένο, μακρόπνοο, πολιτικό, επιστημονικό και ακαδημαϊκό προγραμματισμό να αξιοποιηθούν οι ακατάλυτες δυνάμεις του πολιτισμού μας ως μια διαχρονική φωτεινή πορεία που αφορά όλους τους λαούς;

Οι τουρκικές απειλές και γενικότερα το μεταβαλλόμενο και εύθραυστο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον δεν μπορούν να αφήσουν κανένα πολίτη αδιάφορο και σιωπηλό. Εάν η ευαισθητοποίηση και οι αντιδράσεις εκδηλωθούν εκ των υστέρων, όπως έγινε με την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, θα είναι αργά και το μεγαλύτερο κόστος, όπως συμβαίνει πάντα, θα το πληρώσει η πλειοψηφία του κόσμου και η πατρίδα.

Δεν αμφισβητείται ο πατριωτισμός κανενός πολιτικού και ενεργού πολίτη, αλλά κρίνεται. Και κρίνεται από τις διαθέσεις και τις πράξεις του. Κι όσο πιο συλλογικές, αποκρυσταλλωμένες και εθνικές είναι οι αποφάσεις και οι πρωτοβουλίες, τόσο περισσότερο ισχυρές είναι σε αντίληψη και υλοποίηση.

Ο Ελληνισμός είναι ενιαίος και αδιαίρετος. Η συνολική και αποτελεσματική αντιμετώπιση της θρασύτητας του Ερντογάν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από μια μελετημένη, ενιαία και συγκροτημένη στρατηγική, με συναίνεση και αποφασιστική δράση για τη διασφάλιση της κυριαρχίας, της ασφάλειας και της ειρήνης.

Ελληνισμός ενωμένος και δυνατός που πατά στα χώματά του, στις μνήμες του και στις αξίες του, που δεν διαπραγματεύεται τις θάλασσες και την κληρονομιά του, που προχωρά με ήθος και όραμα, είναι η αντίσταση σε κάθε επιβουλή σε βάρος της ανθρώπινης ζωής και της εθνικής αξιοπρέπειας.

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



4 Απρ 2018


Γράφει ο Ceteris Paribus

Ο Ερντογάν δηλώνει ότι η Τουρκία έχει την ικανότητα να διεξαγάγει επιχειρήσεις εναντίον «τρομοκρατικών ομάδων» χωρίς να χρειάζεται την έγκριση ξένων χωρών. Ο Ερντογάν επιτίθεται στο Ισραήλ. Ο Νετανιάχου δηλώνει ότι η Τουρκία κατέλαβε τη Β. Κύπρο και ο τουρκικός στρατός σφάζει αμάχους στην Αφρίν. Η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει τη συγκεκριμένη στιγμή να «σηκώσει το γάντι» και «σκληραίνει» τη στάση της έναντι της Τουρκίας. Ο Σταύρος Θεοδωράκης δηλώνει ότι οι επόμενες βδομάδες θα είναι κρίσιμες για λύση στο ζήτημα του ονόματος της πΓΔΜ. Άραγε έχουν κάποια σχέση όλα αυτά; Η απάντηση είναι ναι.

Όχι βέβαια με την έννοια ότι όλοι οι προαναφερθέντες παράγοντες και πλευρές είναι καλά συντονισμένοι σε κάποιου είδους σχέδιο, αλλά με την έννοια ότι όλα αυτά σχετίζονται με τη «μεγάλη» -και θερμή- διαπραγμάτευση της Τουρκίας σε δύο βασικά «μέτωπα» στα οποία κρίνονται τα δικά της συμφέροντα: το Κουρδικό και οι ΑΟΖ. Με ποιους διαπραγματεύεται; Με τη Δύση (ΗΠΑ και Ε.Ε.). Γιατί διαπραγματεύεται με αυτό τον ανορθόδοξο τρόπο; Γιατί οι απειλές κατά της γεωπολιτικής της θέσης και των συμφερόντων της είναι όχι απλώς σοβαρές αλλά και «υπαρξιακού» χαρακτήρα.

Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων ανέτρεψαν το στάτους κβο πολλών δεκαετιών τόσο στο Κουρδικό όσο και στο ζήτημα των ΑΟΖ (για να το διατυπώσουμε ακριβέστερα: της αξιοποίησης του υποθαλάσσιου πλούτου στη νοτιοανατολική Μεσόγειο).

Η ανατροπή του στάτους κβο στο Κουρδικό…

Μέχρι να ξεσπάσει η συριακή κρίση, η απειλή δημιουργίας κουρδικού κράτους σε συριακά εδάφη ήταν «ιστορική» και από μία άποψη «θεωρητική». Όσο η Συρία ήλεγχε τα εδάφη της, η απειλή αυτή για την Τουρκία δεν μπορούσε να γίνει πραγματική. Οι Κούρδοι του Β. Ιράκ δεν είχαν ούτε την ένοπλη δύναμη ούτε τη μαχητικότητα ούτε τη διεθνή υποστήριξη για να επιδιώξουν αξιόπιστα κάτι τέτοιο. Οι ανατροπές που μετέτρεψαν από «θεωρητική» και απόμακρη σε πραγματική και συγκεκριμένη αυτή την απειλή για την Τουρκία ήταν δύο:

Πρώτο, η εσωτερική κρίση του τουρκικού καθεστώτος και η αλληλοτροφοδότησή της με μια κρίση διεθνούς προσανατολισμού. Μέσα σε δύο δεκαετίες, η Τουρκία είδε να καταρρέουν δύο μεγαλόπνοα γεωπολιτικά της σχέδια. Πρώτα, η δημιουργία «τόξου» επιρροής στο μαλακό υπογράστριο της πρώην ΕΣΣΔ (με Αζερμπαϊτζάν κ.λπ.) και στη συνέχεια η μετατροπή της σε ενός είδους Μέκκα του «ήπιου» Ισλάμ.

Επενδύοντας γεωπολιτικό κεφάλαιο σε αυτό το δεύτερο σχέδιο, η Τουρκία επένδυσε στους Αδερφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου, άρχισε να υποστηρίζει τους Παλαιστίνιους και να αυτοπροβάλλεται σαν εναλλακτική «μητρική» του ήπιου ισλάμ σε σχέση με το Ιράν. Αυτό το σχέδιο αναπόφευκτα την έφερε σε ρήξη με το Ισραήλ. Το πέρασμα των Αδελφών Μουσουλμάνων της Αιγύπτου από την εξουσία (ύστερα από την ανατροπή του καθεστώτος Μουμπάρακ από την «αραβική άνοιξη») αποδείχτηκε πρόσκαιρο, καθώς ανατράπηκαν από τον σημερινό δικτάτορα Αλ Σίσι. Και, τέλος, άρχισε ο πόλεμος στη Συρία, όπου οι υποστηριζόμενες από το Ιράν σιιτικές πολιτοφυλακές αποδείχτηκαν οι πραγματικοί εκπρόσωποι του ήπιου ισλάμ.

Το γεωπολιτικό αυτό σχέδιο κατέρρευσε ολοσχερώς, με αποτέλεσμα να ενσκήψει μια διπλή κρίση: οξεία καθεστωτική κρίση στην ίδια την Τουρκία αλλά και κρίση στις σχέσεις της με τη Δύση και το Ισραήλ.

Δεύτερο, οι συνέπειες του πολέμου στη Συρία. Από τη στιγμή που οι ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα, αποφάσισαν να συμμετέχουν σε αυτό τον πόλεμο όχι απευθείας (όπως στο Ιράκ και το Αφγανιστάν την προηγούμενη δεκαετία) αλλά «δι’ αντιπροσώπων», η εξέλιξη του πολέμου μετέτρεψε τις κάθε είδους πολιτοφυλακές σε πραγματικούς πρωταγωνιστές. Οι κουρδικές πολιτοφυλακές στο Βόρειο Ιράκ (υπό τον Μπαρζανί) αλλά και στα νοτιοανατολικά σύνορα της Τουρκίας (υπό το PKK) κέρδισαν εδάφη και κύρος μέσα από τις μάχες ενάντια στο ISIS έχοντας την αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη.

Με τον Άσαντ να αντέχει χάρη στην υποστήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, με τις σιιτικές πολιτοφυλακές και το Ιράν να αναβαθμίζουν τη θέση τους, με την απειλή για το Ισραήλ να γίνεται πιο άμεση, το ζήτημα της δημιουργίας κουρδικού κράτους έπαψε να είναι θεωρητικό και υπόθεση κάποιου απώτερου χρονικού ορίζοντα: έγινε πραγματικό και άμεση απειλή για την Τουρκία. Η οποία, πάνω στα αποκαΐδια του φιλόδοξου γεωπολιτικού της σχεδίου της προηγούμενης δεκαετίας, βρίσκεται προ του κινδύνου να υποστεί αυτό που η ίδια αντιλαμβάνεται σαν «εθνικό ακρωτηριασμό».

Με αυτά τα δεδομένα, η τουρκική εισβολή σε υπό κουρδικό έλεγχο συριακά εδάφη δεν είναι αποτέλεσμα ισχύος αλλά «υπαρξιακής» κρίσης. Ό,τι κερδήθηκε με τα όπλα στην Αφρίν ή θα κερδηθεί οπουδήποτε αλλού στη Συρία, θα πρέπει να διατηρηθεί υπό έλεγχο με τα όπλα. Και όπως έδειξε η επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ και η ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, η κινούμενη άμμος της Συρίας και του Ιράκ μπορεί να «καταπιεί» δυνάμεις πολύ ισχυρότερες από την Τουρκία. Καταλαμβάνοντας την Αφρίν, το καθεστώς Ερντογάν κέρδισε πρόσκαιρη «δόξα» και το δικαίωμα να διαχειριστεί με πατριωτικές κορόνες την τουρκική κοινή γνώμη, αλλά μεσομακροπρόθεσμα απέκτησε έναν μεγάλο μπελά: Αν διεκδικήσει να μείνει για πάντα στα συριακά εδάφη, δηλαδή να μπει σε ένα παιχνίδι διαμελισμού της Συρίας, θα διεκδικήσει το ανέφικτο και θα κινδυνεύσει μια νέα γεωπολιτική καταστροφή.

Αν αποσυρθεί διακηρύσσοντας δημαγωγικά ότι «έδωσε ένα μάθημα στους τρομοκράτες», το πρόβλημα που προσπάθησε να λύσει (αποτροπή δημιουργίας προϋποθέσεων για συγκρότηση κουρδικού κράτους) θα έχει γίνει ακόμη οξύτερο. Όσο με δηλώσεις του ο Ερντογάν διακηρύσσει το πρώτο, προκαλεί τους Δυτικούς πρώην συμμάχους του να τον διαγράψουν από τα «κατάστιχα», να τον απομονώσουν και να του δώσουν ένα μάθημα. Όταν έρθει η ώρα να επιλέξει το δεύτερο, θα ξέρει πολύ καλά ότι το διάβημά του με την εισβολή και την κατάληψη της Αφρίν ήταν απλώς τακτική χωρίς στρατηγική, ο «θόρυβος πριν την ήττα» – για να θυμηθούμε τον Σουν Τσου.

…και στο ζήτημα των ΑΟΖ

Ανάλογη ανατροπή, δυσμενής για την Τουρκία, έχει συμβεί και στο ζήτημα των ΑΟΖ. Ερχόμενη -για τους προαναφερθέντες λόγους- σε ρήξη με το Ισραήλ και την Αίγυπτο αλλά και με τη Δύση, η Τουρκία βρέθηκε με εχθρούς και χωρίς συμμάχους στο συγκεκριμένο ζήτημα την πιο κρίσιμη στιγμή: όταν επέστη ο χρόνος για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί για συγκεκριμένους λόγους η Τουρκία να μετατοπίστηκε σε -παρά φύσιν με τα μέχρι τώρα δεδομένα- συμμαχίες με τη Ρωσία και το Ιράν, αλλά αυτές οι συμμαχίες είναι παντελώς άχρηστες στο ζήτημα των ΑΟΖ. Το έχουμε ξαναπεί: χωρίς τις δυτικές πολυεθνικές και ενάντια στον «άξονα» Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου υπό τη διεύθυνση των ΗΠΑ και της Ε.Ε., μπορεί να βγάλει κανένα ερευνητικό σκάφος για να κάνει «τζερτζελέ», αλλά δεν μπορεί να εξορύξει ούτε κυβικού εκατοστό υδρογονάνθρακα στον αιώνα τον άπαντα.

Για λόγους ιστορικής συγκυρίας (η Δύση ενδιαφέρεται για την άμεση εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στη νοτιοανατολική Μεσόγειο για γεωοικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους), ήρθε η ώρα η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων να γίνει μετατραπεί από «θεωρητικό» ενδεχόμενο σε επίκαιρο σχέδιο. Σε αυτές τις συνθήκες, η κατάρρευση του γεωπολιτικού σχεδίου της Τουρκίας, η κρίση του τουρκικού καθεστώτος και η ρήξη του με τις παραδοσιακές δυτικές του συμμαχίες, διαμορφώνουν τις συνθήκες ώστε η Τουρκία να πεταχτεί εκτός του πρότζεκτ της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων. Το εξώδικο της «έξωσης» έχει ήδη παραδοθεί αρμοδίως στον ίδιο τον Ερντογάν…

Ελλάδα – Τουρκία

Είναι δύσκολο για οποιοδήποτε κράτος να δεχθεί τέτοιας κλίμακας πτώση «από τα πάνω πατώματα στο ισόγειο» χωρίς να αντιδράσει. Και αντιδρά όπως θα περίμενε κανείς από ένα καθεστώς που έχει διαμορφώσει μεγάλες απαιτήσεις από τον ίδιο του τον εαυτό και ταυτόχρονα βιώνει γεωπολιτική και εσωτερική κρίση: με ένα κράμα εκρήξεων «εθνικού μεγαλείου» και «θερμής διαπραγμάτευσης». Το στάτους κβο ανατρέπεται σε δύο θεμελιώδη ζητήματα, και οι ανατροπές είναι εις βάρος του.

Υπάρχει κάτι για να διαπραγματευτεί πραγματικά; Πολλά, αλλά όχι με το καθεστώς Ερντογάν και τις γεωπολιτικές του συμμαχίες! Το καθεστώς Ερντογάν δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα την Αφρίν. Κάποια στιγμή θα αποχωρήσει και τα πράγματα θα είναι χειρότερα. Μπορεί να διαπραγματευτεί κάποιες εγγυήσεις για τα εδάφη στα οποία μελλοντικά θα συγκροτηθεί το κουρδικό κράτος, ώστε να διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις συνέπειες από την «πληγή» που ούτως ή άλλως θα ανοίξει.

Το καθεστώς Ερντογάν δεν μπορεί όμως να γίνει συνδαιτυμόνας στο δείπνο με τους υδρογονάνθρακες – και το ξέρει. Θέλει τουλάχιστον να βάλει υποθήκες ότι δεν θα μείνει για πάντα εκτός. Και σε αυτό το ζήτημα το κλειδί είναι το Κυπριακό.

Αν η Τουρκία είναι το θύμα των γεωπολιτικών ανατροπών, η Ελλάδα είναι η ευνοημένη. Προσπαθούσε όλες τις προηγούμενες δεκαετίες να διατηρήσει το ευνοϊκό γι’ αυτήν στάτους κβο της ντε φάκτο κυριαρχίας στο Αιγαίο και να αναστρέψει τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Τώρα έχει ισχυρούς συμμάχους σε αυτή την προσπάθεια.

Όταν ο Νετανιάχου περιλαμβάνει στις δηλώσεις του ενάντια στον Ερντογάν την Αφρίν και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ξέρει τι λέει και γιατί το λέει. Κι όταν ο Έκτος Στόλος σουλατσάρει στα νερά της νοτιοανατολικής Μεσογείου, δεν το κάμνει για λόγους επιχειρησιακής ρουτίνας…

Είμαστε σε έναν κρίσιμο κόμβο αυτής της διαπραγμάτευσης. Ο χαμένος από τις ανατροπές στο στάτους κβο, η Τουρκία, έχει κάθε λόγο να είναι αναθεωρητική» δύναμη και να αποδύεται σε μια «θερμή διαπραγμάτευση» στο όριο ή και πέρα από το όριο. Ο ευνοημένος από τις ανατροπές, η Ελλάδα, δεν έχει κανένα λόγο να συμπεριφέρεται αναλόγως.

Εκεί που η Τουρκία, αλλά και η Ρωσία, θέλουν να κρατήσουν τα πράγματα ανοιχτά μέχρι να διαμορφωθούν ευνοϊκές γι’ αυτήν συνθήκες (δηλαδή για αόριστο με τα σημερινά δεδομένα διάστημα), η Ελλάδα έχει συμφέρον να κλείνουν και να προχωρούν τώρα που οι συνθήκες είναι ευνοϊκές γι’ αυτήν. Όχι μόνο όσα αφορούν τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, αλλά και τις διευθετήσεις στα δυτικά Βαλκάνια (όνομα πΓΔΜ και ένταξή της στο ΝΑΤΟ, «πακέτο» διμερών ζητημάτων με Αλβανία). Εδώ «κολλάνε» οι δηλώσεις του Σταύρου Θεοδωράκη ότι οι επόμενες βδομάδες θα είναι κρίσιμες για το ζήτημα της ονομασίας. Διότι η γεωπολιτική «τρέλα» της Τουρκίας δεν θα μείνει για πάντα, ούτε το καθεστώς Ερντογάν.

Για Τουρκία και Ελλάδα διαμορφώνονται εντελώς διαφορετικές -και με μία έννοια «συμμετρικά ανταγωνιστικές»- απαιτήσεις τακτικής. Δεν πρόκειται για ελληνικό «ενδοτισμό», αλλά για διαφορετική «θέση», που επιβάλλει διαφορετική τακτική.

Δεν πρόκειται για κάποιου είδους υπεράσπιση των χειρισμών της κυβέρνησης στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά για ερμηνευτικό κλειδί ώστε να κατανοούμε τις εξελίξεις. Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι η κυβέρνηση «ξαφνικά» σκληραίνει τη στάση της απέναντι στην Τουρκία, έχει τούτη την εξήγηση: η ελληνική κυβέρνηση διερμηνεύει με τη «σκληρή» της στάση την αγανάκτηση της Δύσης προς την Τουρκία, διαμηνύει και εκ μέρους της Δύσης στον Ερντογάν ότι «το παρατράβηξες». Και διαβλέπει σε αυτό το θυμό της Δύσης μια νέα ευκαιρία. Όσο για τον Ερντογάν, καταλαβαίνει πολύ καλά πότε η ελληνική κυβέρνηση μιλάει με τις πλάτες και της Δύσης…

Αν όλα αυτά είναι σημάδια επιτάχυνσης εξελίξεων ευνοϊκών για τα ελληνικά συμφέροντα, θα φανεί οσονούπω…

RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



3 Απρ 2018




Γράφει ο Θεόδωρος Καρυώτης

Οι Τούρκοι ξεκίνησαν να ομιλούν για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου Αρχιπελάγους το 1973, μετά τις ηλίθιες δηλώσεις των συνταγματαρχών ότι το Αιγαίο διαθέτει τεράστιες ποσότητες πετρελαίου.

Το τροπάριο ουδέποτε άλλαξε. Απλώς τώρα ζητούν μερίδιο υδρογονανθράκων όχι μόνο στο Αιγαίο αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πάντα πανικοβάλλονται όταν υποψιάζονται ότι θα υπάρξει μια πολεμική σύρραξη ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Έτσι, για δεκαετίες τώρα, έχουν προωθήσει την ιδέα της συνεκμετάλλευσης του πλούτου των θαλασσών μας με την Τουρκία, ώστε να αποφευχθεί η στρατιωτική σύγκρουση.

Κάποιοι εξήγησαν στον Ερντογάν ότι το Δίκαιο της Θάλασσας, και ιδιαίτερα η έννοια της ΑΟΖ, δημιουργεί ένα αρνητικό προηγούμενο για τις τουρκικές θάλασσες και πρέπει να αρχίσει να συμπεριφέρεται σαν τους Κινέζους, προβάλλοντας συνεχώς διεκδικήσεις. Αυτό κάνει τώρα και δεν πρόκειται να σταματήσει μέχρι να κερδίσει μία συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου.

Όπως έγραψα πρόσφατα:

Οι Τούρκοι, να είστε σίγουροι, γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν απαιτώντας συνεχώς νησιά, νησίδες και βραχονησίδες. Θέλουν απλώς να κατοχυρώσουν την θέση τους, όταν έρθει η ώρα του Διεθνούς Δικαστηρίου, χρησιμοποιώντας αυτό το επιχείρημα: «εμείς ποτέ δεν αποδεχτήκαμε ότι αυτή είναι θάλασσα μόνο για την Ελλάδα».

Δυστυχώς, κάποιοι στην Ελλάδα πιστεύουν ότι τα βάσανά μας θα τελειώσουν, όταν θα εκλείψει από την πολιτική σκηνή ο Ερντογάν. Πενήντα χρόνια από σήμερα θα είμαστε στην ίδια κατάσταση, εφόσον οι Τούρκοι δεν έχουν καταφέρει με την ανοχή των Αμερικανών, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και ίσως και της Ρωσίας να μας στερήσουν ένα μέρος των θαλασσών μας.

Πολλοί «φίλοι» μας παρατηρώντας τον επόμενο χάρτη αντιλαμβάνονται πόσο «άδικη» ήταν για την Τουρκία η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Είναι σε όλους γνωστόν ότι η Τουρκία έχει απειλήσει με ψήφισμα της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης το 1995 ότι επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδος πέραν των 6 ν.μ. αποτελεί γι’αυτήν casus belli. Εκείνο όμως που δεν έχει καταγραφεί είναι ότι το casus belli ισχύει και για την ανακήρυξη της ΑΟΖ. Οι Αμερικανοί γνωρίζοντας ότι πάσχουμε από φοβικό σύνδρομο, επιμένουν να μας νουθετούν : «συμφωνήστε πρώτα με την Τουρκία και μετά ανακηρύξτε ΑΟΖ».

Η Τουρκία κατάλαβε, πολύ καθυστερημένα, ότι βρίσκεται εκτός της ενεργειακής σκακιέρας στην Ανατολική Μεσόγειο και συνειδητοποιεί ότι η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα διαθέτουν ένα μεγάλο πλούτο υδρογονανθράκων. Το μόνο που της απομένει είναι να εκβιάσει και να εκφοβίσει τους γείτονές της, στο τρίγωνο Καστελόριζο, Κύπρος, Κρήτη. Αυτό είναι το τρίγωνο που θέλει να συνεκμεταλλευτεί με την Ελλάδα και για χρόνια τώρα η Αμερική φαίνεται να συμφωνεί μαζί της. Οι ΗΠΑ καυτηριάζουν την Κίνα που παραβιάζει βάναυσα την UNCLOS, αλλά κωφεύει στην προκλητική συμπεριφορά του Ερντογάν, που παριστάνει τον Κινέζο.

Όπως έγραψε ο διαπρεπής Κύπριος δημοσιογράφος Κώστας Βενιζέλος:

Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, ο Ερντογάν δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται να λυθεί το Κυπριακό και επικεντρώνεται στο φυσικό αέριο. Ευρωπαϊκές πηγές σημείωναν πως το μήνυμα που εισέπραξαν Τουσκ και Γιούνκερ είναι πως οι προκλήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ θα συνεχιστούν με στόχο να δημιουργηθούν τετελεσμένα σε ό,τι αφορά την αξιοποίηση του φυσικού αερίου.

Αυτή είναι η τακτική που ο Ερντογάν θα ακολουθήσει και έναντι της Ελλάδας. Βλέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην εξανίσταται, όταν της απειλεί ένα δικό της νησί, όπως το Καστελόριζο και όταν απαιτεί και ένα κομμάτι της Ευρωπαϊκής ΑΟΖ για συνεκμετάλλευση. Βλέπει και το ΝΑΤΟ σε στάση Πόντιου Πιλάτου που δεν απαιτεί από την Τουρκία να απελευθερώσει δυο στρατιωτικούς χώρας του ΝΑΤΟ και αποθρασύνεται! Είχε τόσο δίκιο ο μεγάλος Ανδρέας Παπανδρέου όταν μιλούσε για «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο Συνδικάτο.»

Η Ελλάδα μετά από σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας απέκτησε στις 30 Απριλίου1982 θαλάσσια σύνορα με την συμφωνία της UNCLOS, και σήμερα, 36 χρόνια αργότερα, δεν έχει καταφέρει να οριοθετήσει αυτά τα σύνορά της, που δεν είναι τίποτε άλλο από την οριοθέτηση της ΑΟΖ της με τα γειτονικά κράτη Αλβανία, Ιταλία, Λιβύη, Αίγυπτο, Κύπρο και Τουρκία!

Η σημασία των έξι αυτών οριοθετήσεων θα είναι το αντικείμενο ενός επόμενου άρθρου.

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Κωνσταντίνου Θ. Λαμπρόπουλου 

Μία άκρως σημαντική παράμετρος που διέπει την δυναμική των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων στο επίπεδο της διαμόρφωσης αποτρεπτικής στρατηγικής (deterrent strategy) για την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας, αποτελεί το στοιχείο του Στρατηγικού Αιφνιδιασμού (Strategic Surprise), που υπόκειται εξ ολοκλήρου στην ευχέρεια της Τουρκίας, η οποία έχει διαρκώς την πρωτοβουλία των κινήσεων όντας Αναθεωρητική Δύναμη, καθώς η Ελλάδα αφενός επιθυμεί εμπράκτως την διατήρηση του status quo, αφετέρου το στρατηγικό της δόγμα είναι αμιγώς αμυντικό (Στο διπλωματικό πεδίο είναι αντιδραστικό (reactive) στις τουρκικές πρωτοβουλίες, ενώ στο στρατιωτικό πεδίο δεν περιλαμβάνει προληπτική δράση, καθώς προκρίνει το Ισοδύναμο Τετελεσμένο στο πλαίσιο της Ευέλικτης Ανταπόδοσης ύστερα από περιορισμένη τουρκική στρατιωτική ενέργεια και τα Μαζικά Αντίποινα σε περίπτωση κλιμάκωσης και γενικευμένης σύγκρουσης).

Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός δύναται να οριστεί ως η κατάσταση στην οποία ένα κράτος καταλαμβάνεται εξ απήνης από μια πρωτοβουλία έτερου κράτους στο στρατηγικό επίπεδο (στο στρατιωτικό πλαίσιο, ο αιφνιδιασμός αναφέρεται στο επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο).

Η σημασία του στρατηγικού αιφνιδιασμού έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος (forcemultiplier), ο οποίος δύναται να αποφέρει ισχυρό πλεονέκτημα στον επιτιθέμενο και σοβαρές επιπτώσεις στο κράτος –στόχο που αφορούν:

Α) την δημιουργία δυσμενών τετελεσμένων σε πολιτικο- διπλωματικό επίπεδο (Η Ισραηλινή αιφνιδιαστική επίθεση κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών είχε ως αποτέλεσμα την εδραίωση του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή και την διαίρεση των αραβικών κομμάτων σε συντηρητικά και ριζοσπαστικά)

Β) την καταστροφή πολύτιμων στρατηγικών /στρατιωτικών μέσων και δυνατοτήτων (capabilities/ assets) (Το ιαπωνικό προληπτικό χτύπημα στο Περλ Χάρμπορ διέλυσε την δύναμη θωρηκτών των ΗΠΑ, δημιουργώντας ιαπωνική υπεροπλία στον Ειρηνικό ως το 1942)

Γ) τον ψυχoλογικό αντίκτυπο με την δημιουργία αισθήματος φοβικών συνδρόμων, ταπείνωσης και αποτυχίας (Η επιτυχία της αιφνιδιαστικής επίθεσης των Σοβιετικών κατά την «Άνοιξη της Πράγας το 1968 καλλιέργησε τον φόβο στο δυτικό στρατόπεδο επανάληψης του φαινομένου εναντίον τους, ο οποίος διατηρήθηκε ως τις τελευταίες μέρες της Σοβ.Ένωσης,ενώ η επιτυχία του γερμανικού blitzkriegτο 1940 άφησε έντονα τα σημάδια της ταπείνωσης και της αποτυχίας στην γαλλική πλευρά).

Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός διέπεται από πέντε διαστάσεις που αφορούν

α) την ταυτότητα (Ποιος) και την πιθανότητα πραγματοποίησης (Εάν) της ενέργειας του επιτιθέμενου (Περίπτωση Μη αναμενόμενου αντίπαλου-λ.χ η είσοδος της Κίνας στον Πόλεμο της Κορέας ),

β) Το είδος /ο τρόπος (Πώς) της αιφνιδιαστικής ενέργειας-ο τεχνολογικός παράγοντας στον αιφνιδιασμό (λ.χ Ρίψη ατομικής βόμβας στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι-η χρήση των αντιαεροπορικών των 88 χιλιοστών ως αντιαρματικά από το Γερμανικό AfricaKorps στην Βόρεια Αφρική το 1941),

γ) τον χρόνο στον οποίο πραγματοποιείται η αιφνιδιαστική ενέργεια (η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ διεξήχθη Κυριακή),
δ)την τοποθεσία όπου θα πραγματοποιηθεί η αιφνιδιαστική ενέργεια (λ.χ η αιφνιδιαστική επίθεση της Βέρμαχτ στον ασθενή θύλακα των Αρδεννών το 1944)

και ε)το κίνητρο της αιφνιδιαστικής ενέργειας (Οι Άραβες διεξήγαγαν τον Πόλεμο του ΓιομΚιππούρ με κίνητρο την αναθέρμανση της διαπραγματευτικής διαδικασίας για την ανάκτηση των απωλεσθέντων εδαφών από το 1967, ενώ οι Ισραηλινοί θεώρησαν λανθασμένα ότι το κίνητρο ήταν η στρατιωτική νίκη)

Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός διακρίνεται σε διπλωματικό αιφνιδιασμό (μέσω ανατροπών και αλλαγών στις υφιστάμενες συμμαχίες όπως στην περίπτωση της στάσης της Γαλλίας στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, καθώς και διπλωματικών ενεργειών, όπως η επίσκεψη Νίξον στην Μαοϊκή Κίνα), επιχειρησιακό/τακτικό αιφνιδιασμό (μέσω νέου δόγματος λ.χ το γερμανικό δόγμα υποβρυχιακού πολέμου στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο) και τεχνολογικό αιφνιδιασμό (μέσω νέου οπλικού συστήματος όπως στην περίπτωση των πυραύλων V1 kaiV2 και της Ατομικής Βόμβας), σε πλήρη (complete), που αφορά όλες τις δυνατές διαστάσεις, σε ολοκληρωτικό (total), οποίος αναφέρεται στον βαθμό αιφνιδιασμού στην κάθε διάσταση και μερικό (partial) ο οποίος αφορά μία συγκεκριμένη διάσταση.

Στον 21ο αιώνα η έννοια και το περιεχόμενο του στρατηγικού αιφνιδιασμού αποκτά νέα διάσταση, καθώς τα υβριδικά επιχειρησιακά δόγματα θολώνουν τα όρια μεταξύ πολέμου και ειρήνης και επιχειρούν στην λεγόμενη «γκρίζα περιοχή» (greyzonearea) και σε «ασφαλή πεδία» (safespaces) «μαλακώνοντας» τις αντιστάσεις του κράτους-στόχου πριν την εκδήλωση της κύριας φάσης του αιφνιδιασμού.

Αναφορικά με την τουρκική απειλή, η Ελλάδα, ούτως ή άλλως κινδύνευε και κατά το παρελθόν από μία αιφνιδιαστική στρατιωτική ενέργεια από την πλευρά της Άγκυρας ,καθώς η τελευταία διαθέτει το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας των κινήσεων, ενώ ειδικά στο θέατρο του Αιγαίου διαθέτει την ευχέρεια επιλογής πολλών και σημαντικών στόχων. Το γεγονός που διαφοροποιεί επί τα χείρω την προβληματική αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής από την ελληνική πλευρά στην τρέχουσα περίοδο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, δημιουργώντας συνθήκες στρατηγικού αιφνιδιασμού της Αθήνας, έγκειται στην υιοθέτηση από την Άγκυρα πτυχών των υβριδικών δογμάτων της Ρωσίας και της Κίνας, συμβεβλημένων με την ευρύτερη στρατηγική «Αιχμηρής Ισχύος» την οποία ακολουθεί η Τουρκία.

Ως εκ τούτου, η Ελλάδα και η Κύπρος ήδη έχουν αιφνιδιαστεί τρεις φορές στο διπλωματικό επίπεδο (Επίσκεψη Ερντογάν όπου διατυπώθηκαν για πρώτη φορά σε ελληνικό έδαφος, οι τουρκικές διεκδικήσεις που περιλαμβάνουν αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάννης, Στάση της Ιταλίας στην παρεμπόδιση του γεωτρύπανου της ιταλικής εταιρίας ENI, θέση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ (μη καταδίκη) αναφορικά με τις τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο), ενώ η Ελλάδα υπέστη αιφνιδιασμό στο επιχειρησιακό επίπεδο, τόσο στην περίπτωση του εμβολισμού σκάφους του Λιμενικού από τουρκική ακταιωρό, όσο και στην περίπτωση της αιχμαλωσίας των δύο Ελλήνων Στρατιωτικών από την τουρκική στρατοχωροφυλακή.
Θα πρέπει συνεπώς να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τον ελληνικό θεσμικό μηχανισμό ασφάλειας το ευρύτερο πλαίσιο του τουρκικού προληπτικού δόγματος που περιλαμβάνει στοιχεία υβριδικού πολέμου, το οποίο δύναται να χρησιμοποιήσει ή ήδη χρησιμοποιεί τα εξής μέσα:

Α) Την τουρκική Στρατοχωροφυλακή εν αντιθέσει με τις δυνάμεις του τακτικού στρατού, η οποία μετά το πραξικόπημα, διαθέτει αυξημένες αρμοδιότητες και είναι εφοδιασμένη με αναβαθμισμένες δυνατότητες (capabilities)

B) Τις νέες δυνατότητες των δικτύων της Τουρκικής Μυστικής Υπηρεσίας (ΜΙΤ )στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, σε γειτονικές χώρες και σε ευρωπαϊκές χώρες

Γ) την στρατολόγηση εγκληματικών δικτύων, που διεισδύουν σε ομάδες λάθρο/παράτυπων μεταναστών

Δ) Τις ολοένα και αυξανόμενες επιθετικές δυνατότητες της Τουρκικής νεότευκτης Cyber War Command στο πεδίο του κυβερνοπολέμου, όπου στρατολογούνται επαγγελματίες hackers-μέλη εγκληματικών ισλαμικών δικτύων (από την SADAT) κατά τα πρότυπα της Βόρειας Κορέας.

Επιπρόσθετα αυξημένη προσοχή θα πρέπει να δοθεί σε περιπτώσεις αιφνιδιασμού με την χρήση αλιευτικών στο Αιγαίο, τα οποία λειτουργούν ήδη ως μονάδες παρακολούθησης των κινήσεων του Ελληνικού Ναυτικού και δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως προκεχωρημένες μονάδες αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας κατά τα πρότυπα των ενεργειών των κινεζικών αλιευτικών στην θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Επιπλέον ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να δοθεί στην δυνατότητα προσβολής των συστημάτων αεράμυνας και αεροσκαφών με σμήνος (swarm) μη επανδρωμένων οχημάτων (drones) φθηνής κατασκευής και«αγνώστου προελεύσεως-χωρίς διακριτικά» κατά το πρότυπο της επίθεσης με τέτοια drones στη ρωσική αεροπορική βάση στην Λαττάκεια της Συρίας.
Πως δύναται να προφυλαχθεί η χώρα από το καταστρεπτικό ενδεχόμενο ενός στρατηγικού αιφνιδιασμού;

Η έγκαιρη προειδοποίηση (early warning) απότοκος της ορθής και ακριβούς πληροφόρησης (intelligence),αποτελεί την ικανή και αναγκαία συνθήκη αποτροπής ενός αιφνιδιαστικού κτυπήματος σ όλο το εύρος δραστηριοτήτων των πυλώνων που συγκροτούν την εθνική ασφάλεια.

Εντούτοις, θα πρέπει να τονισθεί, ότι η εξάλειψη εξ ολοκλήρου του κινδύνου του στρατηγικού αιφνιδιασμού, είναι σχεδόν αδύνατη, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο στρατηγιστής Colin Gray. Κατά συνέπεια, η διαχείριση ενός τέτοιου φαινομένου αν λάβει χώρα, αποκτά την μέγιστη σημασία, λαμβάνοντας υπόψη πως η ανθεκτικότητα (resilience) και η επαναλειτουργία (recovery) του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας πρέπει να αποτελέσει ύψιστη προτεραιότητα.

Σ αυτό το πλαίσιο, η αλλαγή υπαρχόντων στοιχείων της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας καθίσταται επιτακτική.
Πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να γίνει σαφές και κατανοητό από την ελληνική πολιτική και την στρατιωτική ηγεσία, το διαφορετικό πλαίσιο ανάλυσης και εκτίμησης κινδύνων της τουρκικής πλευράς.

Η απεικόνιση της Τουρκίας ως «νευρικής» Δύναμης εμπίπτει στην καλλιέργεια ευσεβών πόθων (wishful thinking) και στην μη αποδοχή της πραγματικότητας, στοιχεία τα οποία, κατά τον Αμερικανό στρατηγικό αναλυτή Richard Betts, αποδίδονται στο λεγόμενο mirror imaging από το κράτος-στόχο, ήτοι την απεικόνιση της πραγματικότητας, όπως το κράτος- στόχος επιθυμεί. Ως εκ τούτου το κράτος-στόχος υποθέτει πως ο επιτιθέμενος θα αναγνωρίσει τις ίδιες εναλλακτικές και δυσκολίες και θα συσχετίσει τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνο.

Εξετάζοντας την περίπτωση της Ιαπωνικής Επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ, η πλειοψηφία των Αμερικανών αναλυτών είχε αποφανθεί πως μια επίθεση κατά των ΗΠΑ από την Ιαπωνία θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός Graham Allison, οι ΗΠΑ διέγνωσαν λάθος το εύρος του ρίσκου που το ιαπωνικό επιτελείο θα μπορούσε να δεχθεί. Για τις ΗΠΑ (το πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο), η κατάληψη της Ασίας από τους Ιάπωνες αποτελούσε το απώτερο στάδιο των περιφερειακών φιλοδοξιών τους, για το ιαπωνικό επιτελείο όμως αποτελούσε ζήτημα ζωής και θανάτου καθώς σχετιζόταν με την επιβίωση του στρατοκρατικού καθεστώτος. Ως εκ τούτου, μια αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Αμερικανικού Στόλου στο Περλ Χάρμπορ με πιθανότητες επιτυχίας 50% ενέπιπτε στην λογική επιλογή των Ιαπώνων στρατηγικών ιθυνόντων, όπερ και εγένετο.

Για την Ελλάδα, απαιτείται συνεπώς προς αποφυγή ενός καταστρεπτικού στρατηγικού αιφνιδιασμού που θα παραλληλισθεί μ ένα Περλ Χάρμπορ ή μια Ενδεκάτη Σεπτεμβρίου, η ορθή ανάγνωση του στρατηγικού περιβάλλοντος , η ορθή εκτίμηση της τουρκικής απειλής και η αλλαγή της κουλτούρας της πολιτικής ηγεσίας ως προς την δέουσα προσοχή στις προειδοποιήσεις του θεσμικού μηχανισμού ασφάλειας.

Όπως ορθώς παρατήρησε ο Αμερικανός αναλυτής Eric Dahl, η πολιτική ηγεσία συνήθως αγνοεί τις προειδοποιήσεις και τις ενδείξεις των υπηρεσιών πληροφοριών στο στρατηγικό επίπεδο (αλλαγές στρατηγικού δόγματος, αλλαγή πολιτικών συσχετισμών), ενώ τις λαμβάνει υπόψη στο επιχειρησιακό/τακτικό κομμάτι (κινήσεις στρατευμάτων και στρατιωτική κινητοποίηση) εξαιτίας του επείγοντος.

Ιδίως στην ελληνική περίπτωση, όπου κυριαρχεί πλήρως η απουσία σχεδιασμού, η αποσπασματική και η πυροσβεστική αντιμετώπιση των προκλήσεων, απαιτείται η ολική αναπροσαρμογή του θεσμικού πλαισίου ασφάλειας και η αλλαγή της νοοτροπίας που προκρίνει την ακινησία και την αμυντικότητα, ως στοιχεία της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας.
Στο πλαίσιο αυτό ενδεικτικά προτείνονται και οι ακόλουθες παρεμβάσεις:

Α) Αναδιοργάνωση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών επενδύοντας στον πυλώνα των στρατηγικών πληροφοριών (Strategic Intelligence) και στην δημιουργία Joint Intelligence Centers με την Κύπρο, με γειτονικές χώρες , στο ευρωπαϊκό και στο ευρω-ατλαντικό πλαίσιο.

B) Αναφορικά με το Wargaming στο υψηλότερο επίπεδο, έμφαση στο worst case scenario και μείξη διαφορετικών δεδομένων (inputdata), ώστε να αναπτυχθεί μια κουλτούρα ανάληψης πρωτοβουλίας ακόμα και στο χειρότερο ενδεχόμενο. (Η τάση που κυριαρχεί στο Wargaming αφορά περιπτώσεις όπου η αποτυχία στην αποτροπή του κινδύνου δεν είναι επιλογή (option),ως εκ τούτου δεν καλλιεργείται η νοοτροπία βέλτιστης διαχείρισης μιας κατάστασης αιφνιδιασμού.

Γ) Αναφορικά με την διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων, όπως η πρόσφατη «Πυρπολητής», έμφαση θα πρέπει να δοθεί όχι μόνο στην ετοιμότητα (readiness) και την τακτική προσήλωση των μονάδων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, αλλά θα πρέπει να ενσωματώνεται και η ύπαρξη των λεγόμενων redteams, όπου θα περιλαμβάνεται και το σενάριο αποτυχίας των φίλιων δυνάμεων.
Εν κατακλείδι, η Ελληνική πλευρά θα πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη τις τεράστιες αλλαγές που έχουν λάβει χώρα στην γειτονική Τουρκία σ όλα τα επίπεδα, ιδίως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα. Αναφορικά με την πιθανότητα ενός στρατηγικού αιφνιδιασμού, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τρία στοιχεία για το προσεχές μέλλον:

Πρώτον το γεγονός ότι οι Δυνάμεις που επιθυμούν την διατήρηση τουs tatus quo, όπως η Ελλάδα, είναι πολύ πιθανό να πέσουν θύματα στρατηγικού αιφνιδιασμού,καθώς έχουν εμπεδώσει τις στρατιωτικές τους δυνατότητες σ ένα καθορισμένο κανονιστικό πλαίσιο, ενώ ένα αναθεωρητικό κράτος ,όπως η Τουρκία δύναται να χρησιμοποιήσει ασύμμετρες τακτικές για να αλλάξει το υπάρχον πλαίσιο.

Δεύτερον, παρατηρείται,αναφορικά με τον στρατηγικό αιφνιδιασμό λόγω αλλαγής επιχειρησιακού δόγματος ότι ισχύει όταν το κράτος –επιτιθέμενος, διέρχεται μια φάση αναδιοργάνωσης των Ενόπλων Δυνάμεών του λόγω έντονων πιέσεων, καθώς οι θεσμικές μεταβολές τότε είναι ευκολότερο να πραγματοποιηθούν, όπως συνέβη με την περίπτωση της Γερμανίας την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Θα πρέπει να εξεταστούν και να αναλυθούν ενδελεχώς απ’ τα ανώτατα ελληνικά κλιμάκια του εθνικού μηχανισμού ασφάλειας, οι σαρωτικές αλλαγές που έλαβαν χώρα μετά το πραξικόπημα στο τουρκικό θεσμικό σύστημα εθνικής ασφάλειας, όπου δεσπόζει ο ρόλος της SADAT στην στελέχωση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και στην διαμόρφωση του τουρκικού δόγματος εθνικής ασφάλειας με σαφείς ιρανικές επιρροές.

Τρίτον, οι ΗΠΑ, βρίσκονται σε φάση μετάβασης, αναδιοργάνωσης και αναπροσαρμογής στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται στο λυκαυγές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να επηρεάσουν καταστάσεις και να διαμορφώσουν αποτελέσματα με τον τρόπο που το έκαναν την δεκαετία 90, όταν απολάμβαναν την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία σε παγκόσμιο επίπεδο.

Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου