Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

23 Ιαν 2017


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Μπορεί οι εμπειρογνώμονες στο Μοντ Πελεράν να ολοκλήρωσαν την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού (εγγυήσεις, στρατεύματα, ασφάλεια) και να έθεσαν τα βασικά ερωτήματα, αλλά τίποτα δεν προδιαγράφει γεφύρωση του χάσματος που επιβεβαιώθηκε στη διάσκεψη της Γενεύης. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία των εμπειρογνωμόνων είναι ένας τρόπος να συντηρηθεί η δυναμική της διαπραγμάτευσης.

O Έιντε (ειδικός απεσταλμένος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών) και το επιτελείο του έχουν ήδη καταγράψει τις εκατέρωθεν θέσεις και έχουν επεξεργασθεί φόρμουλες με σκοπό να σύρουν την Αθήνα να αποδεχθεί “ολίγες τουρκικές εγγυήσεις και ολίγα τουρκικά στρατεύματα”. Υπενθυμίζουμε ότι σ’ αυτή τη γραμμή είχε κινηθεί το προηγούμενο διάστημα και ο Αναστασιάδης. Απόδειξη αυτού είναι το σχετικό non paper που είχε παραδώσει στη Γραμματεία του ΟΗΕ. Μία τέτοια φόρμουλα προωθήθηκε στη Γενεύη από τον Έιντε με τη βοήθεια του υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας Τζόνσον.

Για την Αθήνα, όμως, η θέση «όχι εγγυήσεις, όχι τουρκικά στρατεύματα» είναι θεμελιώδης θέση. Ο Κοτζιάς, μάλιστα, είχε φροντίσει από το 2015 να την εγγράψει στην ατζέντα του Κυπριακού. Για να την ενισχύσει, μάλιστα, απέφυγε επιμελώς να αναμιχθεί έστω και συμβουλευτικά στις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις για τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού.

Συνηθισμένοι από τις ελληνικές υπαναχωρήσεις, οι εμπλεκόμενοι διεθνείς παίκτες θεωρούσαν για ένα μεγάλο διάστημα τη θέση του Κοτζιά διαπραγματευτικό ελιγμό με σκοπό την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων σ’ άλλα ζητήματα. Θεωρούσαν, λοιπόν, ότι στη διαδρομή θα χανόταν με τη βοήθεια κάποιας διπλωματικής φόρμουλας για να διασωθούν τα προσχήματα. Όταν, όμως, οι διαπραγματεύσεις εισήλθαν στην τελική ευθεία διαπίστωσαν ότι η Αθήνα εννοούσε αυτό που έλεγε.

Ήταν τότε που η αμερικανική διπλωματία επιχείρησε να πείσει τον Τσίπρα να παρακάμψει τον υπουργό Εξωτερικών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δέχθηκε τέτοια έμμεση πλην σαφή σύσταση από τον απελθόντα Αμερικανό αντιπρόεδρο Μπάιντεν. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε δραστήρια και η υφυπουργός Νούλαντ.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Αναστασιάδης, ο οποίος φρόντισε να έχει συχνές συναντήσεις και συνομιλίες με τον Τσίπρα, κατά τη διάρκεια των οποίων προσπάθησε να τον πείσει για τη δική του πολιτική. Παραλλήλως, οι γνωστοί “ανανικοί” κύκλοι σε Κύπρο και Ελλάδα άρχισαν να στοχοποιούν τον Κοτζιά, κατηγορώντας τον σαν εθνικιστή που επιχειρεί να τορπιλίσει τη λύση. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, οι σχετικές επιθέσεις είχαν την ευλογία και του προεδρικού μεγάρου της Λευκωσίας και της ηγεσίας του ΔΗΣΥ. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο επικεφαλής του ΑΚΕΛ Άνδρος Κυπριανού, τον οποίο ο Κοτζιάς λίγο καιρό πριν θεωρούσε ότι είχε πείσει. Σ’ αυτό το παιχνίδι συνέπραξαν και κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι, στο όνομα της καταπολέμησης του εθνικισμού, είχαν υποστηρίξει το σχέδιο Ανάν και συνεχίζουν να υποστηρίζουν λύση τύπου Ανάν.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, για ένα διάστημα ο Τσίπρας ήταν με το ένα πόδι στη γραμμή του Κοτζιά και με το άλλο στη γραμμή του Αναστασιάδη. Μη έχοντας επαρκή γνώση του Κυπριακού και ακριβή συνείδηση του εθνικού διακυβεύματος, αρχικά κινήθηκε σαν γεφυροποιός. Είχε, ωστόσο, λάβει το έμμεσο πλην σαφές μήνυμα από τον υπουργό του ότι δεν ήταν διατεθειμένος να συνυπογράψει τουρκικές εγγυήσεις.

Σύμφωνα με πηγή του Μαξίμου, ο Τσίπρας θεωρεί τον Κοτζιά πολύ δύσκολο χαρακτήρα και τη συνεργασία μαζί του μία μικρή δοκιμασία. Από την άλλη πλευρά, όμως, θεωρεί ότι σε γενικές γραμμές τα έχει πάει καλά στο υπουργείο Εξωτερικών. Εάν σ’ αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός γενικά αποφεύγει κινήσεις που ενδεχομένως να προκαλούσαν κάποιο ρήγμα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γίνεται κατανοητός ο λόγος που στον τελευταίο ανασχηματισμό τον διατήρησε στο αξίωμά του.

Εκτός αυτών, ο Τσίπρας θεωρεί λογική τη θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν χρειάζεται εγγυήσεις και ότι πρέπει να αποχωρήσουν τα τουρκικά στρατεύματα. Στο πλαίσιο αυτό είχε υιοθετήσει και την εισήγηση του Κοτζιά για εκ των προτέρων συνάντηση με τον Ερντογάν, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η διάσκεψη για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού θα είχε προοπτική επιτυχίας.

Όταν στο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου ο Αναστασιάδης έσπασε την από κοινού χαραγμένη γραμμή Αθήνας-Λευκωσίας και συμφώνησε με τον Έιντε και τον Ακιντζί να συγκληθεί πενταμερής διάσκεψη στις 12 Ιανουαρίου, ο Τσίπρας δεν αντέδρασε δημοσίως. Θεώρησε, όμως, το γεγονός ως επιβεβαίωση των επιφυλάξεων του Κοτζιά για τον ρόλο του Κύπριου προέδρου. Το γεγονός αυτό τον έφερε πιο κοντά στη θέση του υπουργού του.

Στη συνέχεια, η άρνηση του Ερντογάν να συναντηθεί με τον Τσίπρα και η ανελαστική στάση του Τσαβούσογλου στη Γενεύη διέψευσαν συνεργάτες του πρωθυπουργού και όσους άλλους του είχαν καλλιεργήσει την εντύπωση ότι αν η Αθήνα υιοθετούσε μία ελαστική γραμμή θα προέκυπτε συμφωνία. Ήταν οι ίδιοι κύκλοι που του καλλιεργούσαν τον φόβο πως η γραμμή Κοτζιά θα απομόνωνε διεθνώς την Ελλάδα κι αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις ακόμα και στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.

Μπορεί αυτό να μην συνέβη, αλλά είναι πολλοί που θεωρούν ότι εγγράφοντας στην ατζέντα το ζήτημα της κατάργησης των εγγυήσεων και της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων, ο Κοτζιάς “τους χάλασε τη σούπα”. Είναι αξιοσημείωτο ότι είδαν το φως σε διεθνή Μίντια πανομοιότυπες πληροφορίες pvw ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ουσιαστικά τορπίλισε τη διάσκεψη και λόγω της στάσης του δεν είναι αποδεκτός ως συνομιλητής από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Γκουτιέρες. Η παραπληροφόρηση αυτή, κατόπιν ελληνικής αντίδρασης, υποχρέωσε τον Γκουτιέρες να προβεί σε διάψευση.

Σύμφωνα με διπλωματική πηγή στην Αθήνα, πίσω από αυτά τα δημοσιεύματα είναι ο Έιντε. Ο ειδικός απεσταλμένος είναι χολωμένος και λόγω ενός περιστατικού στη Γενεύη. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο Έλληνας υπουργός μίλησε για κατοχική δύναμη στην Κύπρο. Ο Έιντε, παρουσία του γενικού γραμματέα Γκουτιέρες, απάντησε πως δεν υπάρχει καμία τέτοια αναφορά σε έγγραφα του ΟΗΕ. Ο Κοτζιάς τον διέψευσε, καταθέτοντας ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1983) με τέτοια ρητή αναφορά. Του υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ως υπάλληλος του ΟΗΕ πρέπει να γνωρίζει και να σέβεται τις αποφάσεις του Οργανισμού.

Το γεγονός ότι ακόμα και ο Αναστασιάδης υποχρεώθηκε να προσχωρήσει τουλάχιστον ρητορικά στη γραμμή “όχι τουρκικές εγγυήσεις, όχι τουρκικά στρατεύματα” θεωρείται από τον Τσίπρα δικαίωση της επιλογής του να στηρίξει τη θέση του Κοτζιά. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως συρρικνώνονται οι πιθανότητες να τον παρακάμψει στην επόμενη φάση, αν και οι σχετικές πιέσεις συνεχίζονται.

Είναι ενδεικτικό ότι ο Κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος Χριστοδουλίδης δήλωσε πως μετά την ολοκλήρωση της εργασίας των εμπειρογνωμόνων θα συγκληθεί και πάλι η διάσκεψη αυτή τη φορά σε επίπεδο ηγετών. Το ίδιο έγραψε και η τουρκοκυπριακή εφημερίδα Χαβαντίς, προσθέτοντας, παρά τη διάψευση της Γραμματείας του ΟΗΕ, ότι θα παρακαμφθούν οι υπουργοί Εξωτερικών επειδή ο Γκουτιέρες δεν θέλει ως συνομιλητή τον Κοτζιά.

Διπλωματική πηγή, που έχει γνώση των συνομιλιών σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, εκτιμάει ότι η διήμερη αυτή συνάντηση δεν άνοιξε καμία νέα προοπτική. Η τουρκική πλευρά, μάλιστα, αρνήθηκε να καταθέσει γραπτές προτάσεις, περιοριζόμενη στο να επαναλάβει την απαίτησή της να παραμείνουν για απροσδιόριστο χρόνο τουρκικά στρατεύματα στη Μεγαλόνησο, καθώς και να διατηρηθούν, έστω και με διαφορετική μορφή, οι τουρκικές εγγυήσεις και το επεμβατικό δικαίωμα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Άγκυρα απαιτεί, επίσης, οι Τούρκοι πολίτες να έχουν στην Κύπρο τα δικαιώματα που θα έχουν οι Κύπριοι (ελεύθερη διακίνηση, εγκατάσταση, απόκτησης περιουσίας κλπ). Η απαίτηση αυτή (από ένα κράτος που δεν είναι μέλος της ΕΕ) αντανακλά την επιδίωξη της Τουρκίας να ενισχύσει την οικονομική και πληθυσμιακή παρουσία της στο σύνολο της Μεγαλονήσου.

Οι συνομιλίες των εμπειρογνωμόνων επιβεβαίωσαν αυτό που είχε καταστεί σαφές και στη διάσκεψη: Η ανελαστική στάση της τουρκικής πλευράς επιβεβαιώνουν και στο διπλωματικό επίπεδο ότι η γραμμή είναι αυτή που αποτύπωσαν οι δηλώσεις του Ερντογάν: η Τουρκία θα μείνει για πάντα στην Κύπρο. Ο σύμβουλός του Μπουλούτ, μάλιστα, εξέφρασε με ακόμα πιο καθαρό τρόπο τη γραμμή της Άγκυρας: «Εκείνοι που ονειρεύονται με επιτραπέζια παιχνίδια να χωρίσουν από την πατρίδα Τουρκία την Κύπρο, την οποία πήραμε με το αίμα των ηρώων μας, τότε ας έρθουν αν είναι έτοιμοι να πληρώσουν το ίδιο τίμημα».

Εκτός από τη βύθισή του στον πιο ακραίο εθνικισμό, ο Ερντογάν δεν έχει και πολιτικά περιθώρια να κάνει το παραμικρό βήμα πίσω. Αυτό τον καιρό παίζει το κορυφαίο πολιτικό παιχνίδι του. Βρίσκεται σε εξέλιξη η μετατροπή του πολιτεύματος από προεδρευομένη σε προεδρική δημοκρατία, η οποία τελικώς θα κριθεί σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο.

Για να αναδειχθεί σε πρόεδρο-σουλτάνο, ο Ερντογάν έχει ανάγκη και έχει εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική υποστήριξη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Οι “Γκρίζοι Λύκοι” θα την απέσυραν και θα στρέφονταν εναντίον του εάν έκανε το παραμικρό βήμα πίσω. Ενδεικτικό του εθνικιστικού πυρετού είναι το γεγονός ότι η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορεί προκαταβολικά τον Τούρκο πρόεδρο ότι προετοιμάζει υποχωρήσεις!

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, αποκλείεται να υπάρξει διαφοροποίηση της τουρκικής θέσης και ως εκ τούτου εποικοδομητική διαπραγμάτευση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι και το δεύτερο μέρος της διάσκεψης εκ των πραγμάτων θα περιέλθει σε αδιέξοδο, έστω και αν η Γραμματεία του ΟΗΕ αποφύγει να χρησιμοποιήσει αυτό τον όρο.

Τόσο ο Έιντε, όσο και οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων Αναστασιάδης και Ακιντζί είχαν πριν συγκληθεί η διάσκεψη συνείδηση ότι δεν υπήρχαν ούτε κατ’ ελάχιστον οι προϋποθέσεις για συμφωνία. Για την τουρκική πλευρά, ωστόσο, και μόνο το γεγονός της σύγκλησης πενταμερούς διάσκεψης ήταν μία διπλωματική επιτυχία, επειδή ενίσχυσε τον τουρκικό ισχυρισμό περί «εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας».

Η Νούλαντ, που καθοδηγούσε τον Έιντε, ήλπιζε πως συγκεντρώνοντας όλους τους πρωταγωνιστές στη Γενεύη, με την άσκηση πιέσεων, θα τους πειθανάγκαζε να υπογράψουν μία συμφωνία-πλαίσιο. Δεδομένων των σημαντικών διαφορών όχι μόνο για την εξωτερική, αλλά και για εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, μία τέτοια συμφωνία θα ήταν αναπόφευκτα γεμάτη από τις λεγόμενες «εποικοδομητικές ασάφειες». Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι «εποικοδομητικές ασάφειες» είναι εποικοδομητικές μόνο για την ισχυρή πλευρά, η οποία, όταν έρχεται η ώρα, τις ερμηνεύει σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Αν και οι Ελληνοκύπριοι έχουν πικρή πείρα, ο Αναστασιάδης έπαιξε σ’ αυτό το παιχνίδι.

Η επιχείρηση να εκβιασθούν τα πράγματα για να υπογραφεί μία συμφωνία-πλαίσιο και να δημιουργηθεί πολιτικό τετελεσμένο έπεσε στο κενό. Αφενός επειδή η Αθήνα επέμεινε ότι το ζήτημα της κατάργησης των εγγυήσεων και της αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων είναι ζήτημα αρχής και όχι θέση με σκοπό την εξασφάλιση άλλων ανταλλαγμάτων. Αφετέρου, επειδή η Άγκυρα δεν έκανε το παραμικρό βήμα πίσω, στο οποίο να μπορούσε να πατήσει ο Έιντε για να πιέσει την ελληνική πλευρά.

Το γεγονός ότι ο Κοτζιάς κατάφερε να καταστήσει και τις εγγυήσεις και τα στρατεύματα κεντρικά ζητήματα της διαπραγμάτευσης αποτελεί διπλωματική επιτυχία. Μέχρι πρότινος, οι Αμερικανοβρετανοί, που καθοδηγούν τη Γραμματεία του ΟΗΕ όσον αφορά το Κυπριακό, θεωρούσαν δεδομένο πως θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απαίτηση της Άγκυρας για τουρκικές εγγυήσεις και για στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο. Τώρα, συνειδητοποιούν ότι εδώ υπάρχει ένα δύσκολα γεφυρώσιμο χάσμα.

Δικαιολογημένα το θεωρούσαν, επειδή παραδοσιακά οι εγγυήσεις δεν είχαν τεθεί ούτε από την ελληνοκυπριακή πλευρά ούτε από την Αθήνα ως αποφασιστικής σημασίας ζήτημα. Χωρίς να λέγεται ρητά, αφηνόταν να εννοηθεί ότι θα βρισκόταν ένας συμβιβασμός στη γραμμή “ολίγες τουρκικές εγγυήσεις, ολίγα τουρκικά στρατεύματα”.

Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, το διακύβευμα δεν είναι πλέον το περιεχόμενο μίας συμφωνίας, αλλά το ποια πλευρά θα χρεωθεί το αδιέξοδο. Αυτός είναι ο λόγος που η Τουρκία παραμένει στις διαπραγματεύσεις. Το γεγονός, μάλιστα, ότι οι “ανανικοί” σε Κύπρο και Ελλάδα στοχοποιούν τον Κοτζιά αντικειμενικά διευκολύνει την προπαγάνδα της Άγκυρας.

Κι αυτό σε μία περίοδο που η μετοχή της Τουρκίας του Ερντογάν είναι στα χαμηλότερά της στα δυτικά πολιτικά χρηματιστήρια και που με την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ η αμερικανική στάση θα επανακαθορισθεί. Η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου ήταν ανέκαθεν μεγάλη. Τον τελευταίο καιρό, όμως, έχει αναβαθμισθεί περαιτέρω αφενός λόγω της γεωπολιτικής ρευστότητας που επικρατεί στη Μέση Ανατολή, αφετέρου λόγω της ανακάλυψης κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όπως έγραψε και ο Νταβούτογλου πριν 15 χρόνια, «Το Κυπριακό Ζήτημα δεν είναι ούτε κανονική τουρκοελληνική εθνική διαφορά ούτε μια απλή τουρκοελληνική ένταση… Η σημασία της γεωγραφικής θέσης του νησιού από γεωστρατηγική οπτική είναι καθοριστικής σημασίας, ανεξάρτητα από το ανθρώπινο στοιχείο που υπάρχει εκεί. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρήσει ένα Κυπριακό Ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορη μπροστά σε τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου».

Σ’ αυτό το τελευταίο ο Νταβούτογλου έχει άδικο. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει κατά κανόνα μάθει να θεωρεί την Κύπρο όχι γεωστρατηγικό πλεονέκτημα, αλλά “βαρίδι” που πρέπει να με κάθε τρόπο να ξεφoρτωθεί.

Πηγή "Ποιότητα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος

Να θυμίσω κατ’ αρχήν, σε όσους τυχόν δεν το αντιλήφθηκαν, ότι η Διάσκεψη της Γενεύης όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά δεν προβλέπεται να τελειώσει παρά μόνον αν επέλθει συμφωνία, με δική μας μάλιστα πρωτοβουλία αυτό. Είναι open ended, διαρκής θεσμός, όπως η Ιερά Εξέταση, και θα παραμείνει ως Δαμόκλειος Σπάθη πάνω από το κεφάλι του ελληνικού λαού μέχρι, είτε να κόψει το κεφάλι του κυπριακού κράτους, είτε να αποφασίσει κάποιος να τη διακόψει.

Η κυπριακή και η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι προσέρχονται στη Γενεύη ανυποχώρητες στο θέμα των εγγυήσεων και ξένων στρατευμάτων στην Κύπρο.

Αυτό δεν είναι ασφαλώς το μόνο κρίσιμο θέμα – διότι δεν αρκεί να φύγουν τα στρατεύματα, πρέπει να μας προκύψει στο τέλος και κάποιας μορφής κράτος στο νησί, όχι μπάχαλο. Είναι όμως ένα από τα κρισιμότερα.

Αν αυτό όντως προκύψει ο γράφων θα είναι ο πρώτος που θα χαιρετίσει αμφότερες τις κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης κριτικής ή διαφωνίας.

Εν τούτοις, δις εξ αμαρτείν ουκ ανδρός σοφού, πόσο μάλλον πολλάκις εξ αμαρτείν.

Ο μεν Αναστασιάδης εξελέγη υποσχόμενος να μην επιτρέψει ποτέ το κούρεμα των καταθέσεων, που έκανε δύο μήνες μετά την εκλογή του και αφού φρόντισε τα οικονομικά της οικογενείας του. Εξελέγη επίσης διακηρύσσοντας ότι το σχέδιο Ανάν και οι συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ έχουν πεθάνει. Ευθύς μετά την εκλογή του ανέστησε τους πεθαμένους και άρχισε επί τη βάσει αυτών τις διαπραγματεύσεις.

Ο ελληνικός λαός εμπιστεύτηκε τη διαβεβαίωση της παρούσας κυβέρνησης ότι δεν θα υπογράψει νέα Μνημόνια, για να ξυπνήσει με το τρίτο και χειρότερο. Αν ήταν σοφότερος θα είχε ανησυχήσει πολύ νωρίτερα και οπωσδήποτε διαβάζοντας την επιστολή του ‘Ελληνα Υπουργού Οικονομικών προς τους Ευρωπαίους συναδέλφους του, στην αρχή ήδη της διαπραγμάτευσης, που αναγνώριζε και τις προηγούμενες συμφωνίες και το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Γι’ αυτό και θέλουμε να τους πιστεύουμε όλους αυτούς, μακάρι να λένε αλήθεια αυτή τη φορά, αλλά προτιμάμε να παραμένουμε άπιστοι Θωμάδες, μέχρις αποδείξεως τού, και ευχόμενοι να αποδειχθεί το ενάντιο.

Γιατί διαφορετικά, αν τυχόν γίνει κάποιο λάθος στο κυπριακό τώρα, στην κατάσταση που είναι η Ελλάδα, μπορεί να είναι η χαριστική βολή στον ελληνικό λαό στο σύνολό του. Καλύτερα λοιπόν σε αυτή την περίπτωση να μην ακολουθήσουμε το “Πίστευε και μη ερεύνα”, αλλά το “Ερευνάτε τας Γραφάς”.

Πόσο μάλλον που οι εκπρόσωποι τόσο της Λευκωσίας, όσο και της Αθήνας, με την ορολογία που οι ίδιοι χρησιμοποιούν εγείρουν σοβαρότατα ερωτηματικά για το τι εννοούν αμφότερες με τη φόρμουλα “λύση χωρίς ξένα στρατεύματα και εγγυήσεις”. Διαφωτιστικές επ’ αυτού είναι οι συνεντεύξεις των κ.κ. Κοτζιά και Αναστασιάδη στη Καθημερινή (26-9-2016 και 25-12-2016) που κάνουν λόγο για μεταβατικές περιόδους αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων, αφού προηγουμένως έχει διαλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και η Εθνοφρουρά της.

Τα τουρκικά στρατεύματα θα μείνουν για πάντα αν δεν έχουν αποχωρήσει προ της εφαρμογής της λύσεως και όχι μετά τη λύση.

Υποστηρίζεται ότι χρειάζεται μια μεταβατική περίοδος για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων (“και για πρακτικούς λόγους”, Καθημερινή, τους άλλους τους αγνοούμε).

Τα τουρκικά στρατεύματα ήρθαν πολύ γρήγορα στην Κύπρο και δεν καταλαβαίνουμε γιατί δεν μπορούν να φύγουν εξίσου γρήγορα. Αν όμως δεν μπορούν να φύγουν τότε μπορούμε ασφαλώς να περιμένουμε όσο χρειάζεται για να φύγουν και μετά να εφαρμόσουμε τη λύση.

Διότι αυτό που τώρα ζητείται από την ελληνική πλευρά είναι στην πραγματικότητα να διαλυθεί το υπάρχον κυπριακό κράτος και η Εθνοφρουρά του έναντι μιας υποσχέσεως του κ. Ερντογάν.

Θα τηρήσει η Τουρκία τις υποσχέσεις της;

Δεν βλέπω κανένα λόγο να είμαι πιο Τούρκος από τους Τούρκους, αποδίδοντάς τους προθέσεις που όχι μόνο δεν έχουν, αλλά λένε ότι δεν έχουν.

Την απάντηση την έχει δώσει ο πρώην Πρόεδρος της Τουρκίας Αμπντουλά Γκιουλ. Στη διάρκεια επισκέψεως στο Μπακού, όπου οι Αζέροι τον ενεκάλεσαν για τις συμφωνίες με την Αρμενία, τους απάντησε ότι κακώς νομίζουν ότι η ‘Αγκυρα υπέγραψε τις συμφωνίες για να τις τηρήσει.

Διδακτική φαντάζομαι είναι και η εμπειρία από τη Συρία και το Ιράκ, όπου ο τουρκικός στρατός έχει εισέλθει χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός και παραβιάζοντας όλο το διεθνές δίκαιο.

Τι μας λέει άλλωστε ο ίδιος ο κ. Ακιντζί, απείρως σοβαρότερος και ειλικρινέστερος από τη δική μας πλευρά; Χρειαζόμαστε λέει τον τουρκικό στρατό καμιά δεκαπενταριά χρόνια και, αν το πράγμα δουλέψει, το συζητάμε.
(Διερωτάται κανείς και πάλι τι ακριβώς εξυπηρετεί και σε τι μπορεί να είναι ωφέλιμη οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με παρόμοιους όρους).

Τι θα κάνουμε αν δεν τηρήσει η Τουρκία τις υποσχέσεις της;

Υπό τέτοιες συνθήκες, τα “δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα” δεν φαίνονται παρά να δεσμεύουν μόνο τα θύματα της εισβολής, που φυσικά δεν θα μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα.

Μία περίπτωση είναι να στείλουμε τους Ευζώνους που φυλάνε τη Βουλή να διώξουν τα τουρκικά στρατεύματα από την Κύπρο. ‘Αλλη να τους αναγκάσει να τηρήσουν τη συμφωνία η κυπριακή Εθνοφρουρά. Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχουν τέτοια σενάρια. ‘Αλλωστε, η συζητούμενη συμφωνία προβλέπει την αποχώρηση των στρατευμάτων μετά και όχι πριν τη διάλυση της Εθνοφρουράς και του κράτους.

Ο κ. Αναστασιάδης υπόσχεται, στην Καθημερινή (25.12) ότι, αν δεν τηρηθούν οι τουρκικές υποσχέσεις, θα προσφύγει στην ΕΕ και στον ΟΗΕ. Δεν ξέρω αν θα υπάρχει η ΕΕ όταν θα προσφύγει εκεί ο Αναστασιάδης, ξέρω ότι δεν θα μπορεί να το κάνει. Διότι το σχέδιο λύσης προβλέπει 50-50% την Κύπρο και αμφιβάλλω ότι θα τον αφήσει το σύνοικο στοιχείο να πάει να το καταγγείλει οπουδήποτε.

Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ που ζητούν την άμεση, χωρίς όρους και χωρίς διασύνδεση με λύση ή μη λύση ή όποια λύση του κυπριακού, αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο και την πλήρη αποκατάσταση της κυριαρχίας του κυπριακού κράτους, είναι το πολιτικό προϊόν μιας τελείως διαφορετικής εποχής και είναι αδύνατο να ξαναβγούν τώρα.

Ακόμα όμως κι αν βγαίνανε, δεν υπάρχει πρακτικός τρόπος να υλοποιηθούν, όπως δεν υπήρχε και μέχρι τώρα. Η κρίσιμη διαφορά όμως της παρούσης με τη μέλλουσα κατάσταση είναι ότι τώρα υπάρχει συγκροτημένο κράτος στην Κύπρο, αύριο, επί τη βάσει της συζητούμενης λύσης θα έχει διαλυθεί.

Δηλαδή, μεταβατικές περίοδοι και υπό όρους αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων συνεπάγεται νομιμοποίηση της παρουσίας τους στο νησί και κατάργηση από τώρα της κύριας διεθνούς νομικής ασπίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, των περί αποχωρήσεως προβλέψεων των ψηφισμάτων του ΣΑ.

Γιατί καμία καλή συμφωνία δεν μπορεί να βγει από τη Γενεύη

Ας υποθέσουμε όμως ότι όλα τα παραπάνω παίρνονται υπόψιν σε μια μελλοντική συμφωνία, κάτι που υπό τις παρούσες συνθήκες μοιάζει σενάριο πολιτικής φαντασίας. Και η καλύτερη συμφωνία από τη Γενεύη, κινδυνεύει δυστυχώς όχι μόνο να αποδειχθεί άνθρακες, αλλά και να αποτελέσει μια ακόμα θηλειά στον λαιμό του κυπριακού λαού.

Ο αποικιοκράτης δεν είναι κουτός. Η ίδια η διαδικασία της Γενεύης είναι έτσι φτιαγμένη που να μην μπορεί να βγάλει καλό αποτέλεσμα. Η Γενεύη συνιστά αναβίωση σε τελειοποιημένη τώρα και “διαρκή” (open ended) μορφή της τριμερούς του Λονδίνου του 1955 (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία), που δέχθηκε ο Αβέρωφ κατ’ εντολήν του Λονδίνου και των διασκέψεων της Ζυρίχης και του Λονδίνου (1959-60) όπου το Λονδίνο επέβαλε τις γνωστές συμφωνίες, παρά την αντίθετη γνώμη των αντιπροσώπων της οργάνωσης που ηγούντο της αντιαποικιακής επανάστασης στην Κύπρο (Λυσσαρίδης, Παπαδόπουλος) και όσων δημάρχων της Κύπρου επρόσκειντο στο ΑΚΕΛ, και χωρίς να ερωτηθεί ο κυπριακός λαός.

Πρόκειται για μέθοδο και παράνομη και παράλογη.

Φανταστείτε π.χ. αύριο μια διάσκεψη της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας που θα συζητήσει τα εθνικά προβλήματα της Ισπανίας, χωρίς τη συμμετοχή του ισπανικού κράτους, αλλά με τη συμμετοχή των Ανδαλουσίων, των Βάσκων, των Καταλανών κλπ. Αν η διάσκεψη της Γενεύης για την Κύπρο είναι μια καλή ιδέα, να οργανώσουμε μια παρόμοια διάσκεψη για την Ισπανία στη Ζυρίχη. Να στείλουμε και δικούς μας, ήδη έμπειρους “τεχνοκράτες”, να τους προσφέρουν τεχνογνωσία.

Ποιό είναι το κόλπο με τη Γενεύη;

Να συνδεθεί η αυτοτελής υποχρέωση για αποχώρηση των στρατευμάτων που εισέβαλαν στην Κύπρο χωρίς άλλους όρους και προϋποθέσεις με την λύση του κυπριακού, και μάλιστα με συγκεκριμένο, καταστροφικό τύπο λύσης, με ανεπίτρεπτες αλλαγές στη βασική συνταγματική διάρθρωση της κυπριακής πολιτείας και με πολυετείς περιόδους αποχώρησης “μετά τη λύση”, πολύ προτού κληθεί να αποφασίσει αν θέλει οτιδήποτε από αυτά ο κυπριακός λαός.

Αν υπάρξει τέτοια συμφωνία στη Γενεύη, ο Αναστασιάδης θα θυμηθεί αμέσως που έχει βάλει το “καπέλο” του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, που δεν μπορούσε να βρει πηγαίνοντας στη Γενεύη, θα το φορέσει και θα πάει ο ίδιος, εκ μέρους της Κύπρου, στην ΕΕ και τον ΟΗΕ, για να επικυρώσουν αυτό το αποτέλεσμα.

Δηλαδή να ακυρώσουν, εμμέσως πλην σαφώς, το καθεστώς κράτους πλήρους, ανεμπόδιστης κυριαρχίας με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε δεκτή στην ΕΕ και τα ψηφίσματα του ΣΑ με τα οποία ζητείται η χωρίς όρους αποκατάσταση της πληγείσης κυριαρχίας του κυπριακού κράτους και η χωρίς όρους και προϋποθέσεις αποχώρηση των παρανόμως ευρισκομένων κατοχικών στρατευμάτων.

Αν οι φίλοι Κύπριοι νομίζουν ότι θα γίνουν όλα αυτά και θα τα ανατρέψουν σε δημοψήφισμα, πλανώνται πλάνην οικτράν, αν δεν βρίσκουν απλώς δικαιολογία για να μην κάνουν αυτό που πρέπει τώρα να κάνουν, ως Προμηθείς και όχι ως Επιμηθείς.
(‘Αλλωστε, δεν χρειάστηκε κανένα δημοψήφισμα για να εγγραφεί στα ψηφίσματα του ΣΑ η “διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία).

Το 2004 δοκίμασαν να επιβάλλουν το σχέδιο Ανάν μέσω δημοψηφίσματος, γιατί νόμιζαν ότι οι Κύπριοι θα το ψηφίσουν. ‘Επαιζαν τίμια, γι’ αυτό δεν χρειάστηκε καμία Γενεύη. Τώρα τι τη θέλουνε;

Μήπως εκτός από κριτική υπάρχει και καμία θετική πρόταση;

Nαι. Να προτείνει η Κύπρος και η Ελλάδα την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων με διεθνείς εγγυήσεις της ΕΕ και του ΟΗΕ για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων και την ανάπτυξη στις περιοχές που τώρα ζουν δυνάμεων της ΕΕ (στην οποία επιθυμούν να ενταχθούν) και του ΣΑ του ΟΗΕ. Αυτό θα δημιουργήσει και συνθήκες κανονικής διαπραγμάτευσης και συζήτησης μεταξύ των δύο κοινοτήτων για το πως θέλουν να οργανώσουν τις σχέσεις τους, γιατί δεν μπορεί να γίνει φυσιολογική διαπραγμάτευση και συζήτηση με 40.000 στρατιώτες και πλήρη αεροπορική υπεροχή. Αυτό δεν είναι μειονότητα που χρήζει προστασίας, τοπική υπερδύναμη είναι.

Και αν επιμένουν σε σχέδιο παραπλήσιο του Ανάν, που άλλωστε υπεστήριξε η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων το 2004, να εφαρμοσθεί μόνο για την τουρκοκυπριακή ζώνη της υπό σύσταση διζωνικής ομοσπονδίας, με αντίστοιχους περιορισμούς της εκεί κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

‘Οχι όμως να διαλύσουμε το κυπριακό κράτος σε ότι αφορά και το 82% του πληθυσμού, ‘Ελληνες στην εθνότητα (και όχι στην καταγωγή, όπως νομίζει ο Χριστόφιας) και να του βάλουμε ξένους δικαστές και “Διεθνείς Αστυνομίες” να το διοικούν.

Μια επίκαιρη άποψη του Ηλία Ηλιού

Η ελληνική λέξη αλήθεια είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην εξέλιξη του ανθρώπινου γένους. Σημαίνει “δεν ξεχνώ” (α-λήθη). Γι’ αυτό θάθελα κλείνοντας να θυμίσω την αξιοπρέπεια του μεταπολεμικού ηγέτη της ελληνικής Αριστεράς, του Ηλία Ηλιού. Δεν είχε ακόμα τελειώσει η βαθιά νύχτα των εκτάκτων στρατοδικείων, των δολοφονιών, των βασανιστηρίων, της τρομοκρατίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, όταν ο Πρόεδρος της ΕΔΑ είχε το θάρρος να εκφωνήσει μια ιστορική ομιλία στη Βουλή των Ελλήνων χαρακτηρίζοντας τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου Ανταλκίδειο Ειρήνη.

‘Ισως όμως, όπως μου είπε μια μέρα ο Βάσσος Λυσσαρίδης, ο ένας από τους δύο ανθρώπους στους οποίους, πιστεύω, χρωστάει το κυπριακό κράτος την επιβίωσή του το 1974, “σε εποχές όπως η σημερινή, είναι πιο δύσκολη η αντίσταση.”

Πηγή Konstantakopoulos


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


20 Ιαν 2017


Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ημέρες η Άγκυρα βάζει φρένο στην διαδικασία των συνομιλιών για το Κυπριακό, καθώς και η δεύτερη φάση της Πενταμερούς Διάσκεψης για τα θέματα Ασφάλειας και Εγγυήσεων σε επίπεδο τεχνοκρατών έληξε χωρίς η τουρκική αντιπροσωπεία να εχει καταθέσει γραπτώς συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις.

Στις συνομιλίες που ξεκίνησαν την Τετάρτη το πρωί στο Μον Πελεραν, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην διαμόρφωση του ερωτηματολογίου για τα ζητήματα που προκύπτουν στην εσωτερική -εξωτερική ασφάλεια, στην Εγγύηση της επομένης ημέρας και της εφαρμογής της Λύσης, όπου η ελληνοκυπριακή και η τουρκοκυπριακή πλευρά κατέθεσαν συγκεκριμένες προτάσεις και με την Ελληνική πλευρά να δηλώνει ότι έχει έτοιμο γραπτό κείμενο να καταθέσει, κάτι που δεν συνέβη όμως μια και η τουρκική πλευρά αρνήθηκε να καταθέσει τις δικές της θέσεις.

Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες η τουρκική πλευρά επιμένει, μέσω και των οδηγιών που μετέφερε με την εσπευσμένη μετάβαση του στην Γενεύη ο τούρκος αναπληρωτής πρωθυπουργός Τ. Τουρκές, στις γνωστές θέσεις για τα ζητήματα Ασφάλειας και Εγγυήσεων, έστω κι αν δηλώνει ότι είναι έτοιμη να συζητήσει κάποιες παραλλαγές, αλλά θέτει ως κόκκινη γραμμή την εξασφάλιση των τεσσάρων ελευθέριων και για τους τούρκους πολίτες, μετά την Λύση του Κυπριακού.

Η Αθήνα θεωρεί ότι με την απαίτηση αυτή οι Τούρκοι επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ότι με την οικονομική ενίσχυση από την Άγκυρα θα επιτευχθεί η «άλωση» του ελληνοκυπριακού συνιστώντος κρατιδίου , με την εξαγορά περιουσιών και επιχειρήσεων…

Σε ότι αφορά στην διαδικασία, σύμφωνα με πληροφορίες ο Ε. Άιντε θα διαμορφώσει το δικό του ερωτηματολόγιο, το οποίο θα πρέπει να αξιολογηθεί και να απαντηθεί από τα μέρη, αλλά ακόμη δεν έχει διευκρινισθεί, αν η επόμενη φάση θα είναι σε επίπεδο ΥΠΕΞ η σε επίπεδο Κορυφής, καθώς πλέον οι τεχνοκράτες έχουν ολοκληρώσει την αποστολή τους..

Ο τούρκος πρωθυπουργός Μπιναλι Γιλντιρίμ μιλώντας στην τουρκική Εθνοσυνέλευση επανέφερε την σκληρή γραμμή δηλώνοντας ότι «δεν τίθεται θέμα συζήτησης των αποτελεσματικών εγγυήσεων και της ασφάλειας της Τουρκίας στην Κύπρο».

Ο κ. Γιλντιριμ δήλωσε ότι δεν τίθεται θέμα συζήτησης για την Τουρκία στα θέματα Εγγυήσεων τονίζοντας: «Για να μην επιστρέψουμε στην κατάσταση της δεκαετίας 60-70 στην Κύπρο δεν τίθεται θέμα συζήτησης των αποτελεσματικών εγγυήσεων και της ασφάλειας της Τουρκίας. Να υπάρξει δίκαιη διακυβέρνηση, να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των κοινοτήτων, να διασφαλιστούν οι τέσσερις ελευθερίες. Αναφερόμαστε σε μια ενοποιημένη Κύπρο. Όταν αυτή η συμφωνία διασφαλιστεί η Τουρκία από πλευράς Κύπρου πρέπει να τύχει συμπεριφοράς σαν να έχει μπει στην ΕΕ»…

Ν.Μ.
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


19 Ιαν 2017


Ο Ανδρέας Παπανδρέου, η ακραία επικοινωνιακή διαχείριση των διαπραγματεύσεων για τις βάσεις από τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, η πιθανότητα ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στη Θράκη, στο Αιγαίο και στην Κύπρο, ακόμη και η κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στα 12 εκατομμύρια έγγραφα που αποχαρακτήρισε η CIA προκειμένου να δοθούν στη δημοσιότητα.

Σύμφωνα με την Καθημερινή, στην πραγματικά τεράστια αυτή βάση δεδομένων περιλαμβάνονται αναλύσεις, γεγονότα και εκτιμήσεις από τη δεκαετία του 1940 έως και εκείνη του 1990. Σε κάποιες από αυτές οι εκτιμήσεις αποδείχθηκαν εκ των υστέρων σωστές, σε ορισμένες άλλες οι αναλυτές διαψεύσθηκαν από τα γεγονότα.

Ήδη από τη δεκαετία του ’50 οι Αμερικανοί φαίνεται να γνώριζαν πολύ καλά τις ευαισθησίες Ελλάδας και Τουρκίας, ενώ είχαν χαρτογραφήσει μέχρι τελευταίας μονάδας τα στρατιωτικά δεδομένα στην Κύπρο. Η πολύ καλή εικόνα που είχαν για την κατάσταση της Κύπρου τούς προσέφερε και τη δυνατότητα να προβλέψουν εκείνο που επιβεβαιώθηκε το 1974, ότι, δηλαδή, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να προβάλει πραγματική αντίσταση σε πιθανή τουρκική εισβολή παρά μόνο γενικεύοντας τη σύγκρουση στον Έβρο και στο Αιγαίο. Παραμονές των Ιουλιανών του ’65, δεν είχαν αντιληφθεί ούτε τον σχεδιασμό που υπήρχε ούτε την πιθανότητα πτώσης της κυβέρνησης Παπανδρέου. Σε έγγραφα της δεκαετίας του 1970, μετά τον «Αττίλα» του 1974 και την κρίση του «Χόρα» το 1976, αλλά και της δεκαετίας του 1980, έπειτα από την αναζωπύρωση στο Αιγαίο λόγω της εξόδου του μετονομασμένου σε «Σισμίκ» ωκεανογραφικού σκάφους, η CIA προχωράει σε εκτεταμένες αναλύσεις για την πιθανότητα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ελληνοτουρκική σύγκρουση στο αρχιπέλαγος. Η κρίση του Ιανουαρίου 1996 στα Ιμια, η οποία απουσιάζει από τα δημοσιευμένα από τη CIA έγγραφα, είχε εν πολλοίς προβλεφθεί από τους Αμερικανούς. Ωστόσο, αυτή είναι μια διαφορετική ιστορία, για την οποία εξακολουθούν να υφίστανται πολλά ερωτήματα, που μένει ακόμη να απαντηθούν.

«Απόλυτο πλεονέκτημα Αγκύρας στην Κύπρο»

Στα αποχαρακτηρισμένα –και ως εκ τούτου ελεύθερα προς αποδέσμευση– έγγραφα της CIA, περιλαμβάνονται αρκετά που αφορούν το περιβάλλον στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας μετά την κρίση του Μαρτίου του 1987, η οποία έφερε τις δύο χώρες στο κατώφλι της πολεμικής σύγκρουσης στο Αιγαίο.

Σε αναφορά της 16ης Οκτωβρίου 1987, ο ταγματάρχης Χάρι Ντινέλα, αξιωματικός της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Αναλύσεων Απειλών (USAITAC), περιγράφει σε ένα λεπτομερές, μέχρι σήμερα απόρρητο έγγραφο, μια εικόνα σχεδόν απόλυτης στρατιωτικής ισορροπίας στο Αιγαίο και, παράλληλα, το απόλυτο πολιτικό και στρατιωτικό πλεονέκτημα της Αγκυρας στην Κύπρο. Στην περίπτωση Θράκης και Αιγαίου το έγγραφο τονίζει τα εξής πέντε σημεία:

Πρώτον, Σε περίπτωση σύγκρουσης στη Θράκη, οι απώλειες σε προσωπικό και εξοπλισμούς θα είναι ιδιαίτερα υψηλές, δίχως αυτό να εξασφαλίζει κάποιο ουσιαστικό πλεονέκτημα ή εδαφικό κέρδος.

Δεύτερον, ανάλογες υψηλές απώλειες αναμένεται να υπάρξουν και σε περίπτωση εισβολής της Τουρκίας στα έξι μεγαλύτερα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο, τα οποία, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η Ελλάδα θα κατορθώσει να υπερασπιστεί επιτυχώς.

Τρίτον, ίσως η Τουρκία κατορθώσει να καταλάβει κάποιο από τα μικρότερα νησιά του Αιγαίου, με πλέον βασικό ενδεχόμενο το Καστελλόριζο.

Τέταρτον, στο Αιγαίο η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας στον αέρα και στη θάλασσα, κάτι που σύμφωνα με τον αναλυτή αιτιολογεί την ελληνική επίδειξη πυγμής (ο αναλυτής πάντως χρησιμοποιεί τη λέξη «bravado» που παραπέμπει σε λιγότερο ευπρεπείς όρους όπως «τσαμπουκάς» ή «νταηλίκι») στην κρίση του Μαρτίου 1987.

Πέμπτον, καμία πλευρά δεν θέλει ελληνοτουρκικό πόλεμο. Και τονίζεται ότι: «Ωστόσο, η Ελλάδα, όπως φάνηκε τον Μάρτιο του 1987, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να υποχωρήσει από μια κατάσταση πιθανής σύγκρουσης –ιδιαίτερα στο Αιγαίο– απ’ όσο σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στο παρελθόν».

Στην Κύπρο

Για την περίπτωση ενός πιθανού μετώπου στην Κύπρο σημειώνονται τα εξής:

Πρώτον, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να υπερασπιστεί τη «Νότια Κύπρο» αν σημειωθεί μια αποφασιστική τουρκική επίθεση, εκτός αν ανοίξει μέτωπα στη Θράκη και στο Αιγαίο.

Δεύτερον, σε περίπτωση πολέμου στην Κύπρο, οι απώλειες και στις δύο πλευρές, κυρίως όμως στο νότιο τμήμα του νησιού θα είναι υψηλές σε στρατό και πολίτες, ενώ θα χαθούν και περιουσίες. Στο τέλος, «η Τουρκία θα υπερισχύσει».

Τρίτον, ελληνοτουρκική σύγκρουση στο Αιγαίο θα οδηγήσει πιθανότατα σε προώθηση των Τούρκων στην Κύπρο, ιδιαίτερα αν η Τουρκία υποστεί βαριές απώλειες στο Αρχιπέλαγος.

Τέταρτον, το επίπεδο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο αποτελεί έναν παράγοντα που καθιστά την Αθήνα πιο μετριοπαθή έναντι μιας πιθανής ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στο Αιγαίο.

Ο στρατιωτικός αναλυτής καταλήγει, ωστόσο, ότι η υπάρχουσα στρατιωτική ισορροπία θα ανατραπεί «την επόμενη δεκαετία υπέρ της Τουρκίας», καθώς η Ελλάδα «δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει» τον εξοπλιστικό αγώνα μακροπρόθεσμα.

Ως προς την ισορροπία δυνάμεων, οι Αμερικανοί εκείνη την εποχή εκτιμούν, μεταξύ άλλων, ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’90 η Τουρκία «θα έχει διπλάσια ή και περισσότερα» F-16 από την Ελλάδα, ενώ «ταυτόχρονα, εκσυγχρονίζει τον στόλο με νέα πλοία». Ο ταγματάρχης καταλήγει λέγοντας ότι, υπό τις συνθήκες του 1987, η Ελλάδα είναι πολύ πιθανότερο να είναι η πλευρά που θα ξεκινήσει εχθροπραξίες. Σημειώνει, ωστόσο, ότι όσο η Τουρκία «δυναμώνει την επόμενη δεκαετία, η πιθανότητα της Ελλάδας να ξεκινήσει εχθροπραξίες πιθανότατα θα μειωθεί».

Η κατάσταση που οδήγησε στην κρίση του Μαρτίου 1987 παρατηρούνταν με ανησυχία από τη CIA, αρκετά χρόνια νωρίτερα. Σε έγγραφο με τίτλο «Οι επιδεινούμενες ελληνοτουρκικές σχέσεις» και ημερομηνία 8 Μαρτίου 1985, τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους η Αθήνα και η Άγκυρα κατόρθωσαν να αποφύγουν «κλιμάκωση εχθροπραξιών σε ένα περιστατικό, όπου ένας μικρός αριθμός Τούρκων στρατιωτικών υποτίθεται ότι πέρασε τα σύνορα στη Θράκη και άνοιξε πυρ ως απάντηση σε λεκτικές προκλήσεις από μια ελληνική περίπολο».

Οι ΗΠΑ εξέταζαν εναλλακτικές εγκαταστάσεις για τις βάσεις

Ίσως η πλέον ενδεικτική επίδειξη πυγμής, με χαρακτηριστικά ακραίου επικοινωνιακού και πολιτικού εντυπωσιασμού, του Ανδρέα Παπανδρέου της πρώτης περιόδου, ήταν η διαχείριση των διαπραγματεύσεων για τις αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα. Σε έγγραφό του της 10ης Μαΐου 1983, ο Μίλτον Κόβνερ, υπεύθυνος της Υπηρεσίας για τη Δυτική Ευρώπη, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι πρώιμες ενδείξεις πως οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο «εναλλακτικών εγκαταστάσεων» εκτός Ελλάδας, «ιδιαίτερα στην Τουρκία, απλώς θα οδηγούσε στην επιδείνωση της κατάσταση και θα προσέθετε περισσότερη υποστήριξη στην κυβέρνηση στην υποτιθέμενη υπεράσπιση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων». Ο Κόβνερ είχε εκτιμήσει ότι αν οι Αμερικανοί δεν υποχωρήσουν από κάποιες συγκεκριμένες θέσεις (στο έγγραφο παραλείπονται αρκετές παράγραφοι οι οποίες πιθανότατα περιγράφουν τη φύση και τις δυνατότητες των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων), τότε ο Παπανδρέου θα είχε μια σειρά από επιλογές, ανάμεσα στις οποίες να καταφύγει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή «και να ζητήσει Εθνικό Δημοψήφισμα για το θέμα, δηλώνοντας ότι η κυβέρνησή του θα συναινέσει στη λαϊκή βούληση».

Σε άλλο σημείωμα με τίτλο «Ο Παπανδρέου και ο στρατός» (Απρίλιος του 1983), αναφέρεται ότι η εκλογή του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ στην πρωθυπουργία αντιμετωπιζόταν από το σώμα των αξιωματικών «με βαθιά ανησυχία» – κάτι το οποίο γνώριζε καλά ο νέος πρωθυπουργός. Ωστόσο, όπως κρίνουν οι συντάκτες, στον πρώτο ενάμιση χρόνο της θητείας του, είχε πείσει την πλειοψηφία των στρατιωτικών ότι δεν θα ήταν απαραίτητη η περαιτέρω ανάμειξή τους στην πολιτική για τη διασφάλιση της παραμονής της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται, το πέτυχε αυτό διατηρώντας σε υψηλά επίπεδα τις αμυντικές δαπάνες και παρέχοντας αυξήσεις στους εν ενεργεία στρατιωτικούς. Επιπλέον όμως, αναγνωρίζεται στο σημείωμα ότι η σκληρή στάση του Παπανδρέου στο θέμα του ΝΑΤΟ και των βάσεων απολαμβάνει τη στήριξη του στρατού, που είναι «πάνω από όλα σθεναρά εθνικιστικός» στην πολιτική του κοσμοθεωρία. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξελίσσεται σταδιακά «στην κατεύθυνση της νόρμας που επικρατεί στη Δυτική Ευρώπη», κάτι που «θα είναι η καλύτερη εγγύηση» κατά της επανάληψης των στρατιωτικών επεμβάσεων του παρελθόντος. Οι δυσκολίες των Αμερικανών να συνεννοηθούν με την κυβέρνηση Παπανδρέου είναι ορατές και σε σημείωμα του Ιανουαρίου του 1984. Τότε, έπειτα από συνάντησή του με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα αναφέρει ότι η υπόθεση των συνομιλιών για τo Σύμφωνο Αμυντικής και Οικονομικής Συνεργασίας (ακρωνύμιο DECA) αντιμετωπιζόταν, «τουλάχιστον στο επίπεδο του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Καψή», ως μία «συγκρουσιακή διαπραγμάτευση». Σημειώνει, ως ενδεικτική, τη μη συνεργάσιμη στάση του Ελληνα υπουργού, την απαίτησή του να αποχωρήσουν από την Ελλάδα δύο Αμερικανοί στρατιώτες που κατηγορούνταν ότι φωτογράφιζαν παράνομα στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Το καθεστώς Καντάφι

Στα έγγραφα της CIA υπάρχουν αναφορές και στις σχέσεις που είχε το καθεστώς του τότε προέδρου της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι τόσο με την Αθήνα, όσο και με την Άγκυρα σε στρατιωτικό επίπεδο. «Οι Ελληνες», αναφέρεται σε έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 1984, «επιζητούν την κεφαλαιοποίηση των υποτιθέμενων συμπαθειών μεταξύ της σοσιαλιστικής κυβέρνησης στην Αθήνα και του ριζοσπαστικού λιβυκού καθεστώτος, ενώ οι Τούρκοι προσβλέπουν στην ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά που μοιράζονται με τη Λιβύη». Στο έγγραφο τονίζεται ότι ο Καντάφι είχε εκδηλώσει την πρόθεση να μεσολαβήσει μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων, ωστόσο «καμία από τις δύο πλευρές δεν πήρε σοβαρά την προσφορά του».

Το πλέον πρόσφατο έγγραφο που αφορά την Ελλάδα, έχει ημερομηνία 30 Ιουνίου 1994 και αφορά την ένταση μεταξύ Αθηνών και Τιράνων για την Ελληνική Εθνική Μειονότητα στη νότια Αλβανία. Ο συγγραφέας του συγκεκριμένου σημειώματος εξέφραζε φόβο ότι «μια διμερής κρίση στο μειονοτικό θέμα, που θα οδηγούσε σε ελληνικά αντίποινα, θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τη φιλοαμερικανική κυβέρνηση (σ.σ. των Τιράνων) προς όφελος των πρώην κομμουνιστών και να έχουν περιφερειακές επιπτώσεις».

Αποθάρρυνση των επενδύσεων

Η οικονομική πολιτική της πρώτης κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ ήταν μία ακόμη από τις ανησυχίες των Αμερικανών. Σε σημείωμα του Μαρτίου 1983, οι συντάκτες τονίζουν ότι ο Παπανδρέου έχει «αποθαρρύνει τις επενδύσεις», καθώς έχει «αποξενώσει τους επιχειρηματίες» με αυξήσεις φόρων και μισθών, πολιτικές ελέγχου των τιμών και απειλές κρατικοποιήσεων. Παρότι επικριτικοί απέναντι στις επιλογές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης, αναγνωρίζουν ότι μέρος των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας οφείλεται στη διεθνή κρίση και ότι η Ν.Δ. παρέδωσε καμένη γη στα δημόσια οικονομικά (αναφέρουν ενδεικτικά ότι οι προεκλογικές παροχές του 1981 οδήγησαν το έλλειμμα στο 17,4% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος). Το σημείωμα στέκεται στον διορισμό του Γεράσιμου Αρσένη ως υπουργού Εθνικής Οικονομίας χωρίς να απολέσει τη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ αναφέρει ότι ο προϋπολογισμός για το 1982 περιλάμβανε αύξηση των δημοσίων δαπανών κατά 34% και ότι η κυβέρνηση αύξησε τον κατώτατο μισθό κατά 35%.

Στο ίδιο σημείωμα του Μαρτίου 1983, γίνεται αναφορά σε υποθέσεις που ακόμη ταλαιπωρούν το ελληνικό Δημόσιο, όπως η κρατικοποίηση της Λάρκο, αλλά και στην πετρελαϊκή εταιρεία Esso Pappas, τη «μεγαλύτερη αμερικανική επένδυση στις ΗΠΑ». Η εξαγορά της, αναφέρουν οι συντάκτες, παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως κίνηση κατά των πολυεθνικών, αλλά «η εταιρεία ήταν που έβαλε μπρος την πώληση». Σημειώνουν ότι είναι «ολοένα και πιο απίθανο» ο Παπανδρέου να εκπληρώσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις για αποχώρηση από την ΕΟΚ ή δημοψήφισμα, καθώς συνειδητοποιεί τη συνεισφορά των κοινοτικών πόρων στη μείωση των δίδυμων ελλειμμάτων (το δημοσιονομικό και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών). Και αναδεικνύουν μια «δυσάρεστη έκπληξη»: το ισοζύγιο εμπορίου ειδών τροφής με τους εννέα εταίρους στην ΕΟΚ, που ήταν πλεονασματικό πριν από την ένταξη της Ελλάδας, έχει μεταβληθεί πλέον σε ελλειμματικό.

Η «αστοχία» για την περίοδο των Ιουλιανών

Σε δεκασέλιδη έκθεση του Μαρτίου του 1965, τέσσερις μήνες πριν από τα Ιουλιανά, η CIA αποτιμά το πρώτο έτος της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, κρίνοντας ότι πιθανότατα ο «Γέρος της Δημοκρατίας» θα αντιμετωπίσει έναν μάλλον... ομαλό κυβερνητικό βίο. Οι συντάκτες ξεκινούν περιγράφοντας τη χαλάρωση των καταπιεστικών μέτρων της μετεμφυλιακής περιόδου κατά των Αριστερών. Μεταξύ άλλων, αναφέρουν την απελευθέρωση «πολιτικών» κρατουμένων που είχαν φυλακιστεί για εγκλήματα που διέπραξαν στις μέρες του Εμφυλίου. Τα εισαγωγικά τα τοποθετούν οι ίδιοι οι αναλυτές της μυστικής υπηρεσίας – και τα χρησιμοποιούν επίσης για τη φράση «πορείες ειρήνης», σημειώνοντας ότι ο Παπανδρέου τις επέτρεπε, ενώ ο Καραμανλής ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Η έκθεση χαρακτηρίζει «πρωταρχικό συστατικό στοιχείο της αστάθειας» της κυβέρνησης της Eνωσης Κέντρου, το ζήτημα της διαδοχής του 77χρονου πρωθυπουργού. Οι αναλυτές περιγράφουν τους δύο επικρατέστερους δελφίνους: τον γιο του πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Στον Παπανδρέου, που βρίσκεται εκτός κυβέρνησης την περίοδο εκείνη, αποδίδεται η μομφή ότι «ασκεί αριστερή επιρροή» στην εξωτερική πολιτική και ότι «δεν έχει διαψεύσει» ρεπορτάζ που ρίχνουν την ευθύνη στην Ουάσιγκτον για την αποπομπή του από το υπουργικό συμβούλιο. Αναφέρονται, επίσης, φήμες ότι πρόκειται να ηγηθεί νέου σχηματισμού στα αριστερά της Ενωσης Κέντρου, που θα περιλαμβάνει στελέχη της ΕΔΑ (την οποία χαρακτηρίζουν «κόμμα-βιτρίνα» του ΚΚΕ).

Ο Μητσοτάκης –υπουργός Οικονομικών τότε– χαρακτηρίζεται «ικανός και δυναμικός», ενώ τονίζεται ότι «έχει δείξει αφοσίωση» στον Γ. Παπανδρέου. Οι συντάκτες σημειώνουν ωστόσο ότι είναι άγνωστο το μέγεθος της πολιτικής του επιρροής εκτός Κρήτης. Η έκθεση δεν αποδεικνύεται ιδιαίτερα διορατική όσον αφορά τη θύελλα που ερχόταν. Οι σχέσεις του πρωθυπουργού με το παλάτι χαρακτηρίζονται καλές. Ο νέος βασιλιάς «δεν είναι ευτυχής» με κάποιες από τις πολιτικές του Παπανδρέου, αναφέρεται, αλλά η δημοτικότητα του πρωθυπουργού είναι «αρκετή για να αποθαρρύνει το παλάτι από κάποια κίνηση αντικατάστασής του». Οσο για τον στρατό, αναφέρεται ότι οι φήμες περί πραξικοπήματος, «που κυκλοφορούσαν ευρέως πριν από την ανάληψη της εξουσίας από την Ενωση Κέντρου, έχουν εξαφανιστεί τους τελευταίους μήνες».

Στα ενδιαφέροντα έγγραφα περιλαμβάνεται και μια εκτενής έκθεση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με ημερομηνία λίγες ημέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου (3 Απριλίου 1967), όπου παρουσιάζονται στατιστικά στοιχεία, τα οποία αναδεικνύουν το χάσμα που έκτοτε έχει προκύψει μεταξύ των δύο χωρών. Με βάση στοιχεία του 1966 οι πληθυσμοί σε Ελλάδα και Τουρκία είναι 8,6 και 33,1 εκατομμύρια αντιστοίχως, ενώ ως ικανοί προς στράτευση κρίνονται τα 1,6 εκατ. ανδρών στην πρώτη περίπτωση και τα 3,6 εκατ. στη δεύτερη. Το ΑΕΠ της Ελλάδας αγγίζει τα 6 δισ. δολάρια και της Τουρκίας τα 7,5 και ο στρατιωτικός προϋπολογισμός είναι 240 εκατ. και 365 εκατ. δολάρια αντιστοίχως.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Των Αλέξανδρου Δρίβα και Δημήτρη Τσαϊλά

Τα φρικτά για τον Ελληνισμό τετελεσμένα που μας άφησε ως «κληροδότημα» η Δικτατορία  το 1974, είναι επώδυνα και μόνο να τα φέρνουμε στο νου! Όσο και αν προσπαθούμε, σε Ελλάδα και Κύπρο, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ξέρουμε πως είναι δύο τεράστια τραύματα για τον Ελληνισμό και τη συρρίκνωση που υφίσταται μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ψυχολογία, και τα εθνικά τραύματα, αποτελούν παράγοντες διαμόρφωσης πολιτικής σε όλον τον κόσμο. Μάλιστα, η διεθνής βιβλιογραφία είναι πλούσια αναφορικά με το πώς οι αποφάσεις επηρεάζονται από την ψυχολογία και των προσώπων, πολλώ δε μάλλον από το πώς οι υπεύθυνοι δρώντες και λήπτες πολιτικών αποφάσεων, επηρεάζονται από τους κοινωνιο-ψυχολογικούς παράγοντες της κοινής γνώμης. Επομένως, απόψεις σαν την «να ξεχάσουμε τι έχει γίνει και να πορευθούμε μπροστά», δεν είναι μόνο κενά συνθήματα αλλά και πέρα για πέρα απομακρυσμένα από την αλήθεια, με τον τρόπο που την αλήθεια, τείνει να εγγίσει η επιστήμη (στις κοινωνικές επιστήμες).

Τι γίνεται; Θα «λυθεί» Πότε το Κυπριακό;

Από το 1974, αυτό περιμένει όλος ο πλανήτης και περισσότερο ο Ελληνισμός. Θα ξεκινήσουμε όμως από το πρόσφατο παρελθόν. Ήταν λίγο πριν ξεσπάσει η «πυρκαγιά» στην Ουκρανία, όταν ξεκίνησε παράλληλα και ένας διαπραγματευτικός μαραθώνιος προκειμένου να λάβει χώρα η συνθηματικά λεγόμενη «τελική ευθεία» του Κυπριακού Ζητήματος. Αυτή η ευθεία, τελικά μάλλον είναι ημιευθεία σύμφωνα με τις βασικές αρχές της Γεωμετρίας καθώς ναι μεν έχει αρχή (την παράνομη εισβολή του Αττίλα) αλλά δε φαίνεται προσώρας να έχει τέλος. Υπάρχουν ορισμένοι δομικοί λόγοι που το Κυπριακό, συνεχίζει να είναι ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα παρά τις πιέσεις που έρχονται τόσο από την Τουρκία όσο και από διάφορους δρώντες (και από τον ιδιωτικό τομέα).

  1. Το Διεθνές Δίκαιο θα ταραχθεί ανεπανόρθωτα. Σε γενικές γραμμές, η απαγόρευση της χρήσης βίας, η παράνομη προσάρτηση εδάφους, η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, η παράνομη κατοχή εδάφους και παραμονή στρατιωτικών δυνάμεων, θα επαναπροσδιοριστούν. Είναι άλλο πράγμα το Κοσσυφοπέδιο, άλλο πράγμα η Ουκρανία και βέβαια, άλλο πράγμα οι διεθνείς επεμβάσεις οι οποίες έχουν δικάσει του νομικούς διεθνολόγους.
  2. Περιφερειακοί λόγοι. Το Κυπριακό, πιέζεται να λυθεί από διάφορους δυτικούς κύκλους σε μια περίοδο που Εγγύς και Μέση Ανατολή, χαρτογραφούνται παράλληλα με το σημείο στίξης του ερωτηματικού. Η Συρία, και τα όσα γίνονται εκεί, συνθέτουν παράγοντες που είναι ανασταλτικοί για τη λύση του Κυπριακού. Η Ελληνική και Ελληνο-Κυπριακή πλευρά, φυσιολογικά, έχουν στο νου τους πως δεν μπορούν να «δικασθούν» για αδιαλλαξία όταν συμβαίνουν τόσα πράγματα στη Μέση Ανατολή.
  3. Η Τουρκία και η κάθοδός της. Η Τουρκία βλέπει να ματαιώνεται το ένα σχέδιο που είχε μετά το άλλο. Πλέον, ο στόχος του Ταγίπ Ερντογάν είναι ένας και αφορά τη διατήρησή του στην εξουσία. Η Τουρκία αιμορραγεί και με τόσα μέτωπα (Συρία, Κουρδικό εντός και εκτός συνόρων, απομόνωση από τους δυτικούς δρώντες, διπλωματική «ομηρία» από Ρωσία, συνεχής φθορά της οικονομίας της και ειδικά του τουρισμού) και δεν έχει την ίδια διαπραγματευτική θέση που είχε. Μοναδική της δύναμη αποτελούν τα τετελεσμένα που έθεσε από το 1974 και η εμμονή κάποιων διεθνών δρώντων οι οποίοι κοιτούν το Κυπριακό, εντελώς διεκπεραιωτικά.
Θα μπορούσε αναμφίβολα κάποιος να βρει και άλλους ακόμα λόγους. Πιθανόν όμως πιθανόν ένας από αυτούς τους λόγους θα επικαθίσει σε αυτές τις παραπάνω «τράπεζες» αιτιών που συνδυάζονται βέβαια με την αξιοποίηση των κοιτασμάτων και την εξέλιξη της γεωοικονομικής πραγματικότητας της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία προσώρας, συναντά εμπόδια που αφορούν το κόστος αυτής της εξέλιξης, όσο και τις χαμηλές τιμές των υδρογονανθράκων. Με άλλα λόγια, αυτοί οι λόγοι συνθέτουν ένα κακό momentum επίλυσης. Δια της επαγωγής, έτσι κατανοούμε τον χαρακτηρισμό περί εμμονής για την επίλυση. Ωστόσο, φαίνεται κάτι να έχει αλλάξει από πλευράς της Δύσης.

Η Ε.Ε με αμηχανία και τρόμο

Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε πως η Ε.Ε έχει γίνει μια Βαβέλ. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ε.Ε, είναι αναρίθμητα και η συνοχή της εκφράζεται στην πράξη μόνο νομιναλιστικά, γιατί καλείται ακόμη «Ένωση». Κι όμως, να που το προσφυγικό συνδέεται με το Κυπριακό. Ας σκεφτούμε τι ζητάει η Τουρκία. Εκτός από τα χρήματα που έχει συμφωνηθεί να λαμβάνει από την Ε.Ε, έχει ζητήσει το «ξεπάγωμα» κεφαλαίων που αφορούν την ένταξή της στην Ε.Ε. Επιπλέον, την απελευθέρωση της βίζα, σε ένα momentum το οποίο βρίσκει την Ε.Ε ανασφαλή και ανοχύρωτη απέναντι στην ισλαμική τρομοκρατία, η οποία λαμβάνει χώρα στην Τουρκία. Η ακροδεξιά φουντώνει στην Ευρώπη, η Τουρκία εκβιάζει και έτσι το πρόβλημα οδηγείται σε επικίνδυνη αδράνεια. Αυτά συμβαίνουν πάντα όταν δεν ισχύει το προλαμβάνειν που είναι κάλλιον του θεραπεύειν.

Ενωμένη Κύπρος με εκ περιτροπής προεδρία, μακρύ χέρι... όχι μόνο της Τουρκίας...

Το πράγμα σε πολιτικό επίπεδο συσχετισμών ισορροπίας ισχύος στην περιοχή, πάει μακρυά πλέον. Δεν αφορά μόνο το προσφυγικό, δεν αφορά μόνο την οικονομική δυνατότητα κρατών-μελών να αναλάβουν το βάρος μιας ανθρωπιστικής κρίσης, (καθώς έχουν να αντιμετωπίσουν και τη δική τους καθώς η Γερμανία φρόντισε να μην υπάρχει ούτε μια εναλλακτική άμυνα απέναντι σε ασύμμετρα προβλήματα) αφορά και άλλα πιο σημαντικά ζητήματα. Η Τουρκία, μετά και τις δηλώσεις Flynn ο οποίος καλωσορίζει ένα Κουρδιστάν, ρέπει προς την τελευταία της ελπίδα, που είναι η Ρωσία. Η Μόσχα, με μεγάλη χαρά βλέπει τα σχέδιά της να υλοποιούνται και να έχει φέρει μέσα σε ένα χρόνο την Τουρκία σε θέση να της ζητά βοήθεια, μια Τουρκία που κατέρριψε ρωσικό αεροσκάφος πριν 14 μήνες.

Αν η γεωστρατηγική αυτή μετατόπιση ολοκληρωθεί (δύσκολο, αλλά όχι απίθανο όσο εξελίσσονται τέτοιες καταστάσεις στην περιοχή) και η Τουρκία θελήσει να δορυφοριοποιηθεί προσωρινά από τη Ρωσία, μια είσοδος της Κύπρου, «Ενωμένης Κύπρου» με βάση τις τουρκικές επιδιώξεις στην Ε.Ε, καθιστά την Τουρκία, ουσιαστικά, πλήρες μέλος της Ε.Ε, και τελικά, φορέα και ρωσικών συμφερόντων στην Ε.Ε, η οποία υποτίθεται, με την κρίση της Ουκρανίας, αποσκοπεί στην όλο και λιγότερη εξάρτηση (ενεργειακή) από τη Ρωσία! Η Ε.Ε, έχει αρχίσει να κατανοεί αυτόν τον γεωπολιτικό αλφαβητισμό και αυτός είναι και ο λόγος που ο Κύριος Γιούνκερ εμφανίζεται ξαφνικά τόσο επιθετικός απέναντι στον υπουργό Τσαβούσογλου. Νομίζει κανείς πως η Γερμανία θα ήθελε τη δημιουργία ενός Turk Stream; Νομίζει κανείς πως η Γερμανία που θέλει να ηγείται της Ε.Ε να επιθυμεί να εντάξει στην Ε.Ε με οποιονδήποτε τρόπο μια χώρα που θα επιφέρει τόσα προβλήματα στα γερμανικά σχέδια;

Το Κυπριακό Ζήτημα, παρά τις παραστάσεις λύσης και «ιστορικών στιγμών», οδεύει κατά την άποψη μας πάλι σε ναυάγιο και η Τουρκία ξέρει πως έχει πέσει στο δίλημμα της ίδιας της της αδιαλλαξίας. Αν θα συνεχίζει να στηρίζει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτή την προδιαγραφόμενη  κακή λύση με την οποία επιδιώκει να νομιμοποιήσει όλα μα όλα τα παράνομα τετελεσμένα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτή θα απορριφθεί τάχιστα από τους Ελληνοκυπρίους. Αν δείξει διαλλακτικότητα και  δεν επιβάλλει από την άλλη τις θέσεις της, ο Ερντογάν βλέπει στο εσωτερικό του να πριονίζεται η καρέκλα του, λίγο πριν το Σύνταγμα που «φτιάχνει» τον κάνει «Σουλτάνο». Με τέτοια προβλήματα σε μακροεπίπεδο αλλά και στο εσωτερικό της Τουρκίας, φαντάζει ακόμη μακρινή μια λύση στο Κυπριακό.

ΥΓ. Δεν έχει καμία σημασία αν τις συνομιλίες τις τίναξε στον αέρα ο Υπεξ της Ελλάδος ή η Τουρκία. Σημασία έχει ότι οι συνομιλίες, δεν προχωρούν.

* Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαραχος ε.α. και ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


18 Ιαν 2017


Ηχηρές είναι οι επανειλημμένες διαδηλώσεις, με αφορμή επισκέψεις Τούρκων αξιωματούχων, σε μία μάλιστα υπήρχε και πανό με το σύνθημα - ύβρη «ας ιχτίρ»

Είναι γνωστό πως ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων έχει μειωθεί δραστικά, με την φυγή τους από το νησί, όταν άρχισαν τα Κατεχόμενα να κατακλύζονται από Τούρκους έποικους, πρόσωπα κυρίως αντικοινωνικά από τα οποία ήθελε να απαλλαχτεί η «μητέρα Τουρκία».

Λένε κάποιοι πως οι γηγενείς Τουρκοκύπριοι αποτελούν μειονότητα στην κατεχόμενη περιοχή, αμφισβητώντας τους αριθμούς που δίνουν οι εκπρόσωποί τους. Μάλιστα, προ ετών, ευφυείς Κύπριοι δημοσιογράφοι, έκαναν έρευνα στα Κατεχόμενα με αντικείμενο την παραγωγή τροφίμων, στην πραγματικότητα όμως για να διαπιστώσουν πόση είναι η παραγωγή ψωμιών, ώστε να υπάρξουν ενδείξεις και για τον αριθμό των προσώπων που τρέφονται εκεί. Από την έρευνα κατέληξαν ότι είναι διπλάσιος από αυτόν που ανακοινώνουν οι κατοχικές Αρχές.

Οι Τουρκοκύπριοι νιώθουν καταπιεσμένοι, ιδιαιτέρως κατά τα τελευταία χρόνια, με την εισβολή και του σουνιτισμού στα Κατεχόμενα, ενώ οι ίδιοι μάλλον αδιάφοροι ήσαν θρησκευτικά. Υπήρξαν δε και περιπτώσεις όπου κάποιοι τολμούν να αμφισβητήσουν ευθέως ακόμη και την τουρκική καταγωγή που τους χρεώνουν, υποστηρίζοντας πως είναι Κύπριοι τουρκόφωνοι, και όχι Τουρκοκύπριοι. Τέτοια ήταν η περίπτωση ενός ζευγαριού Κυπρίων μουσουλμάνων, οι οποίοι μάλιστα δεν χάνουν την ευκαιρία να υψώνουν την κυπριακή σημαία.

(Το κατοχικό καθεστώς, που δεν αντέχει τέτοιες ηχηρές διαφοροποιήσεις τους οδήγησε στο «δικαστήριο», επειδή είχαν υψώσει τρεις κυπριακές σημαίες έξω από το κατάστημα τους στη κατεχόμενη Αμμόχωστο. Οι σημαίες αφαιρέθηκαν από την «Αστυνομία» του ψευδοκράτους και το ζευγάρι συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη. Μόνο που αφέθηκε ελεύθερο επειδή η "«Διοίκηση"» δεν είχε φροντίσει να υπάρξει νόμος σχετικός με τα σύμβολα!).

Περισσότερο ηχηρές όμως είναι οι επανειλημμένες διαδηλώσεις, με αφορμή επισκέψεις Τούρκων αξιωματούχων, σε μία μάλιστα υπήρχε και πανό με το σύνθημα - ύβρη «ας ιχτίρ», απευθυνόμενο στον Ερντογάν. Αλλά και η διαχείριση του νερού, που στέλνεται από την Τουρκία στα Κατεχόμενα, προκαλεί κρίση με την Άγκυρα. Ο ηγέτης του «Ρεπουμπλικανικού Τουρκοκυπριακού Κόμματος» Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, δήλωσε ότι «η κρίση στο ζήτημα της διαχείρισης του νερού τείνει να λάβει μεγάλες, απρόβλεπτες διαστάσεις».

Η πιο δυνατή φωνή όμως που εκφράζει μεγάλη μερίδα γηγενών Τουρκοκύπριων (οι οποίοι πλην των «βολεμένων» ανησυχούν περισσότερο από τον Αναστασιάδη για ενδεχόμενη συμφωνία που θα ικανοποιεί την Άγκυρα), είναι του γνωστού δημοσιογράφου και εκδότη της «Αφρίκα», Σενέρ Λεβέντ, τον οποίον φυσικά απειλούν οι Τούρκοι και προ καιρού γλίτωσε και από δολοφονική απόπειρα, ο οποίος δεν παύει με την πέννα του να προδιαγράφει την κατάσταση που μέλλει να συμβεί, σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας στην Γενεύη.

Με αφορμή τις απειλές προς Τουρκοκύπριο που τόλμησε να εκφράσει αντίθετη άποψη από την επίσημη, και του είπαν ότι «μπορεί να τον επισκεφτούν ένα βράδυ ξαφνικά», ο Λεβέντ γράφει: «Και αυτά τα τσακάλια θα γίνουν πολίτες της Ομόσπονδης Κυπριακής Δημοκρατίας, το ξέρετε, έτσι δεν είναι; Ποια τσακάλια; Εκείνα που βγήκαν για κυνήγι κεφαλών κραυγάζοντας ο Αλλάχ είναι μεγάλος και κρατώντας σημαίες. Που καίγονται από επιθυμία για να κάνουν και εδώ αυτά που συμβαίνουν στην Τουρκία.

Όλοι είναι γεμάτοι με την υστερία για λιντσάρισμα. Ψάχνουν ευκαιρία για να λιώσουν το κεφάλι σας, όπως έκαναν στον Τάσο Ισαάκ στη Δερύνεια. Τους γνωρίζεις και εσύ όσο εγώ, Ελληνοκύπριε αδελφέ. Θα γίνουν πολίτες σου και εκείνοι που πυροβόλησαν τον Σολωμού πάνω στον ιστό της σημαίας και εκείνοι που έλιωσαν το κεφάλι του Τάσου και εκείνοι που έκαναν τα πάντα στον Τσακούρμα.
Γιατί δεν μας θέλουν; Επειδή θέλουμε να ζούμε αδελφικά και ειρηνικά μαζί σου. Όποιος από εμάς υψώσει τη φωνή του, αρχίζουν να ουρλιάζουν "οι προδότες να πάνε στον νότο". Κοίτα, προχθές πήγαν πάλι στην πόρτα της συντεχνίας των δασκάλων. Εμπνεόμενοι από την υστερία για λιντσάρισμα που επικρατεί στην Τουρκία, προειδοποιούν τους δασκάλους, "Ένα βράδυ ξαφνικά μπορεί να έρθω", τους λένε. Τι θα κάνουν άμα έρθουν ξαφνικά ένα βράδυ; Μήπως θα θερίσουν τον τόπο με πυροβολισμούς όπως συνέβη σε εκείνο το κέντρο διασκέδασης στην Κωνσταντινούπολη; Θα ρίξουν βόμβες; Θα σφάξουν; Ξέρεις και εσύ αδελφέ τι έκαναν όταν ήρθαν ξαφνικά ένα βράδυ στις 20 Ιουλίου 1974».

Μακεδών
Πηγή Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Επρόκειτο για φιάσκο άνευ προηγουμένου! Αυτό είναι το συμπέρασμα κάθε ψύχραιμης ανάλυσης για τη διάσκεψη της Γενεύης. Η τελευταία πράξη της κας Νούλαντ, ως εν ενεργεία τουλάχιστον αξιωματούχου της αμερικανικής κυβέρνησης, υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία.

Του Σωτήρη Δημόπουλου

Το αποτέλεσμα της ακατανόητης αυτής διάσκεψης, όπως ήταν φυσικό, δεν εξέπληξε κανέναν απ’ όσους γνωρίζουν με κάποια επάρκεια τους νέους διεθνείς συσχετισμούς, καθώς και τις προτεραιότητες των δρώντων μερών. Και γι’ αυτό δεν υπήρξαν και σοβαρές αντιδράσεις μετά το εσπευσμένο τέλος της. Σύντομα θα έχει ξεχαστεί από τη διεθνή κοινότητα μέσα στην καταιγίδα των πολλών επερχόμενων γεγονότων.

Μόνον στην Κύπρο διατηρείται, έστω και ημιθανής, η «ελπίδα» της λύσης. Για να καλυφθούν τα σφάλματα και οι τραγικές ευθύνες όσων έσυραν την Κυπριακή Δημοκρατία στην άβυσσο της αυτοκατάργησης∙ όσων έριχναν στάχτη στα μάτια της κυπριακής κοινής γνώμης ότι ήταν όλα σχεδόν συμφωνημένα και επέβαλαν επί μήνες την ατμόσφαιρα μιας ψευδούς και εξόφθαλμα ανυπόστατης αισιοδοξίας∙ όσων ασυλλόγιστα σύρθηκαν από τις οδηγίες συγκεκριμένων κέντρων που προωθούσαν νέες ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο∙ όσων εντέλει ήθελαν να πάρουν τη ρεβάνς για την ήττα του δημοψηφίσματος του 2004.

Και τώρα οι ίδιοι πυροβολούν στον αέρα, αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους και στοχοποιούν βολικούς ενόχους. Μα πώς να καλυφθούν έτσι οι βρυχηθμοί του σουλτάνου που νέτα σκέτα αποκάλυψε τις σταθερές προθέσεις της «εγγυήτριας» Τουρκίας;

Κατοχικός στρατός, επεμβατικά δικαιώματα, εκ περιτροπής προεδρία, καμία εδαφική παραχώρηση, τουναντίον, μισά μισά στη δημόσια Διοίκηση, όλα τα δικαιώματα και για τους Τούρκους υπηκόους. Κοντολογίς όλο το νησί τυπικώς θα είναι στην Ε.Ε. αλλά στην ουσία θα ανήκει στον σουλτάνο, νεο-οθωμανικό βιλαέτι και πάτημα της Άγκυρας για να εκβιάζει την Ευρώπη.

Βέβαια, υποστηρίζουν οι εραστές της όποιας λύσης, αναγκάστηκε η Τουρκία να τα πει όλ’ αυτά τα σκληρά δημοσίως και να τα καταθέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μαζί με χάρτη. Πράγματι, και φθάσαμε σ’ αυτό το κατόρθωμα αφού απογυμνώθηκε η Δημοκρατία απ’ όλα τα όπλα της, ευρισκόμενη χωρίς επίσημη εκπροσώπηση, σε μια πενταμερή, όπως πάντοτε ζητούσαν οι Τούρκοι. Κι αυτό που μένει πλέον για τον επόμενο γύρο είναι οι καταγεγραμμένες επισήμως απαιτήσεις της Άγκυρας και του Ακιντζί και οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Τέτοια επιτυχία!

Αλλά, υπάρχει και κάτι άλλο, πιο επικίνδυνο, που θα φανεί περισσότερο μόλις καταπέσει ο κουρνιαχτός της ελβετικής σκιαμαχίας. Είναι η ανεύθυνη επιχείρηση διάσπασης της ενότητας του ελληνισμού. Οι ύπουλες και αήθεις επιθέσεις κατά του Κοτζιά, είχαν ξεκινήσει, δυστυχώς, από την προεδρική δηλητηριώδη ρήση για «επισκέπτες» Ελλαδίτες.

Παρά τις διαψεύσεις και την προσπάθεια να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις, το πρόβλημα δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Πολλώ δε μάλλον που κάποιοι δεν θέλουν καν να το κρύψουν. Το επιδεικνύουν, θέλοντας να πείσουν –ποιους άραγε;- ότι οι ίδιοι είναι έτοιμοι για όλα, ακόμη και για την νομιμοποίηση της κατοχής, αρκεί να υπάρξει «λύση». Ότι είναι «άλλοι» που δεν τους αφήνουν.

Κι αυτό την ώρα που στην Ελλάδα, σε αντίθεση με το 2004, υπήρξε στον πολιτικό κόσμο μια πρωτοφανής ομοψυχία απέναντι στη στάση που έπρεπε να τηρηθεί στις διαπραγματεύσεις. Όπως, επίσης, έπειτα από πολύ καιρό, σε μια καθημαγμένη από την κρίση ελληνική κοινωνία το Κυπριακό έγινε πάλι πρωτοσέλιδο και προβλήθηκε σε σημαντικό βαθμό ως πρόβλημα ολόκληρου του ελληνισμού. Σκόρπιες οι φωνές, αμελητέες, όσες ζήτησαν «λύση με ό,ποιο τίμημα».

Αυτό το θέατρο, λοιπόν, αργά ή γρήγορα θα τελειώσει. Θα το τελειώσει ο ίδιος ο Ερντογάν, αν δεν υπάρξει πλήρης υποταγή στις απαιτήσεις του. Το τελευταίο που τον νοιάζει στην κατάσταση που βρίσκεται, και με όλα τα μέτωπα για τον ίδιο μέσα και έξω ανοιχτά, είναι αν θα βγει χαμένος από το blame game για το Κυπριακό. Τότε, θα υπάρξει αναγκαστικά στροφή προς τα ένδον και θα μετρήσουμε και τις πληγές που προκάλεσαν αστόχαστες πράξεις και μικρόνοες πολιτικές.

* Ο Σωτήρης Δημόπουλος είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και Πτυχιούχος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Κιέβου. Εργάζεται ως Πολιτικός Αναλυτής.
Πηγή "Απόψεις"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


16 Ιαν 2017


Η διπλωματική παρωδία και ο επικίνδυνος Πρόεδρος της Μεγαλονήσου

Συγγνώμη, αλλά, αν βρεθεί κάποιος να μου εξηγήσει τη σκοπιμότητα όλης αυτής της περίεργης σύναξης στη Γενεύη και το πώς αυτή ωφέλησε τη διαπραγματευτική θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας ή την εθνική υπόθεση γενικότερα, κερδίζει τη χρυσή μπανάνα!
Φοβούμαι ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο: Χαντακώθηκε η διαπραγματευτική ισχύς της Λευκωσίας, υπονομεύτηκε η διεθνής υπόστασή της, ενώ δημιουργήθηκε ένα πολύ κακό προηγούμενο, που είναι βέβαιο ότι θα επισύρει πρόσθετες πιέσεις στο άμεσο μέλλον για μια «λύση» στα μέτρα της Άγκυρας. Και, υπό αυτή την έννοια, λίγα «σέρνει» η σοβαρή κυπριακή αντιπολίτευση στον μεγάλο αρχιτέκτονα του «αυτογκόλ», που ναρκοθέτησε -άθελά του ελπίζω- οποιαδήποτε προοπτική έντιμου συμβιβασμού στο κυπριακό ζήτημα.

Η αυτού εξοχότης Νίκος Αναστασιάδης, που ούτε την ιδιότητά του ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν μπόρεσε να υποστηρίξει, τα θαλάσσωσε. Είναι απορίας άξιον τι ακριβώς είχε στο μυαλό του όταν ξεκίνησε τις ρεβεράντζες με τον καρντάση Μουσταφά, αλλά η κατάληξη αυτής της υπόθεσης αφήνει πολλές ανοιχτές πληγές στην κρατική και ευρωπαϊκή υπόσταση της ελεύθερης Κύπρου, το διεθνές status της οποίας «γρατζουνίστηκε» και εν τέλει εμμέσως αμφισβητήθηκε! Ήταν, επίσης, εξόχως αρνητική η συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων και φορέων σε αυτή τη σύντομη διπλωματική παρωδία. Γιατί είναι αυτοί που θα πιέσουν τον αδύναμο Αναστασιάδη για περαιτέρω βήματα οπισθοχώρησης. «Τι μας κουβάλησες μέχρι εδώ; Προχώρα τώρα και στο παρασύνθημα» θα του πουν, προετοιμάζοντας τη νέα... Γενεύη, που σε λίγο θα γίνει Ζυρίχη!

Και να μου θυμηθείτε ότι όλος αυτός ο θίασος, με προεξάρχοντες τους Γερμανούς, τους Βρετανούς και τον Γιούνκερ, θα αρχίσει σε λίγο τις υπόγειες βολές προς την Αθήνα: Ότι δήθεν είναι αυτή που «φρενάρει» τον Αναστασιάδη και ακυρώνει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για... δημιουργική «επανένωση» του νησιού.

Γι' αυτό θα πρέπει πρώτα τα κυπριακά πολιτικά κόμματα να βάλουν «φρένο» στα συγκεχυμένα οράματα του Αναστασιάδη. Ο άνθρωπος απέδειξε τις διπλωματικές ικανότητές του στη διαχείριση της κυπριακής τραπεζικής κρίσης, η οποία κατέληξε στο περιβόητο bail in δεκάδων χιλιάδων μικροκαταθετών. Τότε, ο κυπριακός λαός τού τη χάρισε, γιατί ο βασικός υπαίτιος του εκτροχιασμού ήταν ο Χριστόφιας του ΑΚΕΛ, που σήμερα με τη σειρά του κάνει «πλάτες» στον σημερινό Πρόεδρο. Πλέον, όμως, δεν υπάρχουν περιθώρια για συγχωροχάρτια και «δεν βαριέσαι». Ο Αναστασιάδης, εκτός από ανεπαρκής, τείνει να γίνει και εθνικά επικίνδυνος...

Γιώργος Χαρβαλιάς
Πηγή "Δημοκρατία"



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Η τουρκική πλευρά δεν έδειξε καμία πρόθεση ευελιξίας στην Ελβετία. Αυτό επιβεβαιώθηκε και μετά τον τερματι σμό των εργασιών, όταν επιχείρησε να επιρρίψει ευθύνες στην ελληνική πλευρά.
Στο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου ο απεσταλμένος της Γραμματείας του ΟΗΕ Εσπεν Μπαρθ Εϊντε και οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων Νίκος Αναστασιάδης και Μουσταφά Ακιντζί συμφώνησαν στη σύγκληση διάσκεψης για τη συζήτηση της λεγόμενης εξωτερικής πτυχής του Κυπριακού (εγγυήσεις, κατοχικά στρατεύματα και ασφάλεια).

Κι αυτό παρότι παρέμεναν πολλές διαφωνίες σε όλα σχεδόν τα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής (εδαφικό, διακυβέρνηση, περιουσιακό κ.λπ.), η επίλυση των οποίων είχε τεθεί από τους ίδιους ως προϋπόθεση για να συγκληθεί η διάσκεψη.

Τα όσα συμφωνήθηκαν σε εκείνο το δείπνο ήταν το αποτέλεσμα των παρασκηνιακών πιέσεων που άσκησε η Αμερικανίδα βοηθός υπουργός Εξωτερικών Βικτόρια Νούλαντ. Μετά το ναυάγιο των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων στο Μοντ Πελεράν τον Νοέμβριο, η διπλωματική δυναμική για μία λύση τύπου Ανάν ανακόπηκε. Για να την κρατήσει ζωντανή, η Β. Νούλαντ προσπάθησε να εκβιάσει μία συμφωνία-πλαίσιο η οποία να δημιουργεί κάποιας μορφής πολιτικό τετελεσμένο στο Κυπριακό πριν από την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο.

Ο Νίκος Αναστασιάδης συνέπραξε, σπάζοντας την κοινή γραμμή που είχε συμφωνήσει με τους Αλέξη Τσίπρα και Νικό Κοτζιά. Μη επιθυμώντας να προκαλέσει ρήξη με τη Λευκωσία, η Αθήνα «κατάπιε» το τετελεσμένο. Προσήλθε στη διάσκεψη, η σύγκληση της οποίας είναι από μόνη της ένα διπλωματικό δώρο προς την τουρκική πλευρά.

Υπενθυμίζουμε ότι Αθήνα και Λευκωσία απέρριπταν κατηγορηματικά τη σύγκληση πενταμερούς διάσκεψης (οι δύο κοινότητες και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις) επειδή ως όργανο και διαδικασία κατά κάποιον τρόπο νομιμοποιεί την τουρκική θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκλείψει. Στην καλύτερη περίπτωση εξισώνει τον πρόεδρο ενός διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους με τον ηγέτη μιας κοινότητας.

Ο ισχυρισμός του Αναστασιάδη ότι συμμετείχε με διπλή ιδιότητα, και ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως ηγέτης της ελληνοκυπριακής κοινότητας, είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Το γεγονός ότι για να παρακάμψει το ζήτημα ο Εσπεν Μπαρθ Εϊντε στα καρτελάκια γράφτηκε μόνο το όνομα και όχι και η ιδιότητα των συμμετεχόντων (εκτός του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών) δεν αλλάζει τα πράγματα. Η πενταμερής καθιερώθηκε και είναι δεδομένο ότι θα τη βρούμε μπροστά μας.

Η Ε.Ε. συμμετείχε σε ανώτατο επίπεδο (με τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ και την αρμόδια για θέματα εξωτερικής πολιτικής Φεντερίκα Μογκερίνι), αλλά με την ιδιότητα του παρατηρητή. Με περισσή επιπολαιότητα, οι Ευρωπαίοι έχουν την τάση να αντιμετωπίζουν το Κυπριακό σαν ένα πρόβλημα που ουσιαστικά δεν τους αφορά.

Οπως αναμενόταν, οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις στη Γενεύη πριν από τη διάσκεψη δεν γεφύρωσαν το χάσμα που υπάρχει σχεδόν σε όλα τα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής. Το μόνο καινούριο ήταν η κατάθεση χαρτών εκ μέρους των δύο πλευρών. Η ελληνοκυπριακή προτείνει 28,2% του εδάφους της Κύπρου να ανήκει στο τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο, ενώ η τουρκοκυπριακή ανεβάζει το ποσοστό στο 29,2%. Η διαφορά στα ποσοστά είναι μικρή, αλλά επί της ουσίας είναι μεγάλη. Είναι άλλο να επιστρέφονται στους Ελληνοκυπρίους παραθαλάσσιες περιοχές και αστικά κέντρα όπως η Μόρφου, και άλλο να επιστρέφονται ορεινοί όγκοι. Από το ποιες περιοχές θα επιστραφούν θα εξαρτηθεί και ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα επιστρέψουν στις εστίες τους. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Ν. Αναστασιάδης δεν αποδέχθηκε τον χάρτη του Μουσταφά Ακιντζί.

Οι χάρτες

Οπως αναμενόταν, επίσης, στη διάσκεψη της 12ης Ιανουαρίου δεν γεφυρώθηκε ούτε το χάσμα για την εξωτερική πτυχή. Ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών επέμεινε στη θέση για κατάργηση των εγγυήσεων και αποχώρηση (σε συνεχή ροή και με καταληκτική ημερομηνία) των τουρκικών στρατευμάτων. Πιεζόμενος και από την ελληνοκυπριακή αντιπολίτευση, στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Ν. Αναστασιάδης. Τόσο ο κ. Εϊντε όσο και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον επιχείρησαν με διπλωματικές φόρμουλες να εξασφαλίσουν την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων, αλλά η προσπάθειά τους προσέκρουσε στην ελληνική άρνηση.

Ερντογάν: Για πάντα στην Κύπρο

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου δεν έδειξε καμία πρόθεση ευελιξίας. Αυτό επιβεβαιώθηκε και μετά τον τερματισμό των εργασιών, όταν επιχείρησε να επιρρίψει ευθύνες στην ελληνική πλευρά. Ο δε Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεκαθάρισε με δηλώσεις του ότι η Τουρκία θα μείνει για πάντα στην Κύπρο και ότι η Αγκυρα δεν δέχεται καμία συμφωνία που δεν θα περιλαμβάνει τουρκικές εγγυήσεις. Ξεκαθάρισε, επίσης, τη θέση του για κρίσιμα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής, για τα οποία υποτίθεται ότι αρμόδιος είναι ο Μ. Ακιντζί.

Ακόμα και για το άνοιγμα του περιφραγμένου και ακατοίκητου από το 1974 τμήματος της Αμμοχώστου, ο Ερντογάν ζήτησε εδαφικό αντάλλαγμα για να ενωθεί ο τουρκοκυπριακός θύλακος των Κόκκινων με την υπόλοιπη περιοχή της Μόρφου, την οποία αρνείται να επιστρέψει. Απέρριψε επίσης την ελληνοκυπριακή πρόταση η Καρπασία να υπαχθεί σε ειδικό καθεστώς. Επιπλέον, όχι μόνο απαίτησε εκ περιτροπής προεδρία, αλλά και ζήτησε η αναλογία να είναι δύο θητείες Ελληνοκύπριος και μία Τουρκοκύπριος πρόεδρος, απορρίπτοντας την αναλογία 4:1.

Οπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η επιχείρηση να εκβιαστεί μία συμφωνία-πλαίσιο για να δημιουργηθεί τετελεσμένο έπεσε στο κενό. Κεντρικό ρόλο γι’ αυτό έπαιξε ο Ν. Κοτζιάς. Από το 2015 είχε εγγράψει στην ατζέντα του Κυπριακού τη θέση της Αθήνας ότι δεν θα συμμετάσχει σε μια νέα συνθήκη εγγυήσεων, ότι δεν αναγνωρίζει τουρκικό επεμβατικό δικαίωμα και ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί λύση χωρίς την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων.

Για μεγάλο διάστημα και συνηθισμένοι από τις υπαναχωρήσεις του Ν. Αναστασιάδη, οι εμπλεκόμενοι διεθνείς παίκτες θεώρησαν τη θέση Κοτζιά ρητορική, χωρίς αντίκρισμα. Για την ακρίβεια, θεώρησαν ότι στη διαδρομή θα χανόταν με τη βοήθεια κάποιας διπλωματικής φόρμουλας για να διασωθούν τα προσχήματα. Οταν, όμως, οι διαπραγματεύσεις εισήλθαν στην τελική ευθεία, διαπίστωσαν ότι η Αθήνα εννοούσε αυτό που έλεγε.

Επιθέσεις σε Κοτζιά

Ηταν τότε που η αμερικανική διπλωματία επιχείρησε να πείσει τον Αλ. Τσίπρα να παρακάμψει τον υπουργό Εξωτερικών. Από δίπλα και οι «ανανικοί» κύκλοι σε Κύπρο και Ελλάδα, οι οποίοι έσπευσαν να τον στοχοποιήσουν κατηγορώντας τον ότι επιχειρεί να τορπιλίσει τη λύση. Σ’ αυτό το παιχνίδι συνέπραξαν και κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ, μη εξαιρουμένων και κυβερνητικών στελεχών.

Στη Γενεύη ο πρόεδρος της Κύπρου διέψευσε ότι υπήρξε πρόβλημα στη συνεργασία του με τον Ν. Κοτζιά. Είναι κοινό μυστικό, όμως, ότι όχι μόνο τον κατηγορούσε, αλλά και ότι οι επιθέσεις εναντίον του ενορχηστρώνονταν από το Προεδρικό της Λευκωσίας. Επιθέσεις που συνεχίστηκαν και αυτές τις ημέρες, υποχρεώνοντας τον Ελληνα υπουργό Εξωτερικών στη Γενεύη να ζητήσει εκνευρισμένος από τον Κύπριο πρόεδρο να «μαζέψει» τους δράστες.

Τα επόμενα βήματα

Διαβλέποντας το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές όχι μόνο στην εξωτερική, αλλά και στην εσωτερική πτυχή, ο Ν. Κοτζιάς φρόντισε εγκαίρως να αποτρέψει τον διπλωματικό εκβιασμό «ή τώρα ή ποτέ». Καλλιέργησε τη λογική μιας διαπραγματευτικής διαδικασίας ανοιχτού ορίζοντα (open ended), όπου η αδυναμία γεφύρωσης του χάσματος δεν οδηγεί αυτόματα σε ναυάγιο και κατ’ επέκταση σε παιχνίδι επίρριψης ευθυνών (blame game). Στο πλαίσιο αυτό, στη Γενεύη αποφασίστηκε τις επόμενες ημέρες οι Αναστασιάδης και Ακιντζί να διαπραγματευτούν με σκοπό τη γεφύρωση των διαφωνιών τους για τα ζητήματα της εσωτερικής πτυχής. Παραλλήλως, από τις 18 Ιανουαρίου εμπειρογνώμονες και από τις δύο κοινότητες και τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις θα καταγράψουν τις εκατέρωθεν θέσεις για την εξωτερική πτυχή και θα θέσουν ερωτήματα.

Οταν ολοκληρωθεί η εργασία τους, η διάσκεψη θα συνεχιστεί με την ίδια σύνθεση. Εάν προκύψει πρόοδος και οι δύο πλευρές βρεθούν σε απόσταση συμφωνίας, πιθανότατα οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις θα αναβαθμίσουν τη συμμετοχή τους από το επίπεδο των υπουργών Εξωτερικών στο επίπεδο των ηγετών. Το ενδεχόμενο να προκύψει και τότε συμφωνία συγκεντρώνει αμελητέες πιθανότητες.

Η Αθήνα εννοεί αυτά που λέει για τις εγγυήσεις. Αντί γι’ αυτές προτείνει ένα σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα, στην Τουρκία και τη μελλοντική ομοσπονδιακή Κύπρο, καθώς και την παρουσία μιας διεθνούς αστυνομικής δύναμης στη Μεγαλόνησο. Επίσης, προτείνει ο ΟΑΣΕ να καταγράψει άμεσα με εμπειρογνώμονες τα στρατεύματα που βρίσκονται στη Μεγαλόνησο και τον οπλισμό τους.

Οπως προαναφέραμε, όμως, η Αγκυρα αποκλείει λύση χωρίς τουρκικές εγγυήσεις και τουρκικά στρατεύματα. Παραμένει στις διαπραγματεύσεις για να μη χρεωθεί το κόστος του ναυαγίου. Δεν επιθυμεί, όμως, παράτασή τους επειδή θεωρεί ότι η ανάδειξη του ζητήματος των εγγυήσεων και των τουρκικών στρατευμάτων σε κεντρικό ζήτημα των διαπραγματεύσεων τη φέρνει σε μειονεκτική θέση. Στο ζήτημα των εγγυήσεων και των τουρκικών στρατευμάτων το χάσμα δεν υπάρχει μόνο στο επίπεδο των πολιτικών ηγεσιών. Σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση, περίπου το 90% των Ελληνοκυπρίων απορρίπτει λύση με τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή τουρκικών στρατευμάτων. Αντιστοίχως, σχεδόν το 70% των Τουρκοκυπρίων και των εποίκων θέλει τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων, ενώ το 51% υποστηρίζει και την παραχώρηση στην Τουρκία κυρίαρχης στρατιωτικής βάσης στη βόρεια Κύπρο, κατά το πρότυπο των βρετανικών βάσεων. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν αυτό που διαπιστώνει κανείς και εμπειρικά. Παρά τις πρωτοβουλίες και τις πλουσιοπάροχες χορηγίες για εκδηλώσεις επαναπροσέγγισης των δύο κοινοτήτων, αυτές φαίνεται κατά πλειοψηφία να μην ανταποκρίνονται. Το γεγονός αυτό εκ των πραγμάτων εγείρει εμπόδια στις διαπραγματεύσεις για λύση τύπου Ανάν. Το 76% που ψήφισε «όχι» στο δημοψήφισμα του 2004 εξέφρασε τη βαθιά ανασφάλεια που προκαλούν στους Ελληνοκυπρίους η στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας και οι εγγυήσεις της. Οπως έδειξε η εισβολή του 1974, άλλωστε, στην κρίσιμη στιγμή οι εγγυήσεις μπορούν να ερμηνευτούν από την ίδια σαν επεμβατικό δικαίωμα.

Το δημοψήφισμα

Πάντως, ακόμα και στην όχι ορατή περίπτωση που ο Ερντογάν θα ήθελε να προβεί σε κάποια υποχώρηση, αυτή την περίοδο αποκλείεται. Στην τουρκική πολιτική σκηνή κυριαρχεί η συνταγματική αναθεώρηση για τη μετατροπή του πολιτεύματος από προεδρευομένη σε προεδρική δημοκρατία, που τελικώς θα κριθεί σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο. Για να αναδειχθεί σε αιρετό μονάρχη ο Ερντογάν έχει ανάγκη -και έχει εξασφαλίσει- την κοινοβουλευτική υποστήριξη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Οι «Γκρίζοι Λύκοι» θα την απέσυραν και θα στρέφονταν εναντίον του εάν έκανε και το παραμικρό βήμα πίσω. Υπενθυμίζουμε ότι απολύτως αδιάλλακτες θέσεις στο Κυπριακό έχει και η κεμαλική αντιπολίτευση, η οποία προκαταβολικά κατηγορεί τον Τούρκο πρόεδρο ότι προετοιμάζει υποχωρήσεις!
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, αποκλείεται να υπάρξει διαφοροποίηση της τουρκικής θέσης και ως εκ τούτου εποικοδομητική διαπραγμάτευση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η διάσκεψη εκ των πραγμάτων θα περιέλθει σε αδιέξοδο, έστω και αν η Γραμματεία του ΟΗΕ αποφύγει να χρησιμοποιήσει αυτό τον όρο για να διατηρήσει ζωντανή τουλάχιστον τη διαδικασία των διακοινοτικών συνομιλιών.

Πηγή εφημερίδα "Πρώτο Θέμα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Την εκτίμηση πως η Τουρκική αδιαλλαξία τελικά ήταν σωτήρια για τον ελληνισμό κάνει ο καθηγητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων Κωνσταντίνος Γρίβας σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Onalert και την Ιωάννα Ηλιάδη.

Ο κ. Γρίβας υποστηρίζει επί λέξει ότι "οι Βάρβαροι έδωσαν τη λύση". Έσωσαν την Κύπρο και τον ελληνισμό από μια γεωπολιτική παγίδα που θα μπορούσε να ήταν καταστρεπτική.

Ήταν μεγάλος ο μαξιμαλισμός της Άγκυρας και η αδυναμία να κρύψει τις πραγματικές προθέσεις που είναι η πλήρης κυριαρχία της Κύπρου, που ουσιαστικά τίναξε στον αέρα τις διαπραγματεύσεις.

Σημαντικά κομμάτια του ελλαδικού συστήματος έχουν κατανοήσει το αδιέξοδο και ψάχνουν τρόπο να απεμπλακούν. Εκπλήσσει η εμμονική προσήλωση της σημερινής Κυπριακής ηγεσίας σε μια λύση που θα ήταν καταστρεπτική.

Χαρακτηρίζει ανεκδιήγητη την αποδοχή της εξομοίωσης του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας με τον ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, κάτι που σε βάθος χρόνου ενδέχεται να έχει συνέπειες. Ωστόσο εκτιμά πως αυτές οι συνέπειες θα είναι διαχειρίσιμες.

Το ελληνικό υπουργείο εξωτερικών, σύμφωνα με τις ενδείξεις υπήρξε ένας από τους σωτήριους παράγοντες. Φαίνεται ότι λειτουργεί ρεαλιστικά και καταφέρνει να λειτουργεί ως βαρίδι στις εμμονικές αντιλήψεις της Κυπριακής Προεδρίας.


Δεν θα πρέπει να χρεωθεί η ελληνική και ελληνοκυπριακή πλευρά την αποτυχία της διαπραγμάτευσης

Το Κυπριακό είναι ζήτημα υψηλής στρατηγικής και ως τέτοιο πρέπει να είναι εναρμονισμένο με τον ιστορικό του χρόνο. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε βρισκόταν σε μια αντίφαση. Δηλαδή ενώ ολόκληρο το πλανητικό σύστημα αλλάζει και βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ακραίας ρευστότητας . Κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η γεωπολιτική στρατηγική των ΗΠΑ σε μερικούς μήνες και κυρίως δεν ξέρουμε τι θα είναι η Τουρκία του μέλλοντος.

Είναι εξαιρετικά πιθανό να μετατραπεί σε μια πολύ επικίνδυνη χώρα για τα συμφέροντα όλων των μεγάλων διεθνών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Ρωσίας και άλλων δυτικών χωρών.

Αναρωτιέται εάν το όνειρο της Κυπριακής κυβέρνησης είναι να ταυτίσει τη μοίρα της με αυτή της Τουρκίας. Γιατί αυτό θα συνέβαινε στη Γενεύη. Οποιαδήποτε λύση κι αν έβρισκαν, ακόμα και εάν γίνονταν δεκτές όλες οι ελληνικές θέσεις, η Κύπρος θα ενσωματώνονταν σε μια ευρύτερη γεωπολιτική δομή στην οποία κυρίαρχη θα ήταν η Τουρκία.

Ακούστε όλη την συνέντευξη στο video που ακολουθεί



Πηγή OnAlert


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 




Γράφει ο Νίκος Στέλγιας

Την Πέμπτη, στη Γενεύη, για πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία, με την ιδιότητα των εγγυητριών δυνάμεων, έθεσαν επί τάπητος το μέλλον του συστήματος των εγγυήσεων και ασφάλειας στην Κύπρο. Ολη η συζήτηση επικεντρώθηκε στο μέλλον της παρουσίας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το τελικό αποτέλεσμα της διάσκεψης έκρινε το βέτο της Αγκυρας στην ελληνική πρόταση περί άμεσης κατάργησης του συστήματος των εγγυήσεων. Οπως πληροφορείται η «Κ» από πηγές στην Αγκυρα, με εντολή της τουρκικής προεδρίας και της πρωθυπουργίας, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου απέκλεισε το ενδεχόμενο της τελικής απομάκρυνσης των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο μετά την ενδεχόμενη επίλυση του Κυπριακού. Η εν λόγω επιμονή της Τουρκίας οδήγησε τη διάσκεψη σε αδιέξοδο.

Τελικά, με την παρέμβαση του ΟΗΕ και των άλλων παραγόντων, οι εμπλεκόμενες πλευρές αποφάσισαν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις σε τεχνικό επίπεδο, με την πρώτη συνάντηση των συνεργατών των υπουργών Εξωτερικών των εγγυητριών δυνάμεων να πραγματοποιείται στις 18 Ιανουαρίου. Υστερα από αυτή τη συνάντηση, οι υπουργοί Εξωτερικών θα έχουν ένα νέο ραντεβού. Εφόσον επιτευχθεί πρόοδος σε αυτή τη συνάντηση, οι υπουργοί θα καλέσουν στη διάσκεψη τους πρωθυπουργούς για την οριστικοποίηση της φόρμουλας για το ζήτημα της ασφάλειας.

Η απάντηση σε Αναστασιάδη

Η διάσκεψη της Γενεύης έδειξε ότι, στην παρούσα φάση των κρίσιμων εξελίξεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό πεδίο, η Αγκυρα επιμένει στις πάγιες θέσεις και διεκδικήσεις της στο κυπριακό ζήτημα. Υπό την πίεση των νέων δεδομένων στο πολιτικό σκηνικό της χώρας και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, τουλάχιστον μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική μετά την έναρξη της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, η Τουρκία επιλέγει τον δρόμο της «σιγουριάς», δηλαδή των γνωστών θέσεων που διατηρούν σε κατάσταση στασιμότητας την Κύπρο για τα τελευταία 42 χρόνια.

Πληροφορίες της «Κ» από καλά ενημερωμένες πηγές στην τουρκική πρωτεύουσα δείχνουν ότι στην παρούσα φάση των συνομιλιών και μετά το αδιέξοδο στη διάσκεψη της Γενεύης, η τουρκική πλευρά εστιάζει σε τέσσερα σημαντικά πεδία:

• Στην ελληνοτουρκική ισορροπία ισχύος από τα βάθη της Ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή από τα παράλια της Κύπρου μέχρι το Αιγαίο.
• Στον περιορισμό των ελληνοκυπριακών διεκδικήσεων στο πεδίο του εδαφικού.
• Στην εξασφάλιση της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων στον νέο συνεταιρισμό.
• Στην εξασφάλιση της παρουσίας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ως μέσον άσκησης «hard power», σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, με επίκεντρο την Κύπρο.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο πεδίο, από τη σκοπιά της Αγκυρας, η επίλυση του Κυπριακού, εκτός από τα διάφορα πεδία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, της διπλωματίας και της ενέργειας, αφορά το μέλλον της ελληνοτουρκικής ισορροπίας ισχύος που εγκαινιάστηκε στην περιοχή πριν από περίπου έναν αιώνα. Μέσα στο πλαίσιο της προαναφερόμενης «ανάγνωσης», η Αγκυρα προσεγγίζει στρατηγικά τις συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού και επιλέγει να περιορίσει τις «διεκδικήσεις» των Αθηνών και της ελληνοκυπριακής πλευράς, με το σκεπτικό-καχυποψία ότι «ο απώτερος στόχος της ελληνικής πλευράς είναι η ελαχιστοποίηση της τουρκικής επιρροής στην Ανατ. Μεσόγειο και ο εγκλωβισμός της Τουρκίας στα παράλια της Μεσογείου και της Μικρής Ασίας».

Στρατηγική

Προσεγγίζοντας πολυδιάστατα και στρατηγικά το Κυπριακό, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ισορροπιών της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, η Αγκυρα επιλέγει να αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στις διάφορες πτυχές του Κυπριακού και κυρίως στο κεφάλαιο του εδαφικού. Σε αυτό το πεδίο το «μότο» της τ/κ πλευράς είναι το εξής: «Σημασία δεν φέρουν μονάχα τα ποσοστά αλλά και η ποιότητα των εδαφών που θα επιστραφούν στους Ελληνοκυπρίους».

Υπό το πλαίσιο της προαναφερόμενης λογικής, η τουρκική πλευρά αποκλείει την επιστροφή της Μόρφου, περιοχών της ακτογραμμής του βόρειου κομματιού του νησιού και εκφράζει προβληματισμό για το μέλλον της Καρπασίας. Η τουρκική πλευρά αντιπροτείνει στην ε/κ πλευρά τη μεγιστοποίηση των κερδών της στο εδαφικό με την εξασφάλιση περιοχών και εδαφών στην παραμεθόριο περιοχή, στις βρετανικές βάσεις, στο Βαρώσι και σε περιοχές όπου η τ/κ πλευρά δεν έχει πραγματοποιήσει σημαντικές οικονομικές επενδύσεις και δεν διατηρεί σημαντικούς πληθυσμούς.

Επίσης, η πτυχή της ασφάλειας αφορά δύο σημαντικά πεδία, στα οποία η Αγκυρα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία. Πρώτον, από την οπτική γωνία της Τουρκίας, η ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων είναι ύψιστης σημασίας. Δεύτερον, η παραμονή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για τα μελλοντικά σχέδια της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Και η «κόκκινη γραμμή» των Τουρκοκυπρίων

Σε ό,τι αφορά την επιμονή της τουρκικής πλευράς για την κατοχύρωση της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη διάσκεψη της Γενεύης η τουρκοκυπριακή ηγεσία συμμετείχε με μια «κόκκινη γραμμή» στο πεδίο της διακυβέρνησης. Η ηγεσία του κ. Ακιντζί επιμένει για την κατοχύρωση της αρχής της εκ περιτροπής προεδρίας και της πολιτικής ισότητας σε όλα τα επίπεδα της ομοσπονδίας. «Δεν πρόκειται για ένα καπρίτσιο του Ακιντζί ή της Αγκυρας. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική αρχή», επισημαίνει, αναφερόμενη στην εκ περιτροπής προεδρία καλά ενημερωμένη τουρκοκυπριακή πηγή, η οποία προσθέτει τα εξής: «Η προεδρία ενός Τουρκοκυπρίου στην Κύπρο θα εξασφαλίσει σε συμβολικό επίπεδο την ελληνοτουρκική ισότητα στο νησί και στην περιοχή. Με άλλα λόγια, θα σφραγίσει την ελληνοτουρκική ισορροπία στην ευρύτερη περιοχή. Την ίδια στιγμή, θα ενισχύσει τα δεσμά των Τουρκοκυπρίων με το νέο, ομόσπονδο κράτος. Οι Τουρκοκύπριοι θα είναι σε θέση να πουν ότι “αυτό το κράτος είναι και δικό μου”. Η λύση του Κυπριακού εξαρτάται από αυτή την αρχή».

Πηγή "Καθημερινή"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Λ. Τζούμης (Αντιστράτηγος ε.α.)

Η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να μείνει εκτός της εκμετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της περιοχής και γι’ αυτό θα προσπαθήσει μέσω της πάγιας και μακροπρόθεσμης στρατηγικής που εφαρμόζει να αλλάξει το status quo.

Πριν μια εβδομάδα ο υφυπουργός ναυτιλίας κατέθεσε έγγραφο στη Βουλή, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες με στόχο και προοπτική την κατοίκηση 28 μικρών νησιών του Αιγαίου, ώστε να αποκτήσουν οικονομική δραστηριότητα για εθνικούς κυρίως λόγους.
Όταν ανακοινώθηκε η είδηση, υπήρξε ευφορία στην κοινή γνώμη, αλλά το Μαξίμου σύμφωνα με δημοσιεύματα εμφανίσθηκε ενοχλημένο.

Στο παρελθόν είχαμε ακούσει δηλώσεις από κυβερνητικούς αξιωματούχους πως «Δεν έχει σημασία να χάσουμε και μερικά νησιά» και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό πως «Δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα».

Παρόμοια ρητορική έχει αναπτυχθεί και από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο ισχυρίζεται για μη ύπαρξη οριοθετημένων θαλάσσιων συνόρων.

Με την ανακοίνωση της είδησης, η Τουρκία αντέδρασε έντονα, παρά την κρισιμότητα των στιγμών λόγω των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό που βρίσκονταν σε εξέλιξη στη Γενεύη.
Η Άγκυρα, «κουνώντας» το δάκτυλο στην Ελλάδα, μίλησε για αμφισβητούμενους «σχηματισμούς» και ότι η Αθήνα δεν έχει κανένα δικαίωμα να δημιουργήσει υποδομές.

Ξαφνικά, μπροστά σ΄ αυτή την εξέλιξη, ο υφυπουργός ναυτιλίας τα μάζεψε άρον – άρον και δήλωσε ότι δεν υπάρχει σκέψη για δημιουργία υποδομών, έκανε δε λόγο για σχέδιο με σκοπό την προσέλκυση τουριστών για την παρατήρηση των σπάνιων ζώων που ζουν στα νησιά αυτά.

Φαίνεται ότι ο διασυρμός που υποστήκαμε με τον απαράδεκτό τρόπο χειρισμού σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο και την τραγική κατάληξη της κρίσης των Ιμίων, που σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 21 χρόνια, δεν μας δίδαξε τίποτα.

Η προσπάθεια εξευμενισμού αυτής της εκκολαπτόμενης περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης συνεχίζεται και σήμερα με συνεχείς υποχωρήσεις και παραχωρήσεις.

Έχει αποδειχθεί όμως ότι η στρατηγική του κατευνασμού ενθαρρύνει την αδιαλλαξία του αντιπάλου και οδηγεί σε πόλεμο και αυτό θα πρέπει να το αντιληφθούν οι πολιτικοί ταγοί της χώρας μας.

Επαναφορά των «γκρίζων ζωνών»

Η Τουρκία για μια ακόμα φορά, επανέφερε ανοιχτά τη στρατηγική των γκρίζων ζωνών, διαμηνύοντας ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί τυχόν συνθήκες που θα προκληθούν από την ελληνική πολιτική σε «διαφιλονικούμενους γεωγραφικούς σχηματισμούς».

Η ρητορική περί γκρίζων ζωνών είχε αρχίσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 με δηλώσεις αξιωματούχων και ήλθε το 1996 με την κρίση των Ιμίων να περάσει στην εφαρμογή με την κατάληψη ελληνικού εδάφους.

Η καινοφανής αυτή θεωρία περί γκρίζων ζωνών, δεν αφορά μόνο 16, 18 ή 25 νησιά και νησίδες, τα περισσότερα από τα οποία είναι μέρος μικρών νησιωτικών συμπλεγμάτων, αλλά 152 που συμπεριλαμβάνονται σε λίστα του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας.

Η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι οι δύο χώρες θα πρέπει να καταθέσουν τα νομικά τους επιχειρήματα, προκειμένου να επιλυθεί το εν λόγω «πρόβλημα».

Η τουρκική αμφισβήτηση εντάσσεται μέσα στη γενικότερη αναθεωρητική στρατηγική της και συνίσταται ουσιαστικά σε μια επανερμηνεία των διεθνών συνθηκών, με ορατό σκοπό την αλλοίωση ή και ανατροπή του σημερινού καθεστώτος στο Αιγαίο και της περιοχής γενικότερα.

Η διαφοροποίηση που υπάρχει σ΄ αυτή σε σχέση με προηγούμενες, είναι ότι η Τουρκία θέτει θέμα αμφισβήτησης εθνικού χερσαίου χώρου επί του οποίου η Ελλάδα απολαμβάνει πλήρη και αποτελεσματική κυριαρχία εδώ και δεκαετίες. Ειδικότερα, η Τουρκία ισχυρίζεται ότι η ελληνική κυριαρχία εκτείνεται μόνο σε εκείνα τα νησιά του Αιγαίου τα οποία αναφέρονται ονομαστικά στα κείμενα των Συνθηκών με τις οποίες αυτά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.

Βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923, η Τουρκία παραιτήθηκε κάθε κυριαρχικού δικαιώματος επί όλων των νησιών που βρίσκονται πέραν των 3 μιλίων από την ασιατική ακτή, πλην της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών.

Ο διαχωρισμός αυτός είναι ξεκάθαρος και για το λόγο αυτό δεν τίθεται θέμα ανάγκης ονομαστικής αναφοράς σε όλα τα νησιά και νησίδες του ανατολικού Αιγαίου.
Με τη συνθήκη των Παρισίων του 1947, η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα την πλήρη κυριαρχία στα νησιά της Δωδεκανήσου τα οποία κατονόμασε, ως και τις παρακείμενες νησίδες.

Η τουρκική αμφισβήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο ανατολικό Αιγαίο, αλλά αφορά ακόμη και νησιά γύρω από την Κρήτη, όπως η Γαύδος, η Γαυδοπούλα, το Κουφονήσι, κ.λπ.
Η διεύρυνση της τουρκικής αμφισβήτησης μέχρι και τη Γαύδο προκαλεί εντύπωση, με δεδομένο ότι τα νησιά αυτά απέχουν εκατοντάδες χιλιόμετρα από τα τουρκικά παράλια και άρα το «επιχείρημα» της γειτνίασης δεν ισχύει. Το τουρκικό επιχείρημα για τα νησιά αυτά είναι ότι το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου του 1913, που σφράγισε το τέλος του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, ανέφερε ότι : «Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών εκχωρεί την νήσον Κρήτην εις τους συμμάχους ηγεμόνας των βαλκανικών κρατών».

Το γεγονός λοιπόν ότι δεν αναφέρονται ονομαστικά οι παραπάνω εξαρτώμενες από αυτή νησίδες, οδηγεί στο συμπέρασμα κατά την άποψη της Τουρκίας ότι τα νησιά αυτά αποτελούν πρώην οθωμανικά εδάφη «που τελούν υπό ελληνική κατοχή» ή περιοχές «ακαθορίστου κυριαρχίας», των οποίων το καθεστώς εκκρεμεί.

Στόχος η συνεκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων

Στην πραγματικότητα βέβαια, ελάχιστα ενδιαφέρει την Τουρκία η κυριότητα αυτών των μικρών νησιών.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι οι επιπτώσεις που θα έχει η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, εάν και όταν λάβει χώρα μια τέτοια διαδικασία.
Ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι η συνεκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων της Ν.Α. Μεσογείου.

Για το λόγο αυτό, μέσω δεσμεύσεων μεγάλων περιοχών με ΝΟΤΑΜ (ειδοποίηση προς αεροναυτιλλομένους), NAVTEX (αγγελία προς ναυτιλλόμενους) ή SUBNOTE (οδηγίες για την κίνηση υποβρυχίων), προσπαθεί να οικειοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος της κυπριακής υφαλοκρηπίδας δυτικά του νησιού και όλη την ελληνική υφαλοκρηπίδα νοτιοανατολικά της Κρήτης και νοτιοδυτικά του Καστελόριζου.

Η περιοχή του νησιωτικού συμπλέγματος της Μεγίστης ή Καστελόριζου (14 συνολικά νησιά), είναι ένας χώρος με τεράστια γεωπολιτική σημασία, που επηρεάζει τη χάραξη των θαλασσίων ζωνών ανάμεσα στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου.

Αναλυτικότερα επί του θέματος αυτού αξίζει να αναφερθούν τα εξής : Στη Σύμβαση του 1982 στο Montego Bay για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρεται ότι όλα τα νησιά που κατοικούνται, διαθέτουν ΑΟΖ.
Άρα αυτό ισχύει και για το Καστελόριζο.

Η Τουρκία ισχυρίζεται ειδικά για την περίπτωση του Καστελόριζου, ότι δεν είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό νησί μπροστά από τις τουρκικές ακτές, να έχει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ.

Προβάλει το επιχείρημα ότι το σύμπλεγμα των νησίδων-βραχονησίδων της περιοχής του Καστελόριζου, διέπεται από ειδικό καθεστώς, των αποκομμένων νησίδων που επικάθονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.

Άρα, τα νησιά αυτά υποστηρίζει η Άγκυρα, δεν διαθέτουν ούτε ΑΟΖ, ούτε και έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα.

Αν η Τουρκία δεχτεί ότι η περιοχή του Καστελόριζου ανήκει στην Ελληνική ΑΟΖ, τότε αποτελεί σημείο οριοθέτησης της ΑΟΖ της Ελλάδας με την Αίγυπτο και με την Κύπρο και συνεπώς η Τουρκία δεν έχει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο, ώστε να συμπεριληφθεί και αυτή στη διαχείριση του υποθαλάσσιου πλούτου της περιοχής.

Η περιοχή που εκτείνεται νοτιοδυτικά του Καστελόριζου μέχρι νότια της Κρήτης και εφάπτεται βορειοδυτικά της ΑΟΖ της Κύπρου, η επονομαζόμενη ως «Λεκάνη του Ηροδότου», παρουσιάζει τις υψηλότερες πιθανότητες εντοπισμού υδρογονανθράκων, κυρίως φυσικού αερίου και οι επιστημονικές ενδείξεις, μιλούν για πολύ μεγάλα αποθέματα που πιθανώς να προσεγγίζουν και τα 3,5 τρισ. κυβικά μέτρα.

Στην εν λόγω περιοχή, με βάση γεωλογικές έρευνες, υπάρχουν επίσης σημαντικά αποθέματα υδριτών ή αλλιώς παγωμένου φυσικού αερίου, που είναι μόρια μεθανίου εγκλωβισμένα μέσα σε μια κρυσταλλική δομή που μοιάζει με αυτή του πάγου.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ένα κυβικό μέτρο υδρίτη, όταν το φέρεις στην επιφάνεια, γίνεται περίπου εβδομήντα κυβικά μέτρα.

Τα αποθέματα αυτά για την ώρα αποκαλούνται «μη συμβατικά», διότι η εκμετάλλευσή τους προς το παρόν δεν είναι δυνατή, αποκαλούνται όμως «κοιτάσματα της επόμενης εικοσαετίας».

Η περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παγκόσμια πετρελαϊκή βιομηχανία και δημιουργούνται νέες ευκαιρίες αναβάθμισης του ρόλου των εμπλεκόμενων χωρών στον γεωπολιτικό χάρτη (Ισραήλ, Κύπρος, Αίγυπτος, Ελλάδα).

Η Άγκυρα λοιπόν δεν είναι διατεθειμένη να μείνει εκτός της εκμετάλλευσης του ενεργειακού αυτού πλούτου και θα προσπαθήσει μέσω της πάγιας και μακροπρόθεσμης στρατηγικής που εφαρμόζει να αλλάξει το status quo της περιοχής. Από την πλευρά της χώρας μας ο κεντρικός άξονας της στρατηγικής που εφαρμόζεται είναι η αποτροπή οποιασδήποτε στρατιωτικής απειλής, σε συνδυασμό με την πολιτική αποκλιμάκωσης των εντάσεων.

Αυτή η προσπάθεια όμως θα πρέπει απαραίτητα να συνδυασθεί με αναθεώρηση των πρακτικών της υποχωρητικότητας και του κατευνασμού που εφαρμόζονται, αλλά με την επαύξηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και ικανότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων για την υλοποίηση μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής πολιτικής.

Πηγή WorldEnergyNews


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου