Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

9 Νοε 2017


Του Γιώργου Καραμπελιά

Ο ελληνισμός βρίσκεται σε ένα ιστορικό ναδίρ. Πλέον δεν διαθέτει την οικονομική ηγεμονία στην περιοχή, μια ηγεμονία την οποία διατηρούσε μέχρι το 1922, δεν έχει κανέναν πληθυσμιακό δυναμισμό –ο ελληνικός πληθυσμός μειώνεται και το πληθυσμιακό ισοζύγιο, με τον διαχρονικό κακό μας δαίμονα, την Τουρκία, έχει ανατραπεί ριζικά–, δεν διαθέτει προφανώς και την απαραίτητη αμυντική δυνατότητα. Και πριν από όλα, δεν διαθέτει πλέον την αυτοπεποίθηση και την πίστη «στο πεπρωμένο», που στο παρελθόν κινητοποιούσε και εμψύχωνε τους Έλληνες που εμφανίζονται καταπτοημένοι, καταθλιπτικοί, χωρίς κέφι και κουράγιο για δημιουργία και μεγάλες εξορμήσεις.

Εάν παραμείνουμε βυθισμένοι σε αυτή την κατάσταση της καθολικής παρακμής, είναι προφανές πως δεν έχουμε καμία τύχη και δυνατότητα επιβίωσης πέρα από τον 21ο αιώνα, δεδομένης και της γεωπολιτικής μας θέσης, για την οποία τόσες φορές έχουμε μιλήσει. Κατά συνέπεια, είναι η ώρα της αφύπνισης, όπως συχνά υπογραμμίζουμε. Πώς όμως, και επί τη βάσει ποιών δεδομένων, μια τέτοια αφύπνιση θα μπορούσε να αποτελέσει μια ρεαλιστική λύση;

Ό,τι έχει απομείνει στον σύγχρονο ελληνισμό είναι κατ’ εξοχήν η μεγάλη του παράδοση. Μια παράδοση ανεπανάληπτη, που αρχίζει από την ελληνική αρχαιότητα, συνεχίζεται με τον χριστιανισμό –και όχι μόνο την ορθοδοξία– και φθάνει μέχρι τις μέρες μας, με το δημοτικό τραγούδι, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη. Η Ελλάδα αποτελεί πλέον μια μικρή χώρα στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο, αλλά διατηρεί ακόμα τα στοιχεία μιας μεγάλης πολιτισμικής παράδοσης, της πολιτισμικής υπερδύναμης που υπήρξε ο ελληνισμός.

Αυτή η ακόμα υπαρκτή παράδοση είναι το τελευταίο στοιχείο ισχύος, κυριολεκτικά πλανητικών διαστάσεων, που μας έχει απομείνει. Και δεν έχουμε άλλη λύση από την επένδυση σε αυτό το στοιχείο ακριβώς. Η επένδυση στην παιδεία και τον πολιτισμό, η ριζική «επιστροφή» στην παράδοση μας είναι το μόνο υπερόπλο που διαθέτουμε.

Πώς οι Έλληνες κάτοικοι του Ανατολικού Αιγαίου θα αντέξουν στα κύματα των Τούρκων τουριστών και επιχειρηματιών, που σταδιακά κατακλύζουν τα νησιά μας, εάν δεν έχουν μια ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα; Εάν δεν είναι πεισμένοι πως όντως αποτελούν έναν ιδιαίτερο λαό, η επιβίωση και η συνέχεια του οποίου έχει σημασία για τον παγκόσμιο πολιτισμό;

Πώς οι νεώτεροι Έλληνες θα ανθέξουν στην πολιτισμική επίθεση της παγκοσμιοποίησης, αν θεωρούν τα αγγλικά «ανώτερα» από τη γλώσσα τους, αν θεωρούν τη δική τους παράδοση υποδεέστερη, και είναι έτοιμοι να την αντικαταστήσουν με τα άθλια greeklish του διαδικτύου; Και πώς θα μπορέσουν οι Έλληνες, που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό, να διατηρήσουν την ταυτότητά τους εάν δεν έχουν συνείδησή της ιστορικής τους ιδιαιτερότητας;

Πώς θα μπορέσουν οι Κρητικοί να αντέξουν στα ρεύματα του εθνομηδενισμού και της τουριστικής λαίλαπας, που αλλοιώνουν την πατροπαράδοτη ελληνική τους συνείδηση, και η οποία έδωσε έναν Greco, ένα Αρκάδι και έναν Ελευθέριο Βενιζέλο, εάν δεν παραμένουν βαθείς γνώστες και κοινωνοί της παράδοσής τους;

Πώς θα μπορέσει η Ορθοδοξία, ως στοιχείο ταυτότητας του ελληνισμού, να αντιμετωπίσει τα δυτικά δόγματα, έναν κακώς εννοούμενο οικουμενισμό, ακόμα περισσότερο μια πανταχού παρούσα και κυρίαρχη απόρριψη της πνευματικότητας του ανθρώπου, αν οι Έλληνες –και κάποτε και η ίδια η Εκκλησία– δεν κατανοήσουν πως η Ορθοδοξία είναι η πνευματική συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας και πως, χωρίς την Ορθοδοξία δεν νοείται η νεώτερη ελληνική ταυτότητα – ακόμα και για όσους δεν διαθέτουν μεταφυσικές πίστεις και ανησυχίες;

Οι Έλληνες εφοπλιστές αποτελούν το τελευταίο οικονομικό υπόλειμμα του οικουμενικού ελληνισμού και της ελληνικής παράδοσης, που ήταν πάντα, από την αρχαιότητα, μια ναυτική παράδοση. Αν είχαν κρατήσει κάτι από την ιστορική συνείδηση των Κουντουριωταίων ή της Μπουμπουλίνας –που θυσίασαν όλο τον πλούτο τους για την Επανάσταση– και είχαν παρέμβει, στη διάρκεια της κρίσης και μάλιστα στις απαρχές της, με ένα ομολογιακό δάνειο, που θα μπορούσε να κινητοποιήσει και όλο τον απόδημο ελληνισμό, δεν θα είχαν διασώσει την ελληνική οικονομία από τα μνημόνια; Αναμφίβολα!

Αλλά πώς να συμβεί κάτι τέτοιο όταν η κουλτούρα τους απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ελληνική, και όταν η κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κράτους, από την αξέχαστη εποχή Σημίτη, είναι ο εθνομηδενισμός; Και όταν ακόμα και εκείνα τα πνευματικά καθιδρύματα που χρηματοδοτούν, όπως το Ίδρυμα Ωνάση ή το Ίδρυμα Νιάρχου, προωθούν αντίθετα την απομάκρυνση από την ελληνική παράδοση και διευθύνονται από εθνομηδενιστές;

Αν οι Έλληνες ξενοδόχοι είχαν συνείδηση της ταυτότητάς τους, του γένους τους, θα είχαν μεταβάλει τις επιχειρήσεις τους σε μηχανισμούς διάδοσης της ελληνικής κουλτούρας, του ελληνικού πολιτισμού και ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής! Χωρίς μάλιστα να χάνουν τίποτε από τα ευρώ που τόσο λατρεύουν!

Αν οι Έλληνες αρχαιολόγοι αγαπούσαν όλο τον ελληνισμό, στη διαχρονία του, δεν θα αντιπαρέθεταν την αρχαιότητα με το Βυζάντιο και δεν θα κυριαρχούνταν από μηδενιστές που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να θάψουν ακόμα και την Αμφίπολη.

Αν οι Έλληνες φιλόλογοι πονούσαν πραγματικά τη γλώσσα και τον λαό τους, θα είχαν μεταβάλει τις τάξεις των σχολείων τους σε «κρυφά σχολειά», όπου θα δίδασκαν και το πολυτονικό σύστημα γραφής και στοιχεία της καθαρεύουσας, ώστε να μπορούν οι νέες γενιές να διαβάζουν τουλάχιστον τον Παπαδιαμάντη!

Αν οι Έλληνες Πανεπιστημιακοί και οι «Αθάνατοι» της Ακαδημίας είχαν συνείδηση μιας υψηλής αποστολής, θα είχαν χτίσει, κυριολεκτικά με τα χέρια τους, μια μεγάλη σχολή Αριστοτελικών Σπουδών στα Στάγειρα, Πλατωνικών στην Ακαδημία Πλάτωνος, μια Ιατρική Ακαδημία στην Κω, μια Ορθόδοξη Ακαδημία Διεθνούς εμβέλειας στη Θεσσαλονίκη, ένα διεθνές κέντρο Εταιρισμού στα Αμπελάκια.

Αν η Εκκλησία και οι ιεράρχες μας γνώριζαν τι πραγματικά εκπροσωπούν, θα είχαν εμφυσήσει στον κλήρο μας στο σύνολό του ένα πνεύμα αυταπάρνησης και προσφοράς, θα είχαν γεμίσει όλη τη χώρα με πνευματικά ιδρύματα, θα επέμεναν στην ουσία της παράδοσής μας και όχι στους χρυσοποίκιλτους τύπους και θα πρωτοστατούσαν σε όλες τις μεγάλες πνευματικές κινήσεις του γένους.

Αν.. Αν... Αν...

Όλα αυτά, στην πραγματικότητα, είναι πλέον τα μόνα εφικτά, διότι δεν απαιτούν πολλά χρήματα και υπέρογκες επενδύσεις, απαιτούν απλώς (!) μια βαθειά και ριζική αλλαγή προσανατολισμού, απαιτούν μια μεγάλη πολιτιστική «επανάσταση». Μια πολιτιστική επανάσταση που θα προωθήσει την επένδυση στην παιδεία, στον πολιτισμό, στην έρευνα, στην αναβάθμιση της παράδοσης, τη σύνδεσή της με τον σύγχρονο κόσμο.

Πολλοί στις Ελλάδα, σήμερα, «θαυμάζουν» το Ισραήλ και το θεωρούν και ως προνομιακό εταίρο της Ελλάδας στο ταραγμένο γεωπολιτικό μας περιβάλλον. Ο υποφαινόμενος δεν συμπαθεί τη σιωνιστική πολιτική του εξανδραποδισμού των Παλαιστινίων, και πιστεύω εξάλλου πως, σε βάθος χρόνου, Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι θα πρέπει να συμβιώσουν ειρηνικά ενώ δεν είμαι υπέρμαχος και των αποκλειστικών συμμαχιών. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω πως το Ισραήλ κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό να κάνει αυτά που δεν κάναμε εμείς. Ανέστησε μια νεκρή γλώσσα, τα αρχαία εβραϊκά, και την επέβαλε εκ νέου! Ανέπτυξε μια σύγχρονη τεχνολογία, χρησιμοποιώντας την αγροτική παραγωγή και τους εξοπλισμούς, και σήμερα πρωτοπορεί, μαζί με τη Silicon Valley, στα ηλεκτρονικά, την πληροφορική, την αγροτική βιοτεχνολογία. Έχει μεταβάλει την παράδοση του σε αναπόσπαστο στοιχείο της δυτικής κουλτούρας, κ.λπ. κ.λπ. Βεβαίως στηρίχτηκε προνομιακά στη Δύση και τις ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν θα αρκούσε εάν, εξαιτίας του ολοκαυτώματος, δεν ανέπτυσσε μια κουλτούρα επιβίωσης, με κάθε τίμημα, ακόμα και τον εξανδραποδισμό των γηγενών Παλαιστινίων. Μια κουλτούρα που θεωρεί τους Εβραίους τον περιούσιο λαό που πρέπει να διασωθεί με κάθε τίμημα.

Εμείς, από την άλλη πλευρά, παρότι υπήρξαμε μια παγκόσμια οικουμενική δύναμη, γνωρίσαμε έναν σταδιακό εξανδραποδισμό στη διάρκεια πολλών αιώνων. Και παρ’ όλα αυτά όχι μόνο δεν αποκτήσαμε ένα ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης αλλά, αντίθετα, είμαστε διατεθειμένοι να σκορπίσουμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, περιφρονώντας κυριολεκτικά τον εαυτό μας. Τι άλλο σημαίνει άραγε η κυριαρχία του μίσους ενάντια στο έθνος που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο κομμάτι των ελίτ και της νεολαίας μας;

Άραγε, την ύστατη στιγμή, στηριζόμενοι σε αυτή την ασύγκριτη ιστορική παράδοση θα δειχτούμε ικανοί για τη «μεγάλη επιστροφή»; Είναι στο χέρι μας.

* O κ. Γιώργος Καραμπελιάς είναι επικεφαλής του «Κινήματος Άρδην»
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



5 Οκτ 2017

Σωτηρία, ψηφιδωτό πρώιμης βυζαντινής περιόδου (5ος αι.), Αντιόχεια

Του Γιώργου Καραμπελιά

Το γεγονός της πλήρους αφωνίας των Ελλήνων, που διαπιστώνεται κατ’ εξοχήν τον τελευταίο χρόνο και ιδιαίτερα αυτό το καλοκαίρι, δεν είναι απλώς συνέπεια του οικονομικού και πολιτικού αδιεξόδου το οποίο βιώνουν οι περισσότεροι Έλληνες, αλλά κάτι ακόμα χειρότερο: Η συνειδητοποίηση πως η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην «κατηγορία» που της «αρμόζει» και, επομένως, σηματοδοτεί μια αποδοχή αυτής της νέας πραγματικότητας.
Μέχρι το 2015 και το περιβόητο δημοψήφισμα, οι Έλληνες πίστευαν ότι είναι δυνατό, έστω με κάποιες μαγικές λύσεις, να ξανακερδίσουν τον χαμένο «παράδεισο» της παρελθούσης ευημερίας. Εξ ου και οι Αγανακτισμένοι και οι αντιμνημονιακές κορώνες, η εκλογή των αντιμνημονιακών κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία, με έσχατη έκφραση το ΟΧΙ στο περιβόητο δημοψήφισμα Έκτοτε, και όσο εδραιώνεται η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, οι αντιδράσεις αντί να εντείνονται, γίνονται όλο και πιο ασθενικές.

Και όμως, ποια είναι αυτή η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα; Είναι η οριστική καταβαράθρωση του παραγωγικού χαρακτήρα της χώρας και η επικέντρωση της οικονομίας στον τουρισμό, η φτωχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των μεσαίων στρωμάτων, που ξημεροβραδιάζονται στις ουρές για τις ρυθμίσεις των δόσεων, και ενίοτε των συσσιτίων, η γενικευμένη φυγή της νεολαίας των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, η εξαφάνιση των εργασιακών δικαιωμάτων και η γενικευμένη επιβολή της ελαστικής εργασίας, η θηριώδης ανεργία, η εξαθλίωση των πόλεων, των νοσοκομείων και της καθημερινής ζωής, η υποβάθμιση μέχρις γελοιοποιήσεως της πολιτιστικής ζωής, το κλείσιμο των εφημερίδων, η μεταβολή της τηλεόρασης σε ένα απέραντο διαφημισάδικο, η μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων σε ανθρωποφαγικές –γενικότερα, η παρακμή.

Και σε ό,τι αφορά στην εθνική κυριαρχία της χώρας, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, η εξαγορά των πιο κερδοφόρων τμημάτων της οικονομίας και του δημόσιου τομέα από τις ξένες κρατικές και πολυεθνικές επιχειρήσεις, πριν απ’ όλα τις γερμανικές, η συστηματική εξαγορά χιλιάδων κατοικιών στις παραθεριστικές περιοχές από ξένους, το μοίρασμα των επιρροών ανάμεσα σε Ρώσους (και Σαββίδη) στον βορρά, σε Τούρκους στα ανατολικά και τη Θεσσαλονίκη, σε Ισραηλίτες στη Θεσσαλονίκη, την Κρήτη και το νοτιοανατολικό Αιγαίο, σε Κινέζους στα λιμάνια, σε Γάλλους στο νερό, στους υδρογονάνθρακες, στις τράπεζες και σε οπλικά συστήματα, στους Γερμανούς… στα πάντα –δεκατέσσερα αεροδρόμια, ΟΤΕ, λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ΔΕΗ, για την οποία προετοιμάζεται, ξενοδοχειακές μονάδες και πάνω απ’ όλα η απόλυτη επικυριαρχία στα δημοσιονομικά.
Τέλος, οι Αμερικανοί στις τράπεζες, τα κόκκινα δάνεια και προφανώς… στη Σούδα. Και αν σκάψουμε πιο πέρα, τα πράγματα είναι εξίσου απογοητευτικά. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου κατέχονται πλέον από πρόσφυγες, μετανάστες, ΜΚΟ και Τούρκους τουρίστες. Εκείνα του Ιονίου από τους Ιταλούς, και όλοι οι μεγάλοι τουριστικοί προορισμοί από μια πανσπερμία Δυτικών και Ανατολικών, οι οποίοι σταδιακώς εκδιώκουν τους φτωχοποιημένους Έλληνες, μέσα από μια άνευ προηγουμένου άνοδο του κόστους.

Όσο για τη διεθνή θέση της χώρας, η υποβάθμισή της είναι τόσο δραματική, ώστε λειτουργεί μόνον ως γεωπολιτικό οικόπεδο το οποίο –ευτυχώς ακόμα– εξακολουθεί να ανήκει, τουλάχιστον τυπικά, στους Έλληνες. Η Ελλάδα αποδέχεται στην πραγματικότητα τη σταδιακή τουρκοποίηση της Κύπρου και αντιδρά μόνον κατόπιν υποκινήσεως άλλων δυνάμεων, όπως του Ισραήλ, ή μερικών ευρωπαϊκών χωρών –βλ. Γαλλία– που δεν επιθυμούν την παραχώρηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία.

Το καινούργιο λοιπόν στοιχείο είναι πως, πλέον, αυτή η πραγματικότητα έχει γίνει αποδεκτή από τους περισσότερους και όσοι δεν μπορούν να την ανεχτούν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δραπετεύουν είτε στο εξωτερικό είτε σε μια εσωτερική εξορία, στο χωριό τους, στις παρέες τους, στην προσκόλληση στην ορθοδοξία και στη λαϊκή παράδοση (έξαρση των παραδοσιακών χωρών, μουσικής κ.λπ.) ή σε στοιχειώδεις μορφές αλληλεγγύης γύρω από την Εκκλησία ή κάποιες, ελάχιστες πλέον, κινήσεις πολιτών. Σε ό,τι αφορά δε στη συνολική κοινωνική και πολιτική αμφισβήτηση, έχουν πάψει πλέον να πιστεύουν πραγματικά σε κάποια δυνατότητα ουσιαστικής αλλαγής και βυθίζονται στην απόσυρση, την απολιτικοποίηση, την ακραία ατομικοποίηση – ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Επομένως, μία οποιαδήποτε πολιτική πρόταση και στρατηγική είναι υποχρεωμένη να ξεκινάει, κατ’ εξοχήν, από αυτή την παγιωμένη πλέον, υλικά και ιδεολογικά, πραγματικότητα. Η Ελλάδα έχει αλλάξει κατηγορία, αποτελεί μια εσωτερική αποικία στα πλαίσια της Ευρώπης και με βάση αυτή τη διαπίστωση θα πρέπει να κινηθούμε στο εξής, αν θέλουμε να επιτύχουμε μια οποιαδήποτε αναστροφή αυτών των δεδομένων.

Πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να εκκινήσουμε από εκείνα τα στοιχεία στα οποία παραμένει ακόμα σχετικά ισχυρός ο ελληνισμός. Και αυτά είναι πριν απ’ όλα η ισχύς του πολιτισμικού αποθέματός μας, καθώς και η εκμετάλλευση εκείνων των οικονομικών τομέων όπου εξακολουθούμε ακόμα να διαθέτουμε κάποιο πλεονέκτημα.
Ως προς το πρώτο, το οποίο τείνουμε με έναν βλακώδη επαρχιωτισμό και ξενομανία να υποτιμούμε, είναι ίσως ακόμα, μαζί με τη γεωπολιτική μας θέση, ένα από τα ελάχιστα βαρύνοντα στοιχεία στη διεθνή εικόνα της χώρας. Δηλαδή, ευτυχώς που υπάρχει ακόμα η Πνύκα, η Ακρόπολη, ο Αριστοτέλης και ο Μ. Αλέξανδρος, για να υποκαθιστούν και να υπερκαλύπτουν γελοίες φιγούρες τύπου ΓΑΠ, Τσίπρα, και… Καρανίκα.
Ευτυχώς που υπάρχει ακόμα ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Μάξιμος Ομολογητής και ο Κοσμάς Αιτωλός, τα Μετέωρα και το Άγιον Όρος, για να σκεπάζουν –για πόσο άραγε;– ένα τουρκοποιημένο και ανήμπορο πατριαρχείο.
Ευτυχώς, υπάρχει ακόμα ο Διονύσιος Σολωμός, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Γιώργος Σεφέρης ο Παπαϊωάννου, ο Καστοριάδης, ο Κονδύλης, για να θυμίζουν την ελληνική πνευματική παραγωγή στο εξωτερικό. Πάνω σε αυτά και μόνο στηριζόμαστε ακόμα για να υπάρχουμε ως έθνος, αξιοπρόσεκτο στην παγκόσμια κονίστρα.
Και όμως, την ίδια στιγμή, αυτή τη μεγάλη παράδοση, που θα έπρεπε να προσελκύει και το κέντρο βάρους των επενδύσεων της χώρας, ώστε να αλλάξει ριζικά και τον εθνοκτόνο χαρακτήρα του σημερινού τουρισμού, τη διαφεντεύουν Κονιόρδου, Μπαλτάδες, Γαβρόγλου, Κουντουρά και άλλοι ναρκισσευόμενοι Ζουράρηδες.

Είναι σύνηθες να μιλάμε μόνο για τον πρωτογενή τομέα, που βεβαίως πρέπει να αναβαθμιστεί αλλά αποτελεί το 4% του ΑΕΠ και μόνο και δεν αρκεί. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στη δυνατότητα να μεταβληθεί ακόμα και το τουριστικό μοντέλο, που κυριαρχείται από το μυκονιάτικο παραλήρημα, σε ισχυρό μοχλό ενίσχυσης και του πολιτισμού και της παραγωγής μας – αρκεί να σκεφτεί κανείς πως τα ελληνικά ξενοδοχεία καταναλώνουν μόνο κατά 14% εγχώρια προϊόντα έναντι 75% των ιταλικών!
Έχουμε πολλές φορές αναφερθεί στην τεράστια σημασία του αμυντικού τομέα και του ρόλου του στη βιομηχανική ανασυγκρότηση της χώρας, την ώρα που κλείνει και η ΕΛΒΟ.

Ο τελευταίος και σημαντικός τομέας της παραγωγής –όπου οι Έλληνες πρωταγωνιστούν διεθνώς, αρδεύοντας όμως ξένα χωράφια–, που θα μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα της χώρας, ακόμα και σήμερα, είναι η ναυτιλία. Μόνο και μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό των ναυπηγοεπισκευαστικών αναγκών της να μεταφερόταν στη χώρα, θα προκαλούσε μία κυριολεκτική έκρηξη της παραγωγής στη μηχανολογία, τη μηχανουργία, τις σιδηροκατασκευές, τις ηλεκτρονικές κατασκευές, για μην αναφερθούμε σε ναυτιλιακό πανεπιστήμιο, ακαδημίες, συνέδρια. Και αυτό, το διαφεντεύει ο Σταθάκης με τον Κουρουμπλή!

Έχουμε λοιπόν κατεβεί κατηγορία και κινδυνεύουμε να εξαφανιστούμε κυριολεκτικώς μέσα από τη δημογραφική συρρίκνωση, τη μετανάστευση, την είσοδο ξένων πολιτισμικά λαών, μιας και αποτελούμε το σύνορο Ευρώπης-Ανατολής.

Και όμως, έστω και στο έσχατο σημείο της παρακμής, η κατάρρευση ενός μοντέλου και η συνειδητοποίησή της θα μπορούσε να είναι και μια ευκαιρία. Η τελευταία –κυριολεκτικώς– του έθνους μας.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



5 Μαΐ 2017


Του Γιώργου Καραμπελιά

Αν αυτή η κυβέρνηση των ανικάνων και των ενδοτικών διακρίνεται σε κάτι, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τους αντιπάλους της, είναι στην τεράστια ικανότητα που έχει για πολιτικές συνωμοσίες και ίντριγκες, με μοναδικό στόχο τη διαιώνιση της παραμονής στην εξουσία.

Αυτή τους η ικανότητα διεφάνη από παλιά, όταν κατόρθωσαν να στρέψουν το κίνημα των Αγανακτισμένων χρησιμοποιώντας και διάφορους μωροφιλόδοξους σωτήρες του λαού προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της κομματικής τους απήχησης – έτσι ώστε στις διπλές εκλογές του 2002 να αναδειχθούν σε αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό ήταν το πρώτο καθοριστικό βήμα. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν αριστοτεχνικά τις αντιθέσεις στο εσωτερικό των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, καθώς και το φαταουλισμό των μεγάλων συμφερόντων και των ψευδο-ολιγαρχών της χώρας για να εδραιωθούν ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Καλλιέργησαν επιτήδεια τις αντιθέσεις στο εσωτερικό τη Ν.Δ. και προσεταιρίστηκαν εν τέλει ένα μεγάλο μέρος της μέσω της επαφής τους με τον Καραμανλή, τον Αβραμόπουλο, τον Παυλόπουλο, τον Παπαγγελόπουλο, ανώτατους δικαστικούς κ.λπ. Στην ίδια κατεύθυνση χρησιμοποίησαν σε μεγάλη έκταση και τον Καμμένο και το κόμμα του.

Παράλληλα, και σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα χρησιμοποίησαν το εν αποσυνθέσει ΠΑΣΟΚ με τον Λαλιώτη, τον Λιβάνη και τα χιλιάδες στελέχη που είτε προσεταιρίστηκαν και προσέτρεξαν στον Σύριζα (Σπίρτζης, Κουρουμπλής, Κοτσακάς, κ.λπ.) είτε τα άφησαν ως δούρειο ίππο στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, για να δημιουργούν ισχυρούς διαύλους επικοινωνίας μαζί τους.

Παράλληλα, προσέγγισαν όλα τα μεγάλα συμφέροντα και τους δημοσιογράφους, πείθοντάς τους ότι θα τους εξυπηρετήσουν καλύτερα από τους προηγούμενους ή ότι εν τέλει αποτελούν την καλύτερη δικλείδα ασφαλείας για να ελεγχθεί το λαϊκό σώμα που βρισκόταν σε αναβρασμό. Κοντομηνάς, Βαρδινογιάννης, Κυριακού και Παπαδάκης, Οικονομέας και προπαντός Ψυχάρης και Μπόμπολας, για να μην αναφέρουμε την Γιάννα Αγγελοπούλου και άλλες «τίγρισσες του Κολωνακίου», προσχώρησαν σταδιακώς στη λογική της στήριξης του Σύριζα. Βεβαίως όλα αυτά με την ισχυρή επίνευση των υπερατλαντικών συμμάχων, κατ’ εξοχήν του δημοκρατικού κόμματος με τον Όλιβερ Στόουν, τον Γκαλμπραίηθ, τον Τζόζεφ Στίγκλιτς και προπαντός τον Τζορτζ Σόρος, με διαμέσους διάφορους Γιάνηδες –με ένα νι και ενός κοκκόρου γνώση– και άλλα κοσμικά παράσιτα.

Με τέτοιες συμμαχίες και έχοντας απέναντι τους αντιπάλους που διέπρατταν το ένα σφάλμα πάνω στ’ άλλο, (κυρίως το κλείσιμο της ΕΡΤ και την προσπάθεια προσεταιρισμού της Χρυσής Αυγής μέσω Μπαλτάκου), – συνεπικουρούντος και του... υψηλού αισθητήριου του ελληνικού λαού, που δεν αναγνώριζε την προφανή ψευτιά και απάτη του κορδακευόμενου νεανία, κατόρθωσαν εν τέλει να διεισδύσουν στα άδυτα της εξουσίας. Και από εκεί άντε βγάλτους.

Προτίμησαν να ολοκληρώσουν την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, να κλείσουν τις τράπεζες, να ξεπουλήσουν τη δημόσια περιουσία, αρκεί να μείνουν αγκιστρωμένοι στην εξουσία. Τις μεγάλες ικανότητές τους σ’ αυτό το πεδίο της επέδειξαν προπαντός με το Δημοψήφισμα και τις εκλογές που ακολούθησαν. Αφού περιέπαιξαν στον έσχατο βαθμό ένα λαό που θεωρούσε πως έκανε εκ του ασφαλούς αντίσταση, κατόρθωσαν εν συνεχεία να πάρουν την ψήφο του και να εκλεγούν εκ νέου. Διότι, διέβλεψαν και ορθά, πως το «όχι» του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα δεν αποτελούσε μια αυθεντική θέληση ρήξης, τουλάχιστον για την πλειοψηφία των ψηφοφόρων, αλλά απλώς ένα διαπραγματευτικό χαρτί. Οι Έλληνες δεν επιθυμούσαν στην πραγματικότητα ρήξη με την Ε.Ε., απλά κορόιδευαν... τον ίδιο τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και στη συνέχεια τον Τσίπρα επανεξέλεξαν και έστειλαν τον Λαφαζάνη και τη Ζωή εκτός Βουλής.

Οι πολιτικάντες του Σύριζα, γνώριζαν πολύ καλά αυτή την αρνητική παράμετρο του ελληνικού χαρακτήρα, τη διαμορφωμένη σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Την προβολή δήθεν ακραίων συνθημάτων (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο) για να κερδίσουμε απλώς κάποιους πόντους στη διαπραγμάτευση. Αυτό το υπέρτατο πασοκικό μάθημα, το γνώριζε καλύτερα απ’ όλους μια παράταξη που –ιδιαίτερα όσον αφορά το ΚΚΕεσωτ. και τον Συνασπισμό–, είχε κατορθώσει να επιβιώσει επί δεκαετίες παίζοντας πάνω σε τέτοιες αμφιλεγόμενες πραγματικότητες. Και να τη σήμερα λοιπόν σε νέες περιπέτειες και κατορθώματα.

Γνωρίζουν πολύ καλά πως για να κρατηθούν στην εξουσία θα πρέπει να δειχθούν απολύτως ενδοτικοί στις απαιτήσεις και τις πιέσεις των ξένων. Πράξη πρώτη λοιπόν, τα παραχωρούν όλα, με δήθεν αντιρρήσεις, ώστε να έχουν μαζί τους τον Σόιμπλε και το ΔΝΤ, που προτιμούν αυτούς παρά οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση.

Δεύτερο, στο παζάρι με τον Σόιμπλε και τους δανειστές ένα και μόνο αίτημα προέβαλαν. Τα νέα μέτρα να εφαρμοστούν όταν οι ίδιοι θα έχουν αποχωρήσει από την εξουσία έτσι ώστε να αναλάβει να τα εφαρμόσει η επόμενη κυβέρνηση, δηλαδή ο Μητσοτάκης! Και εν τέλει ο Σόιμπλε και η παρέα του τους «έκαναν την χάρη», μια και ως αντάλλαγμα πήραν ολόκληρη την ελληνική οικονομία! Έτσι υπολογίζουν πως η επόμενη κυβέρνηση θα βρεθεί σε αδυναμία να επιβιώσει επί μακρόν, και δεδομένης της προεδρικής εκλογής του 2020 να προκαλέσουν την πτώση της, και ει δυνατόν να επανέλθουν στην εξουσία.

Για κάτι τέτοιο όμως υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις. Η πρώτη και κυριότερη, ό,τι στο χώρο της λεγόμενης κεντροαριστεράς δεν θα υπάρχει κάποιο κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου για να συνεργαστεί με τη Ν.Δ., αλλά ένα ΠΑΣΟΚ φιλικό προς τον Σύριζα το οποίο δεν θα επιτρέψει στη Ν.Δ. να διαθέτει πλειοψηφία των 2/3 ώστε να αλλάξει τον εκλογικό νόμο, ή εκατόν ογδόντα βουλευτές για να εκλέξει νέο πρόεδρο! Ο Σύριζα χρειάζεται ένα ΠΑΣΟΚ που να αποτελεί παραπληρωματική δύναμη στον ίδιο. Γι’ αυτό, και οι στενές σχέσεις με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και η διατήρηση «υποβρυχίων» στο ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό και η εκδήλωση τέτοιων αντιθέσεων στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και η στοχοποίηση των «αντισυριζαίων». Απέναντι σ’ αυτή τη στρατηγική, ο Βενιζέλος, ο Θεοδωράκης, η Διαμαντοπούλου και προπαντός ο Σημίτης, προσπαθούν να συγκροτήσουν ένα διαφορετικό πόλο στο χώρο της κεντροαριστεράς, που να μπορεί να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία, πράγμα όμως εξαιρετικά δύσκολο εξαιτίας και των αδυναμιών τους και της έλλειψης αναγνωρισμένου από όλους ηγέτη του εγχειρήματος.

Η δεύτερη, επίσης σημαντική προϋπόθεση, είναι ο έλεγχος των ΜΜΕ ώστε να ποδηγετούν τη λαϊκή βούληση. Και κάνουν ότι μπορούν. Μετά το φιάσκο Καλογρίτσα των τηλεοπτικών σταθμών επανέρχονται πλησίστιοι, με νέες προσπάθειες έλεγχου καναλιών και εφημερίδων. Και όλα τα μέσα είναι θεμιτά: από ανενδοίαστους ολιγάρχες και μπατιρημένους ψευδοβαρώνους του Τύπου μέχρι τη χρησιμοποίηση, με το αζημίωτο, αναρίθμητων ποντικών της δημοσιογραφίας ακόμα και στα μικρότερα κανάλια ή φυλλάδες και σάϊτ.

Έτσι λοιπόν, την ώρα που οι Έλληνες στενάζουν κάτω από τη φορολογία και οι νέοι εγκαταλείπουν την χώρα όλο και πιο μαζικά, με το μόνο ζήτημα που ασχολούνται οι κυβερνώντες είναι με ποια νέα ίντριγκα και με ποια νέα κομπίνα θα κρατηθούν στην εξουσία. Και ας πάει και το παλιάμπελο, δηλαδή η χώρα, η οικονομία, ο λαός. Όπως πολύ προσφυώς υποστηρίζουν κάποιοι, εάν έστω και ένα μέρος από την ενεργητικότητα και εφευρετικότητα την οποία επιδεικνύουν για να στήνουν μηχανεύματα και μηχανισμούς που θα τους επιτρέψουν να διατηρήσουν την εξουσία και να εξαπατήσουν τον λαό και τους αντιπάλους τους, το διέθεταν για να προωθήσουν έστω και ελάχιστα θετικά πράγματα στην κοινωνία, κάτι θα μπορούσαν να έχουν κάνει. Όμως αυτοί μοιραίοι συνωμότες και αέναοι ιντριγκαδόροι ένα και μόνο μέλημα έχουν, την καρέκλα.

* Ο Γ. Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και επικεφαλής του Κινήματος Άρδην
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

17 Μαρ 2017


Σκίτσο του Αρκά
Του Γιώργου Καραμπελιά
Με προσχήματα, όλο και πιο γελοία, η κυβέρνηση συνεχίζει μια αέναη δήθεν «διαπραγμάτευση», παρότι είναι πασίγνωστο ότι στην πραγματικότητα έχει αποδεχθεί τις βασικές θέσεις των δανειστών και του ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, η οικονομία της χώρας βουλιάζει, οι καταθέσεις συνεχίζουν να καταρρέουν, το ΑΕΠ συρρικνώνεται, η ανεργία μεγαλώνει, τα μαγαζιά κλείνουν, οι τράπεζες καταφεύγουν και πάλι στον ELA και προφανώς, θα καταρρεύσει σύντομα το ασφαλιστικό σύστημα.
Παρ’ όλα ταύτα, και ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν σοβαρές αντιθέσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ –είναι όλοι τους έτοιμοι να υπογράψουν τα πάντα για να διαιωνίσουν την παραμονή τους στην εξουσία–, η κυβέρνηση συνεχίζει το αιώνιο παιγνίδι που ακολουθεί εδώ και δύο χρόνια: μια ατέρμονη διαπραγμάτευση που οδηγεί σε νέα μέτρα, σε νέα μνημόνια, σε νέες επιβαρύνσεις.
Επί δύο χρόνια, με βάση αυτό το επαναλαμβανόμενο in perpetuum μοντέλο, κατέστρεψαν ολοκληρωτικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, φόρτωσαν δεκάδες δισεκατομμύρια νέων χρεών, ξαναβύθισαν την ελληνική οικονομία στην ύφεση, και  συνεχίζουν απτόητοι.
Οι ελληνικές «αστικές» ελίτ, στην τύφλωσή τους, πιστεύουν, ή κάνουν πως πιστεύουν, ότι  αυτή η πρακτική οφείλεται απλά και μόνον στην ανικανότητα ή την ιδεοληψία των κυβερνώντων. Και παίρνουν τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα. Διότι, αν δούμε τη συνολική πορεία της κυβέρνησης –κατ΄εξοχήν τους τελευταίους μήνες–, αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με την υπαρκτή ανικανότητα ή με την ιδεοληψία αποκλειστικά. Θα πρέπει να ψάξουμε και άλλες, βαθύτερες αιτίες.
Δύο είναι οι πιθανές ερμηνείες ή ένας συνδυασμός και των δύο.
Κατά αρχάς, το βασικό κίνητρο που τους κινεί είναι ένα και μοναδικό, η διατήρηση της εξουσίας, χωρίς κανένα ιδεολογικό πρόσχημα. Όσο λοιπόν διαιωνίζουν την εμπλοκή της χώρας στα μνημόνια και τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις, διασφαλίζουν την υποστήριξη των δανειστών και αποδυναμώνουν ταυτόχρονα την αντιπολίτευση ή τις οποιεσδήποτε λαϊκές αντιδράσεις. Ο Σόιμπλε και το ΔΝΤ προτιμούν προφανώς να ολοκληρώσουν την εξαγορά ολόκληρης της ελληνικής οικονομίας και την επιβολή δρακόντειων μέτρων, με μια «αριστερή» κυβέρνηση στην εξουσία. Μια τέτοια κυβέρνηση αποδυναμώνει οποιαδήποτε λαϊκή ή άλλη αντιπολίτευση, και ταυτόχρονα είναι έτοιμη να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση για να διασφαλίσει την επιβίωσή της.
Είναι χαρακτηριστικές οι εκμυστηρεύσεις του Σόιμπλε στον Βαρουφάκη πως οι Γερμανοί ήθελαν να ρίξουν την κυβέρνηση Σαμαρά ήδη από το καλοκαίρι του 2014 και να φέρουν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Και όχι μόνον για να γονατίσουν το ελληνικό αντιμνημονιακό κίνημα, όπως και έκαναν, αλλά και να καταστρέψουν την πιθανότητα ενός ντόμινου ανατροπών που θα ξεκινούσε από την Ισπανία και τους Ποδέμος. Και το πέτυχαν. Το αντιπαράδειγμα ΣΥΡΙΖΑ πριόνισε καθοριστικά τη δυναμική των Ποδέμος και άλλων αντιστοίχων κινημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μέσω του Τσίπρα, το ευρωπαϊκό διευθυντήριο αποδυνάμωσε την αμφισβήτηση της γερμανικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη. Συμπέρασμα, ο Σόιμπλε και η Λαγκάρντ προτιμούν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον.
Μια κεντροδεξιά κυβέρνηση θα ήταν αδύνατο να εφαρμόσει, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, όλα όσα κατόρθωσαν να περάσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ – ανάμεσά τους το περιβόητο υπερταμείο, το οποίο για χρόνια επεδίωκε ο Σόιμπλε. Ένα εξίσου αποφασιστικό στοιχείο είναι η εξάντληση του αντιστασιακού φρονήματος των Ελλήνων, οι οποίοι πλέον έχουν βυθιστεί σε κατάθλιψη, συνδυασμένη με γενικευμένη απάθεια. Δεν πιστεύουν  πλέον πως υπάρχει καμία δυνατότητα αντίστασης και αναζητούν αποκλειστικά ατομικές διεξόδους – φυγή στο εξωτερικό ή καταφυγή στη μαύρη οικονομία για να επιβιώσουν όπως-όπως.
Ο αυτοκτονικός μετεωρισμός των Ελλήνων συνεχίζεται αδιάλειπτα όσο παρατείνεται η αβεβαιότητα, από μέρα σε μέρα, από βδομάδα σε βδομάδα, από μήνα σε μήνα, από χρόνο σε χρόνο.
Κατά συνέπεια, η συμμορία του Μαξίμου, αδιαφορώντας παντελώς για την τύχη της χώρας, έχει συμφέρον να διαιωνίζεται η αέναη διαπραγμάτευση γιατί έτσι παραμένει στην εξουσία. Εξάλλου, με αυτόν τον τρόπο αποδυναμώνει και την αντιπολίτευση, κατ΄εξοχήν τη Ν.Δ., που παίρνει μηνύματα –από εγχώριους ολιγάρχες, από τους Γερμανούς και τους Αμερικανούς, αλλά και από ένα τμήμα της ίδιας της ΝΔ όπως διεφάνη με τον Μεϊμαράκη– να συνεχίσει να  «περιμένει».
Γνωρίζουν πολύ καλά ότι, αν αντίθετα κλείσουν την αξιολόγηση, οι Έλληνες, που τους ανέχονται καθώς παρατείνεται η αγωνία των διαπραγματεύσεων, θα αρχίσουν να διεκδικούν την άμεση αποχώρησή τους. Εξάλλου, ήδη τους απεχθάνονται, κάθε ημέρα και περισσότερο, όπως καταδεικνύουν και όλες οι δημοσκοπήσεις και, παραδόξως, η «επιτυχία» της κυβέρνησης θα σημάνει και την αρχή του τέλους. Το τέλος της εκκρεμότητας σηματοδοτεί και το τέλος της ανοχής.
Παράλληλα, δεν θα είναι πλέον χρήσιμοι ούτε στον Σόιμπλε, ούτε στον… Βαρδινογιάννη. Γνωρίζουν πολύ καλά πως, στις επόμενες εκλογές, οποτεδήποτε συντελεστούν, θα καταποντιστούν, επομένως, θα πρέπει να παρατείνουν τη θητεία τους, έτσι ώστε να ενισχύσουν την παρουσία τους στο κράτος, στους θεσμούς και τα ΜΜΕ. Εξάλλου, στον μόνο τομέα που αποδεικνύονται αποτελεσματικοί είναι στους διορισμούς ημετέρων και στις λυσσαλέες προσπάθειες ελέγχου των ΜΜΕ, παρά το φιάσκο των τηλεοπτικών αδειών. Αρκεί να δούμε τη μεθοδευμένη καταστροφή του ΔΟΛ και του Ψυχάρη, την έκδοση νέων ελεγχόμενων εφημερίδων, τη διείσδυση στους μεγάλους και, πολύ περισσότερο, στους μικρούς τηλεοπτικούς σταθμούς, τον έλεγχο ακόμα και νεοδημοκρατών –«συναινετικών» με το αζημίωτο– δημοσιογράφων.
Αυτή είναι η πρώτη και βασική εκδοχή. Υπάρχει όμως και μία δεύτερη, με την οποία εξ αρχής έπαιζε η κυβέρνηση Συριζανέλ. Εάν θα ήταν δυνατή η παραμονή στην εξουσία μέσω μιας εξόδου από την ευρωζώνη (και χωρίς κίνδυνο ειδικών δικαστηρίων), δεν θα είχαν καμία αντίρρηση. Είναι ολοφάνερο, από την πολιτική που ακολουθούν από την αρχή της κυβερνητικής τους παρουσίας. Με τον Βαρουφάκη, τον Λαφαζάνη και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου –και όχι μόνον– να πλειοδοτούν υπέρ του Grexit, έπαιζαν και στα δύο ταμπλό μέχρι το καλοκαίρι του 2015, και μόνο όταν απεδείχθη ότι δεν βρήκαν κανένα στήριγμα, ούτε στους Αμερικανούς ούτε στους Ρώσους, υποχρεώθηκαν να ανακρούσουν πρύμνα μετά το δημοψήφισμα.
Στην πραγματικότητα όμως, ποτέ δεν εγκατέλειψαν και αυτή την επιλογή. Καθώς διαιωνίζεται το οικονομικό αδιέξοδο, ξαναδυναμώνει η αίσθηση των Ελλήνων ότι δεν υπάρχει καμία σωτηρία στην ευρωζώνη και θα πρέπει ίσως να εγκαταλείψουμε το ευρώ.  Αυτή την αίσθηση την σιγοντάρει και ο Σόιμπλε – σταθερός θιασώτης του grexit από το 2010, επιθυμία που εξηγεί εν πολλοίς την προβοκατόρικα ανθελληνική του συμπεριφορά.  Παράλληλα, είναι πασίγνωστο πως ένα τμήμα του εφοπλιστικού κεφαλαίου, τουλάχιστον, και της «λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης» επιδιώκει την αποδέσμευση από την ευρωζώνη και προωθεί την επιστροφή στη δραχμή. Έχει γραφτεί ανοικτά, χωρίς να διαψευσθεί, πως ο Βαρδινογιάννης, π.χ., ενισχύει αυτή την εκδοχή, ενώ το συγκρότημα Κουρή και οι γνωστές και άδηλες παραφυάδες του, σε άλλα, δήθεν ανεξάρτητα, δημοσιογραφικά συγκροτήματα, παραμένουν σταθερά θιασώτες της «δραχμούλας». Για να αγοράσουν οι ολιγάρχες ό,τι έχει απομείνει. Και ας καταστραφούν εντελώς οι Έλληνες πολίτες με την υποτίμηση και το εμπάργκο που θα ακολουθήσει. Μετά την άνοδο του Τραμπ, έρχεται να προστεθεί ένας ακόμα παράγοντας, η ανοικτή θέληση των Αμερικανών για διάλυση της ευρωζώνης.
Η κυβέρνηση Τσίπρα, που μια πιθανή αποσύνθεση της ΕΕ θα της έδινε ίσως μια πιθανότητα να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία και να αποφύγει και την αναπόφευκτη κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις επόμενες εκλογές, θα «βολευόταν» και σήμερα με μία τέτοια εκδοχή. Εξ ου και τα φληναφήματα του Ξυδάκη περί δραχμής και οι ασταμάτητοι αγώνες του αγωνιστή Τράγκα.
Δυοίν θάτερον, λοιπόν. Είτε διαιώνιση της διαπραγμάτευσης, γιατί αυτή επιτρέπει την διατήρηση στην εξουσία και την οικοδόμηση ενός κομματικού στρατού στο κράτος και τα ΜΜΕ, είτε εξώθηση ακόμα και σε Grexit, αν χρειαστεί. Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα καμία άλλη ερμηνεία γι’ αυτό το θανατερό σύρσιμο, ενώ δεν αποκλείεται καθόλου ένας συνδυασμός αυτών των δύο εκδοχών. Και διαιωνίζουμε τη διαπραγμάτευση, για να μένουμε στην εξουσία, και στο τέλος του δρόμου πιθανώς να καταλήξουμε σε ένα Grexit με κάποιο νέο «αγωνιστικό δημοψήφισμα», το καλοκαίρι του 2017.
Όλα τα άλλα, περί εσωτερικών αντιθέσεων στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι παραμύθια για μικρά παιδιά ή για την πλέον ανίκανη και τυφλή ελίτ, την ελληνική. Διότι όσοι Συριζαίοι είχαν πράγματι ιδεοληψίες και αυταπάτες εξήλθαν από το κόμμα τον Αύγουστο του 2015 και άφησαν έκτοτε τον Τσίπρα αποκλειστικά με τους καριερίστες και τους διψασμένους για εξουσία «άγνωστους και από τον θυρωρό τους». Αυτοί, τις μόνες διαφοροποιήσεις που μπορούν να έχουν μεταξύ τους είναι για τους διορισμούς των δικών τους παιδιών και τίποτε άλλο.
Η φάβα έχει όντως «μεγάλο λάκκο» και το αίτημα της απομάκρυνσης  αυτών των ερίφηδων από την εξουσία δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια του ελεγχόμενου από τους ολιγάρχες και τις ξένες πρεσβείες Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτός, ναι μεν επαναλαμβάνει διαρκώς την ανάγκη εκλογών για να φύγει η κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να οικοδομήσει κανένα λαϊκό κίνημα κατακραυγής.
Ούτε η Αριστερά, εκτός ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να κάνει κάτι ανάλογο – διότι ένας μεγάλος αριθμός από τα στελέχη και τα μέλη του εξακολουθούν να σιτίζονται στο κυβερνητικό πρυτανείο (κατ΄ εξοχήν στις ΜΚΟ, στις υπηρεσίες για τους πρόσφυγες, στα υπουργεία, τους δήμους και τις περιφέρειες). Εξάλλου, σύσσωμη συνεχίζει να προβάλλει τον μπαμπούλα του «νεοφιλελεύθερου  Μητσοτάκη» και έτσι, στην πραγματικότητα, ρίχνει νερό στον μύλο του ΣΥΡΙΖΑ – παρά τις όποιες αντιθέσεις, το αίμα νερό δεν γίνεται.
Είναι ανάγκη λοιπόν, να αρχίσει  η ελληνική κοινωνία να συνειδητοποιεί το τί διακυβεύεται και να βγει από την ολέθρια νάρκη της, που προοιωνίζεται τις χειρότερες εξελίξεις, και όχι μόνον στο οικονομικό πεδίο αλλά και απέναντι στον τουρκικό νεο-οθωμανισμό. Πρέπει η κοινωνία να αναλάβει να πραγματώσει αυτό που οι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να κάνουν, να υποχρεώσει σε άμεση έξοδο αυτό το συνονθύλευμα εξουσιομανών και ανικάνων.
* Ο κ. Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας, επικεφαλής του Κινήματος Άρδην.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

8 Μαρ 2017


Του Γιώργου Καραμπελιά

Το εφεύρημα του υφυπουργού Μαυραγάνη, προερχόμενου από τους ΑΝΕΛ, για την πληρωμή των προστίμων της τροχαίας με ποσά που θα παραλλάσσουν ανάλογα με την εισοδηματική δυνατότητα του παραβάτη (!), φάνηκε σε πολλούς σαν μια ακόμα από τις γνωστές μπαρούφες των κυβερνητικών αξιωματούχων. Στην πραγματικότητα, όμως, εκφράζει μια βαθύτερη λογική της πολιτικής της κυβέρνησης.
Αν μελετήσει κανείς την περίοδο των εμφυλίων πολέμων στην αρχαία Ρώμη, θα διαπιστώσει πως το «δημοκρατικό κόμμα», στο οποίο ανήκε ο Ιούλιος Καίσαρ, συγκέντρωνε κατά προτεραιότητα δύο κοινωνικές κατηγορίες: την πλουτοκρατία της Ρώμης, στην οποία ανήκε και ο Καίσαρας, και την πλέμπα των προλεταρίων, οι οποίοι ζούσαν από το δημόσιο ταμείο. Έτσι, οι ολιγάρχες του δημοκρατικού κόμματος εξασφάλιζαν την πλειοψηφία με τη γνωστή συνταγή «Άρτον και Θεάματα». Ανάλογη είναι η πολιτική την οποία εφαρμόζουν έκτοτε όλες οι «φιλολαϊκές» ολιγαρχίες. Χρησιμοποιούν τους φτωχούς για να διαιωνίζουν την κυριαρχία της κάστας τους. Και εάν δεν έχουμε φτωχούς στον απαραίτητο αριθμό, πρέπει να τους εφεύρουμε.
Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, –στην οποία προσχώρησαν, παραδόξως από πρώτη άποψη, αλλά καθόλου τυχαία, και οι ΑΝΕΛ, ως η ορατή όψη της συνεργαζόμενης με τον ΣΥΡΙΖΑ κεντροδεξιάς–, συνίσταται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική: Να δημιουργήσουμε ακόμα περισσότερους φτωχούς, –γενικότερα εξαρτημένους από τον δημόσιο κορβανά– τους οποίους θα συντηρούμε μέσα από κοινωνικά επιδόματα και «προνομιακή» μεταχείριση έναντι των «πλουσίων». Και «πλούσιοι» νοούνται όσοι διατηρούν ακόμα μια αμειβόμενη απασχόληση εκτός δημοσίου, ή μια μικρή ή μεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα
Αυτή είναι η κυρίαρχη στρατηγική των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για να διατηρηθούν στην εξουσία. Από τη μία πλευρά, την πλευρά των «πατρικίων», η διαμόρφωση μιας κάστας κρατικοδίαιτων συμβούλων, τρωκτικών των ΜΜΕ και επιχειρηματιών τύπου Καλογρίτσα, που αποτελεί συνολικά το «καθεστώς». Εδώ, δεν ενοχλεί καθόλου η στήριξη του Βαρδινογιάννη, της Αγγελοπούλου, κ.ά. εκπροσώπων της «Λούμπεν Μεγαλοαστικής Τάξης», ή των ξένων δανειστών, ούτε το γεγονός ότι ο Σταθάκης, ο Τσακαλώτος ή η Φωτίου έχουν εκατομμύρια σε καταθέσεις και ιδιοκτησίες στο εξωτερικό, διότι η ηγεσία πρέπει να αμείβεται! Εξάλλου, διαθέτει και τα κρατικά αεροπλάνα για τα ταξιδάκια της.
Όμως, μερικές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, έστω και τοποθετημένοι σε νευραλγικά σημεία, δεν θα αρκούσαν για να τους διατηρήσουν στην εξουσία. Χρειάζονται και το «πόπολο». Θα πρέπει επομένως να μεταβάλουν ένα σημαντικό τμήμα του λαού σε ανθρώπους που απλώς επιβιώνουν μέσα από τη στήριξη του κράτους, της Εκκλησίας και οργανισμών αλληλεγγύης, καθηλώνοντάς τους σε ένα καθεστώς αιώνια επιδοτούμενων και όχι ωθώντας προς μία κατεύθυνση παραγωγικής ανασυγκρότησής τους, ατομικά και συλλογικά.
Έτσι, δεν προτάσσουν την ενίσχυση της δημιουργίας νέων απασχολήσεων και νέων επιχειρήσεων, αλλά την επιβίωση στα όρια της εξαθλίωσης, ούτως ώστε να παραμένουν εξαρτημένοι από το κράτος και τις πολιτικές του. Επειδή, όμως, για να γίνει κάτι τέτοιο, και μάλιστα μέσα στα πλαίσια του στραγγαλισμού που επιβάλλουν οι δανειστές, θα πρέπει να αφαιρέσουν πόρους από κάποιους άλλους, αυτό το κάνουν φορολογώντας, σε βαθμό εξόντωσης, όσους παράγουν.
Δημιουργούν μάλιστα μια ιδιότυπη «ταξική σύγκρουση», όπου το ζητούμενο για τους πιο φτωχούς δεν θα είναι πλέον η έξοδος από την εκπτώχευση, μέσω της παραγωγικής αναβάθμισης της χώρας, αλλά η «εκδίκηση» απέναντι στους υπολοίπους. Γι’ αυτό, επί παραδείγματι, το πλεόνασμα, το δημιουργημένο από την υπερφορολόγηση και τη μη καταβολή των χρεών του κράτους προς τους πολίτες, το 2016, δεν θα κατευθυνθεί προνομιακά σε νέους, προκειμένου να αρχίσουν κάποια δραστηριότητα, ή σε νεαρά ζευγάρια για την ενίσχυση των γεννήσεων, αλλά αποκλειστικά στους συνταξιούχους, ώστε απλώς να συντηρηθεί μια κάποια ζήτηση και ένα εισόδημα.
Έτσι, για να διαιρέσουν το λαϊκό σώμα, εφαρμόζουν μία πολιτική που στρέφει τους μεν εναντίον των άλλων. Χαρακτηριστική είναι η στρατηγική που ακολουθείται ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές. Κατασκευάστηκε ένα τερατώδες σύστημα, όπου όσοι μικρομεσαίοι έχουν ήδη καταστραφεί, να καταβάλλουν όντως λιγότερες εισφορές από ό,τι στο παρελθόν, ενώ, αντίστροφα, όσοι κατορθώνουν να διατηρούν ακόμα μια κάποια επιχειρηματική δραστηριότητα και ένα εισόδημα, τσεκουρώνονται στο δεκαπλάσιο ή το εικοσαπλάσιο, σε βαθμό κακουργήματος. Και προφανώς δεν πρόκειται να εισπράξουν δεκαπλάσια σύνταξη, ούτε θα έχουν δεκαπλάσιες απολαβές ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
Αυτό αποκαλείται «εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος». Και είναι προφανές τι πρόκειται να συμβεί στο τέλος. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας όσων εξακολουθούν να την ασκούν θα συμπαρασύρει αναπόφευκτα και τους υπόλοιπους, το νέο ασφαλιστικό σύστημα θα φαλιρίσει και η χώρα θα βουλιάξει αύτανδρη, για να παραδοθεί στα χέρια της Lidl και της Deutsche Bank. Αλλά, μέχρι τότε, όπως λέει και ο Ζουράρις, δηλαδή σε ένα δύο χρόνια, «ποιος ζει και ποιος πεθαίνει». Ο Τσίπρας και η παρέα του, τα τρωκτικά του κράτους και των ΜΜΕ, θα έχουν διατηρήσει την εξουσία για λίγο ακόμα καιρό, εφαρμόζοντας αυτή την ιδιότυπη «ταξική» πολιτική.
Η ίδια η ψευδοκεϋνσιανή αντίληψη, στην οποία αναφέρονται διαρκώς, αποτελεί έκφανση της ίδιας πολιτικής. Λένε, επί παραδείγματι: «Η οικονομία θα ανακάμψει μόνο αν ενισχύσουμε τη ζήτηση». Επειδή όμως οι ίδιοι μάς έχουν οδηγήσει στο χειρότερο μνημόνιο και σε μια ακραία λιτότητα, θα πρέπει αναπόφευκτα να αφαιρέσουν πόρους από την οικονομία για να τους διοχετεύσουν στη δημοσιονομική προσαρμογή και την αποπληρωμή των δανείων. Έτσι όμως πλήττουν κατεξοχήν την προσφορά προϊόντων, δηλαδή την ελληνική παραγωγή, και η όποια ζήτηση κατευθύνεται περισσότερο στις εισαγωγές παρά στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, πρόκειται για την ίδια παρασιτική λογική που, με δήθεν φιλολαϊκά επιχειρήματα, οδήγησε στο παρελθόν στη διόγκωση των ελλειμμάτων και σήμερα οδηγεί στην καταστροφή όσων παραγωγικών δραστηριοτήτων εξακολουθούν να επιβιώνουν.
Αυτή η ψευδοταξική πολιτική, που χρειάζεται εξαθλιωμένους πολίτες για να συντηρεί την εξουσία μιας κάστας, καθόλου τυχαία, γίνεται αποδεκτή χωρίς καμία αμφισβήτηση, από την τρόικα, τον κ. Σόιμπλε αλλά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Και όμως, αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι ανάλογη φορολογική πολιτική εξοντώνει τα παραγωγικά στρώματα της χώρας. Και ενώ ο κ. Σόιμπλε παραμένει κατεξοχήν οπαδός της πολιτικής της «προσφοράς», σε βαθμό κακουργηματικής λιτότητας, σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, και ενώ ελέγχουν ασφυκτικά οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης, αφήνουν ανενόχλητους τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να εξοντώνουν τα παραγωγικά μικρομεσαία στρώματα.
Και είναι προφανές το γιατί: Διότι οι «θεσμοί» δεν ενδιαφέρονται για αυθεντική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αλλά επιθυμούν απλώς και μόνον να τη μεταβάλουν σε μια οικονομική αποικία τους, όπου οι δικές τους τράπεζες, επιχειρήσεις και εμπορικές αλυσίδες, θα έχουν κυριαρχήσει στην ελληνική οικονομία, θα έχουν αγοράσει τη ΔΕΗ, όπως έκαναν με τα αεροδρόμια, και θα έχουν εξοντώσει τον «αθέμιτο» ανταγωνισμό των μικρομεσαίων Ελλήνων.
Έτσι λοιπόν, ολοκληρώνεται η «ταξική πολιτική» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: Συµµαχία με τους ξένους, όπως το έκαναν ήδη για να ανέβουν και να διατηρηθούν στην εξουσία: Παραχωρώντας τους, με το αζημίωτο, το σύνολο της δημόσιας περιουσίας και προωθώντας την από κοινού εξόντωση της παραγωγικής Ελλάδας, μεταβάλλοντας ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού σε μόνιμους επιδοτούμενους.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνον ότι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ξαναβύθισαν την Ελλάδα στα μνημόνια, κατέστρεψαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και το… αγωνιστικό ήθος των Ελλήνων, αλλά και το ότι, για να διατηρηθούν στην εξουσία, είναι διατεθειμένοι να καταστρέψουν ό,τι είχε απομείνει από τη δημιουργικότητά μας: Διώχνουν έξω από τη χώρα το ζωντανότερο κομμάτι της, μετατρέπουν την ελληνική κοινωνία σε μια κοινωνία ολιγαρχών, αυξημένης εγκληματικότητας, πολιτιστικής παρακμής και μειωμένων προσδοκιών.
Γι’ αυτό, και όσο ταχύτερα ξεκουμπιστούν, τόσο καλύτερα: «Ceterum censeo», ΣΥΡΙΖΑ «delenda est».
Πρώτη δημοσίευση Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

11 Ιαν 2017


Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς

Σήμερα το επεκτατικό νεοθωμανικό σχέδιο του Ρατζιπ Ερντογάν που επιχείρησε να μεταβάλει την Τουρκία στον περιφερειακό ηγεμόνα μιας περιοχής που εκτείνεται από τη Βοζνία και το Κόσσοβο έως την κεντρική Ασία και την αραβική Μ. Ανατολή έχει οδηγηθεί σε καθολικό αδιέξοδο. Το μόνο απτό αποτέλεσμα αυτής της επεκτατικής πολιτικής υπήρξε η χωρίς προηγούμενο όξυνση όλων των αντιθέσεων και των προβλημάτων που επισωρεύονται στο μεγαλομανιακό σχέδιο της επιστροφής στην οθωμανική κυριαρχία

Η αποτυχία της νεοθωμανικής στρατηγικής

Η Τουρκία του Ερντογάν απέτυχε δραματικά στη πολιτική της του προσεταιρισμού των αραβικών χωρών, ιδιαίτερα μετά την «Αραβική Άνοιξη» , και έχει οδηγηθεί σε ανοικτή σύγκρουση με την Αίγυπτο ενώ -προπαντός- απέτυχε να εξοντώσει τον Άσαντ και να εκπαραθυρώσει το καθεστώς του από τη Συρία.
Η προσπάθειά να αναδειχθεί σε ηγέτη του Ισλάμ ως ο οιονεί νέος χαλίφης του μουσουλμανικού κόσμου, απέτυχε παταγωδώς και οδήγησε σε μια γενικευμένη αντιπαράθεση με τις σημαντικότερες πτέρυγες του ισλαμικού κόσμου. Το τζιχαντιστικό Ισλάμ -το Ισλαμικό Κράτος και η Αλ Νούσρα, παράρτημα της Αλ Κάϊντα- το οποίο ενίσχυσε και εξέθρεψε αρχικώς, χρησιμοποιώντας το εναντίον του Άσαντ και των Κούρδων, στράφηκε τελικώς εναντίον του. Συνέπεια και επισφράγιση αυτής της ρήξης αποτέλεσαν οι αλλεπάλληλες τρομοκρατικές επιθέσεις στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα. Παράλληλα συγκρούστηκε και μετωπικά και με το «ήπιο Ισλάμ», με τον ίδιο τον ισλαμιστή μέντορά του τον Φετουλάχ Γκιουλέν και το τάγμα του, που ανέδειξε τον Ερντογάν στην εξουσία.
Έτσι, ο «ισλαμιστής» Ερντογάν κατέληξε να έχει απογυμνωθεί από όλες τις συμμαχίες του με τους ισλαμιστές όλων των αποχρώσεων(!) -για να μην αναφέρουμε την αντίθεσή του με τους Αλεβίτες και τους Σιίτες- και έχει οδηγηθεί σε αποκλειστική συμμαχία με τη φασιστική ακροδεξιά των Γκρίζων Λύκων.
Παράλληλα το σχέδιο ενός modus vivendi με το κουρδικό έθνος, τόσο στο εσωτερικό της Τουρκίας όσο και στις γειτονικές χώρες, το Ιράκ και τη Συρία, το οποίο προώθησε ακόμα και σε συμφωνία με τον Οτσαλάν, οδηγήθηκε σε απόλυτο αδιέξοδο και κατέληξε σε έναν νέο αιματηρό πόλεμο σε όλα τα μέτωπα, τόσο στο εσωτερικό της Τουρκίας όσο και στο εξωτερικό.

Οι συνέπειες αυτών των αποτυχιών σε όλα τα μέτωπα, υπήρξαν καταιγιστικές: Κατ' αρχάς στο εσωτερικό ήρθε σε σύγκρουση αρχικώς με το εκκοσμικευμένο μέρος της τούρκικης κοινωνίας -βλέπε τις μεγάλες συγκρούσεις με τη νεολαία, το 2015, με αφετηρία το πάρκο Γκεζί- αλλά με τον ίδιο τον τουρκικό στρατό στο πραξικόπημα του Ιουνίου του 2016. Τελικώς, και στον τομέα όπου είχε τις μεγαλύτερες επιτυχίες, και στον οποίο στήριξε την αποδοχή του από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, εκείνον της οικονομίας, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση: η τουρκική οικονομία πλήττεται πλέον και από την κατάρρευση του τουρισμού και τη ραγδαία πτώση της τουρκικής λίρας. Τέλος οι σχέσεις του με τους δυτικούς του εταίρους και άλλοτε πάτρωνες του, βρίσκονται στο χειρότερο σημείο: ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο τεταμένες οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και ένα μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα δεν έχουν αποκατασταθεί οι σχέσεις με το Ισραήλ.

Τέλος, για να βρει κάποια διέξοδο στην αντιπαράθεσή του με τη Ρωσία του Πούτιν και τους Ιρανούς που επενέβησαν στη Συρία και το Ιράκ εναντίον των τζιχαντιστών συμμάχων του, υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει μαζί τους. Έτσι και θα αποδεχθεί την παραμονή του Άσαντ και προπαντός την παρουσία της Ρωσίας στη Συρία, καθώς και την παραχώρηση ναυτικών και χερσαίων βάσεων του Ιράν στη Συρία. Ολόκληρη η στρατηγική την οποία είχε σχεδιάσει ο Νταβούντογλου μαζί με τον Φετουλάχ Γκιουλέν και είχε εφαρμόσει αρχικώς ο Ερντογάν, των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Ακόμα και το «όπλο» των προσφύγων που χρησιμοποιούσε ως απειλή εναντίον της Ευρώπης και της Ελλάδας, αρχίζει να απασφαλίζεται. Ως συνέπεια, τόσο της ανόδου των αντιμεταναστευτικών ρευμάτων στην Ευρώπη, όσο και του τέλους της μάχης του Χαλεπίου, με ήττα των συμμάχων του Ερντογάν, που σηματοδοτεί μάλλον το τέλος των μεγάλων προσφυγικών ρευμάτων από τη Συρία.

Η προσφορά της Κύπρου ως αντάλλαγμα

Απέναντι σ' αυτή την καθολική απαξίωση του νεοθωμανικού σχεδίου, ένα σημαντικό μέρος του δυτικού κατεστημένου, κατεξοχήν των Αγγλοαμερικανών, μπροστά στον κίνδυνο περαιτέρω διάλυσης και εμφυλίου πολέμου στην ίδια την Τουρκία, με απρόβλεπτες εξελίξεις, προσπαθεί να σταθεροποιήσει όπως-όπως, τον Ερντογάν. Θα πρέπει να του προσφέρουν ικανά ανταλλάγματα ώστε να παραμείνει προσδεμένος στο δυτικό άρμα και να μην ακολουθήσει έναν «ασιατικό» δρόμο, προς τη Ρωσία, το Ιράν, την Κίνα κ.λπ. Σε αυτό το σχέδιο, το βασικό «χαρτί» είναι η ουσιαστική εκχώρηση της Κύπρου και μέσω αυτής η πρόσβαση της Τουρκίας στα πετρέλαια και το φυσικό αέριο της ανατολικής Μεσογείου, έτσι ώστε και να απομονωθεί η ρωσοιρανική παρουσία στη Συρία, και να μεταβληθεί η Τουρκία σε εταίρο των Αγγλοαμερικανών στην κατοχή της Κύπρου. Εξάλλου η εκχώρηση της Κύπρου θα σηματοδοτήσει και την υπαγωγή της Ελλάδας, στο σύνολό της, στη στρατηγική επιρροή της Τουρκίας. Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο στο οποίο πρωτοστατεί η αμερικανίδα υφυπουργός Εξωτερικών Βικτόρια Νιούλαντ, η Τουρκία θα κερδίσει προς τα «δυτικά» και απέναντι στην Ελλάδα, -την Κύπρο και συνολικά τα Βαλκάνια-, ό,τι χάνει στα ανατολικά. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα προσδεθεί ασφαλέστερα στη Δύση, αν μάλιστα οι αγωγοί του πετρελαίου και του φυσικού αερίου από τα υποθαλάσσια κοιτάσματα του Ισραήλ, της Αιγύπτου και της Κύπρου κατευθυνθούν προς την Ευρώπη, όχι μέσω της Κρήτης, αλλά μέσω της Τουρκίας.
Δηλαδή, η Ελλάδα και η Κύπρος, και αυτή τη στιγμή κατ' εξοχήν ο ελληνισμός της Κύπρου προσφέρονται στον καταρρέοντα Ερντογάν ως το μοναδικό αντάλλαγμα που θα επιτρέψει την επιβίωσή του. Σε μια στιγμή που βρίσκεται απόλυτα στριμωγμένος ενώ η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας μοιάζει ένα όλο και πιο απόμακρο όνειρο, οι Έλληνες πολιτικοί στην Κύπρο και την Ελλάδα θα διαπράξουν άραγε μια μεγάλης κλίμακας εθνική προδοσία η οποία θα έρθει να επισφραγίσει την ιστορική αποτυχία της Ζυρίχης; Θα παραδώσουν ένα ελληνικό στην συντριπτική του πλειοψηφία, νησί, στον νεοθωμανισμό, υπογράφοντας ταυτόχρονα την οριστική προτεκτοροποίηση, άμεσα, και την αποσύνθεση, μεσοπρόθεσμα, του ίδιου του ελληνικού κράτους;

Η «λύση» και η οριστική καταστροφή

Οι προτεινόμενες λύσεις είναι κάτι περισσότερο από καταστροφικές: Η Κυπριακή Δημοκρατία θα υποκατασταθεί από ένα κρατίδιο ελεγχόμενο από την Τουρκία (παρουσία τουρκικών στρατευμάτων, εκ περιτροπής προεδρία, αδυναμία λειτουργίας του κράτους εξαιτίας του όρου της υποχρεωτικής συμφωνίας των τουρκοκυπρίων, δηλαδή της Τουρκίας σε οποιαδήποτε απόφαση). Ταυτόχρονα δε, με τη λήξη του καθεστώτος των εγγυήσεων που θα ισχύει μονομερώς και μόνο για την Ελλάδα, θα αποκοπεί οριστικά ο κυπριακός ελληνισμός από το ελλαδικό κράτος. Και έτσι, οι Έλληνες στην Ελλάδα και την Κύπρο θα έχουν πετύχει μια πρωτοφανή αυτοχειρία.

Επί πλέον από εκεί που υπήρχαν δύο κράτη στο εσωτερικό της Ε.Ε., τα οποία θα μπορούσαν να υπερασπίζουν τα συμφέροντα του ελληνισμού, το νέο κυπριακό μόρφωμα θα έχει καταστεί ο δούρειος ίππος της εισόδου της Τουρκίας στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, από το παράθυρο, μια και οι αποφάσεις του θα προϋποθέτουν τη συμφωνία της Τουρκίας.

Με την επιχειρούμενη λοιπόν «λύση», ολοκληρώνεται με τον πλέον επονείδιστο τρόπο μια περίοδος πολλών δεκαετιών, που οδηγεί δια της διολισθήσεως στα πλέον καταστρεπτικά αποτελέσματα. Πράγματι, παρά την αντίσταση του ελληνισμού στην Κύπρο και την Ελλάδα, (με αποκορύφωμα το ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν) κάποιες ανάξιες πολιτικές ηγεσίες και ελίτ της Ελλάδας και της Κύπρου, (με εξαιρέσεις βέβαια, όπως εκείνη του Τάσσου Παπαδόπουλου) κινδυνεύουν να οδηγήσουν:
  1. τον κυπριακό ελληνισμό σε οριστική πολιτειακή εξαφάνιση και αργά ή γρήγορα και σε εξανδραποδισμό, όπως έγινε στο παρελθόν με τον ελληνισμό της Μ. Ασίας, της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου.
  2. τη μεταβολή της Ελλάδας σε ένα μικρό ελεγχόμενο κρατίδιο το οποίο αργά ή γρήγορα θα υποστεί και αυτό με τη σειρά του ακόμα και εδαφικούς ακρωτηριασμούς - καθόλου τυχαίες οι απειλές του Ερντογάν και του συνόλου των τουρκικών κομμάτων σχετικά με τα ελληνικά νησιά ή την Θράκη.

Υπάρχει διέξοδος;

Και όμως, η σημερινή συγκυρία της αποσύνθεσης του νεοθωμανικού σχεδιασμού του Ερντογάν, είναι ίσως η πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια που είναι απολύτως ευνοϊκή για τον ελληνισμό. Ο ισλαμικός κόσμος και η Τουρκία έχουν εισέλθει σε μια περίοδο αντιπαραθέσεων και εμφυλίων μακράς διάρκειας· το κουρδικό ζήτημα αναδεικνύεται όλο και πιο πολύ ως αποφασιστικός παράγοντας στη μεσοανατολική σκακιέρα· μετά την αποτυχία των τζιχαντιστών στη Συρία εμφανίζονται νέοι παίκτες στο προσκήνιο, όπως το υπό διαμόρφωση σιιτικό τόξο από τη Χεζμπολάχ, μέχρι το Ιράν ενώ ενδυναμώνεται η ρωσική παρουσία· η νέα Συρία του Άσσαντ στηρίζεται σε μια στρατηγική συμμαχία χριστιανών και Αλαουιτών· είναι αδύνατη, υπό τις σημερινές συνθήκες, η ανασύσταση μιας ανέφελης συμμαχίας Τουρκίας Ισραήλ· η Αίγυπτος βρίσκεται σε ευθύ ανταγωνισμό με την Τουρκία για την ηγεμονία του σουνιτικού Ισλάμ· τέλος στην Ευρώπη, οι τουρκόφιλες φωνές της κυρίας Μέρκελ, βρίσκουν όλο και μικρότερη ανταπόκριση.
Σε αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, αντί η Ελλάδα και η Κύπρος να μεταβληθούν σε μια πραγματική δύναμη σταθερότητας και να αναδειχτούν ως το πραγματικό σύνορο της Ευρώπης, ετοιμάζονται να εκχωρήσουν στην Τουρκία, αυτό που έχει χάσει στο πεδίο της γεωστρατηγικής. Προϋπόθεση για μια τέτοια πολιτική εθνικής σωτηρίας θα ήταν προφανώς η επιβεβαίωση της ύπαρξης της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας και η επιστροφή ως βασική εθνική στρατηγική, εδώ και τώρα στα ψηφίσματα του ΟΗΕ για άμεση υποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων.
Πάνω σε μια τέτοια γραμμή θα ήταν δυνατόν να κερδηθούν πολυάριθμοι σύμμαχοι στο γεωπολιτικό πεδίο και ο καταρρέων από την κρίση ελληνισμός να πραγματοποιήσει αυτό το αναγκαίο και σωτήριο άλμα προς την επιβίωση και συνάμα την αναβάθμισή του.

Υπ' αυτή την έννοια, οι συνομιλίες της Γενεύης, δεν θα έπρεπε να είχαν αρχίσει καν και αποτελούν ήδη μία παγίδα από την οποία η ελληνική και κυπριακή πολιτική ηγεσία θα πρέπει να απαγκιστρωθούν τάχιστα, δοθέντος εξάλλου ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνοκυπρίων και των ελλαδιτών τάσσεται ενάντιά τους σε όλες τις δημοσκοπικές μετρήσεις. Θα αποτελέσει έργο εθνικής μειοδοσίας πολύ χειρότερης από οτιδήποτε έχει συμβεί στο παρελθόν, η συνέχιση «συνομιλιών» που πραγματοποιούνται με την παρουσία ξένων στρατευμάτων και κάτω από τους καθημερινούς εκβιασμούς της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας.

Ελλάδα και Κύπρος

Όσο για την αιφνίδια ανακάλυψη μιας αντίθεσης μεταξύ Ελλαδιτών και Κυπρίων, η οποία αποτελεί διαστρέβλωση επί τα χείρω του ούτως ή άλλως ηττοπαθούς δόγματος, «η Κύπρος αποφασίζει η Ελλάδα στηρίζει», όχι μόνο είναι ψευδεπίγραφη, αλλά είναι και απολύτως προσβλητική. Κύπρος και ηπειρωτική Ελλάδα είναι από την εποχή του... τρωικού πολέμου αξεδιάλυτα δεμένες,· έχουν συμμετάσχει από κοινού σε όλους τους εθνικούς αγώνες (οι χιλιάδες Κύπριοι που συμμετείχαν στους Βαλκανικούς Πολέμους, η συμμετοχή τους στην αντίσταση εναντίον της Γερμανίας και οι εκατοντάδες Ελλαδίτες νεκροί της εισβολής του 1974)· ενώ όλοι οι αγώνες του κυπριακού λαού επί πολλούς αιώνες ήταν αγώνες για την ένωση με την Ελλάδα.

Το γεγονός ότι τα εγκληματικά λάθη των ηγεσιών δεν επέτρεψαν την ευόδωση αυτού του αιτήματος και υπάρχουν σήμερα δύο διαφορετικά κράτη, δεν αναιρεί την ταυτότητα των πόθων και των αισθημάτων των δύο τμημάτων του ελληνισμού. Εξάλλου, οι τύχες τους είναι αξεδιάλυτα δεμένες. Η σημερινή κρίση του ελληνικού κράτους αποδυναμώνει δραματικά την Κυπριακή Δημοκρατία και το αντίστροφο, η πιθανή εκχώρηση της Κύπρου στην τουρκική σφαίρα θα έχει δραματικές συνέπειες και για ανεξαρτησία του ελλαδικού κράτους.

Ο σημερινός πρόεδρος της Κύπρου δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχνάει ότι σε όλες τις εκλογικές αντιπαραθέσεις στην Κύπρο συμμετείχε σε συγκεντρώσεις όπου κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Και όλοι γνωρίζουν πως χωρίς την παρουσία της Ελλάδας -έστω και τόσο μικρή που έχει γίνει σήμερα- η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε πάψει να υπάρχει ήδη από καιρό. Ακόμα και σήμερα Ελλαδίτες φαντάροι υπηρετούν στην Κύπρο. Είναι λοιπόν όχι απλώς δικαίωμά μας αλλά υποχρέωσή μας να μεριμνούμε για την Κύπρο και τον κυπριακό ελληνισμό - όχι σαν μια ξένη χώρα αλλά σαν ένα οργανικό κομμάτι του εαυτού μας, έστω και εάν ανήκουμε σε διαφορετικές κρατικές οντότητες. Η εθνική μας ταυτότητα παραμένει μία και αξεχώριστη, ποτισμένη με το αίμα και τα δάκρυα χιλιάδων και χιλιάδων Ελλαδιτών και Κυπρίων.

Πηγή HuffingtonPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



9 Δεκ 2016


Του Γιώργου Καραμπελιά

Ο Τσίπρας παραμένει πιστός στη στρατηγική της αέναης εξαπάτησης. Μετά τη συντριπτική ήττα του Eurogroup -όπου, έναντι μιας μικρής μείωσης των επιτοκίων, με ορίζοντα το 2060, εισέπραξε ένα δρακόντειο πρόγραμμα πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% τον χρόνο (δηλαδή 6 δισ. ετησίως) τα οποία θα μεταφραστούν σε νέους φόρους και αναπόφευκτες περικοπές συντάξεων και μισθών για να μπορέσουν «να βγουν»- προχώρησε σε ένα νέο εγχείρημα.

Χρησιμοποιώντας ένα πλεόνασμα δημιουργημένο από την υπερφορολόγηση και την περικοπή των συντάξεων, αποφάσισε να επιστρέψει 630 εκατομμύρια ευρώ, υπό μορφή χριστουγεννιάτικου μπουναμά, στους συνταξιούχους -οι οποίοι, φέτος, είδαν τις συντάξεις τους να μειώνονται δραματικά- καθώς και να αναστείλει την αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Οι στόχοι του, προφανείς. Ας τους δούμε συνοπτικά:

Α. Αρχικώς, όπως προαναφέραμε, να καλυφθεί επικοινωνιακά και ψυχολογικά το τεράστιο φιάσκο του Eurogroup.

Β. Να προσφέρει τη δυνατότητα στο κόμμα του, τα στελέχη και τους βουλευτές του, να ψηφίσουν με «ήσυχη συνείδηση» τις τερατώδεις φορολογικές αυξήσεις του προϋπολογισμού του 2107, που έχει ήδη αρχίσει να συζητιέται στη Βουλή, και να ψηφίσουν τα μέτρα της δεύτερης αξιολόγησης. Επί πλέον, να τους δώσει τη δυνατότητα να... πάνε στα χωριά τους τα Χριστούγεννα χωρίς να κινδυνεύουν από ένα καθολικό γιούχα.

Γ. Να ανοίξει την πιθανότητα και την απειλή ταυτόχρονα ενός εκλογικού αιφνιδιασμού, εάν οι συζητήσεις για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης οδηγηθούν σε αδιέξοδο. Κυρίως, να κραδαίνει αυτή την πιθανότητα ως απειλή, την οποία στη πραγματικότητα δεν θέλει να εφαρμόσει, καλά «καβατζωμένος» στην εξουσία. Εξάλλου, οι Συριζαίοι μόλις έχουν διοριστεί με παχυλούς μισθούς και δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν οικειοθελώς την εξουσία. Όμως υπάρχουν και τα «ατυχήματα».

Δ. Να ρίξει στάχτη στα μάτια των Ελλήνων για την επονείδιστη εξέλιξη στο Κυπριακό όπου, μαζί με τον Αναστασιάδη, προχωρούν άμεσα σε μια πολιτική υποχώρησης στις απειλές του Ερντογάν, στις πιέσεις των Αγγλοαμερικανών και παράδοσης της Κύπρου στις ορέξεις του νεο-σουλτάνου.

Ε. Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο, να επιδεινώσουν μια πολιτική εμφυλιοπολεμικής διαίρεσης των Ελλήνων, έτσι ώστε να διατηρήσουν, όσο μπορούν, μια ελάχιστη κοινωνική στήριξη, σε αντιπαλότητα με την υπόλοιπη κοινωνία. Έτσι, δημιουργούν ένα πλεόνασμα και «μοιράζουν» υπό τύπον χριστουγεννιάτικης αλληλεγγύης ένα ποσό στους συνταξιούχους. Ποσό που το απέσπασαν αφενός από τους ίδιους, αφετέρου, και κυρίως, από την αυξημένη φορολόγηση και την κατακράτηση των επιστροφών του κράτους από τα χρήματα που χρωστάει σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες.

Παράλληλα με τον μπουναμά του, δεν έδειξε καμιά αλληλεγγύη στους νέους εργαζόμενους , τους ανέργους, τους μερικά απασχολούμενους, τα νεαρά ζευγάρια και βεβαίως τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους μικρεμπόρους και βιοτέχνες που οδεύουν ταχύτατα για κλείσιμο.

Έτσι επιλέγει τελεσίδικα το στρατόπεδό του. Να στρέψει τους Έλληνες απόμαχους, με ένα φιλοδώρημα, ως αντάλλαγμα της πρόσφατης και άμεσα μελλούμενης καταλήστευσής τους, εναντίον της άνεργης και εργαζόμενης Ελλάδας. Τους μόνους νέους που προστατεύει είναι τους «εργαζόμενους» των ΜΚΟ και τους μετακλητούς, που αποτελούν τον δεύτερο κοινωνικό πυλώνα του. Και αδιαφορεί παντελώς για το ότι έτσι στρέφει τη μία Ελλάδα εναντίον της άλλης.

Ωστόσο, επειδή, δυστυχώς για τους Έλληνες, αλλά και γι’ αυτόν και το κόμμα του, τους αμέσως επόμενους μήνες θα τσακίσει εκ νέου τους συνταξιούχους, δεν θα αποφύγει στο τέλος τη διαμόρφωση του κύματος από όλο τον ελληνικό λαό που θα τον σαρώσει τελεσίδικα, αυτόν και την άθλια παρέα του, ελπίζω, πριν καταστρέψει τα πάντα.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


25 Νοε 2016


Του Γιώργου Καραμπελιά

Ο Ερντογάν όχι μόνο συνεχίζει να απειλεί ευθέως την Ελλάδα και τις λοιπές γειτονικές χώρες με την αμφισβήτηση της Λωζάννης, αλλά και δυναμιτίζει τις συνομιλίες για το Κυπριακό, διότι διεκδικεί την παραμονή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο και απειλεί μονίμως να ανοίξει τη στρόφιγγα του προσφυγικού, την οποία έχει ήδη μισανοίξει, μια και οι προσφυγικές ροές αυξάνονται σχεδόν καθημερινά.

Η απάντηση της ελληνικής και της κυπριακής κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι η καταγγελία της τουρκικής επιθετικότητας σε όλα τα διεθνή φόρα. Και όμως, αντί να διακηρύξουν πως οι τουρκικές διεκδικήσεις αποτελούν αιτία ρήξης με την Τουρκία, προσπαθούν για μια ακόμα φορά να εξευμενίσουν τον σουλτάνο. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Τζανακόπουλος «δεν άκουσε» (!) τις δηλώσεις Ερντογάν, αν και τις είδαν στην τηλεόραση όλοι οι Έλληνες, ο Τσίπρας επιμένει να προχωρήσει σε συνάντηση με τον Ερντογάν υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο δε Αναστασιάδης κλαυθμηρίζει για την «τουρκική αδιαλλαξία». Έτσι η Τουρκία πραγματοποιεί ένα ακόμα βήμα στις διεκδικήσεις της και το κατοχυρώνει, μέσα από την ψοφοδεή στάση των Ελλήνων υπευθύνων σε Ελλάδα και Κύπρο.

Ακόμα χειρότερα, οι πλέον ενδοτικοί κύκλοι των ελίτ στην Ελλάδα και την Κύπρο εγκαλούν για «αδιαλλαξία» τον... Κοτζιά, και όχι την Τουρκία, επιθυμώντας «λύση» ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες: δηλαδή και την αποδοχή της παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί σε μια ήδη καταστροφική και στα υπόλοιπα σημεία της «λύση». Με συντονισμένες κινήσεις, η γνωστή τουρκολάτρις εφημερίδα «Πολίτης» της Λευκωσίας, που είχε χρηματοδοτηθεί αφειδώς για να στηρίξει το σχέδιο Ανάν, καθώς και το TVXS του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιου Κούλογλου, πρωτοστατούν στις επιθέσεις κατά του του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, που «βραχυκυκλώνει τους συναινετικούς Τσίπρα και Αναστασιάδη».

Όλα αυτά επιτείνουν εν τέλει την απομάκρυνση των Ελλαδιτών από την Κύπρο και την τύχη της. Διότι εάν το Κυπριακό αποτελεί απλώς και μόνο ένα σημείο μόνιμης τριβής με τους Τούρκους και τίποτε άλλο, γιατί εν τέλει να μην «αποδεσμευτούμε» από την Κύπρο, δηλαδή να την αφήσουμε στην τύχη της; «Δεν μας φτάνει η φτώχια μας, θα έχουμε και την Κύπρο στο κεφάλι μας»;

Και όμως αρκεί να κοιτάξει κανείς τον χάρτη για να διαπιστώσει την τεράστια γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου, η οποία καθιστά τον ελληνισμό υπολογίσιμη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα η παράδοσή της στα χέρια των διαχρονικών αντιπάλων του ελληνισμού θα οδηγήσει στη μεταβολή της Ελλάδας σε συρρικνούμενο και ανίσχυρο βαλκανικό κρατίδιο.

Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, επικεφαλής των σταυροφόρων του, κατέλαβε την Κύπρο το 1192 και οι Άγγλοι συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να διατηρούν τις μεγαλύτερες και τελευταίες σημαντικές βάσεις τους στην Κύπρο. Οι Αμερικανοί θεωρούν την Κύπρο αποφασιστικής σημασίας για τον έλεγχο της Μ. Ανατολής, ενώ και οι Ρώσοι έχουν καταδείξει σε αναρίθμητες ευκαιρίες, τα τελευταία εξήντα χρόνια, το ενδιαφέρον τους για το νησί. Και όμως, οι ελλαδικές ηγεσίες –συνεπικουρούμενες συχνά από κάποιες μικρόψυχες κυπριακές ελίτ– κάνουν ό,τι μπορούν για να «ξεφορτωθούν» την Κύπρο, αγνοώντας και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της με στόχο την Αυτοδιάθεση - Ένωση και την τεράστια γεωστρατηγική σημασία της.

Από υποχώρηση σε υποχώρηση φθάσαμε στην εισβολή του 1974 και στη συνέχεια στην εδραίωση της τουρκικής κατοχής. Από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν σαράντα δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η Κύπρος απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την Ελλάδα και οδηγείται στην αναπόφευκτη τουρκοποίησή της.

Το ελληνικό κράτος δεν τόλμησε ποτέ, ούτε για μία ημέρα, «έστω και για τα μάτια», να ανακαλέσει τον Έλληνα πρέσβη από την Άγκυρα, παρά την εισβολή και παρά τις αναρίθμητες τουρκικές προκλήσεις.

Τα τεκταινόμενα είναι προφανή. Οι μεγάλες δυνάμεις και κατ' εξοχήν οι Αγγλοαμερικανοί χρησιμοποιούν την Κύπρο τόσο ως βάση για τον έλεγχο της Μ. Ανατολής, όσο και ως ενέχυρο για την εξασφάλιση της πρόσδεσης της Τουρκίας στο δυτικό άρμα. Όσο πιο ισχυρή και επιθετική γίνεται η Τουρκία, τόσο περισσότερα της παραχωρούν, έτσι ώστε να μην στραφεί προς τη Ρωσία ή προς την Ασία. Το ίδιο είχε γίνει με το σχέδιο Ανάν, όταν οι Τούρκοι δεν είχαν συναινέσει στη χρήση των βάσεων τους από τις «συμμαχικές» δυνάμεις κατά την επίθεσή τους στο Ιράκ. Από τότε, η παραχώρηση της Κύπρου αποτελεί το μόνιμο αντάλλαγμα για την τουρκική δυτικοφροσύνη.

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, επί τα χείρω, μάλιστα. Η Τουρκία έχει ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια μακροχρόνια και καθολική κρίση, η Μ. Ανατολή φλέγεται και απειλείται με οριστική ρήξη ο άξονας Τουρκίας - Ισραήλ. Παράλληλα, ο Ερντογάν χρησιμοποιεί την απειλή της ενίσχυσης των σχέσεων με τη Ρωσία και της προσχώρησης στο ρωσοκινεζικό σύμφωνο της Σαγκάης, για να κερδίσει έναντι της Ελλάδας και του ελληνισμού, αρχικώς στην Κύπρο και εν συνεχεία στη Θράκη, το Αιγαίο και τα νησιά.

Και ίσως ο βασικότερος λόγος της επίσκεψης Ομπάμα στην Αθήνα ήταν η επίσπευση των επονείδιστων συνομιλιών μεταξύ ενός κυρίαρχου κράτους, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, που μεταβάλλεται σε μια εθνοτική κοινότητα, και των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων, που εμφανίζονται ως «τουρκοκυπριακή κοινότητα».

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, επιχειρείται το τελευταίο βήμα στην τελεσίδικη απομάκρυνση του ελληνικού κράτους από την Κύπρο, έτσι ώστε να μπορούν ανενόχλητοι να την ελέγχουν οι Τούρκοι. Με κατάργηση της παρουσίας –έστω και ισχνής– του ελληνικού στρατού, ως εγγυήτριας δύναμης, από την Κύπρο, ενώ θα παραμένουν σε μια «μεταβατική περίοδο», οι τουρκικές δυνάμεις. Η Κύπρος θα παραδοθεί άμεσα στους Τούρκους και η Ελλάδα θα μεταβληθεί σε τουρκικό προτεκτοράτο, διακόσια χρόνια μετά την επανάσταση του 1821.

Αν οι Έλληνες στην Ελλάδα και την Κύπρο –και προπαντός οι ηγεσίες τους– διέθεταν κουκούτσι μυαλό, θα έκαναν τα πάντα για να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι δεσμοί των δύο ελληνικών κρατών. Διότι μόνο έτσι θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Και όμως κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Μήπως ο ελληνισμός κατέστη ένα ασήκωτο φορτίο για τους ώμους τους και βαδίζουν ασύγγνωστα προς την τελική πράξη: τη συρρίκνωση μέχρις εξαφανίσεως;

Και όμως, τα πράγματα είναι απλά. Η Τουρκία έχει διαπράξει στην Κύπρο εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εισβολή, εθνοκάθαρση, εποικισμό. Αυτά έχουν αναγνωριστεί, ακόμα και από τον ΟΗΕ, και αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία θα έπρεπε να εμμένουν τόσο οι Ελλαδίτες, όσο και οι Ελληνοκύπριοι. Και δεν θα πρέπει να αφήσουμε αυτήν την πραγματική βάση να την εκμηδενίσουν ανίκανοι και μικρονοϊκοί, που δεν θεωρούν την εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως αφανισμό, αλλά ως «ευκαιρία».

* Ο κ. Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας, επικεφαλής του Κινήματος Άρδην
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


22 Νοε 2016


Του Γιώργου Καραμπελιά

Η Κύπρος αποτελεί το τελευταίο προπύργιο/υπόλειμμα του ιστορικού ελληνισμού στην ανατολική Μεσόγειο. Και όμως, οι ηγεσίες της Ελλάδας κλεισμένες στον μικροελλαδισμό και τα φοβικά τους σύνδρομα απέναντι στην Τουρκία, την εκχωρούν σταδιακά, βήμα το βήμα, εδώ και δεκαετίες στη ζώνη επιρροής του νεοθωμανισμού, με προοπτική τον πλήρη εκτουρκισμό της.
Οποιεσδήποτε άλλες ηγέτιδες τάξεις, σε οποιοδήποτε μήκος ή πλάτος του πλανήτη, θα θεωρούσαν την ελληνική Κύπρο ως το σημαντικότερο μέρος του χώρου τους και θα έκαναν τα πάντα για να διασφαλιστεί, τουλάχιστον, η στενή σχέση κυπριακού και ελλαδικού ελληνισμού. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τον χάρτη για να διαπιστώσει την τεράστια γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου, η οποία με την ύπαρξή της και μόνο καθιστά τον ελληνισμό υπολογίσιμη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο. Αντίθετα η έκλειψή της, ή ακόμα χειρότερα η παράδοσή της στα χέρια των διαχρονικών αντιπάλων του ελληνισμού, θα οδηγήσει στη μεταβολή της Ελλάδαςσε συρρικνούμενο και ανίσχυρο βαλκανικό κρατίδιο.
Αυτό το γνωρίζει ολόκληρος ο πλανήτης και πριν απ’ όλους οι μεγάλες αποικιακές δυνάμεις. Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος επικεφαλής των σταυροφόρων του κατέλαβε την Κύπρο το 1192 και οι Άγγλοι συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να διατηρούν τις μεγαλύτερες και τελευταίες σημαντικές βάσεις τους στην Κύπρο. Οι Αμερικανοί θεωρούν την Κύπρο αποφασιστικής σημασίας για τον έλεγχο της Μ. Ανατολής, ενώ και οι Ρώσοιέχουν καταδείξει σε αναρίθμητες ευκαιρίες τα τελευταία εξήντα χρόνια το ενδιαφέρον τους για το νησί.
Και όμως, οι ελλαδικές ηγεσίες –συνεπικουρούμενες συχνά από κάποιες μικροσυμφεροντολογικές κυπριακές ελίτ– κάνουν ό,τι μπορούν ήδη από το 1956 για να «ξεφορτωθούν» την Κύπρο, αγνοώντας και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της με στόχο την Αυτοδιάθεση-Ένωση και την τεράστια γεωστρατηγική σημασία της.
Έτσι από υποχώρηση σε υποχώρηση, από ήττα σε ήττα, φθάσαμε στην εισβολή του 1974 και  στη συνέχεια στην εδραίωση της τουρκικής κατοχικής παρουσίας στο νησί. Από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν σαράντα δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η Κύπρος απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την Ελλάδα και προσεγγίζει πλησίστια στην τουρκοποίησή της. Από το ενιαίο αμυντικό δόγμα και τα κοινά εκπαιδευτικά προγράμματα Ελλάδας-Κύπρου, φθάσαμε σε μια υλική και ψυχολογική απομάκρυνση χωρίς προηγούμενο και μια σταδιακή αποσύνδεση των δύο τμημάτων του ελληνισμού.
Το ελληνικό κράτος δεν τόλμησε ποτέ, ούτε για μία ημέρα, «έστω και για τα μάτια», να ανακαλέσει τον Έλληνα πρέσβη από την Άγκυρα, παρά την εισβολή και παρά τις αναρίθμητες τουρκικές προκλήσεις(παραμονή των τούρκικων στρατευμάτων, εποικισμός, εξαφάνιση των «αγνοουμένων», δολοφονίες Ελλήνων – Σολωμός ΣολωμούΤάσος ΙσαάκΘεόφιλος Γεωργιάδης. Αντ’ αυτού, απομακρύνεται σταδιακά και ανοίγει τον δρόμο για την πλήρη τουρκοποίηση του νησιού.
Και τα τεκταινόμενα είναι προφανή. Οι μεγάλες δυνάμεις και κατεξοχήν οι αγγλοαμερικανοί χρησιμοποιούν την Κύπρο τόσο σαν βάση για τον έλεγχο της Μ. Ανατολής, όσο και ως ενέχυρο για την εξασφάλιση της πρόσδεσης της Τουρκίας στο δυτικό άρμα. Και όσο πιο ισχυρή και επιθετική γίνεται η Τουρκία, τόσο περισσότερα της παραχωρούν έτσι ώστε να μην στραφεί προς τη Ρωσία ή προς την Ασία. Το ίδιο είχε γίνει με το σχέδιο Ανάν, όταν οι Τούρκοι δεν είχαν συναινέσει στην χρήση των βάσεων τους από τις «συμμαχικές» δυνάμεις κατά την επίθεσή τους στο Ιράκ. Από τότε, η παραχώρηση της Κύπρου αποτελεί το μόνιμο αντάλλαγμα για την τουρκική δυτικοφροσύνη.
Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα σε ακόμα χειρότερες συνθήκες. Η Τουρκία έχει ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια μακροχρόνια και καθολική κρίση, η Μ. Ανατολή φλέγεται και απειλείται με οριστική ρήξη ο άξονας Τουρκίας-Ισραήλ. Παράλληλα, ο Ερντογάν χρησιμοποιεί την απειλή της ενίσχυσης των σχέσεων με την Ρωσία, και της προσχώρησης στο ρωσοκινεζικό σύμφωνο της Σαγκάης, για να κερδίσει, σε αντάλλαγμα της νομιμοφροσύνης του, όσα περισσότερα μπορεί έναντι της Ελλάδας και του ελληνισμού, αρχικώς στην Κύπρο και εν συνεχεία στη Θράκη, το Αιγαίο και τα νησιά.
Ένας από τους βασικούς, ίσως ο βασικότερος λόγος της επίσκεψης Ομπάμα στην Αθήνα, ήταν η επίσπευση των επονείδιστων συνομιλιών μεταξύ ενός κυρίαρχου κράτους, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία που μεταβάλλεται σε μια εθνοτική κοινότητα και των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων που εμφανίζονται ως «τουρκοκυπριακή κοινότητα».
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια επιχειρείται να οργανωθεί και το τελευταίο βήμα στην τελεσίδικη απομάκρυνση του ελληνικού κράτους από την Κύπρο, έτσι ώστε να μπορούν ανενόχλητοι να την ελέγχουν οι Τούρκοι. Με κατάργηση της παρουσίας –έστω και ισχνής– του ελληνικού στρατού ως εγγυήτριας δύναμης, από την Κύπρο, ενώ θα παραμένουν σε μια «μεταβατική περίοδο» όπως είπε και ο «φιλέλληνας» Ομπάμα, οι τουρκικές δυνάμεις. Πρόκειται, εάν αυτές οι συνομιλίες ευοδωθούν, για την τελική πράξη της απομάκρυνσης των δύο τελευταίων ιστορικών υπολειμμάτων του ελληνισμού, έτσι ώστε το μικρότερο, η Κύπρος, να παραδοθεί άμεσαστους Τούρκους και το μεγαλύτερο, η Ελλάδα, να μεταβληθεί σε τουρκικό προτεκτοράτο, διακόσια χρόνια μετά την επανάσταση του 1821.
Αν οι ελληνικές άρχουσες τάξεις στην Ελλάδα και την Κύπρο διέθεταν κουκούτσι μυαλό θα έκαναν τα πάντα για να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι δεσμοί των δύο ελληνικών κρατών. Διότι μόνο έτσι θα μπορούσαν να επιβιώσουν και οι ίδιες. Όμως, επειδή το μυαλό τους είναι απαίδευτο και προσκολλημένο αποκλειστικά σε ότι τους υπαγορεύουν οι κύριοί τους, αγωνίζονται να ξεφορτωθούν την ταυτότητά τους. Πράγματι ο ελληνισμός κατέστη ένα ασήκωτο φορτίο για τους ώμους τους και βαδίζουν ασύγγνωστα προς την τελική πράξη: τη συρρίκνωση μέχρις εξαφανίσεως.
Και όμως, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Η Τουρκία έχει διαπράξει στην Κύπρο εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εισβολήεθνοκάθαρσηεποικισμό. Αυτά έχουν αναγνωριστεί και από τον ΟΗΕ και αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία έπρεπε και μπορούσαν να κινηθούν και οι ελλαδίτες και οι ελληνοκύπριοι. Και δεν θα πρέπει να αφήσουμε αυτή την πραγματική βάση να την εκμηδενίσουν ανίκανοι και μικρονοϊκοί ηγέτες, που δεν θεωρούν την εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως αφανισμό, αλλά ως «ευκαιρία». «Κύπρον ού μ’ εθέσπισεν».
* Ο Γ. Καραμπελιάς είναι συγγραφέας, επικεφαλής του Κινήματος Άρδην


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


16 Νοε 2016


Του Γιώργου Καραμπελιά 


Η νίκη του Τραμπ εμφανίστηκε, και υπήρξε όντως, μία μεγάλη ήττα της παγκοσμιοποίησης· εξ ου και κάποιοι συνήγαγαν ότι αποτέλεσε και μία μεγάλη ήττα των πολυεθνικών επιχειρήσεων και του μεγάλου κεφαλαίου. Και όμως, αυτά τα δύο δεν ταυτίζονται. Μία ήττα της παγκοσμιοποίησης μπορεί να σηματοδοτεί παράλληλα την ενίσχυση και όχι την αποδυνάμωση ενός τμήματος του πολυεθνικού κεφαλαίου και όχι μία νίκη των κατώτερων κοινωνικών ομάδων και τάξεωνm και προπαντός των πιο αδύνατων εθνών, όπως το δικό μας.

Η απρόσμενη άνοδος των χρηματιστηρίων

Κατά φαινομενικά παράδοξο τρόπο, η νίκη του Τραμπ δεν συνοδεύτηκε από κάποια πτώση των χρηματιστηρίων, παρά μόνο για μερικές… ώρες. Στην εβδομάδα που πέρασε, αντίθετα, ο δείκτης Dow Jones γνώρισε, μέσα σε τρεις ημέρες, μεταξύ Τετάρτης 9 Νοεμβρίου και Παρασκευής 12 Νοεμβρίου, τη μεγαλύτερη άνοδό του, μετά το 2011. Ο δείκτης Standard and Poors’ 500 ανέβηκε κατά 8% μέσα σε τρεις ημέρες, ανακτώντας τα επίπεδα του 2008! Οι τράπεζες, οι πολυεθνικές της υγείας, των φαρμάκων, της άμυνας και των κατασκευών γνώρισαν μία εκρηκτική άνοδο. Κατά τις 9-11 Νοεμβρίου, οι μετοχές της Goldman Sachs εκτινάχθηκαν κατά 12%, της Bank of America κατά 11,9% και της JP Morgan κατά 9,5%. Ο Τραμπ υποστηρίζει πως είναι ανάγκη να αφεθούν και πάλι ελεύθερες οι τράπεζες στις κερδοσκοπικές τους δραστηριότητες, ώστε να μπορούν να δανείζουν όποιον θέλουν – δεδομένου ότι, μετά το 2010, εισήχθησαν περιοριστικές διατάξεις ώστε να αντιμετωπισθεί η κρίση. Μεγάλη αύξηση γνώρισαν οι μετοχές της Pfizer, της Sanofi, της Caterpillar κ.λπ. Ανάλογη άνοδο γνώρισαν εν τέλει και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, μετά από μερικές ώρες πτώσης και μόνο.

Η άνοδος στα χρηματιστήρια συνδέεται και με την εξαγγελία Τραμπ για μείωση των φόρων, ιδιαίτερα στα ανώτερα κλιμάκια που πλέον δεν θα ξεπερνούν το 33% από το 39,6% που ήταν μέχρι σήμερα. Συνολικά πρόκειται για ετήσιες μειώσεις της τάξης των 5 δισεκατομμυρίων $ κατά μέσον όρο. Γι’ αυτό και εν τέλει ο Τραμπ και όχι η Κλίντον ψηφίστηκε από τους περισσότερους πλουσίους. Περίεργη νίκη του «αντισυστήματος»! Ο μόνος τομέας του χρηματιστηρίου που γνώρισε μία σχετική υποχώρηση είναι ο εξαιρετικά διεθνοποιημένος τομέας της πληροφορικής, όπου η Amazon, η Alphabet, η Apple, η Facebook, η Microsoft έχασαν 2-4% την Πέμπτη 10 Νοεμβρίου. Και αυτό διότι ο Τράμπ διεκήρυσσε πως θα υποχρεώσει την Apple να παράγει τους υπολογιστές και τα iPhone’s στην Αμερική και όχι στην Κίνα. Εντούτοις, η νίκη του Τραμπ υπήρξε όντως μία ήττα της παγκοσμιοποίησης!

Η παγκοσμιοποίηση ως μπούμερανγκ

Ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή. Η λεγόμενη περίοδος της παγκοσμιοποίησης εγκαινιάζεται από τη Θάτσερ και τον Ρέιγκαν, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, καλπάζει μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, στη δεκαετία του 1990 και 2000, και εισέρχεται σε μια παρατεταμένη κρίση από το 2008 και μετά.

Αφετηρία της υπήρξε η προσπάθεια αντιμετώπισης της τεράστιας ανόδου του κόστους που έπληξε τις μεγάλες δυτικές οικονομίες στις δεκαετίες 1960 και 1970. Άνοδος που υπήρξε συνέπεια του πενταπλασιασμού της τιμής του πετρελαίου, κατά τις δύο μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, και της πολύ μεγάλης ενίσχυσης των εργατικών αμοιβών και του κοινωνικού κράτους. Σε όλες τις μεγάλες δυτικές οικονομίες κατέρρεαν τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων και των υψηλότερων κοινωνικών ομάδων. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει και ήταν η εξαγωγή της παραγωγής στις χώρες του Τρίτου Κόσμου και της Ασίας (Ιαπωνία, Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Μαλαισία και εν τέλει στην ίδια την αχανή ηπειρωτική Κίνα), όπου οι μισθοί ήταν πολύ μικρότεροι, ενώ ταυτόχρονα συνετρίβη και η δύναμη των συνδικάτων στις ΗΠΑ και την Αγγλία, κατ΄εξοχήν μέσω της αποβιομηχανοποίησης.

Έτσι δημιουργήθηκε ένας νέος κύκλος οικονομικής επέκτασης, όπου η παραγωγή μετακινούνταν σταδιακώς προς την Ανατολή, ενώ η Δύση διατηρούσε τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τον σχεδιασμό των προϊόντων, την έρευνα και τελικώς την κατανάλωση. Σε αυτόν τον νέο κύκλο, οι δασμοί εκμηδενίστηκαν, αφαιρέθηκαν οι φραγμοί στην τραπεζιτική κερδοσκοπία -τράπεζες επενδύσεων και τράπεζες καταθέσεων ενοποιήθηκαν-, τα διασυνδεδεμένα σε παγκόσμια κλίμακα χρηματιστήρια μεταβλήθηκαν στη βασική πηγή χρηματοδότησης της οικονομίας, και οι υπηρεσίες κυριάρχησαν στο σύνολο της δυτικής οικονομίας. Έτσι, πάνω από το 80% του ΑΕΠ των δυτικών χωρών παράγεται από τον τομέα των υπηρεσιών, ενώ ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας συρρικνώθηκε.

Αυτό το μοντέλο επέτρεψε -επί είκοσι χρόνια τουλάχιστον- μία τεράστια μείωση του κόστους και της τιμής των καταναλωτικών προϊόντων. Η μείωση του κόστους των εισαγόμενων προϊόντων επέτρεψε τη μείωση του πραγματικού μισθού, μια και η κατανάλωση μπορούσε να διευρύνεται χωρίς ταυτόχρονη άνοδο του εισοδήματος. Στις ΗΠΑ και την Αγγλία, οι απολαβές των κατώτερων στρωμάτων παρέμειναν καθηλωμένες, παρά την άνοδο του ΑΕΠ, ενώ εκείνες των ανώτερων εισοδηματικών τάξεων εκτινάχθηκαν εκθετικά (όπως δείχνει ο Πικετί, στο Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα, οι διαφορές εισοδημάτων μεταξύ εργατών και διευθυντών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ ήταν 1/20 το 1960, και έφθασαν το 1/331 το 2012). Παράλληλα, η αυξανόμενη είσοδος μεταναστών και κυρίως λαθρομεταναστών από τη Λατινική Αμερική στις ΗΠΑ, και από τη Β. Αφρική και την Ασία στην Ευρώπη, επιτάχυναν την επέκταση της μαύρης εργασίας και την πτώση του πραγματικού μισθού, ιδιαίτερα στους τομείς των υπηρεσιών -προσωπικές υπηρεσίες, ντελίβερι, εστίαση- αλλά και στην οικοδομή ή τη συγκομιδή αγροτικών προϊόντων.

Όμως, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η ενίσχυση των χωρών-εργαστηρίων, όπως η Κίνα, οδηγεί σε μία αντιστροφή των οικονομικών δεδομένων. Η Κίνα, π.χ., περνάει πλέον στην υψηλή γκάμα της παραγωγής και του σχεδιασμού των προϊόντων (ακριβοί υπολογιστές, υπερυπολογιστές, αυτοκινητοβιομηχανία κ.λπ.), με αποτέλεσμα να ανταγωνίζεται πλέον τις δυτικές οικονομίες και σε αυτούς τους τομείς, ενώ ταυτόχρονα έχει συσσωρεύσει τρομακτικά κεφάλαια εξαιτίας του εμπορικού της πλεονάσματος και στην πραγματικότητα ελέγχει όλο και πιο πολύ και το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Δύσης. Παράλληλα, για να αντιμετωπίσει την τεράστια μόλυνση που προκάλεσε η υπερβιομηχανοποίηση και την έλλειψη σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο, επενδύει μαζικά στις εναλλακτικές πηγές ενέργειας και εμφανίζεται ως η βιομηχανική και οικονομική δύναμη του μέλλοντος.
Επιπλέον, παρότι ο Τζωρτζ Μπους ο νεώτερος εκλέχτηκε το 2000 με ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης της Κίνας, η εμπλοκή του στη θανάσιμη σύγκρουση με το Ισλάμ (Αφγανιστάν, Ιράκ) επέτρεψε στην Κίνα να κερδίσει μία τουλάχιστον δεκαετία απρόσκοπτης ανάπτυξης και μεταβολής της σε υπερδύναμη. Έτσι, η Κίνα -και εν μέρει η Γερμανία, που κατόρθωσε να αντιμετωπίσει την πρόκληση της παγκοσμιοποίησης διατηρώντας έναν σημαντικό βιομηχανικό και μάλιστα εξαγωγικό τομέα- βρέθηκε, όταν εκδηλώθηκε η πρώτη μεγάλη κρίση της παγκοσμιοποίησης το 2007-2008 με την Lehman Brothers και όσα ακολούθησαν, έτοιμη να αναλάβει αυτή την ηγεσία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, αποσπώντας την από τις ΗΠΑ. Η παγκοσμιοποίηση, η οποία εγκαινιάστηκε από τις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’70, έτεινε πλέον να μεταβληθεί σε μπούμερανγκ για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.
Δύο πτέρυγες της αμερικανικής ελίτ

Αντίθετα, οι ΗΠΑ βρίσκονται διχασμένες ανάμεσα σε δύο πτέρυγες του μεγάλου κεφαλαίου. Η μία, συνδεδεμένη με τις εταιρείες πληροφορικής και της «άυλης οικονομίας», είχε επιλέξει, απέναντι στην κρίση της παγκοσμιοποίησης, την προσπάθεια ελέγχου της Ευρώπης και της διαμόρφωσης ενός ισχυρού αμερικανοευρωπαϊκού μπλοκ, αποκλείοντας τη Ρωσία από τη Δυτική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Εξ ου και η απόσπαση της Ουκρανίας από τη Ρωσία, με αιχμή του δόρατος τον Σόρος και τις «πορτοκαλί επαναστάσεις» του, έτσι ώστε η Ε.Ε. να μεταβληθεί στην ευρωπαϊκή πτέρυγα μιας μεγάλης ευρωατλαντικής ένωσης υπό την ηγεμονία της.

Αυτή η τάση, που εκπροσωπείται από τους Κλίντον, τον Ομπάμα, το Χόλυγουντ, την Open Society του Σόρος, προσπαθεί να σπρώξει την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών προς μία αλλαγή του ενεργειακού προτύπου, αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα του φαινομένου του θερμοκηπίου, και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης με σχετικά ήπιο τρόπο. Δηλαδή, μείωση της λαθρομετανάστευσης (η Χίλαρυ Κλίντον έχει ταχθεί υπέρ του περιβόητου νόμου του τείχους με το Μεξικό) αλλά όχι μαζική εκδίωξη των ήδη παρόντων στις ΗΠΑ. Οι αντιφάσεις, όμως, και αυτής της πτέρυγας είναι βαθύτατες, δεδομένου ότι δεν έχει αντιταχθεί στην περιβαλλοντικά καταστροφική παραγωγή πετρελαίου από σχιστολιθικά κοιτάσματα, η οποία επέτρεψε στις ΗΠΑ να ξαναγίνουν και πάλι αυτόνομες ενεργειακά ως προς την παραγωγή πετρελαίου.
Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια πολιτική ήπιας ανάσχεσης της παγκοσμιοποίησης, σε αντίθεση με τα οικολογικά λογύδρια της διακυβέρνησης Ομπάμα. Δηλαδή -και αυτό ισχύει και για πολλούς άλλους τομείς της οικονομικής και πολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ- και οι Δημοκρατικοί είχαν αρχίσει να θέτουν φραγμούς στην πολιτική της παγκοσμιοποίησης! Γι’ αυτό και η νίκη του Τραμπ είχε ήδη προετοιμαστεί εν πολλοίς από τους ίδιους.
Εξάλλου, η παγκοσμιοποίηση και η αποβιομηχανοποίηση, μετά την κρίση του 2008, έπληξαν καίρια τα λαϊκά στρώματα και ένα μεγάλο μέρος των μεσαίων στρωμάτων, ιδιαίτερα στις αγροτικές και μικροαστικές περιοχές -πάρα πολλοί έχασαν τα σπίτια τους με το κραχ των τραπεζών- ενώ τα εισοδήματά τους και κυρίως οι προοπτικές τους υποβαθμίστηκαν. Εξάλλου, εκτός των οικονομικών συνεπειών, ενέπλεξαν τις ΗΠΑ σε μια ατελείωτη σειρά στρατιωτικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων σε πλανητική κλίμακα, επιτρέποντας και από αυτή την άποψη την ταχύτατη ανάδυση της Κίνας. Ένα σημαντικό λοιπόν κομμάτι των αρχουσών τάξεων των ΗΠΑ -καθόλου τυχαία η στήριξη του FBI, ή του πρώην δημάρχου Τζουλιάνι στον Τραμπ- τάχθηκε με έναν «αντιπαγκοσμιοποιητικό» υποψήφιο, ακόμα και αν έκλεινε τη μύτη του από αηδία.

Ο Τραμπ, δηλαδή το πιο «συντηρητικό» τμήμα του αμερικάνικου καπιταλισμού, μπροστά στην κρίση της παγκοσμιοποίησης ως κρίση της δυτικής ηγεμονίας, επιχειρεί «make America great again», δηλαδή, στην πραγματικότητα, να αντιμετωπίσει απευθείας και πολύ πιο ενεργητικά την κινεζική απειλή. Πρώτον, βάζοντας φραγμό στο ελεύθερο εμπόριο που οι ίδιες οι ΗΠΑ επέβαλαν τα τελευταία τριάντα-σαράντα χρόνια, έτσι ώστε να πλήξουν την κινεζική εξαγωγική βιομηχανία και την παραγωγή των δυτικών επιχειρήσεων στην ίδια την Κίνα και, δεύτερον, επιχειρώντας μια πολιτική αλλαγή μεγάλης κλίμακας, με κύριο στόχο την περικύκλωση της Κίνας. Άραγε ο Τράμπ θα επιχειρήσει μέχρι τέλους να αποσπάσει τη Ρωσία από τη συμμαχία της με την Κίνα, όπως φαίνεται να επιθυμεί;

Πάντως, είναι βέβαιο πως η στρατηγική της εγκατάλειψης της Ευρώπης στα χέρια της Γερμανίας, για την οποία έχει μιλήσει, και η μείωση της αντιπαλότητας με τη Ρωσία σχετίζονται άμεσα με τον αναπροσανατολισμό της αμερικανικής στρατηγικής προς τον Ειρηνικό Ωκεανό και την Ασία. Βεβαίως, όλες οι επιμέρους αντιφάσεις της στρατηγικής του δεν καθιστούν τόσο εύκολο αυτό τον στόχο. Πώς, επί παραδείγματι, θα μπορέσει να απεγκλωβιστεί από τη Μ. Ανατολή, την ίδια στιγμή που οι αμερικανικές επιχειρήσεις θέλουν να κάνουν κουμάντο στο πετρέλαιο και ο ίδιος εμφανίζεται φανατικός υπέρμαχος του Ισραήλ; Όπως προανέφερα, εξάλλου, ο Τζωρτζ Μπους, το 2000, εξελέγη έχοντας ως κύριο στόχο του την Κίνα και, όμως, κύριος στόχος του έγινε ο…  Σαντάμ Χουσεΐν, προσφέροντας στην Κίνα τον χρόνο που χρειαζόταν.

Πολλαπλές πολιτικές πιθανότητες

Επομένως, η άνοδος Τραμπ εκφράζει μία κρίση της παγκοσμιοποίησης, όπως τη βλέπει η Δύση – γεγονός που επιβεβαιώνεται και στις ευρωπαϊκές χώρες (Brexit, ενίσχυση της Λεπέν στην Γαλλία, κρίση του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος). Η άνοδος του Τραμπ είναι επίσης μία ήττα του πολυπολιτισμικού κατεστημένου που είχαν οικοδομήσει η φιλελεύθερη Δεξιά και η πολυπολιτισμική Αριστερά μέσα στη θερμοκοιτίδα της παγκοσμιοποίησης. Συνιστά έτσι μία αντίδραση των εθνοτικών δυνάμεων απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Όμως, αντίδραση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση δεν σημαίνει ταυτόχρονα και ενίσχυση των λαϊκών δυνάμεων ή των λαών του τρίτου κόσμου.

Η νίκη Τραμπ αποτελεί μία «δεξιά» αντίδραση στην κρίση της παγκοσμιοποίησης. Κατά την κρίση της λεγόμενης «πρώτης παγκοσμιοποίησης», της οποίας ηγούνταν η Αγγλία, στα τέλη του 19ου αιώνα, οι συνέπειες υπήρξαν καταιγιστικές: Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Ρώσικη Επανάσταση, φασισμός στην Ιταλία, ναζισμός στη Γερμανία, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η επικράτηση του Μουσολίνι ή του Χίτλερ αποτελούσε ένα στοιχείο της κρίσης των παγκοσμιοποιητικών διαδικασιών. Σήμερα έχουμε μπει ήδη στην κρίση τής, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, δεύτερης παγκοσμιοποίησης. Οι αντιδράσεις απέναντί της παίρνουν πολλαπλές και ποικίλες διαστάσεις: Έκρηξη του ισλαμισμού στις μουσουλμανικές χώρες που, μετά από μια πρώτη «αντιιμπεριαλιστική» περίοδο στην Παλαιστίνη ή στο Ιράν, κατέληξαν στον ισλαμοφασισμό του ISIS και τον οθωμανισμό του Ερντογάν. Ανάπτυξη αντισυστημικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική, στην περασμένη δεκαετία, και κρίση τους σήμερα. Κρίση των πολιτικών συστημάτων στην Ευρώπη η οποία, στις παλιές αποικιακές οικονομίες, παίρνει δεξιόστροφη έκφραση (Λεπέν στη Γαλλία, Φάραντζ στην Αγγλία κ.λπ.) ή αριστερόστροφη στις πιο αδύναμες χώρες (Ποδέμος στην Ισπανία, Σύριζα στην Ελλάδα) ή ιδιόμορφη (Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία).

Πρόκειται λοιπόν για μία κρίση επιβεβαιωμένη και αναμφισβήτητη. Όμως, η πολιτική της απόληξη δεν είναι καθόλου προδιαγεγραμμένη. Απλώς καταδεικνύει το αδιέξοδο μιας ορισμένης αντίληψης που εμμένει στη λογική του πολυπολιτισμού, των ανοικτών συνόρων, της άρνησης των ταυτοτήτων. Αυτό είναι βέβαιο. Εάν όμως την ηγεσία αυτού του κινήματος, προς την επιστροφή των ταυτοτήτων, θα την αναλάβουν δυνάμεις ικανές να επιχειρήσουν μια κοινωνική και οικολογική σύνθεση, ή αντίθετα δυνάμεις που, όπως ο Τραμπ, θα εκμεταλλευτούν αυτό το ρεύμα, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ανθρωπότητα, αυτό παραμένει άγνωστο και θα κριθεί και από την ίδια την οξυδέρκεια των λαών και των πολιτικών και ιδεολογικών ελίτ. Και αν κρίνουμε από ό,τι έχει συμβεί μέχρι τώρα, μάλλον δεν πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι.

Το φαινόμενο Τραμπ και η Ελλάδα

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα, εξαιτίας της καταστροφής που έχει προκαλέσει στη χώρα η παγκοσμιοποίηση και ακόμα περισσότερη η κρίση της, η πλειοψηφία του πληθυσμού μισεί πλέον βαθύτατα το κατεστημένο των Σόρος, Μέρκελ, Σημίτη και κομπανία δεν πρέπει να μας παρασύρει σε μια άκριτη υποστήριξη του Τραμπ. Έστω και αν είναι γεγονός πως δεν αντέχαμε καθόλου την απωθητική συστημικότητα της Κλίντον. Tο ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι αν θα αφήσουμε να λυμαίνονται τον χώρο της αντιπαγκοσμιοποίησης Ναζί σαν την Χ.Α. ή θα ενεργοποιηθούν, σήμερα, άλλες εθνοαπελευθερωτικές παραδόσεις όπως εκείνη της Αντίστασης ή του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα. Και μάλλον θα πρέπει να μας ανησυχεί το γεγονός ότι ο Πάνος Καμμένος, ως ο άνθρωπος όλων των καταστάσεων, εμφανίζεται ως ο μεγάλος οπαδός του Τραμπ στην Ελλάδα, προετοιμάζοντας ήδη την «μετασύριζα» περίοδο, όπως το έκανε «υπερασπιζόμενος την ορθοδοξία» απέναντι στους «άθεους» κυβερνητικούς συν-εταίρους του.

Πριν απ’ όλα, λοιπόν, θα πρέπει να δούμε ποια θα είναι η πολιτική του Τραμπ απέναντι στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι πιθανές συνέπειες μιας προσέγγισής του με τη Ρωσία και μια ταυτόχρονη αποστασιοποίησή του από τα ευρωπαϊκά ζητήματα; Θα ήταν πιθανή μια ειρήνευση στη Συρία και το Ιράκ, ως συνέπεια της συνεργασίας με τον Πούτιν – ειρήνευση που θα μείωνε τις προσφυγικές ροές προς την Ελλάδα; Και μήπως μια πιθανή προσέγγιση με την Ρωσία θα έδινε ίσως μεγαλύτερες ευκαιρίες και σε μια ρωσο-ευρωπαϊκή προσέγγιση, οπωσδήποτε θετική για μας; Μένει να αποδειχτεί, δεδομένων των πολλών αντιφατικών τοποθετήσεων του – όπως επί παραδείγματι η εχθρότητα προς το Ιράν, που είναι σημαντικός σύμμαχος της Ρωσίας!

Ποια στάση θα ακολουθήσει απέναντι στην Τουρκία; Αληθεύουν οι πληροφορίες για τον φιλοτουρκισμό του; Θα ενισχύσει εκ νέου τον ισραηλοτουρκικό άξονα, με ό,τι αυτό σημαίνει για Ελλάδα και Κύπρο; Κάτι τέτοιο, παράλληλα με την ενίσχυση του ρόλου της Γερμανίας, δεν θα μας προσέδενε ακόμα περισσότερο στο γερμανικό άρμα; Το βέβαιο είναι πως «όπου φτωχός και η μοίρα του». Η αποδυνάμωση του ελληνισμού δεν προαναγγέλλει κάποια θετική εξέλιξη και, όσο μεγαλύτερη γίνεται η ανισορροπία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τόσο περισσότερο οι όποιες «διευθετήσεις» των ελληνοτουρκικών θα πραγματοποιούνται σε βάρος μας. Εξάλλου, ο αντι-ισλαμισμός του Τραμπ δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα μεταφραστεί και σε αντιτουρκισμό. Διότι η Τουρκία μπορεί πάντοτε να παίζει στα δύο ταμπλό. Και του ισλάμ και της τουρκικής ταυτότητας.

Λιγότερος «ενθουσιασμός» λοιπόν από την εκλογή Τραμπ, μέχρι τουλάχιστον να δούμε τις συνέπειές της σε μεγάλα θέματα, όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη, η άνοδος του ανταγωνισμού με την Κίνα, η υλοποίηση της προσέγγισης με τη Ρωσία, και πριν από όλα οι συνέπειες της ανόδου του για την Ελλάδα, καθώς και η στάση του απέναντι στη χώρα μας.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου