Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

13 Απρ 2018


Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς

O ελληνισμός διατηρεί μια πολύ παλιά σχέση με τη Ρωσία, πάνω από χίλια χρόνια, από την εποχή του εκχριστιανισμού των Ρώσων από τον Βλαδίμηρο, το 988. Έκτοτε οι τύχες των δύο λαών συνδέθηκαν στενά, για το καλύτερο ή το χειρότερο. Και οι δύο αντιμετώπισαν τις εισβολές και την επιθετικότητα τόσο των δυτικών, όσο και, κατ’ εξοχήν, των «ανατολικών» τους αντιπάλων: Στην Ελλάδα, τους σταυροφόρους, από τα δυτικά, και τα τουρκικά φύλα στα ανατολικά, που μετά από απόπειρες τετρακοσίων χρόνων, με αφετηρία το Ματζικέρτ το 1071, θα επιτύχουν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης.

Οι Ρώσοι θα αντιμετωπίσουν και αυτοί μια ανάλογη διττή επιβουλή. Από τους Τεύτονες ιππότες και τους Σουηδούς στα δυτικά και τους τουρκικής καταγωγής Μογγόλους στα ανατολικά. Και τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Ρώσοι, δέθηκαν στενά με την Ορθοδοξία, που ταυτίστηκε οιονεί με την εθνική τους ταυτότητα, ενώ η κοινότητα των αντιπάλων τους διαμόρφωσε μία εθνική ευαισθησία ταυτόχρονα αντιδυτική και αντίισλαμική ή αντιτουρκική. Όμως, οι ιστορικές τύχες των δύο λαών υπήρξαν εντελώς διαφορετικές.

Οι Ρώσοι, στο κέντρο μίας αχανούς πεδιάδας ηπειρωτικών διαστάσεων, θα συγκροτήσουν ένα ανάλογων διαστάσεων κράτος, το οποίο, από τον Ιβάν τον Τρομερό και στο εξής, θα επεκτείνεται, τόσο προς τα δυτικά, όσο και, κυρίως, προς τα νότια και τα ανατολικά, υποτάσσοντας και έναν μεγάλο αριθμό τουρκόφωνων και ισλαμικών πληθυσμών γενικότερα. Για πολλούς αιώνες, θα βρεθεί σε ανοικτή αντιπαράθεση με τις δύο μεγάλες ισλαμικές αυτοκρατορίες στα νότια σύνορά της, το Ιράν και κυρίως την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία, τη στιγμή της μεγαλύτερης εξάπλωσής της, έφτανε μέχρι τα νότια σύνορα της τότε Πολωνίας.

Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου και της Μεγάλης Αικατερίνης, στους πολέμους που ξέσπασαν η Ρωσία θα εκδιώξει την Οθωμανική Αυτοκρατορία από τη νότια Ρωσία και τα βόρεια και βορειοανατολικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας.Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες, ζώντας σε μια εντελώς διαφορετική γεωγραφική πραγματικότητα, στον διάσπαρτο χώρο του Αιγαίου και της ελλαδικής χερσονήσου, θα χάσουν, από τον ενδέκατο μέχρι τον δέκατο τρίτο αιώνα, το μόνο ηπειρωτικό βάθος που διέθεταν, δηλαδή τη Μικρά Ασία. Το επίκεντρο του ελληνισμού θα μεταφερθεί στα στενά όρια της ελλαδικής χερσονήσου, δηλαδή της αρχέγονης κοιτίδας του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι κατέστη σχεδόν αναπόφευκτη η υποταγή των Ελλήνων, αρχικώς στους Δυτικούς (μετά το 1204), και στους Οθωμανούς (μετά το 1453).

Πλέον, η σχέση Ρώσων και Ελλήνων θα αντιστραφεί και οι τελευταίοι, μετά τον 18ο αιώνα, θα προσβλέπουν σχεδόν αποκλειστικά στους πρώτους για την απελευθέρωση τους. Οι Δυτικοί, αντίθετα, που συγκρούονταν με τους Τούρκους –αρχικώς η Ισπανία και κυρίως η Βενετία–, θα πάψουν να αποτελούν αντίπαλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, μπροστά στον «ρωσικό κίνδυνο», από τον 18ο αιώνα και μετά, θα στηρίζουν την ακεραιότητα της τελευταίας. Εξάλλου, η οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων, από τα μέσα του 18ου αιώνα, θα τους μεταβάλει σε άμεσους ανταγωνιστές των Άγγλων και Γάλλων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, θα διαμορφωθεί η προσδοκία μιας πιθανής απελευθέρωσης των Ελλήνων στηριγμένης στα ρωσικά στρατεύματα, ενώ οι Ρώσοι θα θεωρούν τους Έλληνες προνομιακούς συμμάχους τους στην προσπάθεια καθόδου τους προς τις «θερμές θάλασσες» και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, που θα άνοιγε τον δρόμο γι’ αυτές.

Από τα Ορλωφικά στην Επανάσταση

Ωστόσο, η σχέση υπήρξε θεμελιωδώς ανισόμετρη. Η Ρωσία ήταν μία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, με τάσεις επέκτασης, ενώ οι Έλληνες παρέμεναν υποτελείς στους Οθωμανούς και εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό, ακόμα και οικονομικά, από τη Ρωσία, όπως φάνηκε και στη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή και στην εγκατάσταση Ελλήνων στη νότια Ρωσία και την Οδησσό.

Αυτή η θεμελιακή ανισότητα μεταξύ των δύο λαών θα καταφανεί στους δύο μεγάλους πολέμους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που επιχείρησε η Ρωσία με τη συνδρομή των Ελλήνων, επί Μεγάλης Αικατερίνης (τέλη 18ου αιώνα): αρχικώς στα Ορλωφικά (1769-1774) και επιγενέστερα στον «Πόλεμο των τριών Ιμπερίων» (της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσίας εναντίον των Οθωμανών, 1788-1792).

Και στις δύο περιπτώσεις, οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν– μαζικότερα στην πρώτη με την επανάσταση της Πελοποννήσου και του Δασκαλογιάννη στην Κρήτη, αλλά και στη δεύτερη, κυρίως με τον Λάμπρο Κατσώνη. Ωστόσο, και στις δύο, η ρωσική συμμετοχή υπήρξε πολύ μικρή και η Ρωσία, αφού κέρδισε εδάφη στη Μαύρη Θάλασσα, εγκατέλειψε τους Έλληνες στην τύχη τους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στη περίπτωση των Ορλωφικών, υπέστησαν μία κυριολεκτική εκατόμβη, με δεκάδες χιλιάδες θύματα και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες.

Κατεδείχθη, λοιπόν, πως ναι μεν οι Ρώσοι αποτελούσαν στρατηγικούς συμμάχους των Ελλήνων, αλλά η σχέση ήταν ανισοβαρής και η συμμαχία έμενε στον αέρα όποτε τα κρατικά συμφέροντα της Ρωσίας το επέβαλλαν. Ακόμα πιο χαρακτηριστική υπήρξε η σχέση Ελλήνων και Ρώσων λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ρωσία, ιδιαίτερα η νότια και οι ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας, αποτέλεσαν τη βάση για την αρχική συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας (που, καθόλου τυχαία, ιδρύθηκε στην Οδησσό). Ωστόσο, με βάση τις ευρύτερες ευρωπαϊκές συμμαχίες της Ρωσίας (ιδιαίτερα μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, το 1815), ο τσάρος Αλέξανδρος θα αρνηθεί να υποστηρίξει την Ελληνική Επανάσταση και θα επιτρέψει στα οθωμανικά στρατεύματα να εισέλθουν στη Μολδοβλαχία και να καταστείλουν βίαια τις δυνάμεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη, δεδομένου ότι μόνο με αυτή την άδεια επιτρεπόταν η είσοδος του οθωμανικού στρατού στις ηγεμονίες.

Ο φόβος των Ρώσων

Ο φόβος των Ρώσων να εμπλακούν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση είχε τρεις βασικές αφετηρίες. Πρώτον, στα πλαίσια της Ιεράς Συμμαχίας, τον γενικότερο φόβο των επαναστάσεων από τις ευρωπαϊκές αριστοκρατίες, μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων (1815) και τις επαναστατικές εκρήξεις στην Ιταλία, την Ισπανία και αλλού. Δεύτερον, τη συμμετοχή της Ρωσίας στη πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας και ιδιαίτερα του Μέτερνιχ ενάντια στην αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τρίτον, στον φόβο της όξυνσης των σχέσεων με τους τουρκόφωνους και μουσουλμανικούς πληθυσμούς στο εσωτερικό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (παράγοντας που συνήθως αγνοείται για την εκτίμηση της ρωσικής πολιτικής από τότε μέχρι σήμερα, και τον οποίο είχε αποκαλύψει ο τσάρος Αλέξανδρος στον Καποδίστρια από το 1815).

Το αποτέλεσμα ήταν ότι, η Ελληνική Επανάσταση, όχι μόνο έμεινε αβοήθητη από τους Ρώσους, αλλά και η στάση της ουδετερότητας, που κράτησε η Ρωσία μέχρι το 1826 και τον θάνατο του τσάρου Αλεξάνδρου, υποχρέωσε σε μεγάλο βαθμό τους Έλληνες να στραφούν προς την Αγγλία για στήριξη, γεγονός που θα οδηγήσει και στο «ψήφισμα της υποτέλειας» του 1825.

Θα χρειαστεί να ανέβει στην εξουσία ο τσάρος Νικόλαος, ώστε η Ρωσία, μπροστά στον κίνδυνο να στραφούν οι Έλληνες οριστικά προς τους Αγγλογάλλους, να μεταβάλει την πολιτική της και να πιέσει προς τη κατεύθυνση μίας ενεργότερης αντιμετώπισης των Οθωμανών, με πρώτο απτό αποτέλεσμα τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και, στη συνέχεια, τον ρωσοτουρκικό πόλεμο που το 1829 –με τα ρωσικά στρατεύματα στις πόρτες της Αδριανούπολης–, θα υποχρεώσει τον σουλτάνο να αναγνωρίσει την ελληνική ανεξαρτησία.

Από τον Κριμαϊκό πόλεμο στον πανσλαβισμό

Για ορισμένες δεκαετίες, η Ρωσία θα λειτουργεί υποστηρικτικά προς τις ελληνικές διεκδικήσεις και ο βασιλιάς Όθωνας θα μετακινηθεί προς τη ρωσική πλευρά, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη μήνιν των Άγγλων και των Γάλλων, οι οποίοι, όχι μόνο θα πραγματοποιήσουν εισβολή και κατοχή στην Ελλάδα, το 1854-1857, στο πλαίσιο του κριμαϊκού πολέμου (υποχρεώνοντας την ελληνική κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις εξεγέρσεις στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία), αλλά και θα υποχρεώσουν την Ελλάδα να τους ακολουθήσει στη συμμαχία τους με την Οθωμανική Αυτοκρατορία εναντίον της Ρωσίας. Έκτοτε, η ρωσική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα θα μεταβληθεί άρδην για πολλές δεκαετίες.

Στο πλαίσιο του πανσλαβισμού, που πλέον έχει εδραιωθεί, καθώς και της ενίσχυσης των εθνικών ταυτοτήτων των σλαβικών λαών (ιδιαίτερα της Βουλγαρίας), η ρωσική πολιτική θεωρεί τους Έλληνες ταυτισμένους με τη Δύση και υποστηρίζει τον βουλγαρικό εθνικισμό και επεκτατισμό, όχι μόνο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και εναντίον των Ελλήνων.

Τότε και παραχώρησε όλη τη βόρεια Ελλάδα στους Βουλγάρους με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, μετά τη συντριπτική ήττα των Οθωμανών στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878. Παρ’ ότι αυτή η συνθήκη θα αναιρεθεί με τη Συνθήκη του Βερολίνου λίγους μήνες αργότερα, η Βουλγαρία θα ενισχυθεί και η Ρουμανία θα καταστεί ανεξάρτητη. Τα νέα αυτά κράτη, σε συνεργασία με τους Ρώσους, θα εκδιώξουν ή θα περιορίσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς.

Έτσι η Ρωσία, από «προαιώνιος» προστάτης των Ελλήνων και των ορθοδόξων, θα μετακινηθεί προς μία πανσλαβιστική πολιτική, η οποία θα διαρκέσει για αρκετές δεκαετίες, μέχρις ότου οι Βούλγαροι εγκαταλείψουν τη Ρωσία και συμμαχήσουν με τους Γερμανούς (πριν και κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου). Με άλλα λόγια, αυτό που καταδείχτηκε ήταν πως η Ρωσία δεν ακολουθούσε μία πολιτική υπαγορευμένη κυρίως από την πολιτιστική και θρησκευτική συνάφεια με τους Έλληνες, αλλά, πολύ περισσότερο, με βάση τα άμεσα κρατικά συμφέροντά της και εν μέρει με τη φυλετική συνάφεια των Ρώσων με άλλους σλαβικούς πληθυσμούς. Αυτό παρ’ ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού παραμένει φιλορωσική.

Οι Ρώσοι δεν ασκούν, όπως συνήθως συμβαίνει με τις μεγάλες δυνάμεις, μία πολιτική στηριγμένη, πρωτίστως, στη πολιτισμική συνάφεια, αλλά στα στενά κρατικά τους συμφέροντα και έτσι δημιουργείται μία παράδοξη συνθήκη, που μοιάζει να συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Οι Ρώσοι αντιμετωπίζουν τους Έλληνες ως μία φιλοδυτική κρατική οντότητα, ενώ οι Δυτικοί, από την πλευρά τους, δυσπιστούν απέναντι στους Έλληνες, τους οποίους θεωρούν φιλορώσους και ταυτισμένους μαζί τους, λόγω Ορθοδοξίας!

Γι’ αυτό, ακόμα και μέχρι σήμερα, όλες οι δυτικές πρεσβείες θα παρακολουθούν με ιδιαίτερη επιμονή τα τεκταινόμενα στο Άγιον Όρος, και όπως ο Χάντιγκτον, θα κατατάσσουν τους Έλληνες πολιτισμικά στον ίδιο χώρο με τη Ρωσία. Η τελευταία μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε η σύγκρουσή τους κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρις ότου η επανάσταση των μπολσεβίκων και η κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας οδηγήσουν σε μία πρόσκαιρη συμμαχία μεταξύ τους και, ταυτόχρονα, σε αντιπαράθεση με την Ελλάδα, που ήταν σύμμαχος της Αντάντ.

Από τον Λένιν στον Πούτιν

Για είκοσι περίπου χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η σοβιετική πλέον Ρωσία, θα αντιμετωπίζει την Ελλάδα και τους Έλληνες μάλλον εχθρικά, επιμένοντας, στο Μακεδονικό, υπέρ των Βουλγάρων και τη συμμαχία με τα σλαβικά έθνη, ενώ σταδιακώς θα καταπέσουν οι συμμαχικοί δεσμοί της με τους Τούρκους, που θα στραφούν εκ νέου προς τη Δύση και τη Γερμανία.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Έλληνες θα βρεθούν σύμμαχοι με την ΕΣΣΔ, αλλά και με τους Δυτικούς ταυτόχρονα, ενώ η ενίσχυση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ κατά τη διάρκεια της κατοχής θα αναθερμάνει και πάλι τα φιλορωσικά αισθήματα των Ελλήνων. Η Ρωσία θα ξαναμπεί στην ελληνική πολιτική ζωή, μια και ένα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού και κατά τεκμήριο το πλέον δραστήριο, εκείνο της ενισχυμένης ελληνικής αριστεράς, θα μεταβάλει τη Ρωσία, στη σοβιετική της εκδοχή, όχι μόνο σε πολιτισμικό αλλά και σε πολιτειακό πρότυπό του.

Στη διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και του 1960, οι Έλληνες θα χωρίζονται σε φιλορώσους και φιλοαμερικανούς, σε μία πρωτοφανή κλίμακα. Εξάλλου, η θετική στάση της σοβιετικής Ρωσίας απέναντι στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων, καθώς όχι απλώς στρεφόταν εναντίον μίας δυτικής χώρας –της Αγγλίας–, αλλά και υπονόμευε τη συνοχή του ΝΑΤΟ, θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τα φιλορωσικά αισθήματα των Ελλήνων.

Όμως, οι Ρώσοι δεν θα συνταχθούν ποτέ με το αίτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και θα στηρίξουν όλες εκείνες τις δυνάμεις που, στην Κύπρο και την Ελλάδα, θα προκρίνουν την πολιτική μιας «ανεξάρτητης Κύπρου». Πολιτική που όχι μόνο θα ακολουθεί το ΑΚΕΛ στην Κύπρο και σταδιακώς και η ΕΔΑ στην Ελλάδα μετά το 1965, αλλά και βρίσκεται πίσω από τη στήριξη στις ανεξαρτησιακές τάσεις του Μακαρίου, όπως και στη σιωπηρή συναίνεση της ΕΣΣΔ στη τουρκική εισβολή, καθώς το νησί απειλούνταν με «ΝΑΤΟποίηση» σε περίπτωση ένωσης με την Ελλάδα. Βεβαίως, η αντίθεση της ΕΣΣΔ με την Τουρκία ήταν προφανής, μια και η Τουρκία, όχι μόνο είχε εισέλθει στο ΝΑΤΟ, αλλά αποτελούσε και την κατεξοχήν βάση των αμερικανικών πυραύλων και των πυρηνικών όπλων που στρέφονταν εναντίον της.

Με τη μεταπολίτευση, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η Ρωσία, τόσο στη σοβιετική περίοδό της, όσο και μετά από αυτήν, για ένα μεγάλο διάστημα θα είναι αντίπαλος της Τουρκίας. Στο Κυπριακό η ρώσικη πολιτική θα υποστηρίζει σταθερά τη διατήρηση μιας ανεξάρτητης Κύπρου, όπως έχει φανεί από τη στάση της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, γεγονός που θα ενισχύει τα φιλορωσικά αισθήματα των Ελλήνων στην Κύπρο και την Ελλάδα. Παράλληλα, θα διατηρεί και μια σταθερή αντίθεση με τους Τούρκους εξαιτίας της ανάπτυξης του ισλαμισμού στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία γενικότερα, περιοχή η οποία διατηρεί στενές σχέσεις με την Τουρκία.

Ωστόσο, τα τελευταία δέκα χρόνια η Τουρκία απομακρύνεται σταδιακώς από την ταύτιση με τις αμερικανικές και ισραηλινές επιδιώξεις και μέσω του ισλαμισμού παρεμβαίνει πλέον όλο και ενεργητικότερα στα ζητήματα της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Σε αυτό το νέο πλαίσιο η ρωσική πολιτική όχι μόνο προωθεί την ανάπτυξη των εμπορικών και ευρύτερα οικονομικών σχέσεών της με την Τουρκία, αλλά κάνει τα πάντα για να την αποσπάσει από τη Δύση και ει δυνατόν να προκαλέσει μία μείζονα κρίση στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα μετά την ουκρανική περιπέτεια.

Η μετασοβιετική Ρωσία

Το ζήτημα της Ουκρανίας υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για τη ρωσική πολιτική. Η προσπάθεια της Δύσης και κατεξοχήν των Αμερικανών να αποκόψουν την Ουκρανία από τη Ρωσία (της οποίας το Κίεβο θεωρείται η αρχική κοιτίδα), στοχεύει σε μία γεωπολιτική ανατροπή της οποίας δεν έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις διαστάσεις. Η αποκοπή της Ρωσίας από την Ευρώπη –στον βαθμό που η ρήξη με την Ουκρανία καταστεί τελεσίδικη–, πράγμα που επιδιώκουν οι ΗΠΑ για να διατηρούν τον έλεγχο της Ευρώπης, οδηγεί σε μία μεγάλης κλίμακας πολιτική ανατροπή.

Η Ρωσία, κατά τη μετά Γκορμπατσόφ περίοδο, στρεφόταν σε μία πολιτική ενσωμάτωσης στους υπό δυτικό έλεγχο διεθνείς οργανισμούς και προς μια τουλάχιστον οικονομικής διάστασης συμμαχία με την Ευρώπη και κατεξοχήν τη Γερμανία. Προσπαθούσε έτσι να συμπράξει σε έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, όπου αυτή θα λειτουργούσε ως η πηγή ενέργειας και πρώτων υλών για ολόκληρη την ήπειρο και έτσι θα έδινε τη δυνατότητα για μια αυτόνομη ευρωπαϊκή πολιτική έναντι των ΗΠΑ.

Η Αμερική, από τη πλευρά της, προσπάθησε να κάνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να αποκόψει τη Ρωσία από την Ευρώπη. Προς αυτή την κατεύθυνση έκανε τα αδύνατα δυνατά για να ενσωματωθούν οι χώρες τις Ανατολικής Ευρώπης στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και προπαντός να αποκόψει την Ουκρανία, που αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, από την τελευταία.

Γνωρίζουμε ότι έκτοτε επιδεινώθηκαν δραματικά οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση γενικότερα, εξεδιώχθη από τη Σύνοδο των G-8 και επιστρέψαμε σε ένα είδος Ψυχρού Πολέμου. Απέναντι σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, η Ρωσία αναπροσαρμόζει συνολικά τη στρατηγική της: Επιστρέφει στη Μέση Ανατολή, όπως συνέβη μέσα από την εμπλοκή της στον πόλεμο της Συρίας και στρέφει συνολικά την πολιτική της προς την Ανατολή. Ενισχύει τη σχέση της με την Κίνα, παρ’ ότι γνωρίζει τον υπαρκτό κίνδυνο δορυφοροποίησής της από αυτήν σε βάθος χρόνου. Ταυτόχρονα, εγκαινιάζει και δύο νέες συμμαχίες, με το Ιράν και την Τουρκία του Ερντογάν. Δηλαδή, η ρωσική εξωτερική πολιτική «ανατολικοποιείται».

Φανατικοί «αντιρώσοι» και άκριτοι «φιλορώσοι»

Επρόκειτο για μια εξέλιξη απολύτως αρνητική για την Ελλάδα, διότι τείνει να την περιορίσει σε μία πολιτική στραμμένη αποκλειστικά προς τη Δύση ή ακόμα και προς το Ισραήλ, ενώ βαθαίνει το χάσμα με τη Ρωσία και δίνει τη δυνατότητα στην Τουρκία να γίνει πολύ πιο επιθετική, έχοντας εξασφαλίσει τα νώτα της από την τελευταία. Επαναλαμβάνεται κατά κάποιον τρόπο, επί τα χείρω, αυτό που είχε συμβεί στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του ’21.

Προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργούν και μία σειρά από άλλοι παράγοντες, όπως το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με τον Βαρθολομαίο να παίζει το παιχνίδι των Αμερικανών συγκρουόμενος με το Πατριαρχείο της Μόσχας, αποδυναμώνοντας έτσι και την πολιτισμική παράμετρο του δεσμού των Ελλήνων με τους Ρώσους. Για να μη μιλήσουμε για τις αρνητικές συνέπειες που έχει η ρώσικη πολιτική για τους Κούρδους που παραμένουν οι σταθεροί σύμμαχοί μας στην περιοχή και αποτελούν ένα μόνιμο αγκάθι για την Τουρκία.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, το πολιτικό σύστημα και ένα μεγάλο μέρος των ελίτ της χώρας προωθεί μια άκριτη πολιτική απόλυτης ταύτισης με τη Δύση που θα μας προστατεύσει δήθεν απέναντι στην Τουρκία, ενώ από την άλλη πλευρά, εξίσου άκριτα, ένα «ρωσόφιλο» τμήμα επιμένει σε μία πολιτική ταύτισης με τον Πούτιν, αγνοώντας τις πραγματικότητες που προαναφέραμε. Πολλοί μάλιστα, στη γνωστή λογική του ραγιαδισμού, φτάνουν να υποτιμούν τον κίνδυνο της Τουρκίας, επειδή αυτή έχει καλές σχέσεις με τη Ρωσία του Πούτιν!

Και οι δύο αυτές οπτικές είναι βαθύτατα λανθασμένες διότι, από τη μια πλευρά υποτιμούν την πολιτισμική και γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας, που δεν της επιτρέπει την απόλυτη ταύτιση με τη Δύση και τους Αμερικανούς. Η Ελλάδα ναι μεν «ανήκει στη Δύση» από την άποψη της ένταξής της στους οργανισμούς της, αλλά δεν είναι «δυτική χώρα» από την άποψη της γεωπολιτικής και του πολιτισμού.

Είναι μία χώρα των συνόρων, και σαν τέτοια είναι υποχρεωμένη να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία και να ενισχύει τους πολιτισμικούς δεσμούς της με τον ρωσικό λαό. Ενώ, βέβαια, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αγνοεί το γεγονός, πως σε ό,τι αφορά την Τουρκία ή ακόμα και τα Σκόπια, τα ρώσικα συμφέροντα δεν ταυτίζονται με τα δικά μας και κάποτε είναι και ανταγωνιστικά. Πρόκειται για μία κατάσταση εξαιρετικά δύσκολη, που κινείται κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Ποια θα μπορούσε να είναι άραγε η πολιτική μας;

Επανασύνδεση Ρωσίας - Ευρώπης

Καταρχάς, για εμάς, έχει αποφασιστική σημασία μία επανασύνδεση της Ρωσίας με την Ευρώπη, η οποία όχι μόνο θα μείωνε τους κινδύνους πολεμικών αναφλέξεων, αλλά και θα αναπροσανατόλιζε τη ρωσική πολιτική πέρα από μία «επιστροφή» στο «μογγολικό παρελθόν» (δηλαδή μία αποκλειστική συμμαχία με μουσουλμανικές και μη δυτικές χώρες). Είναι προς το συμφέρον μας να ανασυνδεθεί η Ρωσία με την Ανατολική Ευρώπη και την Ουκρανία και αυτό αποτελεί σε βάθος χρόνου συμφέρον για ολόκληρη την Ευρώπη, που διαφορετικά θα μένει γεωπολιτικά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.

Έτσι, η Ελλάδα πρέπει, με όση φωνή διαθέτει, να αντιστρατεύεται τον Ψυχρό Πόλεμο που σήμερα τείνει και πάλι να αναπτυχθεί. Παράλληλα, θα πρέπει να αναπτύξουμε κατά το δυνατόν τους πολιτισμικούς δεσμούς μας με τον ρώσικο λαό, πιέζοντας και για μια αλλαγή της πολιτικής του Πατριαρχείου. Έτσι, θα ενισχυθούν εκείνες οι δυνάμεις που στο εσωτερικό της Ρωσίας, ακόμα και στους κυβερνητικούς κύκλους της, δεν βλέπουν με καλό μάτι την προσέγγιση με τον ισλαμοφασισμό του Ερντογάν.

Στόχος μας πρέπει να είναι σε βάθος χρόνου η ενοποίηση της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας), και όχι η στροφή της Ρωσίας σε συμμαχίες με το Ισλάμ και την «Ανατολή» γενικότερα (χαρακτηριστική ως προς αυτό και απόλυτα αρνητική, είναι η στροφή του Ντούγκιν, από τη συμμαχία μεταξύ Ρώσων και Ελλήνων ορθοδόξων, στη συμμαχία της ρωσικής ορθοδοξίας με το τουρκικό Ισλάμ).

Στο μεταξύ βέβαια θα είμαστε υποχρεωμένοι να συνάπτουμε συμμαχίες με όλους εκείνους των οποίων τα συμφέροντα αντιπαρατίθενται με τον τουρκικό επεκτατισμό και, ει δυνατόν, να κινητοποιήσουμε τη Γαλλία προς μία τέτοια κατεύθυνση και να ενισχύσουμε κατά το δυνατόν τη στρατιωτική συγκρότηση της Ευρώπης έξω και πέρα από το ΝΑΤΟ.

Εν κατακλείδι, συνεχίζουμε να είμαστε «σχισμένοι» ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση της Ευρώπης, ανάμεσα στα άμεσα συμφέροντά μας και τη πολιτισμική μας ταυτότητα. Αυτό το σχίσιμο δεν μπορεί να αρθεί όσο η Ευρώπη θα παραμένει διαιρεμένη. Στο μεταξύ, πρέπει να παραμένουμε σταθερά προσκολλημένοι στα εθνικά μας συμφέροντα και να απορρίπτουμε τόσο τις αμερικανόφιλες ψυχροπολεμικές σειρήνες όσο και τους άκριτους υπερασπιστές της πουτινικής ριαλπόλιτικ. Για μας, επειδή είμαστε πλέον ένα μικρό έθνος μεταξύ Ανατολής και Δύσης, το πρώτο και αποφασιστικό στοιχείο είναι η συνειδητοποίηση αυτής μας της ιδιαιτερότητας και η διαμόρφωσης μιας στρατηγικής ανεξάρτητης για να μπορεί να είναι πολυδιάστατη.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



1 Απρ 2018


Κομβικό ρόλο σε αυτή τη νέα περίοδο της συγγραφικής δραστηριότητας και της προσωπικής εξέλιξης του Παναγιώτη Κονδύλη θα παίξει το κείμενό του, «Ελληνοτουρκικός πόλεμος», που δημοσιεύει ως επίμετρο στη Θεωρία του Πολέμου, κείμενο γραμμένο αμέσως μετά την εθνική ταπείνωση των Ιμίων, το 1996, που θα τον κάνει ευρύτερα γνωστό και θα προκαλέσει σκληρές δημόσιες διαμάχες και αντιπαραθέσεις. Καταγράφει χωρίς κανένα ψιμύθιο τη σταδιακή υπαγωγή του συρρικνωμένου ελληνικού κόσμου στην τουρκική επικυριαρχία – αυτό που αποκαλούσαμε ήδη «ισλαμο-κεμαλισμό» και που θα γίνει γνωστός αργότερα ως νεο-οθωμανισμός. Αφού έχει καταγράψει απροκατάληπτα τη σταδιακή και ραγδαία επιδείνωση του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας στο δημογραφικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, επιστρέφει χωρίς παρωπίδες στη μοιραία σχέση ελληνικού έθνους και ελλαδικού κράτους:

Με αυτήν την έννοια, το γεωπολιτικό δυναμικό της ελληνικής πλευράς αποτυπωνόταν κατά τον 19ο αι., και ίσαμε το σημαδιακό έτος 1922, πολύ περισσότερο στο έθνος παρά στο κράτος. Το έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος, απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακμαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης… Το έθνος συνέπεσε εν τέλει με το κράτος όχι γιατί το κράτος διευρύνθηκε, αλλά γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε και συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη (1955) και την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. (1).

...Πράγματι, ο πυρήνας του ελληνικού ζητήματος θα πρέπει να αναζητηθεί στις ίδιες τις παθογένειες του ελληνικού κράτους που «δεν στάθηκε σε καμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. [...] Η αποδεδειγμένη ανικανότητα του ελληνικού κράτους να υπερασπίσει το ελληνικό έθνος –δηλαδή να επιτελέσει την κατ’ εξοχήν αποστολή του– συνιστά τον ανησυχητικότερο οιωνό για το μέλλον» (2). Και από τη στιγμή που έχει κλείσει ο κύκλος της εξωτερικής συρρίκνωσης, ακολουθεί αναπότρεπτα, εξαιτίας των δημογραφικών και οικονομικών παθογενειών του παρασιτικού καταναλωτικού προτύπου, η συρρίκνωση στο ίδιο το εσωτερικό του ελληνικού κράτους, «γιατί ήδη το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του» (3). O παρασιτικός καταναλωτισμός έχει διαβρώσει όχι μόνο τις ελίτ της χώρας αλλά το ίδιο το λαϊκό σώμα σε αυξανόμενο βάθος και έκταση:

Ο κυριότερος αντίπαλος μιας εθνικής στρατηγικής δεν είναι άλλος από τον παρασιτικό καταναλωτισμό, ο οποίος σε ένα «φθίνον έθνος», όπως το ελληνικό, οδηγεί αναπόφευκτα στην υπερχρέωση. Ο όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει [...] παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό (4).

Ο μοναδικός τρόπος για να αποφευχθεί, έστω in extremis, η κατάρρευση είναι η αλλαγή του παραγωγικού, του εκπαιδευτικού και του κοινωνικού/δημογραφικού μοντέλου, δηλαδή ένας ενδογενής εκσυγχρονισμός, διαφορετικά θα ακολουθήσει η αδήριτη νέμεση της κατάρρευσης:

Αν ο Ελληνισμός θέλει να επιβιώσει ως διακεκριμένη ταυτότητα, το πρώτο που θα έπρεπε να κάμει θα ήταν να παράγει όσα τρώει. Δεν εννοώ διόλου κάποιαν οικονομική «αυτάρκεια» με την παλαιά έννοια, αλλά την απαλλαγή από την πολιτική και την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού. [...] Ειδάλλως είναι αναπόφευκτη η πτώση στα κατώτερα σκαλιά του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, η καταχρέωση και η πολιτικοστρατιωτική εξάρτηση. … Η αναστροφή της απαιτεί γενναία παραγωγική προσπάθεια, προηγμένη τεχνογνωσία και ριζική θεσμική εξυγίανση, καθώς και ένα εκπαιδευτικό σύστημα εντελώς διαφορετικού επιπέδου (5).

... Η θεωρητική του απομάκρυνση από τις κυρίαρχες ιδεολογίες λειτούργησε ως όχημα για μια «ψυχρή», αποστασιοποιημένη και περισσότερο αντικειμενική θεώρηση των διεθνών σχέσεων και της θέσης του ελληνικού έθνους-κράτους στον κόσμο. Όποιος δεν διαθέτει επαρκή εσωτερική δυναμική δεν πρόκειται να διασωθεί από την «ευρωπαϊκή ενοποίηση»:

Έτσι τίθεται και πάλι, από άλλους δρόμους και με άλλες συντεταγμένες, το κλασσικό πρόβλημα της εθνικής επιβίωσης, το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι θα λύσουν άνετα και πρόσχαρα με την «ευρωπαϊκή ενοποίηση».... Όποιος δεν θέλει να συγχέει τις ευχές του με την πραγματικότητα οφείλει να διαπιστώσει ότι… το έθνος, ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και συνεπώς η επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοκοινωνικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων, διόλου δεν έχουν πρακτικά ξεπερασθεί ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε παγκόσμιο επίπεδο (6).

Και προφανώς καμιά εσωτερική ανασυγκρότηση δεν είναι δυνατό να ευοδωθεί όσο διαιωνίζονται οι μηχανισμοί της δημογραφικής συρρίκνωσης:

...Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από δεκαετίες ο Ελληνισμός βρίσκεται σε διαδικασία γεωπολιτικής συρρίκνωσης και γνωρίζουμε από τώρα με βεβαιότητα ότι μία τουλάχιστον συνιστώσα της συρρίκνωσης αυτής θα προεκταθεί περίπου ευθύγραμμα: η δημογραφική. Αυτό δεν μπορεί να μην έχει ορισμένες συνέπειες, όταν... η Τουρκία θα αριθμεί δεκαπλάσιους κατοίκους από την Ελλάδα... (7)

Βασισμένος στην αντικειμενική, κατά το δυνατόν, θεώρηση των μηχανισμών την παρακμής του ελλαδικού κράτους, καταλήγει στο προφανές συμπέρασμα πως ακόμα και εάν, μελλοντικά, τα εθνικά κράτη παύσουν να αποτελούν το προνομιακό όχημα της συνομάδωσης των ανθρώπων, η Ελλάδα κινδυνεύει με εθνική έκπτωση, πολύ πριν από τα υπόλοιπα έθνη-κράτη, γι’ αυτό και απειλείται με εθνικό ακρωτηριασμό:

Δεν είμαι «εθνικιστής», και δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου αν με τη συναίνεση όλων καταλύονταν τα εθνικά σύνορα και οι εθνικοί στρατοί. Όμως είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα η κατάργηση ενός εθνικού κράτους μαζί με όλα τα άλλα και η διάλυση ή ο ακρωτηριασμός του γιατί ένα γειτονικό κράτος είναι ισχυρότερο και επιθετικότερο (8).

Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ένταξη σε αυτήν δεν είναι ικανή να αποτρέψει την εθνική μας παρακμή και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται· αντίθετα, όπως κατεδείχθη από τις πρόσφατες περιπέτειές μας, η Ε.Ε. είναι ικανή για την πιο ανάλγητη κερδοσκοπική συμπεριφορά απέναντι στην Ελλάδα – την οποία είχε εν πολλοίς προβλέψει με εκπληκτική ευστοχία, έχοντας προ οφθαλμών τη στάση των Ευρωπαίων εταίρων έναντι της Ελλάδας, στη γιουγκοσλαβική κρίση, το Μακεδονικό και βέβαια στις ελληνοτουρκικές αντιθέσεις.

Ιδιαίτερα βαρύνουσες θα ήσαν οι συνέπειες, αν αυτή τη φορά σε... αντιπάλους μεταβάλλονταν μερικοί από τους σημαντικότερους εταίρους, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίοι θα έκαναν (όπως είναι πιθανότατο ότι θα κάνουν) δύο πράγματα: αφ’ ενός θα αγνοούσαν ό,τι οι Έλληνες θεωρούν ως εθνικά τους δίκαια, υιοθετώντας στα αντίστοιχα ζητήματα είτε τη θέση των αντιπάλων της Ελλάδας είτε εν πάση περιπτώσει θέση σύμφωνη με τα δικά τους περιφερειακά συμφέροντα· και αφ’ ετέρου θα αρνούνταν να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τον ελληνικό παρασιτικό καταναλωτισμό, επιβάλλοντας στην ελληνική οικονομία αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως και επαναφέροντας το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στο ύψος που επιτρέπουν οι δυνατότητές της (9). [...]

Βεβαίως, μία τέτοια νηφάλια διαπίστωση κάθε άλλο παρά πρέπει να οδηγήσει σε μία –διόλου νηφάλια– διάθεση αποκοπής από κάθε συμμαχία και κάθε είδους ένταξη σε υπερεθνικούς οργανισμούς. Αλλά…, μόνο μία ισχυρή (και στην ανάγκη αυτάρκης) Ελλάδα θα προσδώσει πολιτικό βάρος στην ευρωπαϊκή ένταξη, όντας σεβαστή στους εταίρους της... Ίσως να φαίνεται παράδοξο αλλά, στο πλαίσιο μιας τελεσφόρας και μακρόπνοης εθνικής πολιτικής, ο εξευρωπαϊσμός, και ο εκσυγχρονισμός γενικότερα, πρέπει να προχωρήσουν ακριβώς για να μπορεί μία κραταιωμένη Ελλάδα να μην είναι εξάρτημα ή μπαίγνιο της «Ευρώπης», για να είναι σε θέση, αν χρειασθεί, να τραβήξει τον δρόμο που θα της υπαγορεύσουν τα δικά της συμφέροντα, όταν αυτά συγκρουσθούν με εκείνα των Ευρωπαίων εταίρων της (10).

Παραπομπές
Π. Κονδύλης, «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου», επίμετρο στην ελληνική έκδοση του Θεωρία του πολέμου, Θεμέλιο, 1997, σ. 384.
Π. Κονδύλης, «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι…», ό.π., σ. 385.
Π. Κονδύλης, «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι…», ό.π., σ. 385.
Π. Κονδύλης, «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι…», ό.π., σ. 385.
Π. Κονδύλης, Πλανητική..., ό.π., σ. 165.
Π. Κονδύλης, Πλανητική..., ό.π., σ. 165.
Απαντήσεις σε δέκα ερωτήματα του Σπύρου Κουτρούλη, στο Π. Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998, σ. 142.
Απαντήσεις σε δέκα ερωτήματα του Σπύρου Κουτρούλη, όπ.π., σσ. 143-144.
Π. Κονδύλης, Πλανητική…, ό.π., σσ. 163-164.
Π. Κονδύλης, Πλανητική…, ό.π., σσ. 174-175.

Δημοσίευση από το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Παναγιώτης Κονδύλης:Μια διαδρομή, που κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



2 Φεβ 2018


Του Γιώργου Καραμπελιά


Η κυβέρνηση τρέμει τη μαζικότητα του συλλαλητηρίου της Κυριακής, 4 Φεβρουαρίου. Και εκτός από τη λοιπή κινδυνολογία, ως εκ θαύματος, το Σάββατο 3 Φεβρουαρίου, χρυσαυγίτες και εξωκοινοβουλευτικοί, από τη ΛΑΕ μέχρι τους τελευταίους μπάχαλους, καλούν σε συγκεντρώσεις και αντισυγκεντρώσεις προσπαθώντας από κοινού να δημιουργήσουν φοβία στον ευρύτερο κόσμο με τα πιθανά επεισόδια που προετοιμάζουν. Τη δε ημέρα του συλλαλητηρίου, ακροαριστεροί και αναρχικοί καλούν σε ανοικτή αντισυγκέντρωση. Για το ρόλο των χρυσαυγιτών, ως μόνιμων εντολοδόχων της εξουσίας δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Μήπως όμως έχει μείνει καμία και για εκείνον της δήθεν «αντισυστημικής» Αριστεράς;

Δυστυχώς η ιστορία αυτή έχει πολύ βαθιές ρίζες στην ιστορία του τόπου: Στα μαθητικά και φοιτητικά μου χρόνια, σημαντική παράμετρος της κυβερνητικής πολιτικής ήταν οι λεγόμενοι «παρακρατικοί», που δρούσαν ως το οπλισμένο και προβοκατόρικο χέρι της εξουσίας. Έτσι, όποτε υπήρχε φοιτητική διαδήλωση, ή συλλαλητήριο της Αριστεράς, οργανωνόταν αντιδιαδήλωση από την ΕΚΟΦ (Εθνική Κοινωνική Οργάνωση Φοιτητών) ή από διάφορες αυτοαποκαλούμενες «εθνικές» οργανώσεις, που επιχειρούσαν να τρομοκρατήσουν και να μπορέσουν να επιτεθούν στις εκδηλώσεις της Αριστεράς. Αποκορύφωμα αυτής της δραστηριότητας υπήρξε η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη από παρακρατικούς, με επικεφαλής τον διαβόητο Γκοτζαμάνη στη Θεσσαλονίκη το 1963, που σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε και την πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Και η εικόνα αντιστράφηκε. Εδώ και δεκαετίες, τουλάχιστον στα Πανεπιστήμια και τους νεολαιίστικους χώρους γενικότερα, η ελεύθερη συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων απαγορεύεται και παρεμποδίζεται συχνά με την απειλή βίας ή την ανοικτή χρήση βίας από αριστερές ακροαριστερές ή αναρχικές ομάδες. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980 σε αυτές τις πρακτικές, πρωτοστατούσαν κατ’ εξοχήν τα «ΚΝΑΤ», δηλαδή ειδικές ομάδες της ΚΝΕ και της οργάνωσης των οικοδόμων του ΚΚΕ, που ξυλοκοπούσαν κυρίως τους αριστερούς αντιφρονούντες. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αντικαταστάθηκαν, σταδιακώς, από ακροαριστερές και αναρχικές ομάδες που στρέφονταν κατ’ εξοχήν εναντίον κάθε πατριωτικής φωνής, είτε προερχόμενης από τη Δεξιά είτε από το ΠΑΣΟΚ ή την Αριστερά, αρκεί να χαρακτηρίζονταν ως «εθνικιστές» – οι Κύπριοι φοιτητές έχουν ξυλοκοπηθεί σε αναρίθμητες περιπτώσεις.

Μετά την επικράτηση της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, την κατάρρευση της ΣΕ και τη μετατόπιση της κύριας αντίθεσης σε παγκόσμια κλίμακα, σε αντίθεση μεταξύ των εθνών και της παγκόσμιας νέας τάξης των πολυεθνικών, πολλές από αυτές τις ομάδες, προτάσσοντας ως πρωταρχικό ζήτημα την αντίθεση με τον «εθνικισμό», μεταβλήθηκαν σταδιακά σε παράρτημα, κάποτε και ένοπλο, της παγκοσμιοποίησης, που έχει ως κύριο εχθρό της τον πατριωτισμό των λαών και των κινημάτων. Γι’ αυτό και οι κατά τα άλλα τόσο φιλελεύθεροι και οπαδοί του δημοκρατικού διαλόγου διανοούμενοί μας, έκλειναν τα μάτια μπροστά σε αυτές τις πρακτικές που γαγγραίνιαζαν σταδιακά τον φοιτητικό και νεολαιίστικο χώρο. Οι «αντιεθνικιστές» σημιτικοί, οι αριστεροί διανοούμενοι και οι μπάχαλοι των Εξαρχείων συμμερίζονταν τις ίδιες αρχές των «ανοικτών συνόρων», του «αντιρατσισμού», του φιλομεταναστευτισμού και προ παντός του ανθελληνικού αντιεθνικισμού. Επιπλέον αυτή η ιδεολογία αμειβόταν αδρά από τα ποικιλώνυμα ιδρύματα SOros και εκατοντάδες ευρωπαϊκά προγράμματα. Εξάλλου πολύ συχνά ανήκαν και στις ίδιες οικογένειες και τα ίδια περιβάλλοντα. Οι γονείς και οι φίλοι στην προοδευτική διανόηση και την πολιτική ελίτ, και τα «ατίθασα» παιδιά στην πλατεία για μερικά χρόνια, μέχρις ότου έλθουν τα μεταπτυχιακά, τα διδακτορικά και η ένταξη στη φιλελεύθερη Αριστερά. Γι’ αυτό και παρά τις σποραδικές διαμαρτυρίες, όταν τα «παιδιά» ξεπερνούσαν τα όρια, τα άφηναν ανενόχλητα να μεταβάλουν τα πανεπιστήμια σε αχούρια και τους νεολαιίστικους χώρους σε γκέτο.

Όμως από το 2008 και μετά το ζήτημα άλλαξε διαστάσεις και χαρακτηριστικά. Η μπαχαλοποίηση εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα και μετασχημάτισε το σύνολο της Αριστεράς, που συντάχθηκε εν σώματι –εκτός από το ΚΚΕ– με μια μηδενιστική εξέγερση κακομαθημένων τέκνων των βορείων προαστίων κατά τον περιβόητο Δεκέμβρη. Ο ακροαριστερός «χώρος» από περιθωριακή δύναμη στις παρυφές της αριστεράς μεταβλήθηκε σε ιδεολογική του πρωτοπορία. Εν ολίγοις οι «μικροί» άρχισαν να σέρνουν από τη μύτη τους μεγάλους. Εξού και προέκυψε ο «ριζοσπαστικός» ΣΥΡΙΖΑ, με επικεφαλής τον Τσίπρα, έχοντας μεταλλάξει τον παλαιομοδίτικο εθνοφοβικό Συνασπισμό σε ένα μοντέρνο εθνομηδενιστικό μόρφωμα, που θα προσελκύσει εξάλλου και το μεγαλύτερο μέρος της «αδέσποτης» και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Επιπλέον η επέκταση της μεταναστευτικής κρίσης και η συναίνεση ολόκληρου του πολιτικού συστήματος στο φαινόμενο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης –για να έχουμε και φτηνούς κηπουρούς–, επέτρεψε στα «παιδιά» να δημιουργήσουν επιτέλους και τον αντίπαλο που τους χρειαζόταν: Δηλαδή να δώσουν σάρκα και οστά στις λαϊκές γειτονιές, στους κληρονόμους των παλιών αυθεντικών Γκοτζαμάνηδων, τη Χρυσή Αυγή, τόσο απαραίτητη για να συντηρείται το δίπολο «φασισμού» «αντιφασισμού».

Η ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και πριν απ’ όλα η μεγάλη κωλοτούμπα του το καλοκαίρι του 2015 μπορεί να οδήγησε σε μια μερική αντιπαράθεση στο εσωτερικό της αριστεράς –αποχώρηση του Λαφαζάνη και της ΛΑΕ, και μια έξαρση στις αντιθέσεις με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά– αλλά δεν προκάλεσε τη γενικευμένη σύγκρουση που πολλοί φανταζόταν. Και ο λόγος είναι απλός. Πέραν του ότι ανήκουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία στα κρατικοδίαιτα στρώματα, πέραν του κοινού τους κοσμοπολιτισμού, και των κοινών αξιών τους, συμφωνούν στα βασικά. Και τα βασικά, είναι η λύση του δημογραφικού, μέσω της μετανάστευσης, η απόρριψη της εθνικής ταυτότητας και των εθνικών σημασιών, το μίσος ενάντια στην Ορθοδοξία, ως στοιχείο αυτής της ταυτότητας, η παράδοση της Κύπρου στους Τούρκους, η αποδοχή της προτεκτοροποίησης της Ελλάδας, η επιμονή στο παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο, η αποδοχή της παγκοσμιοποιημένος κουλτούρας, η άρνηση ακόμα και των φυλετικών ταυτοτήτων. Και επειδή το τερπνόν πρέπει να συνδυάζεται μετά του ωφελίμου, ο ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε να διορίσει κατά δεκάδες χιλιάδες τα «παιδιά» της αντιπολιτευτικής αριστεράς σε ΜΚΟ και υπηρεσίες για τους πρόσφυγες και μετανάστες, ώστε η ιδεολογία να ενισχύεται και από το στομάχι. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε δια γυμνού οφθαλμού. Το κύριο μέλημα της εξωσυριζικής αριστεράς δεν είναι να φύγει η χειρότερη κυβέρνηση που είχε ο τόπος μεταπολιτευτικά, αλλά το εάν «μετά» θα έλθει ο «Κούλης». Δηλαδή εν τοις πράγμασι στηρίζουν τον Τσίπρα, τον Καμμένο και την παρέα τους. Γι’ αυτό και η τόσο αναιμική στην πραγματικότητα αντιπολίτευση την οποία ασκούν. Διότι το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι η εθνική της επιβίωση και ως προς αυτό οι εθνομηδενιστές συμπαρατάσσονται με την κυβέρνηση παρά τις όποιες επιμέρους διαφωνίες τους.

Με το Μακεδονικό έκαναν ένα ακόμα, αποκαλυπτικό βήμα. Ανέλαβαν το ρόλο του ανοικτού πραιτωριανού της κυβερνητικής πολιτικής. Ο Τσίπρας και ο «απειλούμενος» (!) (ξεσκολισμένος στην προβοκατορολογία), Κοτζιάς εκτελούν το σχέδιο, οι δε αριστεριστές, αναρχικοί κ.λπ., λειτουργούν ως νέοι ΕΚΟΦίτες και Γκοτζαμάνηδες, καλώντας αντισυγκεντρώσεις, συκοφαντώντας τα συλλαλητήρια ως «ακροδεξιά» –όπως έκανε ανενδοίαστα και ο άλλοτε «πατριώτης της αριστεράς» Λαφαζάνης– και παίζοντας το παιγνίδι της προβοκάτσιας μαζί με τους ναζήδες της Χρυσής Αυγής.

Όμως όλοι αυτοί δεν πρέπει να ξεχνούν ένα πράγμα, πως η δράση των Γκοτζαμάνηδων εν τέλει ενίσχυσε τους αντιπάλους της κυβέρνησης και όχι την τότε κυβέρνηση. Και προφανώς, δεν αρκούν οι νέοι Γκοτζαμάνηδες για να τρομοκρατήσουν έναν ολόκληρο λαό.

Liberal




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



19 Ιαν 2018


Του Γιώργου Καραμπελιά

Κάποτε υπήρχε ένα έθνος. Ένα έθνος που, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές της παρακμής του, μπορούσε να προτάσσει αναστήματα σαν τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον Πλήθωνα Γεμιστό, τον Μάρκο Ευγενικό, τον Γεννάδιο. Γι' αυτό και μετά την ήττα, που έμοιαζε καθολική και τελεσίδικη, μπόρεσε να ξανασηκωθεί, όπως σηκώθηκε τόσες και τόσες φορές από τότε που, με την ρωμαιοκρατία, αρχίζει η μακρά καθοδική πορεία του ελληνισμού. Γραικύλους, καραγκιόζηδες και τσανακογλύφτες γνώρισε πολλούς ο ελληνισμός, τόσο στη ρωμαιοκρατία –όταν και εφευρέθηκε και ο όρος γραικύλος (Graeculus) – όσο και σε άλλες ιστορικές στιγμές. Ωστόσο διέθετε πάντοτε εκείνα τα αναστήματα που ανέκοπταν τις καταβαραθρώσεις και έδιναν και πάλι δύναμη στο γένος να συνεχίσει: Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, Βασίλειος Διγενής Ακρίτης, Ιωάννης Βατάτζης, Κύριλλος Λούκαρις, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Ευγένιος Βούλγαρις, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Σολωμός, Ιωάννης Καποδίστριας, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος, Ίων Δραγούμης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Άρης Βελουχιώτης, Γιώργος Σεφέρης, Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Μάνος Χατζηδάκης...

Ακόμα και πιο πρόσφατα, μετά τη μεγάλη καταστροφή του 1922, μπορέσαμε και πάλι να ξανασηκωθούμε. Ακόμα και μετά τον εμφύλιο.

Όμως, μετά την καταστροφή της Κύπρου το ’74, αρχίζει η μεγάλη κατρακύλα. Κάθε καινούργιο σκαλοπάτι, ακόμα και όταν έμοιαζε ανοδικό –δημοκρατία, κοινοβουλευτισμός, κοινωνικό κράτος–, ήταν στην πραγματικότητα υπονομευμένο από τον παρασιτισμό, τον ωχαδερφισμό και τη μειοδοσία που σταδιακώς κατακυριεύουν τις ψυχές και το ήθος των Ελλήνων.

Και μετά το 1990, στην περιβόητη παγκοσμιοποίηση – δεν μένει τίποτε όρθιο, μέσα σε μια σύμφυρση των πάντων με τα πάντα. Οι παντοειδείς ελληνικές «ελίτ» διψασμένες για εξουσία, κατανάλωση, εφορμούν προς τα ευρωπαϊκά προγράμματα, με πρωτοπόρα την Αριστερά, που μόλις είχε «απελευθερωθεί» από τον σοβιετισμό και εφορμούσε πλησίστια στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο της παγκοσμιοποίησης και της «ευρωστίας της σαρκός».

Κινητοποιούνται από ένα και μοναδικό όραμα, που ίσως δεν έχει προηγούμενο σε κάποιο άλλο ιστορικό έθνος: Να εξαλείψουν το ίδιο τους το έθνος και να απορροφηθούν τελεσίδικα, οριστικά, στη μεγάλη χοάνη της παγκοσμιοποίησης.

Οι ιστορικοί και οι εκπαιδευτικοί κηρύττουν στα πανεπιστήμια πως είμαστε ένα πρόσφατο έθνος «Ελληναράδων» και «εθνικιστών», που δημιούργησαν με την ευγενική τους προαίρεση οι Ευρωπαίοι φίλοι μας, ενώ έχουμε διαπράξει μεγάλα εγκλήματα εναντίον των Οθωμανών αδελφών μας, από την Τριπολιτσά στην Επανάσταση, μέχρι το «ελληνικό Βιετνάμ», όπως αποκάλεσε τη Μικρασιατική Εκστρατεία ο «Ιός» της Ελευθεροτυπίας. Η Επανάσταση του 1821 ήταν μάλλον ένα ιστορικό λάθος και, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, έγκλημα. Οι πολιτικοί ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σε τεμενάδες ευρωπαϊσμού και φιλοτουρκισμού, προωθώντας τη διάλυση της ελληνικής βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, διότι την εποχή της «άυλης οικονομίας» δεν χρειάζεται παραγωγή, παρά μόνο χρηματιστήρια και καζίνα. Τέλος, την ίδια στιγμή, οι «εξεγερμένοι νεολαίοι», διαδήλωναν με συνθήματα όπως «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του», και έκαιγαν τελετουργικά τη γαλανόλευκη σημαία, σύμβολο του ελληνικού ιμπεριαλισμού!

Έτσι, σταδιακώς, μέσα στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν από το 1990 μέχρι το 2010, ο ελληνικός λαός εθίστηκε σε ένα παρασιτικό ψευδοεκσυγχρονιστικό και καταναλωτικό μοντέλο, έμαθε να χρησιμοποιεί τους μετανάστες για να κάνουν τις δουλειές που αυτός εγκατέλειπε στο γιαπί, το εργοστάσιο, το χωράφι. Εν τέλει αποδέχτηκε, παρά τις όποιες αντιρρήσεις, την κατεύθυνση της γενικευμένης αποεθνικοποίησης που σάλπιζαν καθηγητάδες, πολιτικοί και δημοσιογράφοι – ενώ όσοι διαφωνούσαν και έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου αντιμετωπίζονταν ως γραφικοί, περιθωριακοί και ταυτίζονταν εύκολα με τους όντως γραφικούς πατριδοκάπηλους.

Όμως, στην πραγματικότητα δεν είχαμε δει τίποτε ακόμα. Τα μνημόνια σηματοδότησαν το οριστικό και γενικευμένο ξεπούλημα της χώρας. Δημόσια περιουσία –αεροδρόμια, λιμάνια, σιδηρόδρομοι, ενέργεια, νερό, επικοινωνίες– και ιδιωτική –κατεξοχήν οι τράπεζες– άλλαξαν ή αλλάζουν χέρια. Η μικρή και μεσαία ιδιοκτησία διαλύεται, για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση στην ελληνική ιστορία, η κανονική μισθωτή εργασία μεταβάλλεται σε πολυτέλεια και κυριαρχεί η μειωμένη απασχόληση, οι υψηλής ειδίκευσης νέοι δραπετεύουν μαζικά στο εξωτερικό, ενώ στο εσωτερικό εμφανίζεται ένα νέο κύμα μεταναστών και προσφύγων ισλαμικής κοπής. Η ήδη καταρρακωμένη παιδεία μαστίζεται από τον εθνομηδενισμό και την εκπαίδευση της αμάθειας. Το πολιτιστικό επίπεδο της χώρας, ήδη καταβαραθρωμένο, θα περάσει στον αστερισμό του Survivor, του Λάνθιμου και του Γιαν Φαμπρ.

Όταν ξεκίνησε αυτή η ύστατη δοκιμασία του ελληνισμού, ίσως και εξαιτίας του γενικευμένου κλίματος διαμαρτυρίας και αγανάκτησης που παροχετεύτηκε ακόμα και στα ΜΜΕ, καθώς και οι μαζικές κινητοποιήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, μας έκαναν προς στιγμήν τουλάχιστον να πιστέψουμε πως άρχιζε μία περίοδος αφύπνισης του ελληνικού λαού, μετά την εικοσαετή επέλαση του παρασιτικού, παγκοσμιοποιημένου καταναλωτισμού. Πιστέψαμε πως άρχιζε μια νέα ιστορική περίοδος και έτσι οι ξεχασμένες έννοιες της ταυτότητας, της αυτονομίας, της αυτεξουσιότητας, της αξιοπρέπειας θα περνούσαν στο προσκήνιο, εγκαινιάζοντας μια νέα ενάρετη φάση του εκκρεμούς της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας.

Και όμως, όπως συνήθως συμβαίνει στην ιστορία, είχαμε λαθέψει εξαιτίας της ανάγκης μας για κάτι αυθεντικό επιτέλους. Δεν άρχιζε όμως κάποια ανοδική ιδεολογική και πολιτική φάση, αλλά συνέβη το αντίθετο, όλα τα σκουπίδια και τα περιτρίμματα της μακράς μεταπολιτευτικής περιόδου βγήκαν στον αφρό, ως επιστέγασμά της. Διότι, ένας λαός που δεν πατάει σε κάποια πραγματική παραγωγική και ιδεολογική δομή, δεν ήταν δυνατό να γεννήσει κάτι το αυθεντικό. Θα γεννούσε μια διαμαρτυρία ίδιας ποιότητας με τα σκυλάδικα και τους Τζοχατζόπουλους της εποχής των παχιών αγελάδων. Μια παρασιτική δομή δεν μπορεί παρά να παραγάγει και μια αντίστοιχου τύπου «διαμαρτυρία».

Ο Σώρρας είναι, δυστυχώς, μόνον η ακρότατη εκδοχή αυτών των φαινομένων. Τι άραγε παρήχθη πολιτικά στη μνημονιακή περίοδο; Ο Βασίλης Λεβέντης εισήχθη στη Βουλή ως αρχηγός κόμματος, ο Πάνος Καμμένος έγινε αρχηγός κόμματος και υπουργός Άμυνας, ο Σταύρος Θεοδωράκης εμφανίστηκε ως βασικός εκπρόσωπος του εκσυγχρονισμού, ο ΓΑΠ έγινε πρωθυπουργός, ένα ναζιστικό γκρουπούσκουλο μπήκε στη Βουλή ως το τρίτο ελληνικό κόμμα και ο Αλέξης Τσίπρας έγινε και αυτός πρωθυπουργός! Και τι δεν έχει αναδείξει η εποχή: την Αυλωνίτου, τον Ζουράρι, τον Πολάκη, τον Καρανίκα και τόσους άλλους, που στοιχειώνουν το τσίρκο της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας ζωής. Ο Καστοριάδης έγραφε κάποτε για την άνοδο της ασημαντότητας, του έλειπε ένας τίτλος από το ελληνικό θηριοτροφείο, η άνοδος της γελοιότητας.

Δυστυχώς, απεδείχθη πως, για να υπάρξει κάτι όντως νέο και αυθεντικό, θα πρέπει να πιούμε το ποτήρι της παρακμής και της γελοιότητας μέχρι τέλους. Και τίποτε δεν εγγυάται πως θα ακολουθήσει απαραίτητα κάποια περίοδος ακμής. Πάντως, μακριά από τους γελοίους.

* O κ. Γιώργος Καραμπελιάς είναι επικεφαλής του «Κινήματος Άρδην»Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



9 Νοε 2017


Του Γιώργου Καραμπελιά

Ο ελληνισμός βρίσκεται σε ένα ιστορικό ναδίρ. Πλέον δεν διαθέτει την οικονομική ηγεμονία στην περιοχή, μια ηγεμονία την οποία διατηρούσε μέχρι το 1922, δεν έχει κανέναν πληθυσμιακό δυναμισμό –ο ελληνικός πληθυσμός μειώνεται και το πληθυσμιακό ισοζύγιο, με τον διαχρονικό κακό μας δαίμονα, την Τουρκία, έχει ανατραπεί ριζικά–, δεν διαθέτει προφανώς και την απαραίτητη αμυντική δυνατότητα. Και πριν από όλα, δεν διαθέτει πλέον την αυτοπεποίθηση και την πίστη «στο πεπρωμένο», που στο παρελθόν κινητοποιούσε και εμψύχωνε τους Έλληνες που εμφανίζονται καταπτοημένοι, καταθλιπτικοί, χωρίς κέφι και κουράγιο για δημιουργία και μεγάλες εξορμήσεις.

Εάν παραμείνουμε βυθισμένοι σε αυτή την κατάσταση της καθολικής παρακμής, είναι προφανές πως δεν έχουμε καμία τύχη και δυνατότητα επιβίωσης πέρα από τον 21ο αιώνα, δεδομένης και της γεωπολιτικής μας θέσης, για την οποία τόσες φορές έχουμε μιλήσει. Κατά συνέπεια, είναι η ώρα της αφύπνισης, όπως συχνά υπογραμμίζουμε. Πώς όμως, και επί τη βάσει ποιών δεδομένων, μια τέτοια αφύπνιση θα μπορούσε να αποτελέσει μια ρεαλιστική λύση;

Ό,τι έχει απομείνει στον σύγχρονο ελληνισμό είναι κατ’ εξοχήν η μεγάλη του παράδοση. Μια παράδοση ανεπανάληπτη, που αρχίζει από την ελληνική αρχαιότητα, συνεχίζεται με τον χριστιανισμό –και όχι μόνο την ορθοδοξία– και φθάνει μέχρι τις μέρες μας, με το δημοτικό τραγούδι, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη. Η Ελλάδα αποτελεί πλέον μια μικρή χώρα στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο, αλλά διατηρεί ακόμα τα στοιχεία μιας μεγάλης πολιτισμικής παράδοσης, της πολιτισμικής υπερδύναμης που υπήρξε ο ελληνισμός.

Αυτή η ακόμα υπαρκτή παράδοση είναι το τελευταίο στοιχείο ισχύος, κυριολεκτικά πλανητικών διαστάσεων, που μας έχει απομείνει. Και δεν έχουμε άλλη λύση από την επένδυση σε αυτό το στοιχείο ακριβώς. Η επένδυση στην παιδεία και τον πολιτισμό, η ριζική «επιστροφή» στην παράδοση μας είναι το μόνο υπερόπλο που διαθέτουμε.

Πώς οι Έλληνες κάτοικοι του Ανατολικού Αιγαίου θα αντέξουν στα κύματα των Τούρκων τουριστών και επιχειρηματιών, που σταδιακά κατακλύζουν τα νησιά μας, εάν δεν έχουν μια ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα; Εάν δεν είναι πεισμένοι πως όντως αποτελούν έναν ιδιαίτερο λαό, η επιβίωση και η συνέχεια του οποίου έχει σημασία για τον παγκόσμιο πολιτισμό;

Πώς οι νεώτεροι Έλληνες θα ανθέξουν στην πολιτισμική επίθεση της παγκοσμιοποίησης, αν θεωρούν τα αγγλικά «ανώτερα» από τη γλώσσα τους, αν θεωρούν τη δική τους παράδοση υποδεέστερη, και είναι έτοιμοι να την αντικαταστήσουν με τα άθλια greeklish του διαδικτύου; Και πώς θα μπορέσουν οι Έλληνες, που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό, να διατηρήσουν την ταυτότητά τους εάν δεν έχουν συνείδησή της ιστορικής τους ιδιαιτερότητας;

Πώς θα μπορέσουν οι Κρητικοί να αντέξουν στα ρεύματα του εθνομηδενισμού και της τουριστικής λαίλαπας, που αλλοιώνουν την πατροπαράδοτη ελληνική τους συνείδηση, και η οποία έδωσε έναν Greco, ένα Αρκάδι και έναν Ελευθέριο Βενιζέλο, εάν δεν παραμένουν βαθείς γνώστες και κοινωνοί της παράδοσής τους;

Πώς θα μπορέσει η Ορθοδοξία, ως στοιχείο ταυτότητας του ελληνισμού, να αντιμετωπίσει τα δυτικά δόγματα, έναν κακώς εννοούμενο οικουμενισμό, ακόμα περισσότερο μια πανταχού παρούσα και κυρίαρχη απόρριψη της πνευματικότητας του ανθρώπου, αν οι Έλληνες –και κάποτε και η ίδια η Εκκλησία– δεν κατανοήσουν πως η Ορθοδοξία είναι η πνευματική συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας και πως, χωρίς την Ορθοδοξία δεν νοείται η νεώτερη ελληνική ταυτότητα – ακόμα και για όσους δεν διαθέτουν μεταφυσικές πίστεις και ανησυχίες;

Οι Έλληνες εφοπλιστές αποτελούν το τελευταίο οικονομικό υπόλειμμα του οικουμενικού ελληνισμού και της ελληνικής παράδοσης, που ήταν πάντα, από την αρχαιότητα, μια ναυτική παράδοση. Αν είχαν κρατήσει κάτι από την ιστορική συνείδηση των Κουντουριωταίων ή της Μπουμπουλίνας –που θυσίασαν όλο τον πλούτο τους για την Επανάσταση– και είχαν παρέμβει, στη διάρκεια της κρίσης και μάλιστα στις απαρχές της, με ένα ομολογιακό δάνειο, που θα μπορούσε να κινητοποιήσει και όλο τον απόδημο ελληνισμό, δεν θα είχαν διασώσει την ελληνική οικονομία από τα μνημόνια; Αναμφίβολα!

Αλλά πώς να συμβεί κάτι τέτοιο όταν η κουλτούρα τους απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ελληνική, και όταν η κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κράτους, από την αξέχαστη εποχή Σημίτη, είναι ο εθνομηδενισμός; Και όταν ακόμα και εκείνα τα πνευματικά καθιδρύματα που χρηματοδοτούν, όπως το Ίδρυμα Ωνάση ή το Ίδρυμα Νιάρχου, προωθούν αντίθετα την απομάκρυνση από την ελληνική παράδοση και διευθύνονται από εθνομηδενιστές;

Αν οι Έλληνες ξενοδόχοι είχαν συνείδηση της ταυτότητάς τους, του γένους τους, θα είχαν μεταβάλει τις επιχειρήσεις τους σε μηχανισμούς διάδοσης της ελληνικής κουλτούρας, του ελληνικού πολιτισμού και ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής! Χωρίς μάλιστα να χάνουν τίποτε από τα ευρώ που τόσο λατρεύουν!

Αν οι Έλληνες αρχαιολόγοι αγαπούσαν όλο τον ελληνισμό, στη διαχρονία του, δεν θα αντιπαρέθεταν την αρχαιότητα με το Βυζάντιο και δεν θα κυριαρχούνταν από μηδενιστές που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να θάψουν ακόμα και την Αμφίπολη.

Αν οι Έλληνες φιλόλογοι πονούσαν πραγματικά τη γλώσσα και τον λαό τους, θα είχαν μεταβάλει τις τάξεις των σχολείων τους σε «κρυφά σχολειά», όπου θα δίδασκαν και το πολυτονικό σύστημα γραφής και στοιχεία της καθαρεύουσας, ώστε να μπορούν οι νέες γενιές να διαβάζουν τουλάχιστον τον Παπαδιαμάντη!

Αν οι Έλληνες Πανεπιστημιακοί και οι «Αθάνατοι» της Ακαδημίας είχαν συνείδηση μιας υψηλής αποστολής, θα είχαν χτίσει, κυριολεκτικά με τα χέρια τους, μια μεγάλη σχολή Αριστοτελικών Σπουδών στα Στάγειρα, Πλατωνικών στην Ακαδημία Πλάτωνος, μια Ιατρική Ακαδημία στην Κω, μια Ορθόδοξη Ακαδημία Διεθνούς εμβέλειας στη Θεσσαλονίκη, ένα διεθνές κέντρο Εταιρισμού στα Αμπελάκια.

Αν η Εκκλησία και οι ιεράρχες μας γνώριζαν τι πραγματικά εκπροσωπούν, θα είχαν εμφυσήσει στον κλήρο μας στο σύνολό του ένα πνεύμα αυταπάρνησης και προσφοράς, θα είχαν γεμίσει όλη τη χώρα με πνευματικά ιδρύματα, θα επέμεναν στην ουσία της παράδοσής μας και όχι στους χρυσοποίκιλτους τύπους και θα πρωτοστατούσαν σε όλες τις μεγάλες πνευματικές κινήσεις του γένους.

Αν.. Αν... Αν...

Όλα αυτά, στην πραγματικότητα, είναι πλέον τα μόνα εφικτά, διότι δεν απαιτούν πολλά χρήματα και υπέρογκες επενδύσεις, απαιτούν απλώς (!) μια βαθειά και ριζική αλλαγή προσανατολισμού, απαιτούν μια μεγάλη πολιτιστική «επανάσταση». Μια πολιτιστική επανάσταση που θα προωθήσει την επένδυση στην παιδεία, στον πολιτισμό, στην έρευνα, στην αναβάθμιση της παράδοσης, τη σύνδεσή της με τον σύγχρονο κόσμο.

Πολλοί στις Ελλάδα, σήμερα, «θαυμάζουν» το Ισραήλ και το θεωρούν και ως προνομιακό εταίρο της Ελλάδας στο ταραγμένο γεωπολιτικό μας περιβάλλον. Ο υποφαινόμενος δεν συμπαθεί τη σιωνιστική πολιτική του εξανδραποδισμού των Παλαιστινίων, και πιστεύω εξάλλου πως, σε βάθος χρόνου, Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι θα πρέπει να συμβιώσουν ειρηνικά ενώ δεν είμαι υπέρμαχος και των αποκλειστικών συμμαχιών. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω πως το Ισραήλ κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό να κάνει αυτά που δεν κάναμε εμείς. Ανέστησε μια νεκρή γλώσσα, τα αρχαία εβραϊκά, και την επέβαλε εκ νέου! Ανέπτυξε μια σύγχρονη τεχνολογία, χρησιμοποιώντας την αγροτική παραγωγή και τους εξοπλισμούς, και σήμερα πρωτοπορεί, μαζί με τη Silicon Valley, στα ηλεκτρονικά, την πληροφορική, την αγροτική βιοτεχνολογία. Έχει μεταβάλει την παράδοση του σε αναπόσπαστο στοιχείο της δυτικής κουλτούρας, κ.λπ. κ.λπ. Βεβαίως στηρίχτηκε προνομιακά στη Δύση και τις ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν θα αρκούσε εάν, εξαιτίας του ολοκαυτώματος, δεν ανέπτυσσε μια κουλτούρα επιβίωσης, με κάθε τίμημα, ακόμα και τον εξανδραποδισμό των γηγενών Παλαιστινίων. Μια κουλτούρα που θεωρεί τους Εβραίους τον περιούσιο λαό που πρέπει να διασωθεί με κάθε τίμημα.

Εμείς, από την άλλη πλευρά, παρότι υπήρξαμε μια παγκόσμια οικουμενική δύναμη, γνωρίσαμε έναν σταδιακό εξανδραποδισμό στη διάρκεια πολλών αιώνων. Και παρ’ όλα αυτά όχι μόνο δεν αποκτήσαμε ένα ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης αλλά, αντίθετα, είμαστε διατεθειμένοι να σκορπίσουμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, περιφρονώντας κυριολεκτικά τον εαυτό μας. Τι άλλο σημαίνει άραγε η κυριαρχία του μίσους ενάντια στο έθνος που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο κομμάτι των ελίτ και της νεολαίας μας;

Άραγε, την ύστατη στιγμή, στηριζόμενοι σε αυτή την ασύγκριτη ιστορική παράδοση θα δειχτούμε ικανοί για τη «μεγάλη επιστροφή»; Είναι στο χέρι μας.

* O κ. Γιώργος Καραμπελιάς είναι επικεφαλής του «Κινήματος Άρδην»
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



5 Οκτ 2017

Σωτηρία, ψηφιδωτό πρώιμης βυζαντινής περιόδου (5ος αι.), Αντιόχεια

Του Γιώργου Καραμπελιά

Το γεγονός της πλήρους αφωνίας των Ελλήνων, που διαπιστώνεται κατ’ εξοχήν τον τελευταίο χρόνο και ιδιαίτερα αυτό το καλοκαίρι, δεν είναι απλώς συνέπεια του οικονομικού και πολιτικού αδιεξόδου το οποίο βιώνουν οι περισσότεροι Έλληνες, αλλά κάτι ακόμα χειρότερο: Η συνειδητοποίηση πως η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην «κατηγορία» που της «αρμόζει» και, επομένως, σηματοδοτεί μια αποδοχή αυτής της νέας πραγματικότητας.
Μέχρι το 2015 και το περιβόητο δημοψήφισμα, οι Έλληνες πίστευαν ότι είναι δυνατό, έστω με κάποιες μαγικές λύσεις, να ξανακερδίσουν τον χαμένο «παράδεισο» της παρελθούσης ευημερίας. Εξ ου και οι Αγανακτισμένοι και οι αντιμνημονιακές κορώνες, η εκλογή των αντιμνημονιακών κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία, με έσχατη έκφραση το ΟΧΙ στο περιβόητο δημοψήφισμα Έκτοτε, και όσο εδραιώνεται η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, οι αντιδράσεις αντί να εντείνονται, γίνονται όλο και πιο ασθενικές.

Και όμως, ποια είναι αυτή η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα; Είναι η οριστική καταβαράθρωση του παραγωγικού χαρακτήρα της χώρας και η επικέντρωση της οικονομίας στον τουρισμό, η φτωχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των μεσαίων στρωμάτων, που ξημεροβραδιάζονται στις ουρές για τις ρυθμίσεις των δόσεων, και ενίοτε των συσσιτίων, η γενικευμένη φυγή της νεολαίας των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, η εξαφάνιση των εργασιακών δικαιωμάτων και η γενικευμένη επιβολή της ελαστικής εργασίας, η θηριώδης ανεργία, η εξαθλίωση των πόλεων, των νοσοκομείων και της καθημερινής ζωής, η υποβάθμιση μέχρις γελοιοποιήσεως της πολιτιστικής ζωής, το κλείσιμο των εφημερίδων, η μεταβολή της τηλεόρασης σε ένα απέραντο διαφημισάδικο, η μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων σε ανθρωποφαγικές –γενικότερα, η παρακμή.

Και σε ό,τι αφορά στην εθνική κυριαρχία της χώρας, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, η εξαγορά των πιο κερδοφόρων τμημάτων της οικονομίας και του δημόσιου τομέα από τις ξένες κρατικές και πολυεθνικές επιχειρήσεις, πριν απ’ όλα τις γερμανικές, η συστηματική εξαγορά χιλιάδων κατοικιών στις παραθεριστικές περιοχές από ξένους, το μοίρασμα των επιρροών ανάμεσα σε Ρώσους (και Σαββίδη) στον βορρά, σε Τούρκους στα ανατολικά και τη Θεσσαλονίκη, σε Ισραηλίτες στη Θεσσαλονίκη, την Κρήτη και το νοτιοανατολικό Αιγαίο, σε Κινέζους στα λιμάνια, σε Γάλλους στο νερό, στους υδρογονάνθρακες, στις τράπεζες και σε οπλικά συστήματα, στους Γερμανούς… στα πάντα –δεκατέσσερα αεροδρόμια, ΟΤΕ, λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ΔΕΗ, για την οποία προετοιμάζεται, ξενοδοχειακές μονάδες και πάνω απ’ όλα η απόλυτη επικυριαρχία στα δημοσιονομικά.
Τέλος, οι Αμερικανοί στις τράπεζες, τα κόκκινα δάνεια και προφανώς… στη Σούδα. Και αν σκάψουμε πιο πέρα, τα πράγματα είναι εξίσου απογοητευτικά. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου κατέχονται πλέον από πρόσφυγες, μετανάστες, ΜΚΟ και Τούρκους τουρίστες. Εκείνα του Ιονίου από τους Ιταλούς, και όλοι οι μεγάλοι τουριστικοί προορισμοί από μια πανσπερμία Δυτικών και Ανατολικών, οι οποίοι σταδιακώς εκδιώκουν τους φτωχοποιημένους Έλληνες, μέσα από μια άνευ προηγουμένου άνοδο του κόστους.

Όσο για τη διεθνή θέση της χώρας, η υποβάθμισή της είναι τόσο δραματική, ώστε λειτουργεί μόνον ως γεωπολιτικό οικόπεδο το οποίο –ευτυχώς ακόμα– εξακολουθεί να ανήκει, τουλάχιστον τυπικά, στους Έλληνες. Η Ελλάδα αποδέχεται στην πραγματικότητα τη σταδιακή τουρκοποίηση της Κύπρου και αντιδρά μόνον κατόπιν υποκινήσεως άλλων δυνάμεων, όπως του Ισραήλ, ή μερικών ευρωπαϊκών χωρών –βλ. Γαλλία– που δεν επιθυμούν την παραχώρηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία.

Το καινούργιο λοιπόν στοιχείο είναι πως, πλέον, αυτή η πραγματικότητα έχει γίνει αποδεκτή από τους περισσότερους και όσοι δεν μπορούν να την ανεχτούν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία δραπετεύουν είτε στο εξωτερικό είτε σε μια εσωτερική εξορία, στο χωριό τους, στις παρέες τους, στην προσκόλληση στην ορθοδοξία και στη λαϊκή παράδοση (έξαρση των παραδοσιακών χωρών, μουσικής κ.λπ.) ή σε στοιχειώδεις μορφές αλληλεγγύης γύρω από την Εκκλησία ή κάποιες, ελάχιστες πλέον, κινήσεις πολιτών. Σε ό,τι αφορά δε στη συνολική κοινωνική και πολιτική αμφισβήτηση, έχουν πάψει πλέον να πιστεύουν πραγματικά σε κάποια δυνατότητα ουσιαστικής αλλαγής και βυθίζονται στην απόσυρση, την απολιτικοποίηση, την ακραία ατομικοποίηση – ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Επομένως, μία οποιαδήποτε πολιτική πρόταση και στρατηγική είναι υποχρεωμένη να ξεκινάει, κατ’ εξοχήν, από αυτή την παγιωμένη πλέον, υλικά και ιδεολογικά, πραγματικότητα. Η Ελλάδα έχει αλλάξει κατηγορία, αποτελεί μια εσωτερική αποικία στα πλαίσια της Ευρώπης και με βάση αυτή τη διαπίστωση θα πρέπει να κινηθούμε στο εξής, αν θέλουμε να επιτύχουμε μια οποιαδήποτε αναστροφή αυτών των δεδομένων.

Πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να εκκινήσουμε από εκείνα τα στοιχεία στα οποία παραμένει ακόμα σχετικά ισχυρός ο ελληνισμός. Και αυτά είναι πριν απ’ όλα η ισχύς του πολιτισμικού αποθέματός μας, καθώς και η εκμετάλλευση εκείνων των οικονομικών τομέων όπου εξακολουθούμε ακόμα να διαθέτουμε κάποιο πλεονέκτημα.
Ως προς το πρώτο, το οποίο τείνουμε με έναν βλακώδη επαρχιωτισμό και ξενομανία να υποτιμούμε, είναι ίσως ακόμα, μαζί με τη γεωπολιτική μας θέση, ένα από τα ελάχιστα βαρύνοντα στοιχεία στη διεθνή εικόνα της χώρας. Δηλαδή, ευτυχώς που υπάρχει ακόμα η Πνύκα, η Ακρόπολη, ο Αριστοτέλης και ο Μ. Αλέξανδρος, για να υποκαθιστούν και να υπερκαλύπτουν γελοίες φιγούρες τύπου ΓΑΠ, Τσίπρα, και… Καρανίκα.
Ευτυχώς που υπάρχει ακόμα ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Μάξιμος Ομολογητής και ο Κοσμάς Αιτωλός, τα Μετέωρα και το Άγιον Όρος, για να σκεπάζουν –για πόσο άραγε;– ένα τουρκοποιημένο και ανήμπορο πατριαρχείο.
Ευτυχώς, υπάρχει ακόμα ο Διονύσιος Σολωμός, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Γιώργος Σεφέρης ο Παπαϊωάννου, ο Καστοριάδης, ο Κονδύλης, για να θυμίζουν την ελληνική πνευματική παραγωγή στο εξωτερικό. Πάνω σε αυτά και μόνο στηριζόμαστε ακόμα για να υπάρχουμε ως έθνος, αξιοπρόσεκτο στην παγκόσμια κονίστρα.
Και όμως, την ίδια στιγμή, αυτή τη μεγάλη παράδοση, που θα έπρεπε να προσελκύει και το κέντρο βάρους των επενδύσεων της χώρας, ώστε να αλλάξει ριζικά και τον εθνοκτόνο χαρακτήρα του σημερινού τουρισμού, τη διαφεντεύουν Κονιόρδου, Μπαλτάδες, Γαβρόγλου, Κουντουρά και άλλοι ναρκισσευόμενοι Ζουράρηδες.

Είναι σύνηθες να μιλάμε μόνο για τον πρωτογενή τομέα, που βεβαίως πρέπει να αναβαθμιστεί αλλά αποτελεί το 4% του ΑΕΠ και μόνο και δεν αρκεί. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στη δυνατότητα να μεταβληθεί ακόμα και το τουριστικό μοντέλο, που κυριαρχείται από το μυκονιάτικο παραλήρημα, σε ισχυρό μοχλό ενίσχυσης και του πολιτισμού και της παραγωγής μας – αρκεί να σκεφτεί κανείς πως τα ελληνικά ξενοδοχεία καταναλώνουν μόνο κατά 14% εγχώρια προϊόντα έναντι 75% των ιταλικών!
Έχουμε πολλές φορές αναφερθεί στην τεράστια σημασία του αμυντικού τομέα και του ρόλου του στη βιομηχανική ανασυγκρότηση της χώρας, την ώρα που κλείνει και η ΕΛΒΟ.

Ο τελευταίος και σημαντικός τομέας της παραγωγής –όπου οι Έλληνες πρωταγωνιστούν διεθνώς, αρδεύοντας όμως ξένα χωράφια–, που θα μπορούσε να αλλάξει τη μοίρα της χώρας, ακόμα και σήμερα, είναι η ναυτιλία. Μόνο και μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό των ναυπηγοεπισκευαστικών αναγκών της να μεταφερόταν στη χώρα, θα προκαλούσε μία κυριολεκτική έκρηξη της παραγωγής στη μηχανολογία, τη μηχανουργία, τις σιδηροκατασκευές, τις ηλεκτρονικές κατασκευές, για μην αναφερθούμε σε ναυτιλιακό πανεπιστήμιο, ακαδημίες, συνέδρια. Και αυτό, το διαφεντεύει ο Σταθάκης με τον Κουρουμπλή!

Έχουμε λοιπόν κατεβεί κατηγορία και κινδυνεύουμε να εξαφανιστούμε κυριολεκτικώς μέσα από τη δημογραφική συρρίκνωση, τη μετανάστευση, την είσοδο ξένων πολιτισμικά λαών, μιας και αποτελούμε το σύνορο Ευρώπης-Ανατολής.

Και όμως, έστω και στο έσχατο σημείο της παρακμής, η κατάρρευση ενός μοντέλου και η συνειδητοποίησή της θα μπορούσε να είναι και μια ευκαιρία. Η τελευταία –κυριολεκτικώς– του έθνους μας.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



5 Μαΐ 2017


Του Γιώργου Καραμπελιά

Αν αυτή η κυβέρνηση των ανικάνων και των ενδοτικών διακρίνεται σε κάτι, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τους αντιπάλους της, είναι στην τεράστια ικανότητα που έχει για πολιτικές συνωμοσίες και ίντριγκες, με μοναδικό στόχο τη διαιώνιση της παραμονής στην εξουσία.

Αυτή τους η ικανότητα διεφάνη από παλιά, όταν κατόρθωσαν να στρέψουν το κίνημα των Αγανακτισμένων χρησιμοποιώντας και διάφορους μωροφιλόδοξους σωτήρες του λαού προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της κομματικής τους απήχησης – έτσι ώστε στις διπλές εκλογές του 2002 να αναδειχθούν σε αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό ήταν το πρώτο καθοριστικό βήμα. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν αριστοτεχνικά τις αντιθέσεις στο εσωτερικό των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, καθώς και το φαταουλισμό των μεγάλων συμφερόντων και των ψευδο-ολιγαρχών της χώρας για να εδραιωθούν ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Καλλιέργησαν επιτήδεια τις αντιθέσεις στο εσωτερικό τη Ν.Δ. και προσεταιρίστηκαν εν τέλει ένα μεγάλο μέρος της μέσω της επαφής τους με τον Καραμανλή, τον Αβραμόπουλο, τον Παυλόπουλο, τον Παπαγγελόπουλο, ανώτατους δικαστικούς κ.λπ. Στην ίδια κατεύθυνση χρησιμοποίησαν σε μεγάλη έκταση και τον Καμμένο και το κόμμα του.

Παράλληλα, και σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα χρησιμοποίησαν το εν αποσυνθέσει ΠΑΣΟΚ με τον Λαλιώτη, τον Λιβάνη και τα χιλιάδες στελέχη που είτε προσεταιρίστηκαν και προσέτρεξαν στον Σύριζα (Σπίρτζης, Κουρουμπλής, Κοτσακάς, κ.λπ.) είτε τα άφησαν ως δούρειο ίππο στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, για να δημιουργούν ισχυρούς διαύλους επικοινωνίας μαζί τους.

Παράλληλα, προσέγγισαν όλα τα μεγάλα συμφέροντα και τους δημοσιογράφους, πείθοντάς τους ότι θα τους εξυπηρετήσουν καλύτερα από τους προηγούμενους ή ότι εν τέλει αποτελούν την καλύτερη δικλείδα ασφαλείας για να ελεγχθεί το λαϊκό σώμα που βρισκόταν σε αναβρασμό. Κοντομηνάς, Βαρδινογιάννης, Κυριακού και Παπαδάκης, Οικονομέας και προπαντός Ψυχάρης και Μπόμπολας, για να μην αναφέρουμε την Γιάννα Αγγελοπούλου και άλλες «τίγρισσες του Κολωνακίου», προσχώρησαν σταδιακώς στη λογική της στήριξης του Σύριζα. Βεβαίως όλα αυτά με την ισχυρή επίνευση των υπερατλαντικών συμμάχων, κατ’ εξοχήν του δημοκρατικού κόμματος με τον Όλιβερ Στόουν, τον Γκαλμπραίηθ, τον Τζόζεφ Στίγκλιτς και προπαντός τον Τζορτζ Σόρος, με διαμέσους διάφορους Γιάνηδες –με ένα νι και ενός κοκκόρου γνώση– και άλλα κοσμικά παράσιτα.

Με τέτοιες συμμαχίες και έχοντας απέναντι τους αντιπάλους που διέπρατταν το ένα σφάλμα πάνω στ’ άλλο, (κυρίως το κλείσιμο της ΕΡΤ και την προσπάθεια προσεταιρισμού της Χρυσής Αυγής μέσω Μπαλτάκου), – συνεπικουρούντος και του... υψηλού αισθητήριου του ελληνικού λαού, που δεν αναγνώριζε την προφανή ψευτιά και απάτη του κορδακευόμενου νεανία, κατόρθωσαν εν τέλει να διεισδύσουν στα άδυτα της εξουσίας. Και από εκεί άντε βγάλτους.

Προτίμησαν να ολοκληρώσουν την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, να κλείσουν τις τράπεζες, να ξεπουλήσουν τη δημόσια περιουσία, αρκεί να μείνουν αγκιστρωμένοι στην εξουσία. Τις μεγάλες ικανότητές τους σ’ αυτό το πεδίο της επέδειξαν προπαντός με το Δημοψήφισμα και τις εκλογές που ακολούθησαν. Αφού περιέπαιξαν στον έσχατο βαθμό ένα λαό που θεωρούσε πως έκανε εκ του ασφαλούς αντίσταση, κατόρθωσαν εν συνεχεία να πάρουν την ψήφο του και να εκλεγούν εκ νέου. Διότι, διέβλεψαν και ορθά, πως το «όχι» του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα δεν αποτελούσε μια αυθεντική θέληση ρήξης, τουλάχιστον για την πλειοψηφία των ψηφοφόρων, αλλά απλώς ένα διαπραγματευτικό χαρτί. Οι Έλληνες δεν επιθυμούσαν στην πραγματικότητα ρήξη με την Ε.Ε., απλά κορόιδευαν... τον ίδιο τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και στη συνέχεια τον Τσίπρα επανεξέλεξαν και έστειλαν τον Λαφαζάνη και τη Ζωή εκτός Βουλής.

Οι πολιτικάντες του Σύριζα, γνώριζαν πολύ καλά αυτή την αρνητική παράμετρο του ελληνικού χαρακτήρα, τη διαμορφωμένη σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Την προβολή δήθεν ακραίων συνθημάτων (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο) για να κερδίσουμε απλώς κάποιους πόντους στη διαπραγμάτευση. Αυτό το υπέρτατο πασοκικό μάθημα, το γνώριζε καλύτερα απ’ όλους μια παράταξη που –ιδιαίτερα όσον αφορά το ΚΚΕεσωτ. και τον Συνασπισμό–, είχε κατορθώσει να επιβιώσει επί δεκαετίες παίζοντας πάνω σε τέτοιες αμφιλεγόμενες πραγματικότητες. Και να τη σήμερα λοιπόν σε νέες περιπέτειες και κατορθώματα.

Γνωρίζουν πολύ καλά πως για να κρατηθούν στην εξουσία θα πρέπει να δειχθούν απολύτως ενδοτικοί στις απαιτήσεις και τις πιέσεις των ξένων. Πράξη πρώτη λοιπόν, τα παραχωρούν όλα, με δήθεν αντιρρήσεις, ώστε να έχουν μαζί τους τον Σόιμπλε και το ΔΝΤ, που προτιμούν αυτούς παρά οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση.

Δεύτερο, στο παζάρι με τον Σόιμπλε και τους δανειστές ένα και μόνο αίτημα προέβαλαν. Τα νέα μέτρα να εφαρμοστούν όταν οι ίδιοι θα έχουν αποχωρήσει από την εξουσία έτσι ώστε να αναλάβει να τα εφαρμόσει η επόμενη κυβέρνηση, δηλαδή ο Μητσοτάκης! Και εν τέλει ο Σόιμπλε και η παρέα του τους «έκαναν την χάρη», μια και ως αντάλλαγμα πήραν ολόκληρη την ελληνική οικονομία! Έτσι υπολογίζουν πως η επόμενη κυβέρνηση θα βρεθεί σε αδυναμία να επιβιώσει επί μακρόν, και δεδομένης της προεδρικής εκλογής του 2020 να προκαλέσουν την πτώση της, και ει δυνατόν να επανέλθουν στην εξουσία.

Για κάτι τέτοιο όμως υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις. Η πρώτη και κυριότερη, ό,τι στο χώρο της λεγόμενης κεντροαριστεράς δεν θα υπάρχει κάποιο κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου για να συνεργαστεί με τη Ν.Δ., αλλά ένα ΠΑΣΟΚ φιλικό προς τον Σύριζα το οποίο δεν θα επιτρέψει στη Ν.Δ. να διαθέτει πλειοψηφία των 2/3 ώστε να αλλάξει τον εκλογικό νόμο, ή εκατόν ογδόντα βουλευτές για να εκλέξει νέο πρόεδρο! Ο Σύριζα χρειάζεται ένα ΠΑΣΟΚ που να αποτελεί παραπληρωματική δύναμη στον ίδιο. Γι’ αυτό, και οι στενές σχέσεις με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και η διατήρηση «υποβρυχίων» στο ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό και η εκδήλωση τέτοιων αντιθέσεων στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ και η στοχοποίηση των «αντισυριζαίων». Απέναντι σ’ αυτή τη στρατηγική, ο Βενιζέλος, ο Θεοδωράκης, η Διαμαντοπούλου και προπαντός ο Σημίτης, προσπαθούν να συγκροτήσουν ένα διαφορετικό πόλο στο χώρο της κεντροαριστεράς, που να μπορεί να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία, πράγμα όμως εξαιρετικά δύσκολο εξαιτίας και των αδυναμιών τους και της έλλειψης αναγνωρισμένου από όλους ηγέτη του εγχειρήματος.

Η δεύτερη, επίσης σημαντική προϋπόθεση, είναι ο έλεγχος των ΜΜΕ ώστε να ποδηγετούν τη λαϊκή βούληση. Και κάνουν ότι μπορούν. Μετά το φιάσκο Καλογρίτσα των τηλεοπτικών σταθμών επανέρχονται πλησίστιοι, με νέες προσπάθειες έλεγχου καναλιών και εφημερίδων. Και όλα τα μέσα είναι θεμιτά: από ανενδοίαστους ολιγάρχες και μπατιρημένους ψευδοβαρώνους του Τύπου μέχρι τη χρησιμοποίηση, με το αζημίωτο, αναρίθμητων ποντικών της δημοσιογραφίας ακόμα και στα μικρότερα κανάλια ή φυλλάδες και σάϊτ.

Έτσι λοιπόν, την ώρα που οι Έλληνες στενάζουν κάτω από τη φορολογία και οι νέοι εγκαταλείπουν την χώρα όλο και πιο μαζικά, με το μόνο ζήτημα που ασχολούνται οι κυβερνώντες είναι με ποια νέα ίντριγκα και με ποια νέα κομπίνα θα κρατηθούν στην εξουσία. Και ας πάει και το παλιάμπελο, δηλαδή η χώρα, η οικονομία, ο λαός. Όπως πολύ προσφυώς υποστηρίζουν κάποιοι, εάν έστω και ένα μέρος από την ενεργητικότητα και εφευρετικότητα την οποία επιδεικνύουν για να στήνουν μηχανεύματα και μηχανισμούς που θα τους επιτρέψουν να διατηρήσουν την εξουσία και να εξαπατήσουν τον λαό και τους αντιπάλους τους, το διέθεταν για να προωθήσουν έστω και ελάχιστα θετικά πράγματα στην κοινωνία, κάτι θα μπορούσαν να έχουν κάνει. Όμως αυτοί μοιραίοι συνωμότες και αέναοι ιντριγκαδόροι ένα και μόνο μέλημα έχουν, την καρέκλα.

* Ο Γ. Καραμπελιάς είναι συγγραφέας και επικεφαλής του Κινήματος Άρδην
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

17 Μαρ 2017


Σκίτσο του Αρκά
Του Γιώργου Καραμπελιά
Με προσχήματα, όλο και πιο γελοία, η κυβέρνηση συνεχίζει μια αέναη δήθεν «διαπραγμάτευση», παρότι είναι πασίγνωστο ότι στην πραγματικότητα έχει αποδεχθεί τις βασικές θέσεις των δανειστών και του ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, η οικονομία της χώρας βουλιάζει, οι καταθέσεις συνεχίζουν να καταρρέουν, το ΑΕΠ συρρικνώνεται, η ανεργία μεγαλώνει, τα μαγαζιά κλείνουν, οι τράπεζες καταφεύγουν και πάλι στον ELA και προφανώς, θα καταρρεύσει σύντομα το ασφαλιστικό σύστημα.
Παρ’ όλα ταύτα, και ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν σοβαρές αντιθέσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ –είναι όλοι τους έτοιμοι να υπογράψουν τα πάντα για να διαιωνίσουν την παραμονή τους στην εξουσία–, η κυβέρνηση συνεχίζει το αιώνιο παιγνίδι που ακολουθεί εδώ και δύο χρόνια: μια ατέρμονη διαπραγμάτευση που οδηγεί σε νέα μέτρα, σε νέα μνημόνια, σε νέες επιβαρύνσεις.
Επί δύο χρόνια, με βάση αυτό το επαναλαμβανόμενο in perpetuum μοντέλο, κατέστρεψαν ολοκληρωτικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, φόρτωσαν δεκάδες δισεκατομμύρια νέων χρεών, ξαναβύθισαν την ελληνική οικονομία στην ύφεση, και  συνεχίζουν απτόητοι.
Οι ελληνικές «αστικές» ελίτ, στην τύφλωσή τους, πιστεύουν, ή κάνουν πως πιστεύουν, ότι  αυτή η πρακτική οφείλεται απλά και μόνον στην ανικανότητα ή την ιδεοληψία των κυβερνώντων. Και παίρνουν τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα. Διότι, αν δούμε τη συνολική πορεία της κυβέρνησης –κατ΄εξοχήν τους τελευταίους μήνες–, αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί με την υπαρκτή ανικανότητα ή με την ιδεοληψία αποκλειστικά. Θα πρέπει να ψάξουμε και άλλες, βαθύτερες αιτίες.
Δύο είναι οι πιθανές ερμηνείες ή ένας συνδυασμός και των δύο.
Κατά αρχάς, το βασικό κίνητρο που τους κινεί είναι ένα και μοναδικό, η διατήρηση της εξουσίας, χωρίς κανένα ιδεολογικό πρόσχημα. Όσο λοιπόν διαιωνίζουν την εμπλοκή της χώρας στα μνημόνια και τις ατέρμονες διαπραγματεύσεις, διασφαλίζουν την υποστήριξη των δανειστών και αποδυναμώνουν ταυτόχρονα την αντιπολίτευση ή τις οποιεσδήποτε λαϊκές αντιδράσεις. Ο Σόιμπλε και το ΔΝΤ προτιμούν προφανώς να ολοκληρώσουν την εξαγορά ολόκληρης της ελληνικής οικονομίας και την επιβολή δρακόντειων μέτρων, με μια «αριστερή» κυβέρνηση στην εξουσία. Μια τέτοια κυβέρνηση αποδυναμώνει οποιαδήποτε λαϊκή ή άλλη αντιπολίτευση, και ταυτόχρονα είναι έτοιμη να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση για να διασφαλίσει την επιβίωσή της.
Είναι χαρακτηριστικές οι εκμυστηρεύσεις του Σόιμπλε στον Βαρουφάκη πως οι Γερμανοί ήθελαν να ρίξουν την κυβέρνηση Σαμαρά ήδη από το καλοκαίρι του 2014 και να φέρουν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Και όχι μόνον για να γονατίσουν το ελληνικό αντιμνημονιακό κίνημα, όπως και έκαναν, αλλά και να καταστρέψουν την πιθανότητα ενός ντόμινου ανατροπών που θα ξεκινούσε από την Ισπανία και τους Ποδέμος. Και το πέτυχαν. Το αντιπαράδειγμα ΣΥΡΙΖΑ πριόνισε καθοριστικά τη δυναμική των Ποδέμος και άλλων αντιστοίχων κινημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μέσω του Τσίπρα, το ευρωπαϊκό διευθυντήριο αποδυνάμωσε την αμφισβήτηση της γερμανικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη. Συμπέρασμα, ο Σόιμπλε και η Λαγκάρντ προτιμούν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον.
Μια κεντροδεξιά κυβέρνηση θα ήταν αδύνατο να εφαρμόσει, χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, όλα όσα κατόρθωσαν να περάσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ – ανάμεσά τους το περιβόητο υπερταμείο, το οποίο για χρόνια επεδίωκε ο Σόιμπλε. Ένα εξίσου αποφασιστικό στοιχείο είναι η εξάντληση του αντιστασιακού φρονήματος των Ελλήνων, οι οποίοι πλέον έχουν βυθιστεί σε κατάθλιψη, συνδυασμένη με γενικευμένη απάθεια. Δεν πιστεύουν  πλέον πως υπάρχει καμία δυνατότητα αντίστασης και αναζητούν αποκλειστικά ατομικές διεξόδους – φυγή στο εξωτερικό ή καταφυγή στη μαύρη οικονομία για να επιβιώσουν όπως-όπως.
Ο αυτοκτονικός μετεωρισμός των Ελλήνων συνεχίζεται αδιάλειπτα όσο παρατείνεται η αβεβαιότητα, από μέρα σε μέρα, από βδομάδα σε βδομάδα, από μήνα σε μήνα, από χρόνο σε χρόνο.
Κατά συνέπεια, η συμμορία του Μαξίμου, αδιαφορώντας παντελώς για την τύχη της χώρας, έχει συμφέρον να διαιωνίζεται η αέναη διαπραγμάτευση γιατί έτσι παραμένει στην εξουσία. Εξάλλου, με αυτόν τον τρόπο αποδυναμώνει και την αντιπολίτευση, κατ΄εξοχήν τη Ν.Δ., που παίρνει μηνύματα –από εγχώριους ολιγάρχες, από τους Γερμανούς και τους Αμερικανούς, αλλά και από ένα τμήμα της ίδιας της ΝΔ όπως διεφάνη με τον Μεϊμαράκη– να συνεχίσει να  «περιμένει».
Γνωρίζουν πολύ καλά ότι, αν αντίθετα κλείσουν την αξιολόγηση, οι Έλληνες, που τους ανέχονται καθώς παρατείνεται η αγωνία των διαπραγματεύσεων, θα αρχίσουν να διεκδικούν την άμεση αποχώρησή τους. Εξάλλου, ήδη τους απεχθάνονται, κάθε ημέρα και περισσότερο, όπως καταδεικνύουν και όλες οι δημοσκοπήσεις και, παραδόξως, η «επιτυχία» της κυβέρνησης θα σημάνει και την αρχή του τέλους. Το τέλος της εκκρεμότητας σηματοδοτεί και το τέλος της ανοχής.
Παράλληλα, δεν θα είναι πλέον χρήσιμοι ούτε στον Σόιμπλε, ούτε στον… Βαρδινογιάννη. Γνωρίζουν πολύ καλά πως, στις επόμενες εκλογές, οποτεδήποτε συντελεστούν, θα καταποντιστούν, επομένως, θα πρέπει να παρατείνουν τη θητεία τους, έτσι ώστε να ενισχύσουν την παρουσία τους στο κράτος, στους θεσμούς και τα ΜΜΕ. Εξάλλου, στον μόνο τομέα που αποδεικνύονται αποτελεσματικοί είναι στους διορισμούς ημετέρων και στις λυσσαλέες προσπάθειες ελέγχου των ΜΜΕ, παρά το φιάσκο των τηλεοπτικών αδειών. Αρκεί να δούμε τη μεθοδευμένη καταστροφή του ΔΟΛ και του Ψυχάρη, την έκδοση νέων ελεγχόμενων εφημερίδων, τη διείσδυση στους μεγάλους και, πολύ περισσότερο, στους μικρούς τηλεοπτικούς σταθμούς, τον έλεγχο ακόμα και νεοδημοκρατών –«συναινετικών» με το αζημίωτο– δημοσιογράφων.
Αυτή είναι η πρώτη και βασική εκδοχή. Υπάρχει όμως και μία δεύτερη, με την οποία εξ αρχής έπαιζε η κυβέρνηση Συριζανέλ. Εάν θα ήταν δυνατή η παραμονή στην εξουσία μέσω μιας εξόδου από την ευρωζώνη (και χωρίς κίνδυνο ειδικών δικαστηρίων), δεν θα είχαν καμία αντίρρηση. Είναι ολοφάνερο, από την πολιτική που ακολουθούν από την αρχή της κυβερνητικής τους παρουσίας. Με τον Βαρουφάκη, τον Λαφαζάνη και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου –και όχι μόνον– να πλειοδοτούν υπέρ του Grexit, έπαιζαν και στα δύο ταμπλό μέχρι το καλοκαίρι του 2015, και μόνο όταν απεδείχθη ότι δεν βρήκαν κανένα στήριγμα, ούτε στους Αμερικανούς ούτε στους Ρώσους, υποχρεώθηκαν να ανακρούσουν πρύμνα μετά το δημοψήφισμα.
Στην πραγματικότητα όμως, ποτέ δεν εγκατέλειψαν και αυτή την επιλογή. Καθώς διαιωνίζεται το οικονομικό αδιέξοδο, ξαναδυναμώνει η αίσθηση των Ελλήνων ότι δεν υπάρχει καμία σωτηρία στην ευρωζώνη και θα πρέπει ίσως να εγκαταλείψουμε το ευρώ.  Αυτή την αίσθηση την σιγοντάρει και ο Σόιμπλε – σταθερός θιασώτης του grexit από το 2010, επιθυμία που εξηγεί εν πολλοίς την προβοκατόρικα ανθελληνική του συμπεριφορά.  Παράλληλα, είναι πασίγνωστο πως ένα τμήμα του εφοπλιστικού κεφαλαίου, τουλάχιστον, και της «λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης» επιδιώκει την αποδέσμευση από την ευρωζώνη και προωθεί την επιστροφή στη δραχμή. Έχει γραφτεί ανοικτά, χωρίς να διαψευσθεί, πως ο Βαρδινογιάννης, π.χ., ενισχύει αυτή την εκδοχή, ενώ το συγκρότημα Κουρή και οι γνωστές και άδηλες παραφυάδες του, σε άλλα, δήθεν ανεξάρτητα, δημοσιογραφικά συγκροτήματα, παραμένουν σταθερά θιασώτες της «δραχμούλας». Για να αγοράσουν οι ολιγάρχες ό,τι έχει απομείνει. Και ας καταστραφούν εντελώς οι Έλληνες πολίτες με την υποτίμηση και το εμπάργκο που θα ακολουθήσει. Μετά την άνοδο του Τραμπ, έρχεται να προστεθεί ένας ακόμα παράγοντας, η ανοικτή θέληση των Αμερικανών για διάλυση της ευρωζώνης.
Η κυβέρνηση Τσίπρα, που μια πιθανή αποσύνθεση της ΕΕ θα της έδινε ίσως μια πιθανότητα να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία και να αποφύγει και την αναπόφευκτη κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις επόμενες εκλογές, θα «βολευόταν» και σήμερα με μία τέτοια εκδοχή. Εξ ου και τα φληναφήματα του Ξυδάκη περί δραχμής και οι ασταμάτητοι αγώνες του αγωνιστή Τράγκα.
Δυοίν θάτερον, λοιπόν. Είτε διαιώνιση της διαπραγμάτευσης, γιατί αυτή επιτρέπει την διατήρηση στην εξουσία και την οικοδόμηση ενός κομματικού στρατού στο κράτος και τα ΜΜΕ, είτε εξώθηση ακόμα και σε Grexit, αν χρειαστεί. Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα καμία άλλη ερμηνεία γι’ αυτό το θανατερό σύρσιμο, ενώ δεν αποκλείεται καθόλου ένας συνδυασμός αυτών των δύο εκδοχών. Και διαιωνίζουμε τη διαπραγμάτευση, για να μένουμε στην εξουσία, και στο τέλος του δρόμου πιθανώς να καταλήξουμε σε ένα Grexit με κάποιο νέο «αγωνιστικό δημοψήφισμα», το καλοκαίρι του 2017.
Όλα τα άλλα, περί εσωτερικών αντιθέσεων στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι παραμύθια για μικρά παιδιά ή για την πλέον ανίκανη και τυφλή ελίτ, την ελληνική. Διότι όσοι Συριζαίοι είχαν πράγματι ιδεοληψίες και αυταπάτες εξήλθαν από το κόμμα τον Αύγουστο του 2015 και άφησαν έκτοτε τον Τσίπρα αποκλειστικά με τους καριερίστες και τους διψασμένους για εξουσία «άγνωστους και από τον θυρωρό τους». Αυτοί, τις μόνες διαφοροποιήσεις που μπορούν να έχουν μεταξύ τους είναι για τους διορισμούς των δικών τους παιδιών και τίποτε άλλο.
Η φάβα έχει όντως «μεγάλο λάκκο» και το αίτημα της απομάκρυνσης  αυτών των ερίφηδων από την εξουσία δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια του ελεγχόμενου από τους ολιγάρχες και τις ξένες πρεσβείες Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτός, ναι μεν επαναλαμβάνει διαρκώς την ανάγκη εκλογών για να φύγει η κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να οικοδομήσει κανένα λαϊκό κίνημα κατακραυγής.
Ούτε η Αριστερά, εκτός ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να κάνει κάτι ανάλογο – διότι ένας μεγάλος αριθμός από τα στελέχη και τα μέλη του εξακολουθούν να σιτίζονται στο κυβερνητικό πρυτανείο (κατ΄ εξοχήν στις ΜΚΟ, στις υπηρεσίες για τους πρόσφυγες, στα υπουργεία, τους δήμους και τις περιφέρειες). Εξάλλου, σύσσωμη συνεχίζει να προβάλλει τον μπαμπούλα του «νεοφιλελεύθερου  Μητσοτάκη» και έτσι, στην πραγματικότητα, ρίχνει νερό στον μύλο του ΣΥΡΙΖΑ – παρά τις όποιες αντιθέσεις, το αίμα νερό δεν γίνεται.
Είναι ανάγκη λοιπόν, να αρχίσει  η ελληνική κοινωνία να συνειδητοποιεί το τί διακυβεύεται και να βγει από την ολέθρια νάρκη της, που προοιωνίζεται τις χειρότερες εξελίξεις, και όχι μόνον στο οικονομικό πεδίο αλλά και απέναντι στον τουρκικό νεο-οθωμανισμό. Πρέπει η κοινωνία να αναλάβει να πραγματώσει αυτό που οι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να κάνουν, να υποχρεώσει σε άμεση έξοδο αυτό το συνονθύλευμα εξουσιομανών και ανικάνων.
* Ο κ. Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας, επικεφαλής του Κινήματος Άρδην.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

8 Μαρ 2017


Του Γιώργου Καραμπελιά

Το εφεύρημα του υφυπουργού Μαυραγάνη, προερχόμενου από τους ΑΝΕΛ, για την πληρωμή των προστίμων της τροχαίας με ποσά που θα παραλλάσσουν ανάλογα με την εισοδηματική δυνατότητα του παραβάτη (!), φάνηκε σε πολλούς σαν μια ακόμα από τις γνωστές μπαρούφες των κυβερνητικών αξιωματούχων. Στην πραγματικότητα, όμως, εκφράζει μια βαθύτερη λογική της πολιτικής της κυβέρνησης.
Αν μελετήσει κανείς την περίοδο των εμφυλίων πολέμων στην αρχαία Ρώμη, θα διαπιστώσει πως το «δημοκρατικό κόμμα», στο οποίο ανήκε ο Ιούλιος Καίσαρ, συγκέντρωνε κατά προτεραιότητα δύο κοινωνικές κατηγορίες: την πλουτοκρατία της Ρώμης, στην οποία ανήκε και ο Καίσαρας, και την πλέμπα των προλεταρίων, οι οποίοι ζούσαν από το δημόσιο ταμείο. Έτσι, οι ολιγάρχες του δημοκρατικού κόμματος εξασφάλιζαν την πλειοψηφία με τη γνωστή συνταγή «Άρτον και Θεάματα». Ανάλογη είναι η πολιτική την οποία εφαρμόζουν έκτοτε όλες οι «φιλολαϊκές» ολιγαρχίες. Χρησιμοποιούν τους φτωχούς για να διαιωνίζουν την κυριαρχία της κάστας τους. Και εάν δεν έχουμε φτωχούς στον απαραίτητο αριθμό, πρέπει να τους εφεύρουμε.
Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, –στην οποία προσχώρησαν, παραδόξως από πρώτη άποψη, αλλά καθόλου τυχαία, και οι ΑΝΕΛ, ως η ορατή όψη της συνεργαζόμενης με τον ΣΥΡΙΖΑ κεντροδεξιάς–, συνίσταται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική: Να δημιουργήσουμε ακόμα περισσότερους φτωχούς, –γενικότερα εξαρτημένους από τον δημόσιο κορβανά– τους οποίους θα συντηρούμε μέσα από κοινωνικά επιδόματα και «προνομιακή» μεταχείριση έναντι των «πλουσίων». Και «πλούσιοι» νοούνται όσοι διατηρούν ακόμα μια αμειβόμενη απασχόληση εκτός δημοσίου, ή μια μικρή ή μεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα
Αυτή είναι η κυρίαρχη στρατηγική των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για να διατηρηθούν στην εξουσία. Από τη μία πλευρά, την πλευρά των «πατρικίων», η διαμόρφωση μιας κάστας κρατικοδίαιτων συμβούλων, τρωκτικών των ΜΜΕ και επιχειρηματιών τύπου Καλογρίτσα, που αποτελεί συνολικά το «καθεστώς». Εδώ, δεν ενοχλεί καθόλου η στήριξη του Βαρδινογιάννη, της Αγγελοπούλου, κ.ά. εκπροσώπων της «Λούμπεν Μεγαλοαστικής Τάξης», ή των ξένων δανειστών, ούτε το γεγονός ότι ο Σταθάκης, ο Τσακαλώτος ή η Φωτίου έχουν εκατομμύρια σε καταθέσεις και ιδιοκτησίες στο εξωτερικό, διότι η ηγεσία πρέπει να αμείβεται! Εξάλλου, διαθέτει και τα κρατικά αεροπλάνα για τα ταξιδάκια της.
Όμως, μερικές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, έστω και τοποθετημένοι σε νευραλγικά σημεία, δεν θα αρκούσαν για να τους διατηρήσουν στην εξουσία. Χρειάζονται και το «πόπολο». Θα πρέπει επομένως να μεταβάλουν ένα σημαντικό τμήμα του λαού σε ανθρώπους που απλώς επιβιώνουν μέσα από τη στήριξη του κράτους, της Εκκλησίας και οργανισμών αλληλεγγύης, καθηλώνοντάς τους σε ένα καθεστώς αιώνια επιδοτούμενων και όχι ωθώντας προς μία κατεύθυνση παραγωγικής ανασυγκρότησής τους, ατομικά και συλλογικά.
Έτσι, δεν προτάσσουν την ενίσχυση της δημιουργίας νέων απασχολήσεων και νέων επιχειρήσεων, αλλά την επιβίωση στα όρια της εξαθλίωσης, ούτως ώστε να παραμένουν εξαρτημένοι από το κράτος και τις πολιτικές του. Επειδή, όμως, για να γίνει κάτι τέτοιο, και μάλιστα μέσα στα πλαίσια του στραγγαλισμού που επιβάλλουν οι δανειστές, θα πρέπει να αφαιρέσουν πόρους από κάποιους άλλους, αυτό το κάνουν φορολογώντας, σε βαθμό εξόντωσης, όσους παράγουν.
Δημιουργούν μάλιστα μια ιδιότυπη «ταξική σύγκρουση», όπου το ζητούμενο για τους πιο φτωχούς δεν θα είναι πλέον η έξοδος από την εκπτώχευση, μέσω της παραγωγικής αναβάθμισης της χώρας, αλλά η «εκδίκηση» απέναντι στους υπολοίπους. Γι’ αυτό, επί παραδείγματι, το πλεόνασμα, το δημιουργημένο από την υπερφορολόγηση και τη μη καταβολή των χρεών του κράτους προς τους πολίτες, το 2016, δεν θα κατευθυνθεί προνομιακά σε νέους, προκειμένου να αρχίσουν κάποια δραστηριότητα, ή σε νεαρά ζευγάρια για την ενίσχυση των γεννήσεων, αλλά αποκλειστικά στους συνταξιούχους, ώστε απλώς να συντηρηθεί μια κάποια ζήτηση και ένα εισόδημα.
Έτσι, για να διαιρέσουν το λαϊκό σώμα, εφαρμόζουν μία πολιτική που στρέφει τους μεν εναντίον των άλλων. Χαρακτηριστική είναι η στρατηγική που ακολουθείται ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές. Κατασκευάστηκε ένα τερατώδες σύστημα, όπου όσοι μικρομεσαίοι έχουν ήδη καταστραφεί, να καταβάλλουν όντως λιγότερες εισφορές από ό,τι στο παρελθόν, ενώ, αντίστροφα, όσοι κατορθώνουν να διατηρούν ακόμα μια κάποια επιχειρηματική δραστηριότητα και ένα εισόδημα, τσεκουρώνονται στο δεκαπλάσιο ή το εικοσαπλάσιο, σε βαθμό κακουργήματος. Και προφανώς δεν πρόκειται να εισπράξουν δεκαπλάσια σύνταξη, ούτε θα έχουν δεκαπλάσιες απολαβές ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
Αυτό αποκαλείται «εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος». Και είναι προφανές τι πρόκειται να συμβεί στο τέλος. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας όσων εξακολουθούν να την ασκούν θα συμπαρασύρει αναπόφευκτα και τους υπόλοιπους, το νέο ασφαλιστικό σύστημα θα φαλιρίσει και η χώρα θα βουλιάξει αύτανδρη, για να παραδοθεί στα χέρια της Lidl και της Deutsche Bank. Αλλά, μέχρι τότε, όπως λέει και ο Ζουράρις, δηλαδή σε ένα δύο χρόνια, «ποιος ζει και ποιος πεθαίνει». Ο Τσίπρας και η παρέα του, τα τρωκτικά του κράτους και των ΜΜΕ, θα έχουν διατηρήσει την εξουσία για λίγο ακόμα καιρό, εφαρμόζοντας αυτή την ιδιότυπη «ταξική» πολιτική.
Η ίδια η ψευδοκεϋνσιανή αντίληψη, στην οποία αναφέρονται διαρκώς, αποτελεί έκφανση της ίδιας πολιτικής. Λένε, επί παραδείγματι: «Η οικονομία θα ανακάμψει μόνο αν ενισχύσουμε τη ζήτηση». Επειδή όμως οι ίδιοι μάς έχουν οδηγήσει στο χειρότερο μνημόνιο και σε μια ακραία λιτότητα, θα πρέπει αναπόφευκτα να αφαιρέσουν πόρους από την οικονομία για να τους διοχετεύσουν στη δημοσιονομική προσαρμογή και την αποπληρωμή των δανείων. Έτσι όμως πλήττουν κατεξοχήν την προσφορά προϊόντων, δηλαδή την ελληνική παραγωγή, και η όποια ζήτηση κατευθύνεται περισσότερο στις εισαγωγές παρά στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, πρόκειται για την ίδια παρασιτική λογική που, με δήθεν φιλολαϊκά επιχειρήματα, οδήγησε στο παρελθόν στη διόγκωση των ελλειμμάτων και σήμερα οδηγεί στην καταστροφή όσων παραγωγικών δραστηριοτήτων εξακολουθούν να επιβιώνουν.
Αυτή η ψευδοταξική πολιτική, που χρειάζεται εξαθλιωμένους πολίτες για να συντηρεί την εξουσία μιας κάστας, καθόλου τυχαία, γίνεται αποδεκτή χωρίς καμία αμφισβήτηση, από την τρόικα, τον κ. Σόιμπλε αλλά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Και όμως, αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι ανάλογη φορολογική πολιτική εξοντώνει τα παραγωγικά στρώματα της χώρας. Και ενώ ο κ. Σόιμπλε παραμένει κατεξοχήν οπαδός της πολιτικής της «προσφοράς», σε βαθμό κακουργηματικής λιτότητας, σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, και ενώ ελέγχουν ασφυκτικά οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης, αφήνουν ανενόχλητους τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να εξοντώνουν τα παραγωγικά μικρομεσαία στρώματα.
Και είναι προφανές το γιατί: Διότι οι «θεσμοί» δεν ενδιαφέρονται για αυθεντική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αλλά επιθυμούν απλώς και μόνον να τη μεταβάλουν σε μια οικονομική αποικία τους, όπου οι δικές τους τράπεζες, επιχειρήσεις και εμπορικές αλυσίδες, θα έχουν κυριαρχήσει στην ελληνική οικονομία, θα έχουν αγοράσει τη ΔΕΗ, όπως έκαναν με τα αεροδρόμια, και θα έχουν εξοντώσει τον «αθέμιτο» ανταγωνισμό των μικρομεσαίων Ελλήνων.
Έτσι λοιπόν, ολοκληρώνεται η «ταξική πολιτική» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: Συµµαχία με τους ξένους, όπως το έκαναν ήδη για να ανέβουν και να διατηρηθούν στην εξουσία: Παραχωρώντας τους, με το αζημίωτο, το σύνολο της δημόσιας περιουσίας και προωθώντας την από κοινού εξόντωση της παραγωγικής Ελλάδας, μεταβάλλοντας ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού σε μόνιμους επιδοτούμενους.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνον ότι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ξαναβύθισαν την Ελλάδα στα μνημόνια, κατέστρεψαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και το… αγωνιστικό ήθος των Ελλήνων, αλλά και το ότι, για να διατηρηθούν στην εξουσία, είναι διατεθειμένοι να καταστρέψουν ό,τι είχε απομείνει από τη δημιουργικότητά μας: Διώχνουν έξω από τη χώρα το ζωντανότερο κομμάτι της, μετατρέπουν την ελληνική κοινωνία σε μια κοινωνία ολιγαρχών, αυξημένης εγκληματικότητας, πολιτιστικής παρακμής και μειωμένων προσδοκιών.
Γι’ αυτό, και όσο ταχύτερα ξεκουμπιστούν, τόσο καλύτερα: «Ceterum censeo», ΣΥΡΙΖΑ «delenda est».
Πρώτη δημοσίευση Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου