Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

12 Απρ 2018


Η στρατηγική του προέδρου των ΗΠΑ και ο νέος ψυχρός πόλεμος 
Η απάντηση της Κίνας και οι τεχνολογίες αιχμής 
Η νέα διαπραγμάτευση και ο φόβος του κραχ

Γράφει ο Ceteris Paribus

Χρειάστηκε ένας χρόνος «αναγνώρισης εδάφους» ώστε ο Ντόναλντ Τραμπ να ξεδιπλώσει το πρόγραμμά του στις διεθνείς σχέσεις. Στον πρώτο χρόνο της προεδρίας του αντιμετώπισε τη «hot» αντιπολίτευση όχι απλώς από ένα τμήμα των μίντια αλλά από ένα σημαντικό τμήμα του αμερικανικού κατεστημένου και του αμερικανικού «βαθέως κράτους». Παρότι αυτού του είδους η αντιπολίτευση συνεχίζεται και θα συνεχίζεται, ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει σήμερα αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να υλοποιήσει το πλέον αμφιλεγόμενο και υψηλού ρίσκου μέρος του προγράμματός του, που αφορά στις διεθνείς σχέσεις. Οι πολιτικές του στο ζήτημα του προστατευτισμού και του λεγόμενου εμπορικού πολέμου, αλλά και οι επιλογές του στη Μ. Ανατολή, απειλούν με «παγκόσμιο χάος» – κατά μία διατύπωση που συναντά κανείς συχνά στη διεθνή αρθρογραφία. Πόσο μελετημένη είναι η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ στις διεθνείς σχέσεις και πόσο πιθανή είναι η πρόκληση «παγκόσμιου χάους»;

Αναθεωρητισμός: Προϊόν ισχύος ή αδυναμίας;

Ο αναθεωρητισμός είναι η αμφισβήτηση των δεδομένων συσχετισμών και πλαισίων, η αμφισβήτηση του στάτους κβο. Από αυτή την άποψη, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένας γνήσιος αναθεωρητής: αμφισβητεί το πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου και γενικότερα των διεθνών οικονομικών σχέσεων, αμφισβητεί τα «τετελεσμένα» των τελευταίων χρόνων στη Συρία και τη Μ. Ανατολή, αμφισβητεί το στάτους κβο στη διακίνηση μεταναστών προς τις ΗΠΑ κ.λπ. Όχι στα λόγια, αλλά με πράξεις, που μόνο συμβολικού χαρακτήρα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.

Αναθεωρητής είναι αυτός που το διαμορφωμένο στάτους κβο δεν τον ευνοεί, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει πολλά για να το ανατρέψει. Ωστόσο, πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους: τον αναθεωρητισμό που είναι προϊόν ισχύος η οποία «ξεχειλίζει» ώστε το στάτους κβο να γίνεται «στενός κορσές», από τον αναθεωρητισμό που είναι προϊόν αδυναμίας η οποία επιτείνεται στα δεδομένα πλαίσια. Από αναθεωρητισμό ισχύος διακατέχονται δυνάμεις που είναι φορείς μιας ανερχόμενης δυναμικής που πλέον ασφυκτιά στα υπάρχοντα πλαίσια. Αντίθετα, από αναθεωρητισμό αδυναμίας διακατέχονται δυνάμεις που τα υπάρχοντα πλαίσια καλλιεργούν την ανερχόμενη δυναμική των ανταγωνιστών τους.

Η στρατηγική Τραμπ συνιστά αναθεωρητισμό της δεύτερης περίπτωσης. Το στάτους κβο στις διεθνείς σχέσεις συνιστά για τις ΗΠΑ διπλό κίνδυνο, καθώς λειτουργεί σαν πλαίσιο εις βάρος τους ραγδαίας ενίσχυσης του βασικού τους ανταγωνιστή, της Κίνας, αλλά και γενικότερα της Ανατολής (Κίνα, Ινδία, Ρωσία).

Νέος Ψυχρός Πόλεμος και τεχνολογίες αιχμής

Ο κίνδυνος από την ανοδική δυναμική της Κίνας έχει ιστορικό και «υπαρξιακό» χαρακτήρα για τις ΗΠΑ. Δεν πρόκειται μόνο για την αύξηση του ΑΕΠ της Κίνας με ρυθμούς περίπου τριπλάσιους μεσοσταθμικά σε σχέση με των ΗΠΑ, που προδιαγράφει την ανάδειξή της σε πρώτη οικονομική δύναμη του πλανήτη σε μία περίπου δεκαετία, αλλά για τις ραγδαία αναπτυσσόμενες δυνατότητες της Κίνας σε όλη την γκάμα της οικονομικής ισχύος: από την παραγωγή χάλυβα και αλουμινίου μέχρι τις τεχνολογίες αιχμής και τη διαστημική.

Οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Δύσης θυμούνται πολύ καλά ότι ο Ψυχρός Πόλεμος εναντίον της ΕΣΣΔ κερδήθηκε, σε τελική ανάλυση, δηλαδή στρατηγικά, από την υπεροχή των ΗΠΑ επικεφαλής της Δύσης στην οικονομία και κυρίως σε δύο βασικούς τομείς: παραγωγικότητα – απόδοση της εργασίας και νέες τεχνολογίες. Όσοι μιλούν για νέο Ψυχρό Πόλεμο, μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας αυτή τη φορά, πρέπει να πάρουν υπόψη τους ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον απόλυτο πλεονέκτημα σε αυτούς τους τομείς στρατηγικής σημασίας. Για την ακρίβεια, έχουν ένα πλεονέκτημα που φθίνει διαρκώς.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στο επίκεντρο του εμπορικού πολέμου που εξαπέλυσε ο Τραμπ κατά της Κίνας βρίσκεται η υπόθεση των πνευματικών δικαιωμάτων. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η Κίνα ισχυροποιείται στον τομέα των τεχνολογιών αιχμής «κλέβοντας» πνευματική ιδιοκτησία από την αφρόκρεμα των αμερικανικών πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα. Αν αυτή η «κλοπή» συνεχιστεί απρόσκοπτα, θα αρκέσουν μερικά χρόνια ακόμη ώστε η Κίνα να διαμορφώσει μια ισχυρή εθνική βάση για κορυφαίες επιδόσεις στον τομέα των νέων τεχνολογιών. Σε αυτή την περίπτωση, ένας νέος Ψυχρός Πόλεμος θα είναι στρατηγικά χαμένος…

Αναδιαπραγμάτευση ή… γαία πυρί μιχθήτω;

Χθες τα χρηματιστήρια είχαν ισχυρή άνοδο, καθώς οι ανησυχίες πως ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα κλιμακωθεί φέρνοντας πιο κοντά τον κίνδυνο πρόκλησης παγκόσμιου χάους, υποχώρησαν. Αιτία, οι κατευναστικές δηλώσεις του Κινέζου προέδρου Ξι Τζινπίγκ, που παρουσιάστηκε πρόθυμος να υλοποιήσει μερικές από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούν οι ΗΠΑ: μείωση κινεζικών δασμών σε εισαγόμενα αυτοκίνητα, βελτίωση των κανονισμών προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, μεγαλύτερη πρόσβαση των ξένων εταιρειών στον κινεζικό χρηματο-οικονομικό και κατασκευαστικό τομέα. Ο πρόεδρος Τραμπ χαιρέτισε με μήνυμά του στο twitter τις δηλώσεις αυτές, γεμίζοντας με αισιοδοξία τις παγκόσμιες αγορές.

Ποια είναι λοιπόν η προοπτική; Μια αναδιαπραγμάτευση των εμπορικών συμφωνιών ή μια κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου; Η απάντηση είναι μάλλον σύνθετη: Άμεσα, η διαπραγμάτευση. Μεσοπρόθεσμα, η κλιμάκωση!

Στη στρατηγική (όπως και στην τακτική), ο παράγοντας χρόνος είναι πολύ κρίσιμος. Στη θαλπωρή της παγκοσμιοποίησης και των διεθνών εμπορικών συμφωνιών ο κινεζικός «δράκος» ισχυροποιείται διαρκώς και «εκ του ασφαλούς». Ο χρόνος δουλεύει γι’ αυτόν. Αντίθετα, οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια της σπατάλης χρόνου: πρέπει «να κάνουν κάτι τώρα», στα επόμενα χρόνια, πριν η δυναμική της ανάδειξης της Κίνας σε νέα οικονομική κοσμοκράτειρα γίνει μη αναστρέψιμη. Σ’ αυτό το παιχνίδι με το χρόνο, ο ανερχόμενος έχει ένα πλεονέκτημα: μπορεί να «ροκανίζει» το χρόνο προσποιούμενος ότι υποχωρεί.

Οι δηλώσεις του Κινέζου προέδρου είναι βέβαιο ότι παραπέμπουν σε ένα τέτοιο «ροκάνισμα» – οι βλέψεις και η αυτοπεποίθηση της Κίνας, αλλά και η ισχύς του κινεζικού εθνικισμού στην κινεζική ηγεσία και τον κινεζικό λαό, δεν επιτρέπουν επιπόλαιες σκέψεις ότι η Κίνα ηττήθηκε ήδη στον εμπορικό πόλεμο πριν καν πολεμήσει. Το στρατήγημα της κινεζικής ηγεσίας είναι τούτο: προσφέρει στη διοίκηση Τραμπ επαναδιαπραγμάτευση, η οποία από τη φύση της απαιτεί χρόνο, τόσο για να επιτευχθεί κάποια συμφωνία όσο και για να αποδειχθεί αν και σε ποιο βαθμό αυτή τηρείται. Στις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ αλλά και για τις συμφωνίες για το περιβάλλον, η Κίνα αποδείχτηκε μεγάλος δεξιοτέχνης στην εφαρμογή αυτής της τακτικής. Οι ΗΠΑ φυσικά το γνωρίζουν αυτό, αλλά δεν μπορούν να μη δεχτούν την «πρόκληση» της αναδιαπραγμάτευσης.

Η αναδιαπραγμάτευση προσφέρει στην Κίνα και ένα ακόμη πλεονέκτημα: κέρδος χρόνου μέχρι την επόμενη «στροφή» της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας. Το 2019 ή το αργότερο το 2020 προβλέπεται ότι ο σημερινός κύκλος ανάκαμψης της διεθνούς οικονομίας θα ολοκληρωθεί, οπότε θα υπάρξει μια νέα υποχώρηση. Η διεθνής αρθρογραφία βρίθει προβλέψεων για τα «δεινά» και τους κινδύνους που απειλεί να φέρει αυτή η νέα υποχώρηση, με βασικότερο όλων τον κίνδυνο ενός νέου «κραχ» στις αγορές.

Η Κίνα είναι πολύ πιο προστατευμένη από ένα τέτοιο «κραχ» σε σχέση με τη Δύση. Η έντονη «ευαισθησία» και η «απέχθεια» που δείχνουν οι διεθνείς αγορές στις εξαγγελίες περί δασμών και στον κίνδυνο εμπορικού πολέμου δεν οφείλονται βέβαια σε κάποια φιλικότητα των αγορών προς την Κίνα ενάντια στις ΗΠΑ, αλλά στην οξεία αίσθηση κινδύνου μπροστά σε ένα πιθανό «χάος» που ούτως ή άλλως έχει εγγραφεί στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Η πιθανότερη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη είναι λοιπόν η αναδιαπραγμάτευση. Το «επεισόδιο» αυτό θα λήξει σε ένα – δύο χρόνια, μαζί με την ανοδική φάση της παγκόσμιας οικονομίας. Τότε, Κίνα, ΗΠΑ και όλοι οι άλλοι θα ξαναμετρήσουν τις πιθανότητές τους. Ωστόσο, αν τα τύμπανα του εμπορικού πολέμου άρχισαν να χτυπούν στην περίοδο της διεθνούς οικονομικής ανόδου, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι στην επερχόμενη φάση της οικονομικής υποχώρησης θα επικρατήσουν ειρηνικές διαθέσεις…

Αν βραχυπρόθεσμα η πιθανότερη προοπτική είναι η αναδιαπραγμάτευση, μεσοπρόθεσμα η πιθανότερη προοπτική είναι η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου. Με ό,τι ήθελε σημάνει αυτό…

RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



23 Μαρ 2018


Η κυβέρνηση της Κίνας προέτρεψε την κυβέρνηση των ΗΠΑ σήμερα να αποφύγει να θέσει τις διμερείς εμπορικές σχέσεις σε κίνδυνο, αντιδρώντας στους δασμούς σε σειρά κινεζικών προϊόντων που ανήγγειλε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, επικαλούμενος την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας για την οποία κατηγορεί η κυβέρνηση του ρεπουμπλικάνου πολλές κινεζικές εταιρείες.

Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου ανέφερε ότι το Πεκίνο ευελπιστεί πως η Ουάσινγκτον θα απομακρυνθεί από "το χείλος του γκρεμού", ότι θα πάρει "συνετές αποφάσεις" και δεν θα "σύρει" τις διμερείς σχέσεις σε ένα "επικίνδυνο μέρος", προσθέτοντας ότι εναντιώνεται στα μέτρα προστατευτισμού που οδεύει να πάρει μονομερώς η αμερικανική κυβέρνηση.

Η Κίνα έχει προετοιμαστεί πλήρως να υπερασπιστεί τα νόμιμα συμφέροντά της και δεν φοβάται έναν εμπορικό πόλεμο, μολονότι δεν θέλει τέτοιον, συμπληρώνεται στην ανακοίνωση του υπουργείου Εμπορίου.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε την Πέμπτη την επιβολή δασμών ύψους έως και 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε εισαγόμενα κινεζικά προϊόντα, φέρνοντας τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου ακόμα πιο κοντά στο ξέσπασμα εμπορικού πολέμου.

Με βάση το προεδρικό υπόμνημα που υπέγραψε ο Τραμπ την Πέμπτη, θα υπάρξει μια περίοδος δημόσιας διαβούλευσης 30 ημερών ως προς τους δασμούς, που θα ξεκινήσει από τη στιγμή που θα δημοσιοποιηθεί ο κατάλογος των προϊόντων που θα μπουν στο στόχαστρο.

Αυτό στην πράξη δίνει περιθώριο για συνομιλίες ανάμεσα στα μέρη. Ήδη, Ουάσινγκτον και Πεκίνο βρίσκονται σε διαβουλεύσεις.

Η προοπτική εμπορικού πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας προκαλεί έντονη ανησυχία σε πολλές χώρες, καθώς η πτώση της ζήτησης θα είναι αναπόφευκτη. Τα χρηματιστήρια πέφτουν, αλλά τοποθετήσεις που θεωρούνται ασφαλείς, όπως τα κρατικά ομόλογα, προσελκύουν κεφάλαια.

Σε χωριστή ανακοίνωσή του, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας αποκάλυψε ότι σχεδιάζει να επιβάλει δασμούς ύψους ως και 3 δισεκ. δολαρίων σε αμερικανικά εισαγόμενα προϊόντα σε αντίποινα για τους δασμούς στον χάλυβα (25%) και στο αλουμίνιο (10%) που εισάγουν οι ΗΠΑ, οι οποίοι τίθενται σε εφαρμογή σήμερα.

Το Πεκίνο εξετάζει επιπρόσθετους δασμούς 15% σε αμερικανικά προϊόντα όπως αποξηραμένα φρούτα, κρασιά και ατσάλινους σωλήνες, δασμούς 25% σε προϊόντα χοιρινού κρέατος και στο ανακυκλωμένο αλουμίνιο.

Συνολικά, η Κίνα έχει ετοιμάσει έναν κατάλογο 128 αμερικανικών προϊόντων που θα στοχοθετηθούν εάν οι δύο κυβερνήσεις δεν μπορέσουν να καταλήξουν σε συμφωνία για τα εμπορικά ζητήματα, που θα επιβληθούν σε δύο στάδια.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



21 Μαρ 2018


Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Οι προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών να διεξάγουν επιθετικές και αμυντικές επιχειρήσεις στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου έχουν μείνει πολύ πίσω, όπως προκύπτει από τις αποκαλύψεις γύρω από τις ηλεκτρονικές επιθέσεις της Ρωσίας.

Την ίδια στιγμή σημαντική πρόοδο στο χώρο αυτό έχει κάνει και η Κίνα, με αποτέλεσμα ο χώρος αυτός να αποτελεί, ίσως, τη μεγαλύτερη πρόκληση εθνικής ασφάλειας για την Ουάσιγκτον, στο όχι και τόσο απώτερο μέλλον.

Ο Στρατηγός Τζόν Χάϊτεν, επικεφαλής της Στρατηγικής Διοίκησης των ΗΠΑ (STRATCOM), σε κατάθεσή του στο Κογκρέσο, κτύπησε καμπανάκι κινδύνου, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ, δεν “έχει προχωρήσει όσο απαιτείται” στον τομέα ηλεκτρονικού πολέμου (cyberwar). Ταυτόχρονα ανέφερε ότι, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δεν έχουν σαφείς οδηγίες και κανόνες όσο αφορά την ηλεκτρονική εμπλοκή.

“Απαιτείται να προχωρήσουμε πολύ παραπέρα στο να αντιμετωπίσουμε το ηλεκτρονικό σύμπαν ως επιχειρησιακό χώρο”, προειδοποίησε τα μέλη της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Αμερικανικής Γερουσίας, ο Στρατηγός, Χάϊτεν. Το “ηλεκτρονικό σύμπαν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πλαίσιο πολεμικής σύγκρουσης, και εάν κάποιος μας απειλήσει στο ηλεκτρονικό σύμπαν πρέπει να έχουμε τις εξουσίες να απαντήσουμε”.

Ο Στρατηγός την ίδια στιγμή, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ, έχουν κάνει κάποια πρόοδο στο να πραγματοποιούν ηλεκτρονικές επιθέσεις εναντίον εχθρών στη Μέση Ανατολή, όπως το Ισλαμικό Κράτος.

Η κατάθεση του επικεφαλής της STRATCOM, έρχεται εβδομάδες μετά την προειδοποίηση του Στρατηγού, Κέρτις Σκαπαρότι, επικεφαλής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, σύμφωνα με την οποία οι κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ δεν συντονίζουν τις προσπάθειες τους για να αντιμετωπίσουν την ηλεκτρονική απειλή από τη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι η Μόσχα εφαρμόζει μια εκστρατεία αποσταθεροποίησης.

Μόλις τον περασμένο μήνα ο Ναύαρχος, Μάϊκλ Ρότζερς, επικεφαλής της NSA και της νέας US Cyber Command, δήλωσε, ότι ο Πρόεδρος Τράμπ, δεν έχει δώσει ακόμη εντολή τους επικεφαλής των Υπηρεσιών Πληροφοριών να απαντήσουν στην ανάμιξη της Ρωσίας στις αμερικανικές εκλογές.

Ο Στρατηγός Χάϊτεν πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις χρειάζονται τις εξουσίες και τους κανόνες εμπλοκής στο πλαίσιο του ηλεκτρονικού πολέμου, παρόμοιους με αυτούς που διαθέτουν για τα άλλα ήδη εμπλοκής.

“Απαιτείται να αναθέσουμε την εξουσία μέχρι το χαμηλό επίπεδο έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε τις απειλές που υπάρχουν και προκαλούν τις Ηνωμένες Πολιτείες”, δήλωσε ο Στρατηγός.

Ο ηλεκτρονικός πόλεμος , κατά γενική ομολογία, θα αποτελέσει το κύριο μέτωπο των μελλοντικών συγκορύσεων και όποιος έχει το πλεονέκτημα σε αυτόν τον χώρο θα έχει πλεονέκτημα και στη σύγκρουση. Με βάση αυτό το δεδομένο, η εικόνα που παρουσιάζουν οι επικεφαλής των κρίσιμων Αμερικανικών Διοικήσεων, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές για την Ουάσιγκτον και πρέπει να άμεσα να γίνουν κινήσεις για να καλυφθεί το κενό, έαν οι ΗΠΑ θέλουν να παραμείνουν η υπερδύναμη του πλανήτη.

* Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.
HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



19 Μαρ 2018


Ο πόλεμος που διεξάγει η Τουρκία στην Συρία (Αφρίν) έχει δείξει τον τρόπο με τον οποίο το Ισλαμικό καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν και οι εθνικιστές συνέταιροί του, υποκινούν τους Μουσουλμάνους της Κίνας, ιδιαίτερα τους Ουιγούρους, ώστε να δώσουν μάχες για να κερδίσουν πολιτικούς και θρησκευτικούς στόχους.

Τα παράνομα δίκτυα που δημιουργήθηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας (ΜΙΤ), μεταξύ των Ουιγούρων και άλλων μουσουλμανικών ομάδων από τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, δεν περιλαμβάνει μόνο τη μεταφορά και τη διευκόλυνση των τζιχαντιστών από την περιοχή Xinjiang της Κίνας, ο οποίος μπορεί να συγκριθεί μόνο με τους Τσετσένους της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης, αλλά και την κινητοποίηση μεγαλύτερων ομάδων Ουιγούρων της διασποράς στην Τουρκία και στο εξωτερικό, για εκστρατεία δημοσίων σχέσεων, γράφει ο Abdullah Bozkurt στο Turkish Minute.

Είναι αρκετά επικίνδυνο το γεγονός ότι ο Ερντογάν και οι συνεργάτες του σπέρνουν τους σπόρους της τζιχαντιστικής νοοτροπίας μεταξύ των Ουιγούρων με την υποστήριξη κρατικών πόρων, που άλλοτε εκδηλώνονταν με την έκδοση διαβατηρίων και ταξιδιωτικών εγγράφων και άλλοτε με την παροχή όπλων και εφοδίων.

Την περασμένη εβδομάδα είδαμε σοβαρές ενδείξεις για το πώς η ριζοσπαστικοποίηση των κοινοτήτων των Ουιγούρων στην Τουρκία έχει ήδη συντελεστεί, ερχόμενη στο όριο μιας τρελής εκστρατείας πολέμου, που κυρώθηκε και ενθαρρύνθηκε από την Τουρκική κυβέρνηση με μεγάλες δόσεις θρησκευτικών αναφορών που επανειλημμένα έκανε ο ίδιος ο Ερντογάν.

Στις 10 Μαρτίου 2018 περίπου 700 μουσουλμάνοι από την Κίνα επισκέφθηκαν τη νοτιοανατολική συνοριακή πόλη Χατάι κοντά στη Συρία και εμφανίστηκαν στο επαρχιακό αρχηγείο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ερντογάν, για να παραδώσουν το μήνυμα ότι ήθελαν να ενταχθούν στη μάχη στην Αφρίν.

Μιλώντας εξ ονόματος της ομάδας, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Πολιτισμού και Αλληλεγγύης του Ανατολικού Τουρκιστάν Seyit Tümtürk, που καθόταν δίπλα στον İbrahim Güler, τον πρόεδρο του ΑΚΡ του Ερντογάν στην Χατάι δήλωσε:

«Θέλουμε να αγωνιστούμε στην Αφρίν στο πλευρό των Τούρκων στρατιωτών. Οι καρδιές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από το Ανατολικό Τουρκιστάν που ζουν σήμερα στην Τουρκία, καθώς και 35 εκατομμυρίων στο Ανατολικό Τουρκμενιστάν (περιοχή Xinjiang Uygur της Κίνας που είναι αυτόνομη περιφέρεια) χτυπάνε μαζί με την Τουρκία και τα Tουρκικά στρατεύματα».

Ο Seyit Tümtürk ζήτησε από τον İbrahim Güler να μεταφέρει μήνυμα στον Ερντογάν ότι είναι έτοιμοι να υπηρετήσουν στον Tουρκικό στρατό και να πολεμήσουν με τα Tουρκικά στρατεύματα στη Συρία.

Επίσης, κατέστησε σαφές ότι οι μουσουλμάνοι από το Ανατολικό Τουρκμενιστάν πραγματοποίησαν το ταξίδι στην Χατάι για να στείλουν ένα μήνυμα ότι οι μουσουλμάνοι της Κίνας βρισκόταν κάτω από τις εντολές του αρχηγού Ερντογάν και είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Θεό και το Tουρκικό έθνος.

Αργότερα, η ομάδα συμμετείχε σε αιμοδοσία για τους τραυματίες της επίθεσης στην Αφρίν και επισκέφθηκε την έδρα των ειδικών επιχειρήσεων της αστυνομίας στο Χατάι.

Μια άλλη εξέλιξη συνέβη στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Μαρτίου 2018, όταν μια εθνικιστική ομάδα που ονομάζεται Alperenler, η πτέρυγα της νεολαίας του Κόμματος Μεγάλης Ενότητας (BBP), που ευθυγραμμίζεται με τον Τούρκο Πρόεδρο, πραγματοποίησε συγκέντρωση με τους Ουιγούρους για να δείξουν την υποστήριξή τους για την κυβέρνηση.

Στην συγκέντρωση εμφανίστηκε ο Hidayet Oğuzhan, πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συλλόγου του Ανατολικού Τουρκιστάν, ο οποίος δήλωσε ότι «300.000 άνθρωποι από το Ανατολικό Τουρκκιστάν θα αντιμετωπίσουν τον κακό άξονα που επιτίθεται στην Τουρκία».

Επίσης τόνισε ότι οι Μουσουλμάνοι της Κίνας υποστηρίζουν την Τουρκική στρατιωτική επίθεση στην Αφρίν της Συρίας και δήλωσε ότι η Τουρκία είναι το τελευταίο προπύργιο του ισλαμικού κόσμου, ενώ όλοι οι άνθρωποι από το Ανατολικό Τουρκκιστάν είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για να προστατεύσουν την Τουρκία.

«Δεν θέλουμε να είμαστε απλώς μια φωνή για το έθνος μας που υπερβαίνει τα 40 εκατομμύρια, το οποίο καταπιέζεται στο Ανατολικό Τουρκμενιστάν. Αυτό είναι, φυσικά, το καθήκον μας. Αλλά συνειδητοποιούμε τον σημαντικότερο στόχο σήμερα, ο οποίος είναι να προστατεύουμε και να διατηρούμε το Τουρκικό κράτος, έναν φάρο ελπίδας για ολόκληρη τη μουσουλμανική Ummah και τον Τουρκικό ισλαμικό κόσμο και το τελευταίο οχυρό του Ισλάμ» είπε ο Hidayet Oğuzhan στους συμμετέχοντες στη συγκέντρωση.

Όλες οι συγκεντρώσεις και οι ομιλίες μεταφέρθηκαν από το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Τουρκίας Anadolu και καλύφθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης που υποστηρίζουν τον Ερντογάν, τα οποία βοηθούν στη διάδοση των μηνυμάτων σε ευρύτερο κοινό.

Αυτό, μοιάζει με μέρος μιας καλοσχεδιασμένης εκστρατείας δημοσίων σχέσεων που ενορχηστρώνεται από τον Ερντογάν και τους συνεργάτες του, για να συνδέσει κάθε τμήμα της Τουρκικής κοινωνίας με την εξτρεμιστική ισλαμική ιδεολογία που χρησιμεύει ως καταλύτης για τα τζιχαντιστικά δίκτυα στην Τουρκία και στο εξωτερικό.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι μουσουλμάνοι της Κίνας αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα τζιχαντιστών μαχητών που εισήλθαν στη Συρία και το Ιράκ μέσω του Τουρκικού εδάφους με τη βοήθεια των Τουρκικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Όταν η Τουρκική εφημερίδα Meydan αποκάλυψε στις 9 Απριλίου 2015, το πώς μια μυστική επιχείρηση για την παροχή Τουρκικών διαβατηρίων στους Ουιγούρους ξεκίνησε από ένα κτίριο στην περιοχή Zeytinburnu της Κωνσταντινούπολης (προφανώς μια συγκεκαλυμμένη επιχείρηση Τουρκικών Μυστικών Υπηρεσιών), η κυβέρνηση του Ερντογάν ενοχλήθηκε.

Η αστυνομία επιτέθηκε στα γραφεία της εφημερίδας τον Ιούλιο του 2016 και η εφημερίδα αργότερα έκλεισε από το καθεστώς Ερντογάν. Ο αρχισυντάκτης Levent Kenez έφυγε από την Τουρκία προτού η κυβέρνηση εκδώσει νέο ένταλμα για τη σύλληψή του. Το σύνολο του αρχείου της εφημερίδας Meydan κατασχέθηκε από την κυβέρνηση για να εξαφανιστεί κάθε απόδειξη της δυσάρεστης επιχείρησης με Ουιγούρους τζοχαντιστές.

Η πολεμική ρητορική του Τούρκου προέδρου Ερντογάν στις ανοιχτές ομιλίες του των τελευταίων μηνών, αντικατοπτρίζει την τάση του να περιγράφει τις αντιπολιτευτικές μάχες της κυβέρνησής του ως θρησκευτικούς ιερούς πολέμους.

Ίσως αυτό να συγκρίνεται, σε κάποιο βαθμό, με αυτό που ακούμε και διαβάζουμε από την ηγεσία της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και το Λεβάντε.

Ο Ερντογάν επανειλημμένα είπε ότι το όνομα της στρατιωτικής επιχείρησης, «κλάδος ελαίας» είναι εμπνευσμένο από αναφορές στο Κοράνιο.

Στις 9 Φεβρουαρίου 2018 είπε στους τοπικούς αρχηγούς (muhtars) στο παλάτι του, ότι εμπνεύστηκε να ονομάσει τη στρατιωτική επιχείρηση στην Αφρίν, Κλάδος Ελαίας, από το Κοράνι που στον στίχο 95:1 αναφέρει «ελιά».

Στις 10 Μαρτίου επανέλαβε τα ίδια και μάλιστα προχώρησε και με τους υπόλοιπους στίχους του Κεφαλαίου 95, που αναφέρουν την ασφαλή πόλη, μια αναφορά στη πόλη της Μέκκας στη Σαουδική Αραβία. Είπε ότι τα στρατεύματά του με την άδεια του Θεού, βαδίζουν προς την ασφαλή πόλη, κάτι που σίγουρα θα ενοχλήσει τους ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας.

Στις 7 Μαρτίου, ο Ερντογάν ανέφερε στίχους από το Κεφάλαιο 61 του Κορανίου:

«Μάθετε λοιπόν. Είχαμε διαταχθεί (από τον Θεό) να διεξαγάγουμε μια (πολεμική) εκστρατεία. Η νίκη ανήκει στον Αλλάχ. Και μην ξεχνάτε. Τι λέει ο Αλλάχ στους στίχους του (στο Κοράνιο); Βοήθεια από τον Αλλάχ και επικείμενη νίκη».

Την επόμενη μέρα, σε ομιλία του για την Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας, ο Ερντογάν υποσχέθηκε να αποκτήσει προηγμένο στρατιωτικό υλικό, συμπεριλαμβανομένων πυρηνικών πυραύλων, συγκρίνοντας τις Τουρκικές στρατιωτικές ικανότητες με εκείνες του Αμερικανικού στρατού. Ισχυρίστηκε πως η Τουρκία έχει τον Θεό μαζί της και οι στρατιώτες της θα γίνουν μάρτυρες, αντίθετα με τους Αμερικανούς. Ζήτησε από τις γυναίκες να κάνουν τουλάχιστον 3 παιδιά, ώστε να γίνει η Τουρκία πιο ισχυρή και είπε:

«Η Δύση θα ψάχνει να βρει μέρος να κρυφτεί εάν αυξήσουμε τον πληθυσμό των νέων μας. Η Δύση είναι σε παρακμή. Πρέπει να γίνουμε ισχυρότεροι».

Είναι προφανές ότι ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν επικίνδυνο και φανατικό ηγέτη ο οποίος θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του ηγέτη του ISIL Abu Bakr al-Baghdadi και πρόκειται να αποσταθεροποιήσει τους γείτονές του και άλλες χώρες, χρησιμοποιώντας ισλαμικές ομάδες.

Αυτό δεν είναι μόνο δηλητηριωδώς αντιδυτικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι και αντιασιατικό λόγω των απειλών που υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή στις κοινότητες της Ρωσίας, της Κίνας και άλλων χωρών της Ασίας.

Όχι μόνο η ρητορική αλλά και οι πολιτικές επιλογές του Ερντογάν στην σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας αντανακλούν όλο και περισσότερο τη φιλοδοξία του να θεωρηθεί ηγέτης όλων των Μουσουλμάνων στον κόσμο.

Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Ερντογάν, σε αντίθεση με τον Abu Bakr al-Baghdadi, διοικεί το μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ μετά των ΗΠΑ και απολαμβάνει τους σημαντικούς πόρους του Τουρκικού κράτους.

Δυστυχώς, οι έλεγχοι και οι ισορροπίες εναντίον της αυταρχικής διοίκησης έχουν καταρρεύσει, ενώ η αντιπολίτευση βρίσκεται σε αποσύνθεση. Ο έλεγχος της κυβέρνησης από τα ΜΜΕ δεν υπάρχει πλέον, καθώς έκλεισαν περίπου 200 μέσα ενημέρωσης και φυλακίστηκαν 250 δημοσιογράφοι.

Η δικαιοσύνη αδυνατεί να καταδικάσει τις τζιχαντιστικές ομάδες, εξαιτίας της πίεσης της κυβέρνησης Ερντογάν, η οποία έχει καθαρίσει το ένα τρίτο όλων των δικαστών και εισαγγελέων από το 2016.

Βοήθεια στην κυβέρνηση προσφέρει ο Doğu Perinçek, που ηγείται μιας εθνικιστικής ομάδας που ενδυναμώνει της κυριαρχία του Ερντογάν και πατάσσει τους επικριτές του Ερντογάν, ιδιαίτερα τα μέλη του κινήματος Gülen, τα οποία σταθερά στέκονταν ενάντια στην καταπιεστική του κυριαρχία, παρά τη βαρύτητα της αμείλικτης καταστολής.

Παρεμπιπτόντως, είναι αρκετά ειρωνικό να βλέπεις τον Doğu Perinçek να μέμφεται την ηγεσία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος στο Πεκίνο, όταν στην πραγματικότητα η δική του παράνομη ομάδα των μυστικών υπηρεσιών και των στρατιωτικών, οργανώνει τους Ουιγούρους για τζιχάντ.

Cosmostatus


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



14 Μαρ 2018


Tου Γιώργου Παυλόπουλου

«Ο διευθυντής της CIA και πρώην στέλεχος των Ρεπουμπλικανών από το Κάνσας αντιπροσωπεύει ό,τι ακριβώς αρέσει στον Trump να έχει ένας εκλεκτός του – να είναι αποφασιστικός, μάχιμος και πιστός». Με αυτόν τον τρόπο περιέγραφε στις 4 Ιανουαρίου τον Mike Pompeo, τον ιδανικό «αντί-Tillerson» όπως τον χαρακτήριζε, το Bloomberg Businessweek, σε ένα κείμενο που χθες αποδείχθηκε προφητικό. Κι αυτό διότι ο Pompeo έγινε το νέο αφεντικό του State Department, στη θέση του πρώην CEO της ExxonMobil που εκτελούσε χρέη υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ τους τελευταίους 14 μήνες, ο οποίος εκπαραθυρώθηκε με συνοπτικές διαδικασίες.

«Ο Pompeo έχει έναν τρόπο προσέγγισης των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής με σκληρή γραμμή, που είναι περίπου άσπρο-μαύρο και αυτό ανταποκρίνεται στον τρόπο που και ο Trump αντιμετωπίζει τον κόσμο», λέει κάποιος αξιωματούχος που γνωρίζει καλά τον άνθρωπο ο οποίος ενημέρωνε προσωπικά, το πρωί κάθε ημέρας, τον πρόεδρο των ΗΠΑ για τις εξελίξεις στα θέματα ασφαλείας και τις απόρρητες πληροφορίες που είχε συλλέξει η υπηρεσία της οποίας προΐστατο. Έτσι, ο άνθρωπος που εξελέγη γερουσιαστής το 2010 με τη σημαία του ακραία συντηρητικού Tea Party, κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη του Trump, ειδικά καθώς αποδείχθηκε στην πράξη ότι συμφωνούν σε ζητήματα μείζονος σημασίας, για τα οποία ο Tillerson εμφανιζόταν να εκφράζει διαφορετική γνώμη.

Τι σημαίνει, όμως, η αλλαγή φρουράς στο τιμόνι της αμερικανικής διπλωματίας; Τι μεταβολές θα επιφέρει αυτό στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή, έναντι της Ρωσίας και της Κίνας, αλλά και στις ελληνοτουρκικές διαφορές;

Ξεκινώντας από το τελευταίο, το ερώτημα είναι ποια από τις δύο χώρες, Ελλάδα ή Τουρκία δηλαδή, θα κατατάξει ο Pompeo στην κατηγορία του άσπρου και ποια θα θεωρήσει ότι ανήκει στην κατηγορία του μαύρου. Με βάση τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα του, είναι γεγονός ότι δεν φαίνεται να τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια ούτε για τον Tayyip Erdogan ούτε για το καθεστώς που χτίζει στην Τουρκία. Για του λόγου το αληθές, όταν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που έγινε τον Ιούλιο του 2016 η Τεχεράνη είχε εκφράσει την συμπαράστασή της στην κυβέρνηση Erdogan, ο ίδιος είχε γράψει στο Twitter ότι «και οι δύο χώρες (Ιράν και Τουρκία) μοιάζουν πολύ και είναι ολοκληρωτικές ισλαμικές δικτατορίες».

Βεβαίως, από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, ο Pompeo θα εκφράσει όχι τις προσωπικές του απόψεις, αλλά τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Θα το κάνει δε όχι μόνο έναντι της Τουρκίας – κάτι που σημαίνει ότι μπορεί και να αλλάξει γνώμη στην πορεία για τον «σουλτάνο» – αλλά και σε όλη τη γκάμα της εξωτερικής πολιτικής.

Το σίγουρο είναι ότι σε ορισμένα τουλάχιστον θέματα μοιάζει να ταυτίζεται πλήρως με τις απόψεις του πολιτικού του προϊσταμένου: Ανάμεσα στα άλλα, έχει εκφράσει δημοσίως την αντίθεσή του με τη συμφωνία που υπογράφηκε το 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, κάτι που σημαίνει ότι τόσο η Τεχεράνη όσο και οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αναμένουν περαιτέρω σκλήρυνση της στάσης της Ουάσινγκτον στο συγκεκριμένο θέμα και έενταση των πιέσεων για αναθεώρηση ή ακόμη και για κατάργηση της συγκεκριμένης συμφωνίας.

Απέναντι δε στη Ρωσία και την Κίνα, ο Pompeo εκτιμάται ήδη ότι θα αποδειχθεί θιασώτης της realpolitik, με αρκετή δόση… τσαμπουκά. Θα στείλει, με άλλα λόγια, το μήνυμα ότι δέχεται να συζητήσει τα πάντα, αρκεί να είναι σαφές ότι το αποτέλεσμα θα αποβεί σε όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε ποιο βαθμό θα πετύχει να επιβάλει τη γραμμή του, βεβαίως, θα αποδειχθεί πολύ σύντομα, καθώς αναμένονται σημαντικές εξελίξεις σε δύο μέτωπα: Αφενός, της Συρίας, όπου ο Trump επιχειρεί να στριμώξει τη Μόσχα, απειλώντας με στρατιωτικό πλήγμα τον σύμμαχό της Assad. Και αφετέρου της Κορέας, όπου έχουν προαναγγελθεί συνομιλίες κορυφής ανάμεσα στον Trump και τον Kim Jong-un – οι οποίες μπορούν είτε να οδηγήσουν σε ένα ιστορικό συμβιβασμό είτε να χρησιμοποιηθοπυν ως πρόσχημα για να ισχυριστούν οι Αμερικανοί ότι η διπλωματία δεν αποδίδει και χρειάζονται πιο δυναμικά μέτρα.

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η εκπαραθύρωση του Tillerson και η αντικατάστασή του από τον Pompeo, ένα «γεράκι» των Ρεπουμπλικάνων, των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών, συμπίπτει με τη σκλήρυνση της στάσης των ΗΠΑ σε όλα τα μέτωπα: Συμπεριλαμβανομένου φυσικά του οικονομικού, όπως έδειξε η επιβολή δασμών στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, αλλά και το μπλοκάρισμα, για λόγους εθνικής ασφαλείας, της μεγάλης εξαγοράς της Qualcomm από την Broadcom, η οποία θεωρείται ότι ελέγχεται από τους Κινέζους.

Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



26 Οκτ 2017


Του Noah Smith
BloombergView

Ποια είναι η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο; Υπάρχουν αρκετοί λόγοι να υποστηρίξει κανείς ότι είναι η Κίνα.

Υπάρχουν πολλά είδη εξουσίας -διπλωματική, πολιτιστική, στρατιωτική και οικονομική. Έτσι, ένα πιο εύκολο ερώτημα να θέσει κανείς είναι: Ποια είναι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου; Σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση είναι σχεδόν σίγουρα η Κίνα.

Πολλοί μπορεί να διαμαρτυρηθούν όταν ακούσουν κάτι τέτοιο. Εξάλλου, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παράγουν περισσότερο, βάσει των συναλλαγματικών ισοτιμιών της αγοράς:

Τα φαινόμενα απατούν
Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε συναλλαγματικές ισοτιμίες της αγοράς, το 2016


Αλλά αυτή η σύγκριση είναι παραπλανητική, διότι τα προϊόντα έχουν διαφορετικές τιμές σε διαφορετικές χώρες. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν υποτίθεται ότι μετράει την αξία των πραγματικών προϊόντων -αυτοκίνητα, τηλέφωνα, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, μασάζ πλάτης κλπ. - που παράγει μια χώρα. Εάν το ίδιο κινητό τηλέφωνο κοστίζει 400 δολάρια στις ΗΠΑ, αλλά μόλις 200 δολάρια στην Κίνα, το ΑΕΠ της Κίνας υποτιμάται κατά 50% τη στιγμή εάν μετρήσουμε με συναλλαγματικές ισοτιμίες της αγοράς. Σε γενικές γραμμές, οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες έχουν χαμηλότερες τιμές, κάτι που σημαίνει ότι το ΑΕΠ τους υποτιμάται συστηματικά.

Οι οικονομολόγοι προσπαθούν να διορθώσουν αυτό το φαινόμενο, με μια ρύθμιση που ονομάζεται ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (PPP), η οποία ελέγχει τις σχετικές τιμές. Δεν είναι τέλεια, δεδομένου ότι πρέπει να λαμβάνει υπόψη στοιχεία όπως η ποιότητα του προϊόντος, η οποία μπορεί να είναι δύσκολο να μετρηθεί. Αλλά πιθανότατα παρέχει μια πιο ακριβή εικόνα για το πόσο μια χώρα παράγει πραγματικά. Και σε αυτό, η Κίνα έχει ήδη ξεπεράσει τις ΗΠΑ:

Ένας καλύτερος τρόπος για να μετρήσετε τα προϊόντα
Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, 2016


Εάν δεν εμπιστεύεστε τις προσαρμογές της PPP, μια απλή εναλλακτική λύση είναι απλά να εξετάσετε την τιμή ενός Big Mac. Το ίδιο burger κοστίζει 1,8 φορές περισσότερο στις ΗΠΑ από ό,τι στην Κίνα. Η προσαρμογή κατά αυτή την αναλογία των αριθμών του ΑΕΠ με βάση την αγορά συναλλάγματος, θα τοποθετούσε την Κίνα ακόμη πιο ψηλά.

Με βάση ορισμένα σημεία, η υπεροχή της Κίνας είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η μεταποιητική παραγωγή της χώρας υπερέβη εκείνη των ΗΠΑ σχεδόν πριν από μία δεκαετία. Οι εξαγωγές της είναι επίσης μεγαλύτερες κατά περισσότερο από ένα τρίτο.

Οι Αμερικανοί σχολιαστές ενδέχεται να αργήσουν να αναγνωρίσουν την οικονομική υπεροχή της Κίνας, αλλά ο υπόλοιπος κόσμος αρχίζει να καταλαβαίνει το εξής:

Η "εμφάνιση” μετράει
Έρευνα της αντίληψης της οικονομικής ισχύος στις αναπτυγμένες χώρες


Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πληθυσμός της Κίνας είναι ο πλουσιότερος στον κόσμο – κάθε άλλο. Οι χώρες με το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, για παράδειγμα, είναι το Κατάρ, το Λουξεμβούργο, η Σιγκαπούρη, το Μπρουνέι και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αλλά λίγοι θα υποστήριζαν ότι το Κατάρ ή το Λουξεμβούργο είναι οι κορυφαίες οικονομίες παγκοσμίως - ενώ οι κατά κεφαλήν αριθμοί είναι σημαντικοί για την ευημερία των πολιτών ενός έθνους, δεν μεταφράζονται σε ουσιαστική εθνική εξουσία εκτός αν μια χώρα έχει επίσης μεγάλο πληθυσμό.

Το μέτριο κατά κεφαλήν εισόδημα της Κίνας σημαίνει απλώς ότι η χώρα έχει πολλά περιθώρια ανάπτυξης. Ενώ οι ανeπτυγμένες χώρες μπορούν να γίνουν πλουσιότερες μόνο εφευρίσκοντας νέα προϊόντα ή καθιστώντας τις οικονομίες τους πιο αποτελεσματικές, οι φτωχές χώρες μπορούν να αντιγράψουν την ξένη τεχνολογία ή να μιμηθούν ξένες οργανωτικές πρακτικές. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα, βεβαίως -πολλές φτωχές χώρες βρίσκονται παγιδευμένες σε δυσλειτουργικά συστήματα, έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού ή άλλα εμπόδια για την ανάπτυξη.

Αλλά υπάρχει ένας καλός λόγος να πιστεύει κανείς ότι η Κίνα θα ξεπεράσει τουλάχιστον μερικά από αυτά τα εμπόδια. Οι οικονομολόγοι Randall Morck και Bernard Yeung συνέταξαν μία νέα μελέτη που συγκρίνει ιστορικά στοιχεία της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας - και οι δύο εξήλθαν από τη φτώχεια για να επιτύχουν το status μίας πλούσιας χώρας - με την πρόσφατη βελτίωση της Κίνας. Διαπιστώνουν ότι τα θεσμικά όργανα της Κίνας, σε γενικές γραμμές, αναπτύσσονται με την ίδια πορεία που ακολουθούν και οι επιτυχημένοι γείτονές τους.

Με άλλα λόγια, όχι μόνο η Κίνα είναι ήδη η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αλλά το χάσμα μεταξύ αυτής και των ΗΠΑ θα μπορούσε να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Αυτό διαφαίνεται ακόμη και στα στατιστικά της ανάπτυξης - αν και ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας έχει επιβραδυνθεί τα τελευταία χρόνια, η οικονομία της συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμό άνω του 6%, ενώ των ΗΠΑ αναπτύσσεται με ρυθμό μόλις πάνω από το 2%. Αν αυτή η διαφορά επιμείνει, η οικονομία της Κίνας θα είναι διπλάσια από αυτή των ΗΠΑ σε λιγότερο από δύο δεκαετίες.

Έτσι, από οικονομικής πλευράς, η Κίνα ξεπέρασε τις ΗΠΑ και βρίσκεται σε καλό δρόμο να διευρύνει την απόσταση ακόμα περισσότερο στο προσεχές μέλλον. Αλλά τι γίνεται με τη στρατιωτική δύναμη; Εδώ, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ ακόμη υπερτερούν. Ξοδεύουν περισσότερα χρήματα για τον στρατό τους από ό,τι η Κίνα, διαθέτουν μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο και - χάρη στους πρόσφατους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ - έχουν και πιο έμπειρες στρατιωτικές δυνάμεις.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα κέρδιζαν, αν οι δύο χώρες βρίσκονταν σε πόλεμο. Μια ανταλλαγή πυρηνικών πυρών, φυσικά, δεν θα είχε νικητές. Αλλά σε έναν παρατεταμένο συμβατικό πόλεμο, η Κίνα θα είχε καλές πιθανότητες να κερδίσει, χάρη στην υπεροχή της τόσο αριθμητικά όσο και στη βιομηχανική ικανότητα. Ως αναλογία, σκεφτείτε τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην αρχή του πολέμου, ο στρατιωτικός στόλος αεροσκαφών της Ιαπωνίας ξεπερνούσε εκείνον των ΗΠΑ και το ναυτικό της ήταν πολύ πιο έμπειρο (λόγω του πολέμου της Ιαπωνίας στην Κίνα). Αλλά όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, οι ΗΠΑ ξεπέρασαν κατά πολύ στην παραγωγή αεροσκαφών τον αντίπαλό τους:

Το οικονομικό μέγεθος έκανε τη διαφορά
Παραγωγή αεροσκαφών


Οι ΗΠΑ επίσης θα είχαν το πλεονέκτημα να διαθέτουν διπλάσιους στρατιώτες. Όταν πολεμούν δύο χώρες παρόμοιου τεχνολογικού επιπέδου, οι αριθμοί τείνουν να δείχνουν το αποτέλεσμα. Η Κίνα έχει μεγαλύτερο ΑΕΠ, μεγαλύτερη παραγωγή και τετραπλάσιο πληθυσμό. Και καθώς οι πρόσφατες εξελίξεις στην τεχνολογία stealth, στα κατευθυνόμενα ενεργειακά όπλα, τους υπερηχητικούς πυραύλους και άλλα στοιχεία αποδεικνύουν, η στρατιωτική της τεχνολογία δεν είναι τόσο πίσω από αυτή των ΗΠΑ. Σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, όταν θα πάρουν μπρος οι κινεζικές "μηχανές", θα είναι ασταμάτητες.

Με άλλα λόγια, η Κίνα βρίσκεται τώρα σε θέση παρόμοια με εκείνη των ΗΠΑ περίπου στις αρχές του 20ού αιώνα - μια τρομερή υπερδύναμη που απλά δεν έχει αισθανθεί κανέναν λόγο να ασκήσει την κυριαρχία της. Όταν οι ΗΠΑ αισθάνθηκαν την ανάγκη να δείξουν την υπεροχή τους, κανείς δεν τις αμφισβήτησε.

Η Κίνα ίσως να μην πάρει ποτέ μία τέτοια απόφαση. Ίσως επιλέξει να παραμείνει συγκρατημένη στη διεθνή σκηνή, με ένα μέτριο πυρηνικό οπλοστάσιο και ένα ελαφρύ αποτύπωμα στα παγκόσμια θεσμικά όργανα. Αν είναι έτσι, η κυριαρχία της θα παραμείνει "κρυφή" και δυνητικά απειλητική αντί να αποτελέσει ένα πραγματικό γεγονός της σύγχρονης ζωής.

Αλλά δεν πιστεύω ότι θα γίνει κάτι τέτοιο.

Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



9 Σεπ 2017


Του Panos Mourdoukoutas
Forbes

Χωρίς αμφιβολία, η Κίνα μπορεί να σταματήσει τις δοκιμές πυραύλων του Kim Jong-un. Μια για πάντα, και να βάλει ένα τέλος σε πολλά προβλήματα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους - και των επενδυτών στην Ασία.

Αλλά για να το κάνει αυτό, η Κίνα χρειάζεται ένα μεγάλο "έπαθλο”, τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Ολόκληρη, έτσι ώστε το Πεκίνο να γράψει τους δικούς του κανόνες πλοήγησης, να εκμεταλλευτεί όλα τα πλούτη που είναι κρυμμένα από κάτω της και να ικανοποιήσει το εθνικιστικό συναίσθημα που έχει καλλιεργήσει.

Η κορεατική χερσόνησος είναι πολύ μακριά από τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη κρίση στην κορεατική χερσόνησο δεν είναι ανεξάρτητη από ό,τι συμβαίνει στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, καθώς υπάρχει μία χώρα που έχει ρόλο-κλειδί σε κάθε διαμάχη: η Κίνα.

Στην πραγματικότητα, ο Kim Jong-un έχει αναδειχτεί ως το "δόλωμα” της Κίνας στις διαμάχες που αφορούν τη Θάλασσα της Νότια Κίνας. Καθώς ο κόσμος ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τις πυρηνικές δοκιμές και τους πυραύλους του Kim, η Κίνα συνεχίζει να κατασκευάζει τεχνητά νησιά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, εκφοβίζοντας κάθε γειτονική χώρα που τολμά να αμφισβητήσει τις φιλοδοξίες της να κυριαρχήσει στην περιοχή. Όπως απείλησε τις Φιλιππίνες με πόλεμο, εάν έθετε σε εφαρμογή μια διεθνή διαιτητική απόφαση, η οποία επιβεβαίωνε ότι η Κίνα δεν έχει "ιστορικό τίτλο” επί των υδάτων της Θάλασσας της Νότιας Κίνας.

Η Κίνα ζήτησε επίσης από το Βιετνάμ και την Ινδία να σταματήσουν να ψάχνουν για πετρέλαιο στην περιοχή, ή αλλιώς θα κινδύνευαν από μια επίθεση στις βάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και απαίτησε από την Ινδονησία να ακυρώσει την απόφασή της να μετονομάσει τη θαλάσσια περιοχή της νοτιοδυτικό τμήμα της Θάλασσας της Νότιας Κίνας ως "Βόρεια Θάλασσα της Natuna", υποστηρίζοντας την κυριαρχία της στην περιοχή.

Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Ζήτησε ακόμη ο στενός σύμμαχος της Αμερικής, η Ιαπωνία, να παραμείνει μακριά από τη "δική της" Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Εν τω μεταξύ, το διμερές εμπόριο μεταξύ Κίνας και Βόρειας Κορέας αυξήθηκε κατά σχεδόν 20% πέρυσι, όπως σημειώνει ο Apostolos Pittas, αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Long Island University Post.

Μέχρι στιγμής, οι ασιατικές αγορές επηρεάζονται περισσότερο από την κρίση της κορεατικής χερσονήσου, χάνοντας μερικές ποσοστιαίες μονάδες κάθε φορά που ο Kim εκτοξεύει έναν πύραυλο και λιγότερες όταν η Κίνα εκφοβίζει τις χώρες για τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Κίνα δεν έχει καμία πραγματική πρόθεση να σταματήσει τις φιλοδοξίες του Kim - εκτός αν η Αμερική και οι σύμμαχοί της είναι διατεθειμένοι να αφήσουν το Πεκίνο να πάρει τον έλεγχο σε ολόκληρη τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και να εντείνει τις τακτικές του εκφοβισμού.

Είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αυτή τη μεγάλη "αμοιβή”;

Πηγή Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Αυγ 2017


Του Ανδρέα Λιούμπα

Η κρίση των πυραύλων – μια σύνοψη

Στις 4 Ιουλίου 2017, ημέρα εορτασμού της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη δοκιμή διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής. Λίγες μέρες αργότερα, στις 28 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε δεύτερη επιτυχημένη δοκιμή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών ο δεύτερος πύραυλος έχει βεληνεκές που επαρκεί προκειμένου να πλήξει μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ.

Από την ημερομηνία της δεύτερης δοκιμής και μέχρι σήμερα οι πρόεδροι των ΛΔΚ και ΗΠΑ έχουν επιδοθεί σε μια δημόσια λεκτική αντιπαράθεση η οποία κλιμακώθηκε εντός του Αυγούστου ξεκινώντας από την δήλωση του Προέδρου Trump ότι οι προκλήσεις «θα τύχουν απάντησης με φωτιά και οργή (τέτοια που) μέχρι σήμερα δεν έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα». Η ΛΔΚ απάντησε ότι θα πλήξει αμερικάνικη βάση στη νήσο Γκουάμ στον Ειρηνικό ωκεανό.

Η τελευταία, κρίσιμη, εξέλιξη στο πεδίο της διπλωματίας των δημόσιων δηλώσεων ήρθε από την Κίνα. Στις 10 Αυγούστου η αγγλόφωνη εφημερίδα του Πεκίνου «The Global Times», η οποία συνδέεται έμμεσα με το Κομουνιστικό Κόμμα Κίνας μέσω του ομίλου της People's Daily στον οποίο ανήκει, δημοσίευσε άρθρο της σύνταξης. Το υπόψη άρθρο εκτιμάται βάσιμα ότι πρακτικά αποτελεί ένα non paper που διατυπώνει την – ανεπίσημη μέχρι σήμερα - θέση του Πεκίνου. 
Στην προτελευταία παράγραφο του άρθρου αναφέρεται ότι: «Η Κίνα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι στην περίπτωση που η Βόρεια Κορέα εκτοξεύσει πρώτη πύραυλο που θα απειλήσει αμερικανικό έδαφος και οι ΗΠΑ απαντήσουν τότε η Κίνα θα παραμείνει ουδέτερη. Στην περίπτωση που οι ΗΠΑ και η Νότια Κορέα εξαπολύσουν πλήγματα εναντίον της Βόρειας Κορέας και προσπαθήσουν να ανατρέψουν το καθεστώς ή να αλλάξουν τον πολιτικό χάρτη της κορεατικής χερσονήσου τότε η Κίνα θα τους εμποδίσει να το πράξουν».

Τα παραπάνω είναι μια πολύ αδρή περίληψη της μεγαλύτερης μετά το 2013 κρίσης. Στο παρόν άρθρο ελέγχονται ορισμένα βασικά δεδομένα και γίνεται μια εκτίμηση για το πιθανό ρόλο της Κίνας στην αποκλιμάκωση της.

Εξετάζοντας την απειλή: Έχει η Βόρεια Κορέα τη δυνατότητα να επιφέρει πυρηνικό πλήγμα στις ΗΠΑ;

Η δυνατότητα της ΛΔΚ να επιφέρει πλήγμα στις ΗΠΑ εξαρτάται, κυρίως,  από 3 παράγοντες: κατοχή πυρηνικών όπλων, τεχνολογία που επιτρέπει την σμίκρυνση των όπλων σε μέγεθος τέτοιο που να καθιστά δυνατή την τοποθέτηση τους στους πυραύλους και φυσικά τις δυνατότητες (βεληνεκές και ακρίβεια) των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων.

Σε ό,τι αφορά την πρόοδο της ΛΔΚ στο πεδίο των πυρηνικών όπλων τα μόνα αναμφισβήτητα στοιχεία είναι οι 5 καταγεγραμμένες υπόγειες δοκιμές με την ισχυρότερη να υπολογίζεται μεταξύ 10 και 20 κιλοτόνων. Περισσότερες τεχνικές λεπτομέρειες δεν έχουν γίνει γνωστές. Δηλώσεις της ΛΔΚ σχετικά με την κατοχή τεχνολογίας που επιτρέπει την τοποθέτηση πυρηνικών σε βαλλιστικό πύραυλο φαίνεται να επιβεβαιώνονται από πρόσφατη διαρροή έκθεσης υπηρεσίας πληροφοριών σε εφημερίδα των ΗΠΑ. Αμφισβητούμενη ωστόσο παραμένει η κατοχή θερμοπυρηνικών όπλων που η ΛΔΚ έχει δηλώσει ότι διαθέτει από το 2015. Ο διαθέσιμος αριθμός όπλων εκτιμάται μεταξύ 14 και 60.

Σχετικά με την πρόοδο στην εξέλιξη των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων μετά την τελευταία δοκιμή γνωρίζουμε πλέον ότι η ΛΔΚ διαθέτει εξαιρετικά αυξημένες δυνατότητες. Μένουν όμως αναπάντητα τα εξής ερωτήματα: α) ποια είναι η ακρίβεια του κορεάτικου διηπειρωτικού πυραύλου και β) ποιο το πραγματικό του βεληνεκές μετά την τοποθέτηση πυρηνικής κεφαλής; Η πιο αποδεκτή εκτίμηση των ειδικών είναι μια σύνθεση απόψεων η οποία θεωρεί πως η ΛΔΚ έχει ή θα αποκτήσει άμεσα, εντός του 2017, την δυνατότητα να επιφέρει πλήγμα ακόμη και στο ηπειρωτικό έδαφος των ΗΠΑ.

Η Βόρεια Κορέα μπορεί να θεωρείται συνεπώς de facto μέλος της λέσχης των χωρών με πυρηνικά όπλα. Το ερώτημα είναι πως θα αποκλιμακωθεί η κρίση που προέκυψε από την απρόσκλητη είσοδο της στη λέσχη. Οποιαδήποτε σχετική εκτίμηση απαιτεί να εξετάσουμε την λειτουργία της ΛΔΚ ως δρώντα και τον ειδικό ρόλο της Κίνας.

Η ΛΔΚ: Ακροβασία μεταξύ παράνοιας και ορθολογισμού

Η Βόρεια Κορέα μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου βρέθηκε σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Η εξέταση του διεθνούς περιβάλλοντος έδειχνε ότι το καθεστώς των Κιμ, που είχε εδραιώσει το 1948 η ΕΣΣΔ και είχε διασώσει το 1950 η Κίνα, δεν είχε πολλές ελπίδες επιβίωσης. Η ΕΣΣΔ, ο μεγαλύτερος και ισχυρότερος σύμμαχος της ΛΔΚ, είχε περάσει στην ιστορία. Η Κίνα είχε στραμμένη την προσοχή της στο εσωτερικό. Οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος εχθρός σύμφωνα με την ηγεσία, ήταν πλέον μοναδική υπερδύναμη. Η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία ήταν μέρος του Δυτικού συστήματος. Υπήρχε συνεπώς ανάγκη μιας στρατηγικής επιβίωσης.

Η ΛΔΚ φαίνεται πως έκανε μια ανάλυση με κριτήριο την επιβίωση του καθεστώτος. Προφανώς αυτό προϋπέθετε: α) να μεγιστοποιήσει την δυνατότητα αποτροπής έναντι κυρίως της μεγαλύτερης απειλής (ΗΠΑ) β) να αποκτήσει τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την εξάρτηση της από αστάθμητους παράγοντες. Και οι δυο στόχοι ήταν ανέφικτοι με συμβατικές μεθόδους. Η χώρα δεν διέθετε στρατιωτική ισχύ για να αντισταθμίσει την ισχύ των ΗΠΑ (ακόμη και αν η απειλή ήταν μόνο στο φαντασιακό των ηγετών της καθώς οι ΗΠΑ δεν είχαν καμία πρόθεση να ανατρέψουν την υφιστάμενη κατάσταση στη χερσόνησο). Επίσης, εξαιτίας των επιλογών της ΕΣΣΔ και της Κίνας μεταξύ 1953 – 1989, είχε παραμείνει μια προβιομηχανική χώρα. Παράλληλα όμως η ανάλυση της συμπεριέλαβε την απροθυμία των ΗΠΑ να εμπλακούν στρατιωτικά σε περιοχή χωρίς στρατηγική σημασία για τις ίδιες, την ανάγκη της Κίνας να διατηρήσει το status qvo, την σχετικά αδυναμία της Ρωσίας και τον φόβο της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας.

Τα συμπεράσματα της ανάλυσης φαίνεται πως την οδήγησαν στην κύρια παράδοση της ασιατικής στρατηγικής σκέψης: εξαπάτηση και ψυχολογικές επιχειρήσεις. Εκτιμάται πως ο κύριος σκοπός της στρατηγικής ήταν να παρουσιαστεί η Βόρεια Κορέα ως ένα κράτος με το οποίο κανείς δεν θα επιθυμούσε να ασχοληθεί ή να ενοχλήσει. Ο πρώτος πυλώνας της στρατηγικής ήταν να παρουσιαστεί ως «άγριο» κράτος φανατικών πολεμιστών – υπηκόων. Με τη Σεούλ σε απόσταση βολής πυροβολικού, ένα εκατομμύριο άνδρες υπό τα όπλα και με συνεχείς υπενθυμίσεις σχετικά με το μαχητικό ηθικό της ΛΔΚ αυτό ήταν σχετικά εύκολο. Ο δεύτερος πυλώνας αντλεί κατευθείαν από τον Σουν Τζου: να φαίνεσαι αδύναμος όταν είσαι δυνατός. Εκμεταλλευόμενο την απομόνωση και την έλλειψη πληροφόρησης των Δυτικών το καθεστώς άφηνε να διακινείται κατά καιρούς μια εικόνα κατάρρευσης. Σκοπός ήταν να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι ανορθολογική επιλογή η εμπλοκή με ένα καθεστώς σε διάλυση. Ο τελευταίος και πιο κρίσιμος παράγοντας ήταν η μεταμφίεση της ΛΔΚ σε ανορθολογικό δρώντα προκειμένου να εμπνέει το φόβο της απρόβλεπτης ενέργειας. Τα παραπάνω προϋπέθεταν ασφυκτικό έλεγχο στο εσωτερικό, απόλυτη απομόνωση από το εξωτερικό και την ανοχή του μοναδικού συμμάχου προκειμένου να υπάρχει μια ανοιχτή γραμμή εφοδιασμού της χώρας. Η διατήρηση ενός προγράμματος εξέλιξης πυρηνικών όπλων δρούσε ως πολλαπλασιαστής ισχύος καθώς ήταν ταυτόχρονα αποτρεπτική δύναμη, διαπραγματευτικός μοχλός και παράγοντας ενίσχυσης του καθεστώτος στο εσωτερικό.

Η στρατηγική είχε επιτυχία ενδεικτική της οποίας είναι όχι μόνο η επιβίωση του καθεστώτος αλλά το γεγονός ότι κατόρθωσε να παρουσιάζεται ως ισότιμο μέλος σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, την Ρωσία, την Κίνα, την Ιαπωνία ή και όλους μαζί ταυτόχρονα. Επιπλέον εκμεταλλευομένη το σύστημα ποινών και επιβράβευσης με το οποίο την αξιολογούσαν ισορροπούσε μεταξύ κυρώσεων και εκβιασμού για να αντλεί πόρους από τη διεθνή κοινότητα.

Τα παραπάνω λειτούργησαν ικανοποιητικά μέχρι την στιγμή που αναβαθμίστηκε από εν δυνάμει πυρηνική δύναμη σε μέλος της λέσχης των πυρηνικών δυνάμεων ενώ, ταυτόχρονα, στις ΗΠΑ εξελέγη Πρόεδρος ο πιο παρορμητικός και λιγότερο ορθολογιστής υποψήφιος. Το ξέσπασμα της κρίσης ήταν σχεδόν αναμενόμενο.

Η Κίνα: Ο απρόθυμος Δράκος

Η Κίνα είναι ο τελευταίος στυλοβάτης της Βόρειας Κορέας. Είναι η ύστατη γραμμή ζωής της χώρας και ο μόνος σύμμαχος της. Σύμφωνα με την Συνθήκη του 1961 αν η ΛΔΚ δεχτεί επίθεση η Κίνα οφείλει να την υπερασπιστεί. Η σχέση φαίνεται, καταρχήν, αμοιβαία επωφελής: η οικονομική υποστήριξη της Κίνας  εξασφαλίζει την επιβίωση της ΛΔΚ ενώ παρέχει στο Πεκίνο την πολυτέλεια ενός «φιλικού» κράτος και μιας ουδέτερη ζώνη μεταξύ της Κίνας και των περίπου σαράντα χιλιάδων Αμερικανών πεζοναυτών που εδρεύουν στην Νότια Κορέα.

Η πολιτική της Κίνας έναντι της ΛΔΚ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της  πολιτικής για την κορεατική χερσόνησο. Συχνά αποκαλούμενη και ως η «πολιτική των τριών όχι» (όχι πόλεμος, όχι χάος, όχι πυρηνικά)  αντανακλά τη βασική προτεραιότητα του Πεκίνου: σταθερότητα. Τα τελευταία χρόνια η σχέση Πεκίνου – Πιονγιανγκ παρουσιάζει περιπλοκές. Είναι γεγονός ότι οι  Κινέζοι δεν τρέφουν καμία ιδιαίτερη συμπάθεια για το καθεστώς της ΛΔΚ, ούτε φαίνεται να επιθυμούν μια πυρηνική Βόρεια Κορέα. Η ειλικρίνεια των προθέσεων του Πεκίνου (και η δυσκολία ισορρόπησης μεταξύ των προτεραιοτήτων του ) αντανακλάται εν μέρει στην αλλαγή στάσης του Πεκίνου σε ό,τι αφορά στις κυρώσεις που ψηφίζονται στον ΟΗΕ ενάντια στη ΛΔΚ (από το 2006 μέχρι σήμερα η Κίνα υπερψήφισε τις αποφάσεις 1718, 1874, 2094, 2270, 2321 του Συμβουλίου Ασφαλείας). Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η φημολογούμενη προσπάθεια αναθεώρησης του Άρθρου 2 της Συνθήκης του 1961 που δεσμεύει την Κίνα να παράσχει συνδρομή σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης. Μολονότι η επιθυμία του Πεκίνου για αποπυρηνικοποίηση της ΛΔΚ φαίνεται να είναι ειλικρινής δεν  απουσιάζουν αναλύσεις που θεωρούν ότι πρόκειται για τακτικές κινήσεις. Σε κάθε περίπτωση το μόνο αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι η υψηλότερη προτεραιότητα του Πεκίνου είναι η σταθερότητα και η αποφυγή του πολέμου.

Οι κατά καιρούς ελιγμοί της ΛΔΚ ήταν γνωστοί στο Πεκίνο που επέλεγε να αγνοεί τους λεονταρισμούς της ηγεσίας της και να λειτουργεί πυροσβεστικά στις εξάρσεις των κρίσεων. Αυτό που άλλαξε το επίπεδο της κρίσης είναι η ποιότητα των απειλών: η ΛΔΚ είναι πυρηνική δύναμη. Η απειλή που χρησιμοποιούσε ως δυνητικό φόβητρο στην στρατηγική της τώρα έχει υλοποιηθεί.

Εκτιμήσεις

Αν υπάρχει κάτι νέο στο παιχνίδι της διπλωματίας των ανακοινώσεων είναι το γεγονός ότι πλέον το Πεκίνο προβάλλει την εικόνα του σοβαρού δρώντα την στιγμή που οι ΗΠΑ μιλούν με τέσσερις φωνές εκ των οποίων η ισχυρότερη φαίνεται να ασκεί προσωπική και όχι εθνική πολιτική. Βέβαια η νέα ανάγκη του Πεκίνου να εδραιώσει την εικόνα της αξιόπιστης διεθνούς δύναμης που μάχεται για την σταθερότητα και την ειρήνη περιορίζει τις  επιλογές της Κίνας σε αυτή την κρίση. Η ανακοίνωση της Global Times  αντανακλά αυτή τη δυσκολία. Η Κίνα θα σταθεί στο πλευρό της Β. Κορέας, τιμώντας την αξιοπιστία του λόγου της, εφόσον αυτό απαιτηθεί, αλλά κάτι τέτοιο δεν εγγυάται ότι θα σταθεί και στο πλευρό του καθεστώτος. Δεδομένης της μέχρι σήμερα προτεραιότητας της στρατηγικής της ΛΔΚ ίσως αυτός ο ύστατος διπλωματικός ελιγμός της Κίνας οδηγήσει σε αποκλιμάκωση της κρίσης. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι οι συνομιλητές της στις ΗΠΑ δεν ασκούν παγκόσμια πολιτική μέσω Twitter.
(Διευκρίνηση: Ένα πλήρες ιστορικό της ανάπτυξης του πυρηνικού προγράμματος της ΛΔΚ είναι εκτός των σκοπών και των δυνατοτήτων ενός σύντομου ενημερωτικού άρθρου. Οι ενδιαφερόμενοι για περισσότερες πληροφορίες μπορούν να ακολουθήσουν τον υπερσύνδεσμο.)

*Ο κ.  Ανδρέας Λιούμπας είναι υποψήφιος διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ειδικευόμενος στην κινέζικη στρατηγική, ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων και Αρωγό Μέλος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων.
Πλήρες βιογραφικό: https://www.linkedin.com/in/andreaslioumpas/
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Ιουλ 2017


Δύο σημαντικά γεγονότα διαδραματίσθηκαν στις ΗΠΑ τους τελευταίους μήνες τα οποία ο περισσότερος κόσμος ίσως δεν τα αντιλήφθηκε. Τα γεγονότα αυτά συνδέονται με το παγκόσμιο εμπόριο, την ανάπτυξη της αμυντικής τεχνολογίας και τις σπάνιες γαίες.

Γράφει ο Σωτήρης Ν. Καμενόπουλος
Διδάκτωρ Πολυτεχνείου Κρήτης
Σχολή Μηχανικών Ορυκτών Πόρων


Στις 7 Μαρτίου 2017 παρουσιάσθηκε προς ψήφιση στο αμερικανικό Κογκρέσο ένα νομοσχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα δεσμεύεται το 1% των γενικών εξόδων (overhead costs) του αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ ώστε να δημιουργηθεί συγκεκριμένο επενδυτικό fund το οποίο θα ενισχύει μέσω χαμηλότοκων δανείων αμερικανικές εξορυκτικές επιχειρήσεις οι οποίες εξορύσσουν μία σειρά από συγκεκριμένα μέταλλα τα οποία κρίνονται στρατηγικά/κρίσιμα στην παραγωγή αμυντικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας.

Μεταξύ αυτών των μετάλλων είναι και οι σπάνιες γαίες [1]. Ωστόσο, το όλο νομοσχέδιο «χτίστηκε» με κεντρικό σχεδιασμό τις σπάνιες γαίες. Καταρχήν, αντιλαμβανόμαστε ίσως σιγά-σιγά τη γεωστρατηγική σημασία και τη σύνδεση των σπάνιων γαιών με τα αμυντικά θέματα.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό ας υπενθυμίσουμε μία παρόμοια «αντίστροφη» πρόταση η οποία πρωτοπαρουσιάσθηκε το 2015 στη χώρα μας σχετική με την αξιοποίηση των Ελληνικών υδρογονανθράκων και την ανάγκη ενίσχυσης της Εθνικής μας Άμυνας μέσω των πιθανών εσόδων του κράτους από τα πιθανά κοιτάσματα, [2].

Το δεύτερο γεγονός αφορά πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε ο Υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ κ. Wilbur Ross στην έγκριτη Wall Street Journal [3]. Ο κ. Ross, στη συνέντευξή του αναφέρθηκε ξεκάθαρα στις σπάνιες γαίες τις οποίες συνέδεσε με το θέμα του παγκόσμιου εμπορίου ηλεκτρονικών ειδών και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.

Το συγκεκριμένο θέμα σχετίζεται με τον εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Μη ξεχνάμε πως α) η εξόρυξη και η μεταλλουργία των σπάνιων γαιών ελέγχονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Κίνα, και β) οι σπάνιες γαίες χρησιμοποιούνται σε προϊόντα συνολικής εμπορικής αξίας η οποία κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Μετά από τα παραπάνω, μπορούμε ίσως να αναμένουμε περισσότερες παγκόσμιες εξελίξεις στα θέματα των σπάνιων γαιών; Προσωπικά εκτιμώ πως ναι. Απλά να θυμίσω πως σπάνιες γαίες διαθέτει και η χώρα μας. Εάν υπάρχουν στην Ελλάδα ιθύνοντες που ενδιαφέρονται. Έγκαιρα αυτή τη φορά…

[1] https://www.congress.gov/bill/115th-congress/house-bill/1407
[2] http://www.defence-point.gr/news/?p=120104
[3] https://www.wsj.com/artices/commerce-secretary-wilbur-ross-talks-trade-1497838380

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

3 Ιουλ 2017


Το οικοδόμημα που ακούει σήμερα στο όνομα «Ευρωπαϊκή Ένωση» κτίστηκε ώστε οι οικονομικοί και εμπορικοί δεσμοί να οδηγήσουν τους λαούς της Γηραιάς Ηπείρου σε ειρηνική συνύπαρξη, κυρίως δε με τη Γερμανία. Όχι για μια «γερμανική Ευρώπη»

Γράφει ο Νίκος Γ. Δρόσος

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία οι επενδύσεις είναι ακόμη είδος εν ανεπαρκεία και τα δεσμά της κρίσης κρατούν καλά, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι να κόψουμε δεσμούς με όσους ήδη τόλμησαν να επενδύσουν στη χώρα μας.

Με εκείνους οι οποίοι είδαν τις ευκαιρίες που προσφέρει αυτή η χώρα -μετά από τόσα χρόνια εσωτερικής υποτίμησης- και έβαλαν τα χρήματά τους με στόχο -προφανώς- το κέρδος τους αλλά και απότοκο τη δική μας ανάκαμψη.

Υπό το πρίσμα αυτό, η κριτική που άσκησε πρόσφατα η Γερμανίδα καγκελάριος Α. Μέρκελ, με συνέντευξή της στο περιοδικό WirtschaftsWoche, ως προς τις επιδιώξεις του ευρωπαϊκού Νότου -συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας- για την τόνωση των διμερών επενδυτικών και εμπορικών δεσμών τους με την Κίνα, μόνον αχρείαστη είναι.

Αχρείαστη αλλά και παράδοξη, υπό το φως των -ορθών κατά τα λοιπά- πιέσεων της ΕΕ για την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και τη μεταρρύθμιση των αγορών στην Ελλάδα.

Είναι αδιανόητο από τη μία πλευρά να υφίσταται η πίεση αυτή και από την άλλη, ορισμένα από τα κυριότερα “deals” ιδιωτικοποιήσεων να κατέρρευσαν κατόπιν κοινοτικών ενστάσεων, όπως αυτό της ΔΕΠΑ με τη ρωσική Gazprom και του ΔΕΣΦΑ με την αζέρικη Socar.

Τόσο η επένδυση της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, όσο και η επενδυτική δίοδος «Μία ζώνη, ένας δρόμος», στην οποία πορεύονται η Κίνα και η Ελλάδα, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις υγιών επενδύσεων, του είδους που έχει ανάγκη η χώρα μας για να ξανασταθεί στα πόδια της.

Η κυρία Μέρκελ μπορεί να θεωρεί ότι η Κίνα, μέσω των επενδύσεων που πραγματοποιεί, ασκεί «πολιτική πίεση» σε «οικονομικά αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα», όμως παραβλέπει έτσι τη σαφέστατη ανάγκη ανάκαμψης της χώρας μας.

Επιπρόσθετα, δε, η προφανής αναφορά της στις ενστάσεις που διετύπωσε πρόσφατα η Αθήνα σε δήλωση της Ε.Ε. στο Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών για τα προβλήματα που υφίστανται στην Κίνα στον τομέα αυτόν, παραγνωρίζει αντίστοιχες ενστάσεις που υπέβαλαν και άλλες χώρες στο πλαίσιο του ιδίου Συμβουλίου, όπως -κατά τρόπο διπλωματικό- επεσήμανε πρόσφατα και η Αθήνα.

Η ΕΕ θα έπρεπε όντως να μιλά με μία φωνή προς την Κίνα, όπως υποστηρίζει η φιλτάτη κυρία Μέρκελ, όμως θα έπρεπε να ακούει κατά ακριβώς τον ίδιο τρόπο και τις ανησυχίες των κρατών-μελών της, τόσο σχετικά με την ύπαρξη τάσεων γερμανικής οικονομικής επικυριαρχίας, όσο και για την ανάγκη της δικής τους ανάκαμψης.

Ανησυχίες όπως αυτές είναι που έθρεψαν το κύμα ευρωσκεπτικισμού, το οποίο οδήγησε στο Brexit, και στην επικράτηση λαϊκιστικών φωνών σε όλο το εύρος της Γηραιάς Ηπείρου.

Εάν η Κίνα κρατά ακόμη ψηλά τα τείχη του προστατευτισμού σε σειρά αγορών της, η ΕΕ οφείλει να επιδιώξει την κατάρρευσή τους. Ευθέως όμως και όχι εμμέσως και μάλιστα με τρόπο που πλήττει την ανάκαμψη των οικονομικά πλέον αδύναμων μελών της.

Διότι η ρητορική περί ενδεχόμενου αποκλεισμού κινεζικών επενδύσεων σε ορισμένους «στρατηγικούς» τομείς, στην οποία εμφανίζεται να συμπλέει και η Γαλλία, ως «εργαλείου» πίεσης με στόχο την είσοδο ευρωπαϊκών εταιριών στην κινεζική αγορά, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά ακόμη ενός -και πάλι αχρείαστου- εμπορικού πολέμου, όταν το ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίθετο.

Πηγή Euro2day


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

2 Ιουλ 2017


Έμμεσο μήνυμα προς την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν διμερή τόνωση των επενδυτικών και εμπορικών δεσμών τους με την Κίνα έστειλε η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ, τονίζοντας πως η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να συνομιλεί με το Πεκίνο ως ένα ενιαίο μπλοκ.

Όπως μεταδίδει ο Σκάϊ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο γερμανικό περιοδικό WirtschaftsWoche, η κ. Μέρκελ δήλωσε ξεκάθαρα προβληματισμένη ρωτήθηκε για την «πολιτική πίεση» που ασκεί η Κίνα σε «οικονομικά αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα», μέσω των επενδύσεων που πραγματοποιεί.

«Είμαι προβληματισμένη με αυτό που περιγράψατε. Οι αμοιβαίες εξαρτήσεις αυξάνονται και η ισορροπία […] συνεχώς μετατοπίζεται», ανέφερε η καγκελάριος. «Η Ευρώπη πρέπει να εργαστεί σκληρά ώστε να προστατεύσει την επιρροή της και, πάνω από όλα, πρέπει να μιλάει με την Κίνα με μία φωνή».

Η Ελλάδα επιδιώκει ενεργά να προσελκύσει κινεζικά κεφάλαια και προσπαθεί να ωφεληθεί από το επενδυτικό πρόγραμμα της Κίνας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», το οποίο προβλέπει την κατασκευή εμπορικών υποδομών που θα συνδέουν την ανατολική Ασία με τη Μέση Ανατολή και τη Δύση, μέσω στεριάς και θάλασσας.

Στα μέσα Ιουνίου η Αθήνα «πάγωσε» την τακτική δήλωση της Ε.Ε. στο Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα σχετικά προβλήματα που υπάρχουν στην Κίνα.

Η κ. Μέρκελ παραδέχτηκε ότι τμήματα και της γερμανικής οικονομίας βασίζονται στο εμπόριο με την Κίνα, όμως επισήμανε ότι στόχος των συζητήσεων με το Πεκίνο θα πρέπει να είναι μία «αρμονία» που ευνοεί όλους τους εμπλεκόμενους.

Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι η Κίνα θα πρέπει να ανοίξει περισσότερο την αγορά της σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να απαγορευτούν ή να περιοριστούν οι ξένες επενδύσεις σε ορισμένους κλάδους που κρίνονται στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια και το μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Ιουν 2017


Του Κωνσταντίνου Θ. Λαμπρόπουλου

Η εμπλοκή της Κίνας στην έως τώρα πορεία του πολέμου στην Συρία, παρέμενε σχετικά περιορισμένη, συγκρινόμενη με την αντίστοιχη της Ρωσίας, των ΗΠΑ και περιφερειακών δυνάμεων, όπως του Ιράν. Εντούτοις, η διαρκώς αυξανόμενη παρουσία χιλιάδων τζιχαντιστών στο μέτωπο της Συρίας, προερχόμενων από τις τάξεις των Ουιγούρων και η μεγάλη πιθανότητα χτυπήματος εναντίον Κινέζων πολιτών και εναντίον στόχων κινεζικού ενδιαφέροντος και συμφερόντων, δύναται να μεταβάλλει άρδην, την κινεζική μετριοπαθή στάση και να οδηγήσει το Πεκίνο στην ανάληψη ακόμη και στρατιωτικής δράσης.

Πρέπει να επισημανθεί η στρατηγική αντίληψη που διέπει τους Κινέζους διαμορφωτές αποφάσεων, αναφορικά με το μέτωπο κατά της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας σε περιφερειακό επίπεδο. Η Κίνα υιοθετεί την άποψη πως η Συρία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περίπτωση άμεσα συνδεδεμένη με το Αφγανιστάν, σε ότι αφορά στον κίνδυνο της ριζοσπαστικής ισλαμιστικής τρομοκρατίας, καθώς περιλαμβάνει τις ίδιες τρομοκρατικές ομάδες με παρόμοια επιχειρησιακά σχέδια[1].

Επιπρόσθετα η εξάλειψη της τζιχαντιστικής απειλής στην Συρία όπως και στο Αφγανιστάν χαρακτηρίζεται ως στρατηγική προτεραιότητα του Πεκίνου, καθώς αφενός οι δύο χώρες αποτελούν πολύτιμα κομμάτια του γιγαντιαίου πρότζεκτ «One Belt, One Road” και η συνεχιζόμενη αστάθεια ή η πιθανή τοπική επικράτηση Σαλαφιστικών Οργανώσεων, άρρηκτα συνδεδεμένων με το αποσχιστικό κίνημα των Ουιγούρων, θα κλόνιζαν την κινεζική εθνική στρατηγική ασφάλειας, που τοποθετεί την κινεζική επαρχία Xinjiang –όπου η παρουσία των Ουιγούρων είναι σημαντική και πολυπληθής- ως την κορωνίδα της υψηλής στρατηγικής του νέου Δρόμου του Μεταξιού.

Ως εκ τούτου, όπως και στο Αφγανιστάν, η Κίνα ήδη ενισχύει το προφίλ της ως μερικός προμηθευτής ασφάλειας «partial security provider» στη Συρία, παρέχοντας διοικητική υποστήριξη, ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό και αναβαθμισμένες επιχειρησιακές δυνατότητες, στις δυνάμεις που μάχονται τους φανατικούς τζιχαντιστές, στις τάξεις των οποίων πολεμούν χιλιάδες Ουιγούροι.

Η κινεζική εμπλοκή περιπλέκεται ,καθώς οι τζιχαντιστικές ομάδες, όπως η πρώην Αλ Νούσρα και κυρίως το Ισλαμικό Κόμμα του Τουρκιστάν (Turkistan Islamic Party) –στο οποίο περιλαμβάνονται οι Ουιγούροι μαχητές και ευθύνεται για την επίθεση της κινεζικής πρεσβείας στο Κιργυστάν (Krgystan)-, εξαιτίας των δεσμών τους με την Ahrar al Sham, απολαμβάνουν της στρατιωτικής βοήθειας των ΗΠΑ, καθώς και της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, στο πλαίσιο της εκδίωξης του Μπασάρ Αλ Άσαντ απ’ τον θώκο της Συρίας.

Η συνεχιζόμενη παροχή προηγμένου στρατιωτικού υλικού δυτικής προέλευσης, σε αυτές τις ομάδες, αναβαθμίζει τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες, ως εκ τούτου αποτελεί επιτακτικό μέλημα για το Πεκίνο, η διακοπή τροφοδότησής τους, ενώ η προτεινόμενη, από δυτικούς κύκλους, προστασία τους από τις αεροπορικές επιχειρήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων του Άσαντ, καθίσταται κόκκινη γραμμή εκ μέρους της κινεζικής πλευράς και αυξάνει τις πιθανότητες μιας ευρύτερης στρατιωτικής εμπλοκής της Κίνας στην Συρία, για την προστασία των κινεζικών συμφερόντων εντός και εκτός της κινεζικής επικράτειας, κατά το αμερικανικό πρότυπο της «Προκεχωρημένης Άμυνας» (Forward Defence) και της ακόλουθης αμερικανικής εισβολής στο Αφγανιστάν το 2001.

Επιπλέον η σκληρή γραμμή της Κίνας στο ζήτημα της δυτικής υποστήριξης των συγκεκριμένων ομάδων που μάχονται τις κυβερνητικές δυνάμεις του Άσαντ, την φέρνει σε αντιπαράθεση αφενός με τις ΗΠΑ, με τις οποίες το διακύβευμα εκτείνεται ως τον Ειρηνικό, αφετέρου επιδρά καταλυτικά στις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία, την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.

Αν και το σενάριο άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής της Κίνας στον πόλεμο της Συρίας φαντάζει το λιγότερο πιθανό, εντούτοις αξίζει να σημειωθεί πως το ιστορικό προηγούμενο καταδεικνύει πως η Κίνα θεωρεί τα ζωτικά της συμφέροντα μη διαπραγματεύσιμα, όπως αποδείχτηκε περίτρανα στον Πόλεμο της Κορέας, όταν το πέρασμα του ποταμού Γιαλού από τις αμερικανικές δυνάμεις απαντήθηκε στρατιωτικά καθώς αποτελούσε κινεζική κόκκινη γραμμή. Η προστασία και η θωράκιση των κινεζικών εμπορικών και οικονομικών συμφερόντων στην Μέση Ανατολή αλλά και την Κεντρική Ασία, αποτελούν για το Πεκίνο την sine qua non συνθήκη για την διαρκή ανάπτυξη του ασιατικού γίγαντα και συνεπώς πρωταρχικό στρατηγικό στόχο.

* Ο Κων/νος Λαμπρόπουλος είναι στρατηγικός αναλυτής, Associate Fellow στο Geneva Centre for Security Policy.
[1] Βλέπε Lin Christina, China’s Interests in Syria and the Middle East, Center for Transatlantic Relations
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Απρ 2017


Τούρκοι εθνικιστές καίνε κινέζικες σημαίες σε πορεία διαμαρτυρίας

Η Άγκυρα στρατολογεί Ουιγούρους 
στις τάξεις του Ισλαμικού Κράτους
Τούρκοι εθνικιστές επιτέθηκαν κατά λάθος σε μια ομάδα Κορεατών τουριστών στην Κωνσταντινούπολη θεωρώντας ότι είναι Κινέζοι λόγω του σχήματος των ματιών

Υψηλόβαθμος Κινέζος αξιωματούχος αποκάλυψε ότι η Τουρκία δελεάζει τους κατοίκους των Ουιγούρων της επαρχίας Xinjiang της χώρας του με σκοπό να τους στρατολογήσει στον πόλεμο της εξέγερσης στη Συρία. «Οι Τούρκοι διπλωμάτες στη Νοτιοανατολική Ασία έχουν δώσει τουρκικές ταυτότητες στους πολίτες των Ουιγούρων της επαρχίας και στη συνέχεια τους έχουν στείλει στην Τουρκία για να προετοιμαστούν για τον πόλεμο εναντίον της συριακής κυβέρνησης, στο πλευρό του Ισλαμικού Κράτους» δήλωσε τη Δευτέρα στην αραβόφωνη ιστοσελίδα «Al-Qanoon» ο επικεφαλής του Ποινικού Τμήματος του Υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας της Κίνας, Tong Bichan.

Διαμαρτυρία κινέζικου ΥΠΕΞ
Επιπλέον, σύμφωνα με το κινεζικό Υπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας, η Ταϊλάνδη την περασμένη Πέμπτη έδωσε εντολή για επαναπατρισμό 109 παράνομων μεταναστών στην Κίνα, οι οποίοι θα μετέβαιναν στην Τουρκία, τη Συρία ή το Ιράκ προκειμένου να λάβουν μέρος σε μαχητικές δραστηριότητες. Αυτοί οι επαναπατρισμένοι Κινέζοι πολίτες της μειονότητας είναι παράνομοι μετανάστες που είχαν ταξιδέψει και παραμείνει στην Ταϊλάνδη μέσω διαφόρων διαύλων» δήλωσε η εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών, Hua Chunying, κατά τη διάρκεια τακτικής συνέντευξης Τύπου. Η κ. Hua καταδίκασε επίσης την πρόσφατη επίθεση βίας κατά των Κινέζων και Ταϊλανδέζων πολιτών και φορέων στην Τουρκία υπογραμμίζοντας:

«Εκτιμούμε ιδιαίτερα την υπόσχεση της τουρκικής κυβέρνησης να μην επιτρέψει σε κανέναν να εμπλακεί σε δραστηριότητες που σαμποτάρουν τα συμφέροντα της Κίνας στην επικράτειά της, και καλούμε την Τουρκία να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία και την ασφάλεια των νόμιμων δικαιωμάτων των πρεσβειών και του προσωπικού της Κίνας και άλλων σχετικών χωρών», και πρόσθεσε «Διαμαρτυρόμαστε έντονα τις προσπάθειες ορισμένων δυνάμεων να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας, μέσω εθνικών και θρησκευτικών θεμάτων και να διαταράξουν την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Κίνας».

Απαγόρευσαν τη νηστεία
Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ Κίνας και Τουρκίας. Οι Ουιγούροι είναι μια τουρκική μειονότητα και θεωρούνται από πολλούς Τούρκους εθνικιστές ως «εθνοτικά Τούρκοι», άξιοι υποστήριξης από την τουρκική κυβέρνηση. Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε μια δήλωση στις αρχές Ιουλίου προς υπεράσπιση του πληθυσμού των Κινέζων Ουιγούρων, με κυβερνητικούς αξιωματούχους να εκφράζουν τη «βαθιά ανησυχία» τους σχετικά με τις εκθέσεις της Κίνας περί πάταξης του δημόσιου εορτασμού του ιερού μήνα του Ραμαζανιού στην Xinjiang.

Η Κίνα έχει επίσημα απαγορεύσει στα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος τη δημόσια νηστεία και ανάγκασε τις βιτρίνες της περιοχής να πωλούν αλκοόλ και τσιγάρα, κάτι το οποίο θεωρείται ως «Χαράμ»(αμαρτία). «Οι άνθρωποί μας έχουν στεναχωρηθεί σχετικά με την είδηση ??ότι στους Ουιγούρους Τούρκους έχει απαγορευτεί η νηστεία ή η εκτέλεση άλλων θρησκευτικών καθηκόντων στην περιοχή Xinjiang. Η βαθιά μας ανησυχία αναφορικά με τις εκθέσεις αυτές έχει μεταφερθεί στον πρεσβευτή της Κίνας στην Άγκυρα», αναφέρει το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας σε πρόσφατη δήλωσή του.

Επίθεση από τούρκους εθνικιστές
Πάντως οι Τούρκοι εθνικιστές έχουν αναλάβει με ζήλο την υπεράσπιση των Ουιγούρων. Την περασμένη Πέμπτη, τα μέλη της ομάδας που αυτοαποκαλούνται ως «Εκπαιδευτική Ένωση του Ανατολικού Τουρκεστάν» επιτέθηκαν στο προξενείο της Ταϊλάνδης στην Κωνσταντινούπολη κατά τον επαναπατρισμό των Ουιγούρων, σπάζοντας τις πόρτες και αφαιρώντας τη σημαία της Ταϊλάνδης. Την επίθεση ακολούθησαν παρόμοιες ενέργειες με σκοπό να εκφράσουν την οργή τους ενάντια στην συμπεριφορά της Κίνας κατά των Ουιγούρων.

Τούρκοι διαδηλωτές επιτέθηκαν κατά λάθος σε μια ομάδα Κορεατών τουριστών στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός το οποίο ο Τούρκος ηγέτης του Εθνικιστικού Κόμματος χαρακτήρισε ως μια ατυχή συνέπεια αφού τόσο οι Κορεάτες όσο και οι Κινέζοι υπήκοοι, έχουν «σχιστά μάτια». Ως αποτέλεσμα το κινεζικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη εξέδωσε ταξιδιωτική προειδοποίηση προς τους πολίτες της στην Κωνσταντινούπολη.

Πηγή SigmaLive


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

16 Φεβ 2017


Γράφει ο Daniel J. Ikenson

Ποτέ οι ΗΠΑ και η κινεζική οικονομία δεν ήταν περισσότερο αλληλεξαρτώμενες  όσο σήμερα. Ποτέ η σχέση του διμερούς εμπορίου και των επενδύσεων δεν ήταν μεγαλύτερη. Και βεβαίως, ποτέ η επισφαλής κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας  δεν απαιτούσε  μεγαλύτερη προσοχή  μεταξύ  ΗΠΑ και  Κίνας  από ό, τι τώρα. Ωστόσο, με τον Donald J. Trump να στέκεται θριαμβικά, σε μια πλατφόρμα  εθνικισμού και  προστατευτισμού, ποτέ η «συναστρία» δεν ήταν τόσο απόλυτα ευθυγραμμισμένη ώστε να οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε έναν καταστροφικό εμπορικό πόλεμο.

Από την άλλη, οι διμερείς εμπορικές τριβές δεν είναι κάτι καινούργιο. Κατά τη διάρκεια των ετών που πέρασαν  οι εντάσεις είχαν περιοριστεί σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε  να αποφευχθούν τυχόν σημαντικές ρευστοποιήσεις. Για τα τελευταία όμως, οκτώ χρόνια, που  η σχέση ΗΠΑ-Κίνας ήταν υπό αυξανόμενη πίεση, η αμοιβαία φορολόγηση είχε μπει σε ένα ελεγχόμενο σύστημα διακανονισμού  και γενικότερα, υπήρχε μεγάλη αυτοσυγκράτηση από την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο. Και οι δύο κυβερνήσεις επέβαλαν  περιορισμούς στο εμπόριο, αλλά το έκαναν σε συνάρτηση  με τους ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

Η εκλογή του «ασυγκράτητου» Trump, ο οποίος βλέπει το εμπόριο ως ανταγωνιστικό παιχνίδι «μηδενικού αθροίσματος»  μεταξύ των χωρών, καθιστά την αυτοσυγκράτηση  απίθανη και στρατηγικά παράλογη. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχειρίζονται  ένα μεγάλο διμερές εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, ο Πρόεδρος Trump βλέπει το Πεκίνο ως το πιο εξαρτώμενο μέρος, σε σχέση με τις πιθανότητες που υπάρχουν για να χάσει τον  εμπορικό πόλεμο…  Αντιλαμβάνεται μάλιστα τις συνέπειες ενός εμπορικού πολέμου ως μία σχετικά ήπια κατάσταση για την χώρα του καθιστώντας το σχέδιο δράσης του μία απολύτως ρεαλιστική επιλογή. Αυτή βέβαια, η σκέψη ισοδυναμεί με μία τεράστια απόκλιση από την ορθόδοξη εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, για πάνω από 80 χρόνια.

Η επικίνδυνη, από κάθε άποψη, οικονομική πολιτική του  Trump δεν εμφανίστηκε  από το πουθενά. Η δεκτικότητα των ΗΠΑ  σε μια πιο έντονη πολιτική προστατευτισμού (Πρώτα η Αμερική) - ειδικά σε σχέση με την Κίνα - έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Και η  γενεσιουργός αιτία αυτής της αντίληψης ήταν η απώλεια θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια των ετών, ειδικά μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που η επιβίωσή τους ήταν πλήττονται περισσότερο. Σύμφωνα με την πεποίθηση του προστατευτισμού η Κίνα «κινεί το σύστημα»  για να γίνει ισχυρότερη σε βάρος της Αμερικής! Και επιπλέον, αμφισβητεί τις ΗΠΑ  για την παγκόσμια στρατηγική και οικονομική τους υπεροχή. Αν και η αύξηση της επιρροής του Trump καθιστά ένα εμπορικό πόλεμο επικίνδυνα πιθανό, η κατάσταση των διμερών οικονομικών σχέσεων είναι το αποκορύφωμα μιας μακράς υποβόσκουσας αντιπαλότητας  που μπορεί να οδηγήσει  στο χείλος της αβύσσου.

Η Μεγάλη Πορεία προς τον εμπορικό πόλεμο

Στον απόηχο της σφαγής στην πλατεία  Τιενανμέν  του 1989, η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους αποφάσισε ότι θα συνεχίσει την πολιτική των διμερών σχέσεων με την Κίνα αλλά με περιορισμούς. Εκείνη την εποχή, το διμερές εμπόριο ανήλθε σε μόλις 17,6 δισεκατομμύρια $, και οι διασυνοριακές επενδύσεις ήταν ασήμαντες. Αλλά τα δυνητικά οικονομικά οφέλη από την ευρύτερη διάδοση των δεσμών εμπορίου και των επενδύσεων ήταν προφανής. Εκτός αυτού, η οικονομική και πολιτική φιλελευθεροποίηση της Κίνας ήταν περισσότερο αποτέλεσμα των μεγάλων εμπορικών ανοιγμάτων της – κυρίως προς τις ΗΠΑ- από τις πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί για να την τιμωρήσουν ή να την απομονώσουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν άλλωστε, φανερό  ότι οι κυρώσεις θα έβλαπταν περισσότερο τον κινεζικό λαό από την κινεζική κυβέρνηση, παραδίνοντας  ταυτόχρονα, τις επιχειρηματικές ευκαιρίες  στις ευρωπαϊκές εταιρείες.

Έτσι, για τα επόμενα 20 χρόνια, η πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα βασίστηκε στην ιδέα ότι η οικονομική σχέση ήταν πολλά υποσχόμενη  και άξιζε την καλλιέργεια και την φροντίδα, ανεξάρτητα από τις σημαντικές διαφορές μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου για γεωπολιτικά και θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατά το  πρώτο εξάμηνο της περιόδου αυτής, οι Κινέζοι έκαναν τα πάντα για να  εφαρμόσουν  όλα τα είδη των μεταρρυθμίσεων στην αγορά, να αποδεσμεύσουν  οικονομία τους και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ιδιότητας του μέλους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Από τη στιγμή που η Κίνα εντάχθηκε στον ΠΟΕ, το 2001, το εμπόριο  αυξήθηκε  σε 121.3 δις. $ και άμεσες επενδύσεις ήταν 12 δις. $. Μέχρι το 2008, η αξία του διμερούς εμπορίου έφθασε στα 409 δισεκατομμύρια $ και των επενδύσεων  56 δισεκατομμύρια $.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί από μια αγροτική οικονομία σε μια βασική βιομηχανική οικονομία και  σε μια πλήρως ανεπτυγμένη βιομηχανική δύναμη μέσα σε 20 χρόνια. Η αύξηση του εμπορίου και των επενδύσεων έχει γλυτώσει εκατοντάδες εκατομμύρια  Κινέζων από τη φτώχεια και έχει δώσει την ευκαιρία να επωφεληθεί μεγάλο μέρος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Αλλά βεβαίως, η διαδικασία αυτή του διμερούς εμπορίου με τις ΗΠΑ, αναπαράγει  άφθονες τριβές με τις αμερικανικές βιομηχανίες.

Η οικονομική πολιτική των ΗΠΑ με την Κίνα, ουσιαστικά διεξάγεται ως εξισορρόπηση των δύο μεγάλων ομάδων συμφερόντων. Από τη μια πλευρά, είναι οι  εισαγωγικές ανταγωνιστικές βιομηχανίες και η οργανωμένη εργασία, που  προσπαθούν να εμποδίσουν τη διείσδυση των κινέζων εξαγωγέων στις ΗΠΑ. Αυτοί εκδήλωναν πάντα την  αντίθεσή τους  στη χορήγηση του καθεστώτος της Κίνας  «Ομαλές εμπορικές σχέσεις» (Normal Trade Relations) και είχαν αντιταχθεί στην προσπάθεια της Κίνας να ενταχθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Ζήτησαν τότε να επιβληθούν δασμοί, ποσοστώσεις  και άλλες πολιτικές, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις  ανησυχίες τους (πραγματικές και φανταστικές)  ως ανάρμοστες «κινεζικές πρακτικές», όπως οι  επιδοτήσεις, οι ενέργειες  χειραγώγησης του νομίσματος, η κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας, η αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας και εργασίας και οι περιβαλλοντικές καταχρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, ήταν οι αμερικανικές  πολυεθνικές εταιρείες και οι εξαγωγείς, που  τάχθηκαν υπέρ μιας πιο προσεκτικής  και λιγότερο ανταγωνιστικής προσέγγισης. Ενθάρρυναν την ιδέα της φιλοξενίας της Κίνας, δεδομένου ότι  έτσι θα άνοιγε ο δρόμος της προόδου στη διαδικασία ένταξης και ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια οικονομία. Αυτές οι ομάδες εργάστηκαν  ενάντια στις πολιτικές και τις δράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πρόσβαση στην πολλά υποσχόμενη κινεζική αγορά των ΗΠΑ. Η στάση τους αυτή  ενισχύθηκε από την έρευνα οικονομολόγων, ακαδημαϊκών και μελετητών, οι οποίοι  υποστήριξαν  ότι το άνοιγμα στις εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα υπηρετεί όχι μόνο τα συμφέροντα των αμερικανικών εισαγωγικών βιομηχανιών αλλά και  τα συμφέροντα  των καταναλωτών, ιδιαίτερα των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος.

Η πολιτική των ΗΠΑ προσδιορίζει γενικά τη διαφορά μεταξύ αυτών των προοπτικών: «η Κίνα θα είναι ευπρόσδεκτη στην κοινότητα των εθνών, και οι εταιρείες και τα προϊόντα της θα πρέπει να αντιμετωπίζονται στο ίδιο επίπεδο με όλα τα άλλα έθνη ». Αλλά οι βιομηχανίες των ΗΠΑ θα μπορούν να προσφύγουν στην νομική κατοχύρωση των εμπορικών σχέσεων και στις ειδικές  εγγυήσεις με την Κίνα. Επίσης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα είναι σε θέση να φέρει επίσημες καταγγελίες σχετικά με την κινεζική πολιτική στον ΠΟΕ. Ο Στρατηγικός Οικονομικός Διάλογος (Strategic Economic Dialogue) -δημιουργήθηκε κατά την διακυβέρνηση  του George W. Bush) και άλλες υψηλού επιπέδου μορφές διμερών διαύλων επικοινωνίας ιδρύθηκαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν τα ζητήματα που θα προκύψουν αναπόφευκτα, με την εξέλιξη των εμπορικών σχέσεων. Σε γενικές γραμμές, η φόρμουλα αυτή λειτούργησε αρκετά καλά για να εξασφαλιστεί ότι οι τριβές θα είχαν αποτελεσματική διαχείριση και ποτέ δεν προκαλούνταν η ανάφλεξη μιας κόλασης. Αλλά μετά από 20 χρόνια, τα πράγματα άλλαξαν ξαφνικά το 2009.

Ήταν η χρονιά που η οικονομία  των ΗΠΑ συγκλονίστηκε από την οικονομική κρίση και μια βαθιά ύφεση. Η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος  που συνοδεύτηκε από οικονομική συρρίκνωση, η αργή ανάκαμψη, η επίμονη υψηλή ανεργία, το φάντασμα της απώλειας  εκατομμυρίων  θέσεων εργασίας, καθώς και το εκτός ελέγχου δημόσιο χρέος κλόνισε την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης  στις  ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, η κινεζική οικονομία συνεχίζει σε σχεδόν διψήφιο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, ξεπερνώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως  μεγαλύτερη παραγωγός και εξαγωγέας στον κόσμο. Οδεύει δηλαδή, πολύ γρήγορα στο να γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Έτσι, η κινεζική κυβέρνηση έχει γίνει πλέον επίσημα η μεγαλύτερη ξένη κάτοχος του αμερικανικού δημόσιου χρέους, ασκώντας  ιδιαίτερη επιρροή στη χάραξη της πολιτικής των ΗΠΑ, σύμφωνα με την άποψη  πολλών σχολιαστών.

[…] Η κατάσταση αυτή ήταν επόμενο να δημιουργήσει μία βαθιά ενδοσκόπηση στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας και φυσικά και της αγοράς. Πολλοί αναρωτήθηκαν σε τι  οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάνει λάθος  και τι στην Κίνα είχε γίνει σωστά. Ορισμένοι πολιτικοί και ειδήμονες, όπως ο Tom Friedman των  New York Times , εντυπωσιάστηκαν  που οι Κινέζοι ήταν σε θέση να επιτύχουν αυτό το οικονομικό θαύμα  με την «πεφωτισμένη απολυταρχία» τους και πρότεινε στις ΗΠΑ να μιμηθούν τους ισχυρισμούς της επιτυχημένης βιομηχανικής πολιτικής της Κίνας. Άλλοι πάλι, κατέληξαν  στο συμπέρασμα ότι η πολιτική των ΗΠΑ ήταν υπερβολικά ανεκτική στην άνοδο της Κίνας, προτρέποντας  για μεγαλύτερη επιβολή κανόνων  στο διμερές τους εμπόριο.

Εν τω μεταξύ, η επιχειρηματική κοινότητα των ΗΠΑ στην Κίνα, κάνοντας  βεβιασμένες ενέργειες που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τα σχέδιά τους στην κινεζική αγορά, άρχισε να διατυπώνει  ανησυχίες και  παράπονα  για πολλαπλασιασμό του κινεζικού προστατευτισμού. Οι αμερικανικές εταιρείες έχουν εκδώσει προειδοποιήσεις ότι η απελευθέρωση της αγοράς στην Κίνα  έχει περιοριστεί  και έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Μια ετήσια έκθεση που δημοσιεύθηκε από το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο στην Κίνα, εντοπίστηκαν τάσεις ανόδου του προστατευτισμού, έλλειψη κανονιστικής διαφάνειας, ασυνεπής πρακτικές  και ευνοιοκρατία προς τις τοπικές επιχειρήσεις, όπως τα μεγάλα και αυξανόμενα προβλήματα το 2009. Σε μια άλλη ξεχωριστή έκθεση εκθέτει το «σχέδιο της βιομηχανικής πολιτικής », υποστηρίζοντας ότι η  κινεζική κυβέρνηση σχεδιάζει να δημιουργήσει «εθνικούς  πρωταθλητές»  από τον« δανεισμό »της Δυτικής Τεχνολογίας.

Η δημοσίευση των εκθέσεων αυτών και οι αντιδράσεις  έχουν εμπνεύσει μια αλλαγή του κλίματος εντός των ΗΠΑ αλλά και στην διεθνή κοινότητα. Οι  απειλές  για τα επιχειρηματικά συμφέροντα των ΗΠΑ αυξήθηκαν, ενώ οι αισιόδοξες πεποιθήσεις των ρεαλιστικών δυνατοτήτων μειώθηκαν. Κι αυτό  δημιούργησε  μια μετατόπιση στη στάθμιση των συμφερόντων που επηρεάζουν την πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα υπέρ των αμερικανικών  συμφερόντων.  

Το «σκληρό πρόσωπο» του Προέδρου Ομπάμα

Η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της κυβέρνησης Ομπάμα αντικατοπτρίζεται σε ένα νέο ύφος. Αρχικά, ο Πρόεδρος θέσπισε την επιβολή δασμών  στα κινεζικά ελαστικά, κάτω από μια ειδική διάταξη διασφάλισης του δικαίου των ΗΠΑ, πράγμα που  ο Πρόεδρος Μπους είχε εμποδίσει  σε τρεις προηγούμενες περιπτώσεις. Αυτή η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου για την Κίνα (που  θεωρήθηκε ζημιωμένη), καθώς και μια πληθώρα κινεζικών «αντιποίνων»  κατά των αμερικανικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των  κοτόπουλων και των αυτοκινήτων.

Βεβαίως, η υποχρέωση του αντισταθμιστικού νόμου για τις  ΗΠΑ (νόμος για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων σε ξένη κυβέρνηση από την επιδότηση των εξαγωγών), θεωρείται ανεφάρμοστη σε «μη εμπορικές» οικονομίες από τις προηγούμενες διοικήσεις. Όμως έτσι ξαφνικά άνοιξε η όρεξη στις βιομηχανίες των ΗΠΑ και δημιούργησε  ένα ρεκόρ στον αριθμό των αθέμιτων εμπορικών υποθέσεων κατά της Κίνας, κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα. Στο  Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου αυξήθηκε επίσης, κατά πέντε φορές - σε σχέση με την κυβέρνηση Μπους - ο αριθμός των καταγγελιών  κατά της Κίνας στον ΠΟΕ. Το αποτέλεσμα, γενικώς, ήταν να ελέγχονται πιο στενά οι υποψήφιες κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Μπλοκάροντας για παράδειγμα, μια προτεινόμενη κινεζική επένδυση αιολικών πάρκων στο Όρεγκον αλλά και την παραγγελία μια κινεζικής εταιρείας τεχνολογίας που ήθελε να εκχωρήσει δραστηριότητες σε άλλη αμερικανική εταιρεία που είχε εξαγοράσει πρόσφατα. Όλα αυτά προκάλεσαν περισσότερες ανησυχίες σε κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας επειδή μπήκαν στο στόχαστρο της κυβέρνησης Ομπάμα και του Κογκρέσου. Το Κογκρέσο μάλιστα, πήρε και έκτακτα μέτρα  φραγής των αγορών για τη χρήση των κινεζικών προϊόντων τηλεπικοινωνιών από κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Ο κύβος είχε ήδη «ριφθεί».

Εν τω μεταξύ, το Πεκίνο δεν παρέμεινε παθητικό. Καθώς η κυβέρνηση Ομπάμα επέκτεινε τις δράσεις της, η κινεζική κυβέρνηση (υπό τον Πρόεδρο Hu και στη συνέχεια με τον Πρόεδρο  Xi) θέσπισε μια πληθώρα νέων νόμων που διέπουν - μεταξύ άλλων - τις ξένες επενδύσεις όπως  την πολιτική ανταγωνισμού και την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Πολλοί από αυτούς τους νόμους, εξελήφθησαν  από τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ ως παρέμβαση εναντίον τους. Οι εκθέσεις των αμερικανικών εταιρειών διατείνονται ότι  παρενοχλούνται, ότι υπόκεινται σε επαχθείς απαιτήσεις τεκμηρίωσης, ότι μπαίνουν σε ένα πλαίσιο άρνησης  επιχειρηματικών  ευκαιριών και ότι αναγκάζονται  να παραδώσουν τα εμπορικά μυστικά και τα κλειδιά κρυπτογράφησης των σχεδιασμών τους.

Ξεκίνησαν έτσι, συνεχείς  διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για μια καλύτερη προοπτική διμερών  συνθηκών στις  επενδύσεις. Αφορούσαν στην ελευθέρωση του εμπορίου περιβαλλοντικών αγαθών και των κρατικών προμηθειών, μεταξύ μιας σειράς πρωτοβουλιών που επιδιώκει  την προοπτική  θετικής στροφής στην αποκατάσταση των σχέσεων. Όμως η απαισιοδοξία  στην αμερικανική  και στη διεθνή κοινότητα για την πολιτική κατάσταση της Κίνας και την κατεύθυνση του επιχειρηματικού κλίματος  ενισχύθηκε.

Φτάνοντας στο 2016,εξαιτίας των εκλογών,  η «αντι-εμπορική» ρητορική εκστρατεία ήταν πολύ πιο οξεία από το συνηθισμένο. Η κινέζικη εμπορική πολιτική βρέθηκε  εκτεθειμένη στην  επίθεση των δύο άκρων και σε όλο το πολιτικό φάσμα. Η δημοσίευση ενός ακαδημαϊκού άρθρου με τίτλο  «Το σοκ της Κίνας», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κόστος προσαρμογής για τους  εργαζομένους ήταν μεγάλο. Θεωρήθηκε πως  είχαν ζημιωθεί εξαιτίας του ανταγωνισμού από τις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και η επιβάρυνση ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό, τι είχε αρχικά υπολογιστεί. Έτσι ήταν πλέον διάχυτη η τάση  στην κοινή γνώμη για μια πιο μαχητική προσέγγιση της  εμπορικής πολιτικής απέναντι στην Κίνα.

Το 2016  η κυβέρνηση Ομπάμα κατέθεσε τέσσερις νέες καταγγελίες κατά της Κίνας στον ΠΟΕ, και το Υπουργείο Εμπορίου άνοιξε  24  αντισταθμιστικές υποθέσεις εναντίον των κινέζων εξαγωγέων. Αλλά, ίσως η πιο προκλητική ενέργεια από όλα ήταν μια εσκεμμένη αδρανής πρακτική εκ μέρους των ΗΠΑ: Η καθυστέρηση της υποχρέωσης να χορηγήσουν στην Κίνα μία προνομιακή θέση στην «οικονομία της αγοράς», κάτι που έπρεπε να γίνει  το αργότερο 15 χρόνια μετά την ένταξή της  στον ΠΟΕ. Η ημερομηνία αυτή πέρασε  και στις 12 Δεκεμβρίου η Κίνα κίνησε  την διαδικασία άσκησης των νομικών της απαιτήσεων έναντι  του ΠΟΕ για το ζήτημα αυτό. Για να καταλήξουμε σε άλλη  μια σημαντική πηγή διενέξεων και την ενίσχυση του ήδη επιβαρυμένου κακού κλίματος στις διμερείς σχέσεις.

Στην άκρη του βράχου

Από τις αρχές του προηγούμενου έτους, το απόθεμα των διασυνοριακών και των διμερών επενδυτικών πακέτων έφτασε στα 90 δις $ και οι εμπορικές ροές ήταν 600 δις $ ετησίως. Με την εκλογή του νέου προέδρου, όλα φαίνεται να γίνονται ακόμα πιο δραματικά. Γιατί δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι το επίπεδο αλληλεξάρτησης διαμορφώνει και τον βαθμό αποφασιστικής μόχλευσης  προκειμένου να αλλάξει η φύση της οικονομικής σχέσης με την Κίνα. Πολλοί από αυτούς που είχαν κάθετη άποψη μέχρι τώρα, στην Ουάσιγκτον, έχουν σωπάσει, αψηφώντας τις αντιλήψεις που πλέον διαμορφώνονται ως «μη πολιτικά ορθές».  Ο φόβος των πολιτικών αντιποίνων  για τη λήψη θέσεων που θα είναι αντίθετες από αυτές του προέδρου έχει καταστείλει τη δημόσια συζήτηση. Απλά κυριαρχεί στον εμπορικό κόσμο, το απλοϊκό σύνθημα «δεν είναι καλό για τις επιχειρήσεις», ως μότο στα απειλητικά  tweets του προέδρου. 

Ο Trump φαίνεται να είναι απτόητος και αδιάφορος για το ενδεχόμενο ενός εμπορικού πολέμου με την Κίνα. Ο ίδιος φαίνεται να έχει εντολή να κάνει ό, τι θέλει «για να τινάξει την μπάνκα στον αέρα», όπως δήλωσε  σε μια πρόσφατη συνέντευξη. Ο πρόεδρος ήταν πιο αιχμηρός  για μία υποτιθέμενη  κινέζικη νομισματική χειραγώγηση , που έχει εμπνεύσει την έκκλησή του για την επιβολή  45% … δασμών  στις εισαγωγές από την Κίνα. Φυσικά, η χειραγώγηση του νομίσματος είναι μια ξεπερασμένη καταγγελία. Οι Κινέζοι δεν έχουν παρέμβει στις αγορές συναλλάγματος για να καταστείλει την αξία του Γουάν, για πάνω από μια δεκαετία και, τα τελευταία χρόνια, αγωνίζονται να στηρίξουν την αξία του εξαιτίας της αχαλίνωτης φυγής κεφαλαίων.

Υπάρχουν και άλλες πηγές έντασης στη σχέση που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια κάθοδο στην άβυσσο. Διακρίσεις εις βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κίνα, η ευνοιοκρατία , η μαζική επιδότηση της βιομηχανίας, η κλοπή  πνευματικής ιδιοκτησίας, η υψηλή τεχνολογία, ο βαθύτερος  έλεγχος των κινέζικων εξαγορών στις ΗΠΑ, οι διακρίσεις εις βάρος των κινεζικών επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών  και η άρνηση των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν  την Κίνα ως «αγορά οικονομίας»  παραμένουν εξέχοντα σημεία της έριδος στις διακρατικές σχέσεις. Ο Πρόεδρος Trump και οι  σύμβουλοί  του, δείχνουν το μεγάλο διμερές εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ως απόδειξη των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και υπόσχονται να λάβουν  διορθωτικά μέτρα. Εν τω μεταξύ, η κινεζική κυβέρνηση απειλεί να μετατοπίσει τις αγορές των αεροσκαφών από την Boeing για την Airbus  και τα γεωργικά προϊόντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Αυστραλία και τον Καναδά.  Είναι πια σίγουρο ότι  οι Κινέζοι σχεδιάζουν άλλους στρατηγικούς στόχους για αντίποινα - επιχειρήσεις και βιομηχανίες που θα μπορούσαν να ασκήσουν πολιτική πίεση για το Κογκρέσο να κάνει κάτι για να χαλιναγωγήσει τον πρόεδρο.

Αλλά αυτό που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι, στο πλαίσιο μιας  εγχώριας κινεζικής πολιτικής  προοπτικής, ο Πρόεδρος Ξι θα μπορούσε να καλωσορίσει στην πραγματικότητα, έναν εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες!  Με 6,5% οικονομική ανάπτυξη (η πιο αργή σε 25 χρόνια), τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την στασιμότητα των εισοδημάτων, τη διαφθορά, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την χειραγώγηση  των μέσων ενημέρωσης και των περιορισμών στο διαδίκτυο,  ο Ξι θα μπορούσε να επωφεληθεί πολιτικά από την απόσπαση της προσοχής. Το κόμμα και ο λαός της Κίνας θα μπορούσε να συσπειρωθεί στο πλευρό του Ξι, όταν ο ίδιος κατηγορεί τις ΗΠΑ για τα εμπορικά μέτρα και  για τη στασιμότητα, ως αιτίες για τις οικονομικές δυσκολίες που θα προκύψουν. Προσεγγίζοντας την  τεράστια δεξαμενή της κινέζικης  εθνικιστικής υπερηφάνειας και της σκοπιμότητας, θα παράσχει στην Κίνα, το πρόσχημα για να αντέξει έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες - ειδικά από την στιγμή,  η κυβέρνηση συνεχίζει να αποξενώνεται από τους φίλους και τους εχθρούς στην περιοχή.

Η ειρωνεία είναι , πως η  Διεθνής Εταιρική Σχέση του Ειρηνικού (Trans-Pacific Partnership) προσφέρει περισσότερα κίνητρα για την Κίνα να τηρεί τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου από  οποιοδήποτε άλλο εργαλείο στη διάθεση της χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ. Ως βιώσιμη συμφωνία, η TPP είναι ανοιχτή σε νέα μέλη που είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα  σχετικά υψηλά πρότυπά της. Πολλές χώρες, πέρα ​​από τις αρχικές 12 που υπέγραψαν, είχαν επενδύσει πολλά στην συμμετοχή τους, αναλαμβάνοντας όλα τα είδη των εγχώριων μεταρρυθμίσεων προκειμένου  να πληρούν τις προϋποθέσεις για την ένταξη. Από το φόβο του αποκλεισμού, εν τω μεταξύ, αναζητούν μέσα κατοχύρωσης, όπως νέες επενδύσεις και αλυσίδες εφοδιασμού που αναπτύχθηκαν  γύρω από τη νέα συμφωνία. Η Κίνα είναι σίγουρο ότι ενδιαφέρεται για την συμμετοχή τους  στο TPP σε ένα λογικό διάστημα, κατά πάσα πιθανότητα, σε συνδυασμό με μια ενδεχόμενη αλλαγή ονόματος, κάτι σαν το «Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών της Ασίας-Ειρηνικού» (Free Trade Area of the Asia Pacific). Η  μόχλευση αυτή, θα έδινε την ευκαιρία στις ΗΠΑ, να επιλύσουν διάφορα θέματα και να εκτονώσουν  τις αναδυόμενες τριβές με την Κίνα.  Απορρίφθηκε όμως, με την απόφαση του Προέδρου Trump να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από το TPP κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας του στο γραφείο…

Προς το παρόν, οι ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου παραμείνουν ανέπαφοι και συνεχίζουν  να εξασφαλίζουν  ότι τα χειρότερα είδη παραβάσεων – όπως η μονομερής προσφυγή σε μέτρα προστατευτισμού - παραμένουν παρακινδυνευμένα και  αποθαρρύνονται. Όλα τα μέρη συνεχίζουν να επιδιώκουν την επίλυση των εμπορικών διαφορών μέσω του ΠΟΕ και η πολιτική όλων παραμένει υπό την προστασία ενός «νομικού προστατευτισμού με ένδικα μέσα», ελπίζοντας ότι το σύστημα  θα μειώσει την πιθανότητα ενός εμπορικού πολέμου. Αλλά με έναν πρόεδρο ο οποίος μιλά συνεχώς για τη «νίκη», λες και έχει ξεσπάσει σύρραξη,  και μια κινεζική κυβέρνηση που υπόσχεται να μην υποχωρήσει, το αναπόφευκτο φαίνεται ότι μόνο θέμα χρόνου.

Η απειλή μοιάζει σαν μια επικείμενη σύγκρουση τραίνων που την βλέπουμε, σε αργή κίνηση, να έρχεται  αλλά είμαστε ανίκανοι να την σταματήσουμε. Δεν έχουν πλέον τα γεγονότα σημασία. Δεν είναι θέμα διάθεσης για προσεκτική αντιμετώπιση του ζητήματος. Δεν μπορούμε πλέον να υποθέσουμε ότι  θα επικρατήσει η ψυχρή λογική. Τα προστατευτικά κιγκλιδώματα και τα φρένα έκτακτης ανάγκης που εμπόδισαν την ρήξη στο παρελθόν έχουν σπάσει. Πού αλλού μπορεί να εξωθήσει η έκβαση των συνθηκών τα πράγματα  από την άβυσσο;

* Ο Daniel Ikenson είναι διευθυντής του Herbert A. Stiefel,  Κέντρου Εμπορίου και Πολιτικών Μελετών του Cato Institute

Το άρθρο μεταφράστηκε για το Liberal, αφού πρώτα εξασφαλίστηκε η άδεια δημοσίευσης από το ΚΕΦΙΜ.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου