Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

9 Σεπ 2017


Του Panos Mourdoukoutas
Forbes

Χωρίς αμφιβολία, η Κίνα μπορεί να σταματήσει τις δοκιμές πυραύλων του Kim Jong-un. Μια για πάντα, και να βάλει ένα τέλος σε πολλά προβλήματα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους - και των επενδυτών στην Ασία.

Αλλά για να το κάνει αυτό, η Κίνα χρειάζεται ένα μεγάλο "έπαθλο”, τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Ολόκληρη, έτσι ώστε το Πεκίνο να γράψει τους δικούς του κανόνες πλοήγησης, να εκμεταλλευτεί όλα τα πλούτη που είναι κρυμμένα από κάτω της και να ικανοποιήσει το εθνικιστικό συναίσθημα που έχει καλλιεργήσει.

Η κορεατική χερσόνησος είναι πολύ μακριά από τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη κρίση στην κορεατική χερσόνησο δεν είναι ανεξάρτητη από ό,τι συμβαίνει στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, καθώς υπάρχει μία χώρα που έχει ρόλο-κλειδί σε κάθε διαμάχη: η Κίνα.

Στην πραγματικότητα, ο Kim Jong-un έχει αναδειχτεί ως το "δόλωμα” της Κίνας στις διαμάχες που αφορούν τη Θάλασσα της Νότια Κίνας. Καθώς ο κόσμος ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τις πυρηνικές δοκιμές και τους πυραύλους του Kim, η Κίνα συνεχίζει να κατασκευάζει τεχνητά νησιά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, εκφοβίζοντας κάθε γειτονική χώρα που τολμά να αμφισβητήσει τις φιλοδοξίες της να κυριαρχήσει στην περιοχή. Όπως απείλησε τις Φιλιππίνες με πόλεμο, εάν έθετε σε εφαρμογή μια διεθνή διαιτητική απόφαση, η οποία επιβεβαίωνε ότι η Κίνα δεν έχει "ιστορικό τίτλο” επί των υδάτων της Θάλασσας της Νότιας Κίνας.

Η Κίνα ζήτησε επίσης από το Βιετνάμ και την Ινδία να σταματήσουν να ψάχνουν για πετρέλαιο στην περιοχή, ή αλλιώς θα κινδύνευαν από μια επίθεση στις βάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου. Και απαίτησε από την Ινδονησία να ακυρώσει την απόφασή της να μετονομάσει τη θαλάσσια περιοχή της νοτιοδυτικό τμήμα της Θάλασσας της Νότιας Κίνας ως "Βόρεια Θάλασσα της Natuna", υποστηρίζοντας την κυριαρχία της στην περιοχή.

Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Ζήτησε ακόμη ο στενός σύμμαχος της Αμερικής, η Ιαπωνία, να παραμείνει μακριά από τη "δική της" Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Εν τω μεταξύ, το διμερές εμπόριο μεταξύ Κίνας και Βόρειας Κορέας αυξήθηκε κατά σχεδόν 20% πέρυσι, όπως σημειώνει ο Apostolos Pittas, αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Long Island University Post.

Μέχρι στιγμής, οι ασιατικές αγορές επηρεάζονται περισσότερο από την κρίση της κορεατικής χερσονήσου, χάνοντας μερικές ποσοστιαίες μονάδες κάθε φορά που ο Kim εκτοξεύει έναν πύραυλο και λιγότερες όταν η Κίνα εκφοβίζει τις χώρες για τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Κίνα δεν έχει καμία πραγματική πρόθεση να σταματήσει τις φιλοδοξίες του Kim - εκτός αν η Αμερική και οι σύμμαχοί της είναι διατεθειμένοι να αφήσουν το Πεκίνο να πάρει τον έλεγχο σε ολόκληρη τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και να εντείνει τις τακτικές του εκφοβισμού.

Είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αυτή τη μεγάλη "αμοιβή”;

Πηγή Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Αυγ 2017


Του Ανδρέα Λιούμπα

Η κρίση των πυραύλων – μια σύνοψη

Στις 4 Ιουλίου 2017, ημέρα εορτασμού της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη δοκιμή διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής. Λίγες μέρες αργότερα, στις 28 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε δεύτερη επιτυχημένη δοκιμή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών ο δεύτερος πύραυλος έχει βεληνεκές που επαρκεί προκειμένου να πλήξει μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ.

Από την ημερομηνία της δεύτερης δοκιμής και μέχρι σήμερα οι πρόεδροι των ΛΔΚ και ΗΠΑ έχουν επιδοθεί σε μια δημόσια λεκτική αντιπαράθεση η οποία κλιμακώθηκε εντός του Αυγούστου ξεκινώντας από την δήλωση του Προέδρου Trump ότι οι προκλήσεις «θα τύχουν απάντησης με φωτιά και οργή (τέτοια που) μέχρι σήμερα δεν έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα». Η ΛΔΚ απάντησε ότι θα πλήξει αμερικάνικη βάση στη νήσο Γκουάμ στον Ειρηνικό ωκεανό.

Η τελευταία, κρίσιμη, εξέλιξη στο πεδίο της διπλωματίας των δημόσιων δηλώσεων ήρθε από την Κίνα. Στις 10 Αυγούστου η αγγλόφωνη εφημερίδα του Πεκίνου «The Global Times», η οποία συνδέεται έμμεσα με το Κομουνιστικό Κόμμα Κίνας μέσω του ομίλου της People's Daily στον οποίο ανήκει, δημοσίευσε άρθρο της σύνταξης. Το υπόψη άρθρο εκτιμάται βάσιμα ότι πρακτικά αποτελεί ένα non paper που διατυπώνει την – ανεπίσημη μέχρι σήμερα - θέση του Πεκίνου. 
Στην προτελευταία παράγραφο του άρθρου αναφέρεται ότι: «Η Κίνα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι στην περίπτωση που η Βόρεια Κορέα εκτοξεύσει πρώτη πύραυλο που θα απειλήσει αμερικανικό έδαφος και οι ΗΠΑ απαντήσουν τότε η Κίνα θα παραμείνει ουδέτερη. Στην περίπτωση που οι ΗΠΑ και η Νότια Κορέα εξαπολύσουν πλήγματα εναντίον της Βόρειας Κορέας και προσπαθήσουν να ανατρέψουν το καθεστώς ή να αλλάξουν τον πολιτικό χάρτη της κορεατικής χερσονήσου τότε η Κίνα θα τους εμποδίσει να το πράξουν».

Τα παραπάνω είναι μια πολύ αδρή περίληψη της μεγαλύτερης μετά το 2013 κρίσης. Στο παρόν άρθρο ελέγχονται ορισμένα βασικά δεδομένα και γίνεται μια εκτίμηση για το πιθανό ρόλο της Κίνας στην αποκλιμάκωση της.

Εξετάζοντας την απειλή: Έχει η Βόρεια Κορέα τη δυνατότητα να επιφέρει πυρηνικό πλήγμα στις ΗΠΑ;

Η δυνατότητα της ΛΔΚ να επιφέρει πλήγμα στις ΗΠΑ εξαρτάται, κυρίως,  από 3 παράγοντες: κατοχή πυρηνικών όπλων, τεχνολογία που επιτρέπει την σμίκρυνση των όπλων σε μέγεθος τέτοιο που να καθιστά δυνατή την τοποθέτηση τους στους πυραύλους και φυσικά τις δυνατότητες (βεληνεκές και ακρίβεια) των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων.

Σε ό,τι αφορά την πρόοδο της ΛΔΚ στο πεδίο των πυρηνικών όπλων τα μόνα αναμφισβήτητα στοιχεία είναι οι 5 καταγεγραμμένες υπόγειες δοκιμές με την ισχυρότερη να υπολογίζεται μεταξύ 10 και 20 κιλοτόνων. Περισσότερες τεχνικές λεπτομέρειες δεν έχουν γίνει γνωστές. Δηλώσεις της ΛΔΚ σχετικά με την κατοχή τεχνολογίας που επιτρέπει την τοποθέτηση πυρηνικών σε βαλλιστικό πύραυλο φαίνεται να επιβεβαιώνονται από πρόσφατη διαρροή έκθεσης υπηρεσίας πληροφοριών σε εφημερίδα των ΗΠΑ. Αμφισβητούμενη ωστόσο παραμένει η κατοχή θερμοπυρηνικών όπλων που η ΛΔΚ έχει δηλώσει ότι διαθέτει από το 2015. Ο διαθέσιμος αριθμός όπλων εκτιμάται μεταξύ 14 και 60.

Σχετικά με την πρόοδο στην εξέλιξη των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων μετά την τελευταία δοκιμή γνωρίζουμε πλέον ότι η ΛΔΚ διαθέτει εξαιρετικά αυξημένες δυνατότητες. Μένουν όμως αναπάντητα τα εξής ερωτήματα: α) ποια είναι η ακρίβεια του κορεάτικου διηπειρωτικού πυραύλου και β) ποιο το πραγματικό του βεληνεκές μετά την τοποθέτηση πυρηνικής κεφαλής; Η πιο αποδεκτή εκτίμηση των ειδικών είναι μια σύνθεση απόψεων η οποία θεωρεί πως η ΛΔΚ έχει ή θα αποκτήσει άμεσα, εντός του 2017, την δυνατότητα να επιφέρει πλήγμα ακόμη και στο ηπειρωτικό έδαφος των ΗΠΑ.

Η Βόρεια Κορέα μπορεί να θεωρείται συνεπώς de facto μέλος της λέσχης των χωρών με πυρηνικά όπλα. Το ερώτημα είναι πως θα αποκλιμακωθεί η κρίση που προέκυψε από την απρόσκλητη είσοδο της στη λέσχη. Οποιαδήποτε σχετική εκτίμηση απαιτεί να εξετάσουμε την λειτουργία της ΛΔΚ ως δρώντα και τον ειδικό ρόλο της Κίνας.

Η ΛΔΚ: Ακροβασία μεταξύ παράνοιας και ορθολογισμού

Η Βόρεια Κορέα μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου βρέθηκε σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Η εξέταση του διεθνούς περιβάλλοντος έδειχνε ότι το καθεστώς των Κιμ, που είχε εδραιώσει το 1948 η ΕΣΣΔ και είχε διασώσει το 1950 η Κίνα, δεν είχε πολλές ελπίδες επιβίωσης. Η ΕΣΣΔ, ο μεγαλύτερος και ισχυρότερος σύμμαχος της ΛΔΚ, είχε περάσει στην ιστορία. Η Κίνα είχε στραμμένη την προσοχή της στο εσωτερικό. Οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος εχθρός σύμφωνα με την ηγεσία, ήταν πλέον μοναδική υπερδύναμη. Η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία ήταν μέρος του Δυτικού συστήματος. Υπήρχε συνεπώς ανάγκη μιας στρατηγικής επιβίωσης.

Η ΛΔΚ φαίνεται πως έκανε μια ανάλυση με κριτήριο την επιβίωση του καθεστώτος. Προφανώς αυτό προϋπέθετε: α) να μεγιστοποιήσει την δυνατότητα αποτροπής έναντι κυρίως της μεγαλύτερης απειλής (ΗΠΑ) β) να αποκτήσει τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την εξάρτηση της από αστάθμητους παράγοντες. Και οι δυο στόχοι ήταν ανέφικτοι με συμβατικές μεθόδους. Η χώρα δεν διέθετε στρατιωτική ισχύ για να αντισταθμίσει την ισχύ των ΗΠΑ (ακόμη και αν η απειλή ήταν μόνο στο φαντασιακό των ηγετών της καθώς οι ΗΠΑ δεν είχαν καμία πρόθεση να ανατρέψουν την υφιστάμενη κατάσταση στη χερσόνησο). Επίσης, εξαιτίας των επιλογών της ΕΣΣΔ και της Κίνας μεταξύ 1953 – 1989, είχε παραμείνει μια προβιομηχανική χώρα. Παράλληλα όμως η ανάλυση της συμπεριέλαβε την απροθυμία των ΗΠΑ να εμπλακούν στρατιωτικά σε περιοχή χωρίς στρατηγική σημασία για τις ίδιες, την ανάγκη της Κίνας να διατηρήσει το status qvo, την σχετικά αδυναμία της Ρωσίας και τον φόβο της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας.

Τα συμπεράσματα της ανάλυσης φαίνεται πως την οδήγησαν στην κύρια παράδοση της ασιατικής στρατηγικής σκέψης: εξαπάτηση και ψυχολογικές επιχειρήσεις. Εκτιμάται πως ο κύριος σκοπός της στρατηγικής ήταν να παρουσιαστεί η Βόρεια Κορέα ως ένα κράτος με το οποίο κανείς δεν θα επιθυμούσε να ασχοληθεί ή να ενοχλήσει. Ο πρώτος πυλώνας της στρατηγικής ήταν να παρουσιαστεί ως «άγριο» κράτος φανατικών πολεμιστών – υπηκόων. Με τη Σεούλ σε απόσταση βολής πυροβολικού, ένα εκατομμύριο άνδρες υπό τα όπλα και με συνεχείς υπενθυμίσεις σχετικά με το μαχητικό ηθικό της ΛΔΚ αυτό ήταν σχετικά εύκολο. Ο δεύτερος πυλώνας αντλεί κατευθείαν από τον Σουν Τζου: να φαίνεσαι αδύναμος όταν είσαι δυνατός. Εκμεταλλευόμενο την απομόνωση και την έλλειψη πληροφόρησης των Δυτικών το καθεστώς άφηνε να διακινείται κατά καιρούς μια εικόνα κατάρρευσης. Σκοπός ήταν να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι ανορθολογική επιλογή η εμπλοκή με ένα καθεστώς σε διάλυση. Ο τελευταίος και πιο κρίσιμος παράγοντας ήταν η μεταμφίεση της ΛΔΚ σε ανορθολογικό δρώντα προκειμένου να εμπνέει το φόβο της απρόβλεπτης ενέργειας. Τα παραπάνω προϋπέθεταν ασφυκτικό έλεγχο στο εσωτερικό, απόλυτη απομόνωση από το εξωτερικό και την ανοχή του μοναδικού συμμάχου προκειμένου να υπάρχει μια ανοιχτή γραμμή εφοδιασμού της χώρας. Η διατήρηση ενός προγράμματος εξέλιξης πυρηνικών όπλων δρούσε ως πολλαπλασιαστής ισχύος καθώς ήταν ταυτόχρονα αποτρεπτική δύναμη, διαπραγματευτικός μοχλός και παράγοντας ενίσχυσης του καθεστώτος στο εσωτερικό.

Η στρατηγική είχε επιτυχία ενδεικτική της οποίας είναι όχι μόνο η επιβίωση του καθεστώτος αλλά το γεγονός ότι κατόρθωσε να παρουσιάζεται ως ισότιμο μέλος σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, την Ρωσία, την Κίνα, την Ιαπωνία ή και όλους μαζί ταυτόχρονα. Επιπλέον εκμεταλλευομένη το σύστημα ποινών και επιβράβευσης με το οποίο την αξιολογούσαν ισορροπούσε μεταξύ κυρώσεων και εκβιασμού για να αντλεί πόρους από τη διεθνή κοινότητα.

Τα παραπάνω λειτούργησαν ικανοποιητικά μέχρι την στιγμή που αναβαθμίστηκε από εν δυνάμει πυρηνική δύναμη σε μέλος της λέσχης των πυρηνικών δυνάμεων ενώ, ταυτόχρονα, στις ΗΠΑ εξελέγη Πρόεδρος ο πιο παρορμητικός και λιγότερο ορθολογιστής υποψήφιος. Το ξέσπασμα της κρίσης ήταν σχεδόν αναμενόμενο.

Η Κίνα: Ο απρόθυμος Δράκος

Η Κίνα είναι ο τελευταίος στυλοβάτης της Βόρειας Κορέας. Είναι η ύστατη γραμμή ζωής της χώρας και ο μόνος σύμμαχος της. Σύμφωνα με την Συνθήκη του 1961 αν η ΛΔΚ δεχτεί επίθεση η Κίνα οφείλει να την υπερασπιστεί. Η σχέση φαίνεται, καταρχήν, αμοιβαία επωφελής: η οικονομική υποστήριξη της Κίνας  εξασφαλίζει την επιβίωση της ΛΔΚ ενώ παρέχει στο Πεκίνο την πολυτέλεια ενός «φιλικού» κράτος και μιας ουδέτερη ζώνη μεταξύ της Κίνας και των περίπου σαράντα χιλιάδων Αμερικανών πεζοναυτών που εδρεύουν στην Νότια Κορέα.

Η πολιτική της Κίνας έναντι της ΛΔΚ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της  πολιτικής για την κορεατική χερσόνησο. Συχνά αποκαλούμενη και ως η «πολιτική των τριών όχι» (όχι πόλεμος, όχι χάος, όχι πυρηνικά)  αντανακλά τη βασική προτεραιότητα του Πεκίνου: σταθερότητα. Τα τελευταία χρόνια η σχέση Πεκίνου – Πιονγιανγκ παρουσιάζει περιπλοκές. Είναι γεγονός ότι οι  Κινέζοι δεν τρέφουν καμία ιδιαίτερη συμπάθεια για το καθεστώς της ΛΔΚ, ούτε φαίνεται να επιθυμούν μια πυρηνική Βόρεια Κορέα. Η ειλικρίνεια των προθέσεων του Πεκίνου (και η δυσκολία ισορρόπησης μεταξύ των προτεραιοτήτων του ) αντανακλάται εν μέρει στην αλλαγή στάσης του Πεκίνου σε ό,τι αφορά στις κυρώσεις που ψηφίζονται στον ΟΗΕ ενάντια στη ΛΔΚ (από το 2006 μέχρι σήμερα η Κίνα υπερψήφισε τις αποφάσεις 1718, 1874, 2094, 2270, 2321 του Συμβουλίου Ασφαλείας). Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η φημολογούμενη προσπάθεια αναθεώρησης του Άρθρου 2 της Συνθήκης του 1961 που δεσμεύει την Κίνα να παράσχει συνδρομή σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης. Μολονότι η επιθυμία του Πεκίνου για αποπυρηνικοποίηση της ΛΔΚ φαίνεται να είναι ειλικρινής δεν  απουσιάζουν αναλύσεις που θεωρούν ότι πρόκειται για τακτικές κινήσεις. Σε κάθε περίπτωση το μόνο αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι η υψηλότερη προτεραιότητα του Πεκίνου είναι η σταθερότητα και η αποφυγή του πολέμου.

Οι κατά καιρούς ελιγμοί της ΛΔΚ ήταν γνωστοί στο Πεκίνο που επέλεγε να αγνοεί τους λεονταρισμούς της ηγεσίας της και να λειτουργεί πυροσβεστικά στις εξάρσεις των κρίσεων. Αυτό που άλλαξε το επίπεδο της κρίσης είναι η ποιότητα των απειλών: η ΛΔΚ είναι πυρηνική δύναμη. Η απειλή που χρησιμοποιούσε ως δυνητικό φόβητρο στην στρατηγική της τώρα έχει υλοποιηθεί.

Εκτιμήσεις

Αν υπάρχει κάτι νέο στο παιχνίδι της διπλωματίας των ανακοινώσεων είναι το γεγονός ότι πλέον το Πεκίνο προβάλλει την εικόνα του σοβαρού δρώντα την στιγμή που οι ΗΠΑ μιλούν με τέσσερις φωνές εκ των οποίων η ισχυρότερη φαίνεται να ασκεί προσωπική και όχι εθνική πολιτική. Βέβαια η νέα ανάγκη του Πεκίνου να εδραιώσει την εικόνα της αξιόπιστης διεθνούς δύναμης που μάχεται για την σταθερότητα και την ειρήνη περιορίζει τις  επιλογές της Κίνας σε αυτή την κρίση. Η ανακοίνωση της Global Times  αντανακλά αυτή τη δυσκολία. Η Κίνα θα σταθεί στο πλευρό της Β. Κορέας, τιμώντας την αξιοπιστία του λόγου της, εφόσον αυτό απαιτηθεί, αλλά κάτι τέτοιο δεν εγγυάται ότι θα σταθεί και στο πλευρό του καθεστώτος. Δεδομένης της μέχρι σήμερα προτεραιότητας της στρατηγικής της ΛΔΚ ίσως αυτός ο ύστατος διπλωματικός ελιγμός της Κίνας οδηγήσει σε αποκλιμάκωση της κρίσης. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι οι συνομιλητές της στις ΗΠΑ δεν ασκούν παγκόσμια πολιτική μέσω Twitter.
(Διευκρίνηση: Ένα πλήρες ιστορικό της ανάπτυξης του πυρηνικού προγράμματος της ΛΔΚ είναι εκτός των σκοπών και των δυνατοτήτων ενός σύντομου ενημερωτικού άρθρου. Οι ενδιαφερόμενοι για περισσότερες πληροφορίες μπορούν να ακολουθήσουν τον υπερσύνδεσμο.)

*Ο κ.  Ανδρέας Λιούμπας είναι υποψήφιος διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ειδικευόμενος στην κινέζικη στρατηγική, ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων και Αρωγό Μέλος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων.
Πλήρες βιογραφικό: https://www.linkedin.com/in/andreaslioumpas/
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Ιουλ 2017


Δύο σημαντικά γεγονότα διαδραματίσθηκαν στις ΗΠΑ τους τελευταίους μήνες τα οποία ο περισσότερος κόσμος ίσως δεν τα αντιλήφθηκε. Τα γεγονότα αυτά συνδέονται με το παγκόσμιο εμπόριο, την ανάπτυξη της αμυντικής τεχνολογίας και τις σπάνιες γαίες.

Γράφει ο Σωτήρης Ν. Καμενόπουλος
Διδάκτωρ Πολυτεχνείου Κρήτης
Σχολή Μηχανικών Ορυκτών Πόρων


Στις 7 Μαρτίου 2017 παρουσιάσθηκε προς ψήφιση στο αμερικανικό Κογκρέσο ένα νομοσχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα δεσμεύεται το 1% των γενικών εξόδων (overhead costs) του αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ ώστε να δημιουργηθεί συγκεκριμένο επενδυτικό fund το οποίο θα ενισχύει μέσω χαμηλότοκων δανείων αμερικανικές εξορυκτικές επιχειρήσεις οι οποίες εξορύσσουν μία σειρά από συγκεκριμένα μέταλλα τα οποία κρίνονται στρατηγικά/κρίσιμα στην παραγωγή αμυντικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας.

Μεταξύ αυτών των μετάλλων είναι και οι σπάνιες γαίες [1]. Ωστόσο, το όλο νομοσχέδιο «χτίστηκε» με κεντρικό σχεδιασμό τις σπάνιες γαίες. Καταρχήν, αντιλαμβανόμαστε ίσως σιγά-σιγά τη γεωστρατηγική σημασία και τη σύνδεση των σπάνιων γαιών με τα αμυντικά θέματα.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό ας υπενθυμίσουμε μία παρόμοια «αντίστροφη» πρόταση η οποία πρωτοπαρουσιάσθηκε το 2015 στη χώρα μας σχετική με την αξιοποίηση των Ελληνικών υδρογονανθράκων και την ανάγκη ενίσχυσης της Εθνικής μας Άμυνας μέσω των πιθανών εσόδων του κράτους από τα πιθανά κοιτάσματα, [2].

Το δεύτερο γεγονός αφορά πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε ο Υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ κ. Wilbur Ross στην έγκριτη Wall Street Journal [3]. Ο κ. Ross, στη συνέντευξή του αναφέρθηκε ξεκάθαρα στις σπάνιες γαίες τις οποίες συνέδεσε με το θέμα του παγκόσμιου εμπορίου ηλεκτρονικών ειδών και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.

Το συγκεκριμένο θέμα σχετίζεται με τον εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Μη ξεχνάμε πως α) η εξόρυξη και η μεταλλουργία των σπάνιων γαιών ελέγχονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Κίνα, και β) οι σπάνιες γαίες χρησιμοποιούνται σε προϊόντα συνολικής εμπορικής αξίας η οποία κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Μετά από τα παραπάνω, μπορούμε ίσως να αναμένουμε περισσότερες παγκόσμιες εξελίξεις στα θέματα των σπάνιων γαιών; Προσωπικά εκτιμώ πως ναι. Απλά να θυμίσω πως σπάνιες γαίες διαθέτει και η χώρα μας. Εάν υπάρχουν στην Ελλάδα ιθύνοντες που ενδιαφέρονται. Έγκαιρα αυτή τη φορά…

[1] https://www.congress.gov/bill/115th-congress/house-bill/1407
[2] http://www.defence-point.gr/news/?p=120104
[3] https://www.wsj.com/artices/commerce-secretary-wilbur-ross-talks-trade-1497838380

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

3 Ιουλ 2017


Το οικοδόμημα που ακούει σήμερα στο όνομα «Ευρωπαϊκή Ένωση» κτίστηκε ώστε οι οικονομικοί και εμπορικοί δεσμοί να οδηγήσουν τους λαούς της Γηραιάς Ηπείρου σε ειρηνική συνύπαρξη, κυρίως δε με τη Γερμανία. Όχι για μια «γερμανική Ευρώπη»

Γράφει ο Νίκος Γ. Δρόσος

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία οι επενδύσεις είναι ακόμη είδος εν ανεπαρκεία και τα δεσμά της κρίσης κρατούν καλά, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι να κόψουμε δεσμούς με όσους ήδη τόλμησαν να επενδύσουν στη χώρα μας.

Με εκείνους οι οποίοι είδαν τις ευκαιρίες που προσφέρει αυτή η χώρα -μετά από τόσα χρόνια εσωτερικής υποτίμησης- και έβαλαν τα χρήματά τους με στόχο -προφανώς- το κέρδος τους αλλά και απότοκο τη δική μας ανάκαμψη.

Υπό το πρίσμα αυτό, η κριτική που άσκησε πρόσφατα η Γερμανίδα καγκελάριος Α. Μέρκελ, με συνέντευξή της στο περιοδικό WirtschaftsWoche, ως προς τις επιδιώξεις του ευρωπαϊκού Νότου -συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας- για την τόνωση των διμερών επενδυτικών και εμπορικών δεσμών τους με την Κίνα, μόνον αχρείαστη είναι.

Αχρείαστη αλλά και παράδοξη, υπό το φως των -ορθών κατά τα λοιπά- πιέσεων της ΕΕ για την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και τη μεταρρύθμιση των αγορών στην Ελλάδα.

Είναι αδιανόητο από τη μία πλευρά να υφίσταται η πίεση αυτή και από την άλλη, ορισμένα από τα κυριότερα “deals” ιδιωτικοποιήσεων να κατέρρευσαν κατόπιν κοινοτικών ενστάσεων, όπως αυτό της ΔΕΠΑ με τη ρωσική Gazprom και του ΔΕΣΦΑ με την αζέρικη Socar.

Τόσο η επένδυση της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, όσο και η επενδυτική δίοδος «Μία ζώνη, ένας δρόμος», στην οποία πορεύονται η Κίνα και η Ελλάδα, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις υγιών επενδύσεων, του είδους που έχει ανάγκη η χώρα μας για να ξανασταθεί στα πόδια της.

Η κυρία Μέρκελ μπορεί να θεωρεί ότι η Κίνα, μέσω των επενδύσεων που πραγματοποιεί, ασκεί «πολιτική πίεση» σε «οικονομικά αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα», όμως παραβλέπει έτσι τη σαφέστατη ανάγκη ανάκαμψης της χώρας μας.

Επιπρόσθετα, δε, η προφανής αναφορά της στις ενστάσεις που διετύπωσε πρόσφατα η Αθήνα σε δήλωση της Ε.Ε. στο Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών για τα προβλήματα που υφίστανται στην Κίνα στον τομέα αυτόν, παραγνωρίζει αντίστοιχες ενστάσεις που υπέβαλαν και άλλες χώρες στο πλαίσιο του ιδίου Συμβουλίου, όπως -κατά τρόπο διπλωματικό- επεσήμανε πρόσφατα και η Αθήνα.

Η ΕΕ θα έπρεπε όντως να μιλά με μία φωνή προς την Κίνα, όπως υποστηρίζει η φιλτάτη κυρία Μέρκελ, όμως θα έπρεπε να ακούει κατά ακριβώς τον ίδιο τρόπο και τις ανησυχίες των κρατών-μελών της, τόσο σχετικά με την ύπαρξη τάσεων γερμανικής οικονομικής επικυριαρχίας, όσο και για την ανάγκη της δικής τους ανάκαμψης.

Ανησυχίες όπως αυτές είναι που έθρεψαν το κύμα ευρωσκεπτικισμού, το οποίο οδήγησε στο Brexit, και στην επικράτηση λαϊκιστικών φωνών σε όλο το εύρος της Γηραιάς Ηπείρου.

Εάν η Κίνα κρατά ακόμη ψηλά τα τείχη του προστατευτισμού σε σειρά αγορών της, η ΕΕ οφείλει να επιδιώξει την κατάρρευσή τους. Ευθέως όμως και όχι εμμέσως και μάλιστα με τρόπο που πλήττει την ανάκαμψη των οικονομικά πλέον αδύναμων μελών της.

Διότι η ρητορική περί ενδεχόμενου αποκλεισμού κινεζικών επενδύσεων σε ορισμένους «στρατηγικούς» τομείς, στην οποία εμφανίζεται να συμπλέει και η Γαλλία, ως «εργαλείου» πίεσης με στόχο την είσοδο ευρωπαϊκών εταιριών στην κινεζική αγορά, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά ακόμη ενός -και πάλι αχρείαστου- εμπορικού πολέμου, όταν το ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίθετο.

Πηγή Euro2day


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

2 Ιουλ 2017


Έμμεσο μήνυμα προς την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν διμερή τόνωση των επενδυτικών και εμπορικών δεσμών τους με την Κίνα έστειλε η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ, τονίζοντας πως η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να συνομιλεί με το Πεκίνο ως ένα ενιαίο μπλοκ.

Όπως μεταδίδει ο Σκάϊ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο γερμανικό περιοδικό WirtschaftsWoche, η κ. Μέρκελ δήλωσε ξεκάθαρα προβληματισμένη ρωτήθηκε για την «πολιτική πίεση» που ασκεί η Κίνα σε «οικονομικά αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα», μέσω των επενδύσεων που πραγματοποιεί.

«Είμαι προβληματισμένη με αυτό που περιγράψατε. Οι αμοιβαίες εξαρτήσεις αυξάνονται και η ισορροπία […] συνεχώς μετατοπίζεται», ανέφερε η καγκελάριος. «Η Ευρώπη πρέπει να εργαστεί σκληρά ώστε να προστατεύσει την επιρροή της και, πάνω από όλα, πρέπει να μιλάει με την Κίνα με μία φωνή».

Η Ελλάδα επιδιώκει ενεργά να προσελκύσει κινεζικά κεφάλαια και προσπαθεί να ωφεληθεί από το επενδυτικό πρόγραμμα της Κίνας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», το οποίο προβλέπει την κατασκευή εμπορικών υποδομών που θα συνδέουν την ανατολική Ασία με τη Μέση Ανατολή και τη Δύση, μέσω στεριάς και θάλασσας.

Στα μέσα Ιουνίου η Αθήνα «πάγωσε» την τακτική δήλωση της Ε.Ε. στο Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα σχετικά προβλήματα που υπάρχουν στην Κίνα.

Η κ. Μέρκελ παραδέχτηκε ότι τμήματα και της γερμανικής οικονομίας βασίζονται στο εμπόριο με την Κίνα, όμως επισήμανε ότι στόχος των συζητήσεων με το Πεκίνο θα πρέπει να είναι μία «αρμονία» που ευνοεί όλους τους εμπλεκόμενους.

Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι η Κίνα θα πρέπει να ανοίξει περισσότερο την αγορά της σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να απαγορευτούν ή να περιοριστούν οι ξένες επενδύσεις σε ορισμένους κλάδους που κρίνονται στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια και το μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Ιουν 2017


Του Κωνσταντίνου Θ. Λαμπρόπουλου

Η εμπλοκή της Κίνας στην έως τώρα πορεία του πολέμου στην Συρία, παρέμενε σχετικά περιορισμένη, συγκρινόμενη με την αντίστοιχη της Ρωσίας, των ΗΠΑ και περιφερειακών δυνάμεων, όπως του Ιράν. Εντούτοις, η διαρκώς αυξανόμενη παρουσία χιλιάδων τζιχαντιστών στο μέτωπο της Συρίας, προερχόμενων από τις τάξεις των Ουιγούρων και η μεγάλη πιθανότητα χτυπήματος εναντίον Κινέζων πολιτών και εναντίον στόχων κινεζικού ενδιαφέροντος και συμφερόντων, δύναται να μεταβάλλει άρδην, την κινεζική μετριοπαθή στάση και να οδηγήσει το Πεκίνο στην ανάληψη ακόμη και στρατιωτικής δράσης.

Πρέπει να επισημανθεί η στρατηγική αντίληψη που διέπει τους Κινέζους διαμορφωτές αποφάσεων, αναφορικά με το μέτωπο κατά της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας σε περιφερειακό επίπεδο. Η Κίνα υιοθετεί την άποψη πως η Συρία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περίπτωση άμεσα συνδεδεμένη με το Αφγανιστάν, σε ότι αφορά στον κίνδυνο της ριζοσπαστικής ισλαμιστικής τρομοκρατίας, καθώς περιλαμβάνει τις ίδιες τρομοκρατικές ομάδες με παρόμοια επιχειρησιακά σχέδια[1].

Επιπρόσθετα η εξάλειψη της τζιχαντιστικής απειλής στην Συρία όπως και στο Αφγανιστάν χαρακτηρίζεται ως στρατηγική προτεραιότητα του Πεκίνου, καθώς αφενός οι δύο χώρες αποτελούν πολύτιμα κομμάτια του γιγαντιαίου πρότζεκτ «One Belt, One Road” και η συνεχιζόμενη αστάθεια ή η πιθανή τοπική επικράτηση Σαλαφιστικών Οργανώσεων, άρρηκτα συνδεδεμένων με το αποσχιστικό κίνημα των Ουιγούρων, θα κλόνιζαν την κινεζική εθνική στρατηγική ασφάλειας, που τοποθετεί την κινεζική επαρχία Xinjiang –όπου η παρουσία των Ουιγούρων είναι σημαντική και πολυπληθής- ως την κορωνίδα της υψηλής στρατηγικής του νέου Δρόμου του Μεταξιού.

Ως εκ τούτου, όπως και στο Αφγανιστάν, η Κίνα ήδη ενισχύει το προφίλ της ως μερικός προμηθευτής ασφάλειας «partial security provider» στη Συρία, παρέχοντας διοικητική υποστήριξη, ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό και αναβαθμισμένες επιχειρησιακές δυνατότητες, στις δυνάμεις που μάχονται τους φανατικούς τζιχαντιστές, στις τάξεις των οποίων πολεμούν χιλιάδες Ουιγούροι.

Η κινεζική εμπλοκή περιπλέκεται ,καθώς οι τζιχαντιστικές ομάδες, όπως η πρώην Αλ Νούσρα και κυρίως το Ισλαμικό Κόμμα του Τουρκιστάν (Turkistan Islamic Party) –στο οποίο περιλαμβάνονται οι Ουιγούροι μαχητές και ευθύνεται για την επίθεση της κινεζικής πρεσβείας στο Κιργυστάν (Krgystan)-, εξαιτίας των δεσμών τους με την Ahrar al Sham, απολαμβάνουν της στρατιωτικής βοήθειας των ΗΠΑ, καθώς και της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, στο πλαίσιο της εκδίωξης του Μπασάρ Αλ Άσαντ απ’ τον θώκο της Συρίας.

Η συνεχιζόμενη παροχή προηγμένου στρατιωτικού υλικού δυτικής προέλευσης, σε αυτές τις ομάδες, αναβαθμίζει τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες, ως εκ τούτου αποτελεί επιτακτικό μέλημα για το Πεκίνο, η διακοπή τροφοδότησής τους, ενώ η προτεινόμενη, από δυτικούς κύκλους, προστασία τους από τις αεροπορικές επιχειρήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων του Άσαντ, καθίσταται κόκκινη γραμμή εκ μέρους της κινεζικής πλευράς και αυξάνει τις πιθανότητες μιας ευρύτερης στρατιωτικής εμπλοκής της Κίνας στην Συρία, για την προστασία των κινεζικών συμφερόντων εντός και εκτός της κινεζικής επικράτειας, κατά το αμερικανικό πρότυπο της «Προκεχωρημένης Άμυνας» (Forward Defence) και της ακόλουθης αμερικανικής εισβολής στο Αφγανιστάν το 2001.

Επιπλέον η σκληρή γραμμή της Κίνας στο ζήτημα της δυτικής υποστήριξης των συγκεκριμένων ομάδων που μάχονται τις κυβερνητικές δυνάμεις του Άσαντ, την φέρνει σε αντιπαράθεση αφενός με τις ΗΠΑ, με τις οποίες το διακύβευμα εκτείνεται ως τον Ειρηνικό, αφετέρου επιδρά καταλυτικά στις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία, την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.

Αν και το σενάριο άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής της Κίνας στον πόλεμο της Συρίας φαντάζει το λιγότερο πιθανό, εντούτοις αξίζει να σημειωθεί πως το ιστορικό προηγούμενο καταδεικνύει πως η Κίνα θεωρεί τα ζωτικά της συμφέροντα μη διαπραγματεύσιμα, όπως αποδείχτηκε περίτρανα στον Πόλεμο της Κορέας, όταν το πέρασμα του ποταμού Γιαλού από τις αμερικανικές δυνάμεις απαντήθηκε στρατιωτικά καθώς αποτελούσε κινεζική κόκκινη γραμμή. Η προστασία και η θωράκιση των κινεζικών εμπορικών και οικονομικών συμφερόντων στην Μέση Ανατολή αλλά και την Κεντρική Ασία, αποτελούν για το Πεκίνο την sine qua non συνθήκη για την διαρκή ανάπτυξη του ασιατικού γίγαντα και συνεπώς πρωταρχικό στρατηγικό στόχο.

* Ο Κων/νος Λαμπρόπουλος είναι στρατηγικός αναλυτής, Associate Fellow στο Geneva Centre for Security Policy.
[1] Βλέπε Lin Christina, China’s Interests in Syria and the Middle East, Center for Transatlantic Relations
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Απρ 2017


Τούρκοι εθνικιστές καίνε κινέζικες σημαίες σε πορεία διαμαρτυρίας

Η Άγκυρα στρατολογεί Ουιγούρους 
στις τάξεις του Ισλαμικού Κράτους
Τούρκοι εθνικιστές επιτέθηκαν κατά λάθος σε μια ομάδα Κορεατών τουριστών στην Κωνσταντινούπολη θεωρώντας ότι είναι Κινέζοι λόγω του σχήματος των ματιών

Υψηλόβαθμος Κινέζος αξιωματούχος αποκάλυψε ότι η Τουρκία δελεάζει τους κατοίκους των Ουιγούρων της επαρχίας Xinjiang της χώρας του με σκοπό να τους στρατολογήσει στον πόλεμο της εξέγερσης στη Συρία. «Οι Τούρκοι διπλωμάτες στη Νοτιοανατολική Ασία έχουν δώσει τουρκικές ταυτότητες στους πολίτες των Ουιγούρων της επαρχίας και στη συνέχεια τους έχουν στείλει στην Τουρκία για να προετοιμαστούν για τον πόλεμο εναντίον της συριακής κυβέρνησης, στο πλευρό του Ισλαμικού Κράτους» δήλωσε τη Δευτέρα στην αραβόφωνη ιστοσελίδα «Al-Qanoon» ο επικεφαλής του Ποινικού Τμήματος του Υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας της Κίνας, Tong Bichan.

Διαμαρτυρία κινέζικου ΥΠΕΞ
Επιπλέον, σύμφωνα με το κινεζικό Υπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας, η Ταϊλάνδη την περασμένη Πέμπτη έδωσε εντολή για επαναπατρισμό 109 παράνομων μεταναστών στην Κίνα, οι οποίοι θα μετέβαιναν στην Τουρκία, τη Συρία ή το Ιράκ προκειμένου να λάβουν μέρος σε μαχητικές δραστηριότητες. Αυτοί οι επαναπατρισμένοι Κινέζοι πολίτες της μειονότητας είναι παράνομοι μετανάστες που είχαν ταξιδέψει και παραμείνει στην Ταϊλάνδη μέσω διαφόρων διαύλων» δήλωσε η εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών, Hua Chunying, κατά τη διάρκεια τακτικής συνέντευξης Τύπου. Η κ. Hua καταδίκασε επίσης την πρόσφατη επίθεση βίας κατά των Κινέζων και Ταϊλανδέζων πολιτών και φορέων στην Τουρκία υπογραμμίζοντας:

«Εκτιμούμε ιδιαίτερα την υπόσχεση της τουρκικής κυβέρνησης να μην επιτρέψει σε κανέναν να εμπλακεί σε δραστηριότητες που σαμποτάρουν τα συμφέροντα της Κίνας στην επικράτειά της, και καλούμε την Τουρκία να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία και την ασφάλεια των νόμιμων δικαιωμάτων των πρεσβειών και του προσωπικού της Κίνας και άλλων σχετικών χωρών», και πρόσθεσε «Διαμαρτυρόμαστε έντονα τις προσπάθειες ορισμένων δυνάμεων να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας, μέσω εθνικών και θρησκευτικών θεμάτων και να διαταράξουν την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Κίνας».

Απαγόρευσαν τη νηστεία
Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ Κίνας και Τουρκίας. Οι Ουιγούροι είναι μια τουρκική μειονότητα και θεωρούνται από πολλούς Τούρκους εθνικιστές ως «εθνοτικά Τούρκοι», άξιοι υποστήριξης από την τουρκική κυβέρνηση. Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε μια δήλωση στις αρχές Ιουλίου προς υπεράσπιση του πληθυσμού των Κινέζων Ουιγούρων, με κυβερνητικούς αξιωματούχους να εκφράζουν τη «βαθιά ανησυχία» τους σχετικά με τις εκθέσεις της Κίνας περί πάταξης του δημόσιου εορτασμού του ιερού μήνα του Ραμαζανιού στην Xinjiang.

Η Κίνα έχει επίσημα απαγορεύσει στα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος τη δημόσια νηστεία και ανάγκασε τις βιτρίνες της περιοχής να πωλούν αλκοόλ και τσιγάρα, κάτι το οποίο θεωρείται ως «Χαράμ»(αμαρτία). «Οι άνθρωποί μας έχουν στεναχωρηθεί σχετικά με την είδηση ??ότι στους Ουιγούρους Τούρκους έχει απαγορευτεί η νηστεία ή η εκτέλεση άλλων θρησκευτικών καθηκόντων στην περιοχή Xinjiang. Η βαθιά μας ανησυχία αναφορικά με τις εκθέσεις αυτές έχει μεταφερθεί στον πρεσβευτή της Κίνας στην Άγκυρα», αναφέρει το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας σε πρόσφατη δήλωσή του.

Επίθεση από τούρκους εθνικιστές
Πάντως οι Τούρκοι εθνικιστές έχουν αναλάβει με ζήλο την υπεράσπιση των Ουιγούρων. Την περασμένη Πέμπτη, τα μέλη της ομάδας που αυτοαποκαλούνται ως «Εκπαιδευτική Ένωση του Ανατολικού Τουρκεστάν» επιτέθηκαν στο προξενείο της Ταϊλάνδης στην Κωνσταντινούπολη κατά τον επαναπατρισμό των Ουιγούρων, σπάζοντας τις πόρτες και αφαιρώντας τη σημαία της Ταϊλάνδης. Την επίθεση ακολούθησαν παρόμοιες ενέργειες με σκοπό να εκφράσουν την οργή τους ενάντια στην συμπεριφορά της Κίνας κατά των Ουιγούρων.

Τούρκοι διαδηλωτές επιτέθηκαν κατά λάθος σε μια ομάδα Κορεατών τουριστών στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός το οποίο ο Τούρκος ηγέτης του Εθνικιστικού Κόμματος χαρακτήρισε ως μια ατυχή συνέπεια αφού τόσο οι Κορεάτες όσο και οι Κινέζοι υπήκοοι, έχουν «σχιστά μάτια». Ως αποτέλεσμα το κινεζικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη εξέδωσε ταξιδιωτική προειδοποίηση προς τους πολίτες της στην Κωνσταντινούπολη.

Πηγή SigmaLive


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

16 Φεβ 2017


Γράφει ο Daniel J. Ikenson

Ποτέ οι ΗΠΑ και η κινεζική οικονομία δεν ήταν περισσότερο αλληλεξαρτώμενες  όσο σήμερα. Ποτέ η σχέση του διμερούς εμπορίου και των επενδύσεων δεν ήταν μεγαλύτερη. Και βεβαίως, ποτέ η επισφαλής κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας  δεν απαιτούσε  μεγαλύτερη προσοχή  μεταξύ  ΗΠΑ και  Κίνας  από ό, τι τώρα. Ωστόσο, με τον Donald J. Trump να στέκεται θριαμβικά, σε μια πλατφόρμα  εθνικισμού και  προστατευτισμού, ποτέ η «συναστρία» δεν ήταν τόσο απόλυτα ευθυγραμμισμένη ώστε να οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε έναν καταστροφικό εμπορικό πόλεμο.

Από την άλλη, οι διμερείς εμπορικές τριβές δεν είναι κάτι καινούργιο. Κατά τη διάρκεια των ετών που πέρασαν  οι εντάσεις είχαν περιοριστεί σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε  να αποφευχθούν τυχόν σημαντικές ρευστοποιήσεις. Για τα τελευταία όμως, οκτώ χρόνια, που  η σχέση ΗΠΑ-Κίνας ήταν υπό αυξανόμενη πίεση, η αμοιβαία φορολόγηση είχε μπει σε ένα ελεγχόμενο σύστημα διακανονισμού  και γενικότερα, υπήρχε μεγάλη αυτοσυγκράτηση από την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο. Και οι δύο κυβερνήσεις επέβαλαν  περιορισμούς στο εμπόριο, αλλά το έκαναν σε συνάρτηση  με τους ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

Η εκλογή του «ασυγκράτητου» Trump, ο οποίος βλέπει το εμπόριο ως ανταγωνιστικό παιχνίδι «μηδενικού αθροίσματος»  μεταξύ των χωρών, καθιστά την αυτοσυγκράτηση  απίθανη και στρατηγικά παράλογη. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχειρίζονται  ένα μεγάλο διμερές εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, ο Πρόεδρος Trump βλέπει το Πεκίνο ως το πιο εξαρτώμενο μέρος, σε σχέση με τις πιθανότητες που υπάρχουν για να χάσει τον  εμπορικό πόλεμο…  Αντιλαμβάνεται μάλιστα τις συνέπειες ενός εμπορικού πολέμου ως μία σχετικά ήπια κατάσταση για την χώρα του καθιστώντας το σχέδιο δράσης του μία απολύτως ρεαλιστική επιλογή. Αυτή βέβαια, η σκέψη ισοδυναμεί με μία τεράστια απόκλιση από την ορθόδοξη εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, για πάνω από 80 χρόνια.

Η επικίνδυνη, από κάθε άποψη, οικονομική πολιτική του  Trump δεν εμφανίστηκε  από το πουθενά. Η δεκτικότητα των ΗΠΑ  σε μια πιο έντονη πολιτική προστατευτισμού (Πρώτα η Αμερική) - ειδικά σε σχέση με την Κίνα - έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Και η  γενεσιουργός αιτία αυτής της αντίληψης ήταν η απώλεια θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια των ετών, ειδικά μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που η επιβίωσή τους ήταν πλήττονται περισσότερο. Σύμφωνα με την πεποίθηση του προστατευτισμού η Κίνα «κινεί το σύστημα»  για να γίνει ισχυρότερη σε βάρος της Αμερικής! Και επιπλέον, αμφισβητεί τις ΗΠΑ  για την παγκόσμια στρατηγική και οικονομική τους υπεροχή. Αν και η αύξηση της επιρροής του Trump καθιστά ένα εμπορικό πόλεμο επικίνδυνα πιθανό, η κατάσταση των διμερών οικονομικών σχέσεων είναι το αποκορύφωμα μιας μακράς υποβόσκουσας αντιπαλότητας  που μπορεί να οδηγήσει  στο χείλος της αβύσσου.

Η Μεγάλη Πορεία προς τον εμπορικό πόλεμο

Στον απόηχο της σφαγής στην πλατεία  Τιενανμέν  του 1989, η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους αποφάσισε ότι θα συνεχίσει την πολιτική των διμερών σχέσεων με την Κίνα αλλά με περιορισμούς. Εκείνη την εποχή, το διμερές εμπόριο ανήλθε σε μόλις 17,6 δισεκατομμύρια $, και οι διασυνοριακές επενδύσεις ήταν ασήμαντες. Αλλά τα δυνητικά οικονομικά οφέλη από την ευρύτερη διάδοση των δεσμών εμπορίου και των επενδύσεων ήταν προφανής. Εκτός αυτού, η οικονομική και πολιτική φιλελευθεροποίηση της Κίνας ήταν περισσότερο αποτέλεσμα των μεγάλων εμπορικών ανοιγμάτων της – κυρίως προς τις ΗΠΑ- από τις πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί για να την τιμωρήσουν ή να την απομονώσουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν άλλωστε, φανερό  ότι οι κυρώσεις θα έβλαπταν περισσότερο τον κινεζικό λαό από την κινεζική κυβέρνηση, παραδίνοντας  ταυτόχρονα, τις επιχειρηματικές ευκαιρίες  στις ευρωπαϊκές εταιρείες.

Έτσι, για τα επόμενα 20 χρόνια, η πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα βασίστηκε στην ιδέα ότι η οικονομική σχέση ήταν πολλά υποσχόμενη  και άξιζε την καλλιέργεια και την φροντίδα, ανεξάρτητα από τις σημαντικές διαφορές μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου για γεωπολιτικά και θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατά το  πρώτο εξάμηνο της περιόδου αυτής, οι Κινέζοι έκαναν τα πάντα για να  εφαρμόσουν  όλα τα είδη των μεταρρυθμίσεων στην αγορά, να αποδεσμεύσουν  οικονομία τους και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ιδιότητας του μέλους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Από τη στιγμή που η Κίνα εντάχθηκε στον ΠΟΕ, το 2001, το εμπόριο  αυξήθηκε  σε 121.3 δις. $ και άμεσες επενδύσεις ήταν 12 δις. $. Μέχρι το 2008, η αξία του διμερούς εμπορίου έφθασε στα 409 δισεκατομμύρια $ και των επενδύσεων  56 δισεκατομμύρια $.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί από μια αγροτική οικονομία σε μια βασική βιομηχανική οικονομία και  σε μια πλήρως ανεπτυγμένη βιομηχανική δύναμη μέσα σε 20 χρόνια. Η αύξηση του εμπορίου και των επενδύσεων έχει γλυτώσει εκατοντάδες εκατομμύρια  Κινέζων από τη φτώχεια και έχει δώσει την ευκαιρία να επωφεληθεί μεγάλο μέρος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Αλλά βεβαίως, η διαδικασία αυτή του διμερούς εμπορίου με τις ΗΠΑ, αναπαράγει  άφθονες τριβές με τις αμερικανικές βιομηχανίες.

Η οικονομική πολιτική των ΗΠΑ με την Κίνα, ουσιαστικά διεξάγεται ως εξισορρόπηση των δύο μεγάλων ομάδων συμφερόντων. Από τη μια πλευρά, είναι οι  εισαγωγικές ανταγωνιστικές βιομηχανίες και η οργανωμένη εργασία, που  προσπαθούν να εμποδίσουν τη διείσδυση των κινέζων εξαγωγέων στις ΗΠΑ. Αυτοί εκδήλωναν πάντα την  αντίθεσή τους  στη χορήγηση του καθεστώτος της Κίνας  «Ομαλές εμπορικές σχέσεις» (Normal Trade Relations) και είχαν αντιταχθεί στην προσπάθεια της Κίνας να ενταχθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Ζήτησαν τότε να επιβληθούν δασμοί, ποσοστώσεις  και άλλες πολιτικές, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις  ανησυχίες τους (πραγματικές και φανταστικές)  ως ανάρμοστες «κινεζικές πρακτικές», όπως οι  επιδοτήσεις, οι ενέργειες  χειραγώγησης του νομίσματος, η κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας, η αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας και εργασίας και οι περιβαλλοντικές καταχρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, ήταν οι αμερικανικές  πολυεθνικές εταιρείες και οι εξαγωγείς, που  τάχθηκαν υπέρ μιας πιο προσεκτικής  και λιγότερο ανταγωνιστικής προσέγγισης. Ενθάρρυναν την ιδέα της φιλοξενίας της Κίνας, δεδομένου ότι  έτσι θα άνοιγε ο δρόμος της προόδου στη διαδικασία ένταξης και ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια οικονομία. Αυτές οι ομάδες εργάστηκαν  ενάντια στις πολιτικές και τις δράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πρόσβαση στην πολλά υποσχόμενη κινεζική αγορά των ΗΠΑ. Η στάση τους αυτή  ενισχύθηκε από την έρευνα οικονομολόγων, ακαδημαϊκών και μελετητών, οι οποίοι  υποστήριξαν  ότι το άνοιγμα στις εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα υπηρετεί όχι μόνο τα συμφέροντα των αμερικανικών εισαγωγικών βιομηχανιών αλλά και  τα συμφέροντα  των καταναλωτών, ιδιαίτερα των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος.

Η πολιτική των ΗΠΑ προσδιορίζει γενικά τη διαφορά μεταξύ αυτών των προοπτικών: «η Κίνα θα είναι ευπρόσδεκτη στην κοινότητα των εθνών, και οι εταιρείες και τα προϊόντα της θα πρέπει να αντιμετωπίζονται στο ίδιο επίπεδο με όλα τα άλλα έθνη ». Αλλά οι βιομηχανίες των ΗΠΑ θα μπορούν να προσφύγουν στην νομική κατοχύρωση των εμπορικών σχέσεων και στις ειδικές  εγγυήσεις με την Κίνα. Επίσης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα είναι σε θέση να φέρει επίσημες καταγγελίες σχετικά με την κινεζική πολιτική στον ΠΟΕ. Ο Στρατηγικός Οικονομικός Διάλογος (Strategic Economic Dialogue) -δημιουργήθηκε κατά την διακυβέρνηση  του George W. Bush) και άλλες υψηλού επιπέδου μορφές διμερών διαύλων επικοινωνίας ιδρύθηκαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν τα ζητήματα που θα προκύψουν αναπόφευκτα, με την εξέλιξη των εμπορικών σχέσεων. Σε γενικές γραμμές, η φόρμουλα αυτή λειτούργησε αρκετά καλά για να εξασφαλιστεί ότι οι τριβές θα είχαν αποτελεσματική διαχείριση και ποτέ δεν προκαλούνταν η ανάφλεξη μιας κόλασης. Αλλά μετά από 20 χρόνια, τα πράγματα άλλαξαν ξαφνικά το 2009.

Ήταν η χρονιά που η οικονομία  των ΗΠΑ συγκλονίστηκε από την οικονομική κρίση και μια βαθιά ύφεση. Η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος  που συνοδεύτηκε από οικονομική συρρίκνωση, η αργή ανάκαμψη, η επίμονη υψηλή ανεργία, το φάντασμα της απώλειας  εκατομμυρίων  θέσεων εργασίας, καθώς και το εκτός ελέγχου δημόσιο χρέος κλόνισε την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης  στις  ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, η κινεζική οικονομία συνεχίζει σε σχεδόν διψήφιο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, ξεπερνώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως  μεγαλύτερη παραγωγός και εξαγωγέας στον κόσμο. Οδεύει δηλαδή, πολύ γρήγορα στο να γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Έτσι, η κινεζική κυβέρνηση έχει γίνει πλέον επίσημα η μεγαλύτερη ξένη κάτοχος του αμερικανικού δημόσιου χρέους, ασκώντας  ιδιαίτερη επιρροή στη χάραξη της πολιτικής των ΗΠΑ, σύμφωνα με την άποψη  πολλών σχολιαστών.

[…] Η κατάσταση αυτή ήταν επόμενο να δημιουργήσει μία βαθιά ενδοσκόπηση στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας και φυσικά και της αγοράς. Πολλοί αναρωτήθηκαν σε τι  οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάνει λάθος  και τι στην Κίνα είχε γίνει σωστά. Ορισμένοι πολιτικοί και ειδήμονες, όπως ο Tom Friedman των  New York Times , εντυπωσιάστηκαν  που οι Κινέζοι ήταν σε θέση να επιτύχουν αυτό το οικονομικό θαύμα  με την «πεφωτισμένη απολυταρχία» τους και πρότεινε στις ΗΠΑ να μιμηθούν τους ισχυρισμούς της επιτυχημένης βιομηχανικής πολιτικής της Κίνας. Άλλοι πάλι, κατέληξαν  στο συμπέρασμα ότι η πολιτική των ΗΠΑ ήταν υπερβολικά ανεκτική στην άνοδο της Κίνας, προτρέποντας  για μεγαλύτερη επιβολή κανόνων  στο διμερές τους εμπόριο.

Εν τω μεταξύ, η επιχειρηματική κοινότητα των ΗΠΑ στην Κίνα, κάνοντας  βεβιασμένες ενέργειες που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τα σχέδιά τους στην κινεζική αγορά, άρχισε να διατυπώνει  ανησυχίες και  παράπονα  για πολλαπλασιασμό του κινεζικού προστατευτισμού. Οι αμερικανικές εταιρείες έχουν εκδώσει προειδοποιήσεις ότι η απελευθέρωση της αγοράς στην Κίνα  έχει περιοριστεί  και έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Μια ετήσια έκθεση που δημοσιεύθηκε από το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο στην Κίνα, εντοπίστηκαν τάσεις ανόδου του προστατευτισμού, έλλειψη κανονιστικής διαφάνειας, ασυνεπής πρακτικές  και ευνοιοκρατία προς τις τοπικές επιχειρήσεις, όπως τα μεγάλα και αυξανόμενα προβλήματα το 2009. Σε μια άλλη ξεχωριστή έκθεση εκθέτει το «σχέδιο της βιομηχανικής πολιτικής », υποστηρίζοντας ότι η  κινεζική κυβέρνηση σχεδιάζει να δημιουργήσει «εθνικούς  πρωταθλητές»  από τον« δανεισμό »της Δυτικής Τεχνολογίας.

Η δημοσίευση των εκθέσεων αυτών και οι αντιδράσεις  έχουν εμπνεύσει μια αλλαγή του κλίματος εντός των ΗΠΑ αλλά και στην διεθνή κοινότητα. Οι  απειλές  για τα επιχειρηματικά συμφέροντα των ΗΠΑ αυξήθηκαν, ενώ οι αισιόδοξες πεποιθήσεις των ρεαλιστικών δυνατοτήτων μειώθηκαν. Κι αυτό  δημιούργησε  μια μετατόπιση στη στάθμιση των συμφερόντων που επηρεάζουν την πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα υπέρ των αμερικανικών  συμφερόντων.  

Το «σκληρό πρόσωπο» του Προέδρου Ομπάμα

Η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της κυβέρνησης Ομπάμα αντικατοπτρίζεται σε ένα νέο ύφος. Αρχικά, ο Πρόεδρος θέσπισε την επιβολή δασμών  στα κινεζικά ελαστικά, κάτω από μια ειδική διάταξη διασφάλισης του δικαίου των ΗΠΑ, πράγμα που  ο Πρόεδρος Μπους είχε εμποδίσει  σε τρεις προηγούμενες περιπτώσεις. Αυτή η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου για την Κίνα (που  θεωρήθηκε ζημιωμένη), καθώς και μια πληθώρα κινεζικών «αντιποίνων»  κατά των αμερικανικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των  κοτόπουλων και των αυτοκινήτων.

Βεβαίως, η υποχρέωση του αντισταθμιστικού νόμου για τις  ΗΠΑ (νόμος για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων σε ξένη κυβέρνηση από την επιδότηση των εξαγωγών), θεωρείται ανεφάρμοστη σε «μη εμπορικές» οικονομίες από τις προηγούμενες διοικήσεις. Όμως έτσι ξαφνικά άνοιξε η όρεξη στις βιομηχανίες των ΗΠΑ και δημιούργησε  ένα ρεκόρ στον αριθμό των αθέμιτων εμπορικών υποθέσεων κατά της Κίνας, κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα. Στο  Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου αυξήθηκε επίσης, κατά πέντε φορές - σε σχέση με την κυβέρνηση Μπους - ο αριθμός των καταγγελιών  κατά της Κίνας στον ΠΟΕ. Το αποτέλεσμα, γενικώς, ήταν να ελέγχονται πιο στενά οι υποψήφιες κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Μπλοκάροντας για παράδειγμα, μια προτεινόμενη κινεζική επένδυση αιολικών πάρκων στο Όρεγκον αλλά και την παραγγελία μια κινεζικής εταιρείας τεχνολογίας που ήθελε να εκχωρήσει δραστηριότητες σε άλλη αμερικανική εταιρεία που είχε εξαγοράσει πρόσφατα. Όλα αυτά προκάλεσαν περισσότερες ανησυχίες σε κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας επειδή μπήκαν στο στόχαστρο της κυβέρνησης Ομπάμα και του Κογκρέσου. Το Κογκρέσο μάλιστα, πήρε και έκτακτα μέτρα  φραγής των αγορών για τη χρήση των κινεζικών προϊόντων τηλεπικοινωνιών από κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Ο κύβος είχε ήδη «ριφθεί».

Εν τω μεταξύ, το Πεκίνο δεν παρέμεινε παθητικό. Καθώς η κυβέρνηση Ομπάμα επέκτεινε τις δράσεις της, η κινεζική κυβέρνηση (υπό τον Πρόεδρο Hu και στη συνέχεια με τον Πρόεδρο  Xi) θέσπισε μια πληθώρα νέων νόμων που διέπουν - μεταξύ άλλων - τις ξένες επενδύσεις όπως  την πολιτική ανταγωνισμού και την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Πολλοί από αυτούς τους νόμους, εξελήφθησαν  από τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ ως παρέμβαση εναντίον τους. Οι εκθέσεις των αμερικανικών εταιρειών διατείνονται ότι  παρενοχλούνται, ότι υπόκεινται σε επαχθείς απαιτήσεις τεκμηρίωσης, ότι μπαίνουν σε ένα πλαίσιο άρνησης  επιχειρηματικών  ευκαιριών και ότι αναγκάζονται  να παραδώσουν τα εμπορικά μυστικά και τα κλειδιά κρυπτογράφησης των σχεδιασμών τους.

Ξεκίνησαν έτσι, συνεχείς  διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για μια καλύτερη προοπτική διμερών  συνθηκών στις  επενδύσεις. Αφορούσαν στην ελευθέρωση του εμπορίου περιβαλλοντικών αγαθών και των κρατικών προμηθειών, μεταξύ μιας σειράς πρωτοβουλιών που επιδιώκει  την προοπτική  θετικής στροφής στην αποκατάσταση των σχέσεων. Όμως η απαισιοδοξία  στην αμερικανική  και στη διεθνή κοινότητα για την πολιτική κατάσταση της Κίνας και την κατεύθυνση του επιχειρηματικού κλίματος  ενισχύθηκε.

Φτάνοντας στο 2016,εξαιτίας των εκλογών,  η «αντι-εμπορική» ρητορική εκστρατεία ήταν πολύ πιο οξεία από το συνηθισμένο. Η κινέζικη εμπορική πολιτική βρέθηκε  εκτεθειμένη στην  επίθεση των δύο άκρων και σε όλο το πολιτικό φάσμα. Η δημοσίευση ενός ακαδημαϊκού άρθρου με τίτλο  «Το σοκ της Κίνας», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κόστος προσαρμογής για τους  εργαζομένους ήταν μεγάλο. Θεωρήθηκε πως  είχαν ζημιωθεί εξαιτίας του ανταγωνισμού από τις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και η επιβάρυνση ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό, τι είχε αρχικά υπολογιστεί. Έτσι ήταν πλέον διάχυτη η τάση  στην κοινή γνώμη για μια πιο μαχητική προσέγγιση της  εμπορικής πολιτικής απέναντι στην Κίνα.

Το 2016  η κυβέρνηση Ομπάμα κατέθεσε τέσσερις νέες καταγγελίες κατά της Κίνας στον ΠΟΕ, και το Υπουργείο Εμπορίου άνοιξε  24  αντισταθμιστικές υποθέσεις εναντίον των κινέζων εξαγωγέων. Αλλά, ίσως η πιο προκλητική ενέργεια από όλα ήταν μια εσκεμμένη αδρανής πρακτική εκ μέρους των ΗΠΑ: Η καθυστέρηση της υποχρέωσης να χορηγήσουν στην Κίνα μία προνομιακή θέση στην «οικονομία της αγοράς», κάτι που έπρεπε να γίνει  το αργότερο 15 χρόνια μετά την ένταξή της  στον ΠΟΕ. Η ημερομηνία αυτή πέρασε  και στις 12 Δεκεμβρίου η Κίνα κίνησε  την διαδικασία άσκησης των νομικών της απαιτήσεων έναντι  του ΠΟΕ για το ζήτημα αυτό. Για να καταλήξουμε σε άλλη  μια σημαντική πηγή διενέξεων και την ενίσχυση του ήδη επιβαρυμένου κακού κλίματος στις διμερείς σχέσεις.

Στην άκρη του βράχου

Από τις αρχές του προηγούμενου έτους, το απόθεμα των διασυνοριακών και των διμερών επενδυτικών πακέτων έφτασε στα 90 δις $ και οι εμπορικές ροές ήταν 600 δις $ ετησίως. Με την εκλογή του νέου προέδρου, όλα φαίνεται να γίνονται ακόμα πιο δραματικά. Γιατί δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι το επίπεδο αλληλεξάρτησης διαμορφώνει και τον βαθμό αποφασιστικής μόχλευσης  προκειμένου να αλλάξει η φύση της οικονομικής σχέσης με την Κίνα. Πολλοί από αυτούς που είχαν κάθετη άποψη μέχρι τώρα, στην Ουάσιγκτον, έχουν σωπάσει, αψηφώντας τις αντιλήψεις που πλέον διαμορφώνονται ως «μη πολιτικά ορθές».  Ο φόβος των πολιτικών αντιποίνων  για τη λήψη θέσεων που θα είναι αντίθετες από αυτές του προέδρου έχει καταστείλει τη δημόσια συζήτηση. Απλά κυριαρχεί στον εμπορικό κόσμο, το απλοϊκό σύνθημα «δεν είναι καλό για τις επιχειρήσεις», ως μότο στα απειλητικά  tweets του προέδρου. 

Ο Trump φαίνεται να είναι απτόητος και αδιάφορος για το ενδεχόμενο ενός εμπορικού πολέμου με την Κίνα. Ο ίδιος φαίνεται να έχει εντολή να κάνει ό, τι θέλει «για να τινάξει την μπάνκα στον αέρα», όπως δήλωσε  σε μια πρόσφατη συνέντευξη. Ο πρόεδρος ήταν πιο αιχμηρός  για μία υποτιθέμενη  κινέζικη νομισματική χειραγώγηση , που έχει εμπνεύσει την έκκλησή του για την επιβολή  45% … δασμών  στις εισαγωγές από την Κίνα. Φυσικά, η χειραγώγηση του νομίσματος είναι μια ξεπερασμένη καταγγελία. Οι Κινέζοι δεν έχουν παρέμβει στις αγορές συναλλάγματος για να καταστείλει την αξία του Γουάν, για πάνω από μια δεκαετία και, τα τελευταία χρόνια, αγωνίζονται να στηρίξουν την αξία του εξαιτίας της αχαλίνωτης φυγής κεφαλαίων.

Υπάρχουν και άλλες πηγές έντασης στη σχέση που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια κάθοδο στην άβυσσο. Διακρίσεις εις βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κίνα, η ευνοιοκρατία , η μαζική επιδότηση της βιομηχανίας, η κλοπή  πνευματικής ιδιοκτησίας, η υψηλή τεχνολογία, ο βαθύτερος  έλεγχος των κινέζικων εξαγορών στις ΗΠΑ, οι διακρίσεις εις βάρος των κινεζικών επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών  και η άρνηση των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν  την Κίνα ως «αγορά οικονομίας»  παραμένουν εξέχοντα σημεία της έριδος στις διακρατικές σχέσεις. Ο Πρόεδρος Trump και οι  σύμβουλοί  του, δείχνουν το μεγάλο διμερές εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ως απόδειξη των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και υπόσχονται να λάβουν  διορθωτικά μέτρα. Εν τω μεταξύ, η κινεζική κυβέρνηση απειλεί να μετατοπίσει τις αγορές των αεροσκαφών από την Boeing για την Airbus  και τα γεωργικά προϊόντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Αυστραλία και τον Καναδά.  Είναι πια σίγουρο ότι  οι Κινέζοι σχεδιάζουν άλλους στρατηγικούς στόχους για αντίποινα - επιχειρήσεις και βιομηχανίες που θα μπορούσαν να ασκήσουν πολιτική πίεση για το Κογκρέσο να κάνει κάτι για να χαλιναγωγήσει τον πρόεδρο.

Αλλά αυτό που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι, στο πλαίσιο μιας  εγχώριας κινεζικής πολιτικής  προοπτικής, ο Πρόεδρος Ξι θα μπορούσε να καλωσορίσει στην πραγματικότητα, έναν εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες!  Με 6,5% οικονομική ανάπτυξη (η πιο αργή σε 25 χρόνια), τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την στασιμότητα των εισοδημάτων, τη διαφθορά, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την χειραγώγηση  των μέσων ενημέρωσης και των περιορισμών στο διαδίκτυο,  ο Ξι θα μπορούσε να επωφεληθεί πολιτικά από την απόσπαση της προσοχής. Το κόμμα και ο λαός της Κίνας θα μπορούσε να συσπειρωθεί στο πλευρό του Ξι, όταν ο ίδιος κατηγορεί τις ΗΠΑ για τα εμπορικά μέτρα και  για τη στασιμότητα, ως αιτίες για τις οικονομικές δυσκολίες που θα προκύψουν. Προσεγγίζοντας την  τεράστια δεξαμενή της κινέζικης  εθνικιστικής υπερηφάνειας και της σκοπιμότητας, θα παράσχει στην Κίνα, το πρόσχημα για να αντέξει έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες - ειδικά από την στιγμή,  η κυβέρνηση συνεχίζει να αποξενώνεται από τους φίλους και τους εχθρούς στην περιοχή.

Η ειρωνεία είναι , πως η  Διεθνής Εταιρική Σχέση του Ειρηνικού (Trans-Pacific Partnership) προσφέρει περισσότερα κίνητρα για την Κίνα να τηρεί τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου από  οποιοδήποτε άλλο εργαλείο στη διάθεση της χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ. Ως βιώσιμη συμφωνία, η TPP είναι ανοιχτή σε νέα μέλη που είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα  σχετικά υψηλά πρότυπά της. Πολλές χώρες, πέρα ​​από τις αρχικές 12 που υπέγραψαν, είχαν επενδύσει πολλά στην συμμετοχή τους, αναλαμβάνοντας όλα τα είδη των εγχώριων μεταρρυθμίσεων προκειμένου  να πληρούν τις προϋποθέσεις για την ένταξη. Από το φόβο του αποκλεισμού, εν τω μεταξύ, αναζητούν μέσα κατοχύρωσης, όπως νέες επενδύσεις και αλυσίδες εφοδιασμού που αναπτύχθηκαν  γύρω από τη νέα συμφωνία. Η Κίνα είναι σίγουρο ότι ενδιαφέρεται για την συμμετοχή τους  στο TPP σε ένα λογικό διάστημα, κατά πάσα πιθανότητα, σε συνδυασμό με μια ενδεχόμενη αλλαγή ονόματος, κάτι σαν το «Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών της Ασίας-Ειρηνικού» (Free Trade Area of the Asia Pacific). Η  μόχλευση αυτή, θα έδινε την ευκαιρία στις ΗΠΑ, να επιλύσουν διάφορα θέματα και να εκτονώσουν  τις αναδυόμενες τριβές με την Κίνα.  Απορρίφθηκε όμως, με την απόφαση του Προέδρου Trump να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από το TPP κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας του στο γραφείο…

Προς το παρόν, οι ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου παραμείνουν ανέπαφοι και συνεχίζουν  να εξασφαλίζουν  ότι τα χειρότερα είδη παραβάσεων – όπως η μονομερής προσφυγή σε μέτρα προστατευτισμού - παραμένουν παρακινδυνευμένα και  αποθαρρύνονται. Όλα τα μέρη συνεχίζουν να επιδιώκουν την επίλυση των εμπορικών διαφορών μέσω του ΠΟΕ και η πολιτική όλων παραμένει υπό την προστασία ενός «νομικού προστατευτισμού με ένδικα μέσα», ελπίζοντας ότι το σύστημα  θα μειώσει την πιθανότητα ενός εμπορικού πολέμου. Αλλά με έναν πρόεδρο ο οποίος μιλά συνεχώς για τη «νίκη», λες και έχει ξεσπάσει σύρραξη,  και μια κινεζική κυβέρνηση που υπόσχεται να μην υποχωρήσει, το αναπόφευκτο φαίνεται ότι μόνο θέμα χρόνου.

Η απειλή μοιάζει σαν μια επικείμενη σύγκρουση τραίνων που την βλέπουμε, σε αργή κίνηση, να έρχεται  αλλά είμαστε ανίκανοι να την σταματήσουμε. Δεν έχουν πλέον τα γεγονότα σημασία. Δεν είναι θέμα διάθεσης για προσεκτική αντιμετώπιση του ζητήματος. Δεν μπορούμε πλέον να υποθέσουμε ότι  θα επικρατήσει η ψυχρή λογική. Τα προστατευτικά κιγκλιδώματα και τα φρένα έκτακτης ανάγκης που εμπόδισαν την ρήξη στο παρελθόν έχουν σπάσει. Πού αλλού μπορεί να εξωθήσει η έκβαση των συνθηκών τα πράγματα  από την άβυσσο;

* Ο Daniel Ikenson είναι διευθυντής του Herbert A. Stiefel,  Κέντρου Εμπορίου και Πολιτικών Μελετών του Cato Institute

Το άρθρο μεταφράστηκε για το Liberal, αφού πρώτα εξασφαλίστηκε η άδεια δημοσίευσης από το ΚΕΦΙΜ.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


12 Φεβ 2017


Η ανατροπή που επιφέρει η εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ θα αποδειχθεί κατά τα φαινόμενα μεγάλη πολύ, τόσο στον γεωπολιτικό συσχετισμό των δυνάμεων όσο, όμως, και στο γεωοικονομικό επίπεδο. Το σημαντικότερο είναι ότι η περίοδος αυτή και όλα όσα επωάζονται με την αλλαγή της στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών, τον απομονωτισμό και το σπάσιμο της άλλοτε κραταιάς Δύσης στα δύο θα ενισχύσουν νέες περιφερειακές δυνάμεις που καραδοκούν και θα πιέσουν άγρια ίσως την ευάλωτη Ευρώπη. Αυτό έχει δύο πλευρές ανάγνωσης. Η μία λέει ότι η Ευρώπη μπορεί και να διαλυθεί ως ενιαία οντότητα, εξαιτίας της πολεμικής που αρχίζει να της ασκεί η Αμερική και η άλλη ότι Ευρώπη έτσι θα αναγκαστεί να πυκνώσει και να επιταχύνει τις πολιτικές ενοποίησης, κοινώς να ωριμάσει.

Υπάρχουν δύο - τρία βασικά πράγματα στις διεθνείς εξελίξεις σήμερα τα οποία είναι λογικό να απασχολούν, να ανησυχούν και να επιτείνουν αβεβαιότητες στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Το πρώτο είναι ότι η αντίληψη περιορισμών του διεθνούς εμπορίου και η επιστροφή σε έναν οικονομικό εθνικισμό εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών θα μειώσουν τη στάθμη του παραγόμενου πλούτου και θα μεταβάλουν τις ισορροπίες στο γεωοικονομικό επίπεδο. Λογικά, με την πολιτική αυτή που –τόσο κραυγαλέα– εκφράζει ο Τραμπ, θα μειωθούν οι επενδύσεις σε διεθνές επίπεδο, δηλαδή οι δουλειές και τα εισοδήματα εκτός των αμερικανικών συνόρων. Είναι ένα ξήλωμα της ωφέλιμης πλευράς της παγκοσμιοποίησης, το οποίο επιχειρούν τώρα οι ΗΠΑ, αναδεικνύοντας σε άμεση προτεραιότητα τη σύγκρουση με την Κίνα. Οσο η παγκοσμιοποίηση δούλευε υπέρ των συμφερόντων της Αμερικής ήταν ευλογία, τώρα που η Κίνα είναι κοντά να πάρει το πάνω χέρι, η παγκοσμιοποίηση έγινε… κατάρα.

Ενα κρίσιμο πεδίο της αναμέτρησης των δύο υπερδυνάμεων θα είναι ο οικονομικός χώρος της Ευρώπης, τον οποίο η πολιτική Τραμπ θέλει αδύναμο και πολυκερματισμένο, για να εξασθενήσει η επιρροή της Γερμανίας, η οποία παρεμπιπτόντως έχει συνάψει μεγάλες εμπορικές συμφωνίες με την Κίνα. Το δεύτερο πράγμα που αλλάζει τις ισορροπίες στο γεωπολιτικό πλέον επίπεδο που συζητάμε είναι το όφελος που προκύπτει για τη Ρωσία, από μια εξασθενημένη και ενεργειακά εξαρτημένη Ευρώπη. Η Ρωσία είναι τώρα ο προνομιακός συμπαίκτης του Τραμπ και μια περιφερειακή δύναμη που ενισχύεται σοβαρά από τη νέα αμερικανική πολιτική εις βάρος της ενιαίας Ευρώπης. Τυχόν ανάδειξη της Λεπέν στην προεδρία της Γαλλίας τον Μάιο θα επιδράσει καταλυτικά στη διάλυση της σημερινής Ευρώπης και του ευρώ και γι’ αυτό ποντάρουν τόσο πολύ επάνω της ο Τραμπ και ο Πούτιν.

Ολα αυτά δημιουργούν μια τρομακτική αναστάτωση και πολλές αγωνίες για το αύριο. Το παλαιό μοντέλο πολιορκείται και καταρρέει. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρώπη πρέπει να διαμορφώσει τι θα κάνει και πώς θα ληφθούν αποφάσεις γενναίες. Αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο. Το τρίτο θέμα είναι ακριβώς αυτό, ότι δεν υπάρχει στην Ευρώπη συνοχή και ένα ισχυρό κεντρικό σύστημα που θα μπορεί να πάρει άμεσα τις απαιτούμενες ιστορικές αποφάσεις. Την ώρα που αποδομούνται διεθνώς θεσμοί, κανόνες και παραδοσιακές σχέσεις, πολιτικές, οικονομικές και αμυντικές, η Ευρώπη παραμένει ακόμη ένα δοκιμαζόμενο σκληρά και ημιτελές οικοδόμημα.

Πηγή "Καθημερινή"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Συνελήφθη σε ξενοδοχείο στην Αθήνα, από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, ένας 52χρονος Κινέζος, σε βάρος του οποίου εκκρεμούσε προσωρινό ένταλμα σύλληψης των Αρχών των ΗΠΑ, για αγορά και διακίνηση στρατιωτικού εξοπλισμού, χωρίς άδεια και κατά παράβαση της νομοθεσίας των ΗΠΑ, σε μία υπόθεση που έχει την οσμή... κατασκοπίας ή βιομηχανικής κατασκοπίας.

Συγκεκριμένα, η υπόθεση αφορά σε απόπειρα αγοράς το καλοκαίρι του 2013, για λογαριασμό ναυτιλιακής εταιρείας, κεραίας μέγιστης εμβέλειας για τη συλλογή, καταγραφή, αποκωδικοποίηση και αποστολή πληροφοριών και δορυφορικού μόντεμ με στρατιωτικές εφαρμογές.

Το τελικό στάδιο της έρευνα ανέλαβε να φέρει σε πέρας η Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ., που βρισκόταν σε στενή επικοινωνία και συνεργασία με την αμερικανική Υπηρεσία Ερευνών Εσωτερικής Ασφάλειας, HSI (Homeland Security Investigations).

Έτσι λοιπόν, οι ελληνικές Αρχές ενημερώθηκαν για την άφιξη του 52χρονου Κινέζου στο αεροδρόμιο "Ελ. Βενιζέλος" από Κίνα μέσω Ντουμπάι, τέθηκε υπό διακριτική, αλλά στενή παρακολούθηση και συνελήφθη σε ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας. Στην κατοχή του βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο και σήμερα οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ενώ έχει ζητηθεί η έκδοσή του στις ΗΠΑ.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


6 Φεβ 2017


Του Σωτήρη Ν. Καμενόπουλου

Από τη στιγμή που μία γεωγραφική περιοχή αποκτά την ιδιότητα της εν δυνάμει πλουτοπαραγωγικής περιοχής, τότε, αυτόματα η περιοχή αυτή τείνει να μετατραπεί σε εστία διεκδικήσεων και ίσως συγκρούσεων (resource wars). Αυτή είναι ίσως η κατάρα των πλουτοπαραγωγκών πηγών (resource curse). Όταν στις πλούσιες πλουτοπαραγωγικές περιοχές υφίσταται διαφθορά, πελατειακό κράτος και έλλειψη ισχυρών θεσμών, τότε αυτή η κατάρα παίρνει καταστροφικές διαστάσεις. Αυτό το παίγνιο βλέπουμε να εξελίσσεται από τη νότια Σινική θάλασσα, έως το Ιράκ, και μέχρι τη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Αυτό το ενεργειακό τόξο αποτελεί τεράστια πρόκληση για τον πλανήτη. Μία πρόκληση που αντιμετωπίζουμε ως ανθρωπότητα ίσως μία φορά στα 100 χρόνια... Τα γεωπολιτικά παίγνια που παίζονται σε αυτό το τόξο δεν είναι απολύτως ξεκομμένα και άσχετα μεταξύ τους: ίσως αλληλοσυνδέονται ή/και προσομοιάζουν μεταξύ τους..

Το διακύβευμα στη Σινική θάλασσα είναι κυρίως τρεις (3) συγκεκριμένες πλουτοπαραγωγικές πηγές, ήτοι: οι υδρογονάνθρακες (μαζί με την "ενεργειακή" ναυσιπλοοία), οι σπάνιες γαίες και η αλιεία. Το 2010 ξεκίνησε η κρίση μεταξύ της Ιαπωνίας και της Κίνας σχετική με το καθεστώς των νήσων Senkaku. Σε εκείνη την κρίση αναδείχθηκε το γεωπολιτικό βάρος των σπάνιων γαιών: η Κίνα διέκοψε εκβιαστικά την προμήθεια των σπάνιων γαιών προς την Ιαπωνία ως αντίβαρο στη διεκδίκηση κάποιων "άχρηστων" βραχονησίδων στη μέση του πουθενά (σας θυμίζει κάτι αυτό;). Στη νότια Σινική θάλασσα εξελίσσεται ένα γεωπολιτικό παίγνιο ανάλογο, αν όχι παρόμοιο, με το παίγνιο της νοτιοανατολικής Μεσογείου και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή των Ιμίων. Στη νότια Σινική θάλασσα η Κίνα διεκδικεί βραχονησίδες και υφάλους (νήσοι Senkaku, Spartly islands κλπ.) για να εκμεταλλευθεί τις ΑΟΖ τους. Σε αυτή την περίπτωση οι όμορες χώρες αντέδρασαν (με αποκορύφωμα τη νίκη των Φιλιππίνων έναντι της Κίνας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης) και συνεχίζουν να αντιδρούν με τη δημιουργία δυαδικών ή τριαδικών συμμαχικών διπλωματικών σχέσεων και αντίστοιχων στρατιωτικών ασκήσεων (και όχι μόνο: ακόμη και σε επίπεδο ακτοφυλακών...) εναντίον της Κίνας.

Στην περίπτωση της Μεσογείου το ρόλο της Κίνας θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος πως τον παίζει η Τουρκία. Η Τουρκία μέσω του δόγματος του αναθεωρητισμού (αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) προσπαθεί να μετατραπεί σε "Κίνα" της Μεσογείου. Μία από τις ομοιότητες των δύο παιγνίων είναι πως η Κίνα στη Σινική θάλασσα προσπαθεί να μετατραπεί σε ηγεμόνα της περιοχής: αυτό καταλογίζουν στην Κίνα τα διάφορα εμπλεκόμενα μέρη (stakeholders) πέριξ της Σινικής θάλασσας. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να πετύχει η Τουρκία στη νοτιοανατολική Μεσόγειο: να καταστεί ο ηγεμόνας της περιοχής. Δηλαδή, παρουσιάζεται μία αντίστοιχη συμπεριφορά με την Τουρκία η οποία προσπαθεί μέσω του δόγματος αναθεωρητισμού να αναβιώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να καταστεί ο ηγεμόνας της Ανατολικής Μεσογείου. Στο σημείο αυτό, ας υπενθυμίσουμε πως κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας τα κράτη της Ελλάδος και του Ισραήλ δεν υφίστανται... Δεδομένου του γεγονότος πως οι "επεκτατικές" βλέψεις του κ. Ερντογάν φτάνουν μέχρι την Αφρική (πρόσφατα ο κ. Ερντογάν επισκέφθηκε και πάλι διάφορες Αφρικανικές χώρες), τότε οι ηγεμονικές βλέψεις της Τουρκίας ίσως ξεπερνούν τη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Από στρατηγικής άποψης, εάν η συμπεριφορά της Κίνας στη Σινική θάλασσα θεωρείται καταδικαστέα από τα εμπλεκόμενα μέρη (stakeholders), τότε αυτομάτως θα πρέπει να θεωρηθεί καταδικαστέα και η στάση της Τουρκίας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Αντιστοίχως, εάν η στάση της Τουρκίας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο θεωρείται αποδεκτή από τα εμπλεκόμενα μέρη (stakeholders) τότε και η στάση της Κίνας στη Σινική θάλασσα θα πρέπει να θεωρηθεί αποδεκτή.

Το διακύβευμα στο παίγνιο του νεοθωμανισμού είναι οι πλουτοπαραγωγικές πηγές και πιο συγκεκριμένα η πιθανή παρουσία υδρογονανθράκων. Σήμερα, μετά από 100 χρόνια από τη μυστική "ενεργειακή" συμφωνία Sykes-Picot (η οποία αποτέλεσε την ταφόλακα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ταυτόχρονα τη δημιουργία διάφορων σημερινών ενεργειακών επιχειρηματικών κολοσσών) και τις Συνθήκες Λωζάννης και Σεβρών, διαφαίνεται πως η περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου αποκτά ενεργειακό ενδιαφέρον. Δύο κρίσιμοι παράγοντες στη σχετική γεωπολιτική συνάρτηση είναι το παγκόσμιο (αλλά και το τουρκικό) δημογραφικό, και η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών που επιτρέπουν την εκμετάλλευση κοιτασμάτων τα οποία υπήρχαν αλλά δεν μπορούσαν μέχρι πρότινος να αξιοποιηθούν λόγω της θέσης τους (ultra deep waters) λόγω της έλλειψης σχετικής τεχνολογίας.

Το ερώτημα είναι: διαθέτουμε ικανό πολιτικό στελεχικό προσωπικό το οποίο να σκέφτεται με τη Μεγάλη (ενεργειακή) Εικόνα στο μυαλό του; Να σκέφτεται με ενεργειακούς όρους και αντιλήψεις "ενεργειακής ισχύος" (energy power) και όχι με τη νοοτροπία κοινοτάρχη της δεκαετίας του 1950 προσκολλημένο στις ιδεοληψίες του; Αν όχι, τότε μπλέξαμε άσχημα…


ΥΓ. Το παρόν άρθρο είναι ίσως από τα τελευταία τα οποία υπογράφω ως "υποψήφιος" διδάκτωρ...
* Ο κ. Σωτήρης Ν. Καμενόπουλος είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Πολυτεχνείου Κρήτης, Σχολή Μηχανικών Ορυκτών Πόρων
Πηγή Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


23 Ιαν 2017


Του Αλέξανδρου Δρίβα

Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος ορκίστηκε. Αν και φαίνεται να προτιμάει πολύ πιο άμεσες ατάκες, δε θα διαφωνούσε πολύ αν του βάζαμε στο στόμα το διάσημο ρητό του συμβόλου-ηγέτη της Ινδίας, του Γκάντι. «Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν και μετά τους νικάς». Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να εγκιβωτίσουμε τα ιδανικά του Γκάντι στο νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ, όμως η προεκλογική του εκστρατεία, η οποία τον οδήγησε στο χορό με τη νέα Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ υπό τον αξέχαστο και μοναδικό ήχο του Frank Sinatra και του “My way”, μπορεί να ταιριάξει με αυτά που ανέφερε ο Γκάντι.

Πράγματι, ο Τrump αγνοήθηκε όταν ανέβαινε. Όταν ήταν σε επίπεδο «νηπιακής βιομηχανίας», όπως θα λέγαμε στην οικονομία. Οι αστείες ατάκες του, οι φρενήρεις και κατά πάντων, άκομψες επιθέσεις του, χλευάστηκαν. Ξέχασαν οι χλευάζοντες ωστόσο, δύο πράγματα. Το πρώτο, είναι ότι το πώς λέγεται κάτι με τι λέγεται, δεν ταυτίζονται πάντα. Η εκλογή του Trump, διαχώρισε μια και καλή τη ρητορική από την πολιτική. Όταν ξεκίνησαν να τον αντιμετωπίζουν πολιτικά, ήταν ήδη αργά. Αναστάτωσε ένα ολόκληρο... Ρεπουμπλικανικό κόμμα, έκανε Ρεπουμπλικανούς να συνεργάζονται με Δημοκρατικούς. Με όρους εμπορικού πεζοδρομίου, «χάλασε την πιάτσα» για τα καλά. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει ο Trump, η κυρία Clinton με τον Putin και τα παραμύθια; Κάποια παραμύθια, έχουν δράκο...

Το τέλος της πολιτικής ανάλυσης με όρους showbiz

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν από το «κουτσομπολιό». Μόνη τους δυναμική, η πρόκληση ενασχόλησης των άλλων, μαζί τους. Αυτή η τάση, όταν γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, οδηγεί σε υπερ-ερμηνείες και σε παρ-ερμηνείες. Ενώ τα lobbies που υποστήριζαν την κυρία Clinton ασχολούνταν με την «προσωπική» σχέση του Trump με τον Putin, εκείνος με αλαζονική σιγουριά, έλεγε πως «μπορώ να πυροβολήσω στη μέση του δρόμου κάποιον και να μη χάσω ούτε έναν ψηφοφόρο». Απίστευτα πράγματα.

Εξ’ όσων γνωρίζουμε, ο Χένρι Κίσσινγκερ μπορεί να είναι ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Putin και Trump. Είναι πλέον σίγουρο πως ο ένας, έδινε τροφή στον άλλον. Στον κόσμο που οι δύο τους αντάλλαξαν κολακευτικά σχόλια, η συμπάθεια διαρκεί όσο το κοινό συμφέρον. Η σύγκλιση. Κάποτε, ένας καθηγητής μου, μου είχε πει πως «στο τέλος, αγαπούμε τον εαυτό μας». Κάπως έτσι, σκέφτονται οι επιχειρήσεις, οι οργανισμοί, τα κράτη. Ποιες είναι οι επιταγές της πραγματικότητας που καθορίζουν όμως την προσώρας, σύγκλιση Trump και Putin;

Η Αιώνια Σοφία...του Ρεαλισμού

Στο τελευταίο debate πριν την ιστορική 8η Νοεμβρίου 2016, ο Τrump, με κυνικό χιούμορ απάντησε στις κατηγορίες της κυρίας Clinton για συνεργασία του νυν (πλέον) POTUS με τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες για επηρεασμό του εκλογικού αποτελέσματος, πως «Τόσο διάτρητο που είναι το σύστημα που διοικεί η κυβέρνηση Obama, πώς να μην λάβουν δράση οι Ρώσοι;». Τα πράγματα όμως είναι πολύ διαφορετικά, αναφορικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική, η οποία μπορεί να έχει σταθερούς πυλώνες, όμως έχει και «υδραυλικό τιμόνι» και αλλάζει «ταχύτητες» ανάλογα με τη ροή των διεθνών εξελίξεων.

Στη διεθνή βιβλιογραφία, ο δομικός ρεαλισμός του οποίου πνευματικός πατριάρχης είναι ο Kenneth Waltz, το διεθνές σύστημα είναι εκείνο που παρέχει τις ορίζουσες χάραξης της εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, όσο «ηγετόμορφο» και να είναι ένα πολιτικό σύστημα (π.χ. ρωσικό) οι λήπτες μιας απόφασης περιορίζονται στην ελευθερία κίνησής τους, από τη δυναμική του αθροίσματος των διεθνών εξελίξεων. Οι ΗΠΑ, είναι η συντηρητική δύναμη του διεθνούς status quo. Στη βιβλιογραφία, ο όρος «συντηρητική δύναμη», πόρρω απέχει από την ιδεολογική χρήση του όρου. Οι ΗΠΑ, κατέχουν την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος και επιθυμούν να τη διατηρήσουν.

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών, μπορεί να χαρακτηριστεί τα τελευταία 20 χρόνια, ως παθητική. Οι πόλεμοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν, δε συνιστούν απαραίτητα στοιχειοθέτηση της λεγόμενης «εξωτερικής πολιτικής πρωτοβουλιών». Πολλές φορές, η επιθετικότητα ή η παρεμβατικότητα, έχουν αμυντικά χαρακτηριστικά. Η Μέση Ανατολή, έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια και το ποσοστό επιρροής των ΗΠΑ σε μια περιοχή που αποτελεί και την περιφερειακή αυλή της Ελλάδας, έχει μειωθεί. Γιατί όμως;

Το Pivot στην Ασία που ο... Bill Clinton δεν είχε δει

Άλλοτε, η Τριγωνική Διπλωματία του Richard Nixon που σε πολλά μπορεί να συγκριθεί με τον Trump (τηρουμένων των αναλογιών πάντα) ήταν εκείνη που ουσιαστικά, έδωσε τη νίκη στις ΗΠΑ έναντι στην ΕΣΣΔ. Τότε, η Κίνα αναβαθμίστηκε και έγινε ο άσπονδος σύμμαχος των ΗΠΑ. Διεκδίκησε τη θέση της ηγέτιδας δύναμης των χωρών του Τρίτου Κόσμου, προσφέροντας έτσι το Πεκίνο στις ΗΠΑ, «καλές υπηρεσίες», καθώς αποφεύχθησαν οι «μπολεβικοποιήσεις» αρκετών λαών. Το κακό για τις ΗΠΑ, είναι πως η Κίνα, σήμερα, συνεχίζει να μην ανατιμά το νόμισμά της και να υιοθετεί εμπορικές πρακτικές που «δικαιολογούνται» από το Πεκίνο, με τον ίδιο τρόπο. Η εποχή Bill Clinton, μολονότι ανθηρή για τις ΗΠΑ οικονομικά, (είχαν το πλεονέκτημα της ανάληψης μιας ηγεμονίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ) ξοδεύτηκε στις διεθνείς υποθέσεις στην κατοχύρωση αμερικανικών θέσεων στην Ευρώπη. Σε μια Ευρώπη που κατά τραγική ειρωνεία, χάθηκε για τις ΗΠΑ από το Μάαστριχτ και μετά, αφού η Γερμανία, εκμεταλλεύτηκε υπέρ το δέον την αμερικανική πλειοδοσία ενδιαφέροντος στην Ευρώπη.

Σε κάθε διαπραγμάτευση στο G7, G20 ή στον Π.Ο.Ε, η Κίνα λέει: «Είμαστε αναπτυσσόμενη δύναμη». Οι ρήτρες που ισχύουν για τέτοιες χώρες, άρουν τη ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους. Τα αποτελέσματα για τις ΗΠΑ, τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο διατήρησης των διεθνών συσχετισμών ισχύος υπέρ της, δεν ήταν καλά. Στα έτη της κυβέρνησης Οbama, η Κίνα, με βάση το ΑΕΠ έγινε η πρώτη οικονομία στον πλανήτη ενώ και φέτος, προβλέπεται να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης που αγγίζουν το 6,5%, παρά τα πολλά διαρθρωτικά προβλήματα που έχει. Η Ασία λοιπόν, είναι η Ήπειρος που πλέον κλέβει τα φώτα από την Ευρώπη. Από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και μετά, η Ασία παρουσιάζει πληθυσμιακή και οικονομική έκρηξη που και οι δύο αυτές εκρήξεις, αποτελούν τη μαγιά του Καπιταλισμού, του δυτικού Καπιταλισμού. Τραγική ειρωνεία, στην Ασία, εφαρμόζεται πολύ πιο αποτελεσματικά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο «Δράκος», η Κίνα δηλαδή, αποτελεί για τις ΗΠΑ τον επόμενο αντίπαλο που θα διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια ιεραρχία ισχύος. Ο Βοναπάρτης κάποτε το έλεγε «Αν ξυπνήσει ο γίγαντας (για Κίνα) ο κόσμος θα είναι πολύ διαφορετικός».

Ένα καλό DEAL για τη Ρωσία...

Ενώ το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ αυξανόταν και περιοχές σαν το Detroit μετατρέπονταν σε μνημεία παλιών καλών καιρών που το model of self made man και το American Dream λάμβαναν χώρα, σε πληθωρισμό βρισκόταν μια ρωσοφοβία άνευ προηγουμένου. Η Ρωσία, είναι πολύ μεγάλη χώρα και πολύ ισχυρή για να πέφτει σε αξιωματικά συνθήματα σαν αυτό του Brzezinski «Με την Ουκρανία, η Ρωσία είναι υπερδύναμη, χωρίς αυτήν, είναι τίποτε». Με άλλα λόγια, θα ήταν επικίνδυνο ακόμη και για τη συλλογική ειρήνη και ασφάλεια ένας εγκλωβισμός της Ρωσίας με όρους zero sum game. Την ώρα που ο πληθωρισμός ρωσοφοβίας αυξανόταν ραγδαία και το blame game έδινε και έπαιρνε, η Ρωσία βρήκε το αντάλλαγμα που θα προσέφερε στις ΗΠΑ, προκειμένου οι ΗΠΑ, να δεχτεί πως Εγγύς Ανατολή, Μέση Ανατολή και Ανατολική Ευρώπη, δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τη ρωσική παρουσία. Η Ρωσία, «ανοίχθηκε» στο Ιράν, υπέγραψε στρατηγικού χαρακτήρα συμφωνίες με την Κίνα και ήρθε στη θέση που ήθελε, διατηρώντας τον πρώτο λόγο σε Ουκρανία και Συρία και ενεργειακά, κρατά «όμηρο» την Ε.Ε. Ήρθε στη θέση του διακυβεύματος, που σε μια διαπραγμάτευση που λαμβάνει χώρα είτε στον μικρόκοσμο (μικρές, καθημερινές συμφωνίες) είτε στον μακρο-κοσμο των διεθνών σχέσεων, είναι η καλύτερη δυνατή.

Για να «τιμωρηθεί» ο Δράκος, συμμαχούν ο Κόνδορας και η Αρκούδα

Ήδη ο Χένρι Κίσσινγκερ έδωσε τον παλμό. Οι ΗΠΑ πρέπει να επανακτήσουν τον έλεγχο της Ευρώπης, (δική μας, ελεύθερη απόδοση της διπλωματικής γλώσσας που χρησιμοποίησε) και να συνάψει δεσμούς με Ρωσία και Κίνα. Μια αρχαία συμβουλή που πάντα κρατά διαχρονική αξία είναι το «ο εχθρός του εχθρού μου, είναι φίλος μου». Οι εμμονές, είναι δύσκολο να υποχωρήσουν. Υποχωρούν μόνο όταν υπάρχει κίνητρο στη στρατηγική. Αυτό, που ορίζουμε ως συμφέρον.

Η Ρωσία, δε θέλει να δει την Κεντρική Ασία και την Βορειο-ανατολική Ρωσία να γίνονται κινεζικά προπύργια. Στα σινο-ρωσικά σύνορα, οι πάμπτωχες και ακριτικές ρωσικές περιοχές, ελέγχονται οικονομικά από την Κίνα και η αραιοκατοικημένη τους πυκνότητα, τρομάζει τη Ρωσία η οποία λόγω της γεωγραφικής της θέσης, δεν μπορεί να έχει τέτοια μέτωπα. Και Κίνα και ΗΠΑ ως αντίπαλες δυνάμεις, θα ήταν ένας ρωσικός εφιάλτης. Οι ΗΠΑ από την άλλη, γνωρίζουν ότι ως υπερπόντιοι εξισορροπητές, δεν μπορούν να είναι το ίδιο αποτελεσματικές και σε Βαλτικές χώρες και σε Βόρειο Παγωμένο και σε Μέση Ανατολή και σε Κεντρική Ασία και σε μια διαλυμένη Ευρώπη. Ξέρουν επίσης, πως το ΝΑΤΟ διοικείται πολύ δύσκολα και το βλέπουν με ένα γειτονικό μας case study, την Τουρκία. Η «ομηρία» της Τουρκίας από τη Ρωσία, δε δείχνει τίποτε παραπάνω από 1. Την ανελαστική για τον σύγχρονο κόσμο δομή του ΝΑΤΟ 2. Το ρωσικό κάλεσμα προς τις ΗΠΑ για επαναδιαπραγμάτευση των συσχετισμών ισχύος στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ρωσία, βρίσκεται και στις 5 χώρες-κλειδιά της περιοχής. (Αίγυπτος, Συρία, Τουρκία, Ιράν και Σαουδική Αραβία).

Οι ΗΠΑ γνωρίζουν πως το follow the money είναι ανάμεσα στην περιοχή του Ινδικού και στην Κίτρινη Θάλασσα. Αυτή η τεράστια έκταση, (και σε αριθμούς πληθυσμού, πόρων, οικονομικής αξίας) θα κρίνει το αμερικανικό μέλλον. Οι ΗΠΑ στο δίλημμα «διατήρηση υπερέκτασης-συστολή και στρατηγική παρουσία», θα επιλέξουν το δεύτερο. Είναι η μόνη περίπτωση για να συνεχίσουν να είναι η συντηρητική δύναμη των διεθνών εξελίξεων και να δημιουργήσουν μια νέα στρατηγική, εξίσου καινοτόμα με αυτήν που κάποτε εφάρμοσε ο George Kennan για να ανασχέσει τη σοβιετική επιρροή.

Η Ρωσία, θα είναι για τις ΗΠΑ ένας «κατ’ ανάγκην» εταίρος, ο οποίος αντιλαμβάνεται πως η Κίνα οφείλει να ανασχεθεί. Οι αμερικανο-ρωσικές σχέσεις, θα βελτιωθούν αρκετά, δε θα ευθυγραμμιστούν όμως. Δε γίνεται δυνάμεις τέτοιου βεληνεκούς να ευθυγραμμιστούν καθώς βασική αρχή μιας διαπραγματευτικής ευθυγράμμισης, είναι πως οι διακυβευτές, δε γίνεται να θέλουν ακριβώς τα ίδια. Δυνάμεις σαν τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, επιθυμούν ηγεμονία, επομένως ο ανταγωνισμός είναι δεδομένος. Τα όρια αυτού και οι προτεραιότητες μόνο, περνούν σε διακυμάνσεις.

Για κάποιους, αυτό είναι αδιανόητο όμως η ιστορία έχει αποδείξει πως το μόνο αδιανόητο, είναι να μην υπάρχει συμφέρον. Φόβος, δόξα και συμφέρον, συνεχίζουν να επηρεάζουν καθετί ανθρώπινο. Αλλαγή στην ανθρώπινη φύση, δεν μπορεί να υπάρξει εκτός αν η βιολογία το θελήσει. Μέχρι τότε, οι σκοποί παραμένουν πάντα ίδιοι και αλλάζουν μόνο τα μέσα. Ο Τrump, θα ακολουθήσει αυτά τα παραδείγματα καθώς η φάση της αμερικανικής ανασυγκρότησης, εντός και εκτός συνόρων, είναι αναπόφευκτη. Οι ΗΠΑ δεν παρακμάζουν, ούτε ζουν το τέλος της ηγεμονίας τους. Απλά ανασυγκροτούνται για τον πρώτο μεγάλο διεθνή ανταγωνισμό που λαμβάνει χώρα, ενόσω συνιστούν υπερδύναμη. Ο κόσμος και η θέση των ΗΠΑ σε αυτόν τον πολυπολικό κόσμο, δεν είχε λάβει χώρα ούτε στους δύο παγκόσμιους πολέμους, ούτε στον Ψυχρό Πόλεμο.

Αντί Επιλόγου:

Πίσω από τις αναλύσεις περί προσωπικών σχέσεων, υπάρχουν πάντα συμφέροντα που τις διαμορφώνουν.

Ο Richard Nixon, το 1970 είπε για το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ (κάτι που πρέπει να μάθουμε καλά και στην Ελλάδα): «Πρέπει τα συμφέροντά μας να διαμορφώνουν τις δεσμεύσεις μας και όχι το αντίστροφο».

* Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ.
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


11 Ιαν 2017


Έχουμε ήδη αρχίσει να βαδίζουμε στο 2017, μια χρονιά που αναμένεται να είναι αποκαλυπτική ως προς τις προθέσεις των ισχυρών, ανατρεπτική ως προς τις πεποιθήσεις και τις ανάγκες των λαών και εξοντωτική όσον αφορά τους αδύναμους. Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει πως η οικονομία και η ισλαμική τρομοκρατία θα απασχολήσουν ενδεχομένως σε σημαντικό βαθμό την εσωτερική ασφάλεια δυτικών χωρών. Το πλέον βέβαιο όλων είναι πως οι ταχύτητες των διεθνών εξελίξεων θα είναι σημαντικές ιδιαίτερα στην Ευρώπη, στην οποία αναμένεται να δοθεί μια παρατεταμένη «μάχη» εκλογών, με τον ευρωσκεπτικισμό να ενδυναμώνεται σε καθημερινή βάση, με την Γερμανία να διεκδικεί την απόλυτη ηγεμονία της γηραιάς ηπείρου και την Μεγάλη Βρετανία να ανοίγει το παράθυρο στην επαναφορά της Ευρώπης μακριά από την θανατηφόρα αγκαλιά - κυριαρχία της Μέρκελ και του Σόιμπλε.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τερζής

Σε κάθε περίπτωση τα όσα συμβαίνουν θα λειτουργήσουν καθοριστικά στην ανάδειξη των ισχυρών χωρών του πλανήτη για τα επόμενα 100 χρόνια. Με δεδομένους παίκτες την Κίνα, την αναδυόμενη Ρωσία και τις απρόθυμες (αλλά και με πολλά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα) ΗΠΑ, μία ακόμη θέση στο τραπέζι των ισχυρών φαίνεται να διεκδικεί και η Γερμανία. Στην τελική «τοποθέτηση» των ισχυρών, η γεωπολιτική, η γεωστρατηγική, η γεωοικονομία αλλά και η ενέργεια αποτελούν τα σταθερά «κλειδιά ισχύος», των οποίων η διαμόρφωση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Έτσι, το τρέχον έτος αναμένεται να είναι από κρίσιμο έως και λίαν αποκαλυπτικό για τις πραγματικές δυνατότητες των μνηστήρων του «παιγνίου», οι οποίοι ήδη χρησιμοποιούν θεμιτές και αθέμιτες μεθόδους για να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συμμαχίες, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να δημιουργήσουν ρηγματώσεις στις συμμαχίες των αντιπάλων τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες σε θέση αναμονής

Οι ΗΠΑ μετά από την πανωλεθρία του παρελθόντος συστήματος διακυβέρνησης, και έπειτα από μία καταγεγραμμένη απροθυμία γενικότερης άμεσης εμπλοκής στα διαδραματιζόμενα ανά τον πλανήτη, έχοντας μια σωρεία οικονομικών προβλημάτων (τα οποία όμως μπορεί να διαχειριστεί μεσοπρόθεσμα αφού διαθέτει τα κατάλληλα "εργαλεία), αλλά και μια σειρά στρατηγικών αποτυχιών στην ικανοποίηση στόχων για την χάραξη του νέου παγκόσμιου γεωπολιτικού χάρτη με κέντρο την Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ φαίνεται να ικανοποιούνται από την εναπομείνουσα ισχύ τους και, φυσικά, το «αλώβητο» αμερικανικό γόητρο.

Η Ουάσιγκτον, αφού επέλεξε να επηρεάζει την Ευρώπη μέσω της Γερμανίας και την Μέση Ανατολή μέσω ενός πολιτικού Ισλάμ που θα εισήγαγε η Τουρκία του Ερντογάν, είδε να καταρρέουν τα σχέδιά της και κατανοώντας πως το μεγάλο πρόβλημα για την ύπαρξη των ΗΠΑ είναι η Κίνα και η οικονομική απειλή του Πεκίνου, φαίνεται πλέον διατεθειμένη να αλλάξει άρδην τους σχεδιασμούς, ευελπιστώντας σε μια άτυπη συμμαχία και συνεργασία με τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ, αλλά και με την Ρωσία του Πούτιν και την Ευρώπη να λειτουργεί ως κοινός χώρος «καλής θέλησης» (και, φυσικά, οικονομικού κέρδους) των δύο πλευρών με ή χωρίς την Γερμανία να πρωταγωνιστεί στη νέα κατάσταση που διαφαίνεται πως είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο βασικός - ουσιαστικός αντίπαλος για την Ουάσιγκτον είναι η οικονομική ισχύς του Πεκίνου, και συγκεκριμένα το αμερικανικό χρέος που διακρατεί η Κίνα και το οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να λειτουργήσει αποδομητικά για τις ΗΠΑ, ενώ αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν δημόσια δηλώσει πως σε βάθος πλέον των 10 χρόνων, η Κίνα ενδέχεται να διαθέτει την θέση της παγκόσμιας υπερδύναμης και σε στρατιωτικό επίπεδο αποκαθηλώνοντας τις ΗΠΑ από την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.
Ουσιαστικά, η μέχρι στιγμής καταγραφόμενη καλή θέληση του νέου αμερικανού προέδρου προς την Ρωσία του Πούτιν, αποσκοπεί στην δημιουργία ρηγμάτων μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου και στην δημιουργία μιας άτυπης συνεργασίας –συμμαχίας των μεγάλων αντιπάλων του προηγούμενου αιώνα απέναντι στο φαινόμενο, την Κίνα, που βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη και απειλεί την παγκόσμια τάξη όπως τη γνωρίζουμε ως σήμερα.

Η Ρωσία ανέρχεται δυναμικά

Η Ρωσία του Πούτιν, τόσο στην Κριμαία όσο και στην Μέση Ανατολή απέδειξε πως ξέρει να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, αλλά επί της ουσίας στοχεύει σε μια –ει δυνατόν- αναίμακτη συνεργασία και με οικονομικά οφέλη παρουσία της τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Μέση Ανατολή. Η Ρωσία του Πούτιν επανακάμπτει ταχύτατα και με αποφασιστικότητα, έχει στρατηγικό σχέδιο και, κυρίως, κατανοεί πως το «μοίρασμα» του πλανήτη δεν γίνεται με κανόνες «ρωσικής ρουλέτας»… που ενδέχεται να οδηγήσουν σε ακραίες μη ελεγχόμενες καταστάσεις. Η "γνώση του αντιπάλου", η εμπειρία και οι δίαυλοι επικοινωνίας που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η κατανόηση της καταστροφικής ισχύος που διαθέτει, αλλά κυρίως, η αποφασιστικότητα πλήρους επαναφοράς με κανόνες business as usual (γλώσσα που κατανοούν οι ΗΠΑ), είναι σημεία πάνω στα οποία μπορεί να υπάρξει μια ασφαλής μελλοντική επικοινωνία και συνεργασία των δύο χωρών.

Η αποφασιστική, δυναμική και αποτελεσματική παρέμβαση της Μόσχας τόσο στην Κριμαία (απέναντι στην Γερμανική αλαζονεία) όσο και στην Συρία και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, απέδειξε πως η Ρωσία είναι σε θέση να μην αποδέχεται τετελεσμένα εις βάρος των συμφερόντων της και να παρεμβαίνει ουσιαστικά -με ευέλικτη πολιτική- και αλλάζοντας εις βάρος της παγκόσμιους σχεδιασμούς στην επιχειρούμενη ευρύτερη γεωπολιτική αναδιάταξη. Όμως, το μήνυμα του Πούτιν στην σταθερά υποχωρητική Ουάσιγκτον ήταν απολύτως διακριτό, αφού της αναγνωρίζει παγκόσμιο ρόλο και επιλέγει την συνεργασία από μία σύγκρουση που θα κατέστρεφε και τις δύο πλευρές. Το ίδιο μήνυμα έχει κατορθώσει να περάσει η Μόσχα και στο Πεκίνο, κερδίζοντας χρόνο απέναντι στον κινεζικό δράκο, και προτάσσοντας καλή θέληση με ποικίλα βοηθήματα προς την Κίνα (έως και στρατιωτική τεχνολογία), παίρνοντας τον ρόλο του μπαλαντέρ έως ότου ξεκαθαρίσει το τοπίο στις δυνάμεις ισχύος του σήμερα αλλά και της επόμενης ημέρας, ό,ποια κι αν είναι αυτή.

Κίνα, ο πεινασμένος δράκος

Η Κίνα είναι η πιο "ψύχραιμη" δύναμη, εν σχέσει με τις ΗΠΑ και Ρωσία, με πραγματικά μακροπρόθεσμο σχεδιασμό τον οποίο είναι σε θέση να υλοποιήσει κυρίως λόγω του καθεστώτος που απέχει μακράν από τις αντιλήψεις της Δύσης. Στόχος του Πεκίνου είναι η κυριαρχία στο άμεσο γεωπολιτικό περιβάλλον, αν και γνωρίζει ότι η επίδειξη ισχύος οδηγεί σε αντισυσπειρώσεις τις οποίες όμως τις θεωρεί διαχειρίσιμες. Είναι υπέρ της το πλεονέκτημα του αμυνόμενου που έχει υπολογιστεί περί το ένα προς τρία.

Ταυτόχρονα, διά της οικονομικής της ισχύος σε όρους συναλλαγματικών αποθεμάτων, η Κίνα έχει αγοράσει αμερικανικό χρέος, το οποίο αν χρησιμοποιηθεί μπορεί να οδηγήσει σε αμοιβαία καταστροφή, άρα ένα έστω λίγο επιπόλαια δόγμα MAD, όχι όμως με τη χρήση πυρηνικών.
Όσα προβλήματα οικονομικά και να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό, είναι σε πολύ καλύτερη θέση να τα αντιμετωπίσει με παρεμβάσεις λόγω της φύσεως του καθεστώτος και της κινεζικής φιλοσοφίας που δεν έχει καμία σχέση με τη δυτική.

Η μεγάλη πρόκληση της Κίνας είναι να αλλάξει το μοντέλο που την οδήγησε σε οικονομική ανάπτυξη. Ένα μοντέλο που βασίστηκε σε φθηνότατη εργασία και χαμηλής ποιότητας προϊόντα που κυριάρχησαν στις δυτικές αγορές. Όσο όμως αναπτύσσεται αναγκάζεται να αυξάνει αποδοχές στους εργαζόμενους (προκειμένου να δημιουργήσει ένα εσωτερικό οικονομικό στήριγμα), οπότε καλείται να αντισταθμίσει την απώλεια ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της διεθνώς (λόγω αύξησης του κόστους παραγωγής), με βελτιωμένη τεχνολογία, συν αύξηση της εσωτερικής ζήτησης λόγω των χρημάτων που έχουν οι Κινέζοι για να καταναλώσουν. Παράλληλα, το Πεκίνο καλείται να διαχειριστεί τις φούσκες που δημιουργούνται σε μια οικονομία ως αποτέλεσμα του φθηνού χρήματος και της πιστωτικής επέκτασης, αλλά και τις πληθωριστικές πιέσεις.

Σε τελική ανάλυση, με αναγωγή στο γεωστρατηγικό επίπεδο, η Κίνα είναι η μοναδική χώρα που αναπτύσσει ισόρροπα την οικονομική και τη στρατιωτική της ισχύ και μάλιστα με τη σωστή σειρά. Η Ρωσία από την πλευρά της στηρίζεται στις πρώτες ύλες (των οποίων οι τιμές ανεβοκατεβαίνουν, ενίοτε και βοηθούμενες από τους ανταγωνιστές) με μια οικονομία που πολύ δύσκολα μπορεί να πλησιάσει τον χαρακτηρισμό της "μεταποιητικής".

Γερμανία, με όνειρα μεγάλης δύναμης, αλλά...

Στο τραπέζι της παγκόσμιας ισχύος προσπαθεί να τοποθετηθεί και η Γερμανία. Κι ενώ το Βερολίνο έχει κατορθώσει να επιβληθεί μέσω της οικονομίας (του ευρώ) και να εκμεταλλευθεί την ανεπάρκεια άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών (π.χ. Γαλλία), δημιουργώντας όμως ένα πλήθος οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων στην γηραιά ήπειρο που απειλούν το μεγάλο σχέδιο της γερμανικής επιβολής, η γερμανική αλαζονεία και κυρίως η ανεπάρκεια χειρισμού της ισχύος που διαθέτει, σε συνδυασμό με την σε σημαντικότατο βαθμό ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία και την έλλειψη ενός ισχυρού στρατού, καθιστούν το "γερμανικό μοντέλο ισχύος" ανεπαρκές.

Βέβαια, η Γερμανία κατέβαλε (και συνεχίζει να καταβάλει) σημαντικές προσπάθειες τόσο προς την κατεύθυνση δημιουργίας ενός ισχυρού ευρωστρατού, όσο και απόκτησης - υφαρπαγής ενεργειακών πόρων από την κεντρική και ανατολική Μεσόγειο και συγκεκριμένα καταλήστευσής τους από την Κύπρο και την Ελλάδα μέσω μνημονίων. Λειτουργώντας στο ίδιο μοτίβο και προκειμένου το Βερολίνο να αναπτύξει την επιρροή του στην Μέση Ανατολή και στις οδούς διέλευσης της ενέργειας, έχουν επαναθερμανθεί οι ιστορικές σχέσεις με την Τουρκία και εκφράζονται στον μέγιστο βαθμό με την μεγαθυμία των Γερμανών απέναντι στον ημιπαράφρονα και συνεχώς απομακρυνόμενο από τα δημοκρατικά πλαίσια Ταγίπ Ερντογάν, στον οποίο εμμέσως πλην σαφώς παρέχει ένα άτυπο καθεστώς ατιμωρησίας έως και "διευκολύνσεις" σε θέματα που είτε άπτονται με την Ελλάδα και την Κύπρο είτε είναι άμεσα σχετιζόμενα με τις τουρκικές απειλές και εκβιασμούς προς την Ευρώπη μέσω των (λαθρο)μεταναστών, ενώ η ανάπτυξη των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών και υπηρεσιών πληροφοριών τόσο στην Τουρκία όσο και στην Μέση Ανατολή (Συρία, Ιράκ κ.α.) δημιουργούν "στίγματα" γερμανικής συνεργασίας και βοήθειας προς την φιλο-ισλαμική τουρκική εξωτερική πολιτική και τους τζιχαντιστές.

Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική ωμότητα, όπως αυτή εκφράζεται οικονομικά εντός της Ευρώπης (μεταμοντέρνος πόλεμος) και ιδιαίτερα προς τις ευρωπαϊκές χώρες της Μεσογείου, σε συνδυασμό με τους απαράδεκτους γεωπολιτικούς χειρισμούς του Βερολίνου από την Ουκρανία έως και τα Βαλκάνια, προϊδεάζουν για μια επερχόμενη αντίδραση (ήδη ξεκίνησε μέσω του ευρωσκεπτικισμού) και σημαντικές πολιτικές αλλαγές εις βάρος της γερμανικής προστεταντικής προσέγγισης σε όρους που ξεκινούν από την έννοια της "συμμαχίας" και καταλήγουν στην ίδια τη Δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών και των κρατών της "Ενωμένης" Ευρώπης. Μια αντιστροφή του υπάρχοντος κλίματος θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια την Γερμανία σε οικονομικό όλεθρο, αφού η οικονομία της στηρίζεται σε σημαντικότατο βαθμό στις εξαγωγές προς τις ευρωπαϊκές χώρες.

Έτσι, παρά τις ό,ποιες προσπάθειες του Βερολίνου, εξαιτίας κυρίως της γερμανικής αντίληψης στην διαχείριση της οικονομικής, πολιτικής και γεωπολιτικής ισχύος, σε συνδυασμό με την απόλυτη ενεργειακή και στρατιωτική ανεπάρκεια, καθιστούν τη Γερμανία ως τη χώρα που θέλει, αλλά δεν μπορεί επ' ουδενί να σταθεί στο τραπέζι των ισχυρών του πλανήτη.

Η μεγάλη ευκαιρία της Ελλάδας

Με τα υπάρχοντα γεωπολιτικά, γεωοικονομικά και γεωστρατηγικά δεδομένα των ισχυρών (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα) και της Γερμανίας που επιθυμεί να μεταβληθεί σε ηγεμόνα της Ευρώπης (ακόμη και επί ερειπίων), η Ελλάδα βιώνει μια πρωτοφανή κατάσταση που δεν έχει καμία σχεδόν σχέση με την οικονομία, αλλά είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις γεωπολιτικές επιθυμίες, της ενεργειακές ανάγκες και τις ιστορικές βλέψεις της Γερμανίας έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών (και όχι μόνο) χωρών.

Μέχρι και σήμερα, οι πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας επέλεγαν να ανταλλάσσουν την στρατηγική θέση της χώρας με την εξουσία. Πολιτικά σχήματα και προσωπικότητες εξαρτώμενες (έως και εκβιαζόμενες) από εξωτερικά συμφέροντα, δεν παρήγαγαν σχεδόν ποτέ εθνική πολιτική, πόσω δε μάλλον ουσιαστικό πολιτικό έργο... Σήμερα, δίνεται μια τεραστίων διαστάσεων ευκαιρία στην Ελλάδα (αλλά και στην Κύπρο) να αντιταχθεί στην καταστροφική πολιτική των μνημονίων που ασκεί αφόρητη έως και καταστροφική πίεση (βλ. Βερολίνο), μέσα από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και τις ανάγκες των ισχυρών, όπως αυτές προκύπτουν μέσα στα πλαίσια της παγκόσμιας ανακατανομής σφαιρών πολιτικής ισχύος.

Εάν οι κυβερνώντες την Ελλάδα αντιληφθούν πως η Γερμανία της Μέρκελ και του Σόιμπλε επιθυμεί την παραδειγματική τιμωρία των Ελλήνων (έως αφανισμού) προς οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα τολμήσει να αμφισβητήσει το γερμανικό "uber alles", εάν αντιληφθούν πως ο γερμανικός γίγαντας μέσω των απειλών του επιχειρεί να κρύψει την αδυναμία του (ενέργεια και έλεγχος των ενεργειακών ροών) και κατατεθεί ένα ολοκληρωμένο εθνικό στρατηγικό σχέδιο που θα περιλαμβάνει την αξιοποίηση των ελληνικών ενεργειακών πόρων (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, υδρίτες κ.α.) σε συνεργασία με εταιρείες χωρών στις οποίες η Γερμανία σήμερα επιβάλει τις δικές της επιθυμίες (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Μ. Βρετανία κ.α.), τότε θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη η πλήρης αναστροφή της σημερινής τραγικής κατάστασης στην Ελλάδα.

Εάν, μάλιστα, μέσα από αυτή την πρόταση κατατεθεί ταυτόχρονα ένα γεωπολιτικό μοντέλο (επικαιροποιημένη πρόταση του οράματος του Ρήγα Φεραίου) που θα αναδεικνύει και θα ενισχύει την φύση, τα πλεονεκτήματα και τις οικονομίες των βαλκανικών χωρών, καταγράφοντας έναν χώρο μεταφοράς των ευρωπαϊκών βιομηχανιών από την Κίνα στα Βαλκάνια (μακριά από εθνικισμούς και με ευρωπαϊκούς μισθούς) και επί της ουσίας έναν χώρο - ζώνη ανάπτυξης και ασφάλειας μεταξύ της κεντρικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής, τότε θα υπάρξει πλήρης ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης (στην Ελλάδα αλλά και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων) σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή των εξελίξεων, μακριά από τους κινδύνους που σήμερα βρίσκεται και τις απειλές που δέχεται από "φίλους", "εταίρους" και "συμμάχους".

Η καταρρέουσα Τουρκία του Ερντογάν

Η Τουρκία, είναι μια δημιουργήθηκε από την Δύση για να εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε στρατηγικός στόχος προς χειραγώγηση και μετέπειτα στρατηγικός εταίρος του ΝΑΤΟ απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Είναι η χώρα που έχει εκμεταλλευθεί στον απόλυτο βαθμό την γεωστρατηγική της θέση και συμμετείχε σε όλα τα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά παίγνια των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή (από Βαλκάνια έως και Μέση Ανατολή). Επίσης, μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως ιστορικός εταίρος της Γερμανίας, υπό την άτυπη προστασία της οποίας βρίσκεται έως και σήμερα.

Η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν συμμετείχε σε ένα τολμηρό αμερικανικό σχέδιο δημιουργίας και προώθησης ενός ιδιαίτερου μοντέλου, του πολιτικού Ισλάμ και της αμερικανικής διείσδυσης στον ευρύτερο χώρο της Μέσης και Εγγύς Ανατολής. Με την βοήθεια του Γκιουλέν και του δικτύου του, αλλά και του κεμαλικού - στρατιωτικού τουρκικού κατεστημένου, ο Ταγίπ Ερντογάν με ταχύτατους ρυθμούς εξελίχθηκε στο πρόσωπο που έφερε όλα τα "προσόντα" για να δημιουργήσει μια πανίσχυρη Τουρκία. Συμμετείχε και στον τομέα της υποστήριξης των τζιχαντιστών του Ιλαμικού Κράτους και, κυριολεκτικά, έφτασε πολύ κοντά στο να καρπωθεί από τις εκ βάθρων ανακατατάξεις στην Μέση Ανατολή.

Μια σειρά από κορυφαία γεγονότα. όμως πρώτα η Μόσχα του Βλαντιμίρ Πούτιν με την αποφασιστική και στον απόλυτο βαθμό επιτυχημένη παρέμβαση στη Συρία, η κατάρριψη του ρωσικού SU-24 κι έπειτα ένα αποτυχημένο (και πολυσυζητημένο έως και σήμερα) στρατιωτικό πραξικόπημα, φαίνεται πως άλλαξαν ραγδαία τα σχέδια των ΗΠΑ (που είχαν ήδη αποσυρθεί και λειτουργούσαν μέσω προθύμων εκπροσώπων) και έβαλαν την Τουρκία και τον ίδιο τον Ερντογάν σε σοβαρές περιπέτειες, που μετέτρεψαν την "πανίσχυρη" Τουρκία σε έναν ετοιμόρροπο χώρο, που απειλούν την γεωγραφική ακεραιότητά της, ενώ την έχουν καταστήσει -εξαιτίας των επιλογών του Ερντογάν- σε μη ασφαλή χώρα (που όμως υπό την γερμανική ανοχή τολμά να απειλεί την Ευρώπη), την ίδια στιγμή που η τουρκική οικονομία ξεκίνησε μία πορεία προς τον όλεθρο (πρώτα εξαιτίας της Ρωσίας κι έπειτα εξαιτίας της κατακόρυφης αύξησης της τρομοκρατίας).

Κι ενώ η Τουρκία ετοιμαζόταν να μετατραπεί (με όλα τα συνακόλουθα οφελήματα) στον πανίσχυρο παίκτη μεταξύ Βαλκανίων και Μέση Ανατολής, η αλλαγή των αμερικανικών σχεδίων και ο προσανατολισμός των ΗΠΑ προς τους Κούρδους (τόσο του Ιράκ όσο και της Συρίας), εξανάγκασαν τον "σκληρό" Ερντογάν να στραφεί προς την Μόσχα του Πούτιν, αναζητώντας την προστασία και την εύνοια ενός ισχυρού. Αυτή η στροφή προς τη Μόσχα (και μια σειρά από λεκτικές επιθέσεις κατά των ΗΠΑ), κατέστησαν την Τουρκία ως αφερέγγυο σύμμαχο χώρα, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την ίδια την Τουρκία και, κυρίως, για την ακεραιότητά της στο προσεχές μέλλον.

Παρ' όλα αυτά τα προβλήματα, μέχρι και σήμερα η Τουρκία -με την σιωπηλή βοήθεια της Γερμανίας- προσπαθεί να παίζει σε πολλά μέτωπα, να συμμετέχει σε αποφάσεις το μέλλον των οποίων η ίδια δεν είναι σε θέση να ορίσει και υπό την ανοχή ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών να ασκεί πιέσεις (στον γνωστό ρόλο του μαντρόσκυλου) και να απειλεί την Κύπρο και την Ελλάδα, δηλαδή τις δύο χώρες που με κοινή πολιτική μπορούν να καταστρέψουν τα όνειρα του Βερολίνου!!!

Η σημερινή Τουρκία βρίσκεται σε δεινή θέση, αφού ο Ερντογάν γνωρίζει πως οι ΗΠΑ θα προωθήσουν τη δημιουργία ενός Κουρδιστάν (ακόμη και σε συνεργασία με τη Ρωσία), ενώ ταυτόχρονα έχει να επιλέξει μεταξύ της συμπάθειας του Ρωσίας και της "επιστροφής του ασώτου" στις διαθέσεις των ΗΠΑ. Με σοβαρούς κινδύνους στο εσωτερικό της Τουρκίας, ο Ερντογάν είναι αντιμέτωπος με τους Κούρδους, τους φανατικούς ισλαμιστές που εγκατέλειψε με την στροφή του προς τη Μόσχα, το σύστημα Γκιουλέν και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα που ο ίδιος επιχείρησε να αντικαταστήσει προς όφελός του, αλλά και την καταρρέουσα τουρκική οικονομία, ενώ τέλος, η τουρκική εμπλοκή στη Συρία πνίγεται στο αίμα στις μάχες με τους τζιχαντιστές και αναμένεται συντριβή όταν ο Συριακός στρατός θα απαιτήσει την άμεση απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων και των παραστρατιωτικών ομάδων που υποστηρίζει η Άγκυρα. Με αποφάσεις του ίδιου του τούρκου προέδρου ο κρατικός μηχανισμός στην Τουρκία υπολειτουργεί εξαιτίας των διώξεων που συνεχίζονται έως και σήμερα κατά οιουδήποτε εναντιώνεται στον "σουλτάνο Ερντογάν". Ποιά διέξοδο έχει ο τούρκος πρόεδρος; Το ερώτημα αυτό θα πρέπει να απασχολήσει άμεσα και στον μέγιστο βαθμό την ελληνική πολιτική σκηνή και ιδιαίτερα την κυβέρνηση, αφού Κύπρος και Αιγαίο δείχνουν να βρίσκονται στο "κέντρο ενδιαφέροντος" για την Τουρκία, η οποία εναγωνίως αναζητά μια "νίκη", ακόμη και σε επίπεδο μιας βραχονησίδας...

Εγκαταλείποντας την μικροπολιτική προσέγγιση των όσων συμβαίνουν στο εσωτερικό της χώρας και κοιτώντας το σύνολο του "δάσους", των συμφερόντων και των δυνάμεων που κινούνται στον διεθνή γεωπολιτικό χάρτη, θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως μια στοχευμένη παρέμβαση - πρόταση της Ελλάδας, μπορεί να οδηγήσει σε επαναδιατάξεις που θα ικανοποιούν όλους τους ισχυρούς, θα καλύπτουν και θα εγγυώνται τα ελληνικά συμφέροντα, την ανεξαρτησία και την αυτοκυριαρχία της χώρας, η οποία με τις κατάλληλες πολιτικές αναπροσαρμογές (π.χ. πλήρη συνεργασία με την ελληνική ομογένεια) μπορεί να επιβεβαιώσει το ρηθέν "οι ισχυροί έχουν τα δικά τους σχέδια, αλλά αυτά λειτουργούν για εμάς"... Τα μόνα που χρειάζονται, πέραν της ολοκληρωμένης σοβαρής ελληνικής πρότασης, είναι τόλμη, διάθεση για προσφορά, εντιμότητα και σοβαρότητα. Αυτά τα στοχεία, δηλαδή, που λείπουν από το σύνολο σχεδόν των επαγγελματιών - βολεμένων πολιτικών (κατ' άλλους "πωλητικών") που πουλάνε τα πάντα για να εξασφαλίσουν την άνοδο ή την παράταση της παρουσίας τους στην εξουσία...

ΥΓ: Τόσο για το αποτυχημένο πραξικόπημα, όσο και για την εν ψυχρώ δολοφονία του ρώσου πρέσβη, ίσως θα έπρεπε να αναζητηθεί ως "ιθύνων νους" κάποια χώρα που θέλει να τραβήξει την Τουρκία μακριά από την "ρωσική αρκούδα" και να την τοποθετήσει στον όμιλο των χωρών που επιθυμεί να επηρεάζει ή και να ελέγχει η ίδια. Και αυτή η χώρα δεν είναι σίγουρα οι ΗΠΑ ή η Κίνα (φυσικά ούτε και η Ρωσία)...

ΥΓ2: Κάποιοι, πιθανότατα, θα χαρακτηρίσουν τα παραπάνω γραφόμενα ως "αντιγερμανικό μένος". Ίσως θα πρέπει να επανεξετάσουν τόσο τις εκάστοτε δημόσιες δηλώσεις Σόιμπλε (και την συμπεριφορά της γερμανικής κυβερνητικής πολιτικής προς την Ελλάδα), αλλά και τις δηλώσεις (που αυξάνονται συνεχώς) πολλών ευρωπαίων αξιωματούχων που καταδικάζουν το "σκεπτικό" της Γερμανίας προς την Ελλάδα (και όχι μόνο). Σε κάθε περίπτωση ο Σόιμπλε εργάζεται για τα συμφέροντα και την υλοποίηση των σχεδιασμών της Γερμανίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να σημαίνει πως η Ελλάδα πρέπει να σιωπά στην επιθετική - εξοντωτική πολιτική του γερμανού υπουργού ή πως πρέπει οι Έλληνες να αποδεχθούν την εξόντωσή τους ως "λογικό επόμενο" μιας ισχυρής Γερμανίας. Αυτό που γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τόσο η κυρία Μέρκελ όσο και ο κ. Σόιμπλε, αλλά για ακατανόητους λόγους δείχνουν να αγνούν οι ελληνικές κυβερνήσεις είναι πως στην παγκόσμια πολιτική δεν υπάρχουν φίλοι και σύμμαχοι, παρά μόνο συμφέροντα, ισχυροί και ανίσχυροι, θύτες και θύματα. Όποιος νομίζει πως η γερμανική πολιτική αντιμετωπίζει φιλικά την Ελλάδα και τους Έλληνες, προφανώς δεν έχει κατανοήσει τα διεθνώς ισχύοντα και, προφανέστατα δεν έχει αντιληφθεί την αξία της Ελλάδας και την γερμανική ανάγκη να υφαρπάξει τόσο τον φυσικό όσο και τον ανθρώπινο πλούτο αυτής της μικρής αλλά τόσο σημαντικής χώρας.

ΥΓ3: Σε κάθε περίπτωση στην Ελλάδα (και κυρίως από τους έλληνες πολίτες) οι πολιτικές ελίτ θα πρέπει να κατανοήσουν τα πραγματικά αίτια της (επιβληθείσας) κρίσης προκειμένου να καταστεί δυνατό να χαραχθεί μια ενιαία εθνική στρατηγική - αποφασιστική πολιτική που θα λειτουργήσει επιθετικά προς την διέξοδο της Ελλάδας από αυτή την κρίση, η οποία της έχει αφαιρέσει την εθνική κυριαρχία, διαλύει όλες τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές δομές της και την έχει καταστήσει γερμανικό προτεκτοράτο, σε ένα failed state, με μηδενικές πιθανότητες επαναφοράς και λειτουργίας της ως ανεξάρτητης και αυτοκυρίαρχης χώρας, η οποία απομυζάται και αποσυντίθεται προς όφελος μιας παντοδύναμης Γερμανίας. Οι πολιτικές υποτέλειας και αποδοχής της ασφάλειας των αλυσίδων, οι πρακτικές μεθοδικής εξόντωσης μιας ολόκληρης χώρας και ενός λαού, η καταπάτηση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων των Ελλήνων, η καταστρατήγηση του Ελληνικού Συντάγματος και οι εν γένει μνημονιακές "λογικές" πρέπει να καταγγελθούν επαρκώς, η πολιτική ανωμαλία την οποία διάγει η Ελλάδα ενώ οι εκφραστές - υποστηρικτές της θα πρέπει να οδηγηθούν πάραυτα ενώπιον των ποινικών ευθυνών τους τόσο ως προς το Σύνταγμα και τους νόμους της χώρας, όσο και ως προς το Ευρωπαϊκό και Διεθνές Δίκαιο. Οι λογικές της "συνέχειας του κράτους" (δηλαδή η αναγκαστική υλοποίηση δεσμεύσεων κυβερνήσεων που καταπάτησαν κάθε έννοια του Ελληνικού Συντάγματος), θα πρέπει να παυθούν άμεσα και να χαρακτηριστούν αναλόγως. Η Ελλάδα είναι μια χώρα μικρή (πληθυσμιακά) και αυτός είναι ο κύριος λόγος που μπορεί να ανταπεξέλθει σε πιθανές ακραίες πιέσεις που θα της ασκηθούν, οι οποίες όμως θα "ρίξουν τις μάσκες" όλων εκείνων που ισχυρίζονται πως επιθυμούν "το καλό των Ελλήνων".
Η μη εκμετάλλευση των υπαρχουσών διεθνών γεωπολιτικών συνθηκών και εν εξελίξει ανακατατάξεων θα αποτελέσει έγκλημα των πολιτικών - κυβερνητικών ιθυνόντων εις βάρος της ίδιας της Ελλάδας, η οποία μπορεί να καταθέσει τη δική της πρόταση, διευκολύνοντας στο "ξεκαθάρισμα" των ισχυρών και αναδεικνύοντας την χρησιμότητα ενός αυτοκυρίαρχου και ανεξάρτητου ελληνικού χώρου, σπουδαιότατης γεωπολιτικής, γεωστρατηγικής και ενεργειακής αξίας. Επιτέλους, ας πάψουμε να πουλάμε σαν χώρα μόνο τον ήλιο και τις παραλίες μας και ας εκμεταλλευθούμε τον ζωτικό χώρο στον οποίο βρισκόμαστε...


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου