Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

27 Μαρ 2017


Του Σταύρου Λυγερού

Η σκηνή στον Λευκό Οίκο, με τις κάμερες των παγκόσμιων ΜΜΕ να την μεταδίδουν live, κραύγαζε. Η Μέρκελ ζητάει από τον Τραμπ να ανταλλάξουν χειραψία και ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αντιδρά. Ο εκπρόσωπός του είπε αργότερα πως δεν άκουσε, αλλά όλοι ερμήνευσαν το περιστατικό ως εσκεμμένη ενέργεια. Αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ενώπιον των πάντων ο Τραμπ είπε με τη γλώσσα του σώματός του όσα δεν ήθελε να πει με το στόμα του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος όχι μόνο απέφυγε τις συνηθισμένες αβρότητες, αλλά και ούτε καν έριξε ένα βλέμμα στη φιλοξενούμενή του.

Δεν πρόκειται ούτε για αμηχανία λόγω απειρίας, ούτε για απλή αγένεια. Από τα πρώτα βήματά του ως υποψήφιος και στη συνέχεια ως εκλεγμένος πρόεδρος, ο Τραμπ έχει δείξει πως δεν ακολουθεί την πεπατημένη και στο επικοινωνιακό και στο διπλωματικό επίπεδο. Η πεπατημένη είναι οι ηγέτες δημοσίως να κρύβουν τις όποιες διαφωνίες και συγκρούσεις τους πίσω από δημόσιες αβρότητες και γενικόλογες ρητορείες.

Με τις συχνές αντισυμβατικές δηλώσεις του και τα αιχμηρά τουίτ του, ο Τραμπ κινείται στον αντίποδα. Μπορεί το στυλ του να ξενίζει και σε κάποιους να προκαλεί σοκ, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μία ιδιότυπη δημόσια διπλωματία. Προφανώς, ταιριάζει στον χαρακτήρα του αθυρόστομου μεγαλοεπιχειρηματία, αλλά αποδείχθηκε στην πράξη ιδιαιτέρως αποτελεσματική.

Θεωρήθηκε από τους ψηφοφόρους σαν καθαρός λόγος και όχι σαν πολιτικάντικη ρητορεία. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάκτηση της προεδρίας, παρότι είχε μαχητικά απέναντί του τον κορμό των αρχουσών ελίτ, του βαθέως αμερικανικού κράτους και της διεθνούς των απανταχού φιλελευθέρων. Είναι ενδεικτικό ότι ούτε το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δεν τον στήριξε.

Είναι εμφανές ότι ο Τραμπ συμπεριφέρθηκε έτσι στη Μέρκελ, επειδή ήθελε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα. Δεν είχε στόχο απλώς να υπογραμμίσει τις διαφωνίες τους. Είχε στόχο να δείξει ότι η Ουάσιγκτον αλλάζει σελίδα, ότι οι ισορροπίες στις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας θα ανατραπούν. Το είχε, άλλωστε, προαναγγείλει από την προεκλογική περίοδο.

Είναι ενδεικτικό πως μερικές εβδομάδες νωρίτερα, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποδεχθεί τη Βρετανίδα πρωθυπουργό, είχε φροντίσει να την πιάσει και χεράκι-χεράκι να εισέλθουν στον Λευκό Οίκο. Το μήνυμα τότε ήταν πως η παραδοσιακή ειδική σχέση Ουάσιγκτον-Λονδίνου όχι μόνο είναι ζωντανή, αλλά και πως στις συνθήκες του Brexit θα προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Ο Τραμπ δεν έκρυψε ούτε την αρνητική γνώμη του για το ευρώ, ούτε την ικανοποίησή του για την αποχώρηση της Βρετανίας. Ο καθηγητής Μάλοξ, τον οποίο προορίζει για πρέσβη στην ΕΕ, έφθασε στο σημείο να τρολάρει τους Ευρωπαίους με τις δηλώσεις του για σορτάρισμα του ευρώ. Προφανώς, όχι χωρίς να έχει λάβει υπόψη του τον αέρα που φυσάει στον Λευκό Οίκο.

Θα ήταν επιπόλαιο να θεωρήσει κανείς πως ο Αμερικανός πρόεδρος είναι απλώς αντιευρωπαίος. Δεν θα είχε πρόβλημα εάν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα διαλυόταν, αλλά δεν πρόκειται να ξεκινήσει ο ίδιος εκστρατεία για τη διάλυσή του. Στην πραγματικότητα, με τον πραγματισμό και την ωμότητα του επιχειρηματία ανοίγει μέτωπα για να οδηγήσει τα πράγματα σε νέες πιο συμφέρουσες για τις ΗΠΑ ισορροπίες. Το λέει, άλλωστε ξεκάθαρα σε κάθε ευκαιρία.

Στο οικονομικό επίπεδο δήλωσε ότι δεν είναι απομονωτιστής, αλλά υπέρ του δίκαιου διεθνούς εμπορίου. Είπε, μάλιστα, στη Μέρκελ ότι οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας αποδείχθηκαν πιο ικανοί από τους Αμερικανούς. Ο υπουργός του επί των Οικονομικών Μινούτσιν αποσαφήνισε ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί εμπορικούς πολέμους, αλλά την αλλαγή των εμπορικών σχέσεων, ώστε να καταστούν δικαιότερες για τους Αμερικανούς εργαζόμενους.

Η καγκελάριος, βεβαίως, επιχείρησε να οχυρωθεί πίσω από το πρόσχημα ότι τις ευρωαμερικανικές εμπορικές συμφωνίες δεν τις διαπραγματεύεται το Βερολίνο, αλλά η ΕΕ. Ο Τραμπ, όμως, δεν συνομιλεί με βάση προσχήματα. Θεωρεί την ΕΕ γερμανικό μαγαζί και πως με το ευρώ η Γερμανία εκμεταλλεύεται τους εταίρους της. Θεωρεί ότι το Βερολίνο επιδιώκει την οικονομική αδυναμία του ευρωπαϊκού Νότου με σκοπό το ευρώ να είναι σχετικά υποτιμημένο και κατ’ αυτό τον τρόπο να διευκολύνονται οι γερμανικές εξαγωγές και η συσσώρευση εμπορικών πλεονασμάτων. Με άλλα λόγια, κατηγορεί τους Γερμανούς για αθέμιτο ανταγωνισμό.

Προφανώς, εάν δεν υπήρχε το ευρώ θα είχε ενεργοποιηθεί ο νομισματικός μηχανισμός εξισορρόπησης. Λόγω μεγάλης ζήτησης, το μάρκο θα είχε αναπόφευκτα υπερτιμηθεί. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τα γερμανικά προϊόντα να γίνουν ακριβότερα και κατ’ αυτό τον τρόπο να ανοίξει χώρος για τους ανταγωνιστές εντός και εκτός ΕΕ.

Στο ίδιο πνεύμα είναι και η προσέγγιση του νέου Αμερικανού προέδρου για το ΝΑΤΟ. Μπορεί να πιστεύει ότι η Συμμαχία δεν έχει προσαρμοσθεί στις νέες προκλήσεις για τη διεθνή ασφάλεια, αλλά δεν έχει πρόθεση να την διαλύσει. Το μήνυμα που στέλνει είναι ότι δεν είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να πληρώνει για την άμυνα της Ευρώπης. Με άλλα λόγια ζητάει από τους Ευρωπαίους να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, αυξάνοντας άμεσα τις αμυντικές δαπάνες τους.

Οι ευρωπαϊκές άρχουσες ελίτ πίστευαν πως δεν θα εκλεγεί και όσο αυτός πλησίαζε προς τον Λευκό Οίκο τόσο οι εναντίον του επιθέσεις προσλάμβαναν διαστάσεις υστερίας. Ο ίδιος, άλλωστε, φρόντιζε να ανταποδίδει τα χτυπήματα με την ίδια οξύτητα. Το γεγονός ότι σ’ αυτό το μπαράζ επιθέσεων εναντίον του Τραμπ πρωτοστατούσαν Αμερικανοί αποχαλίνωσε τους Ευρωπαίους. Στην πραγματικότητα διεξήχθη ένας ιδεολογικός-πολιτικός πόλεμος. Η σύγκρουση δεν ήταν μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Διαχώρισε τη Δύση οριζοντίως. Κατά τη διάρκεια της παραβιάσθηκαν όρια και κανόνες. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.

Συνειδητοποιώντας ότι ο Τραμπ είναι απειλή όχι μόνο για την παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, αλλά και για τη γερμανική οικονομία, οι γερμανικές άρχουσες ελίτ ευθέως ή εμμέσως πρωτοστάτησαν σ’ αυτή τη σύγκρουση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το γερμανικό Σπίγκελ κυκλοφόρησε με εξώφυλλο που δείχνει τον Τραμπ να αποκεφαλίζει το Άγαλμα της Ελευθερίας! Πριν ακόμα αναλάβει τα προεδρικά καθήκοντά του, άρχισαν δημοσίως συζητήσεις και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ για την καθαίρεσή του! Ο Ζόφε, εκδότης-διευθυντής της σοβαρής σοσιαλδημοκρατικής εφημερίδας Ντι Τσάιτ, έφθασε στο σημείο (σε εκπομπή στο κανάλι ARD) να μιλήσει για «φόνο στον Λευκό Οίκο»! Οι επιθέσεις, όμως, δεν προήλθαν μόνο από δημοσιογράφους. Ο ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών Σουλτς χαρακτήρισε το νέο Αμερικανό πρόεδρο «κίνδυνο για τη δημοκρατία».

Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τον Τραμπ και στο πλαίσιο της επίσκεψής του στη Γερμανία λίγο πριν εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο, ο Ομπάμα έδωσε συμβολικά στη Μέρκελ το “δαχτυλίδι” του ηγέτη της Δύσης. Πολλά ΜΜΕ, αλλά ακόμα και πολιτικοί έκαναν σχετικές δηλώσεις.

Όταν ο νέος πρόεδρος εγκαταστάθηκε για τα καλά στο Οβάλ Γραφείο οι φαντασιώσεις άρχισαν να διαλύονται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει να υποχωρεί η υστερία και να αραιώνουν οι επιθέσεις, παρότι αποδείχθηκε πως ο Τραμπ εννοεί όσα έλεγε προεκλογικά. Μπορεί οι φιλελεύθερες άρχουσες ελίτ στη Δύση και όχι μόνο να αντιμετώπισαν τον Τραμπ σαν επικίνδυνη πολιτική ανορθογραφία, αλλά σύντομα υποχρεώθηκαν να προσαρμοσθούν στην πραγματικότητα.

Στο Βερολίνο νοιώθουν μεγάλη αμηχανία και ανησυχία. Η Μέρκελ πήγε στον Λευκό Οίκο με σαφώς συμβιβαστική διάθεση. Πρόσφερε, μάλιστα, τη δέσμευση ότι η Γερμανία θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της από 1,2% του ΑΕΠ της στο 2% μέχρι το 2024. Ήλπιζε πως αυτή η δέσμευσή της θα την βοηθούσε να βρει έναν κοινό παρονομαστή με τον Αμερικανό πρόεδρο ή τουλάχιστον να γεφυρώσει δημοσίως το χάσμα που έχει ανοίξει από την προεκλογική περίοδο. Είναι ενδεικτικές οι δηλώσεις της στην κοινή συνέντευξη Τύπου ότι προσπάθησαν να βρουν δίκαιες συμβιβαστικές λύσεις. Τόνισε, μάλιστα, «είναι πάντα καλύτερο να μιλάμε ο ένας με τον άλλον παρά ο ένας για τον άλλον».

Η Γερμανία είναι πολύ μεγάλη για την Ευρώπη, αλλά μικρή για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα. Ο μόνος τρόπος να το επιτύχει είναι μέσα από το σχήμα “γερμανική Ευρώπη”. Όσο οι ΗΠΑ ανέχονταν τον οικονομικό (και όχι μόνο) εθνικισμό του Βερολίνου δεν προέκυπτε σοβαρό πρόβλημα. Η μετατροπή της Γερμανίας σε “αφεντικό” της ΕΕ δεν αντέφασκε με το μεταπολεμικό δόγμα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής ότι δεν πρέπει να έρθει σε αντιπαράθεση με τους Αμερικανούς.

Η εκλογή του Τραμπ άλλαξε τα πράγματα. Οι γερμανικές άρχουσες ελίτ νοιώθουν σήμερα πιο οικονομικά ισχυρές και πολιτικά χειραφετημένες, αλλά ταυτοχρόνως και απειλούμενες. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουν πώς να χειρισθούν το νέο ένοικο του Λευκού Οίκου. Η Μέρκελ προσπάθησε να ρίξει γέφυρες και να ρυμουλκήσει το νέο Αμερικανό πρόεδρο σε μία διαδικασία εποικοδομητικών διαπραγματεύσεων. Αυτό, άλλωστε, θα το πουλούσε επικοινωνιακά εν όψει των εκλογών του Σεπτεμβρίου.
Πρώτον, ως επιβεβαίωση του ηγετικού ρόλου της όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στο διεθνές φιλελεύθερο στρατόπεδο.
Δεύτερον ως επιβεβαίωση της ικανότητάς της να χειρίζεται αποτελεσματικά “λαϊκιστές ηγέτες”, όπως ο Μπερλουσκόνι, ο Ερντογάν, αλλά και ο Πούτιν.

Ο Τραμπ, όμως, δεν ψάχνει συμβιβασμό με το Βερολίνο. Επιδιώκει να επανεγκαταστήσει την αδιαμφισβήτητη αμερικανική ηγεμονία. Και φέρεται αποφασισμένος να το επιτύχει, αφενός ανακτώντας οικονομική ισχύ με την επαναφορά των βιομηχανιών στο αμερικανικό έδαφος, αφετέρου με άσκηση διπλωματίας εθνικής ισχύος που να στηρίζεται σε ακόμα πιο ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Η εξαγγελία νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων από τον Αμερικανό πρόεδρο εντάσσεται σ’ αυτό το πλαίσιο, αλλά παραλλήλως του εξασφαλίζει και την πολύτιμη συμμαχία του περιβόητου στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.

Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, ότι ο Τραμπ χρησιμοποίησε την επίσκεψη της Μέρκελ όχι για να βρει ένα modus vivendi μαζί της, αλλά για να διακηρύξει εμμέσως πλην σαφώς ότι παρά τις αντιδράσεις είναι αποφασισμένος να προωθήσει τη στρατηγική του. Δεν περιορίσθηκε, λοιπόν, στο να υπογραμμίσει τη θέση του ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να πληρώσουν για την άμυνά τους. Ούτε ικανοποιήθηκε από τη δέσμευση της καγκελαρίου για αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών. Για να μην αφήσει καμία αμφιβολία ότι εννοεί αυτά που λέει, κατέφυγε και στον δικό του τρόπο δημόσιας διπλωματίας.

Αφού έγραψε τουίτ ότι η συνάντηση με τη Μέρκελ ήταν «εξαιρετική», πρόσθεσε σε άλλο ότι η Γερμανία «πρέπει να πληρώσει τεράστια χρηματικά ποσά στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ για την πολύ ισχυρή και πολύ δαπανηρή άμυνα που της παρέχεται». Η απάντηση της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας ότι «δεν υπάρχει λογαριασμός χρέους στο ΝΑΤΟ» επιβεβαίωσε ότι οι δύο πλευρές συνεχίζουν να μιλάνε διαφορετικές γλώσσες. Αυτό, άλλωστε, φάνηκε και στα άλλα ζητήματα που μπήκαν στο τραπέζι.

Το μόνο που ο Τραμπ βρήκε να πει ότι έχει κοινό με τη Μέρκελ ήταν η δηλητηριώδης ατάκα πως και οι δύο είχαν πέσει θύματα υποκλοπών από την κυβέρνηση Ομπάμα. Πολλοί εστιάζουν στο γεγονός πως ο Αμερικανός πρόεδρος και η Γερμανίδα καγκελάριος είναι πολύ διαφορετικές προσωπικότητες. Αυτό ισχύει, αλλά η γεφύρωση του χάσματος καθίσταται δύσκολη, επειδή εκπροσωπούν δύο ισχυρά ρεύματα στους κόλπους του δυτικού κόσμου. Η μέχρι πρότινος κυρίαρχη φιλελεύθερη συναίνεση αμφισβητείται από τις κοινωνίες και αυτή η αμφισβήτηση στις ΗΠΑ βρήκε έκφραση από τον Τραμπ. Το σύνθημά του «πρώτα η Αμερική» μπορεί να έχει εθνική χροιά, αλλά έχει και οικουμενικές συνέπειες. Κι αυτό, επειδή είναι ο τρόπος του για να ανασχέσει, αν όχι να ακυρώσει, την παγκοσμιοποίηση και τις συνέπειές της.

Για την Ελλάδα, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ του Τραμπ με τη “γερμανική Ευρώπη” θέτει κρίσιμα διλήμματα εθνικού προσανατολισμού. Προς το παρόν το εγχώριο πολιτικό σύστημα αποφεύγει να τα αντιμετωπίσει, αναλισκόμενο στις γνωστές ρητορείες χωρίς αντίκρισμα. Το επόμενο διάστημα εκ των πραγμάτων θα κληθεί να κάνει επιλογές.

Πηγη εφημ. “Πρώτο Θέμα”


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

26 Μαρ 2017


Μήνυμα στον Ντ. Τραμπ ότι αν η Ευρωπαϊκή Ενωση διαλυθεί, θα υπάρξει νέος πόλεμος στα Δυτικά Βαλκάνια, έστειλε ο επικεφαλής της Κομισιόν. Ζητά να σταματήσει η ρητορική υπέρ του Brexit

Του Lionel Barber
Financial Times

O Ζαν Κλοντ Γιούνκερ έστειλε μια σκληρή προειδοποίηση στον Ντόναλντ Τραμπ να μην ενθαρρύνει χώρες να αντιγράψουν το Brexit, υποστηρίζοντας ότι η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν πόλεμο στα δυτικά Βαλκάνια.

Σε συνέντευξη στους Financial Times, ο Γιούνκερ είπε ότι ο ενθουσιασμός του Αμερικανού προέδρου για την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ είναι «έκπληξη» και «ενοχλητικός». Δείχνει ότι ο βαθύπλουτος πρόεδρος δεν γνωρίζει την περίπλοκη ιστορία της Ευρώπης.

Ο 62χρονος Ευρωπαίος πολιτικός έστειλε την προειδοποίηση στον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Mike Pence, όταν τον επισκέφθηκε στις Βρυξέλλες τον προηγούμενο μήνα.

«Είπα στον αντιπρόεδρο, "μη λέτε και μην καλείτε άλλους να φύγουν, γιατί αν η Ευρωπαϊκή Ενωση καταρρεύσει, θα έχετε ένα νέο πόλεμο στα Δυτικά Βαλκάνια"», δήλωσε.

Το 1991, στα τέλη του Ψυχρού Πολέμου, η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας οδήγησε σε ένα βίαιο εθνικιστικό πόλεμο μεταξύ Σέρβων, Κροατών και Βόσνιων μουσουλμάνων, που τελείωσε μόνο μετά τη στρατιωτική παρέμβαση του ΝΑΤΟ.

Ο Γιούνκερ δήλωσε ότι είναι σημαντικό να προσφέρουμε στις χώρες της περιοχής την προοπτική ένταξης στην ΕΕ: «Αν αφήσουμε μόνες -Βοσνία Ερζεγοβίνη, Σερβία, ΠΓΔΜ, Αλβανία- όλες αυτές τις χώρες, θα έχουμε ξανά πόλεμο».

Κατά το δίωρο γεύμα στην ιδιωτική του τραπεζαρία στις Βρυξέλλες για τον εορτασμό της 60ής επετείου της Συνθήκης της Ρώμης, ο κ. Γιούνκερ μίλησε για τις πιέσεις στις διατλαντικές σχέσεις και το αρνητικό αντίκτυπο του Brexit. Το περιέγραψε ως «τραγωδία» με συνέπειες.

Ανέφερε ότι το συνολικό κόστος του Brexit για τη Βρετανία θα είναι μέχρι και 60 δισ. ευρώ, σύμφωνα με υπολογισμούς αξιωματούχων στις Βρυξέλλες, και πως αναμένει περίπλοκες και σκληρές διαπραγματεύσεις. «Κάθε μέρα ανακαλύπτουμε νέα προβλήματα, που ούτε καν γνωρίζαμε ή φανταζόμασταν», σχολίασε ο κ. Γιούνκερ. «Ο κόσμος νομίζει πως (το Brexit) είναι το τέλος. Όχι, είναι μόνο η αρχή».

Ο κ. Γιούνκερ δήλωσε πως ο κ. Τραμπ τρομάζει τους Ευρωπαίους με τη ρητορική του «πρώτα η Αμερική». «Για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία έχουμε έναν Αμερικανό πρόεδρο που δίνει την εντύπωση ότι δεν ενδιαφέρεται για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις», επεσήμανε.

Ο πρόεδρος της Κομισιόν σχεδιάζει να επισκεφθεί την Ουάσινγκτον τον επόμενο μήνα, αλλά δεν είναι σίγουρος για το αν θα συναντήσει τον κ. Τραμπ. «Προσπαθούν να το κανονίσουν, αλλά εκείνος έχει άλλες προτεραιότητες. Με την ευκαιρία, δεν καταλαβαίνει τίποτα γύρω από την Ευρώπη», τόνισε. «Μιλούσε με τον Τουσκ (Ντόναλντ Τουσκ, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) στο τηλέφωνο και νόμιζε πως ήμουν εγώ».



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

24 Μαρ 2017


"Μία ελληνική χρεοκοπία θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα ντόμινο εξελίξεων, τόσο στη μία πλευρά του Ατλαντικού, όσο και στην άλλη, με ενδεχόμενα πρώτα θύματα το ευρώ και το δολάριο"

Επικαιρότητα

Το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος του χρέους των Η.Π.Α. είναι κάπου στα 20 τρις $ (γράφημα), το οποίο έχει πλέον ξεπεραστεί – γεγονός που σημαίνει ότι, κάθε πολίτης χρωστάει περί τα 62.600 $, ενώ κάθε φορολογούμενος πάνω από 160.000 $. Για σύγκριση, η Ελλάδα χρωστάει «μόλις» 330 δις €, άρα ο κάθε πολίτης της περί τις 30.000 € – επομένως τα μισά περίπου από τους αμερικανούς.

Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του δημοσίου χρέους των Η.Π.Α. (γαλάζια καμπύλη, αριστερή κάθετος), σε σχέση με την Ελλάδα (μαύρη, δεξιά κάθετος), σε απόλυτα μεγέθη.

Επίσημα τώρα οι Η.Π.Α. απαγορεύεται να δανειστούν περισσότερα χρήματα, οπότε δεν μπορούν να εκδώσουν νέα ομόλογα – εκτός εάν αποφασίσουν να αυξήσουν το ανώτατο όριο του δανεισμού τους, όπως συνέβη το 2011, το 2013 και το 2015. Με δεδομένο όμως το ότι, το έλλειμμα της υπερδύναμης στον προϋπολογισμό του προηγουμένου έτους ήταν της τάξης του 1 τρις $, ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 1,4 τρις $, σε ένα έτος που ήταν σχετικά σταθερό αφού δεν μεσολάβησε κάποια οικονομική κρίση ή ένας πόλεμος, είναι φανερό πως η χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς δανεισμό – οπότε θα αναγκασθεί να αυξήσει ξανά το όριο, όπως άλλωστε συμβαίνει κάθε δύο χρόνια μετά το 2011.
Έως τότε θα καταφύγει στα ονομαζόμενα «έκτακτα μέτρα» – δηλαδή, στη λεηλασία των συνταξιοδοτικών της ταμείων, προκειμένου να μην πάψει να λειτουργεί το δημόσιο. Όταν λοιπόν η πλουσιότερη χώρα στον πλανήτη και πατρίδα του ΔΝΤ καταφεύγει σε τέτοιου είδους τεχνάσματα για να μη χρεοκοπήσει, πώς είναι δυνατόν να κατηγορείται η Ελλάδα για ανάλογες μεθοδεύσεις;
Πώς μπορεί να τη συμβουλεύει το ΔΝΤ, όσον αφορά την καταπολέμηση της κρίσης, όταν η εξέλιξη της οικονομίας των Η.Π.Α., από την πλευρά των δίδυμων ελλειμμάτων και του χρέους, παρά την άκρως νεοφιλελεύθερη πολιτική τους, είναι απείρως χειρότερη; Όσο για το δημόσιο σύστημα υγείας, καθώς επίσης για το ασφαλιστικό, η κατάσταση των Η.Π.Α. είναι κάτι περισσότερο από απογοητευτική – ενώ είναι φανερό πλέον ότι, ο μεγαλύτερος οφειλέτης του κόσμου δεν μπορεί να παραμείνει η μεγαλύτερη δύναμη.
Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού τώρα η Ελλάδα βιώνει για ένατο σχεδόν χρόνο μία σοβαρότατη κρίση χρέους – αλλάζοντας πολλές κυβερνήσεις από το 2009, υιοθετώντας δεκάδες φορές μέτρα λιτότητας, έχοντας «διασωθεί» επανειλημμένα, επιβάλλοντας ελέγχους κεφαλαίων κοκ., χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Όπως ακριβώς οι Η.Π.Α. λοιπόν, θα μείνει χωρίς χρήματα ακόμη μία φορά, σε λίγους μήνες – οπότε θα πρέπει να διασωθεί ξανά από το ΔΝΤ και την ΕΕ, όπου ΕΕ ίσον Γερμανία.
Εάν δεν διασωθεί, τότε θα χρεοκοπήσει, παρασύροντας ενδεχομένως κράτη όπως η Ιταλία, καθώς επίσης κάποιες τράπεζες – είτε άμεσα, όπως αυτές που την έχουν δανείσει, είτε έμμεσα, μέσω της Ιταλίας ή κάποιας άλλης χώρας που θα τοποθετηθεί στο στόχαστρο των αγορών, ως ο επόμενος αδύναμος κρίκος.
Σε κάθε περίπτωση, μία ελληνική χρεοκοπία θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα ντόμινο εξελίξεων, τόσο στη μία πλευρά του Ατλαντικού, όσο και στην άλλη, με ενδεχόμενα πρώτα θύματα το ευρώ και το δολάριο – αφού το οικονομικό σύστημα μοιάζει με τα συγκοινωνούντα δοχεία, με την έννοια πως εάν συμβεί ένα μεγάλο «πιστωτικό γεγονός» σε κάποιο από τα «μέλη» του, είναι αδύνατον να μείνουν ανέπαφα όλα τα υπόλοιπα.
Στην πραγματικότητα λοιπόν αυτός είναι ο λόγος που οι Ευρωπαίοι, καθώς επίσης το ΔΝΤ, προσπαθούν απεγνωσμένα τα τελευταία χρόνια να αποτρέψουν μία ελληνική χρεοκοπία – γεγονός που σημαίνει ότι, δεν έχει καμία σχέση με την αλληλεγγύη προς την Ελλάδα, όπως υποκριτικά δηλώνεται.
Όμως τα μέτρα που λαμβάνουν είναι εντελώς λανθασμένα, ενώ έχουν ασφαλώς όρια, όπως αναφέρει γνωστός επενδυτής – αφενός μεν επειδή κάποια στιγμή οι Έλληνες θα αντιδράσουναρνούμενοι να συνεχίσουν να είναι υποτελείς της Γερμανίας, υφιστάμενοι επί πλέον εξαντλητικά μέτρα λιτότητας και καταστροφικούς ελέγχους κεφαλαίων, αφετέρου λόγω του ότι οι Ευρωπαίοι Πολίτες δεν θα αποδεχτούν νέα πακέτα διάσωσης.
Πάντως όταν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε θα αποδειχθεί εάν πράγματι το οικονομικό μας σύστημα είναι παράλογο ή όχι, επικίνδυνα συνδεδεμένο ή μη – ενώ, με κριτήριο τις εξελίξεις τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στην Ευρώπη, η ώρα της κρίσης δεν θα αργήσει πολύ ακόμη.

Άρης Οικονόμου
Πηγή Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ένα κεφάλαιο κλείνει για τον Ερντογάν με τον χειρότερο τρόπο στη χειρότερη χρονικά στιγμή

Το κεφάλαιο της εμπλοκής της Τουρκίας στη Συρία ξεκίνησε μετά το 2003 ως επίθεση φιλίας στον Ασαντ, για να γίνει μετά το 2011 τυχοδιωκτική εμπλοκή συμμαχίας με τον διάβολο, προκειμένου να υπάρξει καθεστωτική ανατροπή στη Δαμασκό.

Στη χειρότερη στιγμή, λιγότερο από έναν μήνα πριν από το δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου για την έγκριση της συνταγματικής μεταρρύθμισης με την οποία υιοθετείται προεδρικό καθεστώς, μια ψηφοφορία που ήδη προδιαγράφεται να έχει οριακό αποτέλεσμα και σε καμιά περίπτωση εκλογικός περίπατος.

Εξελίξεις

Οι εξελίξεις είναι αμείλικτες και μη διαχειρίσιμες επικοινωνιακά, αλλά και επί της ουσίας, από τον Ερντογάν: Μέσα σε δύο βδομάδες πρώτες οι ΗΠΑ του διεμήνυσαν ότι την πολιορκία και την κατάληψη της πρωτεύουσας των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους Ράκα θα αναλάβουν ως υπεργολαβία οι Κούρδοι της Συρίας, η οργάνωση PYD και η πολιτοφυλακή YPG, με την Αγκυρα να μην μπορεί να έχει ούτε καν συμβολική συμμετοχή.

Το δεύτερο και ισχυρότερο ράπισμα ήλθε από τη Ρωσία, η οποία ανακοίνωσε τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης στην κουρδοκρατούμενη περιοχή της Δυτικής Συρίας, μια εξέλιξη που ακυρώνει πλέον οποιαδήποτε δυνατότητα της Τουρκίας να περιορίσει εδαφικά τις περιοχές που ελέγχουν οι Κούρδοι και όχι μόνον: Στην ουσία ακυρώνεται, με άδοξο για τον Ερντογάν τρόπο, ο ελιγμός της προσέγγισης με τη Μόσχα που υλοποιήθηκε το 2016, λίγο πριν και λίγο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.

Τότε ο Ερντογάν διαβεβαίωσε τη Μόσχα ότι δεν πρόκειται να ενοχλήσει την προέλαση του Ασαντ και της φιλοϊρανικής συμμαχίας που τον στηρίζει προς το Χαλέπι και σε αντάλλαγμα πήρε την ανοχή του Κρεμλίνου να προωθήσει τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις πέριξ του Ευφράτη, ώστε να εμποδίσει τη συνένωση των Κούρδων της Βορειοανατολικής Συρίας με τον κουρδικό θύλακο της Βορειοδυτικής Συρίας που έχει τη δυναμική πρόσβασης στη Μεσόγειο.

Σύντομα θα έλθει η ώρα που ο Ερντογάν θα πάρει σαφές μήνυμα ότι πρέπει να αποσύρει τις δυνάμεις του από τον Ευφράτη και γύρω από τη Μοσούλη και να χωνέψει ότι δεν έχει ρόλο στην επόμενη μέρα στη Συρία

Με το «πράσινο φως» της Μόσχας ως πλεονέκτημα, ο Ερντογάν άρχισε να ενισχύει τις δυνάμεις του στο Βόρειο Ιράκ πέριξ της Μοσούλης, με στόχο να εμποδίσει την κατάληψη της άλλης πρωτεύουσας των τζιχαντιστών από τους Κούρδους Πεσμεργκά του Βόρειου Ιράκ.

Παρενόχληση

Σήμερα η περίπλοκη παραπάνω στρατηγική είναι σμπαράλια και θρύψαλα, καθώς γύρω από τον Ευφράτη όσο και γύρω από τη Μοσούλη η τουρκική παρουσία ανεδείχθη σε μείζονος σημασίας παρενόχληση τόσο για τη Μόσχα όσο και για την Ουάσιγκτον.

Οι Κούρδοι πρωταγωνιστούν στην ολοκλήρωση της κατάληψης της Μοσούλης, περιμένουν το σύνθημα να εφορμήσουν στη Ράκα, οι Ρώσοι με την εγκαθίδρυση βάσης στην κουρδική Βορειοδυτική Συρία δηλώνουν δυναμικό «παρών» στο Κουρδικό συνολικά.

Είναι προφανές ότι σύντομα θα έλθει η ώρα που ο Ερντογάν θα πάρει σαφές μήνυμα ότι πρέπει να αποσύρει τις δυνάμεις του από τον Ευφράτη και γύρω από τη Μοσούλη και να χωνέψει ότι δεν έχει ρόλο στην επόμενη μέρα στη Συρία και κυρίως ότι δεν μπορεί να αποτρέψει την εδαφική συνέχεια του κουρδικού Βόρειου Ιράκ, με την υπό κουρδικό έλεγχο περιοχή της Μοσούλης που συνορεύει με την κουρδική Βορειανατολική Συρία, η οποία θα αποκτήσει δυτικά του Ευφράτη πρόσβαση στη Μεσόγειο!

Την πολιορκία και την κατάληψη της πρωτεύουσας των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους Ράκα θα αναλάβουν ως υπεργολαβία οι Κούρδοι της Συρίας, η οργάνωση PYD και η πολιτοφυλακή YPG, με την Αγκυρα να μην μπορεί να έχει ούτε καν συμβολική συμμετοχή

ΗΠΑ και Ρωσία δείχνουν «κόκκινη κάρτα», οι σχέσεις με το Ισραήλ έχουν ραγίσει ανεπανόρθωτα, με την Αίγυπτο υπάρχει ψυχροπολεμική καχυποψία ενώ το μόνο πεδίο που συμφωνούν οι δυο μεγάλοι αντίπαλοι για την ηγεμονία στη Μέση Ανατολή, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία, είναι ότι δεν θέλουν οποιονδήποτε ρόλο της Αγκυρας στο Ιράκ και στη Συρία.

Πέραν της συγκυρίας, στη Συρία και στο Ιράκ η χειραφέτηση των Κούρδων είναι στρατηγική επένδυση των ΗΠΑ. Ενα σταδιακά ενιαίο Κουρδιστάν αποδυναμώνει κάθε επανεμφάνιση του Αραβικού Ριζοσπαστικού Εθνικισμού στο Ιράκ και στη Συρία, ψαλιδίζει την ισχύ του Ιράν και επιταχύνει ως μη αντιστρέψιμη νομοτέλεια τη χειραφέτηση των Κούρδων στη Νοτιοανατολική Τουρκία.

Γιώργος Καπόπουλος
Πηγή "Έθνος"



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

22 Μαρ 2017


Του Βασίλη Κοψαχείλη 

Τις τελευταίες δεκαετίες, η Ελληνική στρατηγική και διπλωματία βασίστηκε πάνω σε δύο πολύ ισχυρούς πυλώνες. Από τη μία, στον πυλώνα ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και από την άλλη και πιο πρόσφατα, στον πυλώνα Γερμανία – ΕΕ. Οι δύο αυτοί πυλώνες στηρίζουν τον ευρύτερο ευρωατλαντικό χώρο, μέρος του οποίου αποτελούν η Ελλάδα και η Τουρκία.

Παράλληλα, κύριο πρόβλημα της Ελληνικής στρατηγικής και διπλωματίας ήταν και παραμένει ο Τουρκικός αναθεωρητισμός. Η εμπειρία έδειξε, πως ΝΑΤΟ και ΕΕ, δεν απετέλεσαν για τα Ελληνικά συμφέροντα ιδανικά εργαλεία τιθάσευσης του Τουρκικού αναθεωρητισμού, εντούτοις λειτούργησαν σε πολλές περιπτώσεις αποτρεπτικά ως προς την προοπτική κλιμάκωσης του Τουρκικού αναθεωρητισμού εναντίον της χώρα μας. Η αποτροπή αυτή προέκυπτε ως αποτέλεσμα της βούλησης των ΗΠΑ και της Γερμανίας να διατηρούν συνολικά το σύστημα σε συνεχή συνεργασία και ισορροπία, περιλαμβάνοντας όλο το φάσμα των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών σχέσεων, μεταξύ των κρατών-μελών των θεσμών του ευρωατλαντικού χώρου.

Σήμερα, οι σχέσεις ΗΠΑ – Γερμανίας καθώς και οι σχέσεις ΝΑΤΟ – ευρωπαϊκών κρατών φαίνεται πως αλλάζουν. Από τη μία, η Γερμανία προκλητικά εξακολουθεί να απαιτεί να έχει την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Να πληρώνουν άλλοι, αδιάφορο αν πρόκειται για ατυχείς ευρωπαίους ή υπερατλαντικούς συμμάχους, και εκείνη μόνο να εισπράττει. Από την άλλη, η νέα διοίκηση στο Λευκό Οίκο προκλητικά αγνοεί τους βαθύτερους λόγους που ενώνουν ή οφείλουν να ενώνουν την Ευρώπη με τη Βόρεια Αμερική.

Ταυτόχρονα, ενώ στις ΗΠΑ ο νέος Αμερικανός πρόεδρος θέτει το σύστημα της Ουάσιγκτον πρωτίστως στην υπηρεσία των συμφερόντων των Αμερικανικών Πολιτειών έναντι του παγκόσμιου συμφέροντος, σε μια αντίθετη πορεία και λογική, η Γερμανία ενδιαφέρεται πρωτίστως να προωθήσει τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα στον κόσμο, αναλώνοντας και εξαντλώντας το Ευρωπαϊκό της κεφάλαιο.

Με άλλα λόγια, έχουμε πλέον στον ευρωατλαντικό χώρο δύο ανταγωνιστικές ηγεμονικές δυνάμεις σε σύγκρουση συμφερόντων, την ίδια ώρα που και οι δύο στην ουσία προωθούν δύο διαφορετικά μοντέλα υπεράσπισης του εθνικού συμφέροντος, έναντι μιας κακώς δρομολογημένης, από τους προηγούμενους, παγκοσμιοποίησης. 

Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στην πρόσφατη συνάντηση στην Ουάσιγκτον μεταξύ του νέου Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τράμπ και της Γερμανίδας Καγκελάριου Αγκελας Μέρκελ. Δεν υπήρξε καμιά σύγκλιση μεταξύ τους και αυτό θα έχει επιπτώσεις τόσο στις ευρωατλαντικές δομές όσο και στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις ως κομμάτι των ευρύτερων ζητημάτων εντός του ευρωατλαντικού χώρου.
Στη μεγάλη εικόνα, την σύγκρουση συμφερόντων την έχει μυριστεί η Ρωσία και χρησιμοποιεί την Τουρκία ανάλογα, μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας. Παράλληλα, σε περιφερειακό επίπεδο, η Τουρκία παίζει τα δικά της παιχνίδια μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας με έπαθλο τα ελληνικά συμφέροντα στον άξονα Στενά-Σουέζ.

Όσο θα διαρκεί η κόντρα Ουάσιγκτον-Βερολίνου, τα ελληνικά συμφέροντα θα πιέζονται ασφυκτικά, διότι η ΗΠΑ θα προσπαθούν να καλοπιάσουν την Τουρκία για να την τραβήξουν μακριά από τη Ρωσία. Η Γερμανία θα προσπαθεί να κρατά στο παιχνίδι την Ρωσία, διότι αφενός Γερμανία και Ρωσία έχουν μεταξύ τους πολύ ισχυρά γεωπολιτικά και γεωοικονομικά συμφέροντα και αφετέρου η παραμονή της Ρωσίας πίσω από την Τουρκία εξασφαλίζει μόνιμο πονοκέφαλο στην Ουάσιγκτον, αναγκαστικά Αμερικανική παραμονή και γενναία χρηματοδότηση στο ΝΑΤΟ και ανάλωση των ΗΠΑ στην περιοχή.

Σε αυτό το πλαίσιο οι επιλογές της χώρας μας είναι τρεις 

Πρώτον, να αποδεχθεί την κατάσταση και να συνθλιβεί μεσοπρόθεσμα από τα παιχνίδια ισορροπίας στην περιοχή μεταξύ ΗΠΑ, Γερμανίας, Ρωσίας και Τουρκίας.

Δεύτερον, να πείσει είτε την Αμερικανική είτε την Γερμανική πλευρά (για γεωοικονομικούς λόγους το διαζύγιο των δυο στον ευρωατλαντικό χώρο είναι δεδομένο) να πάρουν αποφάσεις και να θέσουν νέες γραμμές μεταξύ φίλων και εχθρών, προστατεύοντας ως ισχυρότεροι τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Βέβαια, με τι κόστος για εμάς;

Η τρίτη επιλογή για την χώρα μας είναι να αναζητήσουμε ένα νέο αντίβαρο αντιστάθμισης του κινδύνου που προκύπτει για τα συμφέροντά μας έναντι της ευρωατλαντικής φαυλότητας και τον ρωσοτουρκικού αναθεωρητισμού. Τονίζω, όχι αλλαγή του γεωστρατηγικού μας προσανατολισμού, αλλά ένα αντίβαρο ισχύος.

Δυστυχώς, στο νέο κόσμο που ζούμε και για τα δεδομένα της χώρας μας, θα πρέπει να μάθουμε να εξασφαλίζουμε τα συμφέροντά μας και την περιφερειακή μας σταθερότητα, καταφεύγοντας σε ανορθόδοξα στρατηγήματα και πρακτικές. Ο συμβατικός δρόμος είναι ήδη ναρκοθετημένος από τη φαυλότητα και τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των φαινομενικών μας φίλων και συμμάχων. Αν μείνουμε θεατές να τους παρακολουθούμε, ως αδύναμος κρίκος θα συνθλιβούμε. Αν αντιδράσουμε άκομψα και δυναμικά, δηλαδή όπως περιμένουν πολλοί να κάνουμε, τότε πάλι παραμονεύει η προοπτική συντριβής μας. Μόνη λύση η αντιστάθμιση των κινδύνων και η οικονομία δυνάμεων μέσα από ισχυρές αλλά γεωπολιτικά απόμακρες συμμαχίες και με συνεχείς ελιγμούς. Η επόμενη διετία θα είναι καθοριστική στη διαμόρφωση του μετα-φαύλου σκηνικού των επόμενων δεκαετιών.

* Ο κ. Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός ΑναλυτήςΠηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

21 Μαρ 2017


◉ Η μετατροπή των ΗΠΑ σε χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, η γεωστρατηγική παράλυση της Ρωσίας και η ανάγκη της Ελλάδας να επενδύσει σε συμμαχίες στην περιφέρεια της.
◉ Πυρήνας της στρατηγικής του Τραμπ ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα, γι' αυτό και του έχει απαγορευτεί ουσιαστικά να ασκεί εξωτερική πολιτική.
◉ Η Άγκυρα αναμένεται να εκμεταλλευτεί το κενό των "μεγάλων", εντείνοντας την επιθετικά αναθεωρητική πολιτική της στο Αιγαίο
◉ Τυχόν "λανθασμένες" κινήσεις από πλευράς Μόσχας θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από το αντι-τραμπικό λόμπι της Ουάσιγκτον, παγιώνοντας τον αντιρωσισμό
◉ Οι κατεξοχήν χώρες με τις οποίες μπορεί η Ελλάδα να επιδιώξει δραστική ενίσχυση των σχέσεών της είναι το Ιράν, η Αίγυπτος, η Αρμενία και η Σερβία. Οι τρεις πρώτες είναι αντιτουρκικές και η τελευταία μπορεί να περιορίσει την Αλβανία από το να δρα ως «μακρύ χέρι» του Ερντογάν.

Του δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα

Το ιδιόρρυθμο, μετανεωτερικό πραξικόπημα εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ που βρίσκεται υπό εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες από ένα πανίσχυρο κομμάτι του αμερικανικού κατεστημένου έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές κενό εξουσίας στην Ουάσιγκτον. Μεταξύ των άλ­λων, ουσιαστικά έχει απαγορευτεί στον νέο Αμερικανό πρόεδρο να ασκεί εξωτερική πολιτική, δεδομένου ότι πυρήνας της στρατηγικής του ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα, έτσι ώστε να ξεκινήσει μια προσπάθεια αποσυσπείρωσης της Ευρασίας και απομόνωσης της ανερχόμενης Κίνας.

Κατά συνέπεια, έως ότου τερματιστεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτός ο εσωτερικός ανταγωνισμός στο αμερικανικό πλέγμα εξουσίας, οι ΗΠΑ θεωρούνται χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας και οι δυνατότητες αλλά και οι προθέσεις τους να παρεμβαίνουν στο εξωτερικό είναι μη προσδιορίσιμες. Και ούτε μπορούμε να είμαστε σίγου­ροι ότι αυτή η κατάσταση θα επιλυθεί σύντομα ή ότι δεν θα κληροδοτήσει, ακόμη και μετά την όποια «επίλυσή» της, μια εγγενή ασάφεια στις γεωστρατηγικές επιλογές της Ουάσιγκτον.

Το κενό αυτό αναμένεται, ωστόσο, να αξιοποιηθεί ως παράθυρο ευκαιρίας από την Άγκυρα, ώστε να εντείνει την επιθετικά αναθεωρητική πολιτική της στο Αιγαίο για να ενισχύσει το γεωπολιτικό της χαρτοφυλάκιο και να είναι σε θέση να επαναδιαπραγματευτεί από θέση ισχύος τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, όταν και αν αναδημιουργηθεί ο μηχανισμός εξουσίας στην Ουάσιγκτον και επανεκκινήσει η αμερικανική στρατηγική. Ως εκ τούτου, και η Ελλάδα οφείλει να προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα, «μετααμερικανική» τρόπον τινά κατάσταση προκειμένου να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα.

Συγκεκριμένα, η αποφασιστική παρέμβαση της Ουάσιγκτον στις κρίσεις του ελληνοτουρκικού συστήματος δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη -αν ήταν και ποτέ. Άρα η ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική θα πρέπει να ξεπεράσει την... παιδική της ηλικία και να περάσει στη φάση της ενηλικίωσης όπου θα πρέπει να κατανοήσει ότι δεν μπορεί να βασίζεται παρά μόνον στον εαυτό της. Παρεμπιπτόντως η παραδοχή της μειωμένης αμερικανικής επιρροής στα διεθνή θέματα γενικώς και στο ελληνοτουρκικό σύστημα ειδικότερα επ' ουδ.ενί θα πρέπει να αντικατασταθεί με μια υπερβάλλουσα προσδοκία όσον αφορά στον ρόλο της Ρωσίας. Αντιθέτως το κενό εξουσίας που έχει προκύψει στην Ουάσιγκτον εξ αντικειμένου οδηγεί και τη Μόσχα σε προσωρινή γεωστρατηγική παράλυση, δεδομένου ότι τυχόν «λανθασμένες» ή «προκλητικές» γεωπολιτικές κινήσεις από πλευράς της θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από το αντιτραμπικό λόμπι των Ηνωμένων Πολιτειών και να παγιώσουν τον μισαλλόδοξο αντιρωσισμό στην αμερικανική πολιτική.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επιλογές συμμαχιών και ενίσχυσης των γεωστρατηγικών σχέ­σεων της Ελλάδας με άλλες χώρες. Απλώς, αντί να αναζητούμε κάποιον παντοδύναμο γίγαντα-προστάτη έτσι ώστε να έχουμε τη φαντασίωση ότι προστατευόμαστε από κάποια πανίσχυρη δύναμη, διαιωνίζοντας εν παραλλήλω μια κατάσταση «θεσμοθετημένα» μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, η οποία αποτελεί οργανικό μέρος της πολιτικής φιλοσοφίας και του τρόπου διακυβέρνησης των εγχώριων ηγετικών ελίτ, μπορούμε και οφείλουμε να αναζητήσουμε ισότιμες συμμαχίες με χώρες στην περιφέρειά μας με τις οποίες έχουμε αυτή τη στιγμή συνεργατικά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά.

Δημιουργώντας έναν δακτύλιο ασφαλείας γύρω μας

Όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε άλλα άρθρα του στα «Επίκαιρα», η Ελλάδα θα μπορούσε να επενδύσει στη δημιουργία ενός συμμαχικού δακτυλίου γύρω της τοποθετώντας τον εαυτό της στο κέντρο ενός σπονδυλωτού γεω-συστήματος που θα ξεκινά από τα Βαλκάνια και θα καταλήγει στην Κεντρική Ασία. Οι κατεξοχήν χώρες με τις οποίες θα μπορούσε η Ελλάδα να επιδιώξει δραστική ενίσχυση των σχέσεών της είναι το Ιράν, η Αίγυπτος η Αρμενία και η Σερβία. Οι δύο πρώτες είναι φύσει και θέσει αντιτουρκικές διεκδικώντας κυρίαρχο ρόλο στις ίδιες περιοχές με την Τουρκία, ενώ φαίνεται να θεωρούν την Ελλάδα εν δυνάμει παράγοντα συμβολής στις γεωπολιτικές τους φιλοδοξίες. Η δε Αρμενία είναι μια παραδοσιακά φιλελληνική και οργανικά αντιτουρκική χώρα, μικρή μεν, αλλά με μεγάλο γεωπολιτικό δυναμισμό, με ισχυρό λόμπι στην Ουάσιγκτον και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και με τη σχέση της με τη Μόσχα να ενισχύεται διαρκώς.

Όσο για τη Σερβία, επαναδιεκδικεί μια κυρίαρχη θέση στα Δυτικά Βαλκάνια, ιδιαίτερα μετά το «ορφάνεμα» της Αλβανίας και των Σκοπίων, που είχαν ταυτιστεί με το λόμπι των Δημοκρατικών στην Ουάσιγκτον. Επίσης, αναβαθμίζει κι αυτή δραστικά τις σχέσεις της με τη Ρωσία και η αυτοπεποίθησή της ενισχύεται ολοένα και περισσότερο. Μεταξύ των άλλων πλεονεκτημάτων μιας ουσιαστικής ελληνοσερβικής προσέγγισης θα ήταν και η τοποθέτηση της Αλβανίας σε μια γεωπολιτική λαβίδα που θα την καθιστούσε ιδιαίτερα προσεκτική όσον αφορά σε τυχόν επιλογές της να λειτουργεί ως «μακρύ χέρι» της Άγκυρας στην περιοχή, ενώ ο αποχαλινωμένος αλβανικός εθνικισμός πιθανώς να κινούνταν προς πιο μετριοπαθείς κατευθύνσεις.

Άποψη δε του γράφοντος είναι πως, σε αντίθεση με ό,τι κατά και ρούς υποστηρίζεται, το Ισραήλ δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος αυτού του δακτυλίου. Φυσικά, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι σχέσεις με το Τελ Αβίβ θα πρέπει να οδηγηθούν σε μια «εποχή των παγετώνων». Όμως οι θεωρίες περί ελληνοϊσραηλινής-αντιτουρκικής συμμαχίας δύσκολα μπορούν να τεκμηριωθούν. Μεταξύ των άλλων, το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν θέλει να αποκτήσει έναν ακόμη εχθρό στην περιοχή.

Αντιθέτως, δείχνει πως επιδιώκει απεγνωσμένα να αποκαταστήσει και να παγιώσει μια «παγερή φιλία» με την Τουρκία, έστω κι αν για να επιτύχει κάτι τέτοιο αναγκάζεται σε ταπεινωτικές κινήσεις. Επιπροσθέτως και το Τελ Αβίβ δείχνει εδώ και καιρό να βρίσκεται σε μια διαρκή αμηχανία αναφορικά με τις γεωστρατηγικές του επιλογές, ενώ έχει εγκλωβιστεί σε μια τόσο φοβική όσο και μισαλλόδοξή αντιιρανική ρητορική που φαίνεται να αποτελεί λιγότερο αποτέλεσμα ψυχρής γεωπολιτικής ανάλυσης και περισσότερο προϊόν παρανοϊκών αναγνώ­σεων της πραγματικότητας.

Πάντως το σχήμα των ελληνικών συμμαχιών θα μπορούσε να συμπληρωθεί επίσης με τη δραστική ενίσχυση των σχέσεων με μια ευρω­παϊκή δύναμη. Για την ακρίβεια, με τη μόνη ευρωπαϊκή δύναμη, τη Γαλ­λία. Δηλαδή τη μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που έχει πλήρη και «ολιστική» γεωπολιτική ταυτότητα και δεν είναι ισχυρή αποκλειστικά στον τομέα της οικονομίας όπως είναι η Γερμανία, ενώ αποτελεί έναν μεσαίο μεν, ανερχόμενο δε διεθνή πόλο ισχύος.

Στην περισσότερο εθνοκεντρική Ευρώπη που διαφαίνεται ότι θα προκύψει τα ερχόμενα χρόνια, η Γαλλία αναμένεται να αποτελέσει κυρίαρχο δρώντα ακριβώς λόγω της «ολιστικής» γεωπολιτικής της ταυτότητας αλλά και της ανάγκης της να ξεπεράσει τα οικονομικά της προβλήματα διά της γεωπολιτικής αναβάθμισης. Η δε Αθήνα ενδέχε­ται να αποτελεί έναν σημαντικό εν δυνάμει σύμμαχο για το Παρίσι, κυ­ρίως λόγω της μεσογειακής φύσης και των δύο, με τη Γαλλία να δεσπό­ζει στη Δυτική Μεσόγειο και την Ελ­λάδα να αποτελεί κομβικό κράτος στα ανατολικά της Μεσογείου. Επιπροσθέτως η Γαλλία έχει παραδο­σιακούς ιστορικούς δεσμούς τόσο με την Ελλάδα όσο και με τη Σερβία. Έτσι, μια προσέγγιση των τριών χω­ρών θα μπορούσε να δημιουργή­σει ένα ισχυρό γεωπολιτικό σχήμα, προσφέροντας ταυτοχρόνως στο Παρίσι ένα σταθερό πάτημα στη Χερσόνησο των Βαλκανίων.

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε εισέλθει σε μια μετααμερικανική εποχή και θα πρέπει να αρχίσουμε να επανα­σχεδιάζουμε μια εθνική γεωστρατηγική, αυτή τη φορά ξεκινώντας από τα κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω. Θα πρέπει, δηλα­δή, να επενδύσουμε σε ρεαλιστικές και ισότιμες συμμαχίες με χώρες με τις οποίες μπορούμε να συνεννοηθούμε και όχι να καταφύγουμε στη δουλική ταύτιση με κάποιον υποτιθέ­μενα παντοδύναμο επικυρίαρχο και κατόπιν να αφήσουμε τις επιμέρους σχέσεις με τα υπόλοιπα κράτη να διαμορφωθούν «αβίαστα» με κυρίαρ­χο κριτήριο την ταύτιση αυτή.

* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγή "Λόγια Σταράτα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

20 Μαρ 2017


Οι διαφωνίες στη χάραξη πολιτικής μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι τωρινές. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχαν διαφανεί οι αντιθέσεις...

Φοβούμαι πως περισσότερος χώρος και χρόνος δόθηκε στα ΜΜΕ για την απουσία χειραψίας μεταξύ Τραμπ-Μέρκελ, παρά για την ουσία των όσων ειπώθηκαν μεταξύ τους, από αυτά βεβαίως που έγιναν γνωστά. Γεγονός είναι όμως, πως οι κινήσεις του σώματος μεταφέρουν την εικόνα των διαδραματισθέντων.

Οι διαφωνίες στη χάραξη πολιτικής μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι τωρινές. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχαν διαφανεί οι αντιθέσεις, όταν το εξαγωγικό εμπόριο της Γερμανίας (και Ιαπωνίας) συνέθλιβαν το αμερικανικό. Η Γερμανία τότε, μόνη της, κατείχε το ποσοστό του 18%, ως πρώτη δύναμη στο παγκόσμιο εξαγωγικό εμπόριο. Η απάντηση των ΗΠΑ ήταν ο πρώτος πετρελαϊκός πόλεμος -ακολούθησε και δεύτερος μετά πενταετία-, η επιβολή δασμών σε εισαγόμενα προϊόντα, αλλά και οι επιδοτήσεις σε αμερικανικά (βαμβάκι, χάλυβας) ώστε να καταστούν φθηνότερα στις διεθνείς αγορές.

Μεγάλο αγκάθι ήταν πάντοτε και η μικρή συμμετοχή των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στις δαπάνες του, οι οποίες επιβάρυναν κυρίως τις ΗΠΑ, οι οποίες όμως ήσαν και αυτές που καθόριζαν -και καθορίζουν- τη νατοϊκή πολιτική. Πάντοτε ζητούσαν οι ΗΠΑ αύξηση των δαπανών από τις σύμμαχες χώρες, αλλά ελλείψει εχθρού κατά τις τελευταίες δεκαετίες -και ειδικώς στην Γερμανία, οι περιορισμοί στον εξοπλισμό της και η απαγόρευση εξόδου από την χώρα στρατευμάτων της- έφεραν σχεδόν μόνον την Ελλάδα να ξεπερνά το όριο του 2% του προϋπολογισμού της σε εξοπλισμό. Και τούτο, αφενός λόγω του τουρκικού κινδύνου, αφετέρου λόγω της απληστίας των μεσαζόντων, που δωροδοκώντας πολιτικούς παράγγελναν όπλα, που μερικά δεν τα χρειαζόμασταν.

Ο Τραμπ, στην προχθεσινή συνέντευξη Τύπου, απάντησε σε σχετική ερώτηση: «Επανέλαβα στην καγκελάριο Μέρκελ την ισχυρή μου στήριξη στο ΝΑΤΟ, όπως και την ανάγκη οι σύμμαχοί μας εντός του ΝΑΤΟ να πληρώσουν το μερίδιο που τους αναλογεί για τις αμυντικές δαπάνες. Πολλές χώρες χρωστούν τεράστια ποσά από τα προηγούμενα χρόνια και αυτό είναι πολύ άδικο για τις ΗΠΑ. Αυτές οι χώρες πρέπει να πληρώσουν ό,τι οφείλουν».

Η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας απάντησε ότι η Γερμανία δεν χρωστάει σε κανέναν, ενώ η Άγκελα Μέρκελ επανέλαβε την βούληση της Γερμανίας να αυξήσει τη συμβολή της στο πεδίο της άμυνας. «Το ΝΑΤΟ έχει μεγάλη σημασία για εμάς. (…) Δεσμευθήκαμε (στη σύνοδο του ΝΑΤΟ) στην Ουαλία να πετύχουμε τον στόχο του 2% (σ.σ. του ΑΕΠ για την άμυνα) έως το 2024», σημείωσε.

Η σημαντική -και αγεφύρωτη- διαφορά των δύο χωρών βρίσκεται στο εμπόριο και την Συμφωνία ελευθέρου εμπορίου που είχε δηλώσει ο Τραμπ ότι θα καταργήσει, μεταβάλλοντας κάπως την στάση του και δηλώνοντας ότι θέλει βελτίωσή της, όσον αφορά τα θέματα που αφορούν τις ΗΠΑ.

Όπως δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, «Πιστεύω ότι η εμπορική πολιτική πρέπει να είναι δίκαιη και οι ΗΠΑ έχουν υποστεί άδικη μεταχείριση από πολλές χώρες επί σειρά ετών και αυτό θα σταματήσει. Αλλά δεν είμαι απομονωτιστής. Είμαι υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, αλλά και του δίκαιου εμπορίου». Η δε Άγκελα Μέρκελ, επισήμανε τη σημαντική συμβολή των γερμανικών εταιρειών στην αμερικανική οικονομία και τα 270 δισ. απευθείας γερμανικών επενδύσεων στις ΗΠΑ.

Είναι γεγονός ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν συμφέρον να κηρύξουν ανοικτά εμπορικό πόλεμο με τη Γερμανία, παρά μόνο, σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, να επιβάλουν προσωρινές δικλείδες ασφαλείας για να προστατεύσουν τις εγχώριες βιομηχανίες, οι οποίες όμως μπορούν να έχουν στόχο μόνο εισαγωγές και όχι συγκεκριμένες χώρες.

Η Γερμανία ανησυχεί περισσότερο, μήπως και άλλα κράτη του αναπτυγμένου κόσμου αρχίσουν να απηχούν την ίδια ρητορική του Τραμπ, απειλώντας μια οικονομία που βασίζεται στις εξαγωγές, όπως η γερμανική. Αρκετά ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα έχουν ήδη αρχίσει να επαινούν τις δηλώσεις του Τραμπ, που υποσχέθηκε ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα αποδείξει πως «ο προστατευτισμός λειτουργεί».

Μακεδών
Πηγή Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ο νέος κανόνας της εποχής Τραμπ 
Μπορεί να ξανακάνει μεγάλη την Αμερική;
«Πρώτα η Αμερική»

Οι πρώτες εβδομάδες διακυβέρνησης Τραμπ ήταν μια επίδειξη ισχύος με κυρίαρχα στοιχεία τον εκφοβισμό και τις απειλές προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο νέος κανόνας ακούγεται απλός: «Πρώτα η Αμερική» (America first). Προτεραιότητα στο πρόγραμμα της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να έχει η εγχώρια αμερικανική οικονομία και οι νέες θέσεις εργασίας.

Προεκλογικά, τα «πυρά» του Τραμπ στρέφονταν κυρίως ενάντια στην Κίνα και το Μεξικό. Όμως, η πρόσφατη δήλωση του Αμερικανού Προέδρου ότι το ΝΑΤΟ είναι «παρωχημένο», οι απειλές προς τις Γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες και η εκτίμησή του ότι η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας από την ΕΕ θα ανοίξει το δρόμο για έξοδο και άλλων ευρωπαϊκών κρατών από την Ένωση, την οποία ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως κυριαρχικό εργαλείο της Γερμανίας που αποσκοπεί στο να ξεπεράσει τις ΗΠΑ στο διεθνές εμπόριο, προοιωνίζονται αλλαγές και στις διατλαντικές σχέσεις. Δεν είναι απίθανο να αρχίσει ένας οικονομικός πόλεμος με τη Γερμανία.

Εκμεταλλευόμενος την οργή που προκάλεσε στα λαϊκά στρώματα η έντονη αποβιομηχάνιση της αμερικανικής οικονομίας κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές με την υπόσχεση να κάνει την Αμερική και πάλι μεγάλη (Make America Great Again) αποκαθιστώντας -μεταξύ άλλων- τη θέση της αμερικανικής βιομηχανίας. «Πρέπει να προστατεύσουμε τα σύνορά μας από τις καταστροφικές συνέπειες των άλλων χωρών, που φτιάχνουν τα προϊόντα μας, κλέβουν τις επιχειρήσεις μας και καταστρέφουν τις θέσεις εργασίας μας», δήλωσε στην τελετή ορκωμοσίας του.

Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη η στροφή κατά της Γερμανίας. Το 2016 οι ΗΠΑ ήταν ο πρώτος εξαγωγικός προορισμός για τα Γερμανικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας (αυτοκίνητα, ηλεκτρονικά, χημικά, βαριά μηχανήματα) με το σύνολο των γερμανικών εξαγωγών στις ΗΠΑ να αγγίζει τα 114 δισ. δολάρια.

Και μόνο η αποδιάρθρωση των μηχανισμών διεξαγωγής του διεθνούς εμπορίου -ίσως με πρωτοβουλία του Τραμπ- θα μπορούσε να επιφέρει καίριο πλήγμα στη Γερμανική οικονομία. Αμέσως μετά την εκλογή του ο νέος πρόεδρος υπαναχώρησε από την συμφωνία ελεύθερου εμπορίου TTP και δηλώνει αποφασισμένος να επαναδιαπραγματευτεί παρόμοιες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, όπως η NAFTA και η TTIP, τις οποίες θεωρεί καταστροφή για την Αμερική.

Η αμερικανική ρητορική κατά της Γερμανίας είναι προάγγελος δράσης και οι συνέπειες αυτής της πολιτικής μεταστροφής αναμένεται να γίνουν αισθητές παντού. Μπορεί ο Τραμπ να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού;

Η απάντηση φαίνεται πως είναι «Ναι, μπορεί». Πολλά όμως θα εξαρτηθούν και από τη στάση του νέου προέδρου απέναντι στη Γουόλ Στρητ, όπου φαίνεται να δρομολογείται μια νέα απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικών αγορών προς όφελος των μεγάλων αμερικανικών τραπεζών. Η ισχύς της Γκόλντμαν Σακς στη νέα αμερικανική κυβέρνηση είναι ήδη τεράστια. Δύσκολα θα συνδυαστεί η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» με τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών που θέλουν ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων παγκοσμίως. Ο Ντόναλντ Τραμπ σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπος με δύσκολα διλήμματα.

Πηγή ERENSEP


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

19 Μαρ 2017


Η γερμανίδα υπουργός Άμυνας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν απέρριψε σήμερα τον ισχυρισμό του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος είπε πως η Γερμανία οφείλει στο ΝΑΤΟ και στις Ηνωμένες Πολιτείες "τεράστια ποσά" για την άμυνα.

"Δεν υπάρχει λογαριασμός χρέους στο ΝΑΤΟ", ανέφερε σε δήλωσή της η φον ντερ Λάιεν, η οποία πρόσθεσε πως είναι λάθος να συνδέεται ο στόχος της Συμμαχίας οι αμυντικές δαπάνες των χωρών-μελών να ανέρχονται στο 2% του ΑΕΠ τους έως το 2024, μόνο με το ΝΑΤΟ.

"Αμυντικές δαπάνες πηγαίνουν επίσης σε ανθρωπιστικές αποστολές του ΟΗΕ, στις ευρωπαϊκές αποστολές και στη συμβολή μας στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας του ΙΚ", είπε η φον ντερ Λάιεν.

Είπε πως ο καθένας θα ήθελε να μοιραστεί δίκαια το βάρος και για να γίνει αυτό είναι απαραίτητο να έχουμε μια "σύγχρονη ιδέα για την ασφάλεια" που θα περιλαμβάνει ένα σύγχρονο NATO αλλά και μια ευρωπαϊκή αμυντική ένωση και επένδυση στα Ηνωμένα Έθνη.

Ο Τραμπ έγραψε στο Twitter χθες –μία ημέρα μετά τη συνάντησή του με τη γερμανίδα καγκελάριο Άγγελα Μέρκελ στην Ουάσινγκτον– πως η Γερμανία "οφείλει τεράστια χρηματικά ποσά στο NATO και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να πληρωθούν περισσότερα για την ισχυρή, και πολύ δαπανηρή, άμυνα που παρέχουν στη Γερμανία".

Ο Τραμπ έχει καλέσει τη Γερμανία και άλλες χώρες μέλη του ΝΑΤΟ να επισπεύσουν τις προσπάθειες προκειμένου να ανταποκριθούν στον στόχο του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ τους.

Οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά 1,4 δισεκ. ευρώ στα 38,5 δισεκ. ευρώ το 2018 – ή ποσοστό 1,26% του ΑΕΠ, έχει πει ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Το 2016 το ποσοστό των αμυντικών δαπανών της Γερμανίας ήταν στο 1,18%.

Στη διάρκεια της επίσκεψής της στην Ουάσινγκτον, η Μέρκελ επανέλαβε τη δέσμευση της Γερμανίας να φθάσει τον στόχο του 2%.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

17 Μαρ 2017


Του Ιπποκράτη Δασκαλάκη

Ούτε και ο πλέον χαρισματικός σεναριογράφος ή αναλυτής δεν θα είχε προβλέψει, 6 χρόνια πριν, τη σημερινή πολυπλοκότητα της συριακής κρίσης με την πληθώρα των αλληλοσυγκρουόμενων μεταβλητών και συμφερόντων. Αντίπαλες υπερδυνάμεις, περιφερειακοί παίκτες, αλληλομισούμενες εθνοτικές οντότητες, αδιάλλακτα θρησκευτικά δόγματα, σέχτες και φατρίες, πολυεθνικές εταιρείες και εγκληματικές οργανώσεις, εταιρικά, οικογενειακά και ατομικά συμφέροντα, συνθέτουν μια πολύπλοκη εξίσωση πολέμου με πολυάριθμες μεταβλητές.

Ξένα στρατεύματα μάχονται στα εδάφη της Συρίας ενώ πολεμικά αεροσκάφη διασχίζουν τους αιθέρες της βομβαρδίζοντας αδιάκριτα μαχητές και αμάχους. Ακόμη και η έννοια του πολέμου «δια αντιπροσώπων» (proxy war) έχει χάσει τη σημασία της καθώς δεν μπορείς να διακρίνεις ξεκάθαρα τους αντιπάλους. Παράλληλα και ενώ οι εμπλεκόμενες χώρες προσπαθούν να επιτύχουν τους αντικειμενικούς τους στόχους, στο έδαφος της Συρίας, ανεξέλεγκτες συμμορίες εξασκούν μια κτηνώδη τρομοκρατία εν ονόματι ιδεολογίας, θρησκείας, πλουτισμού, δόξας και εξουσίας. Είναι πλέον εκτός πραγματικότητας όποιος θεωρεί ότι ο πρόεδρος Assad ελέγχει πλήρως τα απομεινάρια του συριακού στρατού ή ότι υφίσταται κεντρική διοίκηση της αντιπολίτευσης ή ακόμη και αυτών των ίδιων των τζιχαντιστικών οργανώσεων. Η σύγκρουση έχει αρχίσει να λαμβάνει την πιο φρικτή της μορφή, την μορφή ενός πολέμου όλων εναντίον όλων.

Μέσα σε αυτή τη συγκεχυμένη και συνεχώς μεταβαλλόμενη κατάσταση, οι εξωτερικοί παρεμβαίνοντες προσπαθούν διαρκώς να αναπροσαρμόζουν τους στόχους, συμμαχίες και στρατηγική τους, αγωνιζόμενοι να κατοχυρώσουν επιρροή στην αυριανή Συρία ή σε ότι θα έχει απομείνει από αυτήν. Σήμερα, ΗΠΑ, Ρωσία, Ιράν και Τουρκία παρουσιάζονται ως οι βασικοί παίκτες που στα εδάφη της Συρίας μάχονται εναντίον της ισλαμικής τρομοκρατίας με διαφορετική όμως στόχευση έκαστος. Σημαντική παραφωνία αποτελεί και το γεγονός ότι δεν έχουν ταυτόσημους ορισμούς για την έννοια του τρομοκράτη. Άρα δεν μπορούν να συντονίσουν αποτελεσματικά τις προσπάθειες τους και εύκολα μπορούν να οδηγηθούν σε μεταξύ τους τριβές καθώς παρασύρονται από τις μηχανορραφίες των συμμάχων τους αλλά και τυχαία γεγονότα.

Πρωταρχικό στόχος των ετερόκλητων αυτών δυνάμεων, η ανακατάληψη της Raqqa από τις δυνάμεις του αιμοσταγούς «Ισλαμικού Κράτους». Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι το θέατρο επιχειρήσεων Συρίας και Ιράκ είναι πλέον ενοποιημένο ενώ και εδώ και μήνες έχει αρχίσει η προσπάθεια ανακατάληψης του άλλου προπύργιου των τζιχαντιστών, της Μοσούλης. Άπαντες συμφωνούν ότι ο επόμενος στόχος είναι η Raqqa αλλά ακόμη δεν έχει αποφασιστεί ποιες δυνάμεις θα ενεργήσουν για την ανακατάληψη της και κυρίως δεν υπάρχει ένα σχέδιο για το μέλλον της ταλαίπωρης χώρας, μετά από την προσδοκώμενη συντριβή του «Ισλαμικού Κράτους».

Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, αντιλαμβάνεται ότι οι ισοπεδωτικές και απλοϊκές λύσεις που παρουσίαζε στην προεκλογική του εκστρατεία δεν είναι πάντα αποτελεσματικές στο πολυσύνθετο διεθνές περιβάλλον. Η επιθυμία συντριβής των τζιχαντιστών, με τη χρήση του πλέον κατάλληλου σήμερα «εργαλείου», δηλαδή των κουρδικών δυνάμεων (έστω και με την λιγότερο απειλητική ονομασία των Syrian Democratic Forces-SDF), εκτιμάται ότι θα προκαλέσει την έντονη, ίσως και απρόβλεπτη, αντίδραση της Άγκυρας. Η τελευταία στα πρόσωπα των οργανώσεων των Κούρδων της Συρίας, ανεξαρτήτως ονομασίας, εντοπίζει τους φυσικούς συμμάχους και υποστηρικτές του ΡΚΚ. Η ήδη σε εξέλιξη στρατιωτική ενίσχυση των Κούρδων της Συρίας από τις ΗΠΑ, έστω και πλαγίως προς τα τμήματα των Αράβων των SDF, αντιμετωπίζεται ως εχθρική ενέργεια από τους Τούρκους. Η ενίσχυση και προέλαση αυτών ακριβώς των δυνάμεων, αποτέλεσε τη βασική αιτία που οδήγησε στην τουρκική στρατιωτική κεκαλυμμένη εισβολή του Αυγούστου του 2016 στη Βόρειο Συρία. Μια εισβολή που είχε την έγκριση Ουάσινγκτον, Τεχεράνης και Μόσχας και επιβλήθηκε μέσω της τελευταίας και στη Δαμασκό. Η Τουρκία, με αρκετές απώλειες από την εμπλοκή, αναβαθμίστηκε και προσπαθεί να επιβάλει το σχεδιασμό της για προέλαση προς τη Raqqa των υποστηριζόμενων από αυτήν ανταρτικών ομάδων. Μια κίνηση που αναγκαστικά θα πρέπει να γίνει μέσα από τα εδάφη που ελέγχουν ήδη οι Κούρδοι με απρόβλεπτες συνέπειες. Παράλληλα, οι αμερικανοί στρατηγοί δεν τρέφουν ιδιαίτερης εκτίμησης για τις υποστηριζόμενες από τους Τούρκους ανταρτικές δυνάμεις. Επιθυμώντας όμως το σύντομο τερματισμό των επιχειρήσεων και παράλληλη εξουδετέρωση των τζιχαντιστών σε Συρία και Ιράκ, προκρίνουν τη συνέχιση της ενίσχυσης των SDF (πολιτική Obama) για την εξαπόλυση του τελικού κτυπήματος.

Από την άλλη πλευρά, οι σύμμαχοι του Προέδρου Assad φαίνεται να παρακολουθούν διακριτικά τα διλήμματα των δυτικών αντιπάλων του «Ισλαμικού Κράτους» και εστιάζουν στη σταθεροποίηση του καθεστώτος της Δαμασκού στο δυτικό τμήμα της χώρας. Το Ισραήλ παρακολουθεί ανήσυχο και έχει εκδηλώσει την υποστήριξη του για μια ενίσχυση του ρόλου των Κούρδων στην περιοχή. Ο ταλαιπωρημένος λαός των Κούρδων, δεν αποτελεί μια ενιαία οντότητα και σημαντικές είναι οι διαφορές που χωρίζουν τους κουρδικούς πληθυσμούς των τεσσάρων ομόρων κρατών (Τουρκίας, Ιράν, Ιράκ, Συρίας). Η περιφερειακή μάλιστα κυβέρνηση των Κούρδων του Ιράκ έχει συνταραχθεί από πολύχρονες εσωτερικές συγκρούσεις των δύο κυρίων φατριών-οικογενειών για τη νομή της εξουσίας.

Εκτιμάται ότι ο αμερικανός Πρόεδρος Trump θα αποφύγει τη λήψη αποφάσεως για ενίσχυση των SDF μέχρι και τη διενέργεια του τουρκικού δημοψηφίσματος εκτιμώντας ότι εν συνεχεία θα έχει να αντιμετωπίσει έναν πιο διαλλακτικό Ερντογκάν. Μέχρι όμως το δημοψήφισμα του Απριλίου μεσολαβεί ένας ολόκληρος μήνας και οι προκλήσεις είναι πολλές. Οι SDF, με αρκετές ανεφοδιάστηκες ελλείψεις, πιέζουν προς την κατεύθυνση της Raqqa, καίτοι η εμπειρία της Μοσούλης έχει καταδείξει τις δυσκολίες κατάληψης ενός πυκνοκατοικημένου αστικού χώρου. Η ένταση στην περιοχή του Manbij (δυτικά του Ευφράτη) είναι μεγάλη και η Ουάσινγκτον αναγκάστηκε να αναπτύξει εσπευσμένα αμερικανικά στρατεύματα ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ανταρτών των υποστηριζόμενων από την Τουρκία και των SDF. Στο χώρο υπερίπτανται αμερικανικά, ρωσικά, τουρκικά και συριακά αεροσκάφη ενώ αμήχανα παρακολουθούμε και μια πρώτη διστακτική επαφή του συριακού στρατού με τις κουρδικές δυνάμεις. Έχουμε λοιπόν μια έκρυθμη κατάσταση και η ενδεχόμενη ανάφλεξη (που αρκετοί την επιθυμούν) μπορεί να προέλθει είτε από προβοκάτσια είτε και από τυχαίο γεγονός.

Σε στάση αναμονής και ο ανυπόμονος Αμερικανός Πρόεδρος. Οι αποφάσεις του θα αποτελέσουν τη πρώτη σοβαρή δοκιμασία της Προεδρίας και θα καταδείξουν την αποφασιστικότητα του, τις σχέσεις του με την αμερικανική στρατιωτική ηγεσία, την αντιμετώπιση των προνομιακών σχέσεων με την Τουρκία (και των συμμάχων στο ΝΑΤΟ γενικότερα) και τις διαθέσεις του για την επίτευξη μιας πρώτης προσέγγισης με τη Μόσχα. Βασικά όμως θα πρέπει να αποδείξει ότι η Αμερική είναι πάλι δυνατή, παρούσα, αποτελεσματική, χωρίς όμως να θυσιάζει τα παιδιά της και χωρίς να σκορπά αλόγιστα τα χρήματα των φορολογουμένων. Σε κάθε περίπτωση γίνεται φανερό ότι η τύχη της δύσμοιρης Συρίας και του λαού της έρχεται σε δεύτερη μοίρα ενώ αναζητείται ακόμη προσχέδιο εφικτής λύσεως!

* O Ιπποκράτης Δασκαλάκης είναι Υποστράτηγος (εα),
Πτυχιούχος τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου
Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)
Διαλέκτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)

Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

16 Μαρ 2017


Σε μια κίνηση που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα προκαλέσει την οργή της Ουάσιγκτον προχώρησε η Τουρκία, αφού μπλόκαρε στο ΝΑΤΟ ένα μέρος του προγράμματος στρατιωτικής εκπαίδευσης με συνδεδεμένες με την Ατλαντική Συμμαχία χώρες!

Η κίνηση αποτελεί ένα ακόμα βήμα κλιμάκωσης της κατάστασης λόγω της διένεξης με τη Γερμανία και την Ολλανδία, επειδή δεν επετράπη σε υπουργούς της κυβέρνησης, συμμάχους του Ερντογάν στο ισλαμιστικό κυβερνών κόμμα AKP, να μεταβούν σε εκδηλώσεις τουρκικών κοινοτήτων και να μιλήσουν, επικαλούμενες – σε τοπικό επίπεδο – ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.

Κάποιες πλευρές εκτιμούν ότι στόχος της τουρκικής ενέργειας είναι το μπλοκάρισμα της διμερούς συμφωνίας στρατιωτικής εκπαίδευσης που υπάρχει με την Αυστρία, καθώς είναι μία από τις χώρες με τις οποίες έχει έρθει η Τουρκία σε ανοιχτή ρήξη, με τους Αυστριακούς να ζητούν πρώτοι την αναστολή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ.

Η τουρκική ενέργεια θα μπορούσε να επηρεάσει τα 22 κράτη με τα οποία υπάρχουν τέτοιες συμφωνίες διμερούς αμυντικής συνεργασίας με έμφαση στις εκπαιδευτικές δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων βρίσκονται η Σουηδία και η Γεωργία, χώρες που συνεισφέρουν δυνάμεις σε Συμμαχικές αποστολές σε περιοχές όπως το Αφγανιστάν και το Κοσσυφοπέδιο…

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Δίωξη σε βάρος τεσσάρων προσώπων, μεταξύ των οποίων και σε δύο Ρώσους πράκτορες της υπηρεσίας πληροφοριών FSB, άσκησαν σήμερα οι αμερικανικές αρχές για την κυβερνοεπίθεση που αποκαλύφθηκε πέρσι σε βάρος του διαδικτυακού ομίλου Yahoo! καθώς και άλλων παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι η δίωξη στρέφεται εναντίον των Ρώσων πρακτόρων Ντμίτρι Ντουκουτσάεφ και Ίγκορ Σούσκιν και των χάκερ Αλεξέι Μπέλαν και Καρίμ Μπαράτοφ. Οι τρεις από τους κατηγορούμενους είναι Ρώσοι, ενώ ο τέταρτος έχει διπλή υπηκοότητα, του Καναδά και του Καζακστάν.

Σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, οι Ρώσοι κατάσκοποι “προσέλαβαν” τους χάκερ για να επιτεθούν σε διάφορους παρόχους το 2014. Κατάφεραν έτσι να αποκτήσουν πρόσβαση σε προσωπικές πληροφορίες εκατομμυρίων χρηστών του Yahoo!, της Google και άλλων εταιρειών. Οι δύο Ρώσοι “προστάτευαν, κατεύθυναν, διευκόλυναν και πλήρωναν” τους χάκερ για να εξαπολύουν τις επιθέσεις στους στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες και να αποκτήσουν πρόσβαση στους λογαριασμούς Ρώσων δημοσιογράφων, Ρώσων και Αμερικανών κυβερνητικών αξιωματούχων αλλά και υπαλλήλων ιδιωτικών εταιρειών διαφόρων χωρών, εξηγεί η ανακοίνωση του υπουργείου.

Εκτιμάται ότι οι χάκερ απέκτησαν πρόσβαση σε τουλάχιστον 500 εκατομμύρια λογαριασμούς χρηστών σε όλον τον κόσμο.

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

15 Μαρ 2017


Το ρωσικό ηλεκτρονικό ειδησεογραφικό μέσο Sputnik (sputniknews.com) επικαλείται τη μαρτυρία ενός Τούρκου πολιτικού αναλυτή, του Μεσούτ Χακί Κασίν, ο οποίος υποστήριξε πως κατά την τελευταία κορύφωση της κρίσης στη Συρία, με την προώθηση των τουρκικών δυνάμεων προς την πόλη Ιεράπολη (Μανπίτζ), η Ρωσία απέτρεψε σύγκρουση των αμερικανικών δυνάμεων που ήταν παρούσες στην περιοχή με τις τουρκικές που προχωρούσαν προς την πόλη. Ενδεχομένως, ο κίνδυνος μιας σοβαρότερης σύγκρουσης να επέβαλε τη συνάντηση των αρχηγών των επιτελείων των τριών χωρών (Τουρκίας, Ρωσίας και ΗΠΑ) στην Αττάλεια στις 7 Μαρτίου.
Αν η πληροφορία του Τούρκου πολιτικού αναλυτή έχει βάση, τότε τα πράγματα μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας είναι πολύ σοβαρά και δεν καλύπτονται με δημόσιες καθησυχαστικές δηλώσεις.
Δύο χώρες του ΝΑΤΟ φθάνουν στο χείλος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης, με έναν από τους θεωρούμενους «εχθρούς» της Συμμαχίας να παρεμβαίνει μεταξύ τους και να αποτρέπει τη σύγκρουση. Ο κόσμος αναδιαμορφώνεται και η ευρύτερη περιοχή μας βρίσκεται εν βρασμώ. Η Τουρκία επιδίωξε να αποσπάσει οφέλη από αυτήν την αναταραχή, αλλά μάλλον μπορεί να βρεθεί στην πλευρά των χαμένων.
Το δημοσίευμα του Sputnik αναφέρεται και σε δηλώσεις του εκπροσώπου του αμερικανικού Πενταγώνου, υποπλοίαρχου Τζεφ Ντέιβις, ο οποίος ανακοίνωσε ότι ο στρατός των ΗΠΑ έχει «χαράξει τον νέο ρόλο του στη Συρία», και αυτός συνίσταται στην παρουσία μικρού αριθμού στρατευμάτων που δεν θα τοποθετούνται σε επιθετική ή αμυντική διάταξη, αλλά θα βρίσκονται εκεί για να καθησυχάζουν και να αποτρέπουν αντιτιθέμενες «συμμαχικές» πλευρές
Η ερμηνεία του ρόλου αυτού των ΗΠΑ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τον πρώτο λόγο στη διαχείριση της συριακής κρίσης τον έχουν μάλλον οι Ρώσοι.
Σχολιάζοντας την ανακοίνωση, ρωσικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι αυτό ακριβώς «αντανακλά τα όρια της ικανότητας των ΗΠΑ». Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου διευκρίνισε, περαιτέρω, ότι λίγα στρατεύματα των ΗΠΑ είναι τώρα στα δυτικά προάστια της Ιεράπολης στη Συρία για να «καθησυχάσουν και να λειτουργήσουν αποτρεπτικά».
Να καθησυχάσουν ότι το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) έχει απομακρυνθεί από την Ιεράπολη και να αποτρέψουν διάφορες ομάδες που μάχονται στο έδαφος, συμπεριλαμβανομένων των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, των συμμάχων τους του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, των Συρο-κούρδων μαχητών και των Συριακών Κυβερνητικών Δυνάμεων, να κλιμακώσουν τη βία μεταξύ τους.
Σχολιάζοντας την ανακοίνωση, η ηλεκτρονική εφημερίδα της Ρωσίας Vzglyad σημειώνει ότι η κατάσταση γύρω από δύο προβληματικές εδαφικές περιοχές στο βόρειο τμήμα της Συρίας, κοντά στην αλ-Μπαμπ και την κουρδική Ιεράπολη της Συρίας, «απαιτεί μακρά στρατιωτικοδιπλωματική προσέγγιση και διαπραγματεύσεις, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να αναπτυχθεί μια ανεξέλεγκτη σπείρα στρατιωτικών αντιπαραθέσεων, βάσει της αρχής «όλοι εναντίον όλων». «Αυτήν τη στιγμή η Ιεράπολη είναι τόσο μακριά για τους Τούρκους όσο η Κίνα, ωστόσο κάποιος θα πρέπει να προσπαθήσει να αποτρέψει μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ Τούρκων, Σύρων και Κούρδων – που θέλουν να κερδίσουν όσο περισσότερο έδαφος μπορούν, εν ονόματι της αντιπαράθεσής τους με τους τζιχαντιστές» γράφει η εφημερίδα.
Ωστόσο, σημειώνει περαιτέρω, μια ντουζίνα Αμερικανών κομάντο δεν θα αλλάξουν την κατάσταση στο πεδίο της μάχης…
Ως εκ τούτου, «ο νέος ρόλος» των ΗΠΑ στην περιοχή αντανακλά την πραγματική ισορροπία δυνάμεων εκεί: οι Αμερικανοί είναι σε θέση να παράσχουν μόνο ηθική υποστήριξη.
Ούτε η Μόσχα ούτε η Ουάσινγκτον έχουν την πρόθεση να επιτρέψουν στην Άγκυρα να διαχειριστεί τα εδάφη που κατέλαβε, δημιουργώντας έτσι ένα προηγούμενο προσάρτησης μέρους της συριακής επικράτειας και νομιμοποίηση της τουρκικής επέκτασης, προσθέτει το Sputnik. Και υπογραμμίζει πως οι εξελίξεις αυτές συζητήθηκαν κατά την πρόσφατη συνάντηση των αρχηγών ΓΕΕΘΑ Ρωσίας, Τουρκίας, ΗΠΑ στην Αττάλεια.

Στο σημείο αυτό επικαλείται τον Τούρκο πολιτικό αναλυτή, ειδικό στις διεθνείς σχέσεις και το Διεθνές Δίκαιο Μεσούτ Χακί Κασίν, ο οποίος επεσήμανε στην τουρκική έκδοση του Sputnik ότι «υπάρχει μια άποψη ότι οι τρεις στρατιωτικοί αρχηγοί συναντήθηκαν στην Αττάλεια για να αποφευχθεί οποιαδήποτε πιθανή σύγκρουση στο έδαφος της Ιεράπολης».
«Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε κάτω από πολύ σημαντικές εξελίξεις στο συριακό έδαφος. Η επιτυχής προώθηση των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων προς την Ιεράπολη αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη. Υπάρχει μια άποψη ότι η Ρωσία, ενώ διευκολύνει τη μεταφορά τμημάτων των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων προς την Ιεράπολη, απέτρεψε σύγκρουση μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ», είπε.
Τέλος, για τον Τούρκο πολιτικό αναλυτή ένα άλλο ζήτημα είναι αν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ.
Η ανακοίνωση της στρατιωτικής διοίκησης των ΗΠΑ ότι «έχουν ενημερωθεί από τη ρωσική πλευρά» υποδηλώνει ότι υπήρξε μια συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών, κατέληξε.

Πηγή Pontos-News


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

12 Μαρ 2017


Γράφει ο Νίκος Μελέτης

Τις τελευταίες εβδομάδες η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη κλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις της με την Τουρκία, που με κάθε ευκαιρία ξεδιπλώνει και προωθεί εμπράκτως όλο το φάσμα των διεκδικήσεων της εις βάρος της χώρας μας αμφισβητώντας πλήρως το status quo.

Και ενώ οι αντιδράσεις της Αθήνας, παρά την εξαίρεση κάποιων ψύχραιμων χειρισμών του Υπουργείου Εξωτερικών, είναι αντιφατικές και αμήχανες, ξαφνικά επιστρατεύθηκε το …ιππικό!

Χωρίς να υπάρχει το οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο ή οποιαδήποτε ένδειξη, ξαφνικά υπήρξε καταιγισμός δημοσιευμάτων για …αμερικανική παρέμβαση στην Άγκυρα με συστάσεις για να χαμηλώσει του τόνους στο Αιγαίο.

Η υποτιθέμενη αμερικανική παρέμβαση εφόσον υπήρχε θα απάλλασσε την κυβέρνηση από τον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, θα δικαιολογούσε την αντιφατικότητα των αντιδράσεων, καθώς πλέον όλα θα είχαν εναποτεθεί στον πέραν του Ατλαντικού Σύμμαχο κι έτσι η Αθήνα θα έπαιζε εκ του ασφαλούς το παιγνίδι της έντασης που στήνει ο Ερντογάν… Και τελικά ακόμη και η υποχώρηση σε ορισμένα ζητήματα θα ήταν …νομιμοποιημένη σε μια λογική κατευνασμού που επιβάλλεται ώστε να μην ενοχληθούν οι Αμερικανοί και αποδυναμωθεί η διάθεση τους για την «παρέμβαση».

Η δύσκολη σχέση που όλοι φαντάζονται ότι θα υπάρξει μεταξύ δυο προσωπικοτήτων όπως ο Ντ. Τραμπ και ο Ταγίπ Ερντογάν δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Ουάσιγκτον σηκώνει τείχος προστασίας της Ελλάδας έναντι της τουρκικής επιθετικότητας.

Πιθανόν ο νέος Αμερικάνος πρεσβευτής Τζεφρυ Πάϊατ ο οποίος μάλλον περνά δύσκολες στιγμές, καθώς γνωρίζει ότι η νέα αμερικανική κυβέρνηση κάθε άλλο παρά εκτιμά την σημαντική εμπλοκή του στην Ουκρανική κρίση εναντίον της Μόσχας, εχει προφανή ανάγκη να αναζητήσει και να διεκδικήσει ρόλο που θα του ανοίξει δρόμο επικοινωνίας με την νέα αμερικανική ηγεσία αλλά και τον ίδιο τον πολιτικό προϊστάμενο του Ρεξ Τιλλερσον. Ο ίδιος παρά το κύρος που εχει στο κατεστημένο της Ουάσιγκτον, εχει ένα εξαιρετικά άβολο ρόλο σε μια κυβέρνηση που δεν κρύβει τα φιλορωσικά αισθήματα της.

Όμως και για κάποια στελέχη της Ελληνικής κυβέρνησης , είναι σημαντικό να επιβεβαιώσουν με κάθε τρόπο την υποτιθεμένη προσωπική «στενή σχέση» και την πρόσβαση που έχουν σε στελέχη του Λευκού Οίκου.

Συνεπώς μια νεφελώδης, γενική και αόριστη «αμερικανική παρέμβαση» είναι χρήσιμη ως διαρροή για αρκετούς λόγους.

Ενώ ούτε η αμερικανική ούτε η τουρκική πλευρά έχουν κάνει την οιαδήποτε νύξη, οι διαρροές έσπευσαν να «μαντέψουν» ότι στην σύντομη συνάντηση, που είχαν ο Ρεξ Τιλλερσον και ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου στο Μόναχο, όπου ήταν συνάντηση γνωριμίας και ενώ στην κορυφή της ατζέντας είναι φυσικά η Μ. Ανατολή, η Συρία και το ISIS, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ έθεσε το θέμα των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο…

Υπήρξαν επίσης «διαρροές» ότι το θέμα των προκλήσεων ήγειρε κάποιος από τους βοηθούς Αμερικανούς βοηθούς Υπ. Εξωτερικών σε κάποιους τούρκους αξιωματούχους σε συνάντηση που είχαν για άλλα θέματα, και επίσης ότι το έθεσε στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικων και ο Αμερικάνος πρεσβευτής στην Άγκυρα Τζον Μπαας. Ο κ. Μπαας βεβαίως είναι σχεδόν persona non grata για το καθεστώς Ερντογάν και το πιθανότερο η οποιαδήποτε παρέμβαση του για τις προκλήσεις στο Αιγαίο, εάν έγινε, να μπήκε απευθείας στο αρχείο του γενικού γραμματέα του τουρκικού ΥΠΕΞ με τον οποίο συναντήθηκε.

Όσο για τις ενισχυτικές του αφηγήματος αυτού, διαρροές συμφωνα με τις οποίες ο γ.γ. του ΟΗΕ Α. Γκουτιέρες στην τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Ταγιπ Ερντογάν, έθεσε και το θέμα των προκλήσεων στο Αιγαίο, θα ήταν πιο αξιόπιστες αν υπήρχε έστω και η παραμικρή μνεία στις ανακοινώσεις και διαρροές που έγιναν από τα δυο μέρη μετα την εμπιστευτική συνομιλία τους στο συγκεκριμένο θέμα… Κάτι τέτοιο δεν συνέβη…

Αυτά όμως αφορούν απλώς και μόνο την διαδικασία.
Η ουσία είναι ότι ακόμη κι αν υπήρξαν αυτού του είδους οι παρεμβάσεις αποδεικνύονται απολύτως αναποτελεσματικές και αυτό θα έπρεπε να σημάνει συναγερμό στην Αθήνα και να μην προκαλεί επανάπαυση και θριαμβολογίες για την υποτιθεμένη «σχέση» με τον Λευκό Οίκο.

Οι προκλήσεις της Άγκυρας έχουν κλιμακωθεί και έτσι μετά τις NAVTEX για τις έρευνες στο Βόρειο Αιγαίο από το σκάφος CESME ακολούθησε η NAVTEX για τις έρευνες του PIRI REIS στο Αιγαίο και στην Μεσόγειο, αλλά και η τούρκικη άσκηση δυτικά της Πάφου.

Με τις αμερικάνικες «παρεμβάσεις» όμως υπάρχουν μερικά ακόμη σοβαρά ζητήματα.

Σημαντική πηγή εντάσεων στο Αιγαίο αποτελεί η πάγια τακτική της Τουρκίας να παραβιάζει τον ελληνικό εναέριο χώρο των 10 ν.μ. ,καθώς αναγνωρίζει ελληνικό εναέριο χώρο μόνο των 6ν.μ. υπεράνω των χωρικών υδάτων. Όμως τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το ΝΑΤΟ αποδέχονται την τουρκική θέση και οι Αμερικανοί αναγνωρίζουν παγίως εναέριο χώρο μόνο 6 ν.μ. συνεπώς δεν αποδέχονται ως παραβιάσεις και προκλήσεις την πτήση τουρκικών μαχητικών στην περιοχή μεταξύ 6 και 10 ν.μ.. Σε αυτές τις περιπτώσεις ενδέχεται να επιρριφθεί και στην ..Αθήνα η ευθύνη για την ένταση καθώς αναγνωρίζει και αναχαιτίζει τα τουρκικά αεροσκάφη…

Στο θέμα επίσης των Ιμίων η Ουάσιγκτον ουδέποτε υποστήριξε την ελληνική θέση και παγίως δηλώνει ότι δεν εμπλέκεται σε θέματα που αφορούν κυριαρχία άλλων χωρών, ενώ αναφέρεται στις βραχονησίδες και με την ελληνική και την τουρκική ονομασία τους: Ιmia/Kardak. Συνεπώς η οποιαδήποτε παρέμβαση τους στο θέμα των «γκρίζων ζωνών» μάλλον θα ανοίξει, πάρα θα κλείσει ζητήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Εξάλλου, και πρέπει να υπενθυμίζεται με κάθε ευκαιρία, η παρέμβαση των Αμερικανών το 1996 απέτρεψε την σύγκρουση των δυο χωρών, με μια Ελλάδα που παρά τα πολιτικά προβλήματα, διένυε περίοδο αυτοπεποίθησης και οικονομικής ευμάρειας, υποχρεώθηκε όμως στην γνωστή συμφωνία απεμπλοκής (δια χειρός Χολμπρουκ) που προέβλεπε το άτυπο γκριζάρισμα των Ιμίων: no men, no flags, no ships.

Το ότι δεν επιθυμεί κανείς μια γενική σύγκρουση στο Αιγαίο είναι προφανές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η όποια αμερικανική παρέμβαση θα γίνει σε κενό αέρος και στην βάση των ελληνικών θέσεων και του διεθνούς δίκαιου. Πολύ περισσότερο δεν πρέπει να υπάρχει η παρεξήγηση ότι η «παρέμβαση» όταν γίνεται αφορά μόνο την Τουρκία. Οι παρεμβάσεις για αυτοσυγκράτηση και διάλογο γίνονται και προς τις δυο πλευρές.

Ακόμη και οι πιο φιλέλληνες Αμερικανοί (και ο κ. Τραμπ προς το παρόν δεν εχει δώσει καθέναν σχετικό δείγμα γραφής) στράφηκαν τελικά και προς την Ελλάδα με συστάσεις για αποφυγή εντάσεων και τριβών. Και είναι κάτι που δύσκολα θα αλλάξει με δεδομένο ότι όταν ο κ. Τραμπ αποφασίσει και βρει χρόνο να ασχοληθεί με την Εξωτερική πολιτική, προφανώς το Αγαθονήσι και τα Ίμια δεν θα είναι στην κορυφή των προτεραιοτήτων του. Και με τον ίδιο τον Ταγιπ Ερντογάν θα πρέπει να αντιμετωπίσει ακόμη πιο σοβαρά ζητήματα. Το Κουρδικό, την σχέση με το Ιράν, τον ισλαμικό εξτρεμισμό, τις σχέσεις με την Ρωσία, το Ιντσιρλικ…

Την Δευτέρα στην συνάντηση που θα εχει ο Νίκος Κοτζιάς στην Ουάσιγκτον με τον Ρεξ Τιλλερσον, θα δοθεί η ευκαιρία για μια πρώτη προσέγγιση και ψηλάφηση των προθέσεων της νέας αμερικανικής κυβέρνησης. Βεβαίως τα κέντρα άσκησης εξωτερικής πολιτικής είναι πολλά στην κυβέρνηση Τραμπ. Καθώς σύμβουλοι όπως ο Στέφεν Μπάννον είναι πολύ πιο ισχυροί από τον κ .Τιλλερσον.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν θα είναι φρόνιμο για την χώρα να επαναπαυθεί στην «επέλαση» του Ιππικού…

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

10 Μαρ 2017


Των Δημήτρη Τσαϊλά και του Αλέξανδρου Δρίβα

Σε αυτό το νέο διαμορφούμενο διεθνές περιβάλλον, που διαρκώς μεταβάλλεται και εξελίσσεται, η δυναμική που αναπτύσσουν τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί, δημιουργούν νέες συνθήκες και διαμορφώνουν νέους συσχετισμούς δυνάμεων. Μια περαιτέρω ένδειξη ότι η Τουρκία, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν κοινό έδαφος συντονισμού επιχειρήσεων στη Συρία είναι η συνάντηση του Τούρκου ΑΓΕΕΘΑ με τους αμερικανό και ρώσο, ομολόγούς του στην Αττάλεια. Εκτιμάται ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Τουρκία έχουν σημαντικά διαφορετικές απόψεις ως προς το ποιες ομάδες είναι τρομοκράτες. Τόσο η Ρωσία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν βαθιές επιφυλάξεις για την ομάδα Αχράρ αλ-Σαμ.

Αλλά οι πιο κραυγαλέες διαφορές είναι πάνω στις συριακές κουρδικές Μονάδες Προστασίας (YPG) και των συμμάχων της που μάχονται κάτω από τη σημαία των συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία θεωρεί και τις δύο αναφερόμενες ομάδες ως τρομοκράτες, λόγω των συνδέσεων του YPG με την οργάνωση Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ), το οποίο αγωνίζεται για την κουρδική αυτονομία στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Ερχόμενοι ξανά στα γεγονότα πιστεύουμε ότι ο Τούρκος στρατηγός συναντήθηκε με τον Αμερικανό και το Ρώσο, καθώς οι επιθέσεις δείχνουν ότι η Τουρκία είναι αποφασισμένη να δοκιμάσει τα όρια της αποφασιστικότητας των ΗΠΑ και της Ρωσίας, καθώς διατηρεί την ένταση με το YPG. Ο διοικητής των YPG ισχυρίστηκε ότι ο επόμενος στόχος της Τουρκίας θα είναι η πόλη της Αμπιάντ στα τουρκικά σύνορα, η οποία καταλήφτηκε από την SDF με τη στήριξη των ΗΠΑ τον Ιούνιο του 2015. Θεωρείται η Αμπιάντ ως στρατηγικής σημασίας λόγω της γειτνίασής της με τη Raqqa. Ο έλεγχος αυτής της πόλης θα επιτρέψει στην Τουρκία να καταλάβει την Raqqa, αντί του SDF. Αλλά η παρουσία των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων στην περιοχή το καθιστά απίθανο και η Τουρκία ενέχει τον κίνδυνο για τυχόν μονομερείς κινήσεις που θα μπορούσαν να τη θέσουν σε σύγκρουση με τη σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Μη ξεχνάμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεσμευτεί να παραδοθεί η Raqqa στο SDF, και όχι στη Τουρκία.

Κάτι που οφείλουμε να κατανοήσουμε, είναι πως ο εν ενεργεία κατακερματισμός της διεθνούς κοινότητας έτσι όπως αυτή δημιουργήθηκε από το 1945 και μετά, δεν μας αφήνει περιθώρια για να κρίνουμε την όποια συμμετοχή σε ομιλίες, ακόμη και επίσημες, ως «παράσημο» για τους συμμετέχοντες. Η Τουρκία, έλαβε μέρος στην τριμερή με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία καθώς η πολυμερής διπλωματία, δεν έχει εκλείψει τελείως. Η πίτα των διακυβευμάτων στη Μέση Ανατολή, έχει μεγάλο αριθμό για διαιρέτη και οι μεγάλες δυνάμεις (εν προκειμένω ΗΠΑ και Ρωσία) επιθυμούν την απλοποίηση κατανομής συμφερόντων καθώς όπως θα θυμόμαστε, στη Συρία, ο αριθμός των συμμετρικών (κράτη) και αύμμετρων (ομάδες) δρώντων ήταν από την αρχή της κρίσης μεγάλος.

Το κεφάλαιο «Μέση Ανατολή», τόσο για ΗΠΑ όσο και για Ρωσία, οφείλει να κλείσει γρήγορα καθώς Τραμπ και Πούτιν οφείλουν να ασχοληθούν με πολύ διαφορετικά πράγματα. Χωρίς συναίνεση στη Μέση Ανατολή μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, η πολιτική και των δύο στην Ανατολική Ασία θα είναι μάλλον συγκρουσιακή και καμία από τις δύο δυνάμεις δε θέλει κάτι τέτοιο. ΗΠΑ και Ρωσία, δεν κάνουν τίποτε άλλο από αυτό που θα έκανε ένας επιχειρηματίας που θα αναζητούσε το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος με την ήσσονα δυνατή καταβολή κόστους. Οι Κούρδοι είναι αυτή τη στιγμή μια πολύ καλή και «φθηνότερη» σε σχέση με την απαιτητική Τουρκία. Στη διεθνή πολιτική, η πολυπλοκότητα, απλοποιείται μόνο με τον υπολογισμό του κόστους-οφέλους. Προηγούνται οι υπολογισμοί των μεγάλων δυνάμεων. Το τρίγωνο ΗΠΑ-Ρωσία-Τουρκία, δεν μπορεί να σταθεί σαν στρατηγική συνεργασία καθώς τα συμφέροντα των τριών δυνάμεων, δύσκολα συμβιβάζονται. Σε όλα αυτά, χρειάζεται να προσμετρήσουμε την ανησυχία της Δύσης για το δημοψήφισμα της Τουρκίας τον ερχόμενο Απρίλιο καθώς και την περιοχή γύρω από τον Ευφράτη που αποτελεί χώρο ζωτικών συμφερόντων του Ισραήλ.

Οι Ρώσοι και οι Τούρκοι έχουν στο παρελθόν εμπλακεί σε γενικευμένους πολέμους για τον έλεγχο και την επιρροή σε βασικές περιοχές, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα. Να μη ξεχνάμε ότι η Άγκυρα θεωρεί τη Μόσχα ως μια μόνιμη απειλή για τα συμφέροντά της. Οι πολιτικές αμφοτέρων των σημερινών ηγετών των δύο χωρών άσχετα με το τι αφήνουν να φαίνεται προς τα έξω συσσωρεύουν εντάσεις. Τόσο ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όσο και ο Βλαντιμίρ Πούτιν αντιπροσωπεύουν επιθετικούς και φιλόδοξους ηγέτες, καθοδηγούμενοι από την επιθυμία να μετατρέψουν τις χώρες τους στις αυτοκρατορίες που ήταν κάποτε. Πράγματι, και οι δύο ηγέτες αναφέρονται ως «σουλτάνος» και «τσάρος», υπονοώντας την εικόνα που ο καθένας επιδιώκει να γίνει.

Δεύτερον, η σχέση μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας έχει επηρεαστεί από στρατηγικές εκτιμήσεις και πολιτικά συμφέροντα που σχετίζονται με τη σημερινή πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Οι δύο χώρες σήμερα βλέπουν τη διαπραγμάτευση όσον αφορά την κρίση στη Συρία ως προτιμότερη λύση.

Τρίτον, στο πλαίσιο της κρίσης στην Ουκρανία με μια Δύση και το ΝΑΤΟ εναντίον του Πούτιν, τα αντικρουόμενα συμφέροντα της Ρωσίας και της Τουρκίας στη Συρία, μαζί με την έντονη αντίθεση της Τουρκίας στην ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, φέρνει τις δύο χώρες σε πορεία σύγκρουσης.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος της αναταραχής στη Μέση Ανατολή και δεν παίζει σχεδόν κανένα ενεργό ρόλο σε αυτή, παρά μόνο ως χώρα εισόδου της ΕΕ, ως αποδέκτης των άτακτων ροών των προσφύγων. Είτε από επιλογή ή όπως υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, η πολιτική της Ελλάδας μέχρι στιγμής είναι μάλλον απαθής, ενώ οι εξελίξεις στη γειτονιά μας ξεδιπλώνονται. Ανεξάρτητα από τη θεωρία σχετικά με τη θεμελιώδη σοφία αυτής της πολιτικής, τα τρέχοντα γεγονότα εκτιμώ ότι μας υποχρεώνουν να εσωτερικεύσουμε και να κατανοήσουμε τις αναδυόμενες, απειλές και ευκαιρίες, στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον. Είναι δεδομένο ότι βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου πρέπει να προσαρμοστούμε στα νέα πρότυπα, που αντανακλούν οι συχνές αλλαγές στη λεπτή ισορροπία μεταξύ των πολλών παραγόντων που εμπλέκονται. Ένα νέο κεφάλαιο έχει ανοιχθεί και βρίσκεται σε εξέλιξη, με την στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας, μια αντιπαλότητα που έχει τονίσει αντιφάσεις και αλήθειες σε διμερή και διεθνή επίπεδα.

Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία η πατρίδα μας είναι ανάγκη να ακολουθήσει τη νέα εποχή και να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις για να ενισχύσει τη θέση και τον ρόλο της στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή. Η Ελλάδα είναι ένα πολιτισμένο φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος και είναι πιστό στις αρχές της ΕΕ του ΟΗΕ και στη συνθήκη του ΝΑΤΟ. Γι” αυτό τον λόγο στις διεθνείς σχέσεις της, επιμένει στην αποχή από πράξεις που θα συνιστούσαν απειλή ή χρήση βίας. Οφείλουμε όμως να είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Έχουμε την υποχρέωση να είμαστε έτοιμοι να ασκήσουμε το φυσικό δικαίωμα της νόμιμης άμυνας σε κάθε περίπτωση όταν και όπου αυτό απαιτηθεί.

Οι ενέργειες αυτές είναι δομικές πρακτικές και πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με σύνεση. Επί πλέον οι προκλήσεις στον χώρο του Αιγαίου και της νοτιανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, εντείνονται ποιοτικά και ποσοτικά όσο πλησιάζουμε στην εξόρυξη υδρογονανθράκων και την ανακήρυξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Συμμετέχουμε στο διεθνές γίγνεσθαι και αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους, που ήδη διαφαίνονται στον ορίζοντα, όπως είναι η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας και το πρόβλημα εισόδου του κύματος των μεταναστών και προσφύγων. Για αυτό το λόγο εκτιμάται ότι είναι απαραίτητη η προσπάθεια ευθυγράμμισης των εθνικών και των κοινών ευρωπαϊκών στόχων στον γεωπολιτικό μας χώρο.

Οφείλουμε όμως από τη δική μας πλευρά, να αποκτήσουμε μια Πολιτική Εθνικής Ασφαλείας (ΠΕΑ). Ένα σχέδιο που θα έχει διάρκεια στο χρόνο, θα έχει σταθερότητα και δεν θα μεταβάλλεται με την εναλλαγή των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία. Η εξωτερική πολιτική επιβάλλεται να αποκτήσει αυτόν το νέο προσανατολισμό. Προσανατολισμό για να εξελιχθούμε σε γεωπολιτική δύναμη της Μεσογείου και του βαλκανικού χώρου. Η βασική προϋπόθεση για την επίτευξη του σκοπού, είναι η ΠΕΑ να παράσχει ένα αποτρεπτικό δόγμα με σύγχρονες αμυντικές υποδομές με σωστή τεχνογνωσία για τα θέματα αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής.

Ειδικότερα, τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα και οι νέες αμυντικές επιχειρησιακές δομές και αντιλήψεις θα πρέπει να έχουν ως στόχο, πώς να κάνουν τις ένοπλες δυνάμεις σύγχρονες και ικανές για την αποτελεσματική άμυνα της Ελλάδας. Μια διεξοδική αναθεώρηση της ΠΕΑ είναι πράγματι ζωτικής σημασίας σε μια εποχή όπου η γειτονιά μας μοιάζει με ένα “δαχτυλίδι της φωτιάς” και όχι ένα “δαχτυλίδι γάμου”. Προς το εθνικό μας συμφέρον, είναι σημαντική μια αναθεώρηση που δεν θα διστάζει να παρουσιάζει τις απειλές, κατά τρόπο που να είναι διαφανείς και χωρίς αποκλεισμούς.


* Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α. και ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ.
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Αναφορά στην ένταση που επικρατεί στο Αιγαίο τις τελευταίες εβδομάδες, έκανε ο βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Jonathan Cohen, μιλώντας στο Κογκρέσο σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC) για την προώθηση των θεμάτων Ελλάδος Κύπρου.

Όπως αναφέρει ο Μιχάλης Ιγνατίου στην ιστοσελίδα του, ο κ. Cohen είπε πως «υπάρχουν συγκεκριμένοι διπλωματικοί δίαυλοι που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά για την αποκλιμάκωση της έντασης όταν υφίσταται θέμα έντασης στην περιοχή» και πρόσθεσε πως αυτοί οι δίαυλοι έχουν προφανώς χρησιμοποιηθεί και γι᾽ αυτό καταγράφηκε σχετική αποκλιμάκωση. Τόνισε μάλιστα πως όλα τα μέλη της Συμμαχίας (ΝΑΤΟ) έχουν συμφέρον να διασφαλίσουν πως οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας δεν είναι συγκρουσιακές.

Εξηγώντας τη σημασία που έχει για την Αμερική η Βάση της Σούδας είπε ότι «τα οφέλη που προσφέρει στις ΗΠΑ η Σούδα είναι αναντικατάστατα», ενώ αναφερόμενος στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας τόνισε την σημασία της Βάσης του Ιντσιρλικ την οποία έχει διαθέσει η Τουρκία στην Ουάσιγκτον.

«Οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι τεταμένες μετά το πραξικόπημα λόγω του θέματος του Fethullah Gulen και εξαιτίας της εποικοδομητικής σχέσης που διατηρούμε με του Κούρδους της Συρίας YPG. Αυτά τα δύο γεγονότα έχουν περιπλέξει τις σχέσεις μας τους τελευταίους 7 8 μήνες. Έχουν υπάρξει επαφές με την νέα ηγεσία του State Department και αυτές οι επαφές έχουν δημιουργήσει την προσδοκία βελτίωσης των σχέσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε επιλύσει τα δύο θέματα στα οποία αναφέρθηκα. Πρόκειται για μια δύσκολη και πολύπλοκη σχέση αλλά λόγω της στρατηγικής θέσης της Τουρκίας είναι προς το αμερικανικό συμφέρον μια καλή σχέση με την Άγκυρα».


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου