Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

27 Φεβ 2017


Ανησυχία για το κλίμα έντασης που διαιωνίζεται στο Αιγαίο, η οποία όμως δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε παρέμβαση ουσίας προς την Άγκυρα, επικρατεί στην Ουάσιγκτον. Στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι λίγοι αυτοί που ασχολούνται σε αυτή τη φάση με τα ελληνοτουρκικά, οι όποιες επαφές υπάρχουν γίνονται σε υψηλό πολιτικό επίπεδο και δεν στηρίζονται πάντα στη διπλωματική γραφειοκρατία. Οι προθέσεις του περιβάλλοντος του προέδρου Τραμπ είναι ασαφείς και τα μηνύματα όχι ιδιαίτερα ηχηρά. Ωστόσο, ο ελληνικής καταγωγής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Ρέινς Πρίμπους, είναι ενήμερος για την αυξημένη ένταση στο Αιγαίο, κάτι που στο σημερινό περιβάλλον σύγχυσης που επικρατεί στον κυβερνητικό μηχανισμό –για «χάος» έκανε λόγο παράγων της Ουάσιγκτον που γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις– αποτιμάται ως εξαιρετικά χρήσιμο.

Παράλληλα, πολύ θετική χαρακτηρίζεται η απομάκρυνση του Μάικλ Φλιν από τη θέση του συμβούλου εθνικής ασφαλείας, καθώς οι «στενές επαφές» που φέρεται να διατηρούσε μέχρι το πρόσφατο παρελθόν με Τούρκους παράγοντες γεννούσαν εύλογες ανησυχίες για τη στάση που θα τηρούσαν οι ΗΠΑ σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική κρίση.

Ένα «ατύχημα»

Στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναγνωρίζουν τον υπαρκτό κίνδυνο μιας περαιτέρω κλιμάκωσης, ακόμη και ενός «ατυχήματος», και διαμηνύουν ότι παρακολουθούν τις εξελίξεις, αλλά δεν υπάρχουν ούτε οι αποτελεσματικοί δίαυλοι επικοινωνίας που συχνά πηγάζουν από διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζουν, ούτε ο ανάλογος σχεδιασμός και η ειδικότερη ενασχόληση με το ζήτημα, απαραίτητα συστατικά για την έγκαιρη αποτροπή δυσάρεστων εξελίξεων και μάλιστα μεταξύ συμμάχων. Επίσημα, υπογραμμίζουν ότι ενθαρρύνουν τον διάλογο μεταξύ των δύο χωρών για τη διαχείριση των όποιων μεταξύ τους διαφορών.

Το κενό εξουσίας στην Ουάσιγκτον, το οποίο στην περίπτωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι κάτι περισσότερο από αισθητό, περιορίζει τα αντανακλαστικά και μειώνει τις δυνατότητες αποτελεσματικής εμπλοκής. Η καθοριστικής σημασίας θέση του βοηθού υπουργού Εξωτερικών αρμόδιου για την Ευρώπη, στην οποία βρέθηκε κατά το παρελθόν ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ και πιο πρόσφατα η Βικτόρια Νούλαντ, παραμένει κενή.

Χωρίς, φυσικά, να σημαίνει ότι ο εκάστοτε Αμερικανός αξιωματούχος στο συγκεκριμένο αξίωμα υιοθετεί «φιλελληνική» στάση, ωστόσο γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις, είναι σε θέση να παρακολουθεί τις εκατέρωθεν κινήσεις έχοντας πλήρη εικόνα των ελληνοτουρκικών, να συντονίζει τις πρεσβείες Αθήνας και Άγκυρας και να προβαίνει άμεσα στις καθοριστικές δράσεις που αποτρέπουν δυσάρεστες εξελίξεις. Σε άλλες περιπτώσεις αρκεί η δική του παρέμβαση, που μπορεί να περιλαμβάνει ακόμη και μετάβαση στις δύο πρωτεύουσες, και σε άλλες οικοδομεί το πρόσφορο περιβάλλον ώστε η όποια παρέμβαση σε υψηλότερο επίπεδο να αποδειχθεί αποτελεσματική. Αυτή τη στιγμή το «άλμα» από τα χαμηλόβαθμα στελέχη που χειρίζονται την κάθε χώρα –ή ακόμη και τον εκτελούντα χρέη αναπληρωτή για την Ευρώπη– μέχρι τον υπουργό Εξωτερικών είναι τεράστιο και ο σχετικός σχεδιασμός εκ των πραγμάτων προβληματικός.

Οι επικοινωνίες

Παρά τον μειωμένο βαθμό εγρήγορσης, υπάρχουν επικοινωνίες οι οποίες κινούνται στην πάγια γραμμή της αποφυγής «ανατροπών» της υφιστάμενης κατάστασης. Σε επίπεδο ουσίας, τα μηνύματα σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά στο Αιγαίο απευθύνονται και προς τις δύο πλευρές, ζητώντας «αυτοσυγκράτηση» από την Άγκυρα, αλλά και από την Αθήνα. Είναι ενδεικτικό ότι πρόσφατα εκφράσθηκε δυσφορία για την «περιοδεία» του αρχηγού των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην περιοχή των Ιμίων, αλλά ταυτόχρονα επισημάνθηκε ότι ούτε κάποιες κινήσεις του Έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας βοηθούν.

Ως γενικότερη αίσθηση πάντως αναγνωρίζεται στην ελληνική κυβέρνηση ότι τηρεί χαμηλούς τόνους, κάτι που δεν αντανακλά απαραίτητα και την εικόνα που υπάρχει για την Τουρκία, με δεδομένο τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Ταγίπ Ερντογάν και τους πολιτικούς υπολογισμούς που ενδεχομένως κάνει ενόψει του κρίσιμου δημοψηφίσματος του Απριλίου.

Επιπροσθέτως, όπως τόνισε στην «Κ» Αμερικανός αξιωματούχος που έχει ασχοληθεί με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και γνωρίζει την περιοχή, ο βίαιος εκδιωγμός πολλών Τούρκων διπλωματών, και πολύ περισσότερο, αξιωματικών, έχει δυσχεράνει την επικοινωνία, ακόμη και αν υπήρχαν σαφείς οδηγίες για την αμερικανική πολιτική έναντι της Τουρκίας, που πάντως δεν υπάρχουν.

Μια σημαντική παράμετρος που δυσχεραίνει τα πράγματα είναι και το γεγονός ότι ο αμερικανοτουρκικός διάλογος επικεντρώνεται κυρίως, αν δεν εξαντλείται, στα «μεγάλα» περιφερειακά ζητήματα –καταπολέμηση του ISIS, εξελίξεις στη Συρία, σχέσεις με το Ιράν– ενώ αυτονόητη σημασία δίνεται και στις διμερείς σχέσεις, όπου κυριαρχεί το επίμονο τουρκικό αίτημα για την έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν. Δευτερευόντως αγγίζει ευρύτερου ενδιαφέροντος περιφερειακές εξελίξεις όπως είναι οι συνομιλίες για λύση του Κυπριακού, ενώ σε ζητήματα όπως το Αιγαίο δεν δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, μια πραγματικότητα που κάποιοι ίσως επιχειρήσουν να εκμεταλλευθούν.

Ο ρόλος των Ισραηλινών

Από την πλευρά της Αθήνας γίνονται προσπάθειες να αξιοποιηθούν δίαυλοι επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο μέσω τρίτων. Υψηλόβαθμες διπλωματικές πηγές –εντός και εκτός Ελλάδος– πιστοποιούν ότι Αθήνα και Ιερουσαλήμ βρίσκονται σε πολύ στενή επαφή προκειμένου να διευκολύνουν αρχικά την επικοινωνία και μετέπειτα την προσέγγιση ανάμεσα στην κυβέρνηση του Αλ. Τσίπρα και του προέδρου Τραμπ. Οι Ισραηλινοί φαίνεται ότι επιθυμούν να βοηθήσουν την Ελλάδα να αποκτήσει πρόσβαση στο περιβάλλον του κ. Τραμπ, με το οποίο –όπως φάνηκε από την πρόσφατη εγκάρδια συνάντηση του Αμερικανού προέδρου με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου– οι σχέσεις είναι αγαστές. Ένας δεύτερος, λιγότερο εμφανής δίαυλος της Αθήνας προς τον κ. Τραμπ είναι και η Αίγυπτος.

Ο πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι έχει πολύ καλές σχέσεις με τον κ. Τραμπ, ο οποίος –λόγω και των εγκάρδιων σχέσεων που διατηρεί με τον κ. Νετανιάχου– θεωρεί την Αίγυπτο μέρος του συστήματος ασφαλείας της περιοχής. Υπενθυμίζεται ότι το Ισραήλ και η Αίγυπτος συνεργάζονται πολύ στενά στη Χερσόνησο του Σινά και αλλού. Η Αθήνα, με δεδομένη την πολύ καλή σχέση που διατηρεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, μέσω των τριμερών σχημάτων συνεργασίας και με τις δύο χώρες, έχει εξαρχής τοποθετηθεί στο νέο επιτελείο του Λευκού Οίκου με αυτή ακριβώς την ιδιότητα. Ως, δηλαδή, μια χώρα που μαζί με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Κύπρο αποτελούν ένα τετράγωνο σταθερότητας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Παρά το γεγονός ότι στο εσωτερικό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ απομένει ακόμη να οριστεί διάδοχος της αρμόδιας υφυπουργού για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη Βικτόρια Νούλαντ, η απουσία πρακτικής κατεύθυνσης φαίνεται να αντισταθμίζεται –προφανώς προς το παρόν– ως προς τη διαχείριση ορισμένων ζητημάτων από τη δραστηριοποίηση έμπειρων διπλωματών όπως ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τζέφρι Πάιατ.

Πηγή "Καθημερινή"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Διεθνή εκστρατεία ενημέρωσης για το “καθεστώς” του Αιγαίου και τις τουρκικές διεκδικήσεις, τις οποίες παρουσιάζουν ως “δικαιώματα” ξεκίνησαν από τις αρχές του μήνα, και συνεχίζουν μέχρι σήμερα, οι Τούρκοι, οι οποίοι πληροφόρησαν ξένες κυβερνήσεις, ανάμεσα σε αυτές και τη νέα διοίκηση, στην Ουάσιγκτον.

Σύμφωνα με πληροφορίες μας, ο δοτός πρωθυπουργός της Τουρκίας Μπιναλί Γιλντιρίμ και ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου ενημέρωσαν τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Μάικλ Πενς και τον επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Ρεξ Τίλλερσον, για την κατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με την Ελλάδα και ειδικά την περίπτωση του “καθεστώτος του Αιγαίου”. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες οι Αμερικανοί αξιωματούχοι άκουσαν και δεν τοποθετήθηκαν επί της ουσίας, πέραν της αναφοράς για αυτοσυγκράτηση. Στη δική τους ατζέντα βασικά θέματα συζήτησης ήταν η τρομοκρατία και συγκεκριμένα οι τρόποι καταπολέμησης των τζιχαντιστών.

Η συζήτηση του θέματος του Αιγαίου ΔΕΝ αναφέρεται στις σχετικές λιτές ανακοινώσεις, που εκδόθηκαν μετά τις συναντήσεις.

Οι Τούρκοι επέμεναν στη διακοπή κάθε σχέσης με τους Κούρδους της Συρίας, και είναι χαρακτηριστικό ότι οι Αμερικανοί συνομιλητές των κ. Γιλντιρίμ και Τσαβούσογλου τόνισαν ότι σημασία που έχει για την Αμερική η με κάθε τρόπο εξόντωση του ISIS. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας θα συνεχίσουν και θα διευρυνθούν, εκτός εάν λάβει άλλη απόφαση τις επόμενες ημέρες ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Οι πηγές πιστεύουν ότι το θέμα των Κούρδων θα παραμείνει “σημείο τριβής” μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Άγκυρας, όπως και επί διακυβέρνησης του Μπάρακ Ομπάμα, αν και οι Τούρκοι διαρρέουν ότι “τα βρήκαν” με τους συνεργάτες του κ. Τραμπ.

Επίσης: Ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν έστειλε στην Ουάσιγκτον τον υφυπουργό Εξωτερικών, Ümit Yalçın, ο οποίος συναντήθηκε με τον υφυπουργό Τόμας Σιάννον. Συζήτησαν όλα τα θέματα που άπτονται των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων και ο Τούρκος υφυπουργός προχώρησε σε μία διεξοδική ενημέρωση για τις τουρκικές θέσεις έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.

Κεντρικό σημείο όλων των ενημερώσεων είναι ότι η Τουρκία στο Αιγαίο “προστατεύει τα δικαιώματά της”, και ότι στην Κύπρο προστατευει τους Τουρκοκύπριους, ενώ στην πραγματικότητα υλοποιεί μία στρατηγική ελέγχου όλης της νήσου.

Η αίσθηση που αποκόμισαν διπλωματικές πηγές, οι οποίες μοιράστηκαν τα συμπεράσματά τους με την ιστοσελίδα μας, είναι ότι η Τουρκία θα συνεχίσει την πολεμική της και την ίδια τακτική των προκλήσεων στο Αιγαίο με όλους τους τρόπους. Οι ίδιες πηγές δεν μοιράζονται την άποψη Ελλήνων αξιωματούχων ότι όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στην περιοχή των Ιμίων γίνονται για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους ενόψει του δημοψηφίσματος. Πρόκειται για υλοποίηση πολιτικών, τόνισαν οι πηγές.

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

26 Φεβ 2017


Του Μιχάλη Διακαντώνη

Η εκλογή του Donald Trump στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ, έχει πυροδοτήσει μία ρητορική περί πιθανής διπλωματικής επαναπροσέγγισης μεταξύ ΉΠΑ και Ρωσίας. Η άποψη αυτή εδράζεται σε μια σειρά γεγονότων όπως είναι: οι δηλώσεις αμοιβαίας συμπάθειας που κατά καιρούς Putin και Trump έχουν ανταλλάξει μεταξύ τους, ο διαμεσολαβητικός ρόλος που φαίνεται να διαδραματίζει σ’ αυτή την προσέγγιση ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών και Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Henry Kissinger, η στελέχωση της αμερικανικής κυβέρνησης από άτομα που διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με τη Ρωσία (Max Tillerson ως Υπουργός Εξωτερικών και Michael Flynn ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας) αλλά και η πιθανή ανάμιξη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στην διαρροή των e-mails της Hillary Clinton, που συνέβαλλε ως ένα βαθμό στο αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας. Πόσο πιθανή και εφικτή είναι, όμως, η διπλωματική αναθέρμανση των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων και από ποιους παράγοντες επηρεάζεται;

Η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας

Αν και η Ρωσία εκτιμάται ότι θα επανέλθει το 2017 σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, έπειτα από δύο συνεχή έτη ύφεσης λόγω των χαμηλών τιμών ενέργειας, η οικονομία της πόρρω απέχει απ’ το να θεωρηθεί υγιής. Ο πληθωρισμός φαίνεται να σταθεροποιείται, αλλά η διαφοροποίηση της παραγωγικής της βάσης δεν έχει προχωρήσει στον επιθυμητό βαθμό. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας σε εναλλακτικούς τομείς παραγωγής, ο περιορισμός του κυβερνητικού τομέα, ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και η καλύτερη εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού, είναι ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί η ρωσική ηγεσία αν δεν θέλει να δει την οικονομία της να εγκλωβίζεται μακροχρόνια σε αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι αλλαγές αυτές θα απαιτήσουν χρόνο και κυρίως επενδυτικά κεφάλαια, τα όποια η Ρωσία πρέπει να αντλήσει είτε από ξένο δανεισμό είτε από αύξηση των κρατικών της εσόδων. Καθώς, τα αποθεματικά στο ταμείο της χώρας σχεδόν εξανεμίστηκαν στις αρχές του 2017 (έφτασαν τα $16,03 δις απ’ τα $50 δις το 2016) εξαιτίας των κυβερνητικών δαπανών που είχαν στόχο να αντισταθμίσουν τα δυσμενή αποτελέσματα της ενεργειακής πτώσης των τιμών και ενώ είναι αβέβαιο αν θα αρθούν και πότε οι διεθνείς οικονομικές κυρώσεις, κρίνεται απαραίτητη η αύξηση των ρωσικών εσόδων μέσω της διατήρησης/διεύρυνσης του πελατολογίου στον ενεργειακό τομέα, αλλά και μέσω της διατήρησης των τιμών του πετρελαίου σε επίπεδα άνω των $50.

Ο ενεργειακός παράγοντας

Το ανωτέρω επιχείρημα μας οδηγεί στην κομβική σημασία που έχουν για την Ρωσία σε μεσο-βραχυπρόθεσμο ορίζοντα οι ενεργειακές εξελίξεις. Ο διακηρυγμένος στόχος της αμερικανικής πολιτικής είναι να περιορίσει την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης απ’ τη Ρωσία, αλλά και να αυξήσει τα έσοδα και την απασχόληση στις ΗΠΑ μέσω της επέκτασης του ενεργειακού τομέα (μία από τις βασικές προεκλογικές θέσεις του Trump). Αυτό αναπόφευκτα θα οδηγήσει τις δύο χώρες σε ανταγωνισμό, δεδομένων των ενεργειών που έχει αναπτύξει η ρωσική διπλωματία το τελευταίο διάστημα. Με μεθοδικές κινήσεις, η Ρωσία επεκτείνει την ενεργειακή της επιρροή στην περιοχή της Μεσογείου, καθώς:

⚫ Η κρατική ρωσική εταιρεία Rosneft απέκτησε από την ιταλική εταιρεία Eni, το 30% του αιγυπτιακού οικοπέδου Zohr, που αποτελεί το μεγαλύτερο μέχρις στιγμής ανακαλυφθέν κοίτασμα φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

⚫ Η Rosneft υπέγραψε συμφωνία με την Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης για την ανάπτυξη και εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων της χώρας, κεφαλαιοποιώντας ουσιαστικά τις καλές σχέσεις που διατηρεί με τον στρατηγό Khalifa Haftar, διοικητή του Λιβυκού Εθνικού Στρατού. Υπενθυμίζεται ότι η Ρωσία κατείχε δεσπόζουσα θέση στον λιβυκό ενεργειακό τομέα πριν απ’ την πτώση του Muammar Gaddafi, ενώ η Λιβύη έχει εξαιρεθεί και απ’ τις ποσοστώσεις που έχει επιβάλει ο ΟΠΕΚ στα μέλη του για περιορισμό της παραγωγής πετρελαίου.

⚫ Διατηρεί επενδυτικά σχέδια αλλά και πολιτικά ερείσματα στη Συρία, λόγω της παρουσίας του προέδρου Μπασάρ Αλ Άσαντ, ενώ ταυτόχρονα έχει εκφράσει έντονο ενδιαφέρον συμμετοχής στον πρώτο γύρο αδειοδότησης που θα διενεργήσει ο Λίβανος.

Η παρουσία του Max Tillerson ως υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, μπορεί μεν να δημιουργεί προϋποθέσεις αμερικανορωσικής συνεργασίας στον ενεργειακό τομέα, αλλά οι ΗΠΑ δύσκολα θα παραχωρήσουν τον έλεγχο των κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου στην Ρωσία. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε, όχι μόνο την παράταση της ρωσικής ενεργειακής εξάρτησης για τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αλλά και την ισχυροποίηση των ρωσικών δεσμών με χώρες όπως το Ισραήλ, η Τουρκία, η Αίγυπτoς, η Κύπρος, ο Λίβανος και η Ιορδανία, οι οποίες είτε αναπτύσσουν είτε θα τροφοδοτηθούν μελλοντικά απ’ τα ενεργειακά αυτά έργα. Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και η επιρροή που θα ασκήσει ο πρόεδρος Τραμπ στην ισραηλινή ηγεσία με την οποία διατηρεί ισχυρούς δεσμούς, καθώς η Ρωσία έχει εκφράσει στο παρελθόν το ενδιαφέρον συμμετοχής της στο ισραηλινό κοίτασμα Leviathan, μέρος του οποίου κατέχεται απ’ την αμερικανική εταιρεία Noble.

Σε σχέση με την Ε.Ε. αλλά και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η Ρωσία προωθεί συστηματικά και άλλες ενεργειακές επενδύσεις. Η υλοποίηση του αγωγού Turkish Stream που θα μεταφέρει το ρωσικό αέριο στα ελληνοτουρκικά σύνορα και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη, επικυρώθηκε με νόμο απ’ τη ρωσική Δούμα στις αρχές του έτους, ενώ η Ρωσία φαίνεται να διατηρεί στην agenda της και τον αγωγό Poseidon, που θα ενώνει την Ελλάδα και την Ιταλία, ως μέρος του ITGI (Interconnector Turkey-Greece-Italy). Μάλιστα, η Gazprom, εξέφρασε προσφάτως ενδιαφέρον να προσφέρει το αέριο της όχι μόνο στον αγωγό Poseidon, αλλά και στον Διαδριατικό αγωγό (Trans Adriatic Pipeline), ο οποίος αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου δικτύου αγωγών που αποσκοπούν να μειώσουν την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης απ’ το ρωσικό αέριο. Μια τέτοια πρόταση, λογικά, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, καθώς ο TAP έχει σχεδιαστεί για να μεταφέρει σε πρώτη φάση αζέρικο αέριο, ενώ έρχεται σε σύγκρουση και με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ για την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης. Επιπλέον, η αλματώδης αύξηση της παραγωγής ενέργειας που έχουν επιφέρει οι νέες τεχνολογικές καινοτομίες στις ΗΠΑ, δεν αφήνει πολλά περιθώρια παραχωρήσεων στην αμερικανική οικονομική διπλωματία, καθώς διακυβεύονται τεράστια επενδυτικά κεφάλαια. Μια διμερής αμερικανορωσική συνεννόηση θα συναντήσει δυσκολίες και από άλλες χώρες που θα πληγούν, όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, ενώ και ο έλεγχος της αγοράς ενέργειας είναι πλέον πολύ δύσκολος, καθώς ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και η προσφορά υπερκαλύπτει τη ζήτηση.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο εμπορικός προστατευτισμός που θέλει να προωθήσει ο Trump, αλλά και η στοχευμένη αμερικανική επίθεση σε γερμανικές εταιρείες (πρόστιμα σε Deutsche Bank και σκάνδαλο Volkswagen), πλήττουν την ευρωπαϊκή ζήτηση ενέργειας και μέσω αυτής τις ρωσικές εξαγωγές, σε μια περίοδο μάλιστα όπου η Ε.Ε. έχει ήδη προωθήσει τα σχέδια της για τη δημιουργία της δικής της ενεργειακής ένωσης. Συνεπώς, μόνη διέξοδο για τη Ρωσία, πέραν της Ευρώπης, αποτελούν οι αγορές της Ασίας και ιδιαίτερα η Κίνα και η Ινδία. Οι ενεργειακές σχέσεις Ρωσίας-Κίνας είναι προχωρημένες, αλλά η Κίνα επί του παρόντος έχει τον πρώτο λόγο στη διαπραγμάτευση λόγω των χαμηλών τιμών ενέργειας. Παράλληλα, τόσο η Κίνα όσο και η Ινδία επενδύουν μεγάλα κεφάλαια στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε εντός των επόμενων 15-20 ετών να αποκτήσουν έναν σχετικά ικανοποιητικό βαθμό ενεργειακής αυτονομίας.

Ο ρόλος της αμερικανικής γραφειοκρατίας και οι εξελίξεις σε Συρία και Ουκρανία

Στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος Trump, φαίνεται να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εφαρμογή της διπλωματικής προσέγγισης με τη Ρωσία. Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Michael Flynn, που υπήρξε υπέρμαχος της πολιτικής αυτής, αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά την διαρροή στον τύπο των επαφών που φέρεται να είχε με τον Πρεσβευτή της Μόσχας στις ΗΠΑ για το θέμα της άρσης των οικονομικών κυρώσεων. Ο αντικαταστάτης του στρατηγός Mc Master, τηρεί σαφώς πιο αντιρωσική στάση, έχοντας εκπονήσει στο παρελθόν και ειδική στρατιωτική μελέτη για το πώς ο αμερικανικός στρατός θα πρέπει να προσαρμοστεί στις στρατιωτικές τακτικές της Μόσχας. Ο διορισμός του Mc Master εκλήφθηκε και απ’ το ρωσικό παράγοντα ως επικράτηση του αντιρωσικού «κατεστημένου» εντός των ΗΠΑ. Όμως, και άλλα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, όπως ο αντιπρόεδρος Pence, o Υπουργός Άμυνας Mattis και ο Υπουργός Εξωτερικών Tillerson, στο πρόσφατο Συνέδριο Ασφαλείας του Μονάχου στάθηκαν επικριτικοί απέναντι στη Ρωσία, υποστήριξαν το θεσμό του ΝΑΤΟ και επισήμαναν ότι δεν πρόκειται να υπάρξει στρατιωτική συμφωνία με τη Μόσχα. Επίσης, ο John McCain, ο ρεπουμπλικανός πρόεδρος της επιτροπής της Γερουσίας για τις Ένοπλες Δυνάμεις, κατηγόρησε τον Τραμπ, για τη «χαλαρή» στάση του απέναντι στη Ρωσία, ενώ παρόμοιες επιθέσεις διοχετεύονται και από μεγάλη μερίδα των αμερικανικών μέσων μαζικής ενημέρωσης κατά του αμερικανού προέδρου.

Οι σφοδροί ρωσικοί βομβαρδισμοί στη Συρία αλλά και το διάταγμα Putin με το οποίο αναγνωρίζονται απ’ τη ρωσική ομοσπονδία τα διαβατήρια των κατοίκων των αυτοανακηρυχθέντων λαϊκών δημοκρατιών του Λουγκάνσκ και του Ντόνετσκ, προκαλούν ακόμη περισσότερες εντάσεις στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Αυτό που θα πρέπει να αποφασίσει τώρα η κυβέρνηση Trump, είναι τα ανταλλάγματα που θα ζητήσει απ’ τη Ρωσία, για να προσφέρει την άρση των κυρώσεων και μια πιθανή συνεργασία στον διεθνή ενεργειακό στοίβο. Θα είναι ο κοινός αγώνας κατά της τρομοκρατίας και η παύση της ρωσικής επεκτατικότητας στην Ουκρανία το αντίτιμο ή θα χρειαστεί η Ρωσία να επωμιστεί και επιπλέον βάρη στη Μέση Ανατολή; Είναι σε θέση να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο η Μόσχα και τι θα σημάνει αυτό για την μελλοντική επιρροή των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή; Σε κάθε περίπτωση, ο πραγματισμός και οι οικονομικές ανάγκες της Ρωσίας, ο ανταγωνισμός των ενεργειακών εταιρειών, το εύθραυστο διεθνές οικονομικό κλίμα, αλλά και η ισχυρή αντίδραση που αναμένεται να γνωρίσει ο πρόεδρος Trump στο εσωτερικό της χώρας του, κάνουν πολύ δύσκολη –αν όχι αδύνατη- την αναθέρμανση των αμερικανορωσικών σχέσεων.

* Ο Μιχάλης Διακαντώνης είναι οικονομολόγος, διεθνολόγος και συντονιστής ερευνών στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

25 Φεβ 2017


Με δεδομένο ότι ο Πρόεδρος Τραμπ έχει σκοπό να αντιπαρατεθεί με την Κίνα, υποχρεούται να ουδετεροποιήσει -τουλάχιστον- την Ρωσία

Η επιτυχημένη συνταγή της αποτροπής συμμαχίας μεταξύ των δυνάμει αντιπάλων μιας χώρας, είναι αναγκαία για την επιτυχία της νέας εξωτερικής πολιτικής που φαίνεται ότι ακολουθεί η κυβέρνηση των ΗΠΑ, αν και δεν έχει ανοίξει παρά εν μέρει τα χαρτιά της.

Χρειάζεται όμως τροποποίηση στα σύγχρονα δεδομένα, για να μη υποστεί τις απώλειες των Βυζαντινών, που έδιναν περισσότερα δικαιώματα σε ευκαιριακούς συμμάχους της, με αποτέλεσμα να μετρά απώλειες εδαφών. Επί του προκειμένου, όπως έγραψα σε προηγούμενο σημείωμα, με δεδομένο ότι ο Πρόεδρος Τραμπ έχει σκοπό να αντιπαρατεθεί με την Κίνα, υποχρεούται να ουδετεροποιήσει -τουλάχιστον- τη Ρωσία.

Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, επειδή ναι μεν οι ΗΠΑ δεν θέλουν επ’ ουδενί μια περαιτέρω σύσφιγξη των σινορωσικών σχέσεων, που μπορεί να καταλήξει σε αμυντική συμφωνία, από την άλλη δεν συμφέρει να επιτρέψουν στην Ρωσία να ενδυναμώσει τόσο, ώστε να καταστεί επικίνδυνος αντίπαλος.

Ήδη, τον Νοέμβριο, και ενώ είχε εκλεγεί ο Ντ. Τραμπ, πρόεδρος των ΗΠΑ, ο αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Κίνας, Σου Κιλιάνγκ, συναντήθηκε με τον υπουργό Άμυνας της Ρωσίας, Σεργκέι Σόιγκου, στο Πεκίνο. Ο Κινέζος αξιωματούχος επεσήμανε τις θετικές εξελίξεις στην ανάπτυξη του διμερούς πλαισίου των αμυντικών σχέσεων Κίνας-Ρωσίας, κατά τα τελευταία χρόνια, δίνοντας έμφαση στον στρατηγικό προσανατολισμό των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις άμεσες στρατιωτικές σχέσεις (military-to-military relationship) Κίνας-Ρωσίας, αλλά και στην ανάγκη για την περαιτέρω βελτίωσή τους.

Από την πλευρά του, ο Σόιγκου δήλωσε ότι η Ρωσία θα ενισχύσει τις αμυντικές ανταλλαγές και τη συνεργασία της με την Κίνα, σε πολλούς τομείς των ενόπλων δυνάμεων και του αμυντικού πλαισίου σχέσεων, προκειμένου οι δύο χώρες, να έχουν θετικό ρόλο στη διατήρηση της περιφερειακής, αλλά και της παγκόσμιας ειρήνης και σταθερότητας.

Μόλις προχθές, η Κίνα προέβη σε ενέργεια δοκιμάζοντας τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ολοκληρώνοντας την κατασκευή περισσοτέρων από 20 κτιρίων στα τεχνητά νησιά που κατασκεύασε στην Νότια Σινική Θάλασσα, των οποίων τη νομιμότητα αμφισβητούν, όχι μόνον οι ΗΠΑ αλλά και όλες οι γειτονικές της χώρες.

Αυτά τα κτίρια φαίνεται πως είναι κατασκευασμένα για να στεγάσουν πυραύλους εδάφους-αέρος μακράς εμβέλειας, όπως δήλωσαν δύο αξιωματούχοι των ΗΠΑ στο Reuters. Το γεγονός είναι πιθανόν να εγείρει ερωτήματα σχετικά με το πώς θα αντιδράσουν οι ΗΠΑ δεδομένων των δηλώσεων περί σκλήρυνσης της στάσης απέναντι στην Κίνα στη θαλάσσια αυτή περιοχή.

Επομένως, οι ΗΠΑ θα εργαστούν για να αποσυσπειρώσουν την Ευρασία και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ενιαίας δύναμης σε αυτήν. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η εξαγγελλόμενη προσέγγιση των ΗΠΑ με την Ρωσία, για να διασπαστεί ο σινορωσικός άξονας. Κι εδώ είναι το πρόβλημα, όπως ανέφερα ανωτέρω.

Ο αναπλ. καθ. Γεωπολιτικής, Κωνσταντίνος Γρίβας, σημειώνει και την ανάγκη "διπλής ανάσχεσης της Ρωσίας", για να μη αποκτήσει ιδιαιτέρως φιλικές σχέσεις και με την Ευρώπη. Γράφει: «Η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Μόσχας πρέπει να έχει δύο πρόσωπα. Και το φιλικό και το εχθρικό, με το δεύτερο να αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του πρώτου. Το κατά πόσον αυτό είναι εύκολο ή έστω δυνατόν να επιτευχθεί είναι μια άλλη ιστορία, αλλά αυτή είναι η βασική απαίτηση. Άρα λοιπόν, θα πρέπει μάλλον να αναμένουμε μια πολιτική Ιανού από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Μόσχα. Και το βλοσυρό πρόσωπο της Ουάσιγκτον έναντι της Ρωσίας θα πρέπει εξ αντικειμένου να βασιστεί σε έναν μισαλλόδοξο αντιρωσισμό».

Δεν θα πρέπει επομένως να εκπλήσσει η διφυής στάση των ΗΠΑ, όπου από τη μια πλευρά ο Πρόεδρος Τραμπ μιλά για εξομάλυνση των σχέσεων των δύο χωρών, από την άλλη όμως αξιωματούχοι των ΗΠΑ δηλώνουν πως η Ρωσία αποτελεί δυνάμει εχθρό. Να εξομαλυνθούν δηλαδή, οι σχέσεις, αλλά… να μη πάρει και πολύ θάρρος η Ρωσία, θα έλεγα.

Μακεδών
Πηγή Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

24 Φεβ 2017


Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Εδώ και αρκετές εβδομάδες και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη καθηκόντων από το νέο Αμερικανό Πρόεδρο, Donald Trump, η Τουρκία και ο Tayyip Erdogan, έχουν αυξήσει κατακόρυφα τη δραστηριότητά τους στο Αιγαίο, δημιουργώντας ένα σκηνικό έντασης το οποίο δείχνει ξεκάθαρα ότι η Άγκυρα ξετυλίγει αργά, αλλά σταθερά μια αναθεωρητική στρατηγική που ανά πάσα στιγμή μπορεί να οδηγήσει σε ένα θερμό επεισόδιο, με απρόβλεπτες συνέπειες. Είναι επίσης σαφές ότι όλη αυτή η ατμόσφαιρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με το επερχόμενο δημοψήφισμα του Απριλίου στη γειτονική χώρα, το οποίο έχει ως στόχο την ενίσχυση του Erdogan με πέρασμα σε ένα Προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, στο Κυπριακό, μετά το φιάσκο της Γενεύης, η Τουρκία αφού δεν κατάφερε να περάσει το συμφωνημένο με την κυβέρνηση Obama, σχέδιο διευθέτησης το οποίο ήταν κομμένο και ραμμένο στα μετρά της, έχει οδηγήσει τη διαδικασία σε ένα ουσιαστικό τέλμα, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται να προχωρήσει τίποτα, ειδικά μέχρι να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της η νέα Αμερικανική κυβέρνηση.

Κλειδί στη στάση της Ουάσιγκτον τόσο στο Αιγαίο, όσο και στο Κυπριακό, είναι η κατάσταση που θα διαμορφωθεί στις σχέσεις της κυβέρνησης Trump, με την Τουρκία και το καθεστώς Erdogan, με τον παράγοντα Ρωσία να εμπλέκεται στην εξίσωση.

Σε αυτό το μέτωπο οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών δεν είναι ιδιαίτερα θετικές και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η χώρα σε οικονομικό επίπεδο βρίσκεται στην κυριολεξία στο βάραθρο, έρχονται πολύ δύσκολες και επικίνδυνες ημέρες.

Το συνέδριο του Μονάχου για την ασφάλεια ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον και αποκάλυψε πολλά σχετικά με το που οδηγούνται τα πράγματα στο διεθνές σύστημα. Ήταν επίσης πολύ αποκαλυπτικό αναφορικά με το τι έρχεται στο μέτωπο Ουάσιγκτον, Άγκυρα, και τι αυτό σημαίνει για το εφήμερο φλερτ, μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας.

Στο Μόναχο έγινε σαφές ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια αλλαγή στη σχέση του καθεστώτος Erdogan με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την Προεδρία Trump. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, ένα πρόσωπο το οποίο θα έχει καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον ο Στρατηγός, James Mattis, συναντήθηκε στις Βρυξέλλες με τον Τούρκο ομόλογό του, στο περιθώριο του συνεδρίου των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ, και τον διαβεβαίωσε για την υποστήριξη των ΗΠΑ ως στρατηγικού εταίρου, στην εκστρατεία εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος, Mike Pence, συναντήθηκε με τον Τούρκο Πρωθυπουργό, Binali Yıldırım, και τον επικεφαλής της Τουρκικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Hakan Fidan, και μια ημέρα μετά τη συνάντηση ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Mevlut Cavusoglu, δήλωσε στο Μόναχο ότι η Τουρκία ζήτησε την αποστολή περισσότερων αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στη Συρία.

Οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, πέρασαν μια πολύ δύσκολη εποχή, με αιχμή την έκδοση του Fethullah Gulen που η κυβέρνηση Erdogan έχει στοχοποιήσει ως υπεύθυνο για το πραξικόπημα.

Η Τουρκία ειδικά μετά το πραξικόπημα, έχει εμπλακεί σε ένα τριγωνικό παιχνίδι στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό το ριψοκίνδυνο πόκερ περιλαμβάνει τις ΗΠΑ, παραδοσιακό σύμμαχο των Τούρκων. Στο κέντρο αυτής της σχέσης βρίσκεται η στρατηγικής για την Ουάσιγκτον, σημασίας βάση στο Ιντσιρλίκ. Για τις ΗΠΑ το Ιντσιρλίκ είναι κρίσιμο για τις αεροπορικές επιχειρήσεις πάνω από το Ιράκ και τη Συρία, την παρακολούθηση του Ιράν, καθώς και επιχειρήσεις στη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο, σε απάντηση πιθανών Ρωσικών επιχειρήσεων.

Ο άλλος παίκτης στο τριγωνικό πόκερ της Άγκυρας είναι η Ρωσία. Παραδοσιακά μιλάμε για μια χώρα αντίπαλο της Τουρκίας. Από την εποχή του Τσάρου και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Μόσχα έχει αυξημένο ενδιαφέρον για την Τουρκία. Τα στενά του Βοσπόρου είναι ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τη Μόσχα. Στην περίπτωση που τα ελέγξει, θα έχει ανεμπόδιστη πρόσβαση στη Μεσόγειο, κάτι που αποτελεί εξαιρετικής σημασίας στρατηγικό στόχο των Ράσων.

Με δεδομένο ότι η Μόσχα δεν έχει τη δυνατότητα, σήμερα, να ελέγξει τα στενά του Βοσπόρου, έχει άλλους τρόπους να κοντράρει την Τουρκία. Η αποστολή δυνάμεων στη Συρία και η στήριξη του Assad, βρίσκεται στην κορυφή. Το περιστατικό με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από τους Τούρκους, οδήγησε τις σχέσεις των δυο χωρών σε πολύ υψηλή ένταση. Ακολούθησε το πραξικόπημα και ο Erdogan κατηγόρησε των Gulen και κατ’ επέκταση την Ουάσιγκτον για στήριξή του. Αυτά τα γεγονότα έδωσαν τη δυνατότητα να βρεθεί σε μια πλεονεκτική διπλωματικά θέση έναντι των δυο δυνάμεων. Στην ουσία είναι χρήσιμη και στους δυο. Οι Αμερικανοί χρειάζονται το Ιντσιρλίκ, αλλά και την Τουρκία στην εφαρμογή πολιτικής έναντι του Αραβικού Κόσμου. Οι Ρώσσοι θέλουν να ενισχύσουν τη δύναμή τους για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ουκρανία και την ένταση με το ΝΑΤΟ στα σύνορά της. Στην περίπτωση που καταφέρουν να προσεταιριστούν την Τουρκία, θα δημιουργήσουν μεγάλο πρόβλημα στις ΗΠΑ.

Οι τελευταίες ενδείξεις, ειδικά μετά την επιτυχία της στήριξης του Assad στη Συρία από την Μόσχα, δείχνουν ότι ο Erdogan και η Άγκυρα κλείνουν και πάλι προς την Ουάσιγκτον. Οι πληροφορίες από την αμερικανική πρωτεύουσα αναφέρουν ότι η κυβέρνηση Trump εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο αποστολής δυνάμεων στη Συρία και στο παρασκήνιο γίνεται σοβαρή συζήτηση γύρω από την υποστήριξη των Αμερικανών έναντι των Κούρδων στη Συρία.

Δεν είναι, επίσης, καθόλου τυχαίο ότι εν γνώση του Αμερικανικού Πενταγώνου, ο Πρόεδρος της πανίσχυρης Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, γερουσιαστής John McCain, επισκέφθηκε μυστικά τη Βόρεια Συρία και στην πόλη Κομπάνι μίλησε με Αμερικανούς στρατιωτικούς και Κούρδους μαχητές, γύρω από την εκστρατεία κατά του Ισλαμικού Κράτους. Πριν από αυτή την επίσκεψη είχε μεταβεί στην Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, για να συζητήσει τη στρατηγική γύρω από αυτό το στόχο.

Ο Erdogan, έπαιξε με τους Ρώσους, και έχει πλέον κατανοήσει την περιορισμένη αξία την οποία έχουν ως σύμμαχος της Τουρκίας. Τα προβλήματα που έχει η Μόσχα είναι πολλά και σοβαρά για να είναι μακροπρόθεσμα χρήσιμη στην Άγκυρα. Την ίδια στιγμή τα προβλήματα που έχει η Τουρκία στα νότια είναι πολύ σοβαρά και ταυτόχρονα ανησυχεί έντονα για το Ιράν. Τα συμφέροντά της είναι πολύ πιο κοντά με αυτά της Ουάσιγκτον και γνωρίζει ότι οι Αμερικανοί μπορούν να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους.

Από την πλευρά τους οι ΗΠΑ και η κυβέρνηση Trump, γνωρίζουν ότι για να εμπλακούν σοβαρά και να έχουν πιθανότητες επιτυχίας στην καταστροφή του Ισλαμικού Κράτους, είναι απαραίτητο να έχουν την Τουρκία στο πλευρό τους.

Στο Μόναχο, αλλά και στη συνάντηση των Υπουργών άμυνας του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα ήταν ανύπαρκτη. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Στρατηγός Mattis, δεν μπήκε καν στον κόπο να συναντηθεί με τον Πάνο Καμένο, ενώ συναντήθηκε με αρκετούς από τους ομολόγους του.

Δυστυχώς, για την Ουάσιγκτον και την κυβέρνηση Trump, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν προσφέρει τίποτα το αξιόλογο για να ασχοληθεί σοβαρά μαζί της. Η χώρα λόγω των μνημονίων είναι προσδεδεμένη στο άρμα της Γερμανίας και η κρίση είναι τόσο βαθιά που την έχει καταστήσει στρατηγικά ανενεργή και αδιάφορη για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Αυτό την καθιστά ακόμη πιο ευάλωτη στην τουρκική προκλητικότητα και εγκυμονεί κινδύνους για τα εθνικά της συμφέροντα. Είναι, μάλιστα, μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζει κανείς την τουρκική προκλητικότητα και την αναθεωρητική στρατηγική του Erdogan, ως ελεγχόμενο γεγονός που απλά συμβαίνει για εσωτερική κατανάλωση.

Στο μέτωπο του Κυπριακού, παρά το γεγονός ότι η Λευκωσία έχει ένα καλό χαρτί που ακούει στο όνομα υδρογονάνθρακες, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αποδειχθεί ικανό αντίβαρο στην στρατηγική επαναπροσέγγιση Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας.

Συμπερασματικά, το σκηνικό το οποίο διαμορφώνεται δεν είναι καθόλου ευοίωνο για τα εθνικά συμφέροντα σε όλο το φάσμα. Το δυστύχημα είναι ότι μέσα στην τραγωδία της αξιολόγησης και στο βάραθρο που έχει οδηγηθεί η χώρα κανείς δεν δίνει την απαιτούμενη σημασία σε έναν κίνδυνο ο οποίος μπορεί να προκαλέσει ζημιά η οποία θα είναι ανεπανόρθωτη.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

23 Φεβ 2017


Του Αλέξανδρου Δρίβα

Ο Θουκυδίδης έλεγε πως η ανθρώπινη φύση, παραμένει σταθερή. Περιβάλλεται από τον φόβο, τη δόξα και το συμφέρον. Μολονότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και αποτελεί έγκλημα κατά της μεθοδολογίας να συγκρίνονται οι εποχές, υπάρχουν ορισμένες σταθερές που έχουν την αξία κανόνων (δεν είναι λίγοι που τους χαρακτηρίζουν και ως νόμους). Η διεθνής πολιτική, χαρακτηρίζεται από την αναρχία. Όταν λέμε αναρχία, εννοούμε πως η σφαίρα της διεθνούς πολιτικής δράσης δε διέπεται από ένα σύνταγμα. Αν σας ενοχλήσει κάποιος και η ενόχληση περικλείεται στο Ποινικό Δίκαιο, τότε, σε ένα κράτος έχετε τη δυνατότητα να καλέσετε την αστυνομία. Στις διεθνείς σχέσεις, δεν υπάρχει αστυνομία. Έτσι, τα κράτη ανταγωνίζονται το ένα το άλλο προκειμένου να επιτύχουν απόλυτα ή σχετικά κέρδη. Η ασφάλεια σε ένα τέτοιο, άναρχο περιβάλλον, δεν είναι ποτέ αρκετή.

Brzezinski και Ευρασία

Ο Zbigniew Brzezinski, από τα πρώτα χρόνια της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, προειδοποίησε-πρότεινε στις ΗΠΑ, να εκμεταλλευτούν τον χώρο που άφησε η διάλυση της ΕΣΣΔ. Ο διάλογος στις ΗΠΑ, άρχισε να αφορά την επέκταση ή όχι του ΝΑΤΟ προς το χώρο που πριν το 1991, αποτελούσε κομμάτι της ΕΣΣΔ. Η Ρωσία, ηθικά και οικονομικά χρεοκοπημένη μέχρι και το 1998, παρακολουθούσε μια περιοχή που ήταν αυλή της, να γίνεται μέρος της Δύσης.

Η άνοδος του Putin στην εξουσία, σήμανε το τέλος της παρακμής της Ρωσίας, η οποία είχε και ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1980. Η Ρωσική Ομοσπονδία, (πλέον) κατέστησε σαφές πως ενίσχυση νατοϊκών δυνάμεων γύρω από το έδαφός της, θα συνεπαγόταν δυναμικές απαντήσεις. Η Ευρασιατική Ένωση, αποτέλεσε μια πρωτόλεια προσπάθεια γεωπολιτικής και γεωοικονομικής ανασυγκρότησης σε έναν χώρο που πλέον, δε διεκδικούσαν μόνο οι ΗΠΑ αλλά και η ταχύτατα αναδυόμενη Κίνα. Ο φόβος περικύκλωσης και «στραγγαλισμού», βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης ρωσικής στρατηγικής κουλτούρας.

Αμυνόμενη... επιθετικά

Πέραν από τη «δημοσιογραφική» και «ηθικολογική» κατακραυγή που εν πολλοίς, πληρώνει η Δύση σε πολλά άλλα ζητήματα που αφορούν τη διεθνή πολιτική, υπάρχει και η κατανόηση. Τα κράτη, όταν δρουν με τον Α’ ή τον Β’ τρόπο, δεν το κάνουν γιατί έχουν «προσωπικά» με κάποιο άλλο κράτος. Η Ρωσία, προσπάθησε (και προσπαθεί) να αποφύγει την περικύκλωση διασπείροντας την επιρροή της σε όλη την Ευρασία, έτσι ώστε 1) είτε να τη χρησιμοποιήσει ως αντάλλαγμα για να διατηρήσει την ελευθερία κινήσεων στην περιοχή της, 2) είτε για να «μπλοκάρει» συμφέροντα των άλλων δύο μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ και Κίνας). Η Ρωσία, απάντησε στην ουκρανική κρίση με την ταχύτατη προσάρτηση της Κριμαίας και απέφυγε την εσωστρέφεια που θα έφερνε η ενασχόλησή της με τα του Καυκάσου, διεκδικώντας επιρροή στη Συρία. Κριμαία και Συρία, θα εξασφάλιζαν με τον πιο δυναμικό τρόπο, αν μη τι άλλο, την απρόσκοπτη έξοδο της Ρωσίας στα θερμά ύδατα και τη διατήρηση του ισχυρού ενεργειακού δικτύου της. Χωρίς αυτά, η Ρωσία θα μπορούσε να καταρρεύσει.

Το νέο κάδρο των αμερικανορωσικών σχέσεων

Για πάρα πολλούς που έχουν συνηθίσει στην ιδεολογικοποίηση της διεθνούς πολιτικής, η προσέγγιση ΗΠΑ και Ρωσίας, φαντάζει μια «συνωμοσία». Φαίνεται απίστευτο και ύποπτο, κάτι που στο παρελθόν έχει γίνει πάμπολλες φορές. Το Σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ, αποτελεί ένα μνημείο, προκειμένου να θυμόμαστε μέχρι που μπορεί να φτάσει η πρακτική της κατοχύρωσης των συμφερόντων. Στη διεθνή πολιτική, τις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις-προσεγγίσεις, δεν τις φέρνουν τα πολιτεύματα, ούτε κώδικες αξιών. Αυτά, θα ήταν όπως έλεγε ο Μακιαβέλι, πολυτέλεια. Τα συμφέροντα, φέρνουν κοντά ή απομακρύνουν και επιφέρουν συγκρούσεις.

Οι ΗΠΑ, νιώθουν οτι απειλούνται πολύ λιγότερο από τη Ρωσία. Θεωρούν πως η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για τα παγκόσμια συμφέροντα της Ουάσινγκτον. Επιπρόσθετα, ο λανθασμένος χειρισμός της Ρωσίας, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ να είναι σε αμηχανία καθώς ο Putin βρίσκεται –εκτός από τη Συρία- και στην Ινδία και στο Ιράν και στην Τουρκία, αλλά και στην Αίγυπτο και κάνει σκέψεις, για τη Λιβύη. Οι ΗΠΑ θα ήταν ικανοποιημένες αν την περιοχή της αστάθειας (Ευρύτερη Μέση Ανατολή) την «μοιράζονταν» με τη Ρωσία, αποφεύγοντας μεγάλη φθορά (οι ΗΠΑ) και αποκλείοντας παράλληλα, την Κίνα. Αυτό, σημαίνει πως οι ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις και οι αντίστοιχες ευρωατλαντικές, θα περάσουν σε άλλη διάσταση. Η Ουκρανία, είναι ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του puzzle και η Ρωσία, έχει αρκετά «χαρτιά» υπέρ της, ώστε να διατηρεί το πάνω χέρι σχετικά με την τύχη της Ουκρανίας (ακόμη και της δυτικής Ουκρανίας). Παρόλα αυτά, το ό,τι έχει γίνει ως τώρα στην Ουκρανία και το τι εξελίσσεται σε Τουρκία και Συρία, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα.

Οι διαστάσεις της Ουκρανικής κρίσης

Η Ουκρανική κρίση απειλεί την PAX AMERICANA. Εάν τεθεί σε έναν Στρατιωτικό ή σε έναν Διπλωμάτη το βασικό ερώτημα, για το ποιο συμφέρον εξυπηρετείται από την εμπλοκή της Δύσης στην κρίση της Ουκρανίας, η απάντηση φαίνεται να είναι σχετικά εύκολη. Αυτή είναι η στήριξη του υπέρτερου συμφέροντος των Δυτικών, δηλαδή των Ευρωπαίων και των Αμερικανών, να διατηρήσουν την ειρήνη και την ελευθερία στην Ευρώπη.

Για να εξασφαλιστούν αυτά, έχουμε δημιουργήσει το σύστημα στρατιωτικών-πολιτικών εγγυήσεων που ρυθμίζονται από τα καταστατικά των δύο πολυμερών οργανισμών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, που βασίζονται σε συμφωνημένους κανόνες. Το ΝΑΤΟ είναι ο κύριος μηχανισμός, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η εγγύηση της ασφάλειας των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει εισέτι φροντίσει να διαθέτει αντίστοιχο αξιόπιστο μηχανισμό ανάληψης αμυντικών επιχειρήσεων για την πρόληψη και την επίλυση συγκρούσεων. Καθώς η ΕΕ είναι ανίκανη και απρόθυμη να εγγυηθεί τη στρατιωτική ασφάλεια ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ θα παραμένει η πιο σημαντική συμμαχία για τη διατήρηση της ειρήνης και της ελευθερίας κατά της οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής. Ουσιαστικά, το ΝΑΤΟ είναι ο Στρατιωτικός μοχλός άσκησης πολιτικής υπέρ των ΗΠΑ στην περιοχή της Ευρασίας.

Ο πιο καλόπιστος παρατηρητής που μπορεί να μην έχει σχέση με στρατιωτικές αναλύσεις, αντιλαμβάνεται ότι η κρίση της Ουκρανίας δεν αποτελεί μόνο μια απειλή για την ειρήνη και την τάξη στην Ευρώπη αλλά πρωτίστως είναι μια σύγκρουση που υπονομεύει την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ευρασιατικό γεωπολιτικό χώρο. Επίσης αντιλαμβάνεται πόσο επικίνδυνο είναι να μείνουμε αδρανείς, καθώς η αδράνεια θα επιφέρει περαιτέρω κλιμάκωση από τα αντίπαλα στρατόπεδα. Μέχρι στιγμής οι επίσημες πολιτικές της Δύσης στην Ουκρανική κρίση μπορούν να αποτυπωθούν ως το ενδιαφέρον για να διατηρηθεί η Ευρώπη ασφαλής και ελεύθερη, κατηγορώντας τη Ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία ως μια παραβίαση της ευρωπαϊκής ειρήνης. Όλοι επικρίνουν την προσάρτηση της Κριμαίας, αλλά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει για να το ανατρέψει. Η Δύση είχε επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, αλλά στην πραγματικότητα, αυτό δεν κοστίζει πολύ, ούτε στην ΕΕ, ούτε στο ΝΑΤΟ. Η εκτίμηση είναι ότι η πρόκληση από την κρίση στην Ουκρανία θα παραμείνει σε χαμηλή προτεραιότητα για τους δυτικούς ηγέτες και δεν πρόκειται να αναλάβουν μεγαλύτερους κινδύνους πέραν των κυρώσεων. Αυτό θα μπορούσε πιθανότατα να αλλάξει μόνο αν ήταν ορατός ο κίνδυνος διακύβευσης κυριαρχίας ευρωπαϊκών εδαφών από τη Ρωσία. Όσο ο Vladimir Putin μένει μακριά από τέτοιες ενέργειες, πιθανότατα θα κερδίσει ακόμη περισσότερα από ότι έχει ωφεληθεί μέχρι στιγμής.

* Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

22 Φεβ 2017



Toυ Έντουαρντ Λιους 

Αν κάτι δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα, θα σταματήσει. Το ερώτημα είναι πόσον καιρό θα ισχύσει αυτό για τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν έχει νόημα να αναρωτιέται κανείς τι θα γίνει τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Είναι αρκετό να πολλαπλασιάσει τις τέσσερις πρώτες εβδομάδες και να σκεφτεί πόσο διάστημα το αμερικανικό σύστημα μπορεί να αντέξει αυτή την πίεση.


Στον πρώτο μήνα της προεδρίας του, ο Τραμπ κήρυξε τον πόλεμο στις μυστικές υπηρεσίες και τα μέσα ενημέρωσης. Ο επόμενος στόχος του θα είναι μάλλον ο δικαστικός κλάδος. Δεν υπάρχει μέση λύση στην Ουάσινγκτον του Τραμπ. Ή οι δυνάμεις που είναι εναντίον του θα τον ανατρέψουν ή θα καταστρέψει το σύστημα. Πιστεύω ότι θα γίνει το πρώτο. Αλλά δεν βάζω και το χέρι μου στη φωτιά.

Μην παρασύρεστε από την κυβέρνηση του Τραμπ. Πολλοί από αυτούς είναι έμπειροι άνθρωποι. Ο υπουργός Αμύνης Τζέιμς Μάτις, ο υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και ο υποψήφιος υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούσιν είναι επαγγελματίες. Μπορεί να μη συμφωνούμε με τις προτεραιότητές τους, αλλά δεν μπορούμε να αμφισβητούμε τον ρεαλισμό τους.

Το πρόβλημα είναι πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να εκτελούν τις εντολές ενός προέδρου που χωρίζει τον κόσμο σε εχθρούς και φίλους  χωρίς να υπάρχει τίποτα ανάμεσα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ρόμπερτ Χάργουορντ, που αρνήθηκε τη θέση του συμβούλου εθνικής ασφαλείας. Σε άλλες συνθήκες, ένας άνθρωπος με το παρελθόν του Χάργουορντ θα αποδεχόταν με ενθουσιασμό αυτή την πρόταση. Όχι όμως όταν έχεις να κάνεις με τον Τραμπ, έναν πρόεδρο που θεωρεί ότι γνωρίζει περισσότερα από τους στρατηγούς του για τον πόλεμο, περισσότερα από τους κατασκόπους του για την αντικατασκοπία, περισσότερα από τους διπλωμάτες του για τον κόσμο. Οι μόνοι άνθρωποι με τους οποίους συμφωνεί ο Τραμπ είναι εκείνοι που συμφωνούν μαζί του. Το ερώτημα είναι πόσον καιρό θα χρειαστούν οι συνεργάτες του για να φτάσουν στο ίδιο συμπέρασμα. Το όριο ανάμεσα στο να κάνεις το καθήκον σου και στο να σε εξευτελίζουν δεν είναι πάντα ευδιάκριτο.

Οι υπηρεσίες αντικατασκοπίας έχουν ήδη διασχίσει αυτό το όριο. Εννέα πηγές έδωσαν στην Ουάσινγκτον Ποστ λεπτομέρειες για το τηλεφώνημα του Μάικλ Φλιν στον Ρώσο πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον. Ένας λόγος για τις διαρροές αυτές ήταν η εκδίκηση για την περιφρόνηση του Φλιν προς τις υπηρεσίες όταν ήταν επικεφαλής της Υπηρεσίας Αμυντικής Αντικατασκοπίας. Ένας άλλος όμως ήταν η βαθιά ανησυχία για την αλαζονική στάση του προέδρου απέναντι στην εθνική ασφάλεια της χώρας.

Ο Τραμπ έχει παρομοιάσει τη CIA με τη ναζιστική Γερμανία και την έχει κατηγορήσει ότι εργαζόταν για τη Χίλαρι Κλίντον. Αντίθετα, δεν φείδεται επαίνων για τον διευθυντή του FBI Τζέιμς Κόμεϊ, που συνέβαλε αποφασιστικά στην ήττα της Κλίντον.

Το μήνυμα είναι σαφές: ακολουθήστε το παράδειγμα του Κόμεϊ για να μην περιληφθείτε στη λίστα των εχθρών. Είναι δύσκολο όμως να φανταστεί κανείς πολλούς δημόσιους λειτουργούς που θεωρούν πρότυπο τον Κόμεϊ. Μερικοί από αυτούς διακινδυνεύουν τη ζωή τους, με σχετικά μικρή αμοιβή, για να υπηρετήσουν τη χώρα τους. Και η χώρα τους δεν είναι ο Τραμπ.

Ύστερα υπάρχουν τα μέσα ενημέρωσης, που ο Τραμπ κατηγορεί διαρκώς ότι ψεύδονται και συνωμοτούν για να υπονομεύσουν την προεδρία του. Το επόμενο βήμα είναι να τα κατηγορήσει για προδοσία. Σε ένα τουιτ, που στη συνέχεια έσβησε, τα χαρακτήρισε «εχθρούς του αμερικανικού λαού». Όλα αυτά δεν μπορεί να έχουν καλό τέλος. Οι δημοσιογράφοι στην Ουάσινγκτον είναι συνηθισμένοι στις θανατικές απειλές. Φοβάμαι πως είναι ζήτημα χρόνου προτού οι απειλές αυτές μεταφραστούν σε επιθέσεις. Το ίδιο ισχύει και για τους δικαστές που ανέτρεψαν την απαγόρευση εισόδου των Μουσουλμάνων στο αμερικανικό έδαφος και δέχονται ήδη θανατικές απειλές.

Οι αισιόδοξοι θεωρούν ότι ο Τραμπ θα κάνει κάποια στιγμή μια διόρθωση πορείας και θα διώξει από κοντά του τους πιο φανατικούς. Κάτι τέτοιο είναι πιθανό. Όμως κανείς δεν μπορεί να περιμένει μια μεταμόσχευση προσωπικότητας. Ο Τραμπ μπορεί να περάσει το 95% του χρόνου του ακούγοντας τις συμβουλές των ειδικών και 5% παρακούοντας τις. Αυτό το 5% θα καθορίσει την ατζέντα. Γιατί ο Τραμπ δεν είναι ένας χαρακτήρας που μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Όσο μεγαλύτερη πολιορκία δέχεται, τόσο σφοδρότερα θα επιτίθεται.

Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πόσο διάστημα θα χρειαστεί για να λυθούν οι διαφορές ανάμεσα στον Τραμπ και το λεγόμενο βαθύ κράτος. Είναι επίσης δύσκολο να πει κανείς πόσον καιρό θα αντέξει την πίεση το Κονγκρέσο. Κάποια στιγμή όμως θα τεθεί το δίλημμα ανάμεσα στον Τραμπ και το αμερικανικό Σύνταγμα.

* Ο Εντουαρντ Λιους είναι αρθρογράφος των Financial Times
Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

20 Φεβ 2017


Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Το φετινό Συνέδριο για την Ασφάλεια, το οποίο ολοκληρώθηκε χθες στο Μόναχο, ήταν εξόχως αποκαλυπτικό και ένα κομβικό γεγονός για τις εξελίξεις που έρχονται στην γεωπολιτική σκακιέρα σε διεθνές επίπεδο.

Τα συμπεράσματα τα οποία μπορεί να εξάγει κανείς μέσα από μια προσεκτική ανάλυση των όσων ειπώθηκαν εκεί, είναι πολλά και ενδιαφέροντα.

Από την 20η Ιανουαρίου του 2017, που ο Ντόναλντ Τράμπ, ανέλαβε την Προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, το διεθνές σκηνικό βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή, κυρίως στο επίπεδο των ηγεσιών, οι οποίες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με ρεαλισμό και οποιαδήποτε σοβαρή στρατηγική στον τυφώνα αλλαγής και κυρίως προσαρμογής στην σκληρή πραγματικότητα, που ακούει στο όνομα Πρόεδρος Τράμπ. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει την σήψη και απώλεια νέων και ρεαλιστικών ιδεών που χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα όλος ο πλανήτης να έχει οδηγηθεί στα όρια του.

Το παγκόσμιο και εγχώριο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύστημα στερούμενο οποιουδήποτε στρατηγικής, περιορίζεται τις τελευταίες εβδομάδες, σε μια εκστρατεία κριτικής έναντι του νέου Αμερικανού Προέδρου, η οποία χαρακτηρίζεται από μίσος, κακεντρέχεια και ξινίλα, που φέρνει στο μυαλό την ρήση ένας αλήτης στα σαλόνια. Και δυστυχώς τα σαλόνια διεθνή και εγχώρια δεν μπορούν να χωνέψουν ότι ο αλήτης έχει τη δυνατότητα και έχει αντιληφθεί το μήνυμα των καιρών που διανύουμε. Πίσω στο Μόναχο λοιπόν.

Στο Συνέδριο του Μονάχου ήταν παρών και μίλησαν όλοι οι σημαντικοί παίκτες και παρά το γεγονός ότι τον Αμερικανό Πρόεδρο εκπροσώπησε ο Αντιπρόεδρος, Μάϊκ Πένς, η σκιά του Ντόναλντ Τράμπ, επισκίασε το σύνολο των εργασιών.

Η διεθνής κατακραυγή των τελευταίων εβδομάδων αναφορικά με την αντιμετώπιση της νέας αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στο ΝΑΤΟ, είναι μαζική και ως συνήθως πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Εάν διαβάσει κανείς τη διεθνή και εγχώρια στις ΗΠΑ, ειδησιογραφία θα σχηματίσει την εικόνα ότι η κυβέρνηση Τράμπ έχει αποφασίσει να βάλει λουκέτο στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και να κόψει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει άρρηκτα για δεκαετίες τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ιδιαίτερα στον τομέα της ασφάλειας.

Το Μόναχο για όποιον παρακολούθησε με προσοχή έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και αποκάλυψε το τραγικό επίπεδο στο οποίο έχουν περιέλθει τα παραδοσιακά – συστημικά μέσα ενημέρωσης, και οι παπαγάλοι του συστήματος στο χώρο της πολιτικής και στις τάξεις των ακαδημαϊκών – αναλυτών.

Ο Αντιπρόεδρος Πένς, μεταφέροντας μήνυμα του Προέδρου Τράμπ, ξεκαθάρισε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η κυβέρνηση Τράμπ, υποστηρίζει αταλάντευτα το ΝΑΤΟ και τη σχέση ΗΠΑ – Ευρώπης. Την ίδια στιγμή όμως, ξεκαθάρισε επίσης κατηγορηματικά ότι όλοι οι Σύμμαχοι θα πρέπει να σηκώσουν το οικονομικό βάρος που τους αναλογεί για να συνεχίσει να υπάρχει αυτή η Συμμαχία και αυτή η στρατηγική σχέση. Το ίδιο ξεκάθαρος και με τη γλώσσα που χαρακτηρίζει έναν Στρατηγό των Πεζοναυτών, ήταν και ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας (η καθοριστική προσωπικότητα στην διαμόρφωση πολιτικής ασφάλειας στην κυβέρνηση Τράμπ) Τζέημς “Mad Dog” Μάτις.

Και εκεί που για εβδομάδες όλοι έσκιζαν τα ρούχα τους, οι μάσκες έπεσαν. Η Καγκελάριος της Γερμανίας, Άγκελα Μέρκελ, στην ομιλία της ανέφερε ότι πρέπει και η Γερμανία θα κάνει ότι είναι δυνατό για να συνεισφέρει το 2% του ΑΕΠ που έχει συμφωνηθεί για κάθε μέλος του ΝΑΤΟ στις αμυντικές δαπάνες. Προς τι λοιπόν η αναστάτωση και η κατακραυγή;

Και σαν να μην έφτανε αυτό ήρθε η τοποθέτηση του Υπουργού Εξωτερικών και Αντικαγκελαρίου, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο οποίος δήλωσε ότι θα είναι πολύ δύσκολο για τη Γερμανία να πιάσει το όριο των 25 δις που απαιτούνται για το 2% των αμυντικών δαπανών. Μάλιστα, χωρίς τσίπα φιλότιμο, χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα την Ελλάδα, που το κάνει εδώ και χρόνια, λέγοντας ότι δεν έχει να πληρώσει συντάξεις, αλλά παρόλα αυτά δαπανά 2% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες. Ίχνος ντροπής για τον Σοσιαλδημοκράτη Γκάμπριελ, του οποίου η χώρα και η κυβέρνηση έχει γονατίσει την Ευρώπη και την Ελλάδα με μια πολιτική λιτότητας η οποία δεν οδηγεί πουθενά και το μόνο που κάνει είναι να γεμίζει τα ταμεία του Βερολίνου με δις Ευρώ, στην πλάτη των κοινωνιών των χωρών του δημιουργήματος της Γερμανίας που ακούει στο όνομα Ευρωζώνη.

Και βέβαια η Καγκελάριος, που μόνο για ανόητη δεν μπορεί να την κατηγορήσει κανείς, αντιλαμβανόμενη ότι σφίγγει ο κλοιός, φρόντισε και πάλι στο Συνέδριο του Μονάχου, να παραδεχτεί για πρώτη φορά ότι υπάρχει πρόβλημα με την αξία του Ευρώ, για να το παίζει ταυτόχρονα Πόντιος Πιλάτος, προσθέτοντας ότι η νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης είναι προσαρμοσμένη σε αδύναμες χώρες όπως η Πορτογαλία, η Σλοβακία και η Σλοβενία, και η Γερμανία δεν είναι αυτή που καθορίζει την νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης. Μόνο ακατάσχετα γέλια μπορούν να προκαλέσουν αυτά τα επιχειρήματα της Καγκελαρίου, διότι στερούνται οποιασδήποτε σοβαρότητας.

Μήπως απαντούσε στα σχόλια του Προέδρου Τράμπ, και τα επιχειρήματα του καθηγητή Μάλοκ, που αποκάλεσαν την Ευρωζώνη όχημα εκμετάλλευσης της Ευρώπης προς όφελος της Γερμανίας και το Ευρώ ένα προβληματικό και προς καταστροφή νόμισμα. Μετά τα λεγόμενα στο Μόναχο, άδικο έχουν.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος και η κυβέρνησή του εδώ και αρκετές εβδομάδες, και ειδικά τις τελευταίες ημέρες, μετά και την παραίτηση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Στρατηγού Φλήν, βάλλεται πανταχόθεν, για δήθεν επιλήψιμες σχέσεις και στρατηγική Appeasement έναντι της Ρωσίας.

Και εδώ το Μόναχο ήταν εξόχως διαφωτιστικό. Ο Ρώσος, Υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέϊ Λαβρόφ έκανε μια τοποθέτηση φωτιά μιλώντας για μεταδυτική εποχή και για ανάγκη να περάσουμε σε ένα διεθνές σύστημα που θα βάζει τέλος στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την ήττα της Σοβιετικής Ένωσης, προειδοποιώντας τα ταυτόχρονα ότι η ανάπτυξη του ΝΑΤΟ στα σύνορα με τη Ρωσία είναι πρόκληση στην οποία η Μόσχα θα απαντήσει, και το έχει ήδη κάνει. Για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ο κ. Λαβρόφ ζήτησε νέο πλαίσιο με βάση τον αλληλοσεβασμό, δηλαδή μια επιστροφή στην αποδοχή της Ρωσίας ως ισότιμης υπερδύναμης.

Οι Ευρωπαίοι με την κ. Μέρκελ στην πρωτοκαθεδρία μίλησαν σκληρά για τη Ρωσία και ζήτησαν συνέχιση της πίεσης προς τη Μόσχα. Και εδώ δεν μπορεί παρά να ρωτήσει κανείς. Με ποιανού τις πλάτες ο τσαμπουκάς; Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο; Μήπως οι ΗΠΑ; Γατί εάν Ναι τότε άδικο έχει ο Τράμπ;

Και για χάρη μια δίκαιης ανάλυσης, το εγχώριο στις ΗΠΑ, παραδοσιακό σύστημα εθνικής ασφάλειας τι επιθυμεί; Ο γραφικός πλέον Γερουσιαστής Μακέην, που φρόντισε στο Μόναχο να ρίξει τις μπηχτές του εναντίον του Προέδρου Τράμπ, σκίζοντας τα ρούχα του για τις παραδοσιακές αρχές της Δύσης, πως τοποθετείται σε αυτό; Θέλει να συνεχίσει να πληρώνει το μάρμαρο στο μεγαλύτερο μέρος του για την ασφάλεια της Ευρώπης, η Ουάσιγκτον;

Και αυτοί που στο εσωτερικό και στην Ευρώπη κατηγορούν τον Πρόεδρο Τράμπ και την κυβέρνησή του για κατευνασμό της Ρωσίας, τι είπαν ο Αντιπρόεδρος Πένς και ο Στρατηγός Μάτις, στο Μόναχο; Ξεκαθάρισαν ότι η Κριμαία πρέπει να επιστρέψει στην Ουκρανία, και δεν έκαναν βήμα πίσω στο θέμα της στρατηγικής του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας στην Ευρώπη. Ο κ. Πένς συναντήθηκε και με τον Πρόεδρο της Ουκρανίας, Ποροσένκο, στο Μόναχο.

Άρα, για μια ακόμη φορά άνθρακας ο θησαυρός για δήθεν σχέσεις Τράμπ με Ρωσία και κατευνασμό.

Συμπερασματικά λοιπόν το Μόναχο μας είπε πολλά και αποκαλυπτικά. Αποκάλυψε τη γύμνια του παραδοσιακού συστήματος, το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Τράμπ και η κυβέρνησή του έχουν πλήρη επαφή με την πραγματικότητα, τη γύμνια της ΕΕ και των ευρωπαϊκών ηγεσιών, αλλά κυρίως το γεγονός ότι βρισκόμαστε ήδη σε μια κομβική στιγμή κατά την οποία θα κριθούν πολλά και θα διαμορφωθεί ένα νέο διεθνές σύστημα πολιτικό οικονομικό και στον τομέα της ασφάλειας.

Ο Πρόεδρος Τράμπ και η κυβέρνησή του το έχουν αντιληφθεί και όπως όλα δείχνουν έχουν αποφασίσει να το διαμορφώσουν. Το ξεφτισμένο διεθνές σύστημα, το αποσαθρωμένο παραδοσιακό σύστημα στις ΗΠΑ φαίνεται πως αρνούνται να καταλάβουν ότι έχουν πεθάνει. Το Συνέδριο στο Μόναχο, έδειξε ότι αρχίζουν να παίρνουν λίγο χαμπάρι.

Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα αλλάξουν ρότα και θα προσαρμοστούν στην πραγματικότητα. Εάν όχι τότε πάμε για μεγάλη ταραχή και στην Ευρώπη θα είναι πολύ επίπονη.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, και Δημοσιογράφος
Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

«Θυμήθηκε»το μάρκο και το πρόβλημα αξίας του ευρώ

Νάρκη από την ίδια την Ανγκελα Μέρκελ στο οικοδόμημα της ευρωζώνης! Αιφνιδιάζοντας πολλούς μίλησε για «πρόβλημα με την αξία του ευρώ» και έκανε έναν παραλληλισμό -«ταμπού» ως τώρα- με το μάρκο, πυροδοτώντας σενάρια για το μέλλον της ευρωζώνης.
Εκείνο που θεωρείται βέβαιο είναι ότι η Γερμανίδα καγκελάριος βρίσκεται σε δύσκολη θέση εν όψει των εκλογών, καθώς ο Μάρτιν Σουλτς παίρνει για πρώτη φορά «κεφάλι» στις δημοσκοπήσεις. Την ίδια στιγμή το Βερολίνο δέχεται συνεχείς επιθέσεις από τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ.

Από το βήμα της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια η Μέρκελ έκανε μια ομιλία που προκάλεσε αίσθηση, καθώς πέραν του ότι υποστήριξε ότι υπάρχει πρόβλημα με την αξία του ευρώ δήλωσε: «Η ΕΚΤ έχει μια νομισματική πολιτική που δεν βασίζεται στη Γερμανία, αλλά είναι μάλλον προσαρμοσμένη σε χώρες από την Πορτογαλία ως τη Σλοβενία ή τη Σλοβακία. Αν εξακολουθούσαμε να έχουμε το γερμανικό μάρκο, θα είχε ασφαλώς διαφορετική αξία απ' ό,τι έχει αυτή τη στιγμή το ευρώ. Ομως πρόκειται για μια ανεξάρτητη νομισματική πολιτική επί της οποίας δεν έχω καμιά επιρροή ως Γερμανίδα καγκελάριος».

Η αναφορά της αυτή ήρθε μετά τις επικρίσεις που δέχθηκε από τις ΗΠΑ ότι η Γερμανία επωφελείται από ένα «καταφανώς υποτιμημένο ευρώ». Να σημειωθεί ότι στην αίθουσα εκείνη τη στιγμή βρισκόταν και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Μάικ Πενς. Η Ουάσινγκτον έχει επανειλημμένα επιτεθεί στο Βερολίνο για την πολιτική που επιβάλλει στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με συνέπεια τη συνεχή λιτότητα στις χώρες-μέλη της, η οποία οδηγεί σε αναταράξεις την παγκόσμια οικονομία.

Η Ανγκελα Μέρκελ αισθάνεται στριμωγμένη και στο εσωτερικό πεδίο, με τον Μάρτιν Σουλτς να «την παίζει» στα ίσια. Δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη «Bild» δείχνει για πρώτη φορά από το 2006 τους Σοσιαλδημοκράτες του SPD να προηγούνται της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU/CSU) με μία μονάδα διαφορά (33% έναντι 32%).

Και οι ΗΠΑ

Η επικριτική στάση των ΗΠΑ για τη συμμετοχή της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ είναι άλλο ένα αγκάθι στα πλευρά της καγκελαρίου, η οποία αναγκάστηκε να πει ότι «οι Ευρωπαίοι έχουν ανάγκη την ισχύ των ΗΠΑ» και η ίδια θα κάνει ό,τι μπορεί να αυξηθούν οι δαπάνες για την άμυνα στο 2% του ΑΕΠ. Από την πλευρά του ο Μάικ Πενς καθησύχασε τους Ευρωπαίους ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα στηρίξει το ΝΑΤΟ.

Αναφορικά με το 2% για την άμυνα ο υπουργός Εξωτερικών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ επέκρινε την Ελλάδα λέγοντας ότι πληρώνει για την άμυνα αλλά δεν έχει να πληρώσει συντάξεις, ενώ η υπουργός Αμυνας της Γερμανίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχε προειδοποιήσει τις ΗΠΑ να μην προβούν σε «μονομερείς ενέργειες» στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, όπως στις διμερείς συνεννοήσεις με τη Ρωσία. Απάντησε έτσι στον Σεργκέι Λαβρόφ, που μίλησε για δημιουργία μιας «μετα-δυτικής» παγκόσμιας τάξης, πρότεινε στις ΗΠΑ «πραγματιστική» σχέση και χαρακτήρισε «ψυχροπολεμικό θεσμό» το ΝΑΤΟ.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Κώστα Ράπτη

Το να χαρακτηρίζει ο Donald Trump "παρωχημένο” το ΝΑΤΟ ή το να προβλέπει ότι το Brexit θα βρει μιμητές είναι ίσως το λιγότερο που θα πρέπει να ανησυχεί τους Ευρωπαίους ηγέτες. Διότι αυτοί που εμφανίσθηκαν τα τελευταία 24ωρα στη Γηραιά Ήπειρο για να μεταφέρουν τα μηνύματα της Ουάσιγκτον είναι οι "ενήλικες” της νέας αμερικανικής κυβέρνησης. Και δεν ακούγονται απαραιτήτως πιο καθησυχαστικοί από τον Trump.

Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, λ.χ., υπήρξε στρατιωτικός καριέρας και θεωρεί κατά δήλωσή του το ΝΑΤΟ "δεύτερο σπίτι" του. Όμως στην πρώτη του συμμετοχή σε σύνοδο της Ατλαντικής Συμμαχίας ο James Mattis επιβεβαίωσε τη νέα "γραμμή”, τονίζοντας ότι, αν οι σύμμαχοι δεν θέλουν να δουν τις ΗΠΑ να "μετριάζουν τη δέσμευσή τους” στο ΝΑΤΟ, θα πρέπει να καταβάλουν περισσότερα για την κοινή άμυνα.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, πάλι, είναι ένα πρόσωπο πολύ πιο συμβατικό από τον Trump, εκφράζει την τάση της Χριστιανικής Δεξιάς εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και βεβαίως αποτελεί συνταγματικά τον αντικαταστάτη του προέδρου. Όμως ο Mike Pence (φωτογραφία) δεν προκάλεσε τον ενθουσιασμό του ακροατηρίου του απευθυνόμενος το Σάββατο στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου.

Ο Pence μετέφερε την "αταλάντευτη δέσμευση του προέδρου Trump στη διατλαντική σχέση”, τόνισε ότι "οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ο μεγαλύτερος σύμμαχος” των Ευρωπαίων, διαβεβαίωσε ότι η Ουάσιγκτον "θα κρατά υπόλογη τη Ρωσία” και μίλησε αρκετά περί των κοινών δημοκρατικών αξιών – όπως θα ήταν αρεστό στο ακροατήριό του.

Ωστόσο, υπενθύμισε ότι οι ΗΠΑ καταβάλλουν το 70% των δαπανών του ΝΑΤΟ και ότι "ήρθε ο καιρός” ώστε οι σύμμαχοι να τηρήσουν τη δέσμευσή τους για αύξηση των στρατιωτικών τους προϋπολογισμών στο 2% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, ο Αμερικανός μίλησε σχεδόν σαν να μην υπάρχει η Ε.Ε. - πράγμα παράδοξο, διότι οι πιέσεις της Ουάσιγκτον δεν αποτελούν απλώς μιαν "εξωτερική παράμετρο”, αλλά αναφέρονται στην ίδια τη διακυβέρνηση της ενωμένης Ευρώπης.

Με άλλα λόγια, η Αμερική, που βεβαίως ούτε "απομονώνεται” ούτε "αποχωρεί”, επιδιώκει να αλλάξει τους όρους της παρουσίας της στη Γηραιά Ήπειρο, γεγονός που συμπαρασύρει την όλη εσωτερική συγκρότηση της Ευρώπης.

Όταν οι Αμερικανοί ιθύνοντες τονίζουν την ανάγκη αυξημένων αμυντικών προϋπολογισμών, δεν αναφέρονται στην μικρή Εσθονία ή τη μνημονιακή Ελλάδα, που άλλωστε τηρούν τον στόχο του 2%, αλλά πρωτίστως στη Γερμανία, η οποία αρκείται στο 1% και υπερηφανεύεται για την πολιτική του απόλυτου μηδενός (schwarze null) που ακολουθεί στα δημοσιονομικά της.

Στις έμμεσες αιτιάσεις των προηγούμενων ετών ότι η γερμανική εμμονή στη λιτότητα καταπονεί το διεθνές σύστημα, ήρθε να προστεθεί το αμυντικό επιχείρημα που προσφέρει το νεοψυχροπολεμικό κλίμα των ημερών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών και μέχρι πρότινος ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών Sigmar Gabriel άδραξε την ευκαιρία για να αναδείξει την αντίφαση ανάμεσα στο ότι η Ελλάδα εκπληρώνει τον στόχο του 2%, αλλά "δυσκολεύεται να πληρώσει επαρκείς συντάξεις”, πράγμα που είναι επίσης αποσταθεροποιητικό. Επιπλέον, πρόσθεσε δεν μπορεί να ζητείται από τη Γερμανία η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της κατά 25 δισ. ευρώ και να λησμονείται ότι η χώρα διαθέτει 30-40 δισ. ευρώ για ενσωματώσει ένα εκατομμύριο πρόσφυγες που προέκυψαν ως αποτέλεσμα "αποτυχημένων επεμβάσεων του παρελθόντος”.

Η ίδια η καγκελάριος Merkel, απευθυνόμενη στη Διάσκεψη του Μονάχου πριν από τον Pence, τόνισε ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια διαμάχη περί δαπανών (οι οποίες, σε κάθε περίπτωση αυξήθηκαν κατά 8% σε ετήσια βάση στη Γερμανία), αλλά θα πρέπει να λάβει υπόψη της και άλλους παράγοντες που διαμορφώνουν το περιβάλλον ασφαλείας, όπως η αναπτυξιακή βοήθεια.

Φρόντισε επίσης να αποκρούσει την αίσθηση ότι η Γερμανία είναι ένας αθέμιτα επωφελούμενος σύμμαχος (free-rider), τονίζοντας ότι και οι ΗΠΑ επωφελούνται από το ΝΑΤΟ αποκομίζοντας ισχύ, ενώ στράφηκε και προς τις κατηγορίες του Peter Navarro, προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Εμπορίου του Trump, ότι το ευρώ είναι υποτιμημένο χάριν των γερμανικών συμφερόντων. Η καγκελάριος υποστήριξε και πάλι ότι το Βερολίνο δεν έχει λόγο στην νομισματική πολιτική που καθορίζει η ανεξάρτητη ΕΚΤ και στάθηκε στο γεγονός ότι το κοινό νόμισμα καλύπτει και ευρωπαϊκές οικονομίες πιο αδύναμες από την γερμανική.

Η καχεξία της ευρωπεριφέρειας μπορεί έτσι να χρησιμεύσει είτε ως σοσιαλδημοκρατικό επιχείρημα για μια έξοδο από τη λιτότητα που να μη στηρίζεται κυρίως στους εξοπλισμούς, είτε ως χριστιανοδημοκρατικό επιχείρημα κατά της χαλαρής νομισματικής πολιτικής.

Είχε προηγηθεί η υπουργός Άμυνας Ursula von der Leien, η οποία είχε τονίσει ότι, αν η αμερικανική πλευρά επιθυμεί ισχυρότερη δέσμευση των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ, θα πρέπει να πάψει να αναφέρεται απαξιωτικά στην Ε.Ε., η οποία αποτελεί την πηγή της ισχύος τους.

Σημειώνεται ότι η αμερικανική στάση στο ζήτημα της κοινής άμυνας επηρεάζει και τη διαπραγμάτευση των "27” με τη Βρετανία, με την οποία, ως σημαντική στρατιωτική δύναμη, θα είναι απαραίτητο, στο φόντο της αβεβαιότητας που προκύπτει, να υπάρξει "ομαλό διαζύγιο” και ισχυρή αμυντική συνεργασία την "επόμενη ημέρα”.

Πηγή Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

17 Φεβ 2017


Ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν κάλεσε σήμερα για την «αποκατάσταση του διαλόγου» ανάμεσα στις ρωσικές και τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.

«Στο πιο υψηλό επίπεδο πρέπει να καλλιεργήσουμε τη συνεργασία στον τομέα κατά της τρομοκρατίας με τους ξένους εταίρους μας», δήλωσε ο Πούτιν στη διάρκεια μιας τελετής ενώπιον αξιωματούχων των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών (FSB), προσθέτοντας ότι επιθυμεί «την αποκατάσταση του διαλόγου με τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών του ΝΑΤΟ».

«Δεν είναι δικό μας λάθος αν διακόπηκε και δεν αναπτύχθηκε», διευκρίνισε ο ρώσος πρόεδρος, ο οποίος πρόσθεσε πως είναι «προφανές πως στον τομέα της μάχης κατά της τρομοκρατίας, όλες οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί οφείλουν να συνεργαστούν».

Συγχαίροντας τις ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας, ο Βλαντίμιρ Πούτιν διευκρίνισε πως οι τελευταίες απέτρεψαν το 2016 «45 εγκλήματα τρομοκρατικής φύσης», μεταξύ των οποίων και 16 επιθέσεις.

Είπε επίσης πως 53 αξιωματικοί και 386 πράκτορες ξένων υπηρεσιών ασφαλείας αποκαλύφθηκαν στη Ρωσία το 2016, προσθέτοντας πως «η δραστηριότητα των υπηρεσιών ασφαλείας στη Ρωσία δεν μειώνεται».

Ο ρώσος πρόεδρος κατήγγειλε επίσης τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο στόχο των οποίων αποτέλεσε η Ρωσία και οι οποίες σύμφωνα με τον ίδιον τριπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2015, καλώντας να αυξηθούν οι κυβερνητικοί πόροι στον τομέα της μάχης κατά του κυβερνο-εγκλήματος.

Μεταξύ των κινδύνων για την ασφάλεια της χώρας, ο Βλαντίμιρ Πούτιν κατονόμασε ωστόσο το ΝΑΤΟ το οποίο, κατά τη σύνοδο κορυφής στη Βαρσοβία τον Ιούνιο, «προσδιόρισε τη Ρωσία ως την κύρια απειλή που αντιμετωπίζει και καθιστά τον περιορισμό της την κύρια αποστολή του».

«Προς τον σκοπό αυτόν, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ συνεχίζεται», δήλωσε ο ρώσος πρόεδρος.

Στο μεταξύ, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ δήλωσε σήμερα ότι δεν θεωρεί πως υφίστανται οι συνθήκες για στρατιωτική συνεργασία με τη Ρωσία.

Ο Μάτις έκανε τις δηλώσεις αυτές έπειτα από μια σύνοδο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες κατά την οποία έδωσε διαβεβαιώσεις για τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στη συμμαχία, δηλώνοντας εντυπωσιασμένος από «την ισχύ του διατλαντικού δεσμού».

Απαντώντας σε ερώτηση αν είναι δυνατό σήμερα να έχει κανείς εμπιστοσύνη στη Ρωσία ο Τζέιμς Μάτις απάντησε: «Το θέμα με τη Ρωσία είναι ότι πρέπει να συμμορφωθούν με το διεθνές δίκαιο όπως αναμένει κανείς από κάθε λογικό έθνος σε αυτό τον πλανήτη».

«Δεν είμαστε σε θέση τώρα να συνεργαστούμε σε στρατιωτικό επίπεδο. Αλλά οι πολιτικοί ηγέτες μας θα συναλλαγούν και θα προσπαθήσουν να βρουν κοινό έδαφος», πρόσθεσε ο νέος επικεφαλής του Πενταγώνου.

Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, αν πιστεύει πως η Ρωσία παρενέβη στις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, ο Μάτις είπε: «Αυτή τη στιγμή, θα έλεγα απλώς πως δεν υπάρχουν πολλές αμφιβολίες είτε ότι αναμίχθηκαν είτε ότι προσπάθησαν να αναμιχθούν σε έναν αριθμό εκλογών στις δημοκρατίες».

Ο Μάτις είχε πει σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση του ΝΑΤΟ χθες πως η συμμαχία πρέπει να έχει ρεαλιστικές προσδοκίες όσον αφορά τις πιθανότητες αποκατάστασης μιας σχέσης συνεργασίας με τη Μόσχα και να διασφαλίσει ότι οι διπλωμάτες της θα «διαπραγματευθούν από θέση ισχύος».

Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν μια λακωνική απάντηση από τον ρώσο υπουργό Άμυνας Σεργκέι Σοϊγκού.

«Οι προσπάθειες να οικοδομηθεί ένας διάλογος με τη Ρωσία από θέση ισχύος θα ήταν ανώφελες», δήλωσε ο Σοϊγκού, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων TASS.

Ο Μάτις ανταπάντησε: «Δεν χρειάζεται καθόλου να απαντήσω στη ρωσική δήλωση. Το ΝΑΤΟ συμβόλιζε πάντα τη στρατιωτική ισχύ και προστασία των δημοκρατιών και των ελευθεριών που σκοπεύουμε να κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας».


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

16 Φεβ 2017


Τα συστημικά media τον «χτυπούν» υποστηρίζοντας ότι, εκτός του Φλιν, είχαν και άλλα στελέχη επαφές με Μόσχα

Aφού έχουν επιστρατεύσει κάθε μέσο προκειμένου να συνεχίσουν τον πόλεμο εναντίον του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου των ΗΠΑ, τώρα, για να «σκοτώσουν» πολιτικά τον Ντόναλντ Τραμπ, επιδιώκουν να κατασκευάσουν ένα νέο... Γουότεργκεϊτ!

Ο λόγος, βέβαια, για το σκληρό μπλοκ των συστημικών μέσων ενημέρωσης των ΗΠΑ, που βάλλουν κατά του νέου προέδρου αυτή τη φορά, με αφορμή την παραίτηση του Μάικλ Φλιν, του πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ.

Χθεσινό δημοσίευμα των «New York Times», το οποίο επικαλείται πληροφορίες του από τέσσερις «πρώην και νυν» Αμερικανούς αξιωματούχους, υποστηρίζει ότι και άλλα στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ αλλά και συνεργάτες του είχαν συστηματικές επαφές με υψηλόβαθμα στελέχη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών και με μέλη της ρωσικής κυβέρνησης, τη χρονιά πριν από τις αμερικανικές εκλογές.

Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες (μέλη των οποίων προφανώς ήταν οι τέσσερις αξιωματούχοι) υπέκλεψαν τα σχετικά τηλεφωνήματα, στο πλαίσιο των ερευνών που έκαναν για το θέμα της υποτιθέμενης ρωσικής εμπλοκής στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία. Η διαφορά, όμως, με την υπόθεση Φλιν είναι ότι, όπως μάλιστα παραδέχεται και η εφημερίδα, δεν προκύπτουν στοιχεία που αποδεικνύουν οποιαδήποτε «συνεργασία» μεταξύ του επιτελείου του Τραμπ και των Ρώσων, ενώ πάλι, κατά τους «New York Times», πολλοί από τους συνεργάτες αυτούς είναι και επιχειρηματίες που «δεν είναι ασυνήθιστο να έχουν επικοινωνίες με στελέχη των μυστικών υπηρεσιών άλλων χωρών»!

Από τους φερόμενους εμπλεκομένους κατονομάστηκε μόνο ο παραιτηθείς πρώην διευθυντής της εκστρατείας του Τραμπ Πολ Μάναφορτ, ο οποίος διέψευσε πως μίλησε ουδέποτε, εν γνώσει του, με Ρώσους πράκτορες. Ο ίδιος ο Τραμπ χαρακτήρισε παραλογισμό τις κατηγορίες, κατηγορώντας τα μέσα ενημέρωσης για θεωρίες συνωμοσίας και τυφλό μίσος, ενώ έστρεψε τα πυρά του και κατά των μυστικών υπηρεσιών NSA και FBI, τις οποίες κατηγόρησε για αντιαμερικανισμό. Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία Τσακ Σούμερ ζήτησε να αρχίσει ανεξάρτητη έρευνα για ενδεχόμενες αξιόποινες πράξεις σχετικά με την υπόθεση Φλιν.

Συγγνώμη από τους «Times»

Με απολογητική διάθεση απέναντι στη Μελάνια Τραμπ εμφανίστηκε, στο μεταξύ, η ίδια εφημερίδα, με αφορμή τον χαρακτηρισμό «πόρνη» που έκανε για την πρώτη κυρία, στο πλαίσιο επίδειξης μόδας, ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Τζέικομπ Μπέρνσταϊν (γιος του θρυλικού Καρλ Μπέρνσταϊν, ο οποίος αποκάλυψε το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ). «Σε ένα πάρτι χθες το βράδυ, ένας ρεπόρτερ των “Times”, που δεν καλύπτει την Ουάσινγκτον ή το πολιτικό ρεπορτάζ, αναφέρθηκε σε μια αβάσιμη φήμη που αφορά τη Μελάνια Τραμπ» αναφέρουν οι «New York Times» σε δήλωσή τους στην ιστοσελίδα Politico.

«Το σχόλιο δεν έγινε με σκοπό να δημοσιοποιηθεί, αλλά ήταν εντελώς ακατάλληλη η στιγμή και δεν θα έπρεπε να γίνει. Οι συντάκτες της εφημερίδας έχουν μιλήσει στον ρεπόρτερ ρωτώντας τον σχετικά με το ατόπημα που έκανε». Συγγνώμη, άλλωστε, ζήτησε και ο ίδιος ο Μπέρνσταϊν. Το σχόλιο διέρρευσε στο twitter από το σούπερ μόντελ Εμιλι Ραταϊκόφσκι -τυγχάνει μάλιστα υποστηρίκτρια του Μπέρνι Σάντερς-, την οποία έσπευσε να ευχαριστήσει η πρώτη κυρία.

Πηγή "Δημοκρατία"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ένα απίστευτο γεωστρατηγικό πόκερ βρίσκεται σε εξέλιξη στο μέτωπο της Συρίας, με τη ρωσική διπλωματία να έχει στριμώξει άγρια της Τουρκία η οποία αφενός δεν έχει το παραμικρό περιθώριο να παρουσιαστεί ότι «τα σπάει» με τη Μόσχα, τουλάχιστον μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στην Ουάσιγκτον, ενώ ακόμα και τότε, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας ορθώνουν πανομοιότυπα τείχη, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να έχουν κάθε λόγο να βρίσκονται σε απόγνωση, αφού το «παιχνίδι» να προσπαθήσουν να παίξουν τη Ρωσία απέναντι στις ΗΠΑ και τούμπαλιν, τελικά έχει ως αποτέλεσμα τη συντριβή της Άγκυρας ανάμεσα στους δυο κολοσσούς της διεθνούς πολιτικής…

Του Μιχαήλ Βασιλείου

Οι εξελίξεις είναι λογικό να προκαλούν τρομερό εκνευρισμό στην Άγκυρα, αφού είναι αντιμέτωποι ουσιαστικά με την ευθυγράμμιση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Συρία που ακολουθούν όπως όλοι οι λογικοί άνθρωποι τη μέση οδό στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης και έναρξης μιας διαδικασίας που θα οδηγήσει σε κάποιου είδους κρατική μορφή στη Συρία, αφού φαίνεται πως προς το παρόν προκρίνεται η μη αλλαγή των συνόρων της Συρίας.

Η μέση οδός έχει στο επίκεντρο τους Κούρδους, στους οποίους ναι μεν δεν δίνουν κρατική υπόσταση, άρα πραγματοποιώντας μια υποχώρηση στους τουρκικούς όρους, αλλά σε αντάλλαγμα πηγαίνουν στο αμέσως επόμενο στάδιο, εξετάζοντας τη μετατροπή της Συρίας σε Ομοσπονδία ή Συνομοσπονδία, στο πλαίσιο της οποίας οι Κούρδοι της Συρίας τουλάχιστον θα αυτοκυβερνηθούν. Μόνο που και αυτή η εξέλιξη είναι δυσμενέστατη για την Τουρκία, παρότι λιγότερο από τη δημιουργία κουρδικού κράτους στα σύνορά της.

Σήμερα ξεκινούν εκ νέου οι συνομιλίες στην πρωτεύουσα του Καζακστάν, την Άστανα, με την Τουρκία να είναι παγιδευμένη εκεί, θύμα της ανάγκης της να παραστήσει ο Ερντογάν τον διεθνή παράγοντα, δίπλα στον Πούτιν, για να προειδοποιήσει τους Αμερικανούς, μόνο που οι Ρώσοι τον άφησαν «να κάνει το κομμάτι του» με στόχο να τον παγιδεύσουν και το κατάφεραν!

Οι απόψεις των δυο πλευρών απέχουν πολύ, με τους Ρώσους να εκπροσωπούνται από τον ορισμένο από τον Βλαντιμίρ Πούτιν «προεδρικό αντιπρόσωπο» για το θέμα, Αλεξάντερ Λαβρέντιεφ, ενώ οι Τούρκοι προσπαθώντας να τις υποβαθμίσουν για να απεμπλακούν, έστειλαν από επικεφαλής διεύθυνσης του υπουργείου Εξωτερικών!

Παράλληλα, οι Τούρκοι διαμηνύουν ότι δεν θα πρέπει να υποκατασταθούν οι επίσημες συνομιλίες στη Γενεύη υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) που αρχίζουν ξανά στις 23 Φεβρουαρίου και επιμένουν ότι μοναδικό θέμα συζήτησης δεν μπορεί να είναι άλλο από τους στρατιωτικούς κανόνες που θα πρέπει να εφαρμοστούν ώστε να διατηρηθεί η κατάπαυση του πυρός! Διακρίνουμε μια συγκεκαλυμμένη απειλή ανάφλεξης ή λανθάνουμε;

Η Ρωσία βέβαια αναγκάζεται να συνεχίσει αν τηρεί διπλωματική στάση, καθώς ενοχλούμενο φέρεται να είναι και το Ιράν, καθότι ας μην ξεχνούμε, ότι οι γειτνιάζουσες σε συνοριακές περιοχές κουρδικές μειονότητες είναι το πρόβλημα που ένωναν παραδοσιακά Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν, αν και καθεμιά χώρα υπέκυπτε από καιρού εις καιρόν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει την κουρδική μειονότητα του αντιπάλου για να τον αποσταθεροποιήσει, εάν τα πράγματα δεν έβαιναν καλώς στις διμερείς σχέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη μια εξέλιξη που καταγράφεται από χθες στη Μόσχα, καθώς ξεκίνησε συνέδριο στο οποίο συμμετέχουν Κούρδοι προερχόμενοι και από τις τέσσερις χώρες που φιλοξενούν τους προαναφερθέντες γειτνιάζοντες κουρδικούς πληθυσμούς, την Τουρκία, τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, προκαλώντας σύγκρυο κυρίως σε Άγκυρα και Τεχεράνη.

Παρότι οι Ρώσοι τηρούν χαμηλό προφίλ, τα κουρδικά μέσα ενημέρωσης αποκαλούν τη διοργάνωση ως «Κουρδικό Εθνικό Συνέδριο»! Μοναδική απουσία το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα (KDP) του βορείου Ιράκ, γνωστός σύμμαχος της Άγκυρας, ενώ η παρουσία των Κούρδων της Συρίας και του PYD, αποτελεί άδειασμα στην Τουρκία που είχε μπλοκάρει τη συμμετοχή τους στις συνομιλίες της Άστανα στις 23-24 Ιανουαρίου.

Η Τουρκία πλέον περιμένει με αγωνία για το αποτέλεσμα της μελέτης του αμερικανικού Πενταγώνου για τη στρατηγική στο Ιράκ και τη Συρία, όπου χθες διέρρευσε πως είναι ενδεχόμενη εισήγηση στον Λευκό Οίκο να διατάξει την αποστολή τακτικών στρατευμάτων στο έδαφος!

Ωστόσο, το καθυστερημένο τηλέφωνο Τραμπ-Ερντογάν που έστειλε τα κατάλληλα μηνύματα, καθώς επίσης και η αποχώρηση του αντιστράτηγου και πρώην διευθυντή της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών DIA, από το πόστο του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, ένα πρόσωπο με το οποίο είχαν καλλιεργηθεί εγκαίρως σχέσεις, οδηγούν στο μάλλον ασφαλές συμπέρασμα, ότι οι όροι επιστροφής στην «αγκαλιά» των ΗΠΑ θα είναι δυσμενείς, ενώ αν αυτό προχωρήσει, η Τουρκία θα έχει μετατραπεί σε έρμαιο στη βούληση της Μόσχας.

Να υπογραμμίσουμε καταληκτικά, ότι αυτή η αναταραχή και οι ζυμώσεις που αφορούν το κουρδικό ζήτημα, συμπίπτουν με την 18η επέτειο του δράματος που οδήγησε στην απαγωγή του Αμπντουλάχ Οτζαλάν από την Κένυα, μετά από συνδυασμένη επιχείρηση ανάμεσα στην αμερικανική CIA και την τουρκική MIT, ενώ βρισκόταν στα χέρια των ελληνικών αρχών.

Δυο δεκαετίες σχεδόν αργότερα, η Άγκυρα αρνείται να κατανοήσει ότι το εν λόγω ζήτημα δε χωρά στρατιωτικά αλλά πολιτική λύση, αφού δεν πρόκειται για μια μικρή πληθυσμιακή ομάδα, αλλά ένα ολόκληρο έθνος. Τις διαπραγματεύσεις αυτές τίναξε στον αέρα ο Ερντογάν όταν αντελήφθη ότι οι συνομιλίες δεν τον βοηθούσαν εκλογικά… κι ας βάζει τώρα τον ελεγχόμενο τουρκικό Τύπο να γράφει ότι οι συνομιλίες της περιόδου 2012-2015 κατέρρευσαν επειδή το PKK άρχισε εκ νέου επιθέσεις.

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Είμαι από αυτούς που πριν από αρκετές εβδομάδες με σχετική αρθρογραφία μου είχα επισημάνει τα ελαττώματα και τους κινδύνους από την τοποθέτηση του Στρατηγού, Μάϊκλ Φλήν, στην πολύ κρίσιμη και ευαίσθητη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ, με αφορμή άρθρο του σχετικά με την Τουρκία, το οποίο είχε όλα τα στοιχεία προϊόντος κατά παραγγελία εταιρίας δημοσίων σχέσεων της Ουάσιγκτον που είχε συμβόλαιο με την Άγκυρα.

Τότε ελάχιστοι από αυτούς που σήμερα κραυγάζουν για σκάνδαλο και χρησιμοποιούν την παραίτησή του για να πλήξουν τον Προεδρία Τράμπ, έδειξαν να ενοχλούνται από το γεγονός αυτό. Ούτε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ, αλλά ούτε και στο Κογκρέσο, όπου τα τελευταία εικοσιτετράωρα Δημοκρατικοί και κάποιοι γραφικοί Ρεπουμπλικάνοι ζητούν έρευνες και ακροάσεις. Και αυτό διότι προφανώς οι περισσότεροι από αυτούς έχουν γίνει κατά καιρούς αποδέκτες των εκατομμυρίων δολαρίων που δαπανά η Τουρκία στην αμερικανική πρωτεύουσα για να προωθεί τις θέσεις και τα συμφέροντά της.

Ως εδώ, για κάποιον που γνωρίζει το παραδοσιακό σύστημα εθνικής ασφάλειας της Ουάσιγκτον, όλα καλά και προβλέψιμα. Όμως, αυτό που εξελίσσεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην αμερικανική πρωτεύουσα όχι μόνο ξεπερνά τα παραδοσιακά δεδομένα, αλλά αγγίζει τα όρια εγκληματικής ανευθυνότητας. Και όταν μάλιστα είναι παραπάνω από εμφανές ότι γίνεται για λόγους πολιτικού ρεβανσισμού και αδυναμία αποδοχής μιας καθαρής ήττας ενός συστήματος που υπερβαίνει τα όρια Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών, και ενώνει αυτούς που βρίσκονται για δεκαετίες στη μισθοδοσία αυτού του ξεπερασμένου από την εποχή και τις εξελίξεις συστήματος, τότε το έγκλημα είναι ειδεχθές.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στις ΗΠΑ, και ειδικά στο τελευταίο κρίσιμο διάστημα, το σύστημα αυτό για να αντιμετωπίσει την αποδοχή που είχε το μήνυμα Τράμπ, εκτός των μητροπόλεων της Ανατολικής και Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, στην πλατιά Αμερική, έπαιξε γερά το χαρτί της συνδιαλλαγής στελεχών της ομάδας του Ντόναλντ Τράμπ με τη Ρωσία και την προσπάθεια της Μόσχας να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών υπέρ του τότε υποψήφιου Τράμπ. Η ζαριά δεν πέτυχε και ο κ. Τράμπ κόντρα στο σύστημα κατάφερε μια αναπάντεχη νίκη και εκλέχθηκε Πρόεδρος των ΗΠΑ.

Το λάθος του Αμερικανού Προέδρου και του επιτελείου του στο Λευκό Οίκο, ήταν ότι επαναπαύτηκαν και πίστεψαν ότι το σύστημα αυτό θα σταματούσε αυτή την προσπάθεια. Και ας έβλεπαν να διαρρέουν οι τηλεφωνικές συνομιλίες και οι διάλογοι του Προέδρου με ξένους ηγέτες από το Οβάλ Γραφείο στις εφημερίδες. Δυστυχώς τα ελαττώματά και ο χαρακτήρας του Στρατηγού Φλήν, έδωσαν στους μισθοφόρους του εν λόγω συστήματος μέσα στις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, το άνοιγμα που αναζητούσαν για να πλήξουν τον Πρόεδρο και την κυβέρνηση Τράμπ, μέσω των τηλεφωνικών συνομιλιών που είχε με τον Πρέσβη της Ρωσίας στην Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της περιόδου μετάβασης της εξουσίας αμέσως μετά τις εκλογές. Και βέβαια δεν χρειάζεται να ειπωθεί καν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα και η ομάδα του έκαναν ότι μπορούσαν για να διευκολύνουν το εν λόγω σχέδιο.

Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, είμαι από αυτούς που εδώ και αρκετά χρόνια μέσω της αρθρογραφίας μου έχω κάνει σαφή την άποψή μου ότι ο Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι ένας απολυταρχικός ηγέτης που λειτουργεί και θα συνεχίσει να λειτουργεί με πλοηγό τα αισθήματα μίσους εναντίον των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, με τα οποία έχει εμποτιστεί ως πρώην πράκτορας της KGB, αρνούμενος να αποδεχθεί τη συντριπτική ήττα και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, από τον Ρόναλντ Ρέηγκαν και τη Δύση. Την ίδια στιγμή αναγνωρίζω ότι σε σχέση με τις σημερινές ηγεσίες, για τον Πρόεδρο Τράμπ είναι πολύ νωρίς να διαμορφώσω άποψη, σε Ευρώπη και αλλού είναι ο καλύτερος στρατηγικός παίκτης.

Λέγοντας τα παραπάνω, και για να επανέλθω στον επικίνδυνα εγκληματικό χαρακτήρα των γεγονότων, όλοι αυτοί οι υποστηρικτές του συστήματος που τους σιτίζει για δεκαετίες, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν και να καταστήσουν τις σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας, ένα θέμα υψίστης εθνικής ασφάλειας με παγκόσμιες προεκτάσεις, αντικείμενο φθηνής πολιτικής αντιπαράθεσης και πολιτικού ρεβανσισμού. Και το ερώτημα που μπαίνει στο τραπέζι είναι αμείλικτο. Τελικά τι επιδιώκουν οι υμνητές του παρωχημένου και διεφθαρμένου συστήματος; Μια επιστροφή σε ένα καθεστώς σύγκρουσης και Ψυχρού Πολέμου, μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, με τη διαλυμένη Ευρώπη, ως πεδίο αυτής της εξαιρετικά, εάν επέλθει, αντιπαράθεσης και πιθανής σύγκρουσης των δυο δυνάμεων; Και όλα αυτά για να καταφέρουν να πουν στους εαυτούς τους, ναι μας κέρδισε ο Τράμπ, αλλά εμείς τον τελειώσαμε πριν καν αρχίσει. Με ποιο τίμημα; Την επιστροφή του διεθνούς συστήματος σε μια εποχή σκληρής αντιπαράθεσης, τη στιγμή μάλιστα που η εξτρεμιστική ισλαμική τρομοκρατία, με αποκλειστική ευθύνη του Μπαράκ Ομπάμα και της οκταετούς διακυβέρνησης του, έχει εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα και δρα με απίστευτη αγριότητα και αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή.

Ας καταλάβουν λοιπόν οι στερούμενοι ουσιαστικών προτάσεων και λύσεων σε όλα τα επίπεδα, Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, τα αρνούμενα να αποδεχθούν τον εξευτελισμό τους συστημικά μέσα ενημέρωσης, το κλαμπ των Νεοσυντηρητικών Ρεπουμπλικάνων της Ουάσιγκτον, ότι παίζουν με τη φωτιά και με το μέλλον του πλανήτη για ένα καπρίτσιο και μια άρνηση αποδοχής της πραγματικότητας. Οι απλοί πολίτες έχουν βαρεθεί τη συμπεριφορά και τις πολιτικές της αστικής ελίτ, η οποία ξέρει να γράφει διατριβές για το πώς να αλλάξεις ένα σκασμένο λάστιχο, αλλά είναι άχρηστη να πιάσει το γρύλο να το αλλάξει. Οι κοινωνίες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν σιχαθεί τους δήθεν λόγιους που τα λένε και τα γράφουν ωραία, με αποτέλεσμα να διψάνε και μια αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων με την κοινή λογική.

Αλλά και ο Πρόεδρος Τράμπ και το επιτελείο του, πρέπει να καταλάβουν ότι τώρα βρίσκονται στο Λευκό Οίκο και στα χέρια τους και από τις δράσεις τους κρίνεται η τύχη του πλανήτη. Ο χειρισμός των επισκέψεων του Ιάπωνα Πρωθυπουργού, του Πρωθυπουργού του Καναδά, και η καθαρότητα των θέσεων στις επαφές κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού του Ισραήλ, πρέπει να είναι το πλαίσιο και ο κανόνας στην αντιμετώπιση των θεμάτων στην εξωτερική πολιτική. Χρειάζεται πολύ περισσότερο, Τζέημς Μάτις και Ρέξ Τίλλερσον.

Ας μην παίζουν λοιπόν κάποιοι με τη φωτιά, γιατί κάποιες φορές ξεφεύγει από τον έλεγχο.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος
Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Daniel J. Ikenson

Ποτέ οι ΗΠΑ και η κινεζική οικονομία δεν ήταν περισσότερο αλληλεξαρτώμενες  όσο σήμερα. Ποτέ η σχέση του διμερούς εμπορίου και των επενδύσεων δεν ήταν μεγαλύτερη. Και βεβαίως, ποτέ η επισφαλής κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας  δεν απαιτούσε  μεγαλύτερη προσοχή  μεταξύ  ΗΠΑ και  Κίνας  από ό, τι τώρα. Ωστόσο, με τον Donald J. Trump να στέκεται θριαμβικά, σε μια πλατφόρμα  εθνικισμού και  προστατευτισμού, ποτέ η «συναστρία» δεν ήταν τόσο απόλυτα ευθυγραμμισμένη ώστε να οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε έναν καταστροφικό εμπορικό πόλεμο.

Από την άλλη, οι διμερείς εμπορικές τριβές δεν είναι κάτι καινούργιο. Κατά τη διάρκεια των ετών που πέρασαν  οι εντάσεις είχαν περιοριστεί σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε  να αποφευχθούν τυχόν σημαντικές ρευστοποιήσεις. Για τα τελευταία όμως, οκτώ χρόνια, που  η σχέση ΗΠΑ-Κίνας ήταν υπό αυξανόμενη πίεση, η αμοιβαία φορολόγηση είχε μπει σε ένα ελεγχόμενο σύστημα διακανονισμού  και γενικότερα, υπήρχε μεγάλη αυτοσυγκράτηση από την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο. Και οι δύο κυβερνήσεις επέβαλαν  περιορισμούς στο εμπόριο, αλλά το έκαναν σε συνάρτηση  με τους ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

Η εκλογή του «ασυγκράτητου» Trump, ο οποίος βλέπει το εμπόριο ως ανταγωνιστικό παιχνίδι «μηδενικού αθροίσματος»  μεταξύ των χωρών, καθιστά την αυτοσυγκράτηση  απίθανη και στρατηγικά παράλογη. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχειρίζονται  ένα μεγάλο διμερές εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, ο Πρόεδρος Trump βλέπει το Πεκίνο ως το πιο εξαρτώμενο μέρος, σε σχέση με τις πιθανότητες που υπάρχουν για να χάσει τον  εμπορικό πόλεμο…  Αντιλαμβάνεται μάλιστα τις συνέπειες ενός εμπορικού πολέμου ως μία σχετικά ήπια κατάσταση για την χώρα του καθιστώντας το σχέδιο δράσης του μία απολύτως ρεαλιστική επιλογή. Αυτή βέβαια, η σκέψη ισοδυναμεί με μία τεράστια απόκλιση από την ορθόδοξη εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, για πάνω από 80 χρόνια.

Η επικίνδυνη, από κάθε άποψη, οικονομική πολιτική του  Trump δεν εμφανίστηκε  από το πουθενά. Η δεκτικότητα των ΗΠΑ  σε μια πιο έντονη πολιτική προστατευτισμού (Πρώτα η Αμερική) - ειδικά σε σχέση με την Κίνα - έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Και η  γενεσιουργός αιτία αυτής της αντίληψης ήταν η απώλεια θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια των ετών, ειδικά μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που η επιβίωσή τους ήταν πλήττονται περισσότερο. Σύμφωνα με την πεποίθηση του προστατευτισμού η Κίνα «κινεί το σύστημα»  για να γίνει ισχυρότερη σε βάρος της Αμερικής! Και επιπλέον, αμφισβητεί τις ΗΠΑ  για την παγκόσμια στρατηγική και οικονομική τους υπεροχή. Αν και η αύξηση της επιρροής του Trump καθιστά ένα εμπορικό πόλεμο επικίνδυνα πιθανό, η κατάσταση των διμερών οικονομικών σχέσεων είναι το αποκορύφωμα μιας μακράς υποβόσκουσας αντιπαλότητας  που μπορεί να οδηγήσει  στο χείλος της αβύσσου.

Η Μεγάλη Πορεία προς τον εμπορικό πόλεμο

Στον απόηχο της σφαγής στην πλατεία  Τιενανμέν  του 1989, η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους αποφάσισε ότι θα συνεχίσει την πολιτική των διμερών σχέσεων με την Κίνα αλλά με περιορισμούς. Εκείνη την εποχή, το διμερές εμπόριο ανήλθε σε μόλις 17,6 δισεκατομμύρια $, και οι διασυνοριακές επενδύσεις ήταν ασήμαντες. Αλλά τα δυνητικά οικονομικά οφέλη από την ευρύτερη διάδοση των δεσμών εμπορίου και των επενδύσεων ήταν προφανής. Εκτός αυτού, η οικονομική και πολιτική φιλελευθεροποίηση της Κίνας ήταν περισσότερο αποτέλεσμα των μεγάλων εμπορικών ανοιγμάτων της – κυρίως προς τις ΗΠΑ- από τις πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί για να την τιμωρήσουν ή να την απομονώσουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν άλλωστε, φανερό  ότι οι κυρώσεις θα έβλαπταν περισσότερο τον κινεζικό λαό από την κινεζική κυβέρνηση, παραδίνοντας  ταυτόχρονα, τις επιχειρηματικές ευκαιρίες  στις ευρωπαϊκές εταιρείες.

Έτσι, για τα επόμενα 20 χρόνια, η πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα βασίστηκε στην ιδέα ότι η οικονομική σχέση ήταν πολλά υποσχόμενη  και άξιζε την καλλιέργεια και την φροντίδα, ανεξάρτητα από τις σημαντικές διαφορές μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου για γεωπολιτικά και θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατά το  πρώτο εξάμηνο της περιόδου αυτής, οι Κινέζοι έκαναν τα πάντα για να  εφαρμόσουν  όλα τα είδη των μεταρρυθμίσεων στην αγορά, να αποδεσμεύσουν  οικονομία τους και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ιδιότητας του μέλους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Από τη στιγμή που η Κίνα εντάχθηκε στον ΠΟΕ, το 2001, το εμπόριο  αυξήθηκε  σε 121.3 δις. $ και άμεσες επενδύσεις ήταν 12 δις. $. Μέχρι το 2008, η αξία του διμερούς εμπορίου έφθασε στα 409 δισεκατομμύρια $ και των επενδύσεων  56 δισεκατομμύρια $.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί από μια αγροτική οικονομία σε μια βασική βιομηχανική οικονομία και  σε μια πλήρως ανεπτυγμένη βιομηχανική δύναμη μέσα σε 20 χρόνια. Η αύξηση του εμπορίου και των επενδύσεων έχει γλυτώσει εκατοντάδες εκατομμύρια  Κινέζων από τη φτώχεια και έχει δώσει την ευκαιρία να επωφεληθεί μεγάλο μέρος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Αλλά βεβαίως, η διαδικασία αυτή του διμερούς εμπορίου με τις ΗΠΑ, αναπαράγει  άφθονες τριβές με τις αμερικανικές βιομηχανίες.

Η οικονομική πολιτική των ΗΠΑ με την Κίνα, ουσιαστικά διεξάγεται ως εξισορρόπηση των δύο μεγάλων ομάδων συμφερόντων. Από τη μια πλευρά, είναι οι  εισαγωγικές ανταγωνιστικές βιομηχανίες και η οργανωμένη εργασία, που  προσπαθούν να εμποδίσουν τη διείσδυση των κινέζων εξαγωγέων στις ΗΠΑ. Αυτοί εκδήλωναν πάντα την  αντίθεσή τους  στη χορήγηση του καθεστώτος της Κίνας  «Ομαλές εμπορικές σχέσεις» (Normal Trade Relations) και είχαν αντιταχθεί στην προσπάθεια της Κίνας να ενταχθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Ζήτησαν τότε να επιβληθούν δασμοί, ποσοστώσεις  και άλλες πολιτικές, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις  ανησυχίες τους (πραγματικές και φανταστικές)  ως ανάρμοστες «κινεζικές πρακτικές», όπως οι  επιδοτήσεις, οι ενέργειες  χειραγώγησης του νομίσματος, η κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας, η αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας και εργασίας και οι περιβαλλοντικές καταχρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, ήταν οι αμερικανικές  πολυεθνικές εταιρείες και οι εξαγωγείς, που  τάχθηκαν υπέρ μιας πιο προσεκτικής  και λιγότερο ανταγωνιστικής προσέγγισης. Ενθάρρυναν την ιδέα της φιλοξενίας της Κίνας, δεδομένου ότι  έτσι θα άνοιγε ο δρόμος της προόδου στη διαδικασία ένταξης και ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια οικονομία. Αυτές οι ομάδες εργάστηκαν  ενάντια στις πολιτικές και τις δράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πρόσβαση στην πολλά υποσχόμενη κινεζική αγορά των ΗΠΑ. Η στάση τους αυτή  ενισχύθηκε από την έρευνα οικονομολόγων, ακαδημαϊκών και μελετητών, οι οποίοι  υποστήριξαν  ότι το άνοιγμα στις εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα υπηρετεί όχι μόνο τα συμφέροντα των αμερικανικών εισαγωγικών βιομηχανιών αλλά και  τα συμφέροντα  των καταναλωτών, ιδιαίτερα των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος.

Η πολιτική των ΗΠΑ προσδιορίζει γενικά τη διαφορά μεταξύ αυτών των προοπτικών: «η Κίνα θα είναι ευπρόσδεκτη στην κοινότητα των εθνών, και οι εταιρείες και τα προϊόντα της θα πρέπει να αντιμετωπίζονται στο ίδιο επίπεδο με όλα τα άλλα έθνη ». Αλλά οι βιομηχανίες των ΗΠΑ θα μπορούν να προσφύγουν στην νομική κατοχύρωση των εμπορικών σχέσεων και στις ειδικές  εγγυήσεις με την Κίνα. Επίσης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα είναι σε θέση να φέρει επίσημες καταγγελίες σχετικά με την κινεζική πολιτική στον ΠΟΕ. Ο Στρατηγικός Οικονομικός Διάλογος (Strategic Economic Dialogue) -δημιουργήθηκε κατά την διακυβέρνηση  του George W. Bush) και άλλες υψηλού επιπέδου μορφές διμερών διαύλων επικοινωνίας ιδρύθηκαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν τα ζητήματα που θα προκύψουν αναπόφευκτα, με την εξέλιξη των εμπορικών σχέσεων. Σε γενικές γραμμές, η φόρμουλα αυτή λειτούργησε αρκετά καλά για να εξασφαλιστεί ότι οι τριβές θα είχαν αποτελεσματική διαχείριση και ποτέ δεν προκαλούνταν η ανάφλεξη μιας κόλασης. Αλλά μετά από 20 χρόνια, τα πράγματα άλλαξαν ξαφνικά το 2009.

Ήταν η χρονιά που η οικονομία  των ΗΠΑ συγκλονίστηκε από την οικονομική κρίση και μια βαθιά ύφεση. Η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος  που συνοδεύτηκε από οικονομική συρρίκνωση, η αργή ανάκαμψη, η επίμονη υψηλή ανεργία, το φάντασμα της απώλειας  εκατομμυρίων  θέσεων εργασίας, καθώς και το εκτός ελέγχου δημόσιο χρέος κλόνισε την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης  στις  ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, η κινεζική οικονομία συνεχίζει σε σχεδόν διψήφιο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, ξεπερνώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως  μεγαλύτερη παραγωγός και εξαγωγέας στον κόσμο. Οδεύει δηλαδή, πολύ γρήγορα στο να γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Έτσι, η κινεζική κυβέρνηση έχει γίνει πλέον επίσημα η μεγαλύτερη ξένη κάτοχος του αμερικανικού δημόσιου χρέους, ασκώντας  ιδιαίτερη επιρροή στη χάραξη της πολιτικής των ΗΠΑ, σύμφωνα με την άποψη  πολλών σχολιαστών.

[…] Η κατάσταση αυτή ήταν επόμενο να δημιουργήσει μία βαθιά ενδοσκόπηση στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας και φυσικά και της αγοράς. Πολλοί αναρωτήθηκαν σε τι  οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάνει λάθος  και τι στην Κίνα είχε γίνει σωστά. Ορισμένοι πολιτικοί και ειδήμονες, όπως ο Tom Friedman των  New York Times , εντυπωσιάστηκαν  που οι Κινέζοι ήταν σε θέση να επιτύχουν αυτό το οικονομικό θαύμα  με την «πεφωτισμένη απολυταρχία» τους και πρότεινε στις ΗΠΑ να μιμηθούν τους ισχυρισμούς της επιτυχημένης βιομηχανικής πολιτικής της Κίνας. Άλλοι πάλι, κατέληξαν  στο συμπέρασμα ότι η πολιτική των ΗΠΑ ήταν υπερβολικά ανεκτική στην άνοδο της Κίνας, προτρέποντας  για μεγαλύτερη επιβολή κανόνων  στο διμερές τους εμπόριο.

Εν τω μεταξύ, η επιχειρηματική κοινότητα των ΗΠΑ στην Κίνα, κάνοντας  βεβιασμένες ενέργειες που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τα σχέδιά τους στην κινεζική αγορά, άρχισε να διατυπώνει  ανησυχίες και  παράπονα  για πολλαπλασιασμό του κινεζικού προστατευτισμού. Οι αμερικανικές εταιρείες έχουν εκδώσει προειδοποιήσεις ότι η απελευθέρωση της αγοράς στην Κίνα  έχει περιοριστεί  και έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Μια ετήσια έκθεση που δημοσιεύθηκε από το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο στην Κίνα, εντοπίστηκαν τάσεις ανόδου του προστατευτισμού, έλλειψη κανονιστικής διαφάνειας, ασυνεπής πρακτικές  και ευνοιοκρατία προς τις τοπικές επιχειρήσεις, όπως τα μεγάλα και αυξανόμενα προβλήματα το 2009. Σε μια άλλη ξεχωριστή έκθεση εκθέτει το «σχέδιο της βιομηχανικής πολιτικής », υποστηρίζοντας ότι η  κινεζική κυβέρνηση σχεδιάζει να δημιουργήσει «εθνικούς  πρωταθλητές»  από τον« δανεισμό »της Δυτικής Τεχνολογίας.

Η δημοσίευση των εκθέσεων αυτών και οι αντιδράσεις  έχουν εμπνεύσει μια αλλαγή του κλίματος εντός των ΗΠΑ αλλά και στην διεθνή κοινότητα. Οι  απειλές  για τα επιχειρηματικά συμφέροντα των ΗΠΑ αυξήθηκαν, ενώ οι αισιόδοξες πεποιθήσεις των ρεαλιστικών δυνατοτήτων μειώθηκαν. Κι αυτό  δημιούργησε  μια μετατόπιση στη στάθμιση των συμφερόντων που επηρεάζουν την πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα υπέρ των αμερικανικών  συμφερόντων.  

Το «σκληρό πρόσωπο» του Προέδρου Ομπάμα

Η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της κυβέρνησης Ομπάμα αντικατοπτρίζεται σε ένα νέο ύφος. Αρχικά, ο Πρόεδρος θέσπισε την επιβολή δασμών  στα κινεζικά ελαστικά, κάτω από μια ειδική διάταξη διασφάλισης του δικαίου των ΗΠΑ, πράγμα που  ο Πρόεδρος Μπους είχε εμποδίσει  σε τρεις προηγούμενες περιπτώσεις. Αυτή η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου για την Κίνα (που  θεωρήθηκε ζημιωμένη), καθώς και μια πληθώρα κινεζικών «αντιποίνων»  κατά των αμερικανικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των  κοτόπουλων και των αυτοκινήτων.

Βεβαίως, η υποχρέωση του αντισταθμιστικού νόμου για τις  ΗΠΑ (νόμος για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων σε ξένη κυβέρνηση από την επιδότηση των εξαγωγών), θεωρείται ανεφάρμοστη σε «μη εμπορικές» οικονομίες από τις προηγούμενες διοικήσεις. Όμως έτσι ξαφνικά άνοιξε η όρεξη στις βιομηχανίες των ΗΠΑ και δημιούργησε  ένα ρεκόρ στον αριθμό των αθέμιτων εμπορικών υποθέσεων κατά της Κίνας, κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα. Στο  Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου αυξήθηκε επίσης, κατά πέντε φορές - σε σχέση με την κυβέρνηση Μπους - ο αριθμός των καταγγελιών  κατά της Κίνας στον ΠΟΕ. Το αποτέλεσμα, γενικώς, ήταν να ελέγχονται πιο στενά οι υποψήφιες κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Μπλοκάροντας για παράδειγμα, μια προτεινόμενη κινεζική επένδυση αιολικών πάρκων στο Όρεγκον αλλά και την παραγγελία μια κινεζικής εταιρείας τεχνολογίας που ήθελε να εκχωρήσει δραστηριότητες σε άλλη αμερικανική εταιρεία που είχε εξαγοράσει πρόσφατα. Όλα αυτά προκάλεσαν περισσότερες ανησυχίες σε κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας επειδή μπήκαν στο στόχαστρο της κυβέρνησης Ομπάμα και του Κογκρέσου. Το Κογκρέσο μάλιστα, πήρε και έκτακτα μέτρα  φραγής των αγορών για τη χρήση των κινεζικών προϊόντων τηλεπικοινωνιών από κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Ο κύβος είχε ήδη «ριφθεί».

Εν τω μεταξύ, το Πεκίνο δεν παρέμεινε παθητικό. Καθώς η κυβέρνηση Ομπάμα επέκτεινε τις δράσεις της, η κινεζική κυβέρνηση (υπό τον Πρόεδρο Hu και στη συνέχεια με τον Πρόεδρο  Xi) θέσπισε μια πληθώρα νέων νόμων που διέπουν - μεταξύ άλλων - τις ξένες επενδύσεις όπως  την πολιτική ανταγωνισμού και την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Πολλοί από αυτούς τους νόμους, εξελήφθησαν  από τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ ως παρέμβαση εναντίον τους. Οι εκθέσεις των αμερικανικών εταιρειών διατείνονται ότι  παρενοχλούνται, ότι υπόκεινται σε επαχθείς απαιτήσεις τεκμηρίωσης, ότι μπαίνουν σε ένα πλαίσιο άρνησης  επιχειρηματικών  ευκαιριών και ότι αναγκάζονται  να παραδώσουν τα εμπορικά μυστικά και τα κλειδιά κρυπτογράφησης των σχεδιασμών τους.

Ξεκίνησαν έτσι, συνεχείς  διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για μια καλύτερη προοπτική διμερών  συνθηκών στις  επενδύσεις. Αφορούσαν στην ελευθέρωση του εμπορίου περιβαλλοντικών αγαθών και των κρατικών προμηθειών, μεταξύ μιας σειράς πρωτοβουλιών που επιδιώκει  την προοπτική  θετικής στροφής στην αποκατάσταση των σχέσεων. Όμως η απαισιοδοξία  στην αμερικανική  και στη διεθνή κοινότητα για την πολιτική κατάσταση της Κίνας και την κατεύθυνση του επιχειρηματικού κλίματος  ενισχύθηκε.

Φτάνοντας στο 2016,εξαιτίας των εκλογών,  η «αντι-εμπορική» ρητορική εκστρατεία ήταν πολύ πιο οξεία από το συνηθισμένο. Η κινέζικη εμπορική πολιτική βρέθηκε  εκτεθειμένη στην  επίθεση των δύο άκρων και σε όλο το πολιτικό φάσμα. Η δημοσίευση ενός ακαδημαϊκού άρθρου με τίτλο  «Το σοκ της Κίνας», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κόστος προσαρμογής για τους  εργαζομένους ήταν μεγάλο. Θεωρήθηκε πως  είχαν ζημιωθεί εξαιτίας του ανταγωνισμού από τις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και η επιβάρυνση ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό, τι είχε αρχικά υπολογιστεί. Έτσι ήταν πλέον διάχυτη η τάση  στην κοινή γνώμη για μια πιο μαχητική προσέγγιση της  εμπορικής πολιτικής απέναντι στην Κίνα.

Το 2016  η κυβέρνηση Ομπάμα κατέθεσε τέσσερις νέες καταγγελίες κατά της Κίνας στον ΠΟΕ, και το Υπουργείο Εμπορίου άνοιξε  24  αντισταθμιστικές υποθέσεις εναντίον των κινέζων εξαγωγέων. Αλλά, ίσως η πιο προκλητική ενέργεια από όλα ήταν μια εσκεμμένη αδρανής πρακτική εκ μέρους των ΗΠΑ: Η καθυστέρηση της υποχρέωσης να χορηγήσουν στην Κίνα μία προνομιακή θέση στην «οικονομία της αγοράς», κάτι που έπρεπε να γίνει  το αργότερο 15 χρόνια μετά την ένταξή της  στον ΠΟΕ. Η ημερομηνία αυτή πέρασε  και στις 12 Δεκεμβρίου η Κίνα κίνησε  την διαδικασία άσκησης των νομικών της απαιτήσεων έναντι  του ΠΟΕ για το ζήτημα αυτό. Για να καταλήξουμε σε άλλη  μια σημαντική πηγή διενέξεων και την ενίσχυση του ήδη επιβαρυμένου κακού κλίματος στις διμερείς σχέσεις.

Στην άκρη του βράχου

Από τις αρχές του προηγούμενου έτους, το απόθεμα των διασυνοριακών και των διμερών επενδυτικών πακέτων έφτασε στα 90 δις $ και οι εμπορικές ροές ήταν 600 δις $ ετησίως. Με την εκλογή του νέου προέδρου, όλα φαίνεται να γίνονται ακόμα πιο δραματικά. Γιατί δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι το επίπεδο αλληλεξάρτησης διαμορφώνει και τον βαθμό αποφασιστικής μόχλευσης  προκειμένου να αλλάξει η φύση της οικονομικής σχέσης με την Κίνα. Πολλοί από αυτούς που είχαν κάθετη άποψη μέχρι τώρα, στην Ουάσιγκτον, έχουν σωπάσει, αψηφώντας τις αντιλήψεις που πλέον διαμορφώνονται ως «μη πολιτικά ορθές».  Ο φόβος των πολιτικών αντιποίνων  για τη λήψη θέσεων που θα είναι αντίθετες από αυτές του προέδρου έχει καταστείλει τη δημόσια συζήτηση. Απλά κυριαρχεί στον εμπορικό κόσμο, το απλοϊκό σύνθημα «δεν είναι καλό για τις επιχειρήσεις», ως μότο στα απειλητικά  tweets του προέδρου. 

Ο Trump φαίνεται να είναι απτόητος και αδιάφορος για το ενδεχόμενο ενός εμπορικού πολέμου με την Κίνα. Ο ίδιος φαίνεται να έχει εντολή να κάνει ό, τι θέλει «για να τινάξει την μπάνκα στον αέρα», όπως δήλωσε  σε μια πρόσφατη συνέντευξη. Ο πρόεδρος ήταν πιο αιχμηρός  για μία υποτιθέμενη  κινέζικη νομισματική χειραγώγηση , που έχει εμπνεύσει την έκκλησή του για την επιβολή  45% … δασμών  στις εισαγωγές από την Κίνα. Φυσικά, η χειραγώγηση του νομίσματος είναι μια ξεπερασμένη καταγγελία. Οι Κινέζοι δεν έχουν παρέμβει στις αγορές συναλλάγματος για να καταστείλει την αξία του Γουάν, για πάνω από μια δεκαετία και, τα τελευταία χρόνια, αγωνίζονται να στηρίξουν την αξία του εξαιτίας της αχαλίνωτης φυγής κεφαλαίων.

Υπάρχουν και άλλες πηγές έντασης στη σχέση που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια κάθοδο στην άβυσσο. Διακρίσεις εις βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κίνα, η ευνοιοκρατία , η μαζική επιδότηση της βιομηχανίας, η κλοπή  πνευματικής ιδιοκτησίας, η υψηλή τεχνολογία, ο βαθύτερος  έλεγχος των κινέζικων εξαγορών στις ΗΠΑ, οι διακρίσεις εις βάρος των κινεζικών επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών  και η άρνηση των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν  την Κίνα ως «αγορά οικονομίας»  παραμένουν εξέχοντα σημεία της έριδος στις διακρατικές σχέσεις. Ο Πρόεδρος Trump και οι  σύμβουλοί  του, δείχνουν το μεγάλο διμερές εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ως απόδειξη των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και υπόσχονται να λάβουν  διορθωτικά μέτρα. Εν τω μεταξύ, η κινεζική κυβέρνηση απειλεί να μετατοπίσει τις αγορές των αεροσκαφών από την Boeing για την Airbus  και τα γεωργικά προϊόντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Αυστραλία και τον Καναδά.  Είναι πια σίγουρο ότι  οι Κινέζοι σχεδιάζουν άλλους στρατηγικούς στόχους για αντίποινα - επιχειρήσεις και βιομηχανίες που θα μπορούσαν να ασκήσουν πολιτική πίεση για το Κογκρέσο να κάνει κάτι για να χαλιναγωγήσει τον πρόεδρο.

Αλλά αυτό που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι, στο πλαίσιο μιας  εγχώριας κινεζικής πολιτικής  προοπτικής, ο Πρόεδρος Ξι θα μπορούσε να καλωσορίσει στην πραγματικότητα, έναν εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες!  Με 6,5% οικονομική ανάπτυξη (η πιο αργή σε 25 χρόνια), τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την στασιμότητα των εισοδημάτων, τη διαφθορά, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την χειραγώγηση  των μέσων ενημέρωσης και των περιορισμών στο διαδίκτυο,  ο Ξι θα μπορούσε να επωφεληθεί πολιτικά από την απόσπαση της προσοχής. Το κόμμα και ο λαός της Κίνας θα μπορούσε να συσπειρωθεί στο πλευρό του Ξι, όταν ο ίδιος κατηγορεί τις ΗΠΑ για τα εμπορικά μέτρα και  για τη στασιμότητα, ως αιτίες για τις οικονομικές δυσκολίες που θα προκύψουν. Προσεγγίζοντας την  τεράστια δεξαμενή της κινέζικης  εθνικιστικής υπερηφάνειας και της σκοπιμότητας, θα παράσχει στην Κίνα, το πρόσχημα για να αντέξει έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες - ειδικά από την στιγμή,  η κυβέρνηση συνεχίζει να αποξενώνεται από τους φίλους και τους εχθρούς στην περιοχή.

Η ειρωνεία είναι , πως η  Διεθνής Εταιρική Σχέση του Ειρηνικού (Trans-Pacific Partnership) προσφέρει περισσότερα κίνητρα για την Κίνα να τηρεί τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου από  οποιοδήποτε άλλο εργαλείο στη διάθεση της χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ. Ως βιώσιμη συμφωνία, η TPP είναι ανοιχτή σε νέα μέλη που είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα  σχετικά υψηλά πρότυπά της. Πολλές χώρες, πέρα ​​από τις αρχικές 12 που υπέγραψαν, είχαν επενδύσει πολλά στην συμμετοχή τους, αναλαμβάνοντας όλα τα είδη των εγχώριων μεταρρυθμίσεων προκειμένου  να πληρούν τις προϋποθέσεις για την ένταξη. Από το φόβο του αποκλεισμού, εν τω μεταξύ, αναζητούν μέσα κατοχύρωσης, όπως νέες επενδύσεις και αλυσίδες εφοδιασμού που αναπτύχθηκαν  γύρω από τη νέα συμφωνία. Η Κίνα είναι σίγουρο ότι ενδιαφέρεται για την συμμετοχή τους  στο TPP σε ένα λογικό διάστημα, κατά πάσα πιθανότητα, σε συνδυασμό με μια ενδεχόμενη αλλαγή ονόματος, κάτι σαν το «Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών της Ασίας-Ειρηνικού» (Free Trade Area of the Asia Pacific). Η  μόχλευση αυτή, θα έδινε την ευκαιρία στις ΗΠΑ, να επιλύσουν διάφορα θέματα και να εκτονώσουν  τις αναδυόμενες τριβές με την Κίνα.  Απορρίφθηκε όμως, με την απόφαση του Προέδρου Trump να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από το TPP κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας του στο γραφείο…

Προς το παρόν, οι ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου παραμείνουν ανέπαφοι και συνεχίζουν  να εξασφαλίζουν  ότι τα χειρότερα είδη παραβάσεων – όπως η μονομερής προσφυγή σε μέτρα προστατευτισμού - παραμένουν παρακινδυνευμένα και  αποθαρρύνονται. Όλα τα μέρη συνεχίζουν να επιδιώκουν την επίλυση των εμπορικών διαφορών μέσω του ΠΟΕ και η πολιτική όλων παραμένει υπό την προστασία ενός «νομικού προστατευτισμού με ένδικα μέσα», ελπίζοντας ότι το σύστημα  θα μειώσει την πιθανότητα ενός εμπορικού πολέμου. Αλλά με έναν πρόεδρο ο οποίος μιλά συνεχώς για τη «νίκη», λες και έχει ξεσπάσει σύρραξη,  και μια κινεζική κυβέρνηση που υπόσχεται να μην υποχωρήσει, το αναπόφευκτο φαίνεται ότι μόνο θέμα χρόνου.

Η απειλή μοιάζει σαν μια επικείμενη σύγκρουση τραίνων που την βλέπουμε, σε αργή κίνηση, να έρχεται  αλλά είμαστε ανίκανοι να την σταματήσουμε. Δεν έχουν πλέον τα γεγονότα σημασία. Δεν είναι θέμα διάθεσης για προσεκτική αντιμετώπιση του ζητήματος. Δεν μπορούμε πλέον να υποθέσουμε ότι  θα επικρατήσει η ψυχρή λογική. Τα προστατευτικά κιγκλιδώματα και τα φρένα έκτακτης ανάγκης που εμπόδισαν την ρήξη στο παρελθόν έχουν σπάσει. Πού αλλού μπορεί να εξωθήσει η έκβαση των συνθηκών τα πράγματα  από την άβυσσο;

* Ο Daniel Ikenson είναι διευθυντής του Herbert A. Stiefel,  Κέντρου Εμπορίου και Πολιτικών Μελετών του Cato Institute

Το άρθρο μεταφράστηκε για το Liberal, αφού πρώτα εξασφαλίστηκε η άδεια δημοσίευσης από το ΚΕΦΙΜ.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου