Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

24 Ιαν 2017


Του Γιάννη Σιδέρη

Η Ε.Ε. μπορεί να μην καταρρέει, αλλά εκφυλίζεται θεσμικώς, καθώς επί μέρους δυνάμεις συστήνουν πυρήνες συμφερόντων και αυτοάμυνας, δρώντας έξω από τις προβλεπόμενες θεσμικές διαδικασίες ή δημιουργώντας παρα-θεσμικές δικές τους. Μια τέτοια είναι και η συνδιάσκεψη για το προσφυγικό, που οργανώνεται στις 8 Φεβρουαρίου στη Βιέννη και η οποία αφήνει εκτός - ως μαύρο πρόβατο- τον κύριο ενδιαφερόμενο, τη χώρα μας, αφού γίνεται εξαιτίας μας.

Τη διάσκεψη των υπουργών Εσωτερικών και Άμυνας χωρών της Κεντρικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, με θέμα την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων, ερήμην Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκαλεί ο υπουργός Άμυνας της Αυστρίας, Hans Peter Doskozil.

Έχουν προσκληθεί οι υπουργοί Εσωτερικών και Άμυνας Ουγγαρίας, Σλοβακίας, Τσεχίας, Κροατίας, Σλοβενίας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Πραγματοποιείται ακριβώς έναν χρόνο μετά την επίσης εξωθεσμική Διάσκεψη της Βιέννης για τα Δυτικά Βαλκάνια, που είχε πραγματοποιηθεί σε επίπεδο υπουργών Εσωτερικών και Εξωτερικών.

Σε εκείνη τη διάσκεψη με θέμα τη μείωση της προσφυγικής ροής, οι υπουργοί Εσωτερικών και Εξωτερικών, Johanna Mikl-Leitner και ο γνωστός μας Sebastian Kurz, είχαν καλέσει τους ομολόγους τους από εννέα βαλκανικές χώρες, με πάλι εξαίρεση της Ελλάδας.

Θεατρικές αντιδράσεις

Να υπενθυμίσουμε τότε, ο έλληνας ΥΠΕΞ Νίκος Κοτζιάς, αντιδρώντας με στόχο τον εντυπωσιασμό, είχε ανακαλέσει την ελληνίδα πρέσβη, Χρυσούλα Αλειφέρη, προκειμένου… «να διαφυλαχθούν οι φιλικές σχέσεις μεταξύ των κρατών και των λαών της Ελλάδας και της Αυστρία», ενώ με την κίνησή του τις επιδείνωνε, και παράλληλα είχε ζητήσει τη βοήθεια της Ε.Ε., η οποία ουδέν έπραξε, αφού ήταν εκτός αρμοδιοτήτων της το θέμα.

Παρ' όλα αυτά η Αυστρία τότε, έκανε μια κίνηση καλής θέλησης, με την υπουργό Εσωτερικών κυρία Leitner να εκδηλώνει την πρόθεση να επισκεφθεί τη χώρα μας για να δώσει εξηγήσεις. Η ελληνική κυβέρνηση, με μια αδιανόητη απόφαση, την κήρυξε… persona non grata! Ωστόσο, δυόμισι μήνες μετά, η κυρία Αλειφέρη συνοδεύοντας τον κύριο Κοτζιά, επέστρεψε στη Βιέννη, χωρίς να έχουν αρθεί οι λόγοι της ανάκλησης και φυσικά οι λόγοι που η υπουργός είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητη στη χώρα μας!

Στη διάσκεψη της 8ης Φεβρουαρίου προβλέπεται η συζήτηση «συνολικού πακέτου μέτρων» με τρεις άξονες, όπως φέρεται να προτείνει ο κ. Doskozil, με πρώτο την αποσαφήνιση ως προς το τι χρειάζονται τα κράτη για την προστασία των συνόρων. Δήλωσε δε, ότι η χώρα του «θα αλλάξει το νόμο, ώστε να μπορεί να προστατεύει τα σύνορα εκτός Αυστρίας χωρίς να υπάρχει καμιά αποστολή της Ε.Ε.».

Φυσικά, η Αυστρία έχει συμμαχήσει ατύπως και με τις χώρες του Βίσεγκραντ (Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία). Ατύπως μεν, ουσιαστικώς δε, καθώς όπως έδειξε η εμπειρία των φραχτών, νότια τα σύνορα της Ευρώπης γίνονται τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, αφήνοντας τη χώρα μας εκτός.

Πριν βέβαια πάλι κατηγορήσουμε τους βόρειους «ρατσιστές» για τα κλειστά σύνορα, ας έχουμε υπ' όψιν:

Α) Η Ελλάδα απουσιάζει συστηματικά από τα Βαλκάνια, που τελευταίως επιβεβαιώνουν εκ νέου το παλιό κλισέ, ότι «βράζουν», και άφησε χώρο παρέμβασης σε άλλες μικρομεσαίες δυνάμεις της ευρύτερης περιοχής. Ο πρωθυπουργός περιφέρεται στη Μέση Ανατολή, όχι μόνο για τις ενεργειακές διαδρομές (σωστό) αλλά και προσπαθώντας να πει στο κάδρο των διεθνών ηγετών, να συμβάλει υποτίθεται στην επίλυση των προβλημάτων – θέματα που είναι για πολύ μεγάλους παίχτες, και όχι για πρωθυπουργούς μιας μικρής, χρεοκοπημένης χώρας.

Αντιθέτως στα Βαλκάνια, όπου είναι η άμεση γειτονιά μας, με ζέοντα προβλήματα και με επιπτώσεις της συμπεριφοράς τους στη χώρα μας, δε καταδέχτηκε - ή δεν κατάλαβε ότι έπρεπε – να ασχοληθεί. Μόλις τώρα, δύο χρόνια μετά την άνοδό του στην εξουσία, μεταβαίνει στο τέλος του μήνα στην Σερβία.

Β) Χθες ο κ. Μουζάλας δήλωσε ότι το 70% όσων εισέρχονται στα νησιά μας, είναι νέοι άντρες χωρίς οικογένεια. (Προφανώς είναι… ιδιότυποι πρόσφυγες πολέμου. Φαίνεται θα έρχονται από κάποια εμπόλεμη περιοχή όπου είναι έθιμο οι άντρες να δραπετεύουν για να γλυτώσουν και αφήνουν τα γυναικόπαιδα και τους γέρους να πολεμούν!). Φυσικά ειρωνική η παρένθεση: Απλώς έχει γίνει παγκοσμίως γνωστό ότι είμαστε τόσο… φιλάνθρωποι, που όποιος θέλει μπαίνει, γι' αυτό και έχουν καταγραφεί παράνομοι μετανάστες, όχι μόνο από χώρες της Ασίας και της Αφρικής αλλά και της… Καραϊβικής, που προτιμούν τη χώρα μας για να εισέλθουν στη συνέχεια στην Ε.Ε.!

Και φυσικά στον κόσμο της διοικητικής απειρίας (ου μην και κυβερνητικής ανικανότητας) που ζει ο κ. Μουζάλας, (και πολιτικώς του άσπρου – μαύρου, χωρίς αποχρώσεις), άφησε να εννοηθεί ότι ή θα τους δεχόμαστε ή θα βουλιάζουμε τις βάρκες και θα τους πνίγουμε (παλιά θεωρία του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε αποδώσει στην κυβέρνηση Σαμαρά τέτοιες ενέργειες).

Η σύσκεψη της 8ης Φεβρουαρίου, σαφώς δείχνει και την αποσάθρωση της ευρωπαϊκής συνοχής, αλλά και την ασθενή θέση - για να μην πούμε ανυποληψία - στην οποία έχει περιέλθει η χώρα.

Η σύσκεψη των 9 χωρών της Βιέννης, απλώς δεν μας θεωρεί ευρωπαϊκή χώρα, και για μια ακόμη χρονιά μας βάζει σε καραντίνα – και δεν θα τους προβληματίσουν οι όποιες ανακλήσεις πρέσβεων.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


20 Ιαν 2017


Το Βερολίνο θα προτιμούσε η ελληνική κρίση να μην εμπλακεί στη γερμανική προεκλογική περίοδο. Τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά, κυρίως επειδή είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν το ΔΝΤ θα εξακολουθήσει να συμμετέχει στο τρίτο ελληνικό πρόγραμμα.

Και όμως, η γερμανική Βουλή είχε συναινέσει πριν από δύο χρόνια στο τρίτο αυτό πρόγραμμα, επειδή η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι ένας ανεξάρτητος τρίτος, το ΔΝΤ, θα επέβλεπε την εφαρμογή του προγράμματος.

«Στην ουσία είναι αυτή η υπόσχεση που εξελίσσεται τώρα σε εκρηκτικό μηχανισμό στο εσωτερικό της Γερμανίας. Αποδείχθηκε βεβιασμένη, επειδή το ΔΝΤ πιστεύει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή του. Από την άλλη, η Ελλάδα θα χρειαστεί προφανώς στις αρχές του καλοκαιριού μια νέα χρηματοδοτική ένεση. Οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να εμβάσουν τα χρήματα χωρίς πρόβλημα, η γερμανική βουλή όμως μπορεί να συναινέσει μόνο αν συμμετέχει και το ΔΝΤ» σχολιάζει η Süddeutsche Zeitung του Μονάχου. Αν όχι, τότε διαφαίνεται μέσα στην πιο θερμή φάση του προεκλογικού αγώνα στη Γερμανία μια επικίνδυνη κατάσταση. Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να επιρρίψει στο Βερολίνο ότι βυθίζει τη χώρα στο οικονομικό χάος. Στη Γερμανία πάλι, τα ακραιφνώς δεξιά και αριστερά κόμματα δεν θα έχαναν την ευκαιρία για να κατακεραυνώσουν την ευρωπαϊκή πολιτική του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού.

«Μια τέτοια κρίση» υποστηρίζει η SZ «θα προκαλούσε τρομερή ζημιά στη Γερμανία και την Ευρώπη. Η γερμανική κυβέρνηση μπορεί να την εμποδίσει, αν αποδείξει έμπρακτα την πίστη της στην Ευρώπη επί του παραδείγματος της Ελλάδας. Υπάρχει εναλλακτική για το ΔΝΤ, είναι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας ESM που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της ευρωκρίσης και έκτοτε έχει συλλέξει σχετικές εμπειρίες. Είναι και αυτός, όπως και το ΔΝΤ, διακρατικός και πολιτικά ανεξάρτητος. Τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά για να υποκαταστήσει, ως ελεγκτικός μηχανισμός, το ΔΝΤ στην Ελλάδα».


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


19 Ιαν 2017


Ο πρόεδρος της Κίνας μιλά στην ετήσια συνάντηση του Νταβός για την ανάγκη να μείνουν σε ισχύ η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών ζωνών και η απουσία συνόρων.

Η καγκελάριος της γερμανικής Ευρώπης μιλά για την προοπτική η ένωση του ευρώ να μείνει σταθερή παρά την αλλαγή στρατηγικής των ΗΠΑ επί προεδρίας Ντ. Τραμπ. Ενας πολύ έμπειρος δημοσιογράφος της γαλλικής αριστερής εφημερίδας «Liberation», χρόνια ανταποκριτής στις Βρυξέλλες, ο Ζαν Καρτεμέρ, σε τελευταίο άρθρο του περιγράφει την Ευρώπη «σε τανάλια», σημειώνοντας εμφατικά: «Ανάμεσα σε ένα επιθετικό Κρεμλίνο, έναν Λευκό Οίκο που εύχεται να διαλυθεί η Ε.Ε. και στο Brexit που έρχεται “σκληρό”, οι Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν ένα ιστορικό στοίχημα».

Αλήθεια, τι συμβαίνει στον κόσμο; Πώς είναι δυνατόν η παγκόσμια δομή που ακολούθησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το τέλος του απομονωτισμού της Κίνας, την ένωση των δύο Γερμανιών, τη συγκρότηση μιας νομισματικής ζώνης ευρώ - μάρκου στην Ευρώπη, την κατάργηση του κανόνα του χρυσού και την υιοθέτηση άυλων τίτλων στη διεθνή τραπεζική και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, την 11η Σεπτεμβρίου και την εποχή του πολέμου τρομοκρατίας -αντιτρομοκρατίας στον τομέα της παγκόσμιας ασφάλειας, την κυριαρχία του διαδικτύου στην επικοινωνία και την κατάργηση των δασμών και του οικονομικού προστατευτισμού στις εμπορικές σχέσεις να καταρρέει σαν «πύργος από τραπουλόχαρτα»;

Ηταν τόσο φαιδρό και ασταθές το κατασκεύασμα, λοιπόν; Μια φαντασίωση; Μια «μαγική εικόνα» που δημιούργησαν τα διεθνή μίντια της παγκοσμιοποίησης, το Χόλιγουντ και η Google;
Ας σοβαρευτούμε και ας μιλήσουμε για αλήθειες. Το μετά τον Ψυχρό Πόλεμο τοπίο, αυτό που ο Φρ. Φουκουγιάμα όρισε και περιέγραψε ως το «τέλος της Ιστορίας» και που στα κυρίαρχα πανεπιστήμια του κόσμου και τα πιο σπουδαία think tanks εμπεδώθηκε ως μονοπολικός κόσμος με απόλυτη κυριαρχία της Δύσης και της δημοκρατίας, ως πλουραλισμός και πολυπολιτισμική κοινωνία, δεν ήταν τίποτε άλλο από το απόλυτο δόγμα της ανελευθερίας, της εξάρτησης και της ομοιομορφίας που υπηρετήθηκε στο έπακρο και με τη βία με την επικράτηση του μπολσεβικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα και του τρίτου κατά σειρά Ράιχ των εθνικοσοσιαλιστών στον Μεσοπόλεμο.

Οι συστημικές δυνάμεις των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατών στις ΗΠΑ, των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών στην Ευρώπη, που συναντήθηκαν και απέκτησαν συναντίληψη στις λέσχες της παγκοσμιοποίησης, δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από τη δημιουργία ενός παγκόσμιου Ράιχ, με μέσα «ήπιας ισχύος», αλλά αντίστοιχης δομής με εκείνο στο οποίο προσέβλεπε ο άξονας των ηττημένων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μιλώντας συγκεκριμένα για την Ευρώπη του Μάαστριχτ, του ευρώ και του Συμφώνου Νομισματικής Σταθερότητας, θα πρέπει να εξηγήσει σοβαρά κάποιος τη δομική διαφορά της -πέραν του εποικοδομήματος, που είναι ένα σύνολο από «μαγικές εικόνες» ευημερίας, ελευθερίας και επικοινωνίας- στην προοπτική σε σχέση με τα κυρίαρχα δόγματα λειτουργικότητας του Ράιχ με τις δύο πρωτεύουσες, το Βερολίνο και το Παρίσι, στη σύγκρουση με το οποίο κλήθηκαν στα όπλα και έχασαν τη ζωή τους εκατομμύρια ελεύθεροι άνθρωποι.

Η περίπτωση της κυριαρχίας Τραμπ ή της εξόδου της Βρετανίας από τη γερμανική ένωση της Ευρώπης δεν είναι «ορφανά» συμβάντα, ούτε οφείλονται σε κάποια μετα-αλήθεια που θέλουν να προβάλουν τα συστημικά μίντια σε όλο τον κόσμο ως αιτία για να δικαιολογήσουν την ανεπάρκεια των δογματισμών τους και τον κοινωνικό ρατσισμό εναντίον των εθνών και του κώδικα αξιοπρέπειας των αστών.

Είναι, αντίθετα, μια σειρά κρίσιμων γεγονότων που σηματοδοτούν το τέλος της δικής τους ιστορίας και όχι της δημοκρατίας.
Το τέλος του «μαζάνθρωπου» έρχεται. Υπήρξε μια ατυχής σύλληψη που θέλησε να οργανώσει τον κόσμο με τη «χρυσόσκονη» της Δύσης και τον δεσποτισμό, τη μαζική φτώχεια και τη μιζέρια της ασιατικής Ανατολής.

Μενέλαος Τασιόπουλος
Πηγή Δημοκρατία



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Η οργάνωση Ισλαμικό Κράτος χρησιμοποιεί «κυνηγούς ταλέντων» στους ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης και άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων προκειμένου να στρατολογήσει δυσαρεστημένους νέους στην Γερμανία, ορισμένοι εκ των οποίων ηλικίας ακόμα και 13 ή 14 ετών, έγινε σήμερα γνωστό από τον επικεφαλής της υπηρεσίας αντικατασκοπείας της χώρας.

«Στους ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης δραστηριοποιούνται κυνηγοί ταλέντων οι οποίοι προσεγγίζουν τους νέους και προσπαθούν να τους κάνουν να ενδιαφερθούν με την (ισλαμιστική) ιδεολογία» δήλωσε ο Χανς Γκέοργκ Μάασεν σε δημοσιογράφους ξένων ΜΜΕ στο Βερολίνο.

Ο ίδιος ανέφερε την υπόθεση μιας Γερμανομαροκινής έφηβης, της Σάφια Σ., που κατηγορείται ότι μαχαίρωσε έναν αστυνομικό σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό στο Ανόβερο τον περασμένο Φεβρουάριο και ενός 12χρονου Γερμανοϊρακινού αγοριού που αποπειράθηκε να πυροδοτήσει δύο εκρηκτικούς μηχανισμούς στην πόλη Λουντβιχσχάφεν στη δυτική Γερμανία τον Δεκέμβριο.

Περίπου το 20% των 900 ανθρώπων από την Γερμανία που υπολογίζεται ότι στρατολόγησε το Ισλαμικό Κράτος για να πολεμήσουν στο Ιράκ και τη Συρία είναι γυναίκες, ορισμένες ηλικίας 13 ή 14 ετών, σύμφωνα με τον αξιωματούχο.

Οι γερμανικές αρχές παρακολουθούν 548 ισλαμιστές που θεωρείται ότι αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια, αλλά σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία δεν επιτρέπεται η σύλληψή τους έως να διαπράξουν κάποιο έγκλημα, σύμφωνα με τον Μάασεν.

Ο επικεφαλής των γερμανικών υπηρεσιών εσωτερικής πληροφόρησης επισήμανε επιπλέον ότι είναι ικανοποιημένος για τον τρόπο που η αστυνομία και αξιωματούχοι των υπηρεσιών ασφαλείας διαχειρίστηκαν επικοινωνιακά την υπόθεση του Άνις Άμρι, του Τυνήσιου που σκότωσε 12 ανθρώπους τη 19η Δεκεμβρίου με ένα φορτηγό, σε μια χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου.

Η υπόθεση πυροδότησε σφοδρές επικρίσεις διότι οι Γερμανικές αρχές είχαν αναγνωρίσει τον Άμρι, ο οποίος είχε φυλακιστεί στην Ιταλία για 4 χρόνια, ως κίνδυνο για την ασφάλεια και τον είχαν ανακρίνει για διάφορες κατηγορίες, αλλά ποτέ δεν είχε τεθεί υπό κράτηση.

Ο Μάασεν είπε επίσης ότι οι ευρωπαϊκές μυστικές υπηρεσίες ερευνούν την ριζοσπαστικοποίηση και άλλων κοινωνικών ομάδων μέσω των ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης, καθώς ολοένα κι αυξανόμενος αριθμός πολιτών που δεν ήταν κατά το παρελθόν πολιτικά ενεργοποιημένοι δείχνουν να προσελκύονται από ακροδεξιές οργανώσεις.

«Το έχουμε δει με το Ισλαμικό Κράτος, αλλά τώρα το βλέπουμε με τους αποκαλούμενους "νομοταγείς πολίτες" που έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί. Ανησυχούμε ότι αυτή η ριζοσπαστικοποίηση θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια προθυμία διάπραξης βίαιων ενεργειών» τόνισε ο ίδιος.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Της Judy Dempsey

Ακόμη και πριν εκλεγεί Αμερικανός πρόεδρος το Νοέμβριο του 2016, ο Donald Trump προσέγγισε τον Nigel Farage, τον πρώην ηγέτη του UKIP ο οποίος τάχθηκε με επιτυχία υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ. Από την νίκη του Trump, έχει συναντήσει τον Farage, έχει ακόμη προτείνει να γίνει ο ίδιος πρεσβευτής της Βρετανίας στην Ουάσιγκτον, και έχει επαινέσει την απόφαση της Βρετανίας να αποχωρήσει από την ΕΕ.

Ο Trump τώρα σχεδιάζει να συναντήσει την Βρετανίδα πρωθυπουργό Theresa May –αν και θα έρθει δεύτερη στη σειρά των συναντήσεων, εάν ο Trump εμμείνει στην πρόθεσή του να συναντηθεί πρώτα με τον Ρώσο πρόεδρο Vladimir Putin.

Ο Trump δεν έχει απλώς πει πολλά καλά λόγια για να υμνήσει το Brexit χρησιμοποιώντας παράλληλα διαλλακτική γλώσσα με τον Putin. Έχει επίσης καταφερθεί εναντίον της ΕΕ, διερωτώμενος ποια χώρα θα είναι η επόμενη που θα αποχωρήσει από την Ένωση την οποία οι ΗΠΑ βοήθησαν να δημιουργηθεί μετά από το 1945, στο πλαίσιο μιας νέας δυτικής φιλελεύθερης τάξης. Αυτή η τάξη βρίσκεται υπό απειλή. ΟΙ Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τις επιπτώσεις για την ασφάλεια, το εμπόριο και τις αξίες τους.

Πάνω από όλα, ο Trump δεν έχει διστάσει να ασκήσει κριτική στη Γερμανία, την βιομηχανία ή την ηγέτη της, Καγκελάριο Merkel, -ή να γνωστοποιήσει τις απόψεις του ότι η Γερμανία χρησιμοποιεί την ΕΕ ως δικό της όχημα.

Η Merkel από την πλευρά της, δεν αντέδρασε γρήγορα. Αλλά στις 12 Ιανουαρίου, αφού έλαβε ένα επίτιμο διδακτορικό τίτλο στις Βρυξέλλες, δήλωσε πως "από την άποψη ορισμένων εκ των παραδοσιακών μας εταίρων –και σε αυτό το σημείο σκέφτομαι επίσης και τις διατλαντικές σχέσεις- δεν υπάρχει αιώνια εγγύηση για μια στενή συνεργασία με εμάς τους Ευρωπαίους". Αργότερα, δήλωσε ότι σκόπευε να συνεργαστεί με τον Trump, όταν βρεθεί στον Λευκό Οίκο.

Σε βαθύτερο επίπεδο, δεν είναι η κριτική της Γερμανίας που θα "πονέσει" τους Γερμανούς. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να αναζωπυρώσει παλιούς φόβους των Γερμανών, όπως έχει υποστηρίξει ο David Marsh, ο γενικός διευθυντής του Επίσημου Φόρουμ των Νομισματικών και Χρηματοπιστωτικών Οργανισμών. Αυτοί οι φόβοι μπορούν να αμφισβητηθούν μόνο εάν η Γερμανία και ομοϊδεάτες σύμμαχοι στην ΕΕ κάνουν οτιδήποτε χρειαστεί για να υπάρξει περισσότερη ολοκλήρωση ή μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων.

Παρά τις διαφορές με τα χρόνια, μεταξύ Βερολίνου και Ουάσιγκτον, μεταξύ Βερολίνου και Λονδίνου, μεταξύ Βερολίνου και Παρισιού (μια σχέση που έχει μεγάλη ανάγκη για αναζωογόνηση), αυτό το ειδικό κουαρτέτο έχει κρατήσει τις διατλαντικές σχέσεις ισχυρές. Και παρά τον σταθερό σκεπτικισμό της Βρετανίας για την ΕΕ, δεν υπήρξε ποτέ καμιά πιθανότητα οι ΗΠΑ και η Βρετανία να συμμαχήσουν κατά της Γερμανίας. Ωστόσο ο Trump κάνει ο,τι μπορεί για να αλλάξει τη δυναμική των σχέσεων.

Σε αντίθεση με την απερχόμενη κυβέρνηση του προέδρου Obama, ο οποίος ήθελε μία ισχυρή ΕΕ, επαίνεσε την επιμονή της Merkel στην αντιμετώπιση της Ρωσίας και στη διατήρηση της ΕΕ ενωμένης, και προειδοποίησε ότι η Βρετανία εκτός τηε ΕΕ δεν θα μπορούσε να περιμένει μια άμεση διμερή εμπορική σχέση με την Ουάσιγκτον, ο Trump φέρνει τα πάνω-κάτω.

Ορισμένοι Γερμανοί πολιτικοί λένε πως τα πράγματα θα αλλάξουν μόλις ο Trump αναλάβει στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου. Η κυβέρνησή του, πιστεύουν, θα κατανοήσει την αξία της Ευρώπης, της διατλαντικής σχέσης, και του κεντρικού ρόλου που παίζει η Γερμανία και στα δύο. Μην υπολογίζεται σε αυτό. Ο Trump εκπροσωπεί μια νέα μετά-φιλελεύθερη τάξη που αμφισβητεί τις αξίες και τους εμπορικούς, πολιτικούς κανόνες και κανόνες ασφάλειας που έχουν χτίσει οι ΗΠΑ και η Ευρώπη με τα χρόνια.

Από τη στιγμή που αυτό είναι το νέο πολιτικό outlook, η Ευρώπη και η Γερμανία πρέπει να απαντήσουν. Το πρόβλημα είναι πως οι ηγέτες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν είναι σε θέση να απαντήσουν στις μεγάλες γεωστρατηγικές αλλαγές που επηρεάζουν την Δύση. Είναι πολύ εσωστρεφείς και εμμονικοί με παιχνίδια εξουσίας και αψιμαχίες.

Σε ό,τι αφορά τη Γερμανία, τον ακρογωνιαίο λίθο της Ευρώπης μετά το 1945 και μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, έχει μία θετική επιλογή και έναν πειρασμό.

Η θετική επιλογή είναι να προωθηθεί η ατζέντα της Merkel για την ΕΕ την οποία η ίδια διατύπωσε κατά τη διάρκεια της ομιλίας της στις Βρυξέλλες. Το κεντρικό της θέμα αφορούσε την σημασία της Ευρώπης. Όλα αυτά που έχει πετύχει η Ευρώπη, δήλωσε, πρέπει να εξηγηθούν καλύτερα "έτσι ώστε οι άνθρωποι να αντιληφθούν γιατί θα είμαστε πολύ χειρότερα χωρίς την Ευρώπη". Η ΕΕ χρειάζεται κάποιον όπως η Merkel για να οδηγήσει την Ευρώπη από την κορυφή.

Ο πειρασμός είναι ότι οι εταίροι του συνασπισμού της merkel, οι Σοσιαλδημοκράτες, μπορεί να αγκαλιάσουν την σχέση του Trump με τον Putin. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Frank-Walter Steinmeier, ο οποίος πρόκειται να γίνει ο επόμενος πρόεδρος της χώρας, έχει συχνά αμφισβητήσει την κατά του Putin πολιτική της Merkel και τα αποτρεπτικά μέτρα του ΝΑΤΟ στην Πολωνία και στις χώρες της Βαλτικής. Η παλαιότερη γενιά των Σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι –το λιγότερο- είναι ασαφείς για τις ΗΠΑ, θα ήθελαν να αναβιώσουν την πρώην ειδική σχέση μεταξύ Βερολίνου και Μόσχας.

Επομένως εάν ο Trump κάνει πράξη την υπόσχεσή του να αποσύρει τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία για την επιθετικότητά της εναντίον της Ουκρανίας, με αντάλλαγμα την αναβίωση των συνομιλιών αφοπλισμού, αυτό θα ικανοποιούσε τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες. Η προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία τον Μάρτιο του 2014, θα γινόταν μια ιστορική υποσημείωση.

Για αυτό η Merkel και άλλοι ηγέτες της ΕΕ από τις σκανδιναβικές χώρες, καθώς και η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία θα πρέπει να δράσουν το συντομότερο για να ενοποιήσουν περαιτέρω την Ευρώπη και να μην επιτρέψουν στον Trump και στους υποστηρικτές του Brexit ανά την ήπειρο, να επιβλέψουν την αποσύνθεση της ΕΕ.

Carnegie Europe
Πηγή Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


17 Ιαν 2017


Γράφει ο Αλέξης Ζακυνθινός

«Ευρώπη; Ποιά Ευρώπη;», ήταν η απάντηση του προέδρου Trump κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συνέντευξης του σε δύο ευρωπαϊκά έντυπα, όσον αφορά την ΕΕ – γεγονός που θεωρήθηκε εξαιρετικά ενοχλητικό, σε σύγκριση με τη θέση του κ. Obama, σύμφωνα με την οποία η ενωμένη Ευρώπη είναι ένα ιστορικό εγχείρημα, ενώ οι χώρες-μέλη της θα πρέπει να διατηρήσουν τη συνοχή τους με κάθε θυσία.

Αντίθετα λοιπόν με τον προηγούμενο αμερικανό πρόεδρο, ο κ. Trump έχει την άποψη ότι, μετά τη Μ. Βρετανία θα αποχωρήσουν πολλές άλλες χώρες από την ΕΕ – οπότε η ένωση θα καταρρεύσει. Παράλληλα επαίνεσε προκλητικά την έξοδο της Μ. Βρετανίας, ενώ χαρακτήρισε την ΕΕ ως ένα περιορισμένου χρόνου κλαμπ, το οποίο ευρίσκεται υπό την κυριαρχία του Βερολίνου – ενώ εξέφρασε τις αμφιβολίες του για την ισχύ του ευρώ, χαρακτηρίζοντας τον πρόεδρο της Κομισιόν ως «ευχάριστο», χωρίς καν να αναφέρει το όνομα του.

Σύμφωνα τώρα με τα συμπεράσματα των δημοσιογράφων, ο κ. Trump πιστεύει πως η Ευρωζώνη θα διαλυθεί, με τη διάλυση της να είναι απλά θέμα χρόνου – ενώ αντιμετωπίζει τις Η.Π.Α. ως μία εταιρεία, η οποία θα ωφεληθεί οικονομικά από την αποδυνάμωση της Ευρώπης. Λογικά λοιπόν τάσσεται υπέρ εκείνων των ευρωπαϊκών κομμάτων που θέλουν την έξοδο των χωρών τους από τη νομισματική ένωση – όπως το Εθνικό Μέτωπο της κυρίας Le Pen.

Περαιτέρω ανέφερε πως το ΝΑΤΟ αφενός μεν έχει προβλήματα, αφετέρου είναι άνευ αντικειμένου, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα την κυρία Merkel ως «καταστροφικά εκπληκτική» – κατηγορώντας την δηλαδή για καταστροφικά σφάλματα στη μεταναστευτική της πολιτική και επαινώντας την ως εκπληκτική ηγέτιδα! Την ίδια στιγμή απείλησε έμμεσα τη BMW, όσον αφορά τα σχέδια κατασκευής εργοστασίου της στο Μεξικό – τονίζοντας ότι θα επιβάλλει δασμούς στην εισαγωγή αυτοκινήτων στις Η.Π.Α., γεγονός που θορύβησε γενικότερα τη Γερμανία, αφού ο κλάδος είναι ο ισχυρότερος εξαγωγικός της πυλώνας.

Στα πλαίσια αυτά, είναι εμφανής η αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής, όσον αφορά την ΕΕ και το κοινό νόμισμα – παράλληλα, η προσέγγιση των Η.Π.Α. με τη Ρωσία εις βάρος της Γερμανίας όπου η Ευρώπη, αφού θα διαλυόταν στα επί μέρους κράτη της, θα μοιραζόταν μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων (ανάλυση).

Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, ο μεγάλος χαμένος θα ήταν ασφαλώς η Γερμανία, η οποία για μία ακόμη φορά θα είχε κερδίσει όλες τις μάχες, χάνοντας τον πόλεμο – προφανώς λόγω της πλεονεξίας της, των τεράστιων δηλαδή εμπορικών της πλεονασμάτων εις βάρος των εταίρων της, τα οποία έχουν καταστήσει μη βιώσιμη τη νομισματική ένωση.

Πηγή Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


16 Ιαν 2017


Του Δρ. Χρίστου Κληρίδη  

Από το 2004 μέσα από τον έντονο διάλογο ο οποίος διεξήχθη στο πλαίσιο του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν, κατέστη σαφές στους Ελληνοκύπριους ότι η προτεινόμενη ΔΔΟ (Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία) στην ουσία δεν είναι Ομοσπονδία αλλά Συνομοσπονδία δύο Συνιστώντων Κρατών. Από τη μια η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία αποαναγνωρίζεται και υποβιβάζεται σε Ελληνοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία και από την άλλη η TRNC, «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείας Κύπρου», το Ψευδοκράτος, το οποίο αναβαθμίζεται και αναγνωρίζεται σαν Τουρκοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία.

Οι δύο λοιπόν αυτές Συνιστώσες Πολιτείες ισότιμα κυρίαρχες συμφωνούν και συνεγκαθιδρύουν (παρθενογένεση) ένα νέο Συνομόσπονδο Κράτος, την Ενωμένη Κύπρο (United Cyprus).
Η Εκτελεστική Εξουσία σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η κυβέρνηση, θα απαρτίζεται από Ελληνοκύπριους μεν στην πλειοψηφία, αλλά καμία απόφαση δεν μπορεί να εγκριθεί αν δεν υπάρχει και μια Τουρκική θετική τουλάχιστον ψήφος. Ανάλογη είναι και η ρύθμιση στη Νομοθετική εξουσία με την Άνω Βουλή, Γερουσία, με ίση συμμετοχή και εκπροσώπηση των Συνιστωσών Πολιτειών και στην Κάτω Βουλή με πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων αλλά με την προϋπόθεση ότι ουδείς νόμος θεσπίζεται εάν δεν εγκριθεί και από τις Δύο Βουλές.

Τούτο σημαίνει βέβαια ότι και πάλι κανένας νόμος δεν είναι δυνατόν να θεσπισθεί χωρίς τη συναίνεση των Τουρκοκυπρίων. Τουρκοκυπρίων βέβαια οι οποίοι στην πλειοψηφία τους δεν θα είναι πλέον …Τουρκοκύπριοι αλλά έποικοι από την Τουρκία, οι οποίοι νομιμοποιούνται σαν Κύπριοι Πολίτες μέσα από το Σχέδιο Λύσης Κυπροποίησης Τούρκων.

Τα αδιέξοδα επιλύονται με κλήρο. Ένα πρωτοφανές και ανήκουστο σύστημα για οποιαδήποτε χώρα αλλά ιδιαίτερα για χώρα Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 21ου αιώνα!

Αρχικά η σκέψη ήταν, τα αδιέξοδα στη Δικαστική Εξουσία στο επίπεδο της Ομοσπονδίας επίσης να επιλύονται με κλήρο, κάτι το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μεταξύ των οποίων και του Πρωτοσύμβουλου του κ. Αναστασιάδη, έγκριτου νομικού κ. Πόλυ Πολυβίου, ο οποίος τον Αύγουστο 2016 υπέβαλε την παραίτηση του από την διαπραγματευτική ομάδα, για να επανέλθει αργότερα στο Mont Pelerin και Γενεύη.

Η επίλυση των αδιεξόδων με κλήρο τελικά αναθεωρήθηκε με Σύστημα Επιλογής Ευρωπαίου Δικαστή για επίλυση τυχόν αδιεξόδων σε ένα Ομόσπονδο Συνταγματικό Δικαστήριο απαρτιζόμενο από ίσο αριθμό Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Δικαστών. Ξένοι θα αποφασίζουν για την Κύπρο.

Η Τουρκία πέτυχε στην Κύπρο το ακατόρθωτο, δηλαδή να αναβαθμίσει την μειονότητα Τουρκοκυπρίων του περίπου 18%, σε Κοινότητα, μέσα από το Ζυριχικό Σύνταγμα του 1960, που δυστυχώς δέχθηκε ο Ελληνισμός και το παρουσίασε μάλιστα σαν περίλαμπρη νίκη και στη συνέχεια στην αναβάθμιση της Κοινότητας των Τουρκοκυπρίων σε Ισότιμη Συνιστώσα Πολιτεία, μαζί με την εκλιπούσα όπως τη χαρακτηρίζει Κυπριακή Δημοκρατία υποβαθμισμένη σε Ελληνοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στη Γενεύη και την ατυχή Πενταμερή Διάσκεψη επαναλήφθηκε το ίδιο Τουρκικό Σενάριο προσπάθειας επιβολής συνομοσπονδιακής λύσης με τουρκικές εγγυήσεις και την παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στο νησί.

Επιδιώκεται η επανίδρυση του Κράτους πάνω σε αυτή την απαράδεκτη βάση.

Το ατυχές βεβαίως είναι ότι ενώ ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και οι Σύμβουλοι του αλλά και το Κυβερνών Κόμμα, Δημοκρατικός Συναγερμός αλλά και το Κομμουνιστικό Κόμμα ΑΚΕΛ, γνώριζαν πολύ καλά και γνωρίζουν το τουρκικό σχέδιο μέσα από το οποίο η Τουρκία σκοπεί να ελέγχει ουσιαστικά Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους, αφού θεωρεί την Κύπρο στο νότιο υπογάστριο της ζωτικό χώρο και διέξοδο προς την Μεσόγειο αλλά και παραγωγικό χώρο με την αποκλειστική οικονομική ζώνη σαν ανήκουσα σε αυτή, εξακολουθούν να επιμένουν στη διαπραγμάτευση στη βάση των τουρκικών όρων και προϋποθέσεων.

Στην προσπάθεια τους αυτή τα δύο Κόμματα διά των ηγεσιών τους και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, προέβησαν την τελευταία δεκαετία σε πολλαπλές υποχωρήσεις προς διευκόλυνση των τουρκικών στόχων, πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα εξευμενίσουν τον Μινώταυρο, Τουρκία και θα πετύχουν την ποθητή λύση.

Ενώ το όραμα, μετά την Τουρκική Εισβολή και Κατοχή του 1974 για την πολιτική ηγεσία Κύπρου και Ελλάδας, έπαυσε να είναι το ενιαίο κράτος μέσα στο οποίο η πλειοψηφία με τη μειοψηφία συνεργαζόμενη στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κυβερνά σε καθεστώς κράτους Δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και αντικαταστάθηκε από το όραμα της Ομοσπονδίας σαν οδυνηρό συμβιβασμό, με μια ισχυρή Κεντρική Κυβέρνηση μέσα από την οποία οι Ελληνοκύπριοι ανεξαρτήτως της αυτονομίας των δύο πολιτειών θα μπορούσαν να κρατήσουν ενωμένη την Κύπρο, «ξεφύγαμε» κυριολεκτικά στην πιο πάνω προδιαγραφόμενη τουρκική λύση, με αφετηρία τις οδυνηρές και περαιτέρω υποχωρήσεις στις οποίες προέβη το 1989 ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργος Βασιλείου

Τότε το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε το Ψήφισμα 750 το οποίο υιοθέτησε τους δείκτες Γκουεγιάρ, εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα στην Κύπρο, μέσα από τους οποίους προδιαγραφόταν μια ρατσιστική διχοτόμηση της Κύπρου με την ούτω καλούμενη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, όπου στο Βορά οι Τουρκοκύπριοι θα εξασφάλιζαν περιουσιακή και πληθυσμιακή πλειοψηφία, αντίστοιχη με αυτή των Ελληνοκυπρίων στο Νότο. Δηλαδή θα επιτυγχάνετο η νομιμοποίηση της εκδίωξης των Ελληνοκυπρίων από το Βορά και της σκόπιμης μετακίνησης των Τουρκοκυπρίων από το Νότο στο Βορά, με στόχο ακριβώς τη δημιουργία ενός Νέου Συνομοσπονδιακού Μορφώματος, εργαλείο και όχημα ελέγχου όλης της Κύπρου από την Τουρκία.

Στο Mont Pelerin και έπειτα επετεύχθη ο τουρκικός στόχος σύγκλισης της Πενταμερούς με τις ευλογίες και προώθηση δυστυχώς του κ. Αναστασιάδη Πρόεδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε λόγω απειλών.

Στη Γενεύη υπήρξε μια τραγική και παταγώδης αποτυχία των ελληνικών στόχων με την υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και αναβάθμιση του Ψευδοκράτους μέσα από μια Διάσκεψη στην οποία συμμετείχαν όλοι σαν «εξοχότατοι» και με τον κ. Αναστασιάδη να δηλώνει ότι εμφανίζεται και σαν Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά με την Τουρκία εις απάντηση να μην δέχεται τούτο, τους δε Αγγλους αρχιτέκτονες του όλου δράματος και υπολοίπων, να σιωπούν.
Στην Πενταμερή και στη Γενεύη είχαμε μια επανάληψη του τουρκικού σεναρίου προτεινόμενης λύσης του Κυπριακού στο οποίο όμως οι διαρκείς υποχωρήσεις των τελευταίων ετών, προσέγγισαν επικίνδυνα οι θέσεις του κ. Αναστασιάδη.

Η Κύπρος εισέρχεται πλέον στον προεκλογικό για τις Προεδρικές Εκλογές Φεβρουαρίου του 2018. Είναι αμφίβολο πλέον, εάν θα προλάβει ο απερχόμενος Πρόεδρος κ Αναστασιάδης να θέσει σε δημοψήφισμα το πλαίσιο λύσης το οποίο ούτως ή άλλως όπως και οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν αυτή τη στιγμή, δεν ευνοούν. Η προσπάθεια θα συνεχιστεί βέβαια με χρονοδιάγραμμα που καθορίζουν οι Προεδρικές πλέον εκλογές.

Είναι προφανές ότι όσες υποχωρήσεις και αν γίνουν από δικής μας πλευράς δεν πρόκειται να κάμψουν την τουρκική αδιαλλαξία και τον τουρκικό στόχο ο οποίος είναι, ο ολοκληρωτικός έλεγχος της Κύπρου. Εάν δεν αλλάξουν πολιτική οι ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου με δεδομένο το ουσιαστικό αδιέξοδο και το λαϊκό αίσθημα στα τεκταινόμενα αλλά εξακολουθήσουν να ζουν στον κόσμο των ψευδαισθήσεων τους με ευσεβοποθισμούς και επικοινωνιακά παιγνίδια, θα χάσουμε την Κύπρο ανεπιστρεπτί.

* Ο Δρ. Χρίστος Κληρίδης είναι Νομικός, Πρώην Βουλευτής, Πρώην Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου και πρώην Μέλος της Διαπραγματευτικής Ομάδας
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


15 Ιαν 2017


Γράφει η Αννα Φαλτάιτς

Για την Ευρώπη, τα πολιτικά και οικονομικά ρίσκα δεν είναι κάτι νέο. Για χρόνια ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός, τα αντικρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη και η υψηλή ανεργία, οδήγησαν σε απομάκρυνση των κρατών-μελών της ΕΕ.

Η ευρωζώνη την τελευταία δεκαετία έχει δει μια ποικιλία απειλών για την ύπαρξή της, που συνδέονται με θέματα όπως τα υψηλά επίπεδα χρέους, οι εύθραυστοι τραπεζικοί τομείς και ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός. Μέχρι τώρα όμως κατάφερε να επιβιώσει. Ωστόσο, το 2017 η κρίση της ευρωζώνης θα μπορούσε να εισέλθει σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση, καθώς τα ρίσκα θα αγγίξουν τους μεγαλύτερους πολιτικούς και οικονομικούς «παίκτες» της περιοχής. Και αυτό θα απειλήσει το μέλλον του μπλοκ με πιο ριζικούς τρόπους απ’ ότι στο παρελθόν.

Το επερχόμενο ρίσκο θα είναι πιο έντονο στην Ιταλία, στη Γαλλία και στη Γερμανία. Οι εθνικιστικές δυνάμεις αυξάνουν τη δυναμική τους εδώ και χρόνια, και θα δείξουν τη δύναμή τους στις γενικές εκλογές στη Γερμανία και στη Γαλλία –και ενδεχομένως στην Ιταλία, αν παραιτηθεί η κυβέρνηση πριν την λήξει της θητείας της στα μέσα του 2018. Ακόμα και αν δεν καταφέρουν να κερδίσουν σε ορισμένες ή σε όλες αυτές τις εκλογές, η δημοφιλία των εθνικιστών θα επηρεάσει τις αποφάσεις των ηγετών των χωρών αυτών, οδηγώντας σε περαιτέρω κατακερματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυξάνοντας τις απαιτήσεις για επιστροφή της εθνικής κυριαρχίας στις εθνικές κυβερνήσεις, και οδηγώντας σε περισσότερες μονομερείς ενέργειες από κράτη μέλη.
Η αβεβαιότητα για τα πολιτικά γεγονότα σ’ αυτές τις χώρες του Ευρωπαϊκού πυρήνα θα αυξήσουν επίσης τα οικονομικά ρίσκα, ιδιαίτερα στον τραπεζικό κλάδο.

Και την ώρα που θα χειρίζεται τα εσωτερικά της θέματα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αντιμετωπίσει νέα θέματα από το εξωτερικό, κυρίως τη νέα παγκόσμια τάξη που ξεκίνησε τη στιγμή που εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ. Τα ερωτήματα αναφορικά με την αξιοπιστία της ομπρέλας ασφαλείας του ΝΑΤΟ, όπως και οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις, θα δημιουργήσουν ευκαιρίες για τα μέλη της ΕΕ να συνεργαστούν σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Όμως ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός και τα εγχώρια πολιτικά ζητήματα θα αποτρέψουν την εφαρμογή οικονομικών και χρηματοοικονομικών μεταρρυθμίσεων. Εν τω μεταξύ, οι χώρες στην Ανατολική Ευρώπη θα επικεντρωθούν στην περιφερειακή και διμερή συνεργασία για να προσπαθήσουν να δείξουν ένα ενωμένο μέτωπο ενάντια στη Ρωσία.

Ερωτήματα για το μέλλον

Ό,τι συμβεί στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία –τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης- το 2017, θα επηρεάσει όχι μόνον τις χώρες αυτές, αλλά ολόκληρη τη νομισματική ένωση. Οι εκλογές στη Γαλλία και τη Γερμανία θα «δοκιμάσουν» τη Γαλλο-Γερμανική συμμαχία, βάσει της οποίας ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η οικονομική απειλή στην Ιταλία θα «δοκιμάσει» την σταθερότητα της ευρωζώνης. Θα υπάρξουν και πάλι πολιτικές εντάσεις μεταξύ Βορρά και Νότου στην Ευρώπη, λόγω των διαφορετικών απόψεών τους για το μέλλον της ευρωζώνης.

Η Γαλλία θα είναι απασχολημένη με τις εκλογές της τους πρώτους μήνες του 2017. Σε αυτό το διάστημα, η απερχόμενη κυβέρνηση δεν θα εισάγει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τη νέα κυβέρνηση, ασχέτως του ποιος θα κερδίσει. Αν και οι περισσότεροι υποψήφιοι για την προεδρία έχουν παρόμοιες θέσεις στα ζητήματα της ασφάλειας –για παράδειγμα, οι περισσότεροι στηρίζουν αυστηρά μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τον περιορισμό της μετανάστευσης- ωστόσο διαφέρουν σημαντικά σε οικονομικά ζητήματα. Οι ψηφοφόροι θα πρέπει να αποφασίσουν αν θέλουν προγράμματα που θα απορρυθμίσουν και θα απελευθερώσουν την γαλλική οικονομία, ή θέλουν επιπλέον προστατευτισμό.

Οι προεδρικές εκλογές, που θα διενεργηθούν σε δυο γύρους και είναι προγραμματισμένες για τον Απρίλιο και τον Μάιο, θα δείξουν ότι ένας σημαντικός αριθμός ψηφοφόρων στηρίζουν θέσεις κατά της παγκοσμιοποίησης και εθνικιστικές θέσεις, όπως και οι βουλευτικές εκλογές. Αυτό θα επηρεάσει τις κινήσεις της Γαλλίας, ακόμα και αν κερδίσουν οι μετριοπαθείς. Ως εκ τούτου, είναι πιθανό η επόμενη κυβέρνηση να τηρήσει σκεπτικιστική στάση σε ό,τι αφορά το ελεύθερο εμπόριο και να επικεντρωθεί σε θέματα ασφάλειας και άμυνας –και να στηρίξει τα σχέδια για ενίσχυση και των δυο σε επίπεδο ΕΕ. Ο/Η πρόεδρος μπορεί να αναμένεται ότι θα εισάγει μέτρα για τον περιορισμό της μετανάστευσης. Επίσης, θα πιέσεις τις Βρυξέλλες να επανασχεδιάσουν τη συμφωνία Σένγκεν και να βελτιώσουν τους ελέγχους στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Παρίσι θα επικρίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απαιτώντας ενδεχομένως και τον περιορισμό των ευθυνών της.

Αν κερδίσουν οι μετριοπαθείς, θα αιτηθούν επαναφορά ορισμένων εξουσιών σε εθνικό επίπεδο από την ευρωζώνη (κάτι που θα έρθει σε σύγκρουση με τις απαιτήσεις της Γερμανίας για μια πιο απολιτική διοίκηση της νομισματικής ένωσης). Η νέα κυβέρνηση πιθανότατα θα πιέσει επίσης για βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία. Αν κερδίσει το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο, τότε η Γαλλική κυβέρνηση πιθανότατα θα εισάγει μέτρα για τον περιορισμό της ελεύθερης κίνησης αγαθών, ανθρώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων στη Γαλλία. Μπορεί να αναμένεται ότι θα ανακοινώσει και σχέδια για δημοψήφισμα αναφορικά με τη συμμετοχή της Γαλλίας στην ΕΕ.

Και εκεί έγκειται το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση: το μπλοκ βρίσκεται υπό διάλυση εδώ και αρκετά χρόνια, όμως χωρίς τη Γαλλία –ένα ιδρυτικό μέλος η συμμαχία του οποίου με τη Γερμανία ήταν η βάση για τον σχηματισμό του- η διάλυσή του είναι πιθανότατα μη αναστρέψιμη. Στην επακόλουθη κρίση, η ένωση θα «σπάσει» σε μικρότερες περιφερειακές ομάδες. Τα ερωτήματα για το μέλλον της ευρωζώνης θα πυροδοτήσουν μαζική φυγή καταθέσεων από τις τράπεζες της Νότιας Ευρώπης και θα επισπεύσουν την κατάρρευση της νομισματικής ένωσης.
 
Εν όψει των δικών της εκλογών των Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο, η Γερμανία θα προσπαθήσει να κρατήσει ενωμένη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως θα είναι δύσκολο να το κάνει αυτό το Βερολίνο. Τα μέλη του κυβερνώντος συνασπισμού, που αποτελείται από κόμματα της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς, θα προσπαθήσουν να διαχωρίσουν τη θέση τους το ένα από το άλλο πριν από τις εκλογές, διάστημα κατά το οποίο η κυβέρνηση στο Βερολίνο θα αποφύγει να λάβει οποιαδήποτε σημαντική απόφαση για τα ζητήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα συγκρουόμενα εθνικά συμφέροντα των μελών της ΕΕ θα κάνουν επίσης δύσκολη την επίτευξη συναίνεσης σε ό,τι αφορά τη μεταρρύθμιση της ΕΕ, αν και ένα από τα λίγα σημεία στα οποία η Γερμανία και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να βρουν κάποιο κοινό έδαφος, είναι η άμυνα και η ασφάλεια.

Δεν θα πρέπει να αναμένονται σημαντικές ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις σε οικονομικά ζητήματα. Η Γερμανία και οι βόρειοι γείτονές της θα διαφωνήσουν περισσότερο απ’ το συνηθισμένο με τον Νότο για τη διαχείριση της ευρωζώνης, δεδομένων των πολιτικών πιέσεων που δημιουργούν οι προεκλογικές περίοδοι.

Η κυβέρνηση στο Βερολίνο θα παραμείνει επιφυλακτική σε θέματα όπως η χορήγηση ελάφρυνσης χρέους προς την Ελλάδα ή να επιτρέψει σε χώρες της ευρωζώνης να μην πετύχουν τους ευρωπαϊκούς στόχους για τα ελλείμματα. Η Γερμανία είναι επίσης πιθανό να έρθει σε σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ιδιαίτερα αν συνεχίσουν να αποδυναμώνονται τα επιχειρήματα υπέρ της ποσοτικής χαλάρωσης . Η Γερμανία και οι βόρειοι γείτονές της θα ταχθούν υπέρ του τερματισμού του προγράμματος, αν και η ΕΚΤ, λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής αδυναμίας στην ευρωπεριφέρεια, ίσως αντισταθεί στην όποια προσπάθεια για τερματισμό του QE.

Η ασφάλεια και η μετανάστευση θα πρωταγωνιστήσουν στην γερμανική προεκλογική εκστρατεία. Η δεξιά αντιπολίτευση, αλλά και ορισμένα μέλη του συνασπισμού της Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, θα πιέσουν για αυστηρότερη μεταναστευτική νομοθεσία και για χορήγηση περισσότερων πόρων στις δυνάμεις ασφαλείας. Οι εκλογές θα δείξουν ότι οι Γερμανοί ψηφοφόροι είναι πρόθυμοι να στηρίξουν μικρότερα κόμματα από την αριστερά και από τη δεξιά. Αυτό πιθανότατα θα οδηγήσει σε μια πιο διαιρεμένη βουλή και σε δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό συνασπισμού. Ενώ οι εθνικιστές μπορεί να εμφανίσουν τόσο καλές επιδόσεις ώστε να δουν ορισμένα μέλη τους στη Βουλή, ωστόσο θα αποκλειστούν από τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού.

Αυτό που θα μπορούσε να αναγκάσει τη Γερμανία να πάρει πιο αποφασιστικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, θα ήταν μια νίκη των ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων σε Γαλλία ή Ιταλία. Αν συμβεί αυτό, το Βερολίνο θα προσπαθούσε να διατηρήσει το μπλοκ και να καταλήξει σε συμφωνία με τις «αντάρτικες» κυβερνήσεις για να εισαγάγει εσωτερική μεταρρύθμιση. Όμως η κυβέρνηση στο Βερολίνο θα «αντισταθμίσει» επίσης τα στοιχήματά του με την κατάρτιση σχεδίων με τους περιφερειακούς συμμάχους της, στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη όντως διαλυθούν.

Τα ερωτήματα για την Ιταλία

Όσο για την Ιταλία, η πολιτική αβεβαιότητα, ο εύθραυστος τραπεζικός κλάδος, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη και το υψηλό επίπεδο χρέους θα εγείρουν για μια ακόμα φορά ερωτήματα για το μέλλον της τρίτης μεγαλύτερης χώρας της ευρωζώνης, αλλά και για το σύνολο της νομισματικής ένωσης. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση της Ιταλίας θα είναι αδύναμη, και είναι πιθανό να διενεργηθούν πρόωρες εκλογές. Ασχέτως του ποιος είναι επικεφαλής, η ιταλική κυβέρνηση θα πιέσει για ευελιξία στους δημοσιονομικούς στόχους της ΕΕ και θα απαιτήσει αλληλεγγύη από τους ευρωπαίους εταίρους για να αντιμετωπίσει τη μεταναστευτική κρίση. Η κυβέρνηση στη Ρώμη θα είναι επίσης έτοιμη να αναλάβει μονομερή δράση και να επικρίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να πετύχει τους στόχους της.

Αν διενεργηθούν πρόωρες εκλογές στην Ιταλία, ο φόβος νίκης των αντισυστημικών δυνάμεων θα έπληττε τις ιταλικές τράπεζες, θα αύξανε το κόστος δανεισμού και θα δημιουργούσε πίεση στο ευρώ. Μια νίκη των ευρωσκεπτικιστών θα έφερε την Ιταλία σε πορεία σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρώτη αντίδραση της Γερμανίας και των θεσμών της ΕΕ θα ήταν να διευκολύνουν τη νέα κυβέρνηση στη Ρώμη και να προσπαθήσουν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για την συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Μακροπρόθεσμα, όμως, ένα τέτοιο δημοψήφισμα θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί. Ως εκ τούτου, το 2017 η Ιταλία θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα ρίσκα για τη νομισματική ένωση.

Η Ολλανδία, μια από τις πλουσιότερες χώρες της ευρωζώνης και σημαντικός «παίκτης» στη Βόρεια Ευρώπη, θα διενεργήσει γενικές εκλογές τον Μάρτιο. Όπως και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, οι ευρωσκεπτικιστικές και αντιμεταναστευτικές δυνάμεις της Ολλανδία θα έχουν προεξέχοντα ρόλο, δείχνοντας πως η δυσαρέσκεια με το κατεστημένο είναι ισχυρή. Ακόμα και στην πιθανή περίπτωση να χάσουν οι ευρωσκεπτικιστές την πρόσβαση στην εξουσία, η επιρροή τους θα αναγκάσει την ολλανδική κυβέρνηση να γίνει όλο και πιο επικριτική έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αντισταθεί στα σχέδια για εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και να ταχθεί με άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης στις επικρίσεις έναντι των γεγονότων στον Νότο. Αν τα γεγονότα στη Γαλλία και την Ιταλία φέρουν την κατάρρευση της ευρωζώνης, η Ολλανδία θα αντιδράσει συνεχίζοντας τη συνεργασία της με τη Γερμανία και άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης.

Αλλού στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, η κυβέρνηση μειοψηφίας της Ισπανίας θα αναγκαστεί να διαπραγματευτεί με την αντιπολίτευση για νομοθετικά θέματα, οδηγώντας σε μια περίπλοκη διαδικασία λήψης αποφάσεων και σε πιέσεις για αντιστροφή ορισμένων μεταρρυθμίσεων που εισήχθησαν στο αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης.

Η Καταλονία θα συνεχίσει να πιέζει για την ανεξαρτητοποίησή της, καθώς η κυβέρνησή της αμφισβητεί τη Μαδρίτη σε ορισμένες περιπτώσεις, την αγνοεί πλήρως σε άλλες, και διαπραγματεύεται μαζί της όταν είναι απαραίτητο. Ακόμα και αν πραγματοποιηθούν διαπραγματεύσεις για την άμβλυνση των εντάσεων Μαδρίτης-Καταλονίας, η κεντρική κυβέρνηση δεν θα δώσει έγκριση για ένα νόμιμο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία και η Καταλονία δεν θα εγκαταλείψει τα σχέδιά της για διενέργεια ενός τέτοιου δημοψηφίσματος. Οι εντάσεις θα παραμείνουν αυξημένες το 2017, όμως η Καταλονία δεν θα κηρύξει μονομερώς την ανεξαρτησία της φέτος.

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να πιέζει τους πιστωτές της για επιπλέον μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, όμως λόγω των Γερμανικών εκλογών δεν θα υπάρξει μεγάλη πρόοδος στο θέμα. Με την ελάφρυνση χρέους να έχει βγει προσωρινά εκτός τραπεζιού, η Αθήνα να απαιτήσει χαμηλότερους στόχους για το δημοσιονομικό πλεόνασμα και θα απορρίψει επιπλέον περικοπές δαπανών. Οι σχέσεις μεταξύ της Αθήνας και των πιστωτών της θα είναι τεταμένες, όμως θα υπάρξει περιθώριο συμβιβασμού. Η παραίτηση της ελληνικής κυβέρνησης είναι δυνατή, αλλά απίθανη, δεδομένου ότι η ανάδυση αντιπολιτευτικών δυνάμεων στη χώρα καθιστά εξαιρετικά αβέβαιο το αποτέλεσμα πρόωρων εκλογών, και η κυβέρνηση δεν έχει καμία εγγύηση πως θα παραμείνει στην εξουσία.

Συνεννόηση για το Brexit

To 2017, η συζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα είναι αν θα πρέπει να συμβεί, αλλά πώς θα πρέπει να συμβεί το Brexit. Η Βρετανική κυβέρνηση θα είναι διχασμένη ως προς το πώς να προσεγγιστούν οι διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και το Κοινοβούλιο θα απαιτήσει μεγαλύτερο λόγο στη διαδικασία. Το θέμα θα δημιουργήσει μια συνεχή απειλή πρόωρων εκλογών, όμως ακόμα και αν διενεργηθούν πρόωρες εκλογές, απλώς θα καθυστερήσουν το Brexit, δεν θα το αποτρέψουν. Ωστόσο, η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο θα καταλήξουν τελικά σε συνεννόηση, και το Ηνωμένο Βασίλειο θα ανακοινώσει επισήμως τις προθέσεις του να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όταν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πιέσει για συνολική εμπορική συμφωνία που θα περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες –μια συμφωνία που θα δίνει επίσης στη χώρα μεγαλύτερη αυτονομία στο θέμα της μετανάστευσης. Αυτό θα περιλαμβάνει είτε την υπογραφή συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με την Ευρωπαϊκή Ένωση ή συμφωνία για τη συμμετοχή της Βρετανίας στην τελωνειακή ένωση της Ευρώπης, μια περιοχή όπου τα κράτη-μέλη έχουν κοινούς εξωτερικούς δασμούς. Μια μεταβατική συμφωνία προκειμένου να εξασφαλίσει το Λονδίνο περισσότερο χρόνο για να διαπραγματευτεί έναν μόνιμο διακανονισμό, πιθανότατα θα αποτελεί μέρος των συζητήσεων.

Το Λονδίνο και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαπραγματευτούν επίσης τους όρους της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, περιλαμβανομένων των δεσμεύσεων για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και το status των Βρετανών πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και των Ευρωπαίων πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου του μεγέθους των ζητημάτων αυτών, αλλά και των εκλογών σε Γαλλία και Γερμανία, αρκετές από τις πιο σημαντικές αποφάσεις θα καθυστερήσουν τουλάχιστον μέχρι το 2018.

Διχασμοί και εκμετάλλευση αυτών

Οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης θα κάνουν κινήσεις για να προστατευθούν από αυτό που θεωρούν πιθανή Ρωσική επιθετικότητα, αλλά και από την αβεβαιότητα αναφορικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

«Επικεφαλής» θα είναι η Πολωνία, που θα προσπαθήσει να ενισχύσει πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συνεργασίες με τους γείτονές της. Θα στηρίξει επίσης την κυβέρνηση της Ουκρανίας πολιτικά και οικονομικά, και θα πιέσει παρασκηνιακά τα μέλη της Δυτικής ΕΕ να τηρήσουν σκληρή στάση έναντι της Μόσχας, τασσόμενη υπέρ της συνέχισης των κυρώσεων, της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών, της στήριξης της Ουκρανίας κ.τ.λ –θέση που οι χώρες της Βαλτικής και η Σουηδία πιθανότατα θα στηρίξουν.

Αν και υπάρχει αβεβαιότητα στη Βαρσοβία για την κυβέρνηση Τραμπ, η κυβέρνηση της χώρας θα συνεχίσει να προσπαθεί να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Λευκό Οίκο, καθώς θα συνεχίσει να τάσσεται υπέρ μιας μόνιμης παρουσίας του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Οι χώρες της περιοχής μπορεί μάλιστα να δεσμευτούν για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες.

Βεβαίως, δεν θα αντιδράσουν όλες οι χώρες με τον ίδιο τρόπο σε αυτό το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η Ουγγαρία ή η Σλοβακία, για παράδειγμα, δεν έχουν την ίδια αίσθηση του επείγοντος όπως η Πολωνία σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, άρα η συμμετοχή τους σε προληπτικά μέτρα ίσως είναι πιο περιορισμένη.

Οι προσπάθειες της Μόσχας να εκμεταλλευτεί τους διαχωρισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πιέσει τις σχέσεις Γερμανίας-Ρωσίας. Η Γερμανία θα προσπαθήσει να διατηρήσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, όμως θα αντιμετωπίσει αντιστάσεις από ορισμένα μέλη της ΕΕ, που θα προτιμούσαν να αρθούν οι κυρώσεις για να βελτιωθούν οι σχέσεις τους με τη Μόσχα. Η Γερμανία θα υπερασπιστεί επίσης τη συνεργασία σε επίπεδο άμυνας και ασφάλειας, ως τρόπο για να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα αναφορικά με το ΝΑΤΟ και τη Ρωσία. Η Γερμανική κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει πολιτικά και οικονομικά την Ουκρανία, όχι όμως και στρατιωτικά.

Στο μεταξύ, η Ρωσία θα εκμεταλλευτεί τους διαχωρισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στηρίζοντας τα ευρωσκεπτικιστικά πολιτικά κόμματα και αναζητώντας συνεργασίες με τις πιο φιλικές κυβερνήσεις του μπλοκ. Ορισμένες χώρες, περιλαμβανομένης της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας, θα ταχθούν υπέρ της βελτίωσης των σχέσεων με τη Ρωσία, δίνοντας στη Μόσχα καλύτερες πιθανότητες να «σπάσει» το μπλοκ των κυρώσεων στην ΕΕ. Μέχρι το τέλος του έτους είναι πιθανό να υπάρξει κάποια χαλάρωση των κυρώσεων από την ΕΕ.

Σταματώντας τις μεταναστευτικές ροές

Τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να κάνουν και πολλά για να αποτρέψουν τις μεταναστευτικές ροές το 2017. Στην μεταναστευτική οδό της Κεντρικής Μεσογείου, οι Βρυξέλλες θα προσπαθήσουν να σταματήσουν τους μετανάστες από το να φύγουν από την Αφρική, συνεργαζόμενες με τις αντίστοιχες χώρες προέλευσης και με τις βασικές χώρες transit. Όμως η δυσκολία να διακόψουν τις αφρικανικές μεταναστευτικές οδούς και η απουσία κάποιας βιώσιμης κυβέρνησης στη Λιβύη, θα περιορίσουν την ικανότητα της ΕΕ να σταματήσει τη ροή των ανθρώπων μέσω της Κεντρικής Μεσογείου.


Στην μεταναστευτική οδό της Ανατολικής Μεσογείου, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διατηρήσει ανοικτή τη γραμμή επικοινωνίας με την Τουρκία, παρά τις πολιτικές διαφορές της με την Άγκυρα. Οι Ευρωπαϊκές εκλογές και οι εσωτερικές διχογνωμίες, όμως, θα αποτρέψουν την ΕΕ από το να κάνει πίσω σε πολλές από τις απαιτήσεις της Τουρκίας, ιδιαίτερα αυτήν για την απελευθέρωση της βίζας για τους Τούρκους πολίτες. Ένα μικρό «παράθυρο» ευκαιρίας για το θέμα θα ανοίξει τους πρώτους μήνες του έτους, όμως αν δεν υπάρξει πρόοδος πριν ανοίξει ο ευρωπαϊκός εκλογικός κύκλος τον Μάρτιο στην Ολλανδία, το θέμα θα αναβληθεί για τον υπόλοιπο χρόνο. Η πρόοδος σε λιγότερο αμφιλεγόμενα θέματα όπως το εμπόριο και τα funds θα είναι κάπως ευκολότερο να επιτευχθεί.

Γνωρίζοντας πόσο αναξιόπιστοι είναι οι εξωτερικοί εταίροι, τα μέλη της ΕΕ θα προσπαθήσουν να προστατευθούν όσο τον δυνατόν περισσότερο. Θα συνεχίσουν να σκληραίνουν τους εθνικούς νόμους για τη μετανάστευση και να αυξάνουν τις απελάσεις, για να αποθαρρύνουν την έλευση μεταναστών. Η επιλογή της επαναφοράς συνοριακών ελέγχων εντός της ΕΕ επίσης θα βρεθεί στο τραπέζι, ως μια λύση για να διακόψουν τις μεταναστευτικές οδούς. Αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί πηγή διένεξης μεταξύ των χωρών άφιξης (όπως η Ιταλία και η Ελλάδα) και των χωρών προορισμού (Βόρεια Ευρώπη), για την αποτυχία των Βρυξελλών να καταρτίσουν μια μεταναστευτική πολιτική με συνοχή.

Stratfor
Euro2day



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Νίκος Νικολαΐδης

Γερμανοί, ένας λαός πειθαρχημένος και εργατικός πού πολλά έχει προσφέρει στην Ευρώπη και τον κόσμο, ιδίως στον πολιτισμό, με τους μοναδικούς γερμανούς μουσουργούς και φιλοσόφους, αλλά και πολλά ακόμη χρωστάει… για τα αιματοκυλίσματα πού έχει προκαλέσει.

Ένας λαός που πιστεύει –το έχει περασμένο στο DNA του- πως πρέπει να επικυριαρχεί των υπολοίπων, μόλις νοιώθει ισχυρός πολιτικά και οικονομικά. Και όταν μάλιστα βρεθεί και ο κατάλληλος αρχηγός, όλοι τον ακολουθούν τυφλά και στήνουν το Ράιχ, που στη γλώσσα τους σημαίνει αυτοκρατορία.

Αυτή τους την επιθυμία έως και το ’45 προσπαθούσαν να την υλοποιήσουν με τά όπλα πνίγοντας την Ευρώπη σε ποταμούς αίματος.

Το πρώτο Ράιχ το φτιάχνουν το 1870 μετά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο. Τότε προσαρτούν την Αλσατία και τη Λωραίνη, ανατρέποντας την εύθραυστη ειρήνη που είχε επιτευχθεί μετά το Βατερλό. Νεκροί περισσότεροι από 180.000 άνθρωποι.

Το δεύτερο Ράιχ το φτιάχνουν με τον κάιζερ Γουλιέλμο και με στόχο την αναδιανομή των αποικιών. Έτσι το 1914 ξεκινούν τον πρώτο παγκόσμιο. Νεκροί πάνω από 18 εκατομμύρια άνθρωποι – 9 εκατ. στρατιώτες, 9 εκατ. άμαχοι.

Το τρίτο Ράιχ το φτιάχνει ο Χίτλερ –σχεδόν όλοι τον ακολούθησαν- ο οποίος το 1939 ξεκινάει τη φρίκη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Οι νεκροί αγγίζουν τα 80 εκατομμύρια ανθρώπους, από αυτούς τα 57 εκατ. άμαχοι.

Κοινός παρονομαστής, μετά τους δύο παγκοσμίους, η καταστροφή της χώρας τους πού αυτοί προκάλεσαν, αφού πρώτα είχαν ρημάξει την Ευρώπη.

Κι επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται ας προσέξουν το σήμερα. Έχουν καταφέρει πάλι να στήσουν ένα οικονομικό… ράιχ και να εξουσιάζουν την γηραιά ήπειρο, επιβάλλοντας λίγο-πολύ τους δικούς τους κανόνες στη διακυβέρνηση των ευρωπαϊκών χωρών.

Η κόρη του πάστορα από την Ανατολική Γερμανία και ο χερ Σόιμπλε λύνουν και δένουν και είναι οι αρχηγοί πού πάντα θέλουν οι γερμανοί. Από τη στιγμή πού δεν έχουν το μάρκο θέλουν να κρατήσουν ισχυρό το ευρώ, για να πουλάνε ακριβά τα προϊόντα πού εξάγουν σ’ όλο τον κόσμο. Έτσι επιχειρούν να μας γερμανοποιήσουν όλους με λιτότητες και λοιπά.

Οι αντιδράσεις όμως ήδη έχουν αρχίσει να φουντώνουν και ο κίνδυνος ξηλώματος της ευρωπαϊκής ιδέας είναι πολύ ισχυρός. Τo αποτέλεσμα ενός τέτοιου κραδασμού θα πλήξει στο τέλος πάλι την ίδια τη Γερμανία.

Κι ένας παράγων ακόμη. Να μη ξεχνάμε ότι και στους δύο παγκοσμίους πολέμους αυτό πού έγειρε την πλάστιγγα υπέρ των υπολοίπων ευρωπαίων ήταν η Αμερικανική εμπλοκή στις συρράξεις.

Μήπως επαναληφθεί η ιστορία τώρα πού αλλάζει ο Πρόεδρος στις ΗΠΑ; Οι μέχρι σήμερα δήθεν εξισορροπιστικές κινήσεις του προηγούμενου δεν θα υπάρχουν, ενώ ο καινούργιος είναι ολίγον… καουμπόι, με εξάσφαιρα πού θα τα βάλει πάνω στο τραπέζι και ενδέχεται να υποχρεώσει το Βερολίνο σε άλλες πολιτικές και υποχωρήσεις. Μήπως;

Πηγή Militaire


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


12 Ιαν 2017


Η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε σήμερα ότι από τον Μάρτιο σκοπεύει να επαναπροωθεί στην Ελλάδα τους αιτούντες άσυλο που φτάνουν στο έδαφός της προερχόμενοι από το ελληνικό έδαφος, θέτοντας σε ισχύ τη Συνθήκη του Δουβλίνου.

Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών Thomas de Maiziere ζήτησε από την ομοσπονδιακή Υπηρεσία για τους Πρόσφυγες και τους Μετανάστες (BAMF) να εφαρμόζει από τις 15 Μαρτίου την ευρωπαϊκή Συνθήκη του Δουβλίνου, η οποία προβλέπει την εξέταση της αίτησης για παροχή ασύλου από την πρώτη χώρα της ΕΕ στην οποία φτάνουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, κυρίως δηλαδή η Ελλάδα και η Ιταλία.

«Βάσει της σύστασης της Ευρωπαϊκή Επιτροπής, η Γερμανία εκτιμά σήμερα ότι οι επαναπροωθήσεις αυτές θα είναι δυνατές από τις 15 Μαρτίου», επεσήμανε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εσωτερικών Tobias Plate στο AFP.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προτείνει στις 8 Δεκεμβρίου να τεθεί και πάλι σε ισχύ η Συνθήκη του Δουβλίνου για τους αιτούντες άσυλο που φτάνουν στην Ελλάδα παράτυπα, με εξαίρεση τους ασυνόδευτους ανήλικους. Το μέτρο αυτό είχε ανασταλεί το 2011 εξαιτίας των κακών συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα.

Κριτική των διεθνών οργανώσεων στα γερμανικά σχέδια

Για άσχημες συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων στην Ελλάδα κάνουν λόγο και πάλι ανθρωπιστικές οργανώσεις, όπως μετέδωσε η Deutsche Welle. Τα σχέδια της γερμανικής κυβέρνησης για την επαναπροώθηση προσφύγων επικρίνει η γερμανική Μη Κυβερνητική Οργάνωση αρωγής προσφύγων Pro Asyl κάνοντας λόγο για επιπλέον χτύπημα στο ελληνικό σύστημα απονομής ασύλου.

Από την πλευρά του ο εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες του ΟΗΕ (UNHCR) στην Αθήνα Ρόλαντ Σένμπαουερ δήλωσε στην εφημερίδα της Φρανκφούρτης ότι στο επόμενο διάστημα δεν είναι ούτως ή άλλως δυνατή η επαναπροώθηση αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα λόγω των κακών καιρικών συνθηκών. Πρόσθεσε μάλιστα ότι τα προσφυγικά καταλύματα βρίσκονται σε «άσχημη κατάσταση» και ότι οι πρόσφυγες αναγκάζονται να «ζουν στο χιόνι και τη λάσπη». Επιπλέον τόνισε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να διασφαλίσει τόσο ένα αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, όσο και την εξέταση του αιτήματος ασύλου σε λογικό χρονικό διάστημα. Και οι δύο προϋποθέσεις δεν πληρούνται σε πολλές περιπτώσεις στην παρούσα φάση, καταλήγει ο εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 




Επισημαίνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος

Δεν υπήρξα ποτέ ευρωσκεπτικιστής, είμαι ενθουσιωδώς ευρωπαϊστής, αλλά όπως επεσήμαινε ο διορατικός TonyJudt, ήδη από το 1996, στη μελέτη του για την ενωμένη Ευρώπη «A Grand Illusion?», άλλο πράγμα είναι να επιθυμείς κάτι και άλλο να το θεωρείς πιθανό. Άλλο πράγμα να επιμένω με όρους προοδευτικής εξέλιξης και ειρήνης στην πολιτική ένωση της Ευρώπης και άλλο πράγμα να εμφανίζομαι αφελώς να πιστεύω πως η υπόθεση αυτή πραγματοποιείται βήμα-βήμα, έστω με αντιφάσεις και παράδοξα.

Όχι, η «Ευρώπη» δεν μπορεί να ξεπεράσει δημιουργικά και άρα πολιτικά το παρελθόν της, επειδή όχι μόνον επιχείρησε να το ξεχάσει, αντί να μάθει από αυτό, αλλά επειδή όρισε την οικονομία της αγοράς και μια απολύτως ανορθολογική και καιροσκοπική νομισματική ένωση σαν τους κύριους ενοποιητικούς μοχλούς (συνθήκες) των ευρωπαϊκών κρατών, κοινωνιών, κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και πολιτικοοικονομικών ελίτ.

Όχι, δεν υπάρχει πλέον το ερωτηματικό στη διεισδυτική ματιά του Judt («A Grand Illusion?»)! Νομίζω πως μπορούμε πλέον να μιλάμε για τη «Μεγάλη Ψευδαίσθηση» στην Ευρώπη, αναφερόμενοι στην ΕΕ, ή με λιγότερο ρομαντικούς όρους για τη «Μεγάλη Απάτη» που αποκρυσταλλώνεται στην ιδέα της ΕΕ.

Όσοι τουλάχιστον από τους ευρωπαϊστές δεν εμπλεκόμαστε στο εμπόριο αυτής της ιδέας ή δεν βιοποριζόμαστε από την εφαρμογή αυτού του πολιτικού concept στην πράξη, θα ήταν παράδοξο σήμερα να καλλιεργούμε αυταπάτες – που στο κάτω-κάτω ποτέ δεν καλλιεργήσαμε. Δεν ήταν αυταπάτη η ιστορική αναγκαιότητα της πολιτικής ένωσης της Ευρώπης, με σεβασμό ασφαλώς στους ιδιαίτερους λαούς που τη συνθέτουν. Αν δεν συνέβαινε αυτό, θα βιώναμε εκ νέου άκρως καταστρεπτικές για τον άνθρωπο, το οικοσύστημα και την οικονομία καταστάσεις – με τη μορφή της ιστορικής φάρσας – μετά την κατάρρευση του επίσης παράδοξου από πολλές πλευρές διπολισμού.

Δεν ήταν λάθος ή ανεδαφικό το όραμα και ο αγώνας για την πολιτική ένωση της Ευρώπης, στο πλαίσιο ασφαλώς μιας συνεκτικής κοινωνικής θεωρίας και όχι μιας θεωρίας της αγοράς. Στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κοσμοπολιτισμού που θα συστηματοποιούσε μια αποκεντρωμένη, δημοκρατική καταστατική πραγματικότητα στην Ευρώπη, χωρίς πολιτική υποκρισία, εθνικισμούς και εκμεταλλευτικά-νομιμοποιητικά τεχνάσματα. Αυτή η Ευρώπη δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο παρά ένα πολιτικό υβρίδιο που θα δομείτο στη βάση ενός κοινού κοινωνικού μοντέλου δημοκρατικού σοσιαλισμού και θεσμών ριζοσπαστικοποίησης της δημοκρατίας, προωθώντας τον αγωνιστικό πλουραλισμό παντού.

Αυτή την Ευρώπη δεν μπόρεσαν να φανταστούν οι ευρωσκεπτικιστές, ενώ παγίδευσαν ή πολέμησαν ανοιχτά στην πράξη οι ανιστόρητοι – και στην πραγματικότητα δραματικά επιπόλαιοι – τυχοδιώκτες του ευρωπαϊσμού. Οι ευρωσκεπτικιστές απλώς δεν επιθυμούσαν την ένωση, επειδή δεν μπορούσαν να πιστέψουν είτε στην αποτυχία της λενινιστικής επανάστασης, είτε στο αντικειμενικό «ξεπέρασμα» του Βεστφαλιανού Κράτους στην μεταδιπολική Ευρώπη. Αυτοί, ωστόσο, δεν ήταν το πρόβλημα. Αυτοί, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ήταν η «παράπλευρη συνέπεια» της πολιτικής των ανιστόρητων κεντροδεξιών και κεντροαριστερών δυνάμεων που ανέδειξαν την αγορά σε θαυματουργικό μηχανισμό της ενοποίησης. Αυτοί οι «ευρωπαϊστές» υπονόμευσαν από την αρχή τον ευρωπαϊσμό, ενώ βήμα-βήμα φρόντισαν να εκχυδαΐσουν το ιστορικό του περιεχόμενο. Αντιμετώπισαν τον σύγχρονο ευρωπαϊσμό όχι ως μια προοδευτική εξέλιξη της Ευρώπης (και του κόσμου), αλλά ως υπέρβαση της ίδιας ιστορίας: ως το τέλος της ιστορίας στην Ευρώπη.

Το project της ευρωζώνης ήταν και είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδέας του «τέλους της ιστορίας στην Ευρώπη» – όχι από την σοσιαλιστική επανάσταση αυτή τη φορά, ούτε από το φασιστικό κράτος, αλλά από τον τραπεζίτη, τον χρηματιστή και την οικονομική γραφειοκρατία της ΕΕ. Και αυτό πρόχειρα, παραπλανητικά, ασύντακτα σε κρίσιμο βαθμό και χωρίς υποστήριξη από ένα σοβαρό θεωρητικό οικοδόμημα. Ήταν μια «case study» ενός αμετροεπούς οικονομολόγου που αποφάσισε να τσεκάρει τη δημοκρατική θεωρία με την εφαρμογή στην πράξη χρηματοοικονομικών μεθόδων, ασχέτως πεδίου εφαρμογής (: νομοθέτης, διοίκηση, κοινωνικό μοντέλο, δημοσιονομικά, εμπορικό ισοζύγιο, χρηματοπιστωτικά).

Ο «λογιστής» αυτοανακηρύχθηκε σε γκουρού της δημοκρατικοποίησης στην ΕΕ και κάπως έτσι πολύ φυσιολογικά ο ευρωπαϊσμός κατάντησε ένας απολιτικός, χυδαίος οικονομισμός. Ή, με άλλα λόγια, ένας σφοδρά αντικοινωνικός νεοηγεμονισμός, που παραμορφώνει το δημοκρατικό φαινόμενο, τορπιλίζοντας τον κοινοβουλευτισμό και τις αστικές δομές εκεί (στις εθνικές οικονομίες) όπου παρατηρείται πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Αν μάλιστα σε αυτό προστίθεται και πιστωτικό πρόβλημα, τότε η λύση προϋποθέτει την εφαρμογή ενός «κράτους εκτάκτου ανάγκης», ενώ αν η πιστωτική κρίση εξελιχθεί σε κρίση ρευστότητας, τότε το «κράτος ανάγκης» μετατρέπεται σε «επιχείρηση / εταιρία υπό εκκαθάριση».

Και τότε, αγαπητέ αναγνώστη, στο κράτος μέλος της ευρωζώνης επέρχονται συνέπειες πολιτικού χαρακτήρα αντίστοιχες με εκείνες μιας σύγχρονης επιχείρησης υπό εκκαθάριση. Δηλαδή,
(1) αντικατάσταση του εταιρικού σκοπού από το σκοπό της εκκαθάρισης
(2) λήγει η αντιπροσωπευτική και διαχειριστική εξουσία των διαχειριστών της εταιρείας, οι οποίοι αντικαθιστώνται από τους εκκαθαριστές και
(3) οι αξιώσεις των εταίρων μεταξύ τους αλλά και οι αξιώσεις τους κατά της εταιρείας μπορούν να ασκηθούν πλέον μόνο μετά το κλείσιμο του ισολογισμού της εκκαθάρισης.

Δεν είναι φαντάζομαι δύσκολο να δεις τις αναλογίες που υπάρχουν στην ελληνική περίπτωση και που αφορούν στον πυρήνα της πολιτείας! Είναι η πραγματικότητα του ευρώ – και όχι το νόμισμα αυτό καθ’ εαυτό – που δηλητηριάζει θανάσιμα την ΕΕ και αποκόβει σήμερα την Ελλάδα από την ΕΕ. Και αυτή η πραγματικότητα που αφορά σε σχέσεις και όχι απλώς σε προβληματικές, απρόσωπες λειτουργίες, είναι που οδηγεί στην μεταστροφή της ελληνικής κοινής γνώμης σε ό, τι αφορά στην ευρωζώνη. Με συνέπεια την έμμεση τουλάχιστον ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού στην Ελλάδα, ως μάλλον λογική προσαρμογή στη γενική τάση εντός της ΕΕ. Αντί να «προσαρμοζόμαστε» στην ιστορικότητα του ευρωπαϊσμού, προσαρμοζόμαστε στην ανιστορικότητα του ευρωσκεπτικισμού! Μόνον που αυτό είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας αυτού, που ήταν έτσι κατασκευασμένο για να αποτύχει, αφού πρώτα εκχυδαΐσει καί την οικονομία της αγοράς καί την «οικονομία» της δημοκρατίας. Η δίψα για γρήγορο, μεγάλο κέρδος προφανώς τρελαίνει και τους πλέον (ορθο)λογιστές!

Η «Μεγάλη Ψευδαίσθηση» δεν ήταν, ούτε είναι η ενωμένη Ευρώπη, αλλά η πεποίθηση πως η αγορά κτίζει δημοκρατίες και υποστηρίζει ενώσεις κρατών. Το αντίστροφο είναι ιστορικό γεγονός, αν και η αγορά μια χαρά μπορεί να πετύχει το γκρέμισμα Ενώσεων, Συνεταιρισμών και γραφειοκρατικών Ηγεμονιών, που στηρίζονται στην λιτότητα και στον αντιπληθωρισμό.

Πηγή RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 




Γράφει ο Μαυροζαχαράκης Εμμανουήλ
Πολιτικός Επιστήμονας-Κοινωνιολόγος


Με την έναρξη του νέου έτους κατέστη σαφές ότι οι ποικιλόμορφες κρίσεις που διαπερνούν την Γηραιά Ήπειρο συμπυκνώνονται πλέον σε μία κατάσταση η οποία θέτει σε αμφιβολία την ίδια την πορεία και την συνέχεια της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης. Αυτή η διαπίστωση σχετίζεται με το γεγονός ότι δύο βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής ενοποίησης δηλαδή το κοινό νόμισμα στην ευρωζώνη και τα ανοικτά σύνορα στο πλαίσιο της ζώνης του Schengen έχουν εκτεθεί απέναντι σε έναν στρόβιλο σοβαρότατων αμφισβητήσεων. Από το 2015 άλλωστε με αφορμή την κρίση του ευρώ και ειδικότερα με την όξυνση του ελληνικού δημοσιονομικού ζητήματος, είχε διαφανεί η ευθραυστότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αφού πλέον για πρώτη φορά εμφανίστηκε διάχυτα η σοβαρή πιθανότητα εξόδου μίας χώρας μέλους από την ζώνη του ευρώ. Ο συγκεκριμένος κίνδυνος αποσοβήθηκε μάλλον την τελευταία στιγμή λόγω της πανικόβλητης παρέμβασης κάποιων ηγετών κρατών που φοβήθηκαν έντονες αλυσιδωτές συνέπειες για τις εγχώριες οικονομίες τους, από ένα ενδεχόμενο ελληνικής εξόδου από το ευρώ. Εντούτοις δεν άλλαξε τίποτα στο γεγονός ότι ο κοινός ευρωπαϊκός νομισματικός χώρος παραμένει ένα ατελές εγχείρημα ενσωμάτωσης, για το μέλλον του οποίου οι χώρες του ευρώ παραμένουν βαθιά διχασμένες. Επιπλέον η προσφυγική κρίση ανέδειξε με ένταση τα πολιτικά και θεσμικά ελλείμματα του χώρου Schengen και την έλλειψη μιας κοινής πολιτικής ασύλου. Παράλληλα με αυτά τα ελλείμματα η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας έδειξε μία διάθεση μόνιμης απόσχισης από την πορεία ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και διεξήγαγε τον Ιούνιο του 2016 ένα δημοψήφισμα σχετικά με την παραμονή της χώρας στην ΕΕ. Με την πλειοψηφία των Βρετανών να τάσσονται υπέρ του BREXIT. Για πρώτη φορά φαίνεται να γίνεται πράξη η έξοδο μίας χώρας από την ΕΕ. Την ίδια στιγμή οι Ιταλοί απέρριψαν τις συνταγματικές αλλαγές που πρότεινε ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι μέσω ενός δημοψηφίσματος και κατόπιν της παραιτήσεως του ως πρωθυπουργός η Ιταλία φαίνεται να οδηγείται σε πολιτικές εξελίξεις οι οποίες δίνουν το πάνω χέρι στους λαϊκιστές και στις αντιευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Το Ιταλικό «όχι» ερμηνεύεται από πολλούς σχολιαστές ως ένα διπλό μήνυμα άρνησης, αφενός απέναντι στην συνταγματική αναθεώρηση καθαυτού που σχεδίαζε ο Ρέντσι και αφετέρου απέναντι στην Ευρώπη και τις πολιτικές της λιτότητας που αυτή προάγει υπό την πίεση της Γερμανίας. Αν και ο Ρέντσι είχε συστηματικά διαφοροποιηθεί δημόσια από τις πολιτικές λιτότητας, οι δηλώσεις υποστήριξης προς τον Ρέντσι από ορισμένους Ευρωπαίους, και κυρίως από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και την Άγκελα Μέρκελ μάλλον του έκαναν ζημιά.

Ασφαλώς οι κρίσεις δεν αποτελούν ένα νέο φαινόμενο για την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση αλλά αντιθέτως πολλές φορές έχουν επιταχύνει την πρόοδο ενσωμάτωσης. Στην σημερινή συγκυρία ωστόσο η ΕΕ λειτουργεί πολλές φορές περισσότερο ως αίτιο και ενισχυτής κρίσεων παρά ως μηχανισμός επίλυσης τους. Ως εκ τούτου παρατηρείται σε όλη την Ευρώπη μία ροπή προς την ενίσχυση τάσεων γενικότερα που αμφισβητούν την ΕΕ και φορέων έντονου αριστερού και ακροδεξιού λαϊκισμού. Οι τάσεις αυτές συμμετέχουν σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη στον σχηματισμό κυβερνήσεων.

Υπό αυτές τις συνθήκες αποκλείονται τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα βαθιές μεταρρυθμίσεις και τομές που χρειάζεται επειγόντως η ΕΕ συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης των ευρωπαϊκών συμβάσεων. Αντίθετα μάλιστα πολλές χώρες της ΕΕ προστρέχουν σε στρατηγικές διαφοροποιημένης ενσωμάτωσης υλοποιώντας ευρωπαϊκές οδηγίες και πολιτικές επιλεκτικά και όπως συμφέρει.

Η σωρευμένη και παράλληλη εμφάνιση κρίσεων και η αλληλουχία τους συνιστά πάντως μία νέα ποιότητα πρόκλησης για την Ευρώπη απαιτώντας άμεσα την αναζήτηση λύσεων.

Η κρίση της ζώνης του ευρώ

Από τις αρχές του 2010 η κρίση του ευρώ καθόρισε κυριολεκτικά την ατζέντα της ΕΕ. Αρχικά η Ελλάδα και μετέπειτα η Ιρλανδία, Πορτογαλία, και Κύπρο μπόρεσαν να διατηρήσουν την γραμμή αποπληρωμής του δημόσιου χρέους τους μόνο με δάνεια των ευρωπαϊκών εταίρων τους και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η Ισπανία χρειάστηκε βοήθεια για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού της τομέα. Σε δεινή θέση βρέθηκε και η Ιταλία τόσο όσον αφορά το δημόσιο χρέος της όσο και τον τραπεζικό της τομέα.

Ως όρο για την χορήγηση δανείων διάσωσης το Eurogrοup θέσπισε την λεγόμενη Troika αποτελούμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η τρόικα ενεπλάκη σε έναν πολύ εντατικό βαθμό και ασυνήθιστο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα στις δημόσιες πολιτικές των υπερχρεωμένων χωρών καθορίζοντας λιγότερο η περισσότερο τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές τους, υποτίθεται για να διευκολύνει την υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων. Μέσα από σκληρές πολιτικές δημοσιονομικής σταθεροποίησης σε συνδυασμό με έναν χαμηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, πολλαπλές τραπεζικές κρίσεις καθώς και την απώλεια εμπιστοσύνης των επενδυτών στις χρηματαγορές, η κρίση χρέους σε πολλές χώρες του ευρώ όπως η Ελλάδα μετασχηματίστηκε σύντομα σε μία δομική οικονομική κρίση με υψηλή ανεργία και βαθιά ύφεση. Συνεπεία τούτων, εντατικοποιήθηκαν οι δομικές οικονομικές διαφορές και αποκλίσεις μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Επιπλέον οδήγησαν οι πολιτικές διαπραγματεύσεις για την χορήγηση πακέτων διάσωσης συνδυασμένων αντιπαραβολικά με αντίστοιχα σκληρά μεταρρυθμιστικά πακέτα σε δραστικές πολιτικές εντάσεις μεταξύ των χωρών-δανειστών από την μία πλευρά και εκείνων των χωρών από την άλλη που μπήκαν είτε στον ρόλο του δανειολήπτη, είτε στον ρόλο του διεκδικητή χαλαρότερων δημοσιονομικών πολιτικών για να βγουν οι αριθμοί.

Για την αντιμετώπιση της κρίσης η ευρωζώνη και η ΕΕ διεύρυναν εμφανώς τα εργαλεία πολιτικής τους. Ειδικότερα εντατικοποιήθηκε ο έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών μέσω του λεγόμενου ευρωπαϊκού εξαμήνου (European Semester-Consilium) ως τακτικός κύκλος οικονομικού και δημοσιονομικού συντονισμού στα πλαίσια της οικονομικής διακυβέρνησης και μέσω του δημοσιονομικού συμφώνου. Με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) θεσπίστηκε ένα τακτικό ταμείο για την χορήγηση δανείων διάσωσης υπό αυστηρούς όρους. Την ίδια στιγμή επιχειρείται με την τραπεζική ένωση η διάλυση του πλέγματος μεταξύ κρίσεων στον τραπεζικό τομέα και κρίσεων χρέους των κρατών και η ενίσχυση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Εντούτοις παραμένουν τα κεντρικά στρατηγικά ελλείμματα της ευρωζώνης όπως και οι δομικές διαφορές των χωρών ενώ δεν αποκλείεται η εκ νέου ανάφλεξη κρίσεων σε μεμονωμένες χώρες για πολιτικούς η οικονομικούς λόγους. Η πορεία της ΕΕ προς την μόνιμη επίλυση της κρίσης του ευρώ μπλοκάρεται μεσοπρόθεσμα για πολιτικούς λόγους υπό την έννοια ότι η επικράτηση των συντηρητικών δυνάμεων εμποδίζει τόσο την θεσμική εμβάθυνση όσο και την δημοσιονομική χαλάρωση ως όρο για την διευκόλυνση της ανάκαμψης και συνακολούθως της άντλησης νέου κεφαλαίου εμπιστοσύνης προς το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Μακροπρόθεσμα ωστόσο ο δρόμος για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις με κοινωνικό πρόσημο εντός της ΕΕ ενδέχεται να ανοίξει και επομένως δεν αποκλείεται σε βάθος χρόνου η αλλαγή των ευρωπαϊκών συμβάσεων με κατεύθυνση την ενοποίηση να ξαναμπεί κατά προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα. Όμως οι χώρες του ευρώ παραμένουν βαθιά διχασμένες τόσο όσον αφορά τα βραχυπρόθεσμα διορθωτικά μέτρα όσο και την μακροπρόθεσμη κατεύθυνση της ευρωζώνης.

Η προσφυγική κρίση

Στην οικονομική κρίση προστέθηκε πρόσφατα και η προσφυγική κρίση. Ο υψηλός αριθμός προσφύγων που εισέρχεται από το 2015 στην Ευρώπη θέτει την ΕΕ και τα μέλη της μπροστά σε δραστικές προκλήσεις. Σχεδόν τα περισσότερα κράτη δεν ήταν έτοιμα να αντιμετωπίσουν την ισχυρή προσέλευση προσφύγων. Πολλές χώρες στα εξωτερικά σύνορα της ζώνης του Schengen όπως η Βουλγαρία και η Ουγγαρία προσέφυγαν στην ανέγερση φραχτών στα σύνορα τους. Ακολούθησαν άλλες χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Σουηδία, η Δανία και η Γαλλία με την επαναφορά συνοριακών ελέγχων ακόμα και εντός των ορίων της ζώνης του Schengen. Με την αμφισβήτηση των ανοικτών συνόρων τίθεται πλέον σε αμφιβολία η μεγαλύτερη πρακτική και συμβολική κατάκτηση της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης.

Την ίδια στιγμή και παρά την ύπαρξη κοινών εξωτερικών συνόρων υπάρχουν τεράστιες διαφορές των χωρών της ΕΕ τόσο όσον αφορά τις προδιαγραφές όσο και την βούληση για την υποδοχή, υποστήριξη και φροντίδα των αιτούντων ασύλου. Συνεπώς οι πρόσφυγες κατανέμονται εντελώς άνισα στις χώρες της ΕΕ. Ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων συγκεντρώνεται στην Γερμανία, την Σουηδία και ορισμένες άλλες χώρες ενώ οι μεσογειακές χώρες και ιδιαίτερα η Ελλάδα και η Ιταλία εκτίθενται τόσο ως κεντρικά σημεία μετάβασης προσφύγων όσο και ως χώρες με τις μεγαλύτερες υποχρεώσεις στην φύλαξη συνόρων. Σίγουρα οι χώρες μέλη της ΕΕ συμφώνησαν κάποια κοινά βήματα στο προσφυγικό όπως η συγκρότηση μίας λίστας σίγουρων χωρών προσέλευσης, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνοριοφυλακής Frontex και η κατανομή 160.000 αιτούντων ασύλου. Ωστόσο το τελευταίο συμφωνήθηκε με απλή πλειοψηφία δηλαδή με σοβαρές ενστάσεις χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης οι οποίες μέχρι σήμερα αρνούνται να υλοποιήσουν την απόφαση. Σε ζωτικά ζητήματα όπως η πρακτική κατανομή των προσφύγων, η καθιέρωση ενός μόνιμου μηχανισμού κατανομής, η συμπεριφορά απέναντι στην Τουρκία, η ενίσχυση της κοινής φύλαξης των συνόρων υπάρχουν σοβαρές αντιθέσεις μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ.

Αντιευρωπαϊκά κόμματα και λαϊκισμός

Σε ακολουθία των πολλαπλών κρίσεων αποδυναμώθηκε η εμπιστοσύνη απέναντι στην ΕΕ. Η ευρωκρίση για παράδειγμα ενίσχυσε τον σκεπτικισμό απέναντι στην ΕΕ τόσο εντός των χωρών που εκτίθενται σε σκληρά μέτρα λιτότητας συνεπεία δανείων διάσωσης, όσο και εντός των χωρών δανειστών συνεπεία των υψηλών οικονομικών μεταβιβάσεων. Κατά συνέπεια ενισχύονται συστηματικά αντιευρωπαϊκά, ακροδεξιά και λαϊκιστικά πολιτικά κόμματα και σχηματισμοί. Τα σχήματα αυτά δεν έχουν ενιαία πολιτική κατεύθυνση και καταλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα το οποίο φτάνει από τον ήπιο ευρωσκεπτικισμό που αρνείται απλά την περαιτέρω ενσωμάτωση, έως έναν σκληρό αντιευρωπαϊσμό που φτάνει στα όρια ενός ανοικτού εθνικισμού ακροδεξιών κομμάτων.

Λόγω του ευρύτατου αυτού φάσματος τα αντιευρωπαϊκά κόμματα κατανέμονται στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στις υπάρχουσες πολιτικές ομάδες και οικογένειες κομμάτων, η εμφανίζονται ως ανεξάρτητοι βουλευτές. Ο κατακερματισμός αυτός δεν επιτρέπει στα αντιευρωπαϊκά σχήματα να έχουν ισχυρή επιρροή στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας παρά την ενίσχυση τους. Η επιρροή τους εκφράζεται επομένως περισσότερο σε εθνικό επίπεδο όπου εμφανίζουν σοβαρή εκλογική άνοδο και συμμετέχουν εν μέρει και σε κυβερνήσεις. Με τον τρόπο αυτό τα αντιευρωπαϊκά κόμματα ασκούν σοβαρή πίεση στην διαμόρφωση εθνικών πολιτικών αλλάζοντας παράλληλα το αξιακό οπλοστάσιο των καθιερωμένων κομμάτων και συνολικά την στάση τους απέναντι στην δημοκρατία και στην ΕΕ.

Κατακλείδα: τάσεις διχασμού

Οι τάσεις διχασμού εντός της ΕΕ αποτελούν ταυτόχρονα αίτιο όσο και συνέπεια των κρίσεων. Από την μία πλευρά η διαφοροποιημένη ενσωμάτωση στην βάση της οποίας μόνο ορισμένες ομάδες κρατών μελών μπορούν να προχωρήσουν από κοινού, καθιερώθηκε σε πολιτικό κανόνα μιας περαιτέρω ενσωμάτωσης της ΕΕ. Κεντρικά εργαλεία πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης όπως η τραπεζική ένωση και ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθερότητας λειτούργησαν μόνο στο πλαίσιο της ευρωζώνης λόγω του ότι χώρες που δεν ανήκαν στην ζώνη του ευρώ όπως η Μεγάλη Βρετανία θα έθεταν βέτο σε περίπτωση ευρύτερης εφαρμογής στο πλαίσιο της ΕΕ. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιτεύχθηκαν συμφωνίες μόνο μέσα από την χρήση συμβάσεων του διεθνούς δικαίου εκτός της ΕΕ διότι κάποιες χώρες της ΕΕ μπλόκαραν κάθε τροποποίηση των ευρωπαϊκών συμβάσεων όπως η εισαγωγή του δημοσιονομικού συμφώνου. Ενώ κατά την παράδοση της ΕΕ οι χώρες μέλη διαπραγματεύονται αμφιλεγόμενα ζητήματα έως ότου υπάρχει κάποιος ικανοποιητικός συμβιβασμός για όλες τις πλευρές, υπό την πίεση των κρίσεων αυξήθηκε η ετοιμότητα άρνησης απέναντι σε συμβιβασμούς η πλειοψηφικής παράκαμψης διαφωνούντων χωρών. Η Ελλάδα βρέθηκε πολλές φορές εκτεθειμένη στην πίεση πλειοψηφικής παράκαμψης της πολιτικής βούλησης των εθνικών της αντιπροσωπειών και επομένως διαθέτει επαρκές know how στον συγκεκριμένο τομέα. Πολλές φορές μάλιστα η χώρα μας αντέδρασε στην πίεση με προσωρινή και άτυπη αναστολή η παράκαμψη των μνημονίων και αντίστοιχη αναπροσαρμογή όταν το επέβαλε η πίεση των εταίρων. Η συγκεκριμένη κατάσταση ωστόσο δεν αποτελεί στρατηγική πολιτικής, ούτε για τις χώρες μέλη της ΕΕ ούτε για το θεσμικό της οικοδόμημα. Το ερώτημα που τίθεται είναι με πόση διαφοροποιημένη ενσωμάτωση και με πόσες αποφάσεις κατά μεμονωμένων χωρών μπορεί η ΕΕ να παραμείνει βιώσιμη.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



11 Ιαν 2017


Του Andrew A. Michta

Η κατάσταση της ευρωπαϊκής ασφάλειας ίσως επιδεινωθεί δραματικά το 2017, εάν συνεχιστούν οι ανησυχητικές τάσεις του 2016. Οι παρατηρητές θα πρέπει να έχουν την προσοχή τους σε τέσσερα μεγάλα προβλήματα.

Ο πρώτος τομέας στον οποίο η Ευρώπη εξακολουθεί να παραπαίει, είναι η απάντησή της στις απειλές ασφάλειας. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η τρομοκρατία της τζιχάντ στην Ευρώπη θα συνεχίσει να αυξάνεται, καθώς το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος έχει ξεχωρίσει το Ηνωμένο Βασίλειο, την Γαλλία και ιδιαίτερα τη Γερμανία ως τους προτιμώμενους ευρωπαϊκούς της στόχους. Αλλά το τωρινό μοντέλο των κυβερνήσεων της εξάρτησης από τις υπηρεσίες πληροφοριών, την αστυνομία και τα υπουργεία Εσωτερικών για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, δεν θα είναι αρκετό.

Το να φέρουν τον στρατό στον αγώνα κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας στο εσωτερικό, θα πρέπει να αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το 2017, ιδιαίτερα καθώς η συνεχιζόμενη ροή μεταναστών από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, έχει αυξήσει τον κίνδυνο επιθέσεων στην ήπειρο. Οι ένοπλες δυνάμεις είναι απαραίτητες όχι μόνο για να αυξήσουν το ανθρώπινο δυναμικών των αστυνομικών δυνάμεων όταν το επίπεδο απειλής είναι αυξημένο και να διασφαλίσουν την κοινή γνώμη σε περίοδο κρίσης. Οι κυβερνήσεις πρέπει επίσης να αξιοποιήσουν τις οργανωτικές, σχεδιαστικές και τις δυνατότητες επικοινωνίας και να παράσχουν όπλα που η τοπική αστυνομία πιθανώς να στερείται.

Θα ήταν μια σημαντική αλλαγή να δοθεί μια επιπρόσθετη λειτουργία εσωτερικής ασφάλειας στον στρατό, και δεν θα ήταν ένα εύκολο έργο. Αλλά τα πιθανά νομικά εμπόδια σε μια τέτοια κίνηση καθώς και τις διαφορές μεταξύ της αστικής επιβολής του νόμου και της στρατιωτικής κουλτούρας, η αύξηση της αποτελεσματικότητας στις επιχειρήσεις αντιμετώπισης της τρομοκρατίας στην Ευρώπη, δικαιολογεί την προσπάθεια. Καθώς αυξάνεται η απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας, οι κυβερνήσεις θα ήταν παράλειψη να μην μεγιστοποιήσουν τους πόρους που έχουν διαθέσιμους για την αντιμετώπισή τους.

Ένα βασικό πρόβλημα είναι ότι ακόμη και αν οι πρωτεύουσες συμφωνήσουν σε μια τέτοια συνεργασία, οι στρατοί της Ευρώπης ως επι το πλείστον αντιμετωπίζουν έλλειψη πόρων και δεν έχουν τη δομή να ασκήσουν έναν πιο ισχυρό αντι-τρομοκρατικό ρόλο. Αν και στην Ευρώπη οι αντιτρομοκρατικές ενέργειες δεν κατανέμονται παραδοσιακά στα υπουργεία Άμυνας, σήμερα ο διχασμός στρατιωτικής-πολιτικής μονάδας, έχει ακόμη λιγότερο νόημα αν σκεφτέι κανείς τη διασύνδεση μεταξύ των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, την αυξημένη προσέλκυση τζιχαντιστών στην Ευρώπη και το επείγον πρόβλημα του πώς θα αντιμετωπιστούν οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους που επιστρέφουν στην Ευρώπη.

Η δεύτερη αδυναμία ασφάλειας της Ευρώπης είναι το χρόνιο πρόβλημα των ανεπαρκών αμυντικών δαπανών από τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης, πλην ελαχίστων μελών του ΝΑΤΟ, και η απουσία πραγματικών και πρακτικών στρατιωτικών ικανοτήτων. Οι κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτό το έλλειμμα για να αντιστρέψουν τη συνεχιζόμενη επιδείνωση της ασφάλειας στις ανατολικές και νότιες περιφέρειες της Ευρώπης, με επίκεντρο την ενίσχυση του ΝΑΤΟ.

Η επιτακτική ανάγκη να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες στον στόχο του 2% του ΑΕΠ στον οποίο έχουν συμφωνήσει οι σύμμαχοι, δεν είναι απλώς ένα ερώτημα πολιτικού συμβολισμού. Είναι εξίσου σημαντικό για το μέλλον των στρατών της Ευρώπης καθώς και για τις σχέσεις της ηπείρου με τις ΗΠΑ, καθώς ξεκινάει τη θητεία του ο νέος πρόεδρος Donald Trump. Χωρίς αύξηση των αμυντικών δαπανών, όλη η συζήτηση για την αλληλεγγύη του ΝΑΤΟ και τις αποτρεπτικές ικανότητες, είναι κούφια λόγια.

Η τρίτη πτυχή που πρέπει να παρακολουθήσει κανείς είναι το μεταναστευτικό, το οποίο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, στο επίπεδο είτε πολιτικής είτε εφαρμογής. Κανένας άλλος παράγοντας δεν καθόρισε την διάσπαση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης το 2016 τόσο πολύ όσο η συνεχιζόμενη ροή μαζικής μετανάστευσης από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Η ανικανότητα των ηγετών της Ευρώπης να μεσολαβήσει για μια συναίνεση σχετικά με το τι χρειάζεται να κάνουν για την μετανάστευση, θα συνεχίσει να επιταχύνει την τρέχουσα τάση των μεμονωμένων κρατών να υιοθετούν τις δικές τους λύσεις, ρίχνοντας περισσότερο φως μεταξύ των κρατών-μελών. Και η ΕΕ θα είναι χειρότερα για αυτό.

Τέλος, η κρίση ηγεσίας της Ευρώπης είναι πιθανό να επιδεινωθεί το 2017, καθώς υπογραμμίζεται από την διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των παραδοσιακών ελίτ από την μια πλευρά και των εθνικιστικών και λαϊκιστικών κομμάτων από την άλλη. Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές στην Ολλανδία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, ο κατακερματισμός της πολιτικής σκηνής στη Δυτική Ευρώπη είναι πιθανό να επισπευστεί, ενώ μια λαϊκή διαμαρτυρία από τους πολίτες για τις αποτυχημένες μεταναστευτικές πολιτικές, θα περιορίσει τον διαθέσιμο χώρο για συμβιβασμό. Επιπλέον, χώρες στην ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης, θα βιώσουν μεγαλύτερη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ εθνικιστικών, κεντροδεξιών και δεξιών κομμάτων και φιλελεύθερων, κεντροαριστερών και αριστερών, υπό το πρίσμα μιας ολο και πιο ταχείας περιφερειοποίησης της Ευρώπης.

Εάν η Ευρώπη τελικά θα χωριστεί σε έναν Carolingian πυρήνα και σε μια περιφέρεια της Βαλτικής ή θα προκύψει από τον εκλογικό κύκλο του 2017 με μια συναίνεση για ένα μεγαλύτερο ενιαίο μέλλον, είναι ακόμη ασαφές. Αλλά ποτέ στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα είχαν αμφισβητηθεί σε τέτοιο βαθμό οι ιδέες που υποστηρίζουν το ευρωπαϊκό project, και ποτέ δεν υπήρξε πιο άμεση ανάγκη για νέες ιδέες για το μέλλον της ΕΕ.

Αυτοί οι τέσσερις τομείς, που χρειάζονται επείγουσα προσοχή εάν η Ευρώπη θέλει να κάνει την υπέρβαση στην ασφάλεια, δεν είναι σε καμία περίπτωση μια ολοκληρωμένη λίστα. Αλλά θα πρέπει να είναι μια αρχή, επειδή είναι αρκετά κοινοί σε όλη την Ευρώπη προκειμένου να θέσει τις βάσεις για το κυβερνητικό και κοινωνικό buy-in. Καθώς η Ευρώπη εισέρχεται στο 2017, η άγρυπνη αναμονή συνεχίζεται. Αλλά για πόσο ακόμη;

Carnegie Europe
Πηγή Capital



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



9 Ιαν 2017



Γράφει ο Ceteris Paribus

«Σκληρό Brexit» έχουν αποφασίσει, λένε όλα τα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, το Βερολίνο και το Παρίσι, με τη σύμφωνη γνώμη των Βρυξελλών. Ο προφανής λόγος είναι ότι έτσι θέλουν να «κόψουν τη φόρα» σε ιδέες ή τάσεις για exit σε άλλες χώρες της Ε.Ε. Δεν είναι όμως μόνο αυτός. Όπως είχαμε γράψει από την επαύριο του δημοψηφίσματος, πίσω από την πίεση στη Μ. Βρετανία και την «τιμωρία» της για την απόφαση του λαού της στο δημοψήφισμα, κρύβονται πολύ πιο ιδιοτελείς λόγοι: ο κανιβαλισμός του χρηματο-οικονομικού της δυναμικού και η πίεση πάνω στη στερλίνα, που ούτως ή άλλως δεν είναι στα καλύτερά της…

Μια είδηση των τελευταίων ημερών, το επιβεβαίωσε: ο τίτλος των σχετικών δημοσιευμάτων ήταν ότι 20.000 τραπεζίτες εγκαταλείπουν το Λονδίνο και πάνες στο Παρίσι. Κυρίως στο Παρίσι, αλλά και στη Φραγκφούρτη… Ότι τα σχετικά ρεπορτάζ ήταν προϊόν διαρροών από ενιαίο κέντρο, φαίνεται από το εντυπωσιακά ακριβές μέτρημα των τραπεζιτών που φεύγουν από Λονδίνο από την αρχική πηγή: 20.000 ακριβώς! Τι συμβαίνει εδώ; Γαλλία και δευτερευόντως Γερμανία κανιβαλίζουν το Citi, το ισχυρό έως σήμερα ευρωπαϊκό χρηματο-οικονομικό κέντρο.

Αν πρόκειται για τη λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού, ουδείς ψόγος. Όταν όμως αυτό σιγοντάρεται από πυκνή ειδησεογραφία και δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων περί «σκληρού Brexit», τότε είναι σχέδιο!

Επίσης τις τελευταίες μέρες, εντυπωσίασε μια άλλη είδηση: Ο νέος επικεφαλής του πασίγνωστου γερμανικού Ινστιτούτου Ifo, κ. Κλέμενς Φούεστ, ο οποίος αντικατέστησε τον γνωστό μας «σκληρό» κ. Χανς – Βέρνερ Σιν, με δηλώσεις του ήγειρε ζήτημα πιθανής εξόδου της Ιταλίας από το ευρώ, με πλάγιο πλην σαφή τρόπο: «Το επίπεδο ζωής στην Ιταλία βρίσκεται σήμερα στο σημείο που βρισκόταν το έτος 2000. Αν αυτό δεν αλλάξει, οι Ιταλοί θα φθάσουν να πουν ‘‘δεν θέλουμε πια να συμμετέχουμε στη ζώνη του ευρώ’’». Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το δικαίωμα ενός διευθυντή Ινστιτούτου να εκφράσει δημόσια μια γνώμη; Ασφαλώς κανείς. Ωστόσο, όταν το αποτέλεσμα αυτής και ανάλογων δηλώσεων συνεπάγεται την εκροή κεφαλαίων από την Ιταλία με φυγή από τα ιταλικά ομόλογα προς τα γερμανικά, τότε τέτοιες δηλώσεις πιθανότατα δεν είναι καθόλου τυχαίες.

Πιο πρόσφατα, η περιπέτεια των ιταλικών τραπεζών και ιδιαίτερα της Monte dei Paschi di Siena, αντιμετωπίστηκε από το γερμανικό κέντρο με την απαίτηση να εφαρμοστεί ο κανόνας του bail in, δηλαδή να «κουρευτούν» οι μέτοχοι, ομολογιούχοι, ενδεχομένως και οι καταθέτες της τράπεζας. Οι Γερμανοί ιθύνοντες ήταν «τυπικώς εντάξει»: πράγματι, αυτό προβλέπουν οι ευρωπαϊκές αποφάσεις για την τραπεζική ενοποίηση, οι οποίες ελήφθησαν υπό την πίεση της Γερμανίας. Ωστόσο, τελικά το Βερολίνο «συμβιβάστηκε» με το bail out, δηλαδή την κρατική διάσωση της Monte dei Paschi di Siena. Ποιο είναι το πρόβλημα;

Ότι η αρχική επιμονή για bail in ήταν τόσο εξόφθαλμα καταστροφική, ώστε δεν ήταν ρεαλιστική: θα οδηγούσε σε μεγάλη περιπέτεια την ιταλική και ακόμη περισσότερο την ευρωπαϊκή οικονομία. Αφού λοιπόν η λογική έλεγε ότι το πράγμα θα κατέληγε στην κρατική διάσωση, γιατί όλη αυτή η περιπέτεια; Την απάντηση μας την έδωσαν ξανά οι αγορές: η συντήρηση επί μήνες κλίματος κρίσης γύρω από τις ιταλικές τράπεζες και ανασφάλειας περί του αν θα εφαρμοστεί το περιβόητο bail in, επιδείνωσε το ήδη οξύ πρόβλημα των ιταλικών τραπεζών και οδήγησε σε φυγή κεφαλαίων και καταθέσεων απ’ αυτές. Η κρίση είναι ευκαιρία για τα αρπακτικά, και στην περίπτωση των ιταλικών τραπεζών μια υπαρκτή κρίση «καθοδηγήθηκε» στα όρια του «ατυχήματος» ώστε η Φραγκφούρτη και δευτερευόντως το Παρίσι να μαζέψουν όσο περισσότερο ιταλικό χρήμα γινόταν…

Πριν τον κ. Κλέμενς Φούεστ, πάμπολλες δηλώσεις του… διάσημου προκατόχου του κ. Χανς-Βέρνερ Σιν είχαν «περιποιηθεί» την Ελλάδα επαναφέροντας ξανά και ξανά τα σενάρια περί Grexit. Δεν ήταν απλώς δηλώσεις ενός «ιδιόρρυθμου σκληρού»: αντικειμενικά λειτουργούσαν σαν προπαγάνδα που απαξίωνε τα ελληνικά assets. Όταν, υπό την πίεση της Γερμανίας και των δανειστών συνολικά, αυτά τα assets ξεπουλιούνται, αυτές οι δηλώσεις πολύ απλά ρίχνουν την τιμή τους εις όφελος των ενδιαφερομένων αγοραστών – στις περισσότερες των περιπτώσεων, Γερμανών και Γάλλων… Όταν τα ξένα funds επρόκειτο να αγοράσουν σε εξευτελιστικά χαμηλές τιμές την πλειονότητα του μετοχικού κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών στα τέλη του 2015, ο κατά τα άλλα σκληρός κ. Σόιμπλε έδωσε μετά χαράς τη σύμφωνη γνώμη του να γίνει η ανακεφαλαίωση πριν την πρώτη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος…

Τι συμβαίνει εδώ; Θα πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια: Οι ισχυροί της Ευρώπης κανιβαλίζουν μεθοδικά τις χώρες που έχουν πρόβλημα, με τη λογική «Η κρίση (τους) είναι ευκαιρία (για μας)». Και όχι μόνο τους αδύναμους κρίκους όπως η Ελλάδα, αλλά και χώρες όπως η Μ. Βρετανία και η Ιταλία. Η Γαλλία «μαζεύει» κατά κύριο λόγο το χρηματιστικό κεφάλαιο, η Γερμανία το χρήμα για τα ομόλογα…

25 χρόνια ύστερα από το Μάαστριχτ, η «ευρωπαϊκή ιδέα» έχει ξεπέσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι θέμα χρόνου αυτός ο ιδιόρρυθμος προστατευτισμός των ισχυρών να βρει απέναντί του τον προστατευτισμό των θυμάτων τους. Και 72 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το «τέρας» αναδεύεται στον τάφο του… Σαν η ταινία της μεταπολεμικής Ευρώπης να ξετυλίγεται ανάποδα…

Πηγή RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου