Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

19 Απρ 2018


Του Κώστα Ράπτη

Υπάρχουν πάντοτε και οι εξαιρέσεις – όπως μας θυμίζει η περίπτωση της Βρετανίδας πρωθυπουργού Τερέζα Μέι, η οποία, προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές πέρσι, πήγε για το "μαλλί” μιας άνετης επανεκλογής και εντέλει βγήκε με το "κούρεμα” της απώλειας αυτοδυναμίας.

Όμως οι εξαιρέσεις υπάρχουν πρωτίστως για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα – ο οποίος εν προκειμένω προβλέπει ότι οι κυβερνώντες προκηρύσσουν τις πρόωρες εκλογές ακριβώς όταν είναι περισσότερο βέβαιοι για την επικράτησή τους.

Οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές που προκήρυξε αιφνιδιαστικά για τις 24 Ιουνίου ο Ταγίπ Ερντογάν στην γείτονα Τουρκία δεν είναι απλώς πρόωρες. Είναι "καταδρομικές”, σύμφωνα με την έκφραση του διευθυντή της Hurriyet Daily News, Μουράτ Γετκίν – καθώς αφήνουν στην αντιπολίτευση χρόνο μόλις 65 ημερών για να δώσει τη μάχη της, και μάλιστα σε ένα περιβάλλον έκτακτης νομοθεσίας και ακραίας ανισοτιμίας στον πολιτικό ανταγωνισμό.

Αρκεί να σημειώσει κανείς ότι την ίδια ημέρα με την προκήρυξη των πρόωρων εκλογών ανανεώθηκε για άλλο ένα τρίμηνο (που προφανώς συμπεριλαμβάνει και την ημέρα της ψηφοφορίας) το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που επικρατεί από την επαύριο του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016. Ή ότι ο εργοδότης του Γετκίν, ο όμιλος Ντογάν συμφώνησε προ μηνός να πουλήσει σε φιλοκυβερνητική εταιρεία συμμετοχών τα πιο αξιόπιστα αντιπολιτευόμενα μέσα της Τουρκίας (Hurriyet, CNN Turk).

Πολλά στελέχη της αντιπολίτευσης αποκαλούν "Εκλογές Πανικού” την αναμέτρηση της 24ης Ιουνίου, υποδεικνύοντας τις βαθύτερες αδυναμίες που καθιστούσαν απαγορευτική για τον Ερντογάν την επιλογή της αναμονής μέχρι τις 3 Νοεμβρίου 2019, προγραμματισμένη ημερομηνία της προσφυγής στις κάλπες. Και είναι αληθές ότι η κατάσταση της οικονομίας δεν επιτρέπει την πολυτέλεια της εξαγοράς χρόνου και της πολιτικής παροχών για άλλο ένα δεκαοκτάμηνο.

Αρκεί και μόνο να σημειώσει κανείς ότι τον μήνα Μάρτιο η λίρα έχασε το 5% της αξίας της, όταν ο επιχειρηματικός τομέας έχει να εξυπηρετήσει χρέη σε ξένο νόμισμα ανώτερα των 221 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η αναδιάρθρωση χρεών που ζήτησαν το τελευταίο διάστημα οι όμιλοι Ülker και Doğuş λειτούργησε ευρύτερα ως σήμα κινδύνου.

Ο ίδιος ο Ερντογάν, που πρωτοήρθε στα πράγματα χάρη στην οικονομική κρίση του 2001 που σάρωσε το έως τότε πολιτικό σκηνικό, γνωρίζει καλά τα ρίσκα που υποκρύπτει η κατάσταση. Εξ ού και τις προάλλες εξαπέλυσε μύδρους κατά του αρμόδιου για την οικονομία αντιπροέδρου της κυβέρνησης Μεχμέτ Σιμσέκ (πρώην στελέχους της Merill Lynch) ο οποίος περιέγραψε δημοσίως το πρόβλημα με τον εξωτερικό ιδιωτικό δανεισμό και άφησε να εννοηθεί ότι θα ληφθούν περιοριστικά μέτρα. Αντίθετα, κατά τον Ερντογάν είναι πρόβλημα το ότι η κυβέρνηση δεν προβάλλει τους υψηλότατους αναπτυξιακούς ρυθμούς, της τάξης του 7%, και εστιάζει υπέρμετρα σε άλλους δείκτες.

Η ανοδική κίνηση της τουρκικής αγοράς μόλις έγινε γνωστή η προκήρυξη των πρόωρων εκλογών δείχνει την μεγάλη ανάγκη των επενδυτών για ειδήσεις που θα διασκορπίζουν την αβεβαιότητα.

Σε άλλα πεδία, ωστόσο, οι τουρκικές πολιτικές εξελίξεις αντιμετωπίσθηκαν με αδιαφορία έως εχθρότητα. Η ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ στο Twitter σχετικά με τον κρατούμενο επί διετία στην Τουρκία Αμερικανό πάστορα Άντριου Μπράνσον, ο οποίος μόλις παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με την κατηγορία της τρομοκρατικής δράσης, είναι χαρακτηριστική.

Όπως είναι και η εκ νέου προειδοποίηση, αυτή τη φορά δια στόματος του υφυπουργού Εξωτερικών αρμόδιου για Ευρωπαϊκές και Ευρασιατικές Υποθέσεις Ουές Μίτσελ ενώπιον επιτροπής του Κογκρέσου, ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αμερικανικών κυρώσεων, εάν προμηθευτεί συστοιχίες ρωσικών πυραύλων S-400.

Άλλωστε, οι εκλογές της 24ης Ιουνίου δεν είναι απλώς μια μάχη για την παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία. Είναι μια αναμέτρηση για την μετατροπή του πολιτεύματος σε ενός ανδρός αρχή, χωρίς θεσμικές εγγυήσεις και αντίβαρα.

Και μάλιστα στη βάση μιας ιδιόμορφης πολιτικοϊδεολογικής στροφής στα ακροδεξιά, όπως αποδεικνύει η σύνθεση και ο λόγος της Λαϊκής Συμμαχίας που συγκρότησε ενόψει εκλογών το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης και μικρότερους, ενίοτε περισσότερο ακραίους, σχηματισμούς.

Ότι ο ίδιος ο Ερντογάν και οι σύμμαχοί του προβάλλουν ως αίτιο επίσπευσης των εκλογών τις "εθνικές προκλήσεις” που προέρχονται από τη Συρία αναδεικνύει την συνάρθρωση της εσωτερικής πολιτικής με τη γεωπολιτική. Και δεν περιορίζεται η συνάρθρωση αυτή στα οφέλη των κυβερνώντων από τον μιλιταριστικό οίστρο που καλλιέργησε στο εκλογικό σώμα η επιχείρηση κατά του Αφρίν. Αφορά την επιδίωξη συνολικού μετασχηματισμού της Τουρκίας, της ταυτότητας και της θέσης της στον κόσμο.

Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης

Οι πρόωρες εκλογές στην Τουρκία είχαν εδώ και λίγο καιρό καταστεί μονόδρομος. Η χώρα εισήλθε σε οιονεί προεκλογική περίοδο μετά το οριακό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 16ης Απριλίου 2017.

Εξετάζοντας τους παράγοντες που συνετέλεσαν στη σχεδόν αναπόφευκτη προσφυγή στις κάλπες, κυριότερος αυτών είναι η πορεία της τουρκικής οικονομίας. Παρότι, η ανάπτυξη έκλεισε στο 7,4% για το 2017, η ανεργία βρέθηκε στο 11,7% και ο πληθωρισμός σε διψήφιο ποσοστό (11,06%), το υψηλότερο μετά το 2003. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις ακολουθούν πτωτική πορεία από το 2012 (με εξαίρεση το 2015), έχοντας περίπου μειωθεί στο μισό εν συγκρίσει με το 2007 και 2008. Η έκθεση στις διακυμάνσεις του δολαρίου παραμένει αξιοσημείωτη, ενώ οίκοι αξιολόγησης έχουν υποβαθμίσει τα τουρκικά ομόλογα στην κατηγορία «σκουπιδιού», εντοπίζοντας ανησυχητικές τάσεις στους διάφορους οικονομικούς δείκτες και στην τρέχουσα εσωτερική κατάσταση. Οι εξαγωγές επηρεάστηκαν μεν θετικά λόγω της εξασθενημένης λίρας και ο τουρισμός ανέκαμψε, ωστόσο, τα ιστορικά χαμηλά που καταγράφει το τουρκικό νόμισμα έχουν αυξήσει το κόστος εισαγωγών, οδηγώντας σε ανάλογες αυξήσεις (άνω του 10%) σε τρόφιμα, ενέργεια και μεταφορές. Στο βαθμό, λοιπόν, που η καθημερινότητα του μέσου πολίτη άρχιζε να αλλάζει επί τα χείρω η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες εξελίχθηκε σε αναγκαστική επιλογή. Πολλώ δε μάλλον, που μέχρι τον Ιούνιο η λαϊκιστική πολιτική Ερντογάν των παροχών θα «πιάσει τόπο» χωρίς να προλάβει να γίνει αισθητό το αρνητικό κλίμα και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας. Μάλιστα, έχοντας προαναγγείλει έως και 800 χιλιάδες μονιμοποιήσεις συμβασιούχων κάλλιστα προσδοκά να αντισταθμίσει εκλογικές απώλειες και να καλύψει κάποια κενά στον κρατικό μηχανισμό (αποτέλεσμα των μαζικών διώξεων και εκκαθαρίσεων).

Επιπρόσθετα, το πολωτικό κλίμα μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, το ανελέητο κυνηγητό σε βάρος γκιουλενιστών/αντικαθεστωτικών, η διατήρηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η εμπλοκή στο Συριακό ζήτημα (χωρίς προοπτική ασφαλούς εξόδου), η συνεπαγόμενη οικονομική αιμορραγία εξαιτίας των επιχειρήσεων και της αναγκαστικής παρουσίας στη Συρία, η σχετική αδυναμία ανάσχεσης της δυναμικής του Κουρδικού και οι τουλάχιστον περίεργες σχέσεις με τη Δύση, έθεσαν τις προϋποθέσεις για την απόφαση Ερντογάν. Οι φόβοι για μία νέα κίνηση υπονόμευσης του καθεστώτος από το -έστω και εξαιρετικά αποδυναμωμένο- δίκτυο Γκιουλέν και τα εναπομείναντα στελέχη του σε κάποιους εκ των μηχανισμών εξουσίας εξίσου πυροδότησε τις εξελίξεις. Άλλωστε, η εξάρθρωση/εξουδετέρωση του FETO αποτελεί την υπ’αριθμόν 1 προτεραιότητα του Ερντογάν. Σύμφωνα, πάντως, με πληροφορίες, οι καθημερινές μετρήσεις/έρευνες κοινής γνώμης μόνο βέβαιη δεν δείχνουν την εκλογή Ερντογάν από τον πρώτο γύρο (απαιτείται 50%+1 των ψήφων), από την άλλη, η παρατεταμένη αβεβαιότητα στα πεδία οικονομίας και εξωτερικής πολιτικής –και δη με την κυβέρνηση να αδυνατεί να καθορίσει τις εξελίξεις στον επιθυμητό για αυτή βαθμό- συνεπάγετο μεγαλύτερο ρίσκο περαιτέρω απομείωσης της εκλογικής επιρροής σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Τώρα, ο κίνδυνος μία κατάσταση να παρεκτραπεί (π.χ. στο Συριακό ή στο εσωτερικό) περιορίζεται/ελέγχεται τουλάχιστον χρονικά.

Ασφαλώς, επιχειρήθηκε και ο αιφνιδιασμός της αντιπολίτευσης. Το κεμαλικό κόμμα αναλώθηκε τις προηγούμενες εβδομάδες κατά κύριο λόγο σε διαβουλεύσεις με άλλους κομματικούς σχηματισμούς (ιδίως της Ακσενέρ, η οποία αποχώρησε από το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης) αναφορικά με την ασφάλεια της εκλογικής διαδικασίας.

Δείχνει, ωστόσο, να στερείται ενός συγκεκριμένου πλάνου για τις προεδρικές εκλογές, βρισκόμενο σε αναζήτηση συμμαχιών, χωρίς, πάντως, να τις έχει διασφαλίσει. Η αντιπολίτευση λογικά θα δυσκολευθεί, πιεζόμενη από τα χρονοδιαγράμματα, να βρει ένα κοινό υποψήφιο, ικανό να κοιτάξει στα μάτια τον Ερντογάν. Ενώ ανερχόμενα κόμματα, όπως το «Καλό Κόμμα» της Ακσενέρ, πιθανόν δεν θα προλάβουν να βρεθούν σε απόλυτη οργανωτική ετοιμότητα, όπως απαιτούν οι διπλές κάλπες. Το δε φιλοκουρδικό/φιλοεργατικό κόμμα, HDP, έχει αρκετούς εκ των βουλευτών του, συμπεριλαμβανομένου του συμπροέδρου του, στη φυλακή και παρότι «τσιμπάει» στις δημοσκοπήσεις λόγω της ταύτισης του AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) με το εθνικιστικό κόμμα του Μπαχτσελί, ίσως δεν καταφέρει υπό τις παρούσες συνθήκες να υπερβεί το εκλογικό όριο του 10%. Επιπρόσθετα, το σενάριο εξεύρεσης ενός σημαίνοντος στελέχους του AKP (π.χ. Γκιουλ) ώστε να αντιμετωπίσει τον Τούρκο πρόεδρο με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας απ’ότι άλλοι υποψήφιοι μάλλον εξασθενεί. Είναι, εντούτοις, και το μόνο που θα προκαλέσει ενδιαφέρον ως προς το τελικό αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών.

* Ο δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι Διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων και συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν»
Καθημερινή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο Άγγελος Μ. Συρίγος

Στις προσεχείς προεδρικές εκλογές της Τουρκίας ο νικητής θα είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του πολιτικού συστήματος ενώ ο ηττημένος χάνει τα πάντα. Έχοντας αυτό κατά νου ο Ερντογάν επέλεξε να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές τον Ιούνιο του 2018 προτιμώντας να διαμορφώσει εκείνος τις εξελίξεις παρά να τρέχει πίσω από αυτές προσπαθώντας να προσαρμοσθεί. Η επιλογή είναι απολύτως ορθολογική για τους ακόλουθους λόγους:

Οικονομία της χώρας: ο βασικός παράγοντας επιτυχίας του Ερντογάν όλα αυτά τα χρόνια είναι η θαυμαστή ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας. Από το 2002 που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας του, η οικονομία εκτινάχθηκε κατά 74%. Η συνεχής οικονομική ανάπτυξη (που μερικές χρονιές έφτανε επίπεδα Κίνας) επέτρεψε στους ψηφοφόρους να παραβλέπουν αρχικώς τη διαφθορά του καθεστώτος και στη συνέχεια τον απολυταρχικό μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος. Τα σημάδια, όμως, των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά. Η τουρκική λίρα κατρακυλά έναντι των ξένων νομισμάτων, ο πληθωρισμός ανεβαίνει ενώ η ανάπτυξη βασίζεται πλέον κυρίως στην κατανάλωση. Είναι προφανές ότι ο Ερντογάν φοβάται σοβαρή επιδείνωση των οικονομικών δεικτών προς το φθινόπωρο του 2018.

Εθνικιστικός οίστρος λόγω του Αφρίν: Η σχετικά γρήγορη κατάληψη της συριακής πόλεως Αφρίν από τον τουρκικό στρατό, έχει δημιουργήσει εθνικιστικό οίστρο στην Τουρκία. Δύσκολα όμως, η Τουρκία θα μπορέσει να συνεχίσει τις επιθετικές κινήσεις έναντι των Κούρδων διότι κινδυνεύει να έλθει σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Την ίδια περίοδο Δύση και Ρωσία πιέζουν την Άγκυρανα επιλέξει στρατόπεδο. Ο Ερντογάν επιθυμεί να εκμεταλλευθεί τα συναισθήματα του κόσμου ενόσω είναι ακόμη νωπές οι μνήμες των επιτυχιών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων διότι οι επόμενοι μήνες στο Συριακό προβλέπονται δύσκολοι.

Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης: Από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και ο Ερντογάν συγκεντρώνει στα χέρια του υπερεξουσίες. Την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι εκλογές έγινε και η έβδομη κατά σειράν παράταση της καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης για ακόμη τρεις μήνες. Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία θα πάει σε εκλογές ενώ θα συνεχίζει να βρίσκεται σε αυτό το καθεστώς. Εάν οι εκλογές γίνονταν, όπως ήταν προγραμματισμένο, το φθινόπωρο του 2019, ο Ερντογάν θα έπρεπε να παρατείνει έξι ακόμη φορές το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Κάτι τέτοιο θα συγκέντρωνε έντονη κριτική από την αντιπολίτευση.

Κοινές πολιτικές και προεδρικές εκλογές πριν τις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 2019: Στις 24 Ιουνίου 2018 θα γίνουν παράλληλα προεδρικές και βουλευτικές εκλογές. Ο Ερντογάν θέλει να κινητοποιήσει υπέρ του όλο τον μηχανισμό του κυβερνώντος ΑΚΠ, αφού όλοι οι υποψήφιοι βουλευτές θα βγουν υποχρεωτικώς στις πόλεις και στα χωριά.

Επίσης αποφεύγει τον σκόπελο των δημοτικών εκλογών που είναι προγραμματισμένες για την άνοιξη του 2019. Υπενθυμίζεται ότι οι Ισλαμιστές ξεκίνησαν την ανοδική πορεία τους προς την εξουσία όταν στις δημοτικές εκλογές του 1994 εξελέγησαν δικοί τους δήμαρχοι σε μία σειρά από μεγάλες πόλεις της Τουρκίας. Μεταξύ αυτών ήταν και η Κωνσταντινούπολη όπου εξελέγη δήμαρχος ο ίδιος ο Ερντογάν. Εάν επαναληφθούν τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος του Απριλίου 2017, οι Ισλαμιστές θα χάσουν όλες τις μεγάλες πόλεις περιλαμβανομένης και της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ερντογάν δεν επιθυμεί να συρθεί σε προεδρικές εκλογές μετά από ένα τέτοιο ταπεινωτικό αποτέλεσμα.

Αποδιοργανωμένη αντιπολίτευση και η υποψηφιότητα της Ακσενέρ: Εδώ και μερικούς μήνες ο Ερντογάν έχει αρχίσει την προεκλογική του εκστρατεία. Μιλάει σε τρεις τουλάχιστον ανοιχτές προεκλογικές συγκεντρώσεις ανά εβδομάδα. Την ίδια περίοδο τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως είναι αποδιοργανωμένα. Οι Κεμαλικοί δεν έχουν ακόμη αποφασίσει ποιον θα υποστηρίξουν ως υποψήφιό τους στις εκλογές. Η μισή ηγεσία του φιλοκουρδικού κόμματος HDP είναι στη φυλακή, περιλαμβανομένου και του χαρισματικού ηγέτη του, Ντεμιρτάς. Μοναδική υποψηφιότητα που δείχνει να προβάλλει ως το αντίπαλο δέος είναι η πρώην βουλευτίς των Γκρίζων Λύκων Μερά Ακσενέρ.

Συγκεντρώνει ψήφους από εθνικιστές, κεμαλικούς και ήπιους ισλαμιστές. Είναι όμως αμφίβολο εάν θα μπορέσει να είναι υποψήφια. Ο τουρκικός εκλογικός νόμος ορίζει ότι ένα κόμμα επιτρέπεται να καταθέσει υποψηφιότητα για τις εκλογές έξι μήνες μετά το τέλος του ιδρυτικού του συνεδρίου. Η Άκσενέρ ολοκλήρωσε το ιδρυτικό συνέδριο του νέου της κόμματος (υπό την ονομασία “Καλό Κόμμα”) τον Φεβρουάριο. Επομένως μέχρι τα τέλη Αυγούστου είναι εκτός προεδρικής υποψηφιότητας. Αυτό, όμως είναι στην τελική κρίση της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής. Εναλλακτικώς, μπορεί κάποιος να κατέλθει υποψήφιος εάν συγκεντρώσει 100.000 υπογραφές. Υπό τις παρούσες συνθήκες ο Ερντογάν μπαίνει στον αγώνα περίπου μόνος του. Το μόνο του πρόβλημα είναι εάν δεν εξασφαλίσει το 50% συν μία ψήφο από τον πρώτο γύρο και υποχρεωθεί να πάει σε δεύτερο γύρο. Εκεί υπάρχει η πιθανότητα (μάλλον ισχνή) ο όποιος αντίπαλος του να κερδίσει συγκεντρώνοντας τις αντι-ερντογανικές ψήφους.

Οι πρόωρες εκλογές δεν αποτελούν μακροπρόθεσμα κακή είδηση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις που βρίσκονται στο κόκκινο από τον Ιανουάριο. Για τον Ερντογάν τα δύο ορόσημα είναι η επανεκλογή του και το 2023 που συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Μετά τις προεδρικές εκλογές για τις οποίες εμφανίζεται ως ο πλέον πιθανός νικητής, εικάζεται ότι μπορεί να κατεβάσει τους εθνικιστικούς τόνους. Υποτίθεται ότι ένας από τους λόγους που εμφανίζει επιθετικές διαθέσεις είναι για να μην αφήσει χώρο στην αντιπολίτευση να τον κατηγορήσει για ενδοτισμό. Απομένει να δούμε εάν θα ισχύσει και στην πράξη αυτή η πρόβλεψη. Το κακό είναι ότι για τους επόμενους δύο μήνες η κατάσταση θα είναι ακόμη πιο επικίνδυνη.

* O Αγγελος Συρίγος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Καθημερινή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Σταύρου Λυγερού

Το σκηνικό για πρόωρες εκλογές στηνόταν εδώ και καιρό. Πολύ δύσκολα, άλλωστε, ο Ερντογάν θα έβρισκε τόσο ευνοϊκές συνθήκες για να στήσει κάλπες. Οι δημοσκοπήσεις το επιβεβαιώνουν. Δίνουν στη συμμαχία του με τους Γκρίζους Λύκους του Μπαχτσελί πάνω από 50%. Παρόλα αυτά, η οριακή νίκη του “ναι” στο δημοψήφισμα πριν έναν χρόνο έδειξε ότι η εκλογική απήχηση του νεοοθωμανού ηγέτη έχει πάρει την κατιούσα.

Ο λόγος που σήμερα εμφανίζει μία κάποια ανάκαμψη σε σύγκριση με τον Απρίλιο του 2017 είναι ότι αυτή την περίοδο εισπράττει πολιτικά-εκλογικά την εθνικιστική ευφορία που έχει προκαλέσει στην τουρκική κοινή γνώμη η κατάληψη του Αφρίν. Το γεγονός ότι η Άγκυρα έχει θέσει υπό τον στρατιωτικό έλεγχό της τη βορειοδυτική Συρία και δεν φαίνεται καθόλου διατεθειμένη να αποσυρθεί, παραπέμπει στον τρόπο που στη δεκαετία του 1930 η Τουρκία προσάρτησε τη συριακή επαρχία της Αλεξανδρέττας.

Με άλλα λόγια, ο Ερντογάν κλείνει το μάτι στον μέσο Τούρκο ψηφοφόρο, λέγοντάς του χωρίς λόγια ότι τηρεί την υπόσχεσή του πως επί των ημερών του η Τουρκία θα κερδίσει εδάφη. Κι αυτό παρά τις –σύμφωνα με την προπαγάνδα του καθεστώτος– μεθοδεύσεις της Δύσης που έχουν στόχο την αποσταθεροποίηση και τελικώς τον ακρωτηριασμό της Τουρκίας, παίζοντας το κουρδικό χαρτί. Το κλίμα ευφορίας, ωστόσο, δεν είναι σίγουρο πως θα συνεχισθεί για πολύ, δεδομένου ότι η Συρία αποδεικνύεται δύσκολο γήπεδο, ακόμα και για τους μεγάλους παίκτες.

Σήμερα ο Ερντογάν μπορεί να ισχυρισθεί ότι όπως κατέλαβε στρατιωτικά το Αφρίν θα καταλάβει και την Μανμπίτζ και τα εδάφη της βόρειας Συρίας ανατολικά του Ευφράτη. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα συντρίψει τους Κούρδους μαχητές του YPG. Τα πράγματα, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλά όσο τα παρουσιάζει. Το καντόνι του Αφρίν ήταν γεωγραφικά αποκομμένο και στη ρωσική ζώνη, ενώ από η περιοχή από την Μανμπίτζ και ανατολικότερα είναι πολύ πιο συμπαγής και αμερικανική ζώνη.

Ο χάρτης του δημοψηφίσματος

Μία ματιά στον εκλογικό χάρτη του δημοψηφίσματος επιβεβαιώνει την τριχοτόμηση της Τουρκίας. Για την ακρίβεια, το δημοψήφισμα την βάθυνε αντί να την αμβλύνει. Η “βαθιά Τουρκία” μπορεί να ψήφισε μαζικά “ναι”, αλλά τόσο η κεμαλική και η δυτικότροπη Τουρκία, όσο και οι κουρδικές επαρχίες στα νοτιανατολικά ψήφισαν μαζικά “όχι”.

Ακόμα κι αν παρακάμψουμε τις επιβεβαιωμένες καταγγελίες για νοθεία, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δείχνει ότι η τριχοτόμηση όχι μόνο δεν ήταν συγκυριακό εκλογικό φαινόμενο, αλλά και ότι είναι βαθιά πολιτισμική και ως εκ τούτου έχει μόνιμα χαρακτηριστικά. Για μία ακόμα φορά στις κάλπες επιβεβαιώθηκε ότι δεν είναι μόνο ο κουρδικός αλυτρωτισμός, ο οποίος απειλεί μελλοντικά μέχρι και την ενότητα της Τουρκίας. Είναι και η ξεκάθαρη αρνητική στάση των δυτικών και παράκτιων επαρχιών.

Σ’ αυτό το τοπίο της τριχοτομημένη Τουρκίας θα δώσει τη μάχη για την εκλογή του ο Ερντογάν. Έχει συνείδηση ότι σ’ αυτή τη μάχη κρίνονται τα πάντα γι’ αυτόν. Χρειάζεται, λοιπόν απεγνωσμένα τη νίκη και θα κάνει τα πάντα για να την έχει. Δεν θα περίμενε, λοιπόν, το 2019, όταν είναι αντιμέτωπος με ισχυρές αβεβαιότητες. Δεν είναι μόνο η αβεβαιότητα για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στη Συρία, η οποία αποδεικνύεται δύσκολο πεδίο και για τους μεγάλους παίκτες.

Η αβεβαιότητα της οικονομίας

Είναι κυρίως η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Μπορεί να διατηρεί υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, λόγω της επεκτατικής πολιτικής που ακολουθείται με εντολές Ερντογάν και παρά την αντίθετη άποψη της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά είναι κοινός τόπος ότι στην Τουρκία έχει δημιουργηθεί μία τεράστια φούσκα. Εάν σκάσει θα προκαλέσει αναπόφευκτα ένα παλλοιριακό κύμα, το οποίο θα συμπαρασύρει μεγάλα τμήματα των μικρομεσαίων στρωμάτων.

Υπενθυμίζουμε ότι το νεοπαγές τότε Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης κατάφερε και βγήκε πρώτο στις εκλογές του 2002, επειδή ακριβώς η Τουρκία βρισκόταν στη δίνη μίας μείζονος οικονομικής κρίσης. Εάν ψάξουμε ένα ελληνικό αντίστοιχο είναι η εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ λόγω Μνημονίων. Η αναπτυξιακή κούρσα της τουρκικής οικονομίας επί Ερντογάν δημιούργησε μία μεγάλη κοινωνική δυναμική, με αποτέλεσμα την ανάδυση νέων στρωμάτων, τα οποία μέχρι τότε ήταν περίπου στο περιθώριο.

Είναι ακριβώς αυτά τα κοινωνικά στρώματα που στήριξαν τους νεοοθωμανούς στον ακήρυχτο εσωτερικό πόλεμο με το μετακεμαλικό “βαθύ κράτος”, προσφέροντάς τους τη μία μετά την άλλη εκλογική νίκη. Έτσι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης εδραιώθηκε ως κυρίαρχος πολιτικός οργανισμός. Ο Ερντογάν, λοιπόν, δεν έχει κανένα λόγο να διακινδυνεύσει την εκδήλωση μίας οικονομικής κρίσης, η οποία αναπόφευκτα θα έχει καταλυτικές επιπτώσεις και στο πολιτικό-εκλογικό επίπεδο. Η ήδη μεγάλη και συνεχιζόμενη υποτίμηση της τουρκικής λίρας αποτελεί αλάνθαστη ένδειξη ότι τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.

Ο προπομπός Μπαχτσελί

Όταν, λοιπόν, ο αρχηγός των Γκρίζων Λύκων Μπαχτσελί πρότεινε εκλογές το καλοκαίρι ήταν δεδομένο πως η απόφαση είχε ληφθεί. Η πρόταση κατατέθηκε σε συνεννόηση με τον μεγάλο εταίρο του, προκειμένου να δώσει στον Ερντογάν το πρόσχημα για την επίσπευση των εκλογών. Υπενθυμίζουμε πως μετά την εκλογή του από τον λαό θα αποκτήσει και θεσμικά τις υπερεξουσίες που προβλέπει το κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του νέο Σύνταγμα.

Οι εκλογές του Ιουνίου θα διεξαχθούν σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, παρά τις διαμαρτυρίες της κεμαλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Τούρκος πρόεδρος θέλει να εκμεταλλευθεί το γεγονός ότι αυτή την περίοδο οι αντίπαλοί του είναι περισσότερο ή λιγότεροι αποδυναμωμένοι, λόγω του κύματος των διώξεων και εκκαθαρίσεων.

Αυτό δεν αφορά μόνο το δίκτυο του ιμάμη Γκιουλέν, το οποίο αποτελεί τον κεντρικό στόχο του καθεστώτος. Αφορά και το κουρδικό κόμμα, η ηγεσία και πολλά στελέχη του οποίου βρίσκονται στις φυλακές, κατηγορούμενα για σχέση με το ΡΚΚ, δηλαδή για τρομοκρατία. Αφορά ακόμα και δυτικότροπους φιλελεύθερους, οι οποίοι, επίσης, βρίσκονται υπό ασφυκτική πίεση.

Συμπερασματικά, η συγκυρία είναι ευνοϊκή για τον Ερντογάν και γι’ αυτό στήνει κάλπες. Δεν έχει, άλλωστε, κανένα λόγο να το διακινδυνεύσει. Πολύ περισσότερο που σήμερα ελέγχει σχεδόν απολύτως τους κρατικούς μηχανισμούς. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ειδικά στις κουρδικές περιοχές πιθανότατα θα επαναληφθεί το φαινόμενο της εκτεταμένης νοθείας. Οι Κούρδοι είναι ο εύκολος στόχος, επειδή τα όσα γίνονται εναντίον τους καλύπτονται από την εθνική σκοπιμότητα, που εμποδίζει την κεμαλική αντιπολίτευση, η οποία παλαιότερα έχει κάνει εκεί τα δικά της όργια, να διαμαρτυρηθεί.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Η χριστιανική Ευρώπη βλέπει με καχυποψία τις βλέψεις του ισλαμιστή Ερντογάν. Στο ερώτημα αν η φιλελεύθερη Ευρώπη έχει τέτοιες αιτιάσεις, η απάντηση είναι πως ναι! Η Ευρώπη της αλληλεγγύης επιθυμεί να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στους πρόσφυγες. Αλλά δεν μπορεί να δεχτεί τον εξισλαμισμό της Ευρώπης. Δεν θέλει μια τουρκική Ευρώπη. Γιατί έτσι θα πάψει να είναι φιλελεύθερη.

Οι δηλώσεις Μακρόν αποτελούν ένα ισχυρό μήνυμα προς την Τουρκία. Στην πραγματικότητα είναι το μήνυμα της Ευρώπης και όχι της Γαλλίας. Κι αυτός είναι ο φόβος της Τουρκίας. Ίσως αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίον μέχρι σήμερα δεν έχουμε περάσει σε πιο… θερμές καταστάσεις.

Αυτό δεν πρέπει να μας παρασύρει στην συντήρηση της έντασης. Δεν είναι μία πολιτική που μας συμφέρει. Πρέπει όμως να επιμείνουμε στην λογική της ευρωπαϊκής άμυνας. Πρέπει να ενημερώσουμε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για τα όσα συμβαίνουν στο Αιγαίο και να επενδύσουμε σε αυτή την προοπτική. Η μόνη λογική επιλογή μας είναι να στηρίζουμε την Δύση και να περιμένουμε αντίστοιχα την στήριξη της Δύσης. Όχι να προσδοκούμε στις δηλώσεις Μακρόν και ταυτόχρονα να καταγγέλλουμε τους βομβαρδισμούς των Γάλλων στην Συρία! Αυτό είναι παρανοϊκό!

Η ελληνική κυβέρνηση έχει αντιμετωπίσει με ιδεοληπτικό τρόπο τα θέματα της ασφάλειας και της άμυνας της χώρας. Οι άνθρωποι που έκαναν καριέρα υποστηρίζοντας στα αμφιθέατρα ότι το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του, παρέδωσαν στην συνέχεια το υπουργείο Άμυνας στα χέρια του ακροδεξιού (κατά δήλωση Γιούνκερ) Πάνου Καμμένου. Τώρα αντιλαμβάνονται καθυστερημένα, όπως είχε συμβεί και στα θέματα της Οικονομίας, ότι ο πραγματικός κόσμος δεν έχει σχέση με τις ονειρώξεις της εφηβικής και νεανικής τους τρέλας.

Ο κ. Τσίπρας, πάντως, απέφυγε να θέσει στην σωστή του βάση τα θέματα της Άμυνας, επειδή δεν θέλησε να ασχοληθεί με αυτά. Γι αυτό και τα παραχώρησε στον κ. Καμμένο. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, ο κ. Τσίπρας να εξηγήσει στην γερμανική κοινή γνώμη τις επιπτώσεις από την επιθετικότητα της Τουρκίας. Και να ρωτήσει στο τέλος δημόσια την κυρία Μέρκελ αν είναι λογικό η μικρή Ελλάς να έχει περισσότερα τανκς απ’ όσα διαθέτει αυτή την στιγμή η Γερμανία που τα κατασκευάζει! Την ίδια ώρα και η κυρία Μέρκελ θα μπορούσε να μας ρωτήσει γιατί αγοράζουμε αμερικάνικα ελικόπτερα που η θέση τους είναι σε διαλυτήριο και όχι τα σύγχρονα τα ευρωπαϊκά. Είναι κι αυτό ένα θέμα, το οποίο μπορεί, ίσως, να απαντήσει ο κ. Καμμένος. Αλλά δεν είναι της παρούσης.

Το Λουξεμβούργο μπορεί να αισθάνεται ασφαλές επειδή η Ελλάδα έχει ξοδέψει μερικά ΑΕΠ για να μπορεί να αντιμετωπίσει την Τουρκία. Αυτό θα πρέπει να το επικοινωνήσουμε στην Ευρώπη. Επειδή αυτός είναι ένας τρόπος για να αυξήσουμε την πολιτική μας ισχύ. Κι αυτό το χρειαζόμαστε. Να ενισχύσουμε, δηλαδή, την επιλογή του διευθυντηρίου της Ευρώπης, να μην επιτρέψουν στους Τούρκους να τραυματίσουν την εικόνα της, να αμφισβητήσουν την θέση της.

Οι εκλογές στην Τουρκία είναι ένα γεγονός που δεν πρέπει να ερμηνευτεί με λάθος τρόπο από διάφορους εγχώριους αναλυτές. Να μην πιστέψουμε ότι η επιθετικότητα που έδειξε η Τουρκία ήταν για εσωτερική κατανάλωση. Αυτό που πραγματικά ισχύει είναι ότι η Τουρκία μετράει καθημερινά τις κινήσεις της. Εκείνοι την δουλειά τους κι εμείς την δική μας. Μόνο που η δική μας δουλειά δεν είναι να σκορπίζουμε σημαίες στις χιλιάδες βραχονησίδες του Αιγαίου. Αλλά να εργαστούμε στην βάση των πραγματικών συμφερόντων μας. Κι αυτά μπορούν να στηριχτούν μόνο από την Ευρώπη.

Θανάσης Μαυρίδης
Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



18 Απρ 2018


Η απόφαση του Ταγίπ Ερντογάν να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές στις 24 Ιουνίου αφορά άμεσα την Ελλάδα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, καθώς ο Τούρκος πρόεδρος διολισθαίνει στον εθνικισμό και επενδύει στα πολιτικά οφέλη που μπορεί αυτός να του αποφέρει.

Η συμπόρευση με το ακροδεξιό κόμμα Εθνικιστικής Δράσης του Μπαχτσελί επιβεβαιώνει ότι η «υπερπατριωτική» έξαρση αποτελεί στρατηγική επιλογή του ηγέτη της γειτονικής χώρας. Η υιοθέτηση ακραίας συμπεριφοράς, που δεν περιορίζεται στο ρητορικό επίπεδο, αλλά αντανακλάται και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία, όπως και στις επιθετικές ενέργειες στο Αιγαίο και στην Κύπρο, προκαλεί εύλογη ανησυχία στην Αθήνα και τη Λευκωσία. Και η προεκλογική περίοδος προσφέρεται για εθνικιστικές κορώνες, και έξαρση δηλώσεων, αλλά και κινήσεων «υπερπατριωτισμού», από όλους τους πρωταγωνιστές.

Η μέχρι τώρα στάση της κεμαλικής αντιπολίτευσης, που συχνά εγκαλεί τον Ερντογάν για υποχωρητικότητα έναντι της Αθήνας και τον κατηγορεί για «εκχώρηση» πολλών νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα, επιδεινώνει το σκηνικό και επιβεβαιώνει τους φόβους της ελληνικής και κυπριακής ηγεσίας.

Είτε γίνεται για εσωτερική κατανάλωση, καθώς ο Ερντογάν βλέπει ότι ισχυροποιείται πολιτικά, είτε γιατι ο Τούρκος ηγέτης πραγματικά πιστεύει ότι η σημερινή Τουρκία είναι μια περιφερειακή υπερδύναμη που «εγκλωβίζεται» στα σημερινά της σύνορα μέσω συνθηκών του παρελθόντος που δεν ανταποκρίνονται στα σύνορα της «καρδιάς του» και οι οποίες χρήζουν αναθεώρησης ή επικαιροποίησης, η εθνικιστική έξαρση δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο σκηνικό στο Αιγαίο. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και τρίτες χώρες, μεταξύ αυτών και οι ΗΠΑ, εκφράζουν δημόσια ανησυχίες για τον κίνδυνο ενός «ατυχήματος».

Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί πως εάν οι εκλογές διεξάγονταν στις 3 Νοεμβρίου του '19, όπως προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός, η κατάσταση θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη πιο δύσκολη υπό την έννοια ότι η όξυνση, τόσο στο Αιγαίο όσο και στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, θα επεκτεινόταν χρονικά για ένα 18μηνο.

Σε κάθε περίπτωση, στο εύφλεκτο περιβάλλον που θα διαμορφωθεί κατά την προεκλογική περίοδο στη γείτονα, η αντίδραση της Ελλάδας δεν μπορεί παρά να είναι ένας συνδυασμός συνεχούς ενημέρωσης της διεθνούς κοινότητας και στενής συνεργασίας με εταίρους και συμμάχους στο εξωτερικό, και επιχειρησιακής εγρήγορσης των ενόπλων δυνάμεων και νηφάλιας συμπεριφοράς της πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας στο εσωτερικό.

Αθανάσιος Έλλις
Καθημερινή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Άμεση αποτροπή, ενδοπολεμική αποτροπή και τα σύνορα κρίσεων χαμηλής έντασης, ενδοπολεμικής αποτροπής-κλιμάκωσης και γενικευμένου πολέμου

Γράφει ο Παναγιώτης Ήφαιστος,
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Στρατηγικής Θεωρίας


Ο πόλεμος είναι μια μεγάλη αλυσίδα με πολλούς κρίκους εκ των οποίων μόνο τελευταίος είναι η ένοπλη σύρραξη. Στην εποχή του πολιτικού πολιτισμού ισχύει η Κλαουζεβιτσιανή ρήση «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», δηλαδή, εντάσσεται στην λογική εκπλήρωσης πολιτικών σκοπών. Δεν είναι αυτοσκοπός. Για τον αμυνόμενο σκοπός είναι η ασφάλεια της Επικράτειάς και σύνορα σύμφωνα με την διεθνή νομιμότητα.

Όταν ένα κράτος αμύνεται κατά αναθεωρητικών απειλών οι «μικρές» εμπλοκές, οι ενδιάμεσες πολεμικές αναμετρήσεις και πολύ περισσότερο ο γενικευμένος πόλεμος σημαίνουν, βασικά, ότι η αποτρεπτική στρατηγική απέτυχε.

Αυτή είναι η περίπτωση της Ελλάδας εδώ και δεκαετίες, καθότι οι αναθεωρητικές αξιώσεις της Τουρκίας, η επιθετική ανάπτυξη δυνάμεων στην Θράκη, στο Αιγαίο με την «Στρατιά του Αιγαίου» και στην Κύπρο και επί δεκαετίες παρουσία μεγάλου στρατού στην Μεγαλόνησο, συνοδεύονται και με διαρκείς παραβιάσεις της κρατικής Επικράτειας της Ελλάδας σε πεδία μάλιστα τα οποία η Άγκυρα διεκδικεί κατά παράβαση της διεθνούς νομιμότητας.

Το ίδιο ισχύει για τις Τουρκικές απειλές (που συμπεριλάμβαναν και casusbelli) οι οποίες τελικά οδήγησαν σε παράλειψη της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα σύμφωνα με την διεθνή νομιμότητα. Το αποτέλεσμα είναι μέχρι στιγμής η απώλεια εισοδημάτων από τους πολύ μεγάλους όπως γνωρίζουμε πλέον υποθαλάσσιους πλουτοπαραγωγικούς πόρους.

Ενδιαμέσως είχαμε μικρές πιο επιθετικές εμπλοκές το 1987, το 1996 και μερικές λιγότερο γνωστές προκλήσεις στην Κύπρο. Οι δε πολεμικές ενέργειες, κυρίως στον αέρα και όχι μόνο σε πεδία τα οποία εγείρονται αναθεωρητικές αξιώσεις, είναι εδώ και δεκαετίες καθημερινότητα.

Στο πιο πάνω πλαίσιο τα γεγονότα στην ΑΟΖ της Κύπρου, ξανά στα Ίμια πριν λίγες εβδομάδες και στον Έβρο με την σύλληψη δύο στρατιωτών ομήρων πλέον, συνιστούν κλιμάκωση βαθύτατων προεκτάσεων. Η κλιμάκωση της Τουρκικής επιθετικότητας συνοδεύεται και από μεγάλες πλέον διεκδικήσεις και απειλές στρατιωτικής επίθεσης και εντάσσεται σε αυτό που στην στρατηγική θεωρία ορίζεται ως «απέραντη απειλή». Σκληρά πλέον τίθεται το ζήτημα περαιτέρω κλιμάκωσης των Τουρκικών πολεμικών ενεργειών αλλά και το ενδεχόμενο ενός μεγάλου γενικευμένου πολέμου.

Αυτό σημαίνει, βασικά και ουσιαστικά, ότι πλέον βρισκόμαστε σε αυτό που στην στρατηγική ανάλυση ονομάζεται «ενδοπολεμική αποτροπή» (intra–wardeterrence). Η Τουρκία πέρασε το φράγμα των απειλητικών δηλώσεων και προβαίνει σε ενέργειες που υποδηλώνουν ότι τόσο η γενική αποτροπή (μια γενική εξισορροπητική κατάσταση) όσο και η άμεση αποτροπή (ετοιμότητα αντίκρουσης επικείμενων στρατιωτικών ενεργειών) διαπεράστηκαν. Επειδή αυτή είναι η κατάσταση εδώ και δεκαετίες για την αποκατάσταση μιας γενικής ή άμεσης αποτροπής οι εναλλακτικές επιλογές λιγοστεύουν:

1. Ελεγχόμενη ανταπόδοση με σκοπό να αποτραπεί ο αντίπαλος να συνεχίσει να κλιμακώνει τις ενέργειές του με τον γενικευμένο πόλεμο, εάν δεν σταματήσει, πιθανό ενδεχόμενο. Το αμυνόμενο αποτρέπων κράτος πρέπει να καλλιεργεί αξιόπιστα την παράσταση ενός νικηφόρου γενικευμένου πολέμου εάν ο επιτιθέμενος αποφασίσει να οδηγηθεί στα άκρα. Αυτή η παράσταση, ακριβώς, είναι και ο πιο αποφασιστικός αποτρεπτικός παράγων για να σταματήσει ο επιτιθέμενος ενέργειες χαμηλής έντασης και κλιμάκωση.

2. Αποδοχή των τετελεσμένων, εδώ της μη επέκτασης των χωρικών υδάτων, της παράνομης αμφισβήτησης νησιών όπως τα Ίμια και όχι μόνο, της σύλληψης στρατιωτών στα σύνορα και της παράνομης κατοχής μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία με την ΔΔΟ δολοφονείται, καταργείται και εντάσσεται στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας. Αυτά υποδηλώνονται με αγωνιώδεις προσπάθειες όχι τερματισμού των τετελεσμένων αλλά μείωσης των ζημιών, με αναποτελεσματικές διπλωματικές κινήσεις, με διάλογο με όρους του επιτιθέμενου, διαλλακτικές συμπεριφορές και δηλώσεις, εκπομπή ειρηνιστικών δήθεν μηνυμάτων αντί αποτρεπτικών παραστάσεων και γενικότερα συμπεριφορές που αποτελούν κατευνασμό και προσαρμογή στην θέληση του επιτιθέμενου, δηλαδή το αντίθετο της αποτρεπτικής στρατηγικής. Ο επιτιθέμενος «κερδίζει τον πόλεμο χωρίς μάχη».

Σε κάθε περίπτωση όταν διαπεραστεί η αποτροπή του αμυνόμενου κράτους δημιουργούνται πλέον λεπτά σύνορα μεταξύ «μικρών», «μεσαίων» και μιας πιθανής γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης.

Επίσης, επειδή ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, όταν πλέον ολοφάνερα η αποτροπή στο Αιγαίο και στην Θράκη πλήγηκε, απαιτείται υπευθυνότητα στην διατύπωση θέσεων από αναλυτές αλλά και από πολιτικά πρόσωπα.

Όμως, η επίδειξη στρατιωτικής και πολιτικής υπευθυνότητας για το δέον γενέσθαι είναι ένα πράγμα και άλλο τα γνωστά αυθαίρετα άλματα και οι κραυγές που υποβάλλουν κατευναστικές και υποχωρητικές αποφάσεις ο οποίες πουθενά δεν οδηγούν παρά μόνο σε αδιέξοδα και πολύ πιθανό μεγάλο πόλεμο. Τέτοιες κραυγές τις ακούγαμε επί δεκαετίες και εδώ που καταντήσαμε είναι ακραία ανεύθυνο να επαναλαμβάνονται.

Μέχρι που ακούσαμε ότι το μεγάλο έρεισμα της Ελλάδας είναι ο … ευρωπαϊκός στρατός. Ως αυτό το ζήτημα έχουμε χιλιάδες δημοσιευμένες σελίδες σε βιβλία και άρθρα όπου εξηγείται ότι η συμμετοχή σε προσπάθειες συζητήσεων για διπλωματική και αμυντική ανάπτυξη της ΕΕ είναι επιβεβλημένη. Αυτό όμως είναι ένα πράγμα και άλλο να περιμένουμε εγγύηση των συνόρων μας ή ακόμη και ουσιαστική ενίσχυση από ένα ουσιαστικό ανύπαρκτο εγγυητικό ευρωπαϊκό στρατό. Επαναλαμβάνουμε ότι η ΕΕ είναι ένας νομικός γίγαντας που εκκολάφτηκε μέσα σε ένα Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο μετά το 1945, αλλά ταυτόχρονα και ένας πολιτικός και στρατηγικός νάνος.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία είναι μεσαίες συν πυρηνικές δυνάμεις και η Γερμανία υπό στρατηγική επιτήρηση, αφενός οι ενδο-Ευρωπαϊκές διαφορές είναι μεγάλες για να επιτρέψουν μια αξιόπιστη συμμαχία και αφετέρου μετά το 1969 όταν άρχισε η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία μέχρι και σήμερα, αλληλουχία αποφάσεων καταμαρτυρεί ότι οι συνεργασίες είναι οριακές και κατά το πλείστο υποβοηθητικές των Αμερικανικών στρατηγικών κινήσεων. Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να είναι στρατηγικά παρούσες επισκιάζοντας τα πάντα. Είναι, εξάλλου, και η μεγάλη ναυτική δύναμη πάνω στην Περίμετρο της Ευρασίας με συντριπτική στρατιωτική υπεροχή από την Ευρώπη μέχρι την Άπω Ανατολή.

Η ιεράρχηση των σημασιών και των προτεραιοτήτων στην διεθνή πολιτική είναι για μια εθνική στρατηγική μείζον ζήτημα εξ ου και η ανάγκη αποφυγής επιπόλαιων τοποθετήσεων που στο παρελθόν ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Υπό το πιο πάνω πρίσμα –και αφού υπογραμμίσουμε ότι η ιστορία διδάσκει πως κατευνασμός = ήττα χωρίς πόλεμο ή τελικά πρόκληση ανορθολογισμού εκατέρωθεν και πιθανότατα μεγάλη πολεμική κλιμάκωση–, το πιο επείγον ζήτημα για την Ελλάδα είναι η αξιοπιστία της αποτρεπτικής της στρατηγικής στην Θράκη, στο Αιγαίο, στην Κύπρο και ευρύτερα στην περιφέρειά μας.Μιλάμε για άμεση αποτροπή και αυτή ήταν η κατάσταση επί μακρόν. Δεν προέκυψε ξαφνικά αυτή η ανάγκη παρά μόνο οδηγήθηκε στις λογικές απολήξεις της, δηλαδή την κλιμάκωση της Τουρκικής επιθετικότητας. Απαιτούνται, πιο συγκεκριμένα, σωστές αποτρεπτικές παραστάσεις σε όλο το φάσμα των απειλών. Από καιρό αποτελούσε αναγκαιότητα να βελτιωθεί η αξιοπιστία της αποτρεπτικής απειλής και στα τρία επίπεδα, πλην οι αυτοκαταστροφικές κατευναστικές αντιλήψεις κυριάρχησαν.

Το Αλφαβητάριο

Το Αλφαβητάριο της αποτρεπτικής στρατηγικής υποχρεωτικά συντομογραφικά είναι το εξής:

Πρώτον, η ισχυρότερη αποτροπή του αμυνόμενου κράτους κατά μιας επιθετικής και αναθεωρητικής απειλής η οποία όπως είπαμε στην περίπτωση της Τουρκίας ορίζεται ως «απέραντη» (θολά σύνορα διεκδικήσεων που ενίοτε γίνονται εξίσου θολά εκτεταμένες) είναι η παράσταση που δίνει ο αμυνόμενος για μια νικηφόρα έκβαση στην περίπτωση ενός μεγάλου γενικευμένου πολέμου.

Αντίθετα, οι δηλώσεις φόβου και δειλίας, ακόμη και όταν αυτό αφορά την υπεράσπιση μιας σπιθαμής εδάφους ή και ενός μόνο πολίτη, το σαδιστικό εκφοβιστικό μαστίγωμα της κοινωνίας και οι εξευμενιστικές εκκλήσεις προς τον αδίστακτο και επιτιθέμενο αντίπαλο, οδηγούν σε ακύρωση αυτής της κύριας αποτρεπτικής απειλής του αμυνόμενου.

Οτιδήποτε άλλο ειπωθεί είναι λάθος, στρατηγικά εγκληματικό και επικίνδυνο και οδηγεί, όπως ήδη έγινε στο Αιγαίο και στην Κύπρο, σε απώλεια κυριαρχίας. Τέτοιες παραστάσεις αναξιοπιστίας ακυρώνουν την στρατηγική ενός κράτους, ενθαρρύνουν ενέργειες χαμηλότερης έντασης, αλλά και κλιμάκωση αυτών των ενεργειών –αυτό έχουμε αυτή την στιγμή για παράδειγμα επειδή ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος αποδείχθηκε ανύπαρκτος ενώ στο Αιγαίο ενώ όλες οι ενδείξεις φανέρωναν επικείμενες τουρκικές ενέργειες, στα Ίμια κυριολεκτικά –αυτή πάντως είναι η εικόνα– πιαστήκαμε στον ύπνο.

Δεύτερον και εξίσου σημαντικό, παραστάσεις κατευνασμού, δειλίας, φόβου και ετοιμότητας υποχώρησης προκαλούν πολιτικό και στρατηγικό ανορθολογισμό τόσο στην δική μας πλευρά όσο και στον επιτιθέμενο αντίπαλο ενθαρρύνοντάς τον έτσι να κλιμακώσει περαιτέρω ή και ευκαιρίας δοθείσης να επιφέρει κατά του αμυνόμενου ένα πρώτο εξοντωτικό πλήγμα.

Επίσης, όπως γράψαμε με επιφυλλίδα στο Βήμα στις 15.2.1998 υπερασπιζόμενοι τον Παναγιώτη Κονδύλη κατά αγοραίων επιθέσεων, η ανισορροπία, ο κατευνασμός και η εντεινόμενη ανορθολογική επιθετικότητα του αναθεωρητικού κράτους, ενδέχεται να οδηγήσει το αμυνόμενο κράτος σε σπασμωδικές και απελπισμένες κινήσεις και αποφάσεις.

Εν μέσω δηλαδή γενικευμένου ανορθολογισμού, αδυναμίας λόγω ανισορροπιών και επιθετικών απειλών του αντιπάλου, ο αμυνόμενος να προχωρήσει ο ίδιος σε ένα πρώτο πλήγμα σε μια προσπάθεια να διασωθεί ότι μπορεί να διασωθεί ή να ελαχιστοποιηθούν οι αναμενόμενες μεγάλες ζημιές.

Εάν ένα κράτος που διαθέτει στρατηγική εκεί παρασυρθεί αποτελεί έσχατη κατάντια, εξ ου και η ανευθυνότητα όσων αντέκρουαν στο παρελθόν τις θέσεις υπέρ ύπαρξης ισορροπίας δυνάμεων.

Τρίτον, τα πιο πάνω υποδηλώνουν δύο τουλάχιστον πράγματα:Αφενός ισορροπία δυνάμεων για να είναι αξιόπιστη η αποτρεπτική παράσταση γενικευμένου πολέμου και αφετέρου επιτελική οργάνωση και στρατηγικά σενάρια που θα καθιστούν απαγορευτικό για τον αντίπαλο να σκεφτεί, όπως κάνει τώρα, πως ανέξοδα ή με πολύ μικρό κόστος, μπορεί να προβαίνει σε «μικρότερες» προκλήσεις. Κάτι τέτοιο απαιτεί σιδερένιο επιτελικό σχεδιασμό, αποφάσεις και παραστάσεις που θα πείσουν τον επιτιθέμενο ότι ο αμυνόμενος θα ελέγξει πλήρως κάθε στάδιο πιθανής κλιμάκωσης.

Το τελευταίο είναι βασικά η ενδοπολεμική αποτροπή, η οποία ενώ διασφαλίζει (πρέπει να διασφαλίζει) πειστικά την επικράτηση σε κάθε στάδιο κλιμάκωσης, διατηρεί επιπλέον ζωντανή και αξιόπιστα πειστική την κύρια αποτρεπτική απειλή, δηλαδή την παράσταση νικηφόρου γενικευμένου πολέμου.

Τέταρτον,
επειδή και εμείς πρόσφατα υπογραμμίσαμε την ανάγκη η Ελλάδα αφενός να διαφυλάξει την Επικράτειά της αξιόπιστα και ταυτόχρονα να μην οδηγηθεί σε μεταφορά βαρών και κατατριβή που θα προκαλούσε μεν κατάρρευση του Ερντογάν όπως μάλλον οι Αμερικανοί επιθυμούν πλην και μεγάλες ζημιές στην δική μας πλευρά, είναι αναγκαίο εδώ ξανά να πούμε ότι οι συναλλαγές με τις ηγεμονικές δυνάμεις δεν είναι γραμμικό ζήτημα.

Οι μεγάλες δυνάμεις δεν έχουν εχθρούς και φίλους. Απέναντί τους έχουν αναλώσιμα ή μη αναλώσιμα και αξιόπιστα ή μη αξιόπιστα κράτη. Όταν προκαλούν μεταφορά βαρών και κατατριβή τρίτων ή χρησιμοποιούν πλήθος άλλων τακτικών μεθοδεύσεων κύρια μέριμνά τους είναι οι ευνοϊκές για αυτές ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων που συνήθως σημαίνει μείωση ή αντίστροφα αύξηση της ισχύος κάποιων κρατών, αλλαγές συνόρων και αλλαγές καθεστώτων.

Οι επιλογές τους κατά κύριο λόγο γίνονται με κριτήριο το κατά πόσο ένα κράτος είναι αξιόπιστος στρατηγικός παράγων και κατά πόσο επιτυγχάνει στρατηγική εποπτεία στην περιφέρειά του (εδώ αξιόπιστη αποτροπή της Τουρκικής απειλής και αποφυγή κατευνασμών στα ρευστά και δυνητικά ασταθή Βαλκάνια στα Βόρεια σύνορα της Ελλάδας).

Πάντως, για μια εθνική στρατηγική οι σκοποί και τα μέσα, όπως συμπλέκονται, επιδέχονται άπειρους συνδυασμούς και όριο είναι ο ουρανός για διαρκή βέλτιστη και μέγιστη εκπλήρωση των σκοπών της αποτροπής. Αναφερόμαστε τόσο σε εσωτερική εξισορρόπηση του αντιπάλου (οικείοι συντελεστές ισχύος) και όσο και σε εξωτερική εξισορρόπηση (συμμαχικές συναλλαγές).

Η αποτρεπτική αξιοπιστία, πρέπει να γνωρίζουμε, απαιτείται να οικοδομείται με επιμέλεια και χωρίς λάθη και μάλιστα χοντρά. Κατευνασμός και αποτροπή, επαναλαμβάνουμε, βρίσκονται σε δύο διαφορετικούς πόλους κάθετα διαφορετικούς.

Τι σημαίνει αξιοπιστία της εθνική στρατηγικής

Η αξιοπιστία της εθνικής στρατηγικής ενός κράτους βελτιώνεται, εάν ισχύουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Δίνονται διαρκώς αξιόπιστες παραστάσεις ικανότητας και αποφασιστικότητας άμυνας κατά όσων απειλούν τα εθνικά συμφέροντα στο σύνολό τους. Καλλιεργούνται ακατάπαυστα τα κάθε είδους ερείσματα μιας χώρας στην περιφέρειά της ενώ αναπτύσσονται στρατηγικές επιλογές επηρεασμού της κατανομής ισχύος και συμφερόντων στην περιφέρεια που ανήκει το κράτος αυτό.

Για τις μεγάλες δυνάμεις αυτό αποτελεί κύριο στρατηγικό έρεισμα και όταν έτσι έχουν τα πράγματα επιδιώκουν συμμαχικές συναλλαγές. Υπάρχει εγρήγορση για συμμαχίες και επανεξέτασή τους σύμφωνα με τις εναλλαγές και ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων. Αναπτύσσονται διπλωματικά σχέδια και λαμβάνονται αποφάσεις που προκαλούν πολιτικό κόστος στον αντίπαλο (από μόνο του αυτό δεν επαρκεί).

Το αμυνόμενο κράτος διαθέτει μυστικές υπηρεσίες που επιτρέπουν επαρκή γνώση των αντιπάλων και κυρίως της πολιτικοστρατιωτικής του τρωτότητας. Πολύ σημαντικό επίσης είναι εξαρχής να χαράσσονται κόκκινες γραμμές πέραν των οποίων υπάρχει αταλάντευτη άρνηση νομιμοποίησης αναθεωρητικών αξιώσεων και τετελεσμένων. Κάθε βιώσιμο κράτος, βασικά, θεωρεί ή πρέπει να θεωρεί κόκκινη γραμμή την διεθνή νομιμότητα. Εμείς το εγκαταλείψαμε τα νομικά μας ερείσματα γιατί μερικοί ήδη προδικάζουν αποτυχία μας, δηλαδή διαγράφουν το μέλλον μας με το να διαγράψουν τον υποθαλάσσιο πλούτο που μας ανήκει εάν εφαρμοστεί το δίκαιο της θάλασσας.

Όσα και να ξοδέψει ένα κράτος και όσα όπλα και να έχει η αποτρεπτική του αξιοπιστία δεν είναι στιγμιαία υπόθεση. Η αποτρεπτική αξιοπιστία σχετίζεται με πολλά και αλληλένδετα πράγματα τα οποία αν δοκιμάσεις να δεις τα ζεύγη που δημιουργούν είναι άπειρα. Η εθνοκρατική ζωή και η συγκρότηση αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής είναι ένα διαρκές πνευματικό, πολιτικό και θεσμικό άθλημα.

Κινούμενοι ανοδικά, τουτέστιν στεριώνοντας και δυναμώνοντας την εθνική ανεξαρτησία υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη ασφάλεια, ευημερία και δημοκρατία.

Και το αντίστροφο για την καθοδική τροχιά: Οι πολίτες αφήνουν τις κοσμοθεωρίες τους, εκμηδενίζονται ηθικά και ανθρωπολογικά, τα κανονιστικά εποικοδομήματα σαπίζουν και τα πάντα πλέον κατηφορίζουν προς το τέλμα και την πλήρη εκμηδένιση η οποία συνήθως επισφραγίζει την καταστροφή με ένα εκτός ελέγχου πόλεμο που ευκαιρίας δοθείσης εκτελεί το επιθετικό κράτος.

Κατά συνέπεια, οι άναρθρες και φοβικές κατευναστικές κραυγές που (ξανα)ακούμε τελευταία ή αντίστροφα οι ανεύθυνοι παλικαρισμοί πλήττουν την αξιοπιστία μας. Η αποτελεσματική και αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική προϋποθέτει επιτελική οργάνωση που μεγιστοποιεί και βελτιστοποιεί τα μέσα και τις διεθνείς και περιφερειακές δυνατότητες ενισχυτικών συναλλαγών (αυτές είναι οι αποτελεσματικές συμμαχίες με κράτη που έχουν συγκλίνοντα με τα δικά μας συμφέροντα).

Προϋποθέτει επίσης απόλυτη συναίνεση σε όλο το πολιτικό φάσμα με τρόπο που καθιστά σαφές σε όλους ότι για τους Έλληνες η ασφάλεια και η ακεραιότητα της Επικράτειας και των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι έσχατες λογικές. Απαιτείται επιπλέον απαράβατα να καλλιεργούνται σε όλους τους πολίτες παραδοχές αυτοθυσίας για την υπεράσπιση της Πατρίδας, δηλαδή της ελευθερίας μας. Γιατί για κάθε έθνος η Πατρίδα και η εθνική της ανεξαρτησία είναι η συλλογική ελευθερία. Το πόσο αυτά είναι εδραιωμένα είναι και ο δείκτης του κινδύνου που διατρέχουν οι νεοέλληνες εν μέσω καταιγιστικών στρατηγικών εξελίξεων στην περιφέρειά τους.

Όταν το κράτος είναι αδύναμο, όσο περισσότερο η κοινωνία βρίσκεται σε καταστολή από τοκογλύφους και κερδοσκόπους και όσο περισσότερο η ανευθυνότητα και ο ερασιτεχνισμός υπερισχύουν, η αποτρεπτική αξιοπιστία μηδενίζεται. Αυτό φαίνεται να βλέπουν οι Τούρκοι με αποτέλεσμα να εντείνονται οι απειλές και οι αναθεωρητικές ενέργειες και αυτό βλέπουν οι ισχυρές δυνάμεις οπότε λογικά εάν έτσι έχουν τα πράγματα θεωρούν την Ελλάδα αναλώσιμη και υποψήφια για την Κλίνη του Προκρούστη.

Εκτιμάται ότι η αποκατάσταση της αποτρεπτικής στρατηγικής της Ελλάδας είναι το πιο επείγον ζήτημα σήμερα. Πολλά και δύσκολα πρέπει να γίνουν και πολλά πρέπει να αλλάξουν, κυρίως οι κατευναστικές και εθνομηδενιστικές αντιλήψεις. Στην ανάλυση της διεθνούς πολιτικής, επιπλέον, οι Έλληνες δεν έχουν περιθώρια να κάνουν ξανά λάθη. Αυτό αφορά όλους αλλά πρωτίστως τα κρατικά επιτελεία που απαιτείται να είναι άρτια και ενισχυμένα. Όχι με νομικιστές ή διεθνικά κινούμενα άτομα διαφόρων ιδρυμάτων αλλά με κρατικούς λειτουργούς επιτελικά οργανωμένους.


Ποιότητα


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Κώστα Ράπτη

Μπορεί ο Ερντογάν να είναι χαρισματικός ηγέτης. Μπορεί το κόμμα του να έχει βαθιές ρίζες στο τουρκικό εκλογικό σώμα. Όμως τίποτε δεν ανταμείβει πολιτικά όσο η διαρκής αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού.

Στη γείτονα, οι κανόνες πράγματι αναμένεται να αλλάξουν για άλλη μία φορά. Μετά την μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό και την τροποποίηση του εκλογικού νόμου, ώστε να επιτρέπει τη σύναψη συμμαχιών, τώρα προετοιμάζεται η επίσπευση των επόμενων εκλογών, που είναι προγραμματισμένες για τις 3 Νοεμβρίου 2019. Τον "λαγό" ανέλαβε και σε αυτή την περίπτωση να βγάλει ο ηγέτης του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP) Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Ο Μπαχτσελί το έχει διαπράξει και στο παρελθόν: λ.χ. ήταν αυτός που προκάλεσε τις πρόωρες εκλογές του 2002, οι οποίες έφεραν για πρώτη φορά στα πράγματα τους ισλαμιστές του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKΡ). Και είναι αυτός που μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2015, οπότε δεν αναδείχθηκε αυτοδύναμη πλειοψηφία, κράτησε άκαμπτη διαπραγματευτική στάση, με αποτέλεσμα η χώρα να επιστρέψει στις κάλπες – και στη μονοκομματική διακυβέρνηση του ΑΚΡ.

Από την επαύριο του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016 το ΜΗΡ κινείται ως ακραιφνώς συμπολιτευόμενη δύναμη: στήριξε την αναθεώρηση του συντάγματος (αν και η επικράτηση του "Ναι” στο δημοψήφισμα του Απριλίου 2017 υπήρξε, ακόμη και έτσι, οριακή) και αργότερα έκανε γνωστό ότι στις επόμενες προεδρικές εκλογές δεν πρόκειται να υποστηρίξει δικό του υποψήφιο, αλλά θα συνταχθεί πίσω από τον Ερντογάν.

Όλα αυτά, βέβαια, άφησαν τραύματα στο κόμμα του Μπαχτσελί, το οποίο διασπάστηκε, με τους διαφωνούντες να ιδρύουν το "Καλό Κόμμα” (Iyi partisi) υπό την άλλοτε υπουργό Εσωτερικών Μεράλ Ακσενέρ. Ωστόσο, το ΑΚΡ έσπευσε προς διάσωση του ΜΗΡ: με αλλαγή του εκλογικού νόμου κατέστη δυνατή η συνεργασία διαφορετικών κομμάτων στην κάλπη, χωρίς να τροποποιηθεί το εξωφρενικό όριο εκλογικής εκπροσώπησης του 10% που αποβλέπει στην παρεμπόδιση της αυτοτελούς εκπροσώπησης του κουρδικού στοιχείου. Με αυτό τον τρόπο, ΑΚΡ και MHP συγκρότησαν τη "Λαϊκή Συμμαχία”, ενώ και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά, εξετάζουν αντίστοιχες συμπράξεις.

Τώρα, ο Μπαχτσελί ζητά, όπως ανέφερε στην τελευταία συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματός του, την πραγματοποίηση των πρώτων βουλευτικών και ταυτόχρονα προεδρικών εκλογών με το νέο Σύνταγμα στις 26 Αυγούστου 2018, αντί της 3ης Νοεμβρίου 2019.

Οι κυβερνώντες, που μέχρι τώρα επέμεναν ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν στην ώρα τους αντέδρασαν σαν αιφνιδιασμένοι. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Αμπντελχαμίτ Γκιούλ, αρχιτέκτονας της εκλογικής συμμαχίας ΑΚΡ-ΜΗΡ, έσπευσε την Τρίτη να συναντηθεί με τον Μπαχτσελί, ενώ τον ηγέτη των εθνικιστών θα δεχθεί σήμερα Τετάρτη ο ίδιος ο Ερντογάν.

Η χώρα δεν αντέχει να περιμένει για ενάμιση χρόνο, δηλώνει ο Μπαχτσελί. Κατά νου έχει πολλά (όχι πάντοτε ομολογημένα) επιχειρήματα υπέρ της διεξαγωγής πρόωρων εκλογών. Τα κυριότερα αφορούν την κατάσταση της οικονομίας, καθώς η ασταμάτητη υποχώρηση της λίρας, η άνοδος του πληθωρισμού και το άνοιγμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υπονομεύουν το κυριότερο "μυστικό” της μέχρι τώρα δημοφιλίας των κυβερνώντων και φέρνουν πιο κοντά το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων.

Από εκεί και πέρα, ο Μπαχτσελί δεν μπορεί παρά να συνυπολογίζει ότι η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να επιβαρύνει την Τουρκία με νέα προσφυγικά κύματα, ενώ με τη λήξη της επιχείρησης στο Αφρίν θα κοπάσει ο μιλιταριστικός οίστρος της κοινής γνώμης, ο οποίος αποτελούσε αέρα στα πανιά της συμμαχίας ΑΚΡ-ΜΗΡ. Επιπλέον, η επίσπευση των εκλογών θα απαλλάξει τους κυβερνώντες από τη δοκιμασία να πρέπει πρώτα να διεξαγάγουν τις προγραμματισμένες για τον Μάρτιο δημοτικές εκλογές, όπου αναμένεται να χάσουν τον έλεγχο μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Άγκυρα, η Μερσίνα κτλ. - τάση που είχε διαφανεί ήδη από το δημοψήφισμα και οδήγησε στην εκκαθάριση από τον Ερντογάν σειράς δημάρχων του ΑΚΡ.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πάλι, δηλώνουν, όπως είναι υποχρεωμένα, ότι δεν βλέπουν την ώρα να αναμετρηθούν στην κάλπη με το καθεστώς του ΑΚΡ, το οποίο υποστηρίζουν ότι κλυδωνίζεται. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ανέτοιμα – στην περίπτωση του '”Καλού Κόμματος” ακόμη και με τυπικούς όρους, εφόσον δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές έχουν οι πολιτικοί σχηματισμοί που έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον έξι μήνες νωρίτερα το συνέδριό τους.

Οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις καταγγέλλουν το γεγονός ότι γίνεται λόγος για πρόωρες εκλογές, ενώ παρατείνεται διαρκώς, όπως πρόκειται να συμβεί και αύριο Πέμπτη, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επιβλήθηκε την επαύριο του αποτυχημένου πραξικοπήματος.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημά τους έγκειται στο ότι τους είναι πολιτικά αδύνατο να συνεργασθούν (οι ψηφοφόροι του ΑΚΡ θα ήταν αδύνατο να συνυπάρξουν λ.χ. με αυτούς της Ακσενέρ) και κυρίως να βρουν, δεδομένης της προσωποπαγούς φύσης της αναμέτρησης στις προεδρικές εκλογές, έναν υποψήφιο ικανό να σταθεί απέναντι στον Ερντογάν. Αποτελεί κοινή πεποίθηση ότι αυτό τον ρόλο θα μπορούσε να αναλάβει μόνο ο πρώην πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιούλ, τον οποίο επιδιώκει να προτείνει το μικρό ισλαμιστικό κόμμα Σααντέτ, χωρίς να είναι διόλου βέβαιο ότι ο ίδιος θα υπερνικήσει τους δισταγμούς του.

Στην πραγματικότητα, το σχέδιο των κυβερνώντων είναι να υποχρεωθούν τα άλλα κόμματα να κατέβουν στη μάχη των προεδρικών με τους αρχηγούς τους, ώστε ο Ερντογάν να νικήσει από τον πρώτο γύρο. Απέναντι σε αυτό, βέβαια, παραμονεύουν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις (π.χ. της Metropoll) που εμφανίζουν τη "Λαϊκή Συμμαχία” περί το 50% και άλλες που εμφανίζουν το φιλοκουρδικό κόμμα HDP να πλησιάζει και πάλι το 10%, παρά τη φυλάκιση του μισού ηγετικού δυναμικού του.

Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Οκεϊ, αλλά το Καστελόριζο τι σου φταίει; Αν βάλθηκες να αποδείξεις ότι είσαι πολιτικά πιο λαπάς, πιο ψευταράς, και πιο ΕΛΛΗΝΟΦΑΣ κι από τον ΓΑΠ, δεν χρειάζεται πάλι εκεί να πας! Ο κόσμος σ' έχει βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι, say no more!! Από το μαρτυρικό και επικοινωνιακά ακριτικό πανέμορφο νησί, ο Γιωργάκης μας έβαλε πανηγυρικά στο Μνημόνιο για να μας σώσει, και η συνέχεια γνωστή. Αλλά και η μνήμη τόσο νωπή, που μοιάζει σαν αυτοκτονική η επιλογή να μας πεις από εκεί, ειδικά εσύ, ότι δεν πρόκειται να παραχωρήσεις ούτε μια σπιθαμή ελληνικής γης. Μα αφού κάθε μέρα που περνά αυτό κάνεις σε αέρα, έδαφος, θάλασσα και υφαλοκρηπίδα.

Παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας ντε φάκτο συνιστούν οι δηλώσεις όλων των Συριζαίων αρμοδίων και μη ότι... δεν πρέπει να προκαλούμε με απερίσκεπτες ενέργειες όπως η τοποθέτηση της ελληνικής σημαίας σε καθαρά δικά μας εδάφη!! Μόνο και μόνο που το λες, έχεις ήδη δώσει επιχειρήματα στον Τούρκο που προβάλει αξιώσεις και αμφισβητήσεις, όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα. ΗΔΗ η απαγόρευση σε Έλληνες να πάνε στη νησίδα Ανθρωποφάς και όποια άλλα από το Λιμενικό μας, σημαίνει ότι δημιούργησες δεύτερα Ιμια!! Ξέρεις, αυτά που πια τα βλέπουμε μόνο με το κιάλι και είναι περικυκλωμένα μονίμως πια από τους Τούρκους! Αυτά που σήμερα δήλωσαν επισήμως πια και για πρώτη φορά ότι είναι τελείως δικά τους. Τι δεν καταλαβαίνεις; Τι κανείς ότι δεν καταλαβαίνεις; Μα αφού όλοι το 'χουν καταλάβει ότι δεν μπορείς και ενδεχομένως ΔΕΝ ΘΕΣ να υπερασπιστείς την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Και για όποιον το ξεχνάει, το θυμίζουν οι αδιανόητες δημόσιες τοποθετήσεις που καταγράφονται φυσικά ότι η ανάρτηση της γαλανόλευκης σε ορισμένα σημεία της Ελλάδας μπορεί να συνιστά άσκοπη... πρόκληση και σε αλλά όχι!!

Αν δεν είχες τριγύρω σου μόνο φελούς περιοπής θα σου είχαν πει ότι διπλωματικά και νομικά πρόκειται για τεράστιο ολίσθημα, και παραχώρηση αυτονόητου κεκτημένου με τόσο αίμα! Ξέρεις διεθνώς αναγνωρισμένε κωλοτούμπα, τα νησιά αυτά δεν μας τα χάρισε κανείς, χρειάσθηκε να περάσει το θωρηκτό Αβέρωφ από εκεί κυνηγώντας τους Τούρκους, και να γίνει ένας ακόμη παγκόσμιος όπου η Ελλάδα πλήρωσε απείρως μεγαλύτερο τίμημα από πολλούς άλλους λαούς. Βράχο-βράχο το πήραμε το Αιγαίο, έτσι το κρατήσαμε 70 χρόνια τώρα, και δεν θα αφήσουμε τον προσκυνημένο Συριζαίο να το γκριζάρει σιωπηλά μέρα με την μέρα. Αυτό κάνεις! Κάθε μέρα γκριζάρεις το Αιγαίο! Είσαι ο Ελλαδοφάς! Κι όποιος είχε την παραμικρή αμφιβολία επαναλαμβάνω, το κατάλαβε με την νέα επίσημη πολιτική θέση ότι... μόνο το κράτος έχει δικαίωμα να σηκώνει τη σημαία... κι όχι ο κάθε πολίτης!! Πρωτοφανής προδοτική και ανιστόρητη άποψη αφού παντού και πάντοτε πρώτα σηκώθηκαν οι σημαίες από αγωνιστές και επαναστάτες και μετά δημιουργήθηκαν τα κράτη.

Ειδικά αν μιλάμε για Ελλάδα! Αν είναι δυνατόν! Να περιμένουμε μήπως και έγκριση της νομαρχίας για το αν θα τη βγάλουμε στο μπαλκόνι μας; Μπας και προσβάλουμε εθνικιστικά κανένα λαθρομετανάστη περαστικό; Επαιρνε η κυρά της Ρω άδεια από κανέναν για το αν θα σηκώνει και θα φυλάει μια ζωή την ελληνική σημαία; Για το καλό σου άνθρωπε μου, αν έχεις χάσει την μπάλα με τα τόσα ψέμματα που 'χεις υποσχεθεί και στους Ξένους προστάτες σου, αν δεν τολμάς να απαντάς στον Τουρκαλά όπως πρέπει σε κάθε προσβολή, αν τέλος πάντων τρέμει το φυλλοκάρδι σου τον Ερντογάν από τότε που τον είδες από κοντά, μετά την φαεινή ιδέα να τον καλέσεις στην Αθήνα, ανοίγοντάς του την όρεξη, σήκω και παραιτήσου. Εδώ είναι εθνικά θέματα που δεν σηκώνουν θέατρα και άπαντες όπως με τα Μνημόνια κι όλα τα αλλά στα οποία είσαι εξπέρ Πινόκιο.

Αλλιώς φαίνεται ότι ξέρεις τι κανείς και ότι βάσει σχεδίου γκριζάρεις το Αιγαίο, ισόβια. Όσο για την γαλανόλευκη, ο κάθε Έλληνας δικαιούται να την ανεμίζει και να την υπερασπίζει όποτε θέλει σε οποιοδήποτε σημείο της επικράτειας και όχι μόνο. Ούτε πρόκληση είναι ούτε προσβολή, κι αν έτσι χαρακτηριστεί είναι σαν να κάνεις μόνος σου υποστολή και παράδοση στον εχθρό. Ποιος είσαι... ο αντί-Γλέζος; Εκείνος έμεινε στην ιστορία επειδή κατέβασε τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη και εσύ για το αντίθετο, επειδή κατέβασες την ελληνική από μόνος σου; Μήπως αντί να κακίζουμε τα ελληνόπουλα που συγκλονισμένα από τον χαμό-φονικό του σμηναγού Μπαλταδώρου πήγαν και σήκωσαν σημαίες με ένα σαπάκι σκαφάκι εκεί που έχεις αποσύρει τα πολεμικά μας, πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα; Χιλιάδες γαλανόλευκες παντού, ιδίως στα μούτρα τους; Παραφράζοντας το... υπερπατριωτικό τραγουδάκι, ...κι όταν θα μπούμε μέσα, /και στο Μαξίμου θα σηκώσουμε σημαία ελληνική!! Γκριζάρεις το Αιγαίο; Δεν κοιτάς καλύτερα να δεις πώς θα γκριζάρεις εσύ; Αν, πότε, πού...

Θ. Αναστασιάδης
Πρώτο Θέμα



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Νίκου Μελέτη

Μπροστά σε δύσκολες επιλογές φέρνει την ελληνική κυβέρνηση, η θετική πρόταση της Κομισιόν για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ε.Ε. με την ΠΓΔΜ και την Αλβανία, καθώς η Αθήνα έχει δηλώσει ότι δεν θα συναινέσει στην λήψη αυτής της απόφασης εάν δεν προηγηθεί η λύση των προβλημάτων στις σχέσεις με τις δυο χώρες.

Το χρονοδιάγραμμα ήταν γνωστό και λειτούργησε μάλλον αρνητικά στην διαπραγμάτευση, καθώς και τα Σκόπια και τα Τίρανα, επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν την θετική αυτή πρόταση την οποία θα προβάλουν στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να έχει προηγηθεί η οποιαδήποτε «παραχώρηση» προς την Ελλάδα.

Όμως η σύσταση της Κομισιόν είναι ένα βήμα για τις δυο χώρες η απόφαση όμως για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είναι πολιτική και λαμβάνεται σε επίπεδο των 28, θέμα που αναμένεται να τεθεί στην ειδική Σύνοδο Κορυφής Ε.Ε.-Δ. Βαλκανίων στην Σόφια στις 17 Μαΐου αλλά και στην Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου.

Η προσδοκία της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ότι νωρίς την Άνοιξη θα είχε υπάρξει ουσιαστική πρόοδος αν όχι ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με την ΠΓΔΜ και την Αλβανία. Καθώς αυτό πλέον δεν είναι εφικτό ,στο Μέγαρο Μαξίμου και στο ΥΠΕΞ ευελπιστούν ότι η θετική σύσταση της Κομισιόν και η άμεση πλέον προοπτική έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων θα λειτουργήσει ως κίνητρο για Τίρανα και Σκόπια ώστε να δείξουν συμβιβαστική διάθεση και να ολοκληρωθούν Έτσι οι διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για την επίλυση των εκκρεμών διμερών διαφορών.

Αυτό είναι κάτι που φυσικά είναι αμφίβολο, όσο η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι θετική για τις δυο χώρες, όσο καλλιεργείται και στην Ε.Ε. από κορυφαίους παράγοντες όπως ο Ζ.Κ.Γιουνκερ το κλίμα ,ότι η ανακοπή της ευρωατλαντικής πορείας των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων μπορεί να τις οδηγήσει και πάλι στην περιπέτεια των πολεμικών αντιπαραθέσεων, και συγχρόνως αναδεικνύεται διαρκώς ο κίνδυνος να πέσουν τα Δυτικά Βαλκάνια στην «αγκαλιά» της Ρωσίας ή τής Κίνας.

Το επόμενο διάστημα θα υπάρξει ένα μπρα ντε φερ με την Αθήνα καθώς οι δυο γειτονικές χώρες ενθαρρυμένες από την Κομισιόν και τα θετικά σχόλια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, πιθανότατα θα θελήσουν να δοκιμάσουν τις αντοχές της ελληνικής κυβέρνησης ,που έχοντας ανοικτό το μέτωπο για έξοδο από το Μνημόνιο, θα υποχρεωθεί να διαχειρισθεί και το θέμα της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με Αλβανία και ΠΓΔΜ, χωρίς να έχει υπάρξει επίλυση των εκκρεμοτήτων.

Πάντως και πάλι οι Εκθέσεις της Κομισιόν είναι προβληματικές σε ότι αφορά τα ελληνικού ενδιαφέροντος θέματα σχετικά με τις δυο χώρες και αυτό δεν αφορά μόνο την παρούσα κυβέρνηση, αλλά και τις προηγούμενες που δεν είχαν φροντίσει ώστε να ενταχθεί στο λεκτικό της Κομισιόν και των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της ΠΓΔΜ και της Αλβανίας, ρητά και με συγκεκριμένες αναφορές οι εκκρεμότητες με την Ελλάδα.

Σε ότι αφορά την ΠΓΔΜ, είναι προφανές ότι δεν βοηθά διαπραγματευτικά την Αθήνα η «θετική» εικόνα που αποτυπώνει στις ελληνοσκοπιανές σχέσεις.

«Το θέμα της ονομασίας πρέπει να επιλυθεί επειγόντως. Οι συνομιλίες για το όνομα έχουν εντατικοποιηθεί..

Εποικοδομητικές συνομιλίες σε επίπεδο Πρωθυπουργών και ΥΠΕΞ συνέβαλλαν θετικά στην διαδικασία εφαρμογής Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Η Κοινή Δήλωση των δυο πρωθυπουργών τον Ιανουάριο 2018 που αφορούσαν την μετονομασία του Αεροδρομίου των Σκοπίων και του αυτοκινητοδρόμου και την προώθηση ορισμένων καθυστερημένων Ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών ήταν θετικά μηνύματα ενίσχυσης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης» αναφέρει η Έκθεση για την ΠΓΔΜ

Σε ότι αφορά στην Αλβανία, παρά το γεγονός ότι καταγράφονται όλα τα προβλήματα που συνεχίζουν να υπάρχουν (οργανωμένο έγκλημα, ναρκωτικά, ξέπλυμα χρήματος, διαφθορά), δεν υπάρχει καμιά ονομαστική ειδική αναφορά στην μεγαλύτερή μειονότητα της χώρας, την Ελληνική Εθνική Μειονότητα, ενώ υπάρχει γενική αναφορά για την βελτίωση του νομικού πλαισίου προστασίας των μειονοτήτων και ειδική παραπομπή στην ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των «Ρομά και των Αιγυπτίων». Επίσης υπάρχει μονο γενική αναφορά στην ανάγκη βελτίωσης της νομοθεσίας για τα περιουσιακά δικαιώματα και αποφεύγεται η οποιαδήποτε αναφορά στα όσα συμβαίνουν εις βάρος της ελληνικής μειονότητας με την συστηματική προσπάθεια υφαρπαγής περιουσιών κυρίως στην Χειμάρα.

Και με την Αλβανία όμως η Κομισιόν αποφεύγει να ασκήσει πίεση σε ό,τι αφορά την επίλυση των διαφορών με την Ελλάδα και χαιρετίζει την «ενεργό συμμετοχή της στην περιφερειακή συνεργασία και την διατήρηση σχέσεων καλής γειτονίας» ενώ επισημαίνονται τα «σημαντικά βήματα που έχουν γίνει για την αντιμετώπιση των διμερών θεμάτων με την Ελλάδα..».
Παρά τις δημόσιες δηλώσεις πάντως τα «σημαντικά βήματα» που διαπιστώνει η Κομισιόν δεν έχουν αποτυπωθεί στο διαπραγματευτικό τραπέζι, ούτε σε ότι αφορά τα θαλάσσια σύνορα ούτε φυσικά στην εγκατάλειψη αλυτρωτισμών που παραπέμπουν στην Μεγάλη Αλβανία.

Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Απρ 2018


Το φθινόπωρο η ώρα της αλήθειας. Όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για τη Δύση ολόκληρη

Από τον Μανώλη Κοττάκη

Οι πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στον κυριακάτικο Τύπο («Παρόν») είναι ακριβείς: Πράγματι, και οι δικές μας πηγές αναφέρουν ότι «παρενέβη ο Βλαδίμηρος στον Ταγίπ», γι’ αυτό και την τελευταία εβδομάδα οι δηλώσεις των κορυφαίων του τουρκικού κράτους για την Ελλάδα είναι ηπιότερες σε σύγκριση με τις κορόνες των προηγούμενων εβδομάδων - τις καταγράψαμε στο σαββατιάτικο σημείωμα.

«Για να αρχίσει να μιλά στον ελληνικό Τύπο ο πλέον σιωπηλός πρέσβης των Αθηνών, ο Ρώσος Μαλρόβ, πράγματι υπάρχει εξέλιξη» μας ειπώθηκε από έγκυρες πηγές. Τα νέα για την ώρα -διότι με τους Τούρκους ποτέ δεν ξέρεις- είναι μάλλον καλά. Από τις νεότερες πληροφορίες που συγκεντρώνουμε, μάλλον θα έχουμε ένα ήσυχο καλοκαίρι.

Και τα καλά νέα ίσως στο μέλλον αφορούν και τους δύο στρατιωτικούς μας, για τους οποίους αχνοφαίνονται ελπίδες ότι θα κάνουν κι αυτοί καλοκαίρι μαζί μας. Και οι ίδιοι οι Τούρκοι, αναμένοντας αύξηση στον τουρισμό τους, συνειδητοποιούν εν τέλει ότι δεν συμφέρει ούτε τους ίδιους θερμό επεισόδιο. Ειδικά στην κατάσταση που βρίσκεται η οικονομία τους. Το αληθινό θέμα όμως είναι τι θα συμβεί από το φθινόπωρο και μετά.

Τότε υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για θερμό επεισόδιο σε ολόκληρη την περιοχή. Από την Κύπρο και την Κρήτη έως το Καστελόριζο και τον Έβρο. Θα είναι η εποχή που η Exxon Mobil πρέπει να αρχίσει τις έρευνές της στο Οικόπεδο 10. Θα είναι η εποχή που η Ελληνική Δημοκρατία θα ανακηρύξει αναδόχους για έρευνες εντοπισμού φυσικού αερίου νοτίως της Κρήτης. Θα είναι η εποχή που θα απαιτηθεί να ανακηρύξουμε ΑΟΖ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ως Ελλάς θα αρχίσουμε εξόρυξη. Αυτή θα είναι πράγματι η ώρα της αλήθειας! Όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για τη Δύση ολόκληρη.

Η Τουρκία φρόντισε να δείξει το Σάββατο τις διαθέσεις της με τη δήλωση αμφισβήτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας που κατέθεσε στον ΟΗΕ (με έμφαση στην επήρεια του Καστελόριζου).

Στην κυβέρνηση, μετά και την όποια αποκλιμάκωση ακολουθήσει μέσα στο καλοκαίρι, παρακολουθούν συστηματικά και αξιολογούν μόνο όσα δηλώνουν τέσσερις βασικοί παίκτες της τουρκικής πολιτικής σκηνής: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Εξωτερικών και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Και όταν ο τελευταίος, ο Χουλού Ακσάρ, δηλώνει -προ ημερών- «δεν θα δεχτούμε τετελεσμένα στην Κύπρο και στο Αιγαίο», σημαίνει συναγερμός. «Μην τολμήσετε να αρχίσετε έρευνες εντός της ελληνικής και της κυπριακής ΑΟΖ» είναι το μήνυμα.

Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι γίνεται σοβαρή νομική και διπλωματική προετοιμασία για τη στιγμή εκείνη. Η Ελλάδα έχει θεσμικά και νομικά όπλα-βόμβα για το στάτους κβο στο Αιγαίο, τα οποία σύντομα θα παρουσιάσει. Νομικά όπλα που δύσκολα θα αντικρούσει η Τουρκία. Αλλά και σε επίπεδο διπλωματικό επίσης γίνονται τεράστια βήματα.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος πρόκειται να επισκεφθεί το αμέσως προσεχές διάστημα την Αίγυπτο. Την Αίγυπτο, με την οποία εμείς και η Κύπρος υπογράψαμε διακήρυξη για τις θαλάσσιες ζώνες, την οποία και καταθέσαμε στον ΟΗΕ.

Κλείνω όπως άρχισα: Δεν μπορεί παρά να προκαλεί κατάπληξη ότι η ένταση στο Αιγαίο αυτή την εποχή αποκλιμακώνεται στο τρίγωνο Αθήνα - Μόσχα - Άγκυρα και όχι στο τρίγωνο Αθήνα - Ουάσινγκτον - Άγκυρα, όπως συνέβαινε μια ολόκληρη ζωή...

Δημοκρατία


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο Άγγελος Μ. Συρίγος

Οι προειδοποιητικοί πυροβολισμοί στη νήσο Ρω επανεμφάνισαν δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις σε ένα παλιό πρόβλημα. Σύμφωνα με την πρώτη σχολή σκέψεως, στα ελληνοτουρκικά χρειάζεται κατευνασμός και αυτοσυγκράτηση. Είναι γεγονός ότι δεν συμφέρει την Ελλάδα να εμπλακεί σε πόλεμο με την Τουρκία. Συνεπώς, πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία η κλιμάκωση. Oταν όμως ο κατευνασμός γίνεται αυτοσκοπός, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η επιμήκυνση του χρόνου μέχρι τη σύγκρουση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η άλλη πλευρά, ο Ερντογάν δηλαδή, έχει εκπεφρασμένο όραμα: την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923. Ο ίδιος την αποδίδει στην ανάγκη περιορισμού των εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών. Στην πραγματικότητα ζητά ένα νέο καθεστώς που να αντανακλά τη σημερινή ισορροπία μεταξύ των δύο κρατών και θα επιβεβαιώνει την τουρκική περιφερειακή ηγεμονία. Επομένως, ο Ερντογάν θα ανεβάζει την ένταση μέχρι να επιτύχει αυτό που θέλει.

Σύμφωνα με την άλλη σχολή σκέψεως, η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει η Τουρκία είναι η λογική της άμεσης ανταποδόσεως των χτυπημάτων, του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» (ή tit for tat που θα έλεγαν οι Αγγλοσάξονες). Με τις αντιλήψεις Ερντογάν αυτή η τακτική μπορεί να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Ενέχει, όμως δύο προβλήματα. Το σοβαρότερο είναι ότι μπορεί εύκολα να οδηγηθούμε σε ανεπιθύμητη κλιμάκωση μιας κρίσεως. Αυτό μπορεί να αποτραπεί μόνον με την ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας σε υψηλό επίπεδο που, σε περίπτωση επεισοδίου, θα περάσουν τα σωστά μηνύματα. Ούτε, όμως, η λογική της ανταποδόσεως λειτουργεί πάντα έτσι, ούτε οι αναφορές του πρωθυπουργικού γραφείου περί «Σουλτάνου» και οι ρητορικές εξάρσεις του υπουργού Εθνικής Αμυνας βοηθούν στη διατήρηση των διαύλων.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία κινείται βασιζόμενη σε πρακτικές που λανθασμένα καθιερώθηκαν κατά το παρελθόν, αλλά έχουν πλέον παγιωθεί. Η αλλαγή της ελληνικής αντιδράσεως απέναντι σε αυτές τις πρακτικές μπορεί να αντιμετωπισθεί ως αναίτια κλιμάκωση εκ μέρους μας. Μία τέτοια περίπτωση συνιστούν οι παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου. Σε όλο τον κόσμο είναι αυτονόητο πως όταν υπάρχει εσκεμμένη παραβίαση, ακολουθεί κατάρριψη. Αντιθέτως, στο Αιγαίο έχουν καθιερωθεί οι εικονικές αερομαχίες που διαρκούν μέχρι να αποφασίσουν οι Τούρκοι να απομακρυνθούν.

(Συναφές επίκαιρο ερώτημα είναι εάν θα συνεχισθεί η ίδια τακτική τώρα που στο Αιγαίο άρχισαν να πετούν τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα γνωστά μας drones.)

Η απάντηση σε αυτές τις δύο σχολές είναι ότι η όποια αντίδρασή μας πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο συγκεκριμένης στρατηγικής. Βρισκόμαστε ενώπιον μειζόνων ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή μας. Μοιάζουν ανάλογες με την πτώση του ανατολικού μπλοκ το 1989. Η Τουρκία θα επηρεασθεί άμεσα. Ο Ερντογάν το αντιλαμβάνεται και φοβάται ότι Ελλάδα και Κύπρος θα εκμεταλλευθούν τις νέες συνθήκες. Η ανατροπή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μπορεί να προέλθει από την ανακάλυψη και εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων νοτίως της Κύπρου. Αυτό προσπαθεί να αποτρέψει ο Ερντογάν. Οι μικροκρίσεις στο Αιγαίο και οι ψυχολογικές επιχειρήσεις με τους δύο στρατιωτικούς έχουν ως στόχο να αποπροσανατολίσουν την Ελλάδα από το κύριο ζητούμενο: τις εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ.

Εχουμε κάθε λόγο να αποφύγουμε άσκοπη κλιμάκωση κρίσεων. Καλό είναι επίσης να περνάμε μηνύματα αποτροπής προτού φτάσουμε στο επίπεδο να ανταποδίδουμε χτυπήματα. Κάπου εκεί θα μπορούσε να ενταχθεί και το επεισόδιο στη Ρω. Προϋπόθεση όμως είναι να υπάρχει άμεση ενημέρωση και διαρκής συντονισμός των υπουργείων Αμυνας και Εξωτερικών και ένα κέντρο αποφάσεων που φυσικά και υποχρεωτικώς είναι μόνον το πρωθυπουργικό γραφείο.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Καθημερινή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Γιώργου Χαρβαλιά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίγειο θέατρο πολέμου στην Συρία έχει εξελιχθεί σε πεδίο δράσης διαφόρων ομάδων επιδοτούμενων «ισλαμοκανίβαλων», ποικίλων αποχρώσεων, που αγωνίζονται να εξασφαλίσουν γεωγραφικούς τομείς επιρροής, αν όχι κατοχής.

Μία ακόμη μεγάλη και σοβαρή χώρα της Μέσης Ανατολής έχει ντε φάκτο διαμελιστεί. Και οι λεγόμενες «μεγάλες δυνάμεις» του πλανήτη κατατρώνε τις σάρκες της, δημιουργώντας στρατιές προσφύγων για να εξασφαλίσουν το μερτικό τους.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι σε όλη αυτή την χαοτική κατάσταση η μοναδική «συνεννοήσιμη» συνιστώσα για τον πολιτισμένο κόσμο είναι η αμυνόμενη κυβερνητική παράταξη του Μπασάρ Αλ Ασαντ. Του ηγέτη δηλαδή που βάλθηκαν να ανατρέψουν με το ζόρι οι αρχιτέκτονες της ολέθριας «Αραβικής Ανοιξης», όπως ακριβώς τον Μουμπάρακ, τον Καντάφι και τον Σαντάμ, χωρίς να συνυπολογίσουν, ούτε στο ελάχιστο τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό και το αντιδυτικό μένος των δυνάμεων που αναδείχθηκαν ως «διάδοχη κατάσταση».

Η πυραυλική επίθεση «τιμωρίας» των…ανθρωπιστικών κυβερνήσεων της Δύσης ήταν πρωτίστως μία κίνηση συμβολικής σημασίας. Ένα χτύπημα…μούφα, που θα έλεγαν και τα πιτσιρίκια, με μια αφορμή επίσης…μούφα, καθώς στο Συριακό κολαστήριο είναι πολύ σχετικό το ποιος κάνει χρήση όπλων μαζικής εξόντωσης.

Δυστυχώς ο Τράμπ μέσα στην αγωνία του να αποδείξει ότι δεν στήριξε την εκλογή του σε «ρωσικό δάκτυλο», υπέκυψε στις επιταγές του στρατιωτικο-διπλωματικού κατεστημένου των ΗΠΑ, που εξακολουθεί να ελέγχεται από το σύστημα Κλίντον, αλλά και των μεγάλων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης που εμφορούνται από άκρως εχθρικές προς τη Μόσχα αντιλήψεις «παγκοσμιοποίησης» τύπου Σόρος.

Ευτυχώς, από την άλλη πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν τόλμησε να τραβήξει το σχοινί με μία γενικευμένη επίθεση κατά ρωσικών στρατιωτικών στόχων, καθώς έχει αντιληφθεί ότι ο Πούτιν δεν αστειεύεται.

Το τραγικό της ιστορίας είναι όλη αυτή η ανατροφοδότηση μιας άκρως ψυχροπολεμικής ατμόσφαιρας από τον γερμανοκρατούμενο εσμό των Βρυξελλών, όλους αυτούς τους υπαλλήλους της Καγκελαρίας και φυσικά την ίδια (και απαράλλαχτη) γερμανική ηγεσία. Στην παγίδα, ως μη όφειλε, εκτός από την αδύναμη (και εν πολλοίς ασήμαντη) Γαλλία έπεσε και η Βρετανία σε μια προσπάθεια να εξιλεωθεί, για το Brexit παρότι η συντριπτική πλειονότητα των Βρετανών τάσσεται ξεκάθαρα κατά της ανάμιξης στη Συρία.

Είναι πολύ επικίνδυνη η αναχρονιστική αναβίωση της «Ρωσοφοβίας» που λανσάρουν πρωτίστως οι Γερμανοί και μάλιστα για μία υπόθεση, όπως αυτή της Συρίας όπου οι Ρώσοι σίγουρα δεν αποτελούν τον «αποσταθεροποιητικό παράγοντα». Δεν φταίει ο Πούτιν για όλα τα δεινά του πλανήτη. Ελεος πλέον…

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο και να εκμεταλλευθεί κάθε ευκαιρία, ώστε με το μικρότερο δυνατό κόστος να προκαλέσει και να εμπεδώσει μέσω των «γκρίζων ζωνών» την ουδετεροποίηση του Αιγαίου, εμφανίζεται η Άγκυρα.

Και το χθεσινό επεισόδιο με την «αποκάλυψη» από τον πρωθυπουργό της Τουρκίας, Μπιναλί Γιλντιρίμ, του περιστατικού στην βραχονησίδα Ανθρωποφάγοι, ηταν ο τελευταίος κρίκος σε αυτή την αλυσίδα προκλήσεων και μεθοδεύσεων.

Οι κ. Γιλντιριμ και Τσαβούσογλου εκτέλεσαν χθες μια ακομη ψυχολογική επιχείρηση ενός καλοσχεδιασμένου υβριδικού πολέμου εναντίον της Ελλάδας, που δυστυχώς διευκολύνεται ορισμένες φορές από την ίδια την ελληνική πλευρά.

Γιατί είναι εντελώς διαφορετικό η μονομερής αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και άλλο η διαμόρφωση των συνθηκών ώστε να επιβεβαιώνεται με ελληνική ανοχή, η θεωρία των «γκρίζων ζωνών», όπως έγινε προσφάτως στα Ίμια.

Η Τουρκία αποδεικνύει ότι ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, τάσεων συσχετισμών, και προσώπων, έχει διαμορφωμένη στρατηγική πλήρους αμφισβήτησης του στάτους κβο του Αιγαίου και δεν αποτελούν ευκαιριακό γεγονός οι όλο και πιο συχνές προκλήσεις του τελευταίου διαστήματος.

Απλώς βολεύει το ελληνικό πολιτικό σύστημα να αποδίδει την ζωτική αυτή απειλή για την εθνική ασφάλεια, σε συγκυριακά γεγονότα, στις εσωτερικές σκοπιμότητες και διεργασίες της Τουρκίας, καθώς έτσι θεωρεί ότι απαλλάσσεται από την ευθύνη της χάραξης μιας μακρόπνοης, ευέλικτης και αποτελεσματικής στρατηγικής έναντι της Τουρκίας.

Η πολιτική των «γκρίζων ζωνών» ήρθε (το 1996) για να μείνει, και ουδέποτε μέχρι τώρα υπήρξε το οποιοδήποτε δείγμα υπαναχώρησης από την πολιτική αυτή που αποτελεί την κορυφαία απειλή και αμφισβήτησης εθνικής κυριαρχίας.

Καθ’ όλη την διάρκεια των διερευνητικών επαφών, ακόμη και την περίοδο του ζεϊμπέκικου του Γιώργου Παπανδρέου, του εναγκαλισμού με τον αδύναμο τότε Ταγίπ Ερντογάν, με την κουμπαριά του κ. Κώστα Καραμανλή αλλά και μέχρι πρόσφατα, οι συνομιλίες προσέκρουαν πάντοτε στην απαίτηση της Τουρκίας για επιβολή καθεστώτος αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας όχι μόνο επί των βραχονησίδων, αλλά και των κατοικημένων νησιών στο Αιγαίο.

Η Τουρκία θα διατηρήσει πλήρως την αναθεωρητική αυτή ατζέντα της όχι γιατί θέλει να… κουρσέψει κάποιο ελληνικό νησί, αλλά θεωρεί ότι διατηρώντας υπό αμφισβήτηση το καθεστώς του Αιγαίου, αφενός αποτρέπει κάθε προσπάθεια της Ελλάδας από δω και πέρα για άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στο Αιγαίο και συγχρόνως αποκτά ένα «όπλο» για μια μελλοντική διαπραγμάτευση όπου θα επιχειρήσει με το χαρτί των «γκρίζων ζωνών» να εξισορροπήσει το γεωγραφικό μειονέκτημα της στο Αιγαίο, επιτυγχάνοντας μια ουσιαστική συνεκμετάλλευση.

Δυστυχώς η Άγκυρα έχει αντιληφθεί πλήρως το πως αντιδρά η Ελλάδα και η ελληνική κοινή γνώμη στα θέματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και αυτό έχει να κάνει όχι μόνο με το Αιγαίο, αλλά και με τις παραβιάσεις ακόμη και με την υπόθεση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών.

Το ανέβασμα των τόνων και οι λεκτικοί «παλικαρισμοί» από σημαντικούς και κορυφαίους παράγοντες στην Αθήνα, «εμπνέουν» ιδιωτικές πρωτοβουλίες όπως αυτή στους Φούρνους, που με καλή πίστη και θεωρώντας ότι πραγματικά υπηρετούν το εθνικό συμφέρον αποφασίζουν να υποκαταστήσουν το κράτος εκεί που τα πράγματα είναι εύκολα και απλά: στην αιφνιδιαστική ύψωση της ελληνικής σημαίας σε κάποιες από (και όχι όλες) τις βραχονησίδες. Και κανείς προφανώς δεν αναλογίζεται πως θα γίνει η διαχείριση του επόμενου σκέλους του εγχειρήματος, όταν αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε κρίση.

Η επιβεβαίωση και διατήρηση της ελληνικής κυριαρχίας αποτελεί ευθύνη της Πολιτείας και όχι της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Και φυσικά η εμπειρία των Ιμίων αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα. Όταν μια καλών προθέσεων πρωτοβουλία, οδήγησε σε ένα θερμό επεισόδιο που η τότε κυβέρνηση δεν μπορούσε να διαχειρισθεί και κατέληξε σε μια τραγωδία με τρεις Έλληνες στρατιωτικούς νεκρούς, και τα Ίμια «γκρίζα».

Η εξωτερική πολιτική δεν γράφεται με καλές προθέσεις ούτε με ιδιωτικές πρωτοβουλίες, ούτε με «ηρωικούς αυτοσχεδιασμούς».

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Σκηνικό κρίσης Ιμίων επιχείρησε να στήσει η Άγκυρα, εκμεταλλευόμενη μία επιπόλαιη πρωτοβουλία τριών νεαρών από τους Φούρνους, οι οποίοι πήγαν στις 13 Απριλίου στη γειτονική βραχονησίδα Μικρός Ανθρωποφάς και έστησαν την ελληνική σημαία. Σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, την ελληνική σημαία κατέβασαν κομάντος της τουρκικής Ακτοφυλακής. Από την πλευρά του ο Έλληνας κυβερνητικός εκπρόσωπος αμφισβήτησε την τουρκική εκδοχή, ενώ ο δήμαρχος Φούρνων δήλωσε πως ο ίδιος είδε την ελληνική σημαία να κυματίζει.

Το περιστατικό δημοσιοποίησε ο Τούρκος πρωθυπουργός Γιλντιρίμ, ο οποίος κάλεσε την Αθήνα να αποφεύγει τις προβοκάτσιες. Στο περιστατικό αναφέρθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου, δηλώνοντας ότι εάν χρειασθεί οι Τούρκοι θα το ξανακάνουν. Όπως είναι γνωστό, η Άγκυρα αμφισβητεί την ελληνικότητα όχι μόνο βραχονησίδων, αλλά και κατοικημένων ελληνικών νησιών. Επισήμως, μάλιστα, έχουν κατονομάσει συγκεκριμένες νησίδες, με τον σχετικό τουρκικό κατάλογο να διαφοροποιείται.

Η Τουρκία επιχείρησε το 1996 ένα ποιοτικό άλμα στις μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις της, όπως αυτές εγκαινιάσθηκαν το 1973. Τότε, η Άγκυρα είχε εγείρει διεκδικήσεις στην υφαλοκρηπίδα του ανατολικού Αιγαίου. Ακολούθησε σύντομα η αμφισβήτηση των ορίων του ελληνικού FIR (περιοχή ελέγχου των πτήσεων πολιτικής αεροπορίας) και η άρνηση αποδοχής του ελληνικού εναέριου χώρου των 10 μιλίων. Το εύρος αυτό ισχύει από το 1931 και για δεκαετίες δεν είχε αμφισβητηθεί από την τουρκική πλευρά.

Στην πραγματικότητα, από το 1973-74 η Άγκυρα άρχισε να οικοδομεί τις προϋποθέσεις μίας ιδιότυπης “πολιορκίας” των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου, η οποία προοπτικά θα της επέτρεπε να εγείρει και εδαφικές διεκδικήσεις. Εμφάνιζε τα ελληνικά νησιά να “κάθονται” σε τουρκική υφαλοκρηπίδα και να περιβάλλονται από εναέριο χώρο, ελεγχόμενο από την Τουρκία.

Το τετελεσμένο στα Ίμια

Το επόμενο κρίσιμο βήμα έγινε στις αρχές του 1996 με την επίσημη προβολή της θεωρίας περί “γκρίζων ζωνών”, η οποία και προκάλεσε την κρίση στα Ίμια. Η πάγια τακτική της Άγκυρας είναι να εγείρει μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις και στη συνέχεια να καλεί την Αθήνα να διαπραγματευθεί, δηλαδή να μοιράσει τα ελληνικά δικαιώματα. Για τον σκοπό αυτό ασκούσε άμεση ή έμμεση στρατιωτική πίεση.

Σ’ εκείνη την κρίση για πρώτη φορά η Τουρκία όχι μόνο διεκδίκησε ελληνικό έδαφος, αλλά και δημιούργησε τετελεσμένο. Η πρόκληση κρίσης και η απειλή πολέμου υποχρέωσαν την Αθήνα ουσιαστικά να αποδεχθεί το “γκριζάρισμα” των δύο αυτών βραχονησίδων. Μπορεί τότε η κυβέρνηση Σημίτη να είχε αιφνιδιασθεί από την ποιοτική κλιμάκωση του τουρκικού επεκτατισμού, αλλά η προβολή εδαφικών διεκδικήσεων δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.

Τον Ιούνιο του 1991, ο τότε αρχηγός του τουρκικού στόλου ναύαρχος Ιλφάν Τινάζ είχε ισχυρισθεί δημοσίως ότι οι βραχονησίδες του Αιγαίου δεν είναι ελληνικό έδαφος! Η δήλωση εκείνη ήταν ενδεικτική των κυοφορούμενων τότε προθέσεων της Άγκυρας, αλλά η Αθήνα δεν της είχε δώσει τότε τη δέουσα προσοχή.

Η ιστορία μας διδάσκει, όμως, πως όταν η Άγκυρα προσθέτει μία νέα μονομερή διεκδίκηση στο καλάθι των ελληνοτουρκικών δεν την ξεχνάει. Την καλλιεργεί με επιμονή και συστηματικότητα, ώστε να την εγγράψει στη συνείδηση του διεθνούς συστήματος ως υπαρκτή διαφορά που χρειάζεται επίλυση μέσω συμβιβασμού. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η αμφισβήτηση της συνθήκης της Λωζάννης από τον Ερντογάν και τους υπουργούς του δεν είναι πυροτέχνημα. Ειπώθηκε για να μπει με κάποιον τρόπο στο τραπέζι.

Η θεωρία των «γκρίζων ζωνών»

Η υπόθεση των Ιμίων κατέστη ζωτικής σημασίας, επειδή χρησιμοποιήθηκε πιλοτικά για την προώθηση της θεωρίας των “γκρίζων ζωνών”. Το τουρκικό διάβημα (29-1-1996) ήγειρε ευρύτερη αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας. Στόχος των Τούρκων δεν ήταν να επεκτείνουν κατά δύο-τρία μίλια δυτικότερα τα σύνορα, αλλά να μετατρέψουν σε “γκρίζα ζώνη” ένα μεγάλο τμήμα του Αιγαίου. Υπενθυμίζουμε ότι η βραχονησίδα Μικρός Ανθρωποφάς είναι δίπλα στους Φούρνους, δηλαδή δυτικότερα της Σάμου, όχι κοντά στη νοητή θαλάσσια ελληνοτουρκική μεθοριακή γραμμή.

Σύμφωνα με τη θεωρία τους, όσες νησίδες του Αιγαίου δεν αναφέρονται ρητά στις συνθήκες Λωζάννης (1923) και Παρισίων (1947) είναι απροσδιόριστης κυριαρχίας. Η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι όλες αυτές οι νησίδες, που παλαιότερα ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα έπρεπε να προσαρτηθούν στην Τουρκία, που είναι το διάδοχο κράτος. Μεγαλόθυμα, όμως, δηλώνει διατεθειμένη να διαπραγματευθεί με την Αθήνα το μοίρασμά τους!

Η θεωρία των “γκρίζων ζωνών” είναι διάτρητη, επειδή η συνθήκη της Λωζάννης αναφέρει σαφώς ότι στην Τουρκία ανήκουν μόνο όσες νησίδες δεν αναφέρονται ρητά στις συνθήκες και βρίσκονται στη ζώνη τριών μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές. Η ίδια συνθήκη δίνει στην Ελλάδα την κυριαρχία όχι μόνο των μεγάλων νησιών, που αναφέρονται ονομαστικά, αλλά και των παρακείμενων νησίδων.

Αναφορικά με τα Δωδεκάνησα, υπάρχει η ιταλοτουρκική συνθήκη (4-1-1932) (τότε τα Δωδεκάνησα ήταν υπό ιταλική κατοχή) που ρυθμίζει το εδαφικό καθεστώς. Υπάρχει και το συμπληρωματικό ιταλοτουρκικό πρωτόκολλο για την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων (28-12-1932), στο οποίο αναφέρεται ποιες νησίδες ανήκουν στη μία και ποιες στην άλλη χώρα. Στο άρθρο 30 αναφέρεται ρητά ότι τα Ίμια, όπως και όλες οι άλλες νησίδες που σήμερα διεκδικεί η Τουρκία, ανήκαν στην Ιταλία. Με τη συνθήκη των Παρισίων (1947) παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.

Η ιδιαιτερότητα του Αιγαίου

Η Άγκυρα προσπαθεί να εμφανίσει το Αιγαίο σαν ένα πέλαγος, όπου ναι μεν υπάρχουν ελληνικά νησιά σ’ όλη σχεδόν την έκτασή του, αλλά αυτά δεν οριοθετούν τη θαλάσσια συνοριακή γραμμή των δύο χωρών. Το Αιγαίο, όμως, δεν είναι μία θάλασσα που απλώς παρεμβάλλεται μεταξύ δύο παράκτιων χωρών, όπως υποστηρίζουν οι Τούρκοι.

Η μισή περίπου έκτασή του είναι ελληνικός εθνικός χώρος. Και ο υπόλοιπος είναι διεθνής χώρος, ο οποίος, όμως, συνδέει ελληνικά νησιά με την ηπειρωτική Ελλάδα. Κατά συνέπεια, η θάλασσα αυτή δεν έχει την ίδια σημασία για τις δύο χώρες. Γι’ αυτό και τα –εκτός διεθνούς δικαίου– μέτρα που τις εξισώνουν λειτουργούν προς όφελος της Τουρκίας.

Είναι προφανές ότι, εάν η Τουρκία αποκτούσε την κυριαρχία έστω και μίας μόνο βραχονησίδας δυτικά της αλυσίδας Σαμοθράκη-Λήμνος-Λέσβος-Χίος-Σάμος-Κάλυμνος-Κως- Ρόδος-Καστελλόριζο, όχι μόνο θα ανέτρεπε το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, αλλά και θα άλλαζε ριζικά τον χαρακτήρα του Αιγαίου. Η περίπτωση της βραχονησίδας Μικρός Ανθρωποφάς είναι μία τέτοια περίπτωση.

Η δήλωση της πρωθυπουργού Τσιλέρ εκείνη την εποχή στην εφημερίδα Χουριέτ ήταν σαφέστατη: «Μέχρι τώρα η Τουρκία υποσυνείδητα αποδεχόταν ότι τα νησιά αυτά έμπρακτα ανήκουν στην Ελλάδα. Εμείς θα το αλλάξουμε αυτό». Ελάχιστες ημέρες μετά την κρίση (3-2-1996) η Τσιλέρ δήλωσε ότι θα φέρει στο διεθνές προσκήνιο το καθεστώς 1.000 περίπου νησίδων και βραχονησίδων που αποτελούν τουρκικό έδαφος! Το 1998 ο τότε Τούρκος πρόεδρος Ντεμιρέλ, με δήλωσή του στη Χουριέτ, κατέβασε τον αριθμό, ισχυριζόμενος ότι 132 νησίδες ανήκουν στην Τουρκία! Στο πλαίσιο αυτό, το μετακεμαλικό καθεστώς έφθασε στο σημείο να αμφισβητήσει ακόμα και την ελληνικότητα της Γαύδου!

Και κατοικημένα νησιά

Η Άγκυρα πάτησε στο προηγούμενο των Ιμίων για να αποσταθεροποιήσει την ελληνική κυριαρχία και σε κατοικημένες νησίδες. Στις 29-1-1996, η Άγκυρα είχε ονομαστικά αναφέρει σαν “γκρίζες ζώνες” όχι μόνο τα Ίμια, αλλά και τα κατοικημένα νησιά Ψέριμο και Φούρνους! Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, μάλιστα, η Τουρκία συμπεριφέρεται σαν το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι να είναι δικό της έδαφος. Η διεκδίκηση έχει μετεξελιχθεί από θεωρητική σε έμπρακτη. Το ίδιο συμβαίνει και με τις νησίδες Στρογγύλη και Ρω, που βρίσκονται εκατέρωθεν του Καστελόριζου.

Με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης, ο Κεμάλ έκλεισε τα εξωτερικά μέτωπα και στράφηκε στην εδραίωση του καθεστώτος του. Όταν το καθεστώς σταθεροποιήθηκε και ένοιωσε ισχυρό, άρχισε να έχει διεκδικήσεις. Το 1936 επέτυχε με τη συνθήκη του Μοντρέ να αναθεωρήσει τη διάταξη της συνθήκης της Λωζάννης που πρόβλεπε αποστρατικοποίηση των Στενών. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 η Τουρκία προσάρτησε την επαρχία της Αλεξανδρέττας που ανήκε στην αποικιοκρατούμενη τότε Συρία.

Από τη δεκαετία του 1950 η Άγκυρα εστίασε την επεκτατική ροπή της στην Κύπρο με αποκορύφωμα την εισβολή του 1974. Η επιτυχία της εκείνη της άνοιξε τον δρόμο για να κλιμακώσει τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο. Από τότε προσπαθεί να ανατρέψει το ισχύον νομικό καθεστώς, προβάλλοντας τραβηγμένες από τα μαλλιά ερμηνείες των διεθνών συνθηκών, αλλά όχι αμφισβητώντας τες ευθέως.

Είναι αληθές ότι στο παρελθόν υπήρξαν κάποιες δηλώσεις εκ μέρους του Οζάλ και του Ντεμιρέλ ότι κακώς η Τουρκία είχε αποδεχθεί την παραχώρηση στην Ελλάδα των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και κυρίως των Δωδεκανήσων. Επρόκειτο, όμως, περισσότερο για δηλώσεις νοσταλγίας του αυτοκρατορικού παρελθόντος.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο αρχηγός της κεμαλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Τουρκία Κιλιντσάρογλου κατηγορεί τον Ερντογάν ότι έχει αφήσει τουρκικά νησιά στο Αιγαίο να είναι υπό ελληνική κατοχή και τον καλεί ουσιαστικά να επέμβει για να κατεβάσει την ελληνική σημαία! Με άλλα λόγια, επιχειρεί να διεμβολίσει την πολιτική ηγεμονία του Τούρκου προέδρου, υπερακοντίζοντας σε εθνικισμό-επεκτατισμό.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου