Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

23 Ιαν 2017


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Μπορεί οι εμπειρογνώμονες στο Μοντ Πελεράν να ολοκλήρωσαν την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού (εγγυήσεις, στρατεύματα, ασφάλεια) και να έθεσαν τα βασικά ερωτήματα, αλλά τίποτα δεν προδιαγράφει γεφύρωση του χάσματος που επιβεβαιώθηκε στη διάσκεψη της Γενεύης. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία των εμπειρογνωμόνων είναι ένας τρόπος να συντηρηθεί η δυναμική της διαπραγμάτευσης.

O Έιντε (ειδικός απεσταλμένος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών) και το επιτελείο του έχουν ήδη καταγράψει τις εκατέρωθεν θέσεις και έχουν επεξεργασθεί φόρμουλες με σκοπό να σύρουν την Αθήνα να αποδεχθεί “ολίγες τουρκικές εγγυήσεις και ολίγα τουρκικά στρατεύματα”. Υπενθυμίζουμε ότι σ’ αυτή τη γραμμή είχε κινηθεί το προηγούμενο διάστημα και ο Αναστασιάδης. Απόδειξη αυτού είναι το σχετικό non paper που είχε παραδώσει στη Γραμματεία του ΟΗΕ. Μία τέτοια φόρμουλα προωθήθηκε στη Γενεύη από τον Έιντε με τη βοήθεια του υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας Τζόνσον.

Για την Αθήνα, όμως, η θέση «όχι εγγυήσεις, όχι τουρκικά στρατεύματα» είναι θεμελιώδης θέση. Ο Κοτζιάς, μάλιστα, είχε φροντίσει από το 2015 να την εγγράψει στην ατζέντα του Κυπριακού. Για να την ενισχύσει, μάλιστα, απέφυγε επιμελώς να αναμιχθεί έστω και συμβουλευτικά στις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις για τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού.

Συνηθισμένοι από τις ελληνικές υπαναχωρήσεις, οι εμπλεκόμενοι διεθνείς παίκτες θεωρούσαν για ένα μεγάλο διάστημα τη θέση του Κοτζιά διαπραγματευτικό ελιγμό με σκοπό την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων σ’ άλλα ζητήματα. Θεωρούσαν, λοιπόν, ότι στη διαδρομή θα χανόταν με τη βοήθεια κάποιας διπλωματικής φόρμουλας για να διασωθούν τα προσχήματα. Όταν, όμως, οι διαπραγματεύσεις εισήλθαν στην τελική ευθεία διαπίστωσαν ότι η Αθήνα εννοούσε αυτό που έλεγε.

Ήταν τότε που η αμερικανική διπλωματία επιχείρησε να πείσει τον Τσίπρα να παρακάμψει τον υπουργό Εξωτερικών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δέχθηκε τέτοια έμμεση πλην σαφή σύσταση από τον απελθόντα Αμερικανό αντιπρόεδρο Μπάιντεν. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε δραστήρια και η υφυπουργός Νούλαντ.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Αναστασιάδης, ο οποίος φρόντισε να έχει συχνές συναντήσεις και συνομιλίες με τον Τσίπρα, κατά τη διάρκεια των οποίων προσπάθησε να τον πείσει για τη δική του πολιτική. Παραλλήλως, οι γνωστοί “ανανικοί” κύκλοι σε Κύπρο και Ελλάδα άρχισαν να στοχοποιούν τον Κοτζιά, κατηγορώντας τον σαν εθνικιστή που επιχειρεί να τορπιλίσει τη λύση. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, οι σχετικές επιθέσεις είχαν την ευλογία και του προεδρικού μεγάρου της Λευκωσίας και της ηγεσίας του ΔΗΣΥ. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο επικεφαλής του ΑΚΕΛ Άνδρος Κυπριανού, τον οποίο ο Κοτζιάς λίγο καιρό πριν θεωρούσε ότι είχε πείσει. Σ’ αυτό το παιχνίδι συνέπραξαν και κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι, στο όνομα της καταπολέμησης του εθνικισμού, είχαν υποστηρίξει το σχέδιο Ανάν και συνεχίζουν να υποστηρίζουν λύση τύπου Ανάν.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, για ένα διάστημα ο Τσίπρας ήταν με το ένα πόδι στη γραμμή του Κοτζιά και με το άλλο στη γραμμή του Αναστασιάδη. Μη έχοντας επαρκή γνώση του Κυπριακού και ακριβή συνείδηση του εθνικού διακυβεύματος, αρχικά κινήθηκε σαν γεφυροποιός. Είχε, ωστόσο, λάβει το έμμεσο πλην σαφές μήνυμα από τον υπουργό του ότι δεν ήταν διατεθειμένος να συνυπογράψει τουρκικές εγγυήσεις.

Σύμφωνα με πηγή του Μαξίμου, ο Τσίπρας θεωρεί τον Κοτζιά πολύ δύσκολο χαρακτήρα και τη συνεργασία μαζί του μία μικρή δοκιμασία. Από την άλλη πλευρά, όμως, θεωρεί ότι σε γενικές γραμμές τα έχει πάει καλά στο υπουργείο Εξωτερικών. Εάν σ’ αυτό προστεθεί και το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός γενικά αποφεύγει κινήσεις που ενδεχομένως να προκαλούσαν κάποιο ρήγμα στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γίνεται κατανοητός ο λόγος που στον τελευταίο ανασχηματισμό τον διατήρησε στο αξίωμά του.

Εκτός αυτών, ο Τσίπρας θεωρεί λογική τη θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν χρειάζεται εγγυήσεις και ότι πρέπει να αποχωρήσουν τα τουρκικά στρατεύματα. Στο πλαίσιο αυτό είχε υιοθετήσει και την εισήγηση του Κοτζιά για εκ των προτέρων συνάντηση με τον Ερντογάν, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η διάσκεψη για την εξωτερική πτυχή του Κυπριακού θα είχε προοπτική επιτυχίας.

Όταν στο δείπνο της 1ης Δεκεμβρίου ο Αναστασιάδης έσπασε την από κοινού χαραγμένη γραμμή Αθήνας-Λευκωσίας και συμφώνησε με τον Έιντε και τον Ακιντζί να συγκληθεί πενταμερής διάσκεψη στις 12 Ιανουαρίου, ο Τσίπρας δεν αντέδρασε δημοσίως. Θεώρησε, όμως, το γεγονός ως επιβεβαίωση των επιφυλάξεων του Κοτζιά για τον ρόλο του Κύπριου προέδρου. Το γεγονός αυτό τον έφερε πιο κοντά στη θέση του υπουργού του.

Στη συνέχεια, η άρνηση του Ερντογάν να συναντηθεί με τον Τσίπρα και η ανελαστική στάση του Τσαβούσογλου στη Γενεύη διέψευσαν συνεργάτες του πρωθυπουργού και όσους άλλους του είχαν καλλιεργήσει την εντύπωση ότι αν η Αθήνα υιοθετούσε μία ελαστική γραμμή θα προέκυπτε συμφωνία. Ήταν οι ίδιοι κύκλοι που του καλλιεργούσαν τον φόβο πως η γραμμή Κοτζιά θα απομόνωνε διεθνώς την Ελλάδα κι αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις ακόμα και στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.

Μπορεί αυτό να μην συνέβη, αλλά είναι πολλοί που θεωρούν ότι εγγράφοντας στην ατζέντα το ζήτημα της κατάργησης των εγγυήσεων και της αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων, ο Κοτζιάς “τους χάλασε τη σούπα”. Είναι αξιοσημείωτο ότι είδαν το φως σε διεθνή Μίντια πανομοιότυπες πληροφορίες pvw ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ουσιαστικά τορπίλισε τη διάσκεψη και λόγω της στάσης του δεν είναι αποδεκτός ως συνομιλητής από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Γκουτιέρες. Η παραπληροφόρηση αυτή, κατόπιν ελληνικής αντίδρασης, υποχρέωσε τον Γκουτιέρες να προβεί σε διάψευση.

Σύμφωνα με διπλωματική πηγή στην Αθήνα, πίσω από αυτά τα δημοσιεύματα είναι ο Έιντε. Ο ειδικός απεσταλμένος είναι χολωμένος και λόγω ενός περιστατικού στη Γενεύη. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο Έλληνας υπουργός μίλησε για κατοχική δύναμη στην Κύπρο. Ο Έιντε, παρουσία του γενικού γραμματέα Γκουτιέρες, απάντησε πως δεν υπάρχει καμία τέτοια αναφορά σε έγγραφα του ΟΗΕ. Ο Κοτζιάς τον διέψευσε, καταθέτοντας ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1983) με τέτοια ρητή αναφορά. Του υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ως υπάλληλος του ΟΗΕ πρέπει να γνωρίζει και να σέβεται τις αποφάσεις του Οργανισμού.

Το γεγονός ότι ακόμα και ο Αναστασιάδης υποχρεώθηκε να προσχωρήσει τουλάχιστον ρητορικά στη γραμμή “όχι τουρκικές εγγυήσεις, όχι τουρκικά στρατεύματα” θεωρείται από τον Τσίπρα δικαίωση της επιλογής του να στηρίξει τη θέση του Κοτζιά. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως συρρικνώνονται οι πιθανότητες να τον παρακάμψει στην επόμενη φάση, αν και οι σχετικές πιέσεις συνεχίζονται.

Είναι ενδεικτικό ότι ο Κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος Χριστοδουλίδης δήλωσε πως μετά την ολοκλήρωση της εργασίας των εμπειρογνωμόνων θα συγκληθεί και πάλι η διάσκεψη αυτή τη φορά σε επίπεδο ηγετών. Το ίδιο έγραψε και η τουρκοκυπριακή εφημερίδα Χαβαντίς, προσθέτοντας, παρά τη διάψευση της Γραμματείας του ΟΗΕ, ότι θα παρακαμφθούν οι υπουργοί Εξωτερικών επειδή ο Γκουτιέρες δεν θέλει ως συνομιλητή τον Κοτζιά.

Διπλωματική πηγή, που έχει γνώση των συνομιλιών σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, εκτιμάει ότι η διήμερη αυτή συνάντηση δεν άνοιξε καμία νέα προοπτική. Η τουρκική πλευρά, μάλιστα, αρνήθηκε να καταθέσει γραπτές προτάσεις, περιοριζόμενη στο να επαναλάβει την απαίτησή της να παραμείνουν για απροσδιόριστο χρόνο τουρκικά στρατεύματα στη Μεγαλόνησο, καθώς και να διατηρηθούν, έστω και με διαφορετική μορφή, οι τουρκικές εγγυήσεις και το επεμβατικό δικαίωμα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Άγκυρα απαιτεί, επίσης, οι Τούρκοι πολίτες να έχουν στην Κύπρο τα δικαιώματα που θα έχουν οι Κύπριοι (ελεύθερη διακίνηση, εγκατάσταση, απόκτησης περιουσίας κλπ). Η απαίτηση αυτή (από ένα κράτος που δεν είναι μέλος της ΕΕ) αντανακλά την επιδίωξη της Τουρκίας να ενισχύσει την οικονομική και πληθυσμιακή παρουσία της στο σύνολο της Μεγαλονήσου.

Οι συνομιλίες των εμπειρογνωμόνων επιβεβαίωσαν αυτό που είχε καταστεί σαφές και στη διάσκεψη: Η ανελαστική στάση της τουρκικής πλευράς επιβεβαιώνουν και στο διπλωματικό επίπεδο ότι η γραμμή είναι αυτή που αποτύπωσαν οι δηλώσεις του Ερντογάν: η Τουρκία θα μείνει για πάντα στην Κύπρο. Ο σύμβουλός του Μπουλούτ, μάλιστα, εξέφρασε με ακόμα πιο καθαρό τρόπο τη γραμμή της Άγκυρας: «Εκείνοι που ονειρεύονται με επιτραπέζια παιχνίδια να χωρίσουν από την πατρίδα Τουρκία την Κύπρο, την οποία πήραμε με το αίμα των ηρώων μας, τότε ας έρθουν αν είναι έτοιμοι να πληρώσουν το ίδιο τίμημα».

Εκτός από τη βύθισή του στον πιο ακραίο εθνικισμό, ο Ερντογάν δεν έχει και πολιτικά περιθώρια να κάνει το παραμικρό βήμα πίσω. Αυτό τον καιρό παίζει το κορυφαίο πολιτικό παιχνίδι του. Βρίσκεται σε εξέλιξη η μετατροπή του πολιτεύματος από προεδρευομένη σε προεδρική δημοκρατία, η οποία τελικώς θα κριθεί σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο.

Για να αναδειχθεί σε πρόεδρο-σουλτάνο, ο Ερντογάν έχει ανάγκη και έχει εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική υποστήριξη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης. Οι “Γκρίζοι Λύκοι” θα την απέσυραν και θα στρέφονταν εναντίον του εάν έκανε το παραμικρό βήμα πίσω. Ενδεικτικό του εθνικιστικού πυρετού είναι το γεγονός ότι η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορεί προκαταβολικά τον Τούρκο πρόεδρο ότι προετοιμάζει υποχωρήσεις!

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, αποκλείεται να υπάρξει διαφοροποίηση της τουρκικής θέσης και ως εκ τούτου εποικοδομητική διαπραγμάτευση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι και το δεύτερο μέρος της διάσκεψης εκ των πραγμάτων θα περιέλθει σε αδιέξοδο, έστω και αν η Γραμματεία του ΟΗΕ αποφύγει να χρησιμοποιήσει αυτό τον όρο.

Τόσο ο Έιντε, όσο και οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων Αναστασιάδης και Ακιντζί είχαν πριν συγκληθεί η διάσκεψη συνείδηση ότι δεν υπήρχαν ούτε κατ’ ελάχιστον οι προϋποθέσεις για συμφωνία. Για την τουρκική πλευρά, ωστόσο, και μόνο το γεγονός της σύγκλησης πενταμερούς διάσκεψης ήταν μία διπλωματική επιτυχία, επειδή ενίσχυσε τον τουρκικό ισχυρισμό περί «εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας».

Η Νούλαντ, που καθοδηγούσε τον Έιντε, ήλπιζε πως συγκεντρώνοντας όλους τους πρωταγωνιστές στη Γενεύη, με την άσκηση πιέσεων, θα τους πειθανάγκαζε να υπογράψουν μία συμφωνία-πλαίσιο. Δεδομένων των σημαντικών διαφορών όχι μόνο για την εξωτερική, αλλά και για εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, μία τέτοια συμφωνία θα ήταν αναπόφευκτα γεμάτη από τις λεγόμενες «εποικοδομητικές ασάφειες». Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι «εποικοδομητικές ασάφειες» είναι εποικοδομητικές μόνο για την ισχυρή πλευρά, η οποία, όταν έρχεται η ώρα, τις ερμηνεύει σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Αν και οι Ελληνοκύπριοι έχουν πικρή πείρα, ο Αναστασιάδης έπαιξε σ’ αυτό το παιχνίδι.

Η επιχείρηση να εκβιασθούν τα πράγματα για να υπογραφεί μία συμφωνία-πλαίσιο και να δημιουργηθεί πολιτικό τετελεσμένο έπεσε στο κενό. Αφενός επειδή η Αθήνα επέμεινε ότι το ζήτημα της κατάργησης των εγγυήσεων και της αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων είναι ζήτημα αρχής και όχι θέση με σκοπό την εξασφάλιση άλλων ανταλλαγμάτων. Αφετέρου, επειδή η Άγκυρα δεν έκανε το παραμικρό βήμα πίσω, στο οποίο να μπορούσε να πατήσει ο Έιντε για να πιέσει την ελληνική πλευρά.

Το γεγονός ότι ο Κοτζιάς κατάφερε να καταστήσει και τις εγγυήσεις και τα στρατεύματα κεντρικά ζητήματα της διαπραγμάτευσης αποτελεί διπλωματική επιτυχία. Μέχρι πρότινος, οι Αμερικανοβρετανοί, που καθοδηγούν τη Γραμματεία του ΟΗΕ όσον αφορά το Κυπριακό, θεωρούσαν δεδομένο πως θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απαίτηση της Άγκυρας για τουρκικές εγγυήσεις και για στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο. Τώρα, συνειδητοποιούν ότι εδώ υπάρχει ένα δύσκολα γεφυρώσιμο χάσμα.

Δικαιολογημένα το θεωρούσαν, επειδή παραδοσιακά οι εγγυήσεις δεν είχαν τεθεί ούτε από την ελληνοκυπριακή πλευρά ούτε από την Αθήνα ως αποφασιστικής σημασίας ζήτημα. Χωρίς να λέγεται ρητά, αφηνόταν να εννοηθεί ότι θα βρισκόταν ένας συμβιβασμός στη γραμμή “ολίγες τουρκικές εγγυήσεις, ολίγα τουρκικά στρατεύματα”.

Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα, το διακύβευμα δεν είναι πλέον το περιεχόμενο μίας συμφωνίας, αλλά το ποια πλευρά θα χρεωθεί το αδιέξοδο. Αυτός είναι ο λόγος που η Τουρκία παραμένει στις διαπραγματεύσεις. Το γεγονός, μάλιστα, ότι οι “ανανικοί” σε Κύπρο και Ελλάδα στοχοποιούν τον Κοτζιά αντικειμενικά διευκολύνει την προπαγάνδα της Άγκυρας.

Κι αυτό σε μία περίοδο που η μετοχή της Τουρκίας του Ερντογάν είναι στα χαμηλότερά της στα δυτικά πολιτικά χρηματιστήρια και που με την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ η αμερικανική στάση θα επανακαθορισθεί. Η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου ήταν ανέκαθεν μεγάλη. Τον τελευταίο καιρό, όμως, έχει αναβαθμισθεί περαιτέρω αφενός λόγω της γεωπολιτικής ρευστότητας που επικρατεί στη Μέση Ανατολή, αφετέρου λόγω της ανακάλυψης κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όπως έγραψε και ο Νταβούτογλου πριν 15 χρόνια, «Το Κυπριακό Ζήτημα δεν είναι ούτε κανονική τουρκοελληνική εθνική διαφορά ούτε μια απλή τουρκοελληνική ένταση… Η σημασία της γεωγραφικής θέσης του νησιού από γεωστρατηγική οπτική είναι καθοριστικής σημασίας, ανεξάρτητα από το ανθρώπινο στοιχείο που υπάρχει εκεί. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρήσει ένα Κυπριακό Ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορη μπροστά σε τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου».

Σ’ αυτό το τελευταίο ο Νταβούτογλου έχει άδικο. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει κατά κανόνα μάθει να θεωρεί την Κύπρο όχι γεωστρατηγικό πλεονέκτημα, αλλά “βαρίδι” που πρέπει να με κάθε τρόπο να ξεφoρτωθεί.

Πηγή "Ποιότητα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 




Λίγες μέρες αφότου κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Οράματα και Χίμαιρες – Διαδρομές ενός Διπλωμάτη» (εκδόσεις ΣΙΔΕΡΗΣ), συζητήσαμε για το εθνικό και το αληθές με τον πρέσβη Αλέξανδρο Μαλλιά:

Συνοπτικά, ποια είναι τα οράματα και ποιες οι χίμαιρες για έναν διπλωμάτη με τη δική σας διαδρομή;

Ευχαριστώ κατ’ αρχάς που μου δίνετε την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου. Τα οράματα σίγουρα δεν περιορίζονται ή αφορούν αποκλειστικά τη ζωή ενός διπλωμάτη. Είναι τα οράματα μιας ολόκληρης γενιάς. Όπως είπα στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου μου στο Polis ART Café, «ζεις, αναπνέεις, σπουδάζεις, ονειρεύεσαι, ερωτεύεσαι, αγωνίζεσαι, ελπίζεις, χαμογελάς, χτίζεις, ανεβαίνεις, πετυχαίνεις, φτάνεις. Νομίζεις πως έφτασες. Ευγνωμονείς όσους στάθηκαν όλα αυτά τα χρόνια σε αυτό το μεγάλο ταξίδι της ζωής δίπλα σου.

Τότε, στο σημείο αυτό, χωρίς να το περιμένεις, ξαφνικά όλα γκρεμίζονται. Καταρρέουν ιδανικά, ιδεώδη, πρότυπα, αξίες, ισορροπίες. Η λέξη “αξιοπρέπεια” χάνει, έχει χάσει πλέον στην Ελλάδα, το νόημά της ατομικά, συλλογικά, κοινωνικά και εθνικά». Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά προσφεύγω σε μια αποστροφή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Μιλώντας στη Βουλή των Ελλήνων στις 10 Οκτωβρίου του 1911 είχε πει ότι «τα έθνη τα οποία ζητούν δι’ επαιτείας να προαγάγουν τα συμφέροντά των δεν εμπνέουν σε κάθε αμερόληπτο κριτή παρά μόνο περιφρόνηση». Αυτή τη στάση της περιφρόνησης που μας έχει οδηγήσει στην κατάθλιψη που, τόσο ως άτομα όσο και ως κοινωνικό και εθνικό σύνολο, βιώνουμε εδώ και επτά χρόνια. Το τέλος αυτού του δράματος δεν έχει έρθει ακόμη. Δεν έχουμε δει ακόμη την «κάθαρση».

Αυτές είναι οι σκέψεις μου. Να γιατί επέλεξα ως τίτλο του βιβλίου το «Οράματα και Χίμαιρες». Η Ελλάδα που ονειρευόμαστε, η Ελλάδα των δικών μας οραμάτων, δεν υπάρχει πια. Λόγω και δικών μας λαθών. Λόγω και δικής μας ευθύνης. Ατομικής και συλλογικής. Όχι, η ευθύνη δεν βαραίνει όλους στον ίδιο βαθμό. Επιμερίζεται, εντούτοις, αναλογικά. Είναι βέβαιο ότι το βάρος πέφτει κυρίως σε όσους η πατρίδα μας πρόσφερε απλόχερα την ευκαιρία και μας τίμησε με την εμπιστοσύνη της, δίνοντάς μας την ευκαιρία να την υπηρετήσουμε από θέσεις ευθύνης. Προσωπικά θα περίμενα και από τους πολιτικούς μας ταγούς να συνειδητοποιήσουν και τη δική τους ευθύνη. Ευθύνη πολιτικής συνείδησης, όχι ποινική. Πώς; Δείχνοντας απλά ότι έχουν αντιληφθεί το μέγεθος της ζημίας που έχει προκληθεί και από δικές τους πράξεις, παραλείψεις, ανεδαφικές υποσχέσεις, ευκαιριακές πολιτικές και άνευ σχεδίου εξαγγελίες. Πιστεύω ότι θα αρκούσε, επιτέλους, να πιστέψουν στην ανάγκη επιδίωξης των αυτονόητων. Αυτό ήταν και παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Πέραν, όμως, της κατάστασης στην Ελλάδα, το ευρωπαϊκό όραμα –συνείδηση και ταυτότητα συνάμα της δικής μου γενιάς– έχει βαθύτατα κλονιστεί. Σήμερα, σε όποια ευρωπαϊκή χώρα και αν στραφείς, θα διαπιστώσεις μάλλον εύκολα ότι οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις είτε δυναμώνουν είτε ήδη κυριαρχούν. Η λέξη «λαϊκισμός» σε όλες τις παραλλαγές της δεν είναι αρκετή και ικανή για να απεικονίσει πλέον την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Όταν λέμε «εθνικά θέματα», ποια ακριβώς εννοούμε; Άλλαξε η ιεράρχηση μετά τη χρεοκοπία και την υπαγωγή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης;

Η Ελλάδα εδώ και επτά χρόνια δεν αναπνέει με τα δικά της μέσα. Πράγματι, ζει και αναπνέει χάρη στις μνημονικές συμβάσεις και σε αυτό που αποκαλούμε «μηχανισμό στήριξης». Αυτός είναι ο «αναπνευστήρας» μας και ο σύνδεσμός μας με το διεθνές σύστημα, οικονομικό αλλά και πολιτικό. Η επιστροφή μας στην οικονομική και κοινωνική ομαλότητα θα έπρεπε κανονικά να είναι η κινητήρια δύναμη για μια ειρηνική επανάσταση, για μεγάλες αλλαγές και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που τόσο χρειαζόμαστε. Αντίθετα, θα το πω όσο πιο ήπια μπορώ, τα μεγάλα και σημαντικά θυσιάζονται υπέρ των εφήμερων, των μικρών και των μικροπολιτικών. Το όλον στον βωμό του μέρους. Κοινωνικά και εθνικά.

Άρα πρώτο και σημαντικότερο εθνικό θέμα, που αφορά την ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία, είναι η έξοδός μας από την κρίση, από τη διεθνή ικεσία και από την απαξίωση. Εκτιμώ ότι μόνο αυτή η προοπτική θα μας επιτρέψει να προωθήσουμε αποτελεσματικότερα και με μεγαλύτερη πειθώ τα συμφέροντά μας σε όλα τα άλλα θέματα που εδώ και δεκαετίες μόνιμα περιλαμβάνονται στη δέσμη των λεγόμενων ανοιχτών εθνικών μας ζητημάτων. Αυτό το λέω μετά λόγου γνώσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και κάποιες από τις γειτονικές μας χώρες, τις οποίες –λάθος μας– αντιμετωπίζαμε περίπου με περιφρόνηση και αφ’ υψηλού πριν από χρόνια, σήμερα έχουν υψώσει τους τόνους και κάνουν επίδειξη αυτοπεποίθησης και ορισμένες φορές μιας απερίσκεπτης αλαζονείας. Αυτή είναι η πραγματικότητα, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν –πρόκειται για μόνιμο και όχι για παροδικό πολιτικό σύνδρομο– να εξωραΐσουν τις καταστάσεις.

Είναι το προσφυγικό η μεγαλύτερη εθνική πρόκληση;

Το προσφυγικό μέχρι στιγμής δεν έχει εξελιχθεί σε υπαρξιακό, αν θέλετε, πρόβλημα για την Ελλάδα. Είναι όμως, ή εν πάση περιπτώσει έτσι έχει αξιολογηθεί, η μεγαλύτερη πρόκληση που κλονίζει τα θεμέλια και το οικοδόμημα της Ε.Ε., που ενδυναμώνει τις αντιευρωπαϊκές δυνάμεις και που σταθερά υπονομεύει τους δεσμούς μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης. Δεν υπάρχει πλέον, σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, η αίσθηση του κοινού συμφέροντος.

Επιπλέον, όμως, η συμφωνία μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας, ανεξαρτήτως των θετικών και για την Ελλάδα πτυχών σε ό,τι αφορά τη μείωση των προσφυγικών ροών προς τον νησιωτικό μας χώρο, έχει δύο συνέπειες. Πρώτον, έχει καταστήσει την Τουρκία και δη τον Πρόεδρο Ερντογάν απόλυτο κυρίαρχο της πολιτικής του «προσφυγικού παιγνίου» με σαφές περιεχόμενο απειλής για τη σταθερότητα των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Δεύτερον, θεωρείται ως υποχώρηση από τις διεθνώς καθιερωμένες ανθρωπιστικές αρχές και συμβατικές πρόνοιες που αφορούν την ιδιότητα του πρόσφυγα.

Θέλουν όλοι στην Αθήνα να λυθεί το Κυπριακό;

Τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία όλοι επιθυμούμε λύση του Κυπριακού. Εξακολουθούν όμως να υπάρχουν διαφοροποιήσεις και κριτικές, σε ποικίλους τόνους, αναφορικά με το περιεχόμενό της. Χαίρομαι που ακούω συνέχεια από τα πλέον επίσημα χείλη ότι υπάρχει στην Ελλάδα μία μόνο εθνική γραμμή, στην οποία όλες οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούν ή εν πάση περιπτώσει συναινούν. Επιπλέον, ότι ουδέν σύννεφο σκιάζει τον καθαρό ουρανό μεταξύ Ελλάδος και Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα θυμάστε ότι το συζητούσαμε ήδη τον Οκτώβριο.

Η σταθερή μου επωδός ήταν ότι, ανεξαρτήτως των εξελίξεων και των δυσχερειών που θα προκύψουν στην πορεία των συνομιλιών, Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να διατηρήσουν αλώβητη την ποιότητα των σχέσεών τους, σε όλα τα επίπεδα. Ας πούμε ότι δέχομαι ότι αυτό έχει επιτευχθεί. Πιστεύετε ότι υπάρχουν πολλοί που συμμερίζονται τη βεβαιότητά μου αυτή; Δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά σε εφημερίδες, ιστολόγια και αρθρογραφία με τις υπογραφές των πλέον έγκυρων δημοσιογράφων. Αυτά.

Με την αυταρχική στροφή που έχει πάρει η Τουρκία, υπάρχουν περιθώρια συνεννόησης με τον Ερντογάν;

Η συζήτηση και ο διάλογος με την Τουρκία είναι μονόδρομος. Χρειάζεται, όπως έχει πει εδώ και μερικά χρόνια ένας εκ των τελευταίων σοφών των Αθηνών, «υπομονή και επιμονή». Μεταξύ άλλων, διότι και η πολιτική της Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία, λόγω και του προσφυγικού, είναι κατευναστική, αν όχι συναινετική. Η Ε.Ε. εμφανίζεται ευμετάβλητη και μάλλον αναποφάσιστη. Άρα, από την πλευρά του, ο Πρόεδρος κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχοντας αντιληφθεί πλήρως την αδυναμία πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των θεσμών της, εκτιμά ότι βρίσκεται σε πλεονεκτική διαπραγματευτική θέση. Άρα η Ελλάδα δεν μπορεί να υπολογίζει, όσο και στο παρελθόν, σε μια συμπαγή πολιτική στήριξη στους κόλπους των εταίρων μας – η οποία εν πάση περιπτώσει ουδέποτε ήταν ευθύγραμμη, αυτόματη και δεδηλωμένη. Το βασικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι η θεμελιώδης πολιτική θέση –το Σχέδιο Α, χωρίς να υπάρχει Β– όλων των ελληνικών κυβερνήσεων για τις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας κατά την τελευταία εικοσαετία, που κωδικοποιείται με τη φράση «πλήρης συμμόρφωση – πλήρης ένταξη», δεν ισχύει πλέον. Ευθύνη έχει τόσο η Ένωση όσο και η Τουρκία. Άρα;

Τις μέρες αυτές σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι πώς θα μπορούσε να επαναδιατυπωθεί μια νέα εκδοχή του πολιτικο-στρατιωτικού μας δόγματος έναντι της Τουρκίας. Ορθώς λέγαμε και λέγουμε ότι το στρατιωτικό μας δόγμα είναι αμυντικού χαρακτήρα. Το λέγουμε και βέβαια το εννοούμε. Ταυτόχρονα, όμως, την τελευταία τριετία γενική είναι η πεποίθηση –αυτό πάντως δείχνουν τα στοιχεία και η διαχείριση των κρίσεων– ότι σκοπίμως οι ιθύνοντες της Άγκυρας –καλοί και κακοί, όλοι μαζί– έχουν προβεί σε μια «στρατιωτικοποίηση» των νομικών τους αμφισβητήσεων και των πολιτικών τους διεκδικήσεων.
Στη νέα αυτή περίοδο των σχέσεών μας με τη γειτονική Τουρκία, η οποία έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ισορροπία δυνάμεως και εξοπλισμών (capabilities) ανατρέπεται προς όφελός της, η αναχαίτιση, ο περιορισμός/αποτροπή (deterrence and containment) και η επιθυμία μας για ειρηνική επίλυση των διαφορών –κατά τις πρόνοιες του Χάρτου του ΟΗΕ– πρέπει να συμπληρωθούν.
Αυτό απαιτούν οι καιροί και ιδιαίτερα ο απρόβλεπτος και ευμετάβλητος πλέον χαρακτήρας των εκδηλώσεων της Τουρκίας σε όλα τα μέτωπα και προς όλες τις κατευθύνσεις.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΗΝ FREE SUNDAY


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Βασικός στόχος της Ελλάδας η αποφυγή μιας αδικαιολόγητης κλιμάκωσης τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο

Γράφει ο Αθανασόπουλος Αλ. Άγγελος

Η «στρατηγική ψυχραιμία» είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι ανώτατοι επιτελείς του Πενταγώνου για να περιγράψουν τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αυξημένη, μετά τις 15 Ιουλίου, νευρικότητα της Άγκυρας στο Αιγαίο. Ο βασικός στόχος, όπως τον περιγράφουν σε συνομιλίες τους με «Το Βήμα» ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί, είναι η αποφυγή μιας αδικαιολόγητης κλιμάκωσης τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά στέλνει προσεκτικά το μήνυμα ότι σε οποιαδήποτε κίνησή τους οι Τούρκοι «θα μας βρίσκουν μπροστά τους», τόσο στη θάλασσα όσο και στον αέρα. Η γενικότερη εκτίμηση όμως είναι ότι η Άγκυρα δεν έχει την πολυτέλεια να προξενήσει «θερμό επεισόδιο» εναντίον της Ελλάδος. Η έκθεσή της στη Συρία είναι πολύ βαθιά και ήδη έχουν αποσυρθεί δυνάμεις από τα μικρασιατικά παράλια προς την τουρκοσυριακή μεθόριο.

Σε γενικές γραμμές, η τουρκική δραστηριότητα στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου δεν μεταβλήθηκε σημαντικά το 2016 σε σχέση με το 2015. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατάσταση είναι ρόδινη, διότι οι υπερπτήσεις ήταν οι περισσότερες από τότε που άρχισαν να συγκεντρώνονται επίσημα δεδομένα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), το 2016 σημειώθηκαν 57 υπερπτήσεις από τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη και 68 εμπλοκές ελληνικών και τουρκικών μαχητικών, ενώ το 2015 οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν 36 και 80. Είναι δε ενδεικτικό ότι από τις 57 υπερπτήσεις του 2016, οι 24 σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια ενός μόνο μηνός: του Απριλίου.

Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα επιδιώκει να υπενθυμίζει τις διεκδικήσεις της είτε εστιάζοντας την παραβατική της δραστηριότητα σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές (Ίμια, νησίδα Παναγιά) είτε επιδιδόμενη στην έκδοση συνεχών NAVTEX και NOTAMs για τη δέσμευση περιοχών στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο για ασκήσεις.
Αρκετά έντονη είναι επίσης η τουρκική υποβρυχιακή δραστηριότητα με την έκδοση Subnotes, ακόμη και αν η δέσμευση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα τουρκικά υποβρύχια θα βγουν στη θάλασσα. Οι αγγελίες για κινήσεις υποβρυχίων έχουν ενταθεί στην Ανατολική Μεσόγειο, ανατολικά του Καστελόριζου και πέριξ της Κύπρου. Οι περιοχές που δεσμεύονται είναι μεγάλες, αλλά παρά το γεγονός αυτό, κρίσιμοι «παίκτες» όπως οι Αμερικανοί δεν φαίνεται να αντιδρούν ιδιαίτερα. Δεν αποκλείεται να μην ενοχλούνται λόγω της παρεμπόδισης, ακριβώς εξαιτίας των τουρκικών subnotes, των κινήσεων ρωσικών δυνάμεων στην περιοχή.

Αυτό που ενδιαφέρει την Άγκυρα είναι «να κλειδώνει» περιοχές υψηλού ενδιαφέροντος. Η εστίαση των Τούρκων παραμένει στο Βόρειο και στο Ανατολικό Αιγαίο (όπως απεδείχθη από πρόσφατη δέσμευση περιοχής ανατολικά της Ζουράφας για πυρά για την περίοδο 10-14 Ιανουαρίου ή με την έκδοση subnote για μια μεγάλη περιοχή μεταξύ Λήμνου, Σαμοθράκης και Θάσου) και στην ευρύτερη περιοχή του Καστελόριζου. Την εβδομάδα που πέρασε, τουρκικά μαχητικά πραγματοποίησαν στις 16 Ιανουαρίου υπερπτήσεις άνωθεν του Μακρονησίου, της Παναγιάς και των Ανθρωποφάγων. Την επομένη 17 Ιανουαρίου πραγματοποίησαν άλλη μία υπερπτήση στην Παναγιά, η οποία εδώ και κάποιους μήνες, αρχής γενομένης από την απόφαση για αποστολή νατοϊκής δύναμης στο Αιγαίο για το Προσφυγικό, αποτελεί «αγαπημένο στόχο». Παράλληλα, η Τουρκία επιμένει να αμφισβητεί τα ελληνικά Πεδία Βολής στο Αιγαίο, οριοθετώντας δικά της και επιμένοντας στην απόσυρση των ελληνικών ή στην αλλαγή τους.

Το τελευταίο διάστημα έχουν υπάρξει και ορισμένα «τζαρτζαρίσματα» στην περιοχή των Ιμίων. Η απάντηση στην τουρκική κινητικότητα λαμβάνει διάφορες μορφές. Εχει αποφασιστεί να μην αποστέλλονται με την πρώτη ευκαιρία πολεμικά πλοία, αλλά να αναλαμβάνει ευρύτερη δράση το Λιμενικό Σώμα και τα περιστατικά αυτά να αντιμετωπίζονται ως «αστυνομικού, μεθοριακού χαρακτήρα». Παράλληλα, αμφίβιες δυνάμεις των ΕΤΕΘ περιπολούν στα μικρονήσια του Ανατολικού Αιγαίου ώστε η ελληνική παρουσία να είναι εμφανής. Η φρουρά στη νησίδα Παναγιά του συμπλέγματος των Οινουσσών έχει ενισχυθεί, ενώ το ίδιο έχει συμβεί και στο Καστελόριζο όπου ο σκοπός είναι ξεκάθαρος: να μπορούν οι Ένοπλες Δυνάμεις να βρεθούν εκεί το ταχύτερο δυνατό σε περίπτωση ανάγκης.

Παράλληλα, ανώτερες στρατιωτικές πηγές αναφέρουν, αποφεύγοντας όμως να μπουν σε περισσότερες λεπτομέρειες, ότι προς την τουρκική πλευρά στέλνονται και πιο αυστηρά μηνύματα, όπως ο εγκλωβισμός μαχητικών αεροσκαφών από το έδαφος.

Το μέλλον της νατοϊκής δύναμης

Η ελληνική πλευρά επιθυμεί παράλληλα τη διατήρηση της νατοϊκής αποστολής στο Αιγαίο, η οποία με βάση τον αρχικό σχεδιασμό θα πρέπει να επαναξιολογηθεί τον Φεβρουάριο στο πλαίσιο της Συνόδου των υπουργών Αμύνης της Συμμαχίας. Ο Α/ΓΕΕΘΑ ναύαρχος Ευάγγελος Αποστολάκης κατέστησε σαφή την ελληνική επιθυμία στον νέο διοικητή της Standing NATO Maritime Group 2 (SNMG2), τον γερμανό ναύαρχο Αξελ Ντέερτζ, με τον οποίο συναντήθηκε πρόσφατα στην Αθήνα.

Σύμφωνα με υψηλόβαθμες στρατιωτικές πηγές, το μήνυμα της Αθήνας ήταν ότι δεν πρόκειται να δεχθεί την ανάληψη από την Τουρκία επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης δυτικά των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Η ελληνική επισήμανση έχει πολύ μεγάλη σημασία διότι ο προκάτοχος του ναυάρχου Ντέερτζ, ο επίσης Γερμανός Γεργκ Κλάιν, είχε εμφανιστεί μάλλον υποχωρητικός στις τουρκικές πιέσεις. Όπως δε πληροφορείται αποκλειστικώς «Το Βήμα», ο ναύαρχος Κλάιν είχε, τον περασμένο Αύγουστο, αποφασίσει να καλέσει τόσο το τουρκικό όσο και το ελληνικό Κέντρο Έρευνας και Διάσωσης για την αντιμετώπιση περιστατικού δυτικά της Κω, προκαλώντας τη δυσφορία της Αθήνας.

Η ελπίδα και η επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης είναι η νατοϊκή αποστολή στο Αιγαίο να συνεχισθεί τουλάχιστον μέχρι να αναπτυχθεί η ευρωπαϊκή ακτοφυλακή στο Αιγαίο. Το πρόβλημα είναι δυστυχώς ότι έχουν μειωθεί τα πλοία που συμμετέχουν σε αυτήν από τρίτες χώρες, πλην Ελλάδος και Τουρκίας. Η Άγκυρα, από την πλευρά της, έχοντας τη στήριξη του Λονδίνου, επιθυμεί την απορρόφηση της αποστολής από τη νέα επιχείρηση Sea Guardian του ΝΑΤΟ για όλη τη Μεσόγειο. Η θέση της Αθήνας φέρεται να έχει προς το παρόν τη στήριξη του Βερολίνου.

Οι εκκαθαρίσεις στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις

Την ίδια στιγμή, προβληματισμός υπάρχει στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την πλήρη «αποδιοργάνωση» και παράλληλα «αναδιοργάνωση» που επικρατεί στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου. Η επιθυμία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «να ξεριζώσει» τα γκιουλενικά στοιχεία από το στράτευμα (και όχι μόνο) έχει οδηγήσει σε μαζικές εκκαθαρίσεις και στην εμφάνιση πολλών κενών σε κρίσιμες θέσεις, ιδιαίτερα στους πιλότους μαχητικών αεροσκαφών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τις εκτιμήσεις στρατιωτικών πηγών, έχουν εκκαθαριστεί το 37% των υψηλόβαθμων αξιωματικών, το 20% των μεσαίων αξιωματικών και το 50%-60% των πιλότων. Για να καλυφθούν μάλιστα οι θέσεις των τελευταίων, η τουρκική Πολεμική Αεροπορία ζήτησε από περίπου 850 πρώην πιλότους να επιστρέψουν. Υπεβλήθησαν σε ορισμένες υποτυπώδεις εξετάσεις και οι περισσότεροι αναμένεται να επαναπροσληφθούν.

Παράλληλα, σχεδόν σε κάθε διοικητική μονάδα υπάρχει «πολιτικός κομισάριος» από το κόμμα του κ. Ερντογάν. Είναι σαφές ότι το «τσουνάμι εκκαθαρίσεων» είναι τέτοιου μεγέθους (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως το ΝΑΤΟ) που έχει δημιουργήσει αρρυθμία στη λειτουργία των διαύλων της στρατιωτικής διπλωματίας. Ο προβληματισμός ελλήνων επιτελών είναι ότι αυτό θα μπορούσε να δυσχεράνει την επικοινωνία και την αποσόβηση κρίσεων.

Πηγή "Το Βήμα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


21 Ιαν 2017


Γράφει ο Κωνσταντίνος Δομδούζης

Παρατηρώντας τις ελληνοτουρκικές σχέσεις εδώ και χρόνια, είναι καλό να αποσαφηνιστούν ωμά κάποιες αλήθειες. Δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ ελληνο-τουρκική φιλία που να στηρίζεται στην ουσιαστική αλληλεγγύη και αλληλοκατανόηση. Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι υπάρχει καν τυπική φιλία. Αυτό όχι γιατί δεν το θέλει η Ελλάδα αλλά γιατί δεν το θέλει η όμορη χώρα. Συγκεκριμένα δεν το θέλουν οι ηγεσίες της, είτε αυτές είναι κεμαλικές είτε ισλαμικές.

Υπάρχει μια ψυχοπαθητική μανία απέναντι στην Ελλάδα από τις ηγεσίες της γείτονoς που βλέπουν τη χώρα μας σαν αντικείμενο εκτόνωσης της ματαιοδοξίας και απληστίας τους. Κοινή συνισταμένη των δυο διαφορετικών χαρακτήρων των ηγεσιών της Τουρκίας είναι η πίστη στη δημιουργία μιας μεγάλης Τουρκίας με κάθε κόστος και τίμημα και στο πλαίσιο αυτό, στόχος είναι ο ακρωτηριασμός της Ελλάδας ή τουλάχιστον η μετατροπή της σε δορυφόρο της μεγάλης Τουρκίας.

Δυστυχώς αυτή η διάθεση δεν χαρακτηρίζει μόνο τις τουρκικές ηγεσίες αλλά και τον τουρκικό λαό. Ένας λαός που έχει γαλουχηθεί με την εικόνα του γραμματοσήμου με τον Τούρκου στρατιώτη να πατάει με την μπότα του την Κύπρο. Κυπριακό, κρίση του 1987, Ίμια, τουρκικό προξενείο Κομοτηνής, ΑΟΖ, Αγαθονήσι, Φαρμακονήσι, Γαύδος, σχέδια «Βαριοπούλα» και Suga, παραβιάσεις ΕΕΧ, casus belli, πρόκληση πυρκαγιών στο ελληνικό έδαφος, αποστολές SAR, φωτογραφήσεις ελληνικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στα νησιά από Τούρκους (ή πληρωμένους από την Τουρκία) πράκτορες είναι από το πιο γνωστά περιστατικά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και μάλλον η λίστα θα εμπλουτιστεί κι άλλο. Το stealth μαχητικό F-35 είναι έτοιμο να ενσωματωθεί την Τουρκική Πολεμική Αεροπορία ενώ η υπερσύγχρονη κορβέτα TCG Heybeliada πλέει μεταξύ Νάξου και Πάρου.

Σε μια φυσιολογική περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα θα ήταν απαλλαγμένη από την αποπνικτική διαφθορά και την ασυνειδησία και με ουσιαστικές οικονομικές βάσεις, η ίδια η χώρα θα οδηγούσε την Τουρκία σε μια κούρσα εξοπλισμών και μέσω αυτών θα την έφθειρε. Αυτό θα ήταν το φυσιολογικό και το ιδανικό.

Δυστυχώς αυτό δε συμβαίνει οπότε στο τραπέζι πρέπει να πέσουν άλλες λύσεις. Ίσως μια από αυτές θα ήταν η ανάλυση της ιδιομορφίας της κόντρας μεταξύ των ισλαμιστών και κεμαλιστών ή με τη μορφή που έχει πάρει τώρα, μεταξύ Ερντογάν και εσωτερικών εχθρών του (όποιοι κι αν είναι αυτοί).

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ανέδειξε αυτή την πολυετή κόντρα και ίσως να αποτελεί για την Ελλάδα μια χρυσή ευκαιρία για να νεκρώσει την τουρκική απειλή. Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι μια πιθανή πολεμική αναμέτρηση με την Ελλάδα θα είναι δύσκολη δεδομένου ότι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός με τις κινήσεις του στο εσωτερικό της χώρας του. Η πρόσφατη εισβολή του τουρκικού στρατού στη Συρία είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή πολλών τουρκικών αρμάτων μάχης. Πρέπει λοιπόν να βρεθούν τρόποι ώστε η Τουρκία να αποδυναμωθεί εκ των έσω. Η Τουρκία μοιάζει με μεθυσμένο που τρεκλίζει από το ένα άκρο (κεμαλισμός) στο άλλο (ισλαμισμός). Το θέμα είναι να οδηγήσουμε τον μεθυσμένο στην πόρτα της εξόδου ή καλύτερα στο χείλος του γκρεμού.

Πηγή Protagon


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


20 Ιαν 2017


«Ξαναχτύπησε» ο Γιγίτ Μπουλούτ: «Μακάρι να σηκώνονταν οι 300 του Λεωνίδα να πάνε να δούνε τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας...»

Για ξεπούλημα της Ελλάδας από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα κάνει λόγο ο Γιγίτ Μπουλούτ, σύμβουλος του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, σε εκπομπή που παρουσιάστηκε στην κρατική τηλεόραση του τουρκικού τηλεοπτικού σταθμού TRT haber.

Ο Μπουλούτ, κορυφαίος σύμβουλος του Ερντογάν, είπε ότι η σημερινή κατάσταση που εισπράττει στην Ελλάδα έχει κάνει τους Έλληνες σκλάβους λόγω του χρέους ενώ όλα τα λιμάνια και τα κεφαλαία της χώρας έχουν περάσει στα χέρια της Γερμανίας.

Συγκεκριμένα ο Γιγίτ Μπουλούτ υποστήριξε:
«Όλα τα λιμάνια έχουν περάσει στα χέρια του γερμανικού κεφαλαίου, όλα τα χρηματιστήρια, όλες οι τράπεζες. Σήμερα δεν υπάρχει Ελλάδα. Μακάρι να σηκώνονταν οι 300 του Λεωνίδα να πάνε να δούνε τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας».
Και συνέχισε ο σύμβουλος του Ταγίπ Ερντογάν:
«Ένας πρωθυπουργός που δεν φοράει γραβάτα έκανε όλα όσα του είπαν η ΕΕ και το ΔΝΤ, πούλησε την Ελλάδα. Να σας το πω καθαρά. Σήμερα οι Έλληνες πολίτες δεν υπάρχουν, είναι όλοι σκλάβοι. Τι περιμένουν; Περιμένουν το χρέος εκεί..».




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου 



19 Ιαν 2017


Ο Ανδρέας Παπανδρέου, η ακραία επικοινωνιακή διαχείριση των διαπραγματεύσεων για τις βάσεις από τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, η πιθανότητα ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στη Θράκη, στο Αιγαίο και στην Κύπρο, ακόμη και η κακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στα 12 εκατομμύρια έγγραφα που αποχαρακτήρισε η CIA προκειμένου να δοθούν στη δημοσιότητα.

Σύμφωνα με την Καθημερινή, στην πραγματικά τεράστια αυτή βάση δεδομένων περιλαμβάνονται αναλύσεις, γεγονότα και εκτιμήσεις από τη δεκαετία του 1940 έως και εκείνη του 1990. Σε κάποιες από αυτές οι εκτιμήσεις αποδείχθηκαν εκ των υστέρων σωστές, σε ορισμένες άλλες οι αναλυτές διαψεύσθηκαν από τα γεγονότα.

Ήδη από τη δεκαετία του ’50 οι Αμερικανοί φαίνεται να γνώριζαν πολύ καλά τις ευαισθησίες Ελλάδας και Τουρκίας, ενώ είχαν χαρτογραφήσει μέχρι τελευταίας μονάδας τα στρατιωτικά δεδομένα στην Κύπρο. Η πολύ καλή εικόνα που είχαν για την κατάσταση της Κύπρου τούς προσέφερε και τη δυνατότητα να προβλέψουν εκείνο που επιβεβαιώθηκε το 1974, ότι, δηλαδή, η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να προβάλει πραγματική αντίσταση σε πιθανή τουρκική εισβολή παρά μόνο γενικεύοντας τη σύγκρουση στον Έβρο και στο Αιγαίο. Παραμονές των Ιουλιανών του ’65, δεν είχαν αντιληφθεί ούτε τον σχεδιασμό που υπήρχε ούτε την πιθανότητα πτώσης της κυβέρνησης Παπανδρέου. Σε έγγραφα της δεκαετίας του 1970, μετά τον «Αττίλα» του 1974 και την κρίση του «Χόρα» το 1976, αλλά και της δεκαετίας του 1980, έπειτα από την αναζωπύρωση στο Αιγαίο λόγω της εξόδου του μετονομασμένου σε «Σισμίκ» ωκεανογραφικού σκάφους, η CIA προχωράει σε εκτεταμένες αναλύσεις για την πιθανότητα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ελληνοτουρκική σύγκρουση στο αρχιπέλαγος. Η κρίση του Ιανουαρίου 1996 στα Ιμια, η οποία απουσιάζει από τα δημοσιευμένα από τη CIA έγγραφα, είχε εν πολλοίς προβλεφθεί από τους Αμερικανούς. Ωστόσο, αυτή είναι μια διαφορετική ιστορία, για την οποία εξακολουθούν να υφίστανται πολλά ερωτήματα, που μένει ακόμη να απαντηθούν.

«Απόλυτο πλεονέκτημα Αγκύρας στην Κύπρο»

Στα αποχαρακτηρισμένα –και ως εκ τούτου ελεύθερα προς αποδέσμευση– έγγραφα της CIA, περιλαμβάνονται αρκετά που αφορούν το περιβάλλον στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας μετά την κρίση του Μαρτίου του 1987, η οποία έφερε τις δύο χώρες στο κατώφλι της πολεμικής σύγκρουσης στο Αιγαίο.

Σε αναφορά της 16ης Οκτωβρίου 1987, ο ταγματάρχης Χάρι Ντινέλα, αξιωματικός της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Αναλύσεων Απειλών (USAITAC), περιγράφει σε ένα λεπτομερές, μέχρι σήμερα απόρρητο έγγραφο, μια εικόνα σχεδόν απόλυτης στρατιωτικής ισορροπίας στο Αιγαίο και, παράλληλα, το απόλυτο πολιτικό και στρατιωτικό πλεονέκτημα της Αγκυρας στην Κύπρο. Στην περίπτωση Θράκης και Αιγαίου το έγγραφο τονίζει τα εξής πέντε σημεία:

Πρώτον, Σε περίπτωση σύγκρουσης στη Θράκη, οι απώλειες σε προσωπικό και εξοπλισμούς θα είναι ιδιαίτερα υψηλές, δίχως αυτό να εξασφαλίζει κάποιο ουσιαστικό πλεονέκτημα ή εδαφικό κέρδος.

Δεύτερον, ανάλογες υψηλές απώλειες αναμένεται να υπάρξουν και σε περίπτωση εισβολής της Τουρκίας στα έξι μεγαλύτερα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο, τα οποία, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η Ελλάδα θα κατορθώσει να υπερασπιστεί επιτυχώς.

Τρίτον, ίσως η Τουρκία κατορθώσει να καταλάβει κάποιο από τα μικρότερα νησιά του Αιγαίου, με πλέον βασικό ενδεχόμενο το Καστελλόριζο.

Τέταρτον, στο Αιγαίο η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας στον αέρα και στη θάλασσα, κάτι που σύμφωνα με τον αναλυτή αιτιολογεί την ελληνική επίδειξη πυγμής (ο αναλυτής πάντως χρησιμοποιεί τη λέξη «bravado» που παραπέμπει σε λιγότερο ευπρεπείς όρους όπως «τσαμπουκάς» ή «νταηλίκι») στην κρίση του Μαρτίου 1987.

Πέμπτον, καμία πλευρά δεν θέλει ελληνοτουρκικό πόλεμο. Και τονίζεται ότι: «Ωστόσο, η Ελλάδα, όπως φάνηκε τον Μάρτιο του 1987, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να υποχωρήσει από μια κατάσταση πιθανής σύγκρουσης –ιδιαίτερα στο Αιγαίο– απ’ όσο σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στο παρελθόν».

Στην Κύπρο

Για την περίπτωση ενός πιθανού μετώπου στην Κύπρο σημειώνονται τα εξής:

Πρώτον, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να υπερασπιστεί τη «Νότια Κύπρο» αν σημειωθεί μια αποφασιστική τουρκική επίθεση, εκτός αν ανοίξει μέτωπα στη Θράκη και στο Αιγαίο.

Δεύτερον, σε περίπτωση πολέμου στην Κύπρο, οι απώλειες και στις δύο πλευρές, κυρίως όμως στο νότιο τμήμα του νησιού θα είναι υψηλές σε στρατό και πολίτες, ενώ θα χαθούν και περιουσίες. Στο τέλος, «η Τουρκία θα υπερισχύσει».

Τρίτον, ελληνοτουρκική σύγκρουση στο Αιγαίο θα οδηγήσει πιθανότατα σε προώθηση των Τούρκων στην Κύπρο, ιδιαίτερα αν η Τουρκία υποστεί βαριές απώλειες στο Αρχιπέλαγος.

Τέταρτον, το επίπεδο των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο αποτελεί έναν παράγοντα που καθιστά την Αθήνα πιο μετριοπαθή έναντι μιας πιθανής ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στο Αιγαίο.

Ο στρατιωτικός αναλυτής καταλήγει, ωστόσο, ότι η υπάρχουσα στρατιωτική ισορροπία θα ανατραπεί «την επόμενη δεκαετία υπέρ της Τουρκίας», καθώς η Ελλάδα «δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει» τον εξοπλιστικό αγώνα μακροπρόθεσμα.

Ως προς την ισορροπία δυνάμεων, οι Αμερικανοί εκείνη την εποχή εκτιμούν, μεταξύ άλλων, ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’90 η Τουρκία «θα έχει διπλάσια ή και περισσότερα» F-16 από την Ελλάδα, ενώ «ταυτόχρονα, εκσυγχρονίζει τον στόλο με νέα πλοία». Ο ταγματάρχης καταλήγει λέγοντας ότι, υπό τις συνθήκες του 1987, η Ελλάδα είναι πολύ πιθανότερο να είναι η πλευρά που θα ξεκινήσει εχθροπραξίες. Σημειώνει, ωστόσο, ότι όσο η Τουρκία «δυναμώνει την επόμενη δεκαετία, η πιθανότητα της Ελλάδας να ξεκινήσει εχθροπραξίες πιθανότατα θα μειωθεί».

Η κατάσταση που οδήγησε στην κρίση του Μαρτίου 1987 παρατηρούνταν με ανησυχία από τη CIA, αρκετά χρόνια νωρίτερα. Σε έγγραφο με τίτλο «Οι επιδεινούμενες ελληνοτουρκικές σχέσεις» και ημερομηνία 8 Μαρτίου 1985, τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους η Αθήνα και η Άγκυρα κατόρθωσαν να αποφύγουν «κλιμάκωση εχθροπραξιών σε ένα περιστατικό, όπου ένας μικρός αριθμός Τούρκων στρατιωτικών υποτίθεται ότι πέρασε τα σύνορα στη Θράκη και άνοιξε πυρ ως απάντηση σε λεκτικές προκλήσεις από μια ελληνική περίπολο».

Οι ΗΠΑ εξέταζαν εναλλακτικές εγκαταστάσεις για τις βάσεις

Ίσως η πλέον ενδεικτική επίδειξη πυγμής, με χαρακτηριστικά ακραίου επικοινωνιακού και πολιτικού εντυπωσιασμού, του Ανδρέα Παπανδρέου της πρώτης περιόδου, ήταν η διαχείριση των διαπραγματεύσεων για τις αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα. Σε έγγραφό του της 10ης Μαΐου 1983, ο Μίλτον Κόβνερ, υπεύθυνος της Υπηρεσίας για τη Δυτική Ευρώπη, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι πρώιμες ενδείξεις πως οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο «εναλλακτικών εγκαταστάσεων» εκτός Ελλάδας, «ιδιαίτερα στην Τουρκία, απλώς θα οδηγούσε στην επιδείνωση της κατάσταση και θα προσέθετε περισσότερη υποστήριξη στην κυβέρνηση στην υποτιθέμενη υπεράσπιση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων». Ο Κόβνερ είχε εκτιμήσει ότι αν οι Αμερικανοί δεν υποχωρήσουν από κάποιες συγκεκριμένες θέσεις (στο έγγραφο παραλείπονται αρκετές παράγραφοι οι οποίες πιθανότατα περιγράφουν τη φύση και τις δυνατότητες των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων), τότε ο Παπανδρέου θα είχε μια σειρά από επιλογές, ανάμεσα στις οποίες να καταφύγει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή «και να ζητήσει Εθνικό Δημοψήφισμα για το θέμα, δηλώνοντας ότι η κυβέρνησή του θα συναινέσει στη λαϊκή βούληση».

Σε άλλο σημείωμα με τίτλο «Ο Παπανδρέου και ο στρατός» (Απρίλιος του 1983), αναφέρεται ότι η εκλογή του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ στην πρωθυπουργία αντιμετωπιζόταν από το σώμα των αξιωματικών «με βαθιά ανησυχία» – κάτι το οποίο γνώριζε καλά ο νέος πρωθυπουργός. Ωστόσο, όπως κρίνουν οι συντάκτες, στον πρώτο ενάμιση χρόνο της θητείας του, είχε πείσει την πλειοψηφία των στρατιωτικών ότι δεν θα ήταν απαραίτητη η περαιτέρω ανάμειξή τους στην πολιτική για τη διασφάλιση της παραμονής της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο. Μεταξύ άλλων, σημειώνεται, το πέτυχε αυτό διατηρώντας σε υψηλά επίπεδα τις αμυντικές δαπάνες και παρέχοντας αυξήσεις στους εν ενεργεία στρατιωτικούς. Επιπλέον όμως, αναγνωρίζεται στο σημείωμα ότι η σκληρή στάση του Παπανδρέου στο θέμα του ΝΑΤΟ και των βάσεων απολαμβάνει τη στήριξη του στρατού, που είναι «πάνω από όλα σθεναρά εθνικιστικός» στην πολιτική του κοσμοθεωρία. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξελίσσεται σταδιακά «στην κατεύθυνση της νόρμας που επικρατεί στη Δυτική Ευρώπη», κάτι που «θα είναι η καλύτερη εγγύηση» κατά της επανάληψης των στρατιωτικών επεμβάσεων του παρελθόντος. Οι δυσκολίες των Αμερικανών να συνεννοηθούν με την κυβέρνηση Παπανδρέου είναι ορατές και σε σημείωμα του Ιανουαρίου του 1984. Τότε, έπειτα από συνάντησή του με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα αναφέρει ότι η υπόθεση των συνομιλιών για τo Σύμφωνο Αμυντικής και Οικονομικής Συνεργασίας (ακρωνύμιο DECA) αντιμετωπιζόταν, «τουλάχιστον στο επίπεδο του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Καψή», ως μία «συγκρουσιακή διαπραγμάτευση». Σημειώνει, ως ενδεικτική, τη μη συνεργάσιμη στάση του Ελληνα υπουργού, την απαίτησή του να αποχωρήσουν από την Ελλάδα δύο Αμερικανοί στρατιώτες που κατηγορούνταν ότι φωτογράφιζαν παράνομα στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Το καθεστώς Καντάφι

Στα έγγραφα της CIA υπάρχουν αναφορές και στις σχέσεις που είχε το καθεστώς του τότε προέδρου της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι τόσο με την Αθήνα, όσο και με την Άγκυρα σε στρατιωτικό επίπεδο. «Οι Ελληνες», αναφέρεται σε έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 1984, «επιζητούν την κεφαλαιοποίηση των υποτιθέμενων συμπαθειών μεταξύ της σοσιαλιστικής κυβέρνησης στην Αθήνα και του ριζοσπαστικού λιβυκού καθεστώτος, ενώ οι Τούρκοι προσβλέπουν στην ιστορική και πολιτισμική κληρονομιά που μοιράζονται με τη Λιβύη». Στο έγγραφο τονίζεται ότι ο Καντάφι είχε εκδηλώσει την πρόθεση να μεσολαβήσει μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων, ωστόσο «καμία από τις δύο πλευρές δεν πήρε σοβαρά την προσφορά του».

Το πλέον πρόσφατο έγγραφο που αφορά την Ελλάδα, έχει ημερομηνία 30 Ιουνίου 1994 και αφορά την ένταση μεταξύ Αθηνών και Τιράνων για την Ελληνική Εθνική Μειονότητα στη νότια Αλβανία. Ο συγγραφέας του συγκεκριμένου σημειώματος εξέφραζε φόβο ότι «μια διμερής κρίση στο μειονοτικό θέμα, που θα οδηγούσε σε ελληνικά αντίποινα, θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τη φιλοαμερικανική κυβέρνηση (σ.σ. των Τιράνων) προς όφελος των πρώην κομμουνιστών και να έχουν περιφερειακές επιπτώσεις».

Αποθάρρυνση των επενδύσεων

Η οικονομική πολιτική της πρώτης κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ ήταν μία ακόμη από τις ανησυχίες των Αμερικανών. Σε σημείωμα του Μαρτίου 1983, οι συντάκτες τονίζουν ότι ο Παπανδρέου έχει «αποθαρρύνει τις επενδύσεις», καθώς έχει «αποξενώσει τους επιχειρηματίες» με αυξήσεις φόρων και μισθών, πολιτικές ελέγχου των τιμών και απειλές κρατικοποιήσεων. Παρότι επικριτικοί απέναντι στις επιλογές της σοσιαλιστικής κυβέρνησης, αναγνωρίζουν ότι μέρος των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας οφείλεται στη διεθνή κρίση και ότι η Ν.Δ. παρέδωσε καμένη γη στα δημόσια οικονομικά (αναφέρουν ενδεικτικά ότι οι προεκλογικές παροχές του 1981 οδήγησαν το έλλειμμα στο 17,4% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος). Το σημείωμα στέκεται στον διορισμό του Γεράσιμου Αρσένη ως υπουργού Εθνικής Οικονομίας χωρίς να απολέσει τη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ αναφέρει ότι ο προϋπολογισμός για το 1982 περιλάμβανε αύξηση των δημοσίων δαπανών κατά 34% και ότι η κυβέρνηση αύξησε τον κατώτατο μισθό κατά 35%.

Στο ίδιο σημείωμα του Μαρτίου 1983, γίνεται αναφορά σε υποθέσεις που ακόμη ταλαιπωρούν το ελληνικό Δημόσιο, όπως η κρατικοποίηση της Λάρκο, αλλά και στην πετρελαϊκή εταιρεία Esso Pappas, τη «μεγαλύτερη αμερικανική επένδυση στις ΗΠΑ». Η εξαγορά της, αναφέρουν οι συντάκτες, παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως κίνηση κατά των πολυεθνικών, αλλά «η εταιρεία ήταν που έβαλε μπρος την πώληση». Σημειώνουν ότι είναι «ολοένα και πιο απίθανο» ο Παπανδρέου να εκπληρώσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις για αποχώρηση από την ΕΟΚ ή δημοψήφισμα, καθώς συνειδητοποιεί τη συνεισφορά των κοινοτικών πόρων στη μείωση των δίδυμων ελλειμμάτων (το δημοσιονομικό και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών). Και αναδεικνύουν μια «δυσάρεστη έκπληξη»: το ισοζύγιο εμπορίου ειδών τροφής με τους εννέα εταίρους στην ΕΟΚ, που ήταν πλεονασματικό πριν από την ένταξη της Ελλάδας, έχει μεταβληθεί πλέον σε ελλειμματικό.

Η «αστοχία» για την περίοδο των Ιουλιανών

Σε δεκασέλιδη έκθεση του Μαρτίου του 1965, τέσσερις μήνες πριν από τα Ιουλιανά, η CIA αποτιμά το πρώτο έτος της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, κρίνοντας ότι πιθανότατα ο «Γέρος της Δημοκρατίας» θα αντιμετωπίσει έναν μάλλον... ομαλό κυβερνητικό βίο. Οι συντάκτες ξεκινούν περιγράφοντας τη χαλάρωση των καταπιεστικών μέτρων της μετεμφυλιακής περιόδου κατά των Αριστερών. Μεταξύ άλλων, αναφέρουν την απελευθέρωση «πολιτικών» κρατουμένων που είχαν φυλακιστεί για εγκλήματα που διέπραξαν στις μέρες του Εμφυλίου. Τα εισαγωγικά τα τοποθετούν οι ίδιοι οι αναλυτές της μυστικής υπηρεσίας – και τα χρησιμοποιούν επίσης για τη φράση «πορείες ειρήνης», σημειώνοντας ότι ο Παπανδρέου τις επέτρεπε, ενώ ο Καραμανλής ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Η έκθεση χαρακτηρίζει «πρωταρχικό συστατικό στοιχείο της αστάθειας» της κυβέρνησης της Eνωσης Κέντρου, το ζήτημα της διαδοχής του 77χρονου πρωθυπουργού. Οι αναλυτές περιγράφουν τους δύο επικρατέστερους δελφίνους: τον γιο του πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Στον Παπανδρέου, που βρίσκεται εκτός κυβέρνησης την περίοδο εκείνη, αποδίδεται η μομφή ότι «ασκεί αριστερή επιρροή» στην εξωτερική πολιτική και ότι «δεν έχει διαψεύσει» ρεπορτάζ που ρίχνουν την ευθύνη στην Ουάσιγκτον για την αποπομπή του από το υπουργικό συμβούλιο. Αναφέρονται, επίσης, φήμες ότι πρόκειται να ηγηθεί νέου σχηματισμού στα αριστερά της Ενωσης Κέντρου, που θα περιλαμβάνει στελέχη της ΕΔΑ (την οποία χαρακτηρίζουν «κόμμα-βιτρίνα» του ΚΚΕ).

Ο Μητσοτάκης –υπουργός Οικονομικών τότε– χαρακτηρίζεται «ικανός και δυναμικός», ενώ τονίζεται ότι «έχει δείξει αφοσίωση» στον Γ. Παπανδρέου. Οι συντάκτες σημειώνουν ωστόσο ότι είναι άγνωστο το μέγεθος της πολιτικής του επιρροής εκτός Κρήτης. Η έκθεση δεν αποδεικνύεται ιδιαίτερα διορατική όσον αφορά τη θύελλα που ερχόταν. Οι σχέσεις του πρωθυπουργού με το παλάτι χαρακτηρίζονται καλές. Ο νέος βασιλιάς «δεν είναι ευτυχής» με κάποιες από τις πολιτικές του Παπανδρέου, αναφέρεται, αλλά η δημοτικότητα του πρωθυπουργού είναι «αρκετή για να αποθαρρύνει το παλάτι από κάποια κίνηση αντικατάστασής του». Οσο για τον στρατό, αναφέρεται ότι οι φήμες περί πραξικοπήματος, «που κυκλοφορούσαν ευρέως πριν από την ανάληψη της εξουσίας από την Ενωση Κέντρου, έχουν εξαφανιστεί τους τελευταίους μήνες».

Στα ενδιαφέροντα έγγραφα περιλαμβάνεται και μια εκτενής έκθεση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με ημερομηνία λίγες ημέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου (3 Απριλίου 1967), όπου παρουσιάζονται στατιστικά στοιχεία, τα οποία αναδεικνύουν το χάσμα που έκτοτε έχει προκύψει μεταξύ των δύο χωρών. Με βάση στοιχεία του 1966 οι πληθυσμοί σε Ελλάδα και Τουρκία είναι 8,6 και 33,1 εκατομμύρια αντιστοίχως, ενώ ως ικανοί προς στράτευση κρίνονται τα 1,6 εκατ. ανδρών στην πρώτη περίπτωση και τα 3,6 εκατ. στη δεύτερη. Το ΑΕΠ της Ελλάδας αγγίζει τα 6 δισ. δολάρια και της Τουρκίας τα 7,5 και ο στρατιωτικός προϋπολογισμός είναι 240 εκατ. και 365 εκατ. δολάρια αντιστοίχως.

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Των Αλέξανδρου Δρίβα και Δημήτρη Τσαϊλά

Τα φρικτά για τον Ελληνισμό τετελεσμένα που μας άφησε ως «κληροδότημα» η Δικτατορία  το 1974, είναι επώδυνα και μόνο να τα φέρνουμε στο νου! Όσο και αν προσπαθούμε, σε Ελλάδα και Κύπρο, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ξέρουμε πως είναι δύο τεράστια τραύματα για τον Ελληνισμό και τη συρρίκνωση που υφίσταται μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ψυχολογία, και τα εθνικά τραύματα, αποτελούν παράγοντες διαμόρφωσης πολιτικής σε όλον τον κόσμο. Μάλιστα, η διεθνής βιβλιογραφία είναι πλούσια αναφορικά με το πώς οι αποφάσεις επηρεάζονται από την ψυχολογία και των προσώπων, πολλώ δε μάλλον από το πώς οι υπεύθυνοι δρώντες και λήπτες πολιτικών αποφάσεων, επηρεάζονται από τους κοινωνιο-ψυχολογικούς παράγοντες της κοινής γνώμης. Επομένως, απόψεις σαν την «να ξεχάσουμε τι έχει γίνει και να πορευθούμε μπροστά», δεν είναι μόνο κενά συνθήματα αλλά και πέρα για πέρα απομακρυσμένα από την αλήθεια, με τον τρόπο που την αλήθεια, τείνει να εγγίσει η επιστήμη (στις κοινωνικές επιστήμες).

Τι γίνεται; Θα «λυθεί» Πότε το Κυπριακό;

Από το 1974, αυτό περιμένει όλος ο πλανήτης και περισσότερο ο Ελληνισμός. Θα ξεκινήσουμε όμως από το πρόσφατο παρελθόν. Ήταν λίγο πριν ξεσπάσει η «πυρκαγιά» στην Ουκρανία, όταν ξεκίνησε παράλληλα και ένας διαπραγματευτικός μαραθώνιος προκειμένου να λάβει χώρα η συνθηματικά λεγόμενη «τελική ευθεία» του Κυπριακού Ζητήματος. Αυτή η ευθεία, τελικά μάλλον είναι ημιευθεία σύμφωνα με τις βασικές αρχές της Γεωμετρίας καθώς ναι μεν έχει αρχή (την παράνομη εισβολή του Αττίλα) αλλά δε φαίνεται προσώρας να έχει τέλος. Υπάρχουν ορισμένοι δομικοί λόγοι που το Κυπριακό, συνεχίζει να είναι ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα παρά τις πιέσεις που έρχονται τόσο από την Τουρκία όσο και από διάφορους δρώντες (και από τον ιδιωτικό τομέα).

  1. Το Διεθνές Δίκαιο θα ταραχθεί ανεπανόρθωτα. Σε γενικές γραμμές, η απαγόρευση της χρήσης βίας, η παράνομη προσάρτηση εδάφους, η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, η παράνομη κατοχή εδάφους και παραμονή στρατιωτικών δυνάμεων, θα επαναπροσδιοριστούν. Είναι άλλο πράγμα το Κοσσυφοπέδιο, άλλο πράγμα η Ουκρανία και βέβαια, άλλο πράγμα οι διεθνείς επεμβάσεις οι οποίες έχουν δικάσει του νομικούς διεθνολόγους.
  2. Περιφερειακοί λόγοι. Το Κυπριακό, πιέζεται να λυθεί από διάφορους δυτικούς κύκλους σε μια περίοδο που Εγγύς και Μέση Ανατολή, χαρτογραφούνται παράλληλα με το σημείο στίξης του ερωτηματικού. Η Συρία, και τα όσα γίνονται εκεί, συνθέτουν παράγοντες που είναι ανασταλτικοί για τη λύση του Κυπριακού. Η Ελληνική και Ελληνο-Κυπριακή πλευρά, φυσιολογικά, έχουν στο νου τους πως δεν μπορούν να «δικασθούν» για αδιαλλαξία όταν συμβαίνουν τόσα πράγματα στη Μέση Ανατολή.
  3. Η Τουρκία και η κάθοδός της. Η Τουρκία βλέπει να ματαιώνεται το ένα σχέδιο που είχε μετά το άλλο. Πλέον, ο στόχος του Ταγίπ Ερντογάν είναι ένας και αφορά τη διατήρησή του στην εξουσία. Η Τουρκία αιμορραγεί και με τόσα μέτωπα (Συρία, Κουρδικό εντός και εκτός συνόρων, απομόνωση από τους δυτικούς δρώντες, διπλωματική «ομηρία» από Ρωσία, συνεχής φθορά της οικονομίας της και ειδικά του τουρισμού) και δεν έχει την ίδια διαπραγματευτική θέση που είχε. Μοναδική της δύναμη αποτελούν τα τετελεσμένα που έθεσε από το 1974 και η εμμονή κάποιων διεθνών δρώντων οι οποίοι κοιτούν το Κυπριακό, εντελώς διεκπεραιωτικά.
Θα μπορούσε αναμφίβολα κάποιος να βρει και άλλους ακόμα λόγους. Πιθανόν όμως πιθανόν ένας από αυτούς τους λόγους θα επικαθίσει σε αυτές τις παραπάνω «τράπεζες» αιτιών που συνδυάζονται βέβαια με την αξιοποίηση των κοιτασμάτων και την εξέλιξη της γεωοικονομικής πραγματικότητας της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία προσώρας, συναντά εμπόδια που αφορούν το κόστος αυτής της εξέλιξης, όσο και τις χαμηλές τιμές των υδρογονανθράκων. Με άλλα λόγια, αυτοί οι λόγοι συνθέτουν ένα κακό momentum επίλυσης. Δια της επαγωγής, έτσι κατανοούμε τον χαρακτηρισμό περί εμμονής για την επίλυση. Ωστόσο, φαίνεται κάτι να έχει αλλάξει από πλευράς της Δύσης.

Η Ε.Ε με αμηχανία και τρόμο

Δεν θα είναι υπερβολή να πούμε πως η Ε.Ε έχει γίνει μια Βαβέλ. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ε.Ε, είναι αναρίθμητα και η συνοχή της εκφράζεται στην πράξη μόνο νομιναλιστικά, γιατί καλείται ακόμη «Ένωση». Κι όμως, να που το προσφυγικό συνδέεται με το Κυπριακό. Ας σκεφτούμε τι ζητάει η Τουρκία. Εκτός από τα χρήματα που έχει συμφωνηθεί να λαμβάνει από την Ε.Ε, έχει ζητήσει το «ξεπάγωμα» κεφαλαίων που αφορούν την ένταξή της στην Ε.Ε. Επιπλέον, την απελευθέρωση της βίζα, σε ένα momentum το οποίο βρίσκει την Ε.Ε ανασφαλή και ανοχύρωτη απέναντι στην ισλαμική τρομοκρατία, η οποία λαμβάνει χώρα στην Τουρκία. Η ακροδεξιά φουντώνει στην Ευρώπη, η Τουρκία εκβιάζει και έτσι το πρόβλημα οδηγείται σε επικίνδυνη αδράνεια. Αυτά συμβαίνουν πάντα όταν δεν ισχύει το προλαμβάνειν που είναι κάλλιον του θεραπεύειν.

Ενωμένη Κύπρος με εκ περιτροπής προεδρία, μακρύ χέρι... όχι μόνο της Τουρκίας...

Το πράγμα σε πολιτικό επίπεδο συσχετισμών ισορροπίας ισχύος στην περιοχή, πάει μακρυά πλέον. Δεν αφορά μόνο το προσφυγικό, δεν αφορά μόνο την οικονομική δυνατότητα κρατών-μελών να αναλάβουν το βάρος μιας ανθρωπιστικής κρίσης, (καθώς έχουν να αντιμετωπίσουν και τη δική τους καθώς η Γερμανία φρόντισε να μην υπάρχει ούτε μια εναλλακτική άμυνα απέναντι σε ασύμμετρα προβλήματα) αφορά και άλλα πιο σημαντικά ζητήματα. Η Τουρκία, μετά και τις δηλώσεις Flynn ο οποίος καλωσορίζει ένα Κουρδιστάν, ρέπει προς την τελευταία της ελπίδα, που είναι η Ρωσία. Η Μόσχα, με μεγάλη χαρά βλέπει τα σχέδιά της να υλοποιούνται και να έχει φέρει μέσα σε ένα χρόνο την Τουρκία σε θέση να της ζητά βοήθεια, μια Τουρκία που κατέρριψε ρωσικό αεροσκάφος πριν 14 μήνες.

Αν η γεωστρατηγική αυτή μετατόπιση ολοκληρωθεί (δύσκολο, αλλά όχι απίθανο όσο εξελίσσονται τέτοιες καταστάσεις στην περιοχή) και η Τουρκία θελήσει να δορυφοριοποιηθεί προσωρινά από τη Ρωσία, μια είσοδος της Κύπρου, «Ενωμένης Κύπρου» με βάση τις τουρκικές επιδιώξεις στην Ε.Ε, καθιστά την Τουρκία, ουσιαστικά, πλήρες μέλος της Ε.Ε, και τελικά, φορέα και ρωσικών συμφερόντων στην Ε.Ε, η οποία υποτίθεται, με την κρίση της Ουκρανίας, αποσκοπεί στην όλο και λιγότερη εξάρτηση (ενεργειακή) από τη Ρωσία! Η Ε.Ε, έχει αρχίσει να κατανοεί αυτόν τον γεωπολιτικό αλφαβητισμό και αυτός είναι και ο λόγος που ο Κύριος Γιούνκερ εμφανίζεται ξαφνικά τόσο επιθετικός απέναντι στον υπουργό Τσαβούσογλου. Νομίζει κανείς πως η Γερμανία θα ήθελε τη δημιουργία ενός Turk Stream; Νομίζει κανείς πως η Γερμανία που θέλει να ηγείται της Ε.Ε να επιθυμεί να εντάξει στην Ε.Ε με οποιονδήποτε τρόπο μια χώρα που θα επιφέρει τόσα προβλήματα στα γερμανικά σχέδια;

Το Κυπριακό Ζήτημα, παρά τις παραστάσεις λύσης και «ιστορικών στιγμών», οδεύει κατά την άποψη μας πάλι σε ναυάγιο και η Τουρκία ξέρει πως έχει πέσει στο δίλημμα της ίδιας της της αδιαλλαξίας. Αν θα συνεχίζει να στηρίζει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτή την προδιαγραφόμενη  κακή λύση με την οποία επιδιώκει να νομιμοποιήσει όλα μα όλα τα παράνομα τετελεσμένα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτή θα απορριφθεί τάχιστα από τους Ελληνοκυπρίους. Αν δείξει διαλλακτικότητα και  δεν επιβάλλει από την άλλη τις θέσεις της, ο Ερντογάν βλέπει στο εσωτερικό του να πριονίζεται η καρέκλα του, λίγο πριν το Σύνταγμα που «φτιάχνει» τον κάνει «Σουλτάνο». Με τέτοια προβλήματα σε μακροεπίπεδο αλλά και στο εσωτερικό της Τουρκίας, φαντάζει ακόμη μακρινή μια λύση στο Κυπριακό.

ΥΓ. Δεν έχει καμία σημασία αν τις συνομιλίες τις τίναξε στον αέρα ο Υπεξ της Ελλάδος ή η Τουρκία. Σημασία έχει ότι οι συνομιλίες, δεν προχωρούν.

* Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαραχος ε.α. και ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


16 Ιαν 2017


Λ. Τζούμης (Αντιστράτηγος ε.α.)

Η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να μείνει εκτός της εκμετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της περιοχής και γι’ αυτό θα προσπαθήσει μέσω της πάγιας και μακροπρόθεσμης στρατηγικής που εφαρμόζει να αλλάξει το status quo.

Πριν μια εβδομάδα ο υφυπουργός ναυτιλίας κατέθεσε έγγραφο στη Βουλή, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες με στόχο και προοπτική την κατοίκηση 28 μικρών νησιών του Αιγαίου, ώστε να αποκτήσουν οικονομική δραστηριότητα για εθνικούς κυρίως λόγους.
Όταν ανακοινώθηκε η είδηση, υπήρξε ευφορία στην κοινή γνώμη, αλλά το Μαξίμου σύμφωνα με δημοσιεύματα εμφανίσθηκε ενοχλημένο.

Στο παρελθόν είχαμε ακούσει δηλώσεις από κυβερνητικούς αξιωματούχους πως «Δεν έχει σημασία να χάσουμε και μερικά νησιά» και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό πως «Δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα».

Παρόμοια ρητορική έχει αναπτυχθεί και από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο ισχυρίζεται για μη ύπαρξη οριοθετημένων θαλάσσιων συνόρων.

Με την ανακοίνωση της είδησης, η Τουρκία αντέδρασε έντονα, παρά την κρισιμότητα των στιγμών λόγω των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό που βρίσκονταν σε εξέλιξη στη Γενεύη.
Η Άγκυρα, «κουνώντας» το δάκτυλο στην Ελλάδα, μίλησε για αμφισβητούμενους «σχηματισμούς» και ότι η Αθήνα δεν έχει κανένα δικαίωμα να δημιουργήσει υποδομές.

Ξαφνικά, μπροστά σ΄ αυτή την εξέλιξη, ο υφυπουργός ναυτιλίας τα μάζεψε άρον – άρον και δήλωσε ότι δεν υπάρχει σκέψη για δημιουργία υποδομών, έκανε δε λόγο για σχέδιο με σκοπό την προσέλκυση τουριστών για την παρατήρηση των σπάνιων ζώων που ζουν στα νησιά αυτά.

Φαίνεται ότι ο διασυρμός που υποστήκαμε με τον απαράδεκτό τρόπο χειρισμού σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο και την τραγική κατάληξη της κρίσης των Ιμίων, που σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 21 χρόνια, δεν μας δίδαξε τίποτα.

Η προσπάθεια εξευμενισμού αυτής της εκκολαπτόμενης περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης συνεχίζεται και σήμερα με συνεχείς υποχωρήσεις και παραχωρήσεις.

Έχει αποδειχθεί όμως ότι η στρατηγική του κατευνασμού ενθαρρύνει την αδιαλλαξία του αντιπάλου και οδηγεί σε πόλεμο και αυτό θα πρέπει να το αντιληφθούν οι πολιτικοί ταγοί της χώρας μας.

Επαναφορά των «γκρίζων ζωνών»

Η Τουρκία για μια ακόμα φορά, επανέφερε ανοιχτά τη στρατηγική των γκρίζων ζωνών, διαμηνύοντας ότι δεν πρόκειται να αποδεχτεί τυχόν συνθήκες που θα προκληθούν από την ελληνική πολιτική σε «διαφιλονικούμενους γεωγραφικούς σχηματισμούς».

Η ρητορική περί γκρίζων ζωνών είχε αρχίσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 με δηλώσεις αξιωματούχων και ήλθε το 1996 με την κρίση των Ιμίων να περάσει στην εφαρμογή με την κατάληψη ελληνικού εδάφους.

Η καινοφανής αυτή θεωρία περί γκρίζων ζωνών, δεν αφορά μόνο 16, 18 ή 25 νησιά και νησίδες, τα περισσότερα από τα οποία είναι μέρος μικρών νησιωτικών συμπλεγμάτων, αλλά 152 που συμπεριλαμβάνονται σε λίστα του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας.

Η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι οι δύο χώρες θα πρέπει να καταθέσουν τα νομικά τους επιχειρήματα, προκειμένου να επιλυθεί το εν λόγω «πρόβλημα».

Η τουρκική αμφισβήτηση εντάσσεται μέσα στη γενικότερη αναθεωρητική στρατηγική της και συνίσταται ουσιαστικά σε μια επανερμηνεία των διεθνών συνθηκών, με ορατό σκοπό την αλλοίωση ή και ανατροπή του σημερινού καθεστώτος στο Αιγαίο και της περιοχής γενικότερα.

Η διαφοροποίηση που υπάρχει σ΄ αυτή σε σχέση με προηγούμενες, είναι ότι η Τουρκία θέτει θέμα αμφισβήτησης εθνικού χερσαίου χώρου επί του οποίου η Ελλάδα απολαμβάνει πλήρη και αποτελεσματική κυριαρχία εδώ και δεκαετίες. Ειδικότερα, η Τουρκία ισχυρίζεται ότι η ελληνική κυριαρχία εκτείνεται μόνο σε εκείνα τα νησιά του Αιγαίου τα οποία αναφέρονται ονομαστικά στα κείμενα των Συνθηκών με τις οποίες αυτά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.

Βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923, η Τουρκία παραιτήθηκε κάθε κυριαρχικού δικαιώματος επί όλων των νησιών που βρίσκονται πέραν των 3 μιλίων από την ασιατική ακτή, πλην της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών.

Ο διαχωρισμός αυτός είναι ξεκάθαρος και για το λόγο αυτό δεν τίθεται θέμα ανάγκης ονομαστικής αναφοράς σε όλα τα νησιά και νησίδες του ανατολικού Αιγαίου.
Με τη συνθήκη των Παρισίων του 1947, η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα την πλήρη κυριαρχία στα νησιά της Δωδεκανήσου τα οποία κατονόμασε, ως και τις παρακείμενες νησίδες.

Η τουρκική αμφισβήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο ανατολικό Αιγαίο, αλλά αφορά ακόμη και νησιά γύρω από την Κρήτη, όπως η Γαύδος, η Γαυδοπούλα, το Κουφονήσι, κ.λπ.
Η διεύρυνση της τουρκικής αμφισβήτησης μέχρι και τη Γαύδο προκαλεί εντύπωση, με δεδομένο ότι τα νησιά αυτά απέχουν εκατοντάδες χιλιόμετρα από τα τουρκικά παράλια και άρα το «επιχείρημα» της γειτνίασης δεν ισχύει. Το τουρκικό επιχείρημα για τα νησιά αυτά είναι ότι το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου του 1913, που σφράγισε το τέλος του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, ανέφερε ότι : «Η Αυτού Μεγαλειότης ο Αυτοκράτωρ των Οθωμανών εκχωρεί την νήσον Κρήτην εις τους συμμάχους ηγεμόνας των βαλκανικών κρατών».

Το γεγονός λοιπόν ότι δεν αναφέρονται ονομαστικά οι παραπάνω εξαρτώμενες από αυτή νησίδες, οδηγεί στο συμπέρασμα κατά την άποψη της Τουρκίας ότι τα νησιά αυτά αποτελούν πρώην οθωμανικά εδάφη «που τελούν υπό ελληνική κατοχή» ή περιοχές «ακαθορίστου κυριαρχίας», των οποίων το καθεστώς εκκρεμεί.

Στόχος η συνεκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων

Στην πραγματικότητα βέβαια, ελάχιστα ενδιαφέρει την Τουρκία η κυριότητα αυτών των μικρών νησιών.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι οι επιπτώσεις που θα έχει η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, εάν και όταν λάβει χώρα μια τέτοια διαδικασία.
Ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι η συνεκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων της Ν.Α. Μεσογείου.

Για το λόγο αυτό, μέσω δεσμεύσεων μεγάλων περιοχών με ΝΟΤΑΜ (ειδοποίηση προς αεροναυτιλλομένους), NAVTEX (αγγελία προς ναυτιλλόμενους) ή SUBNOTE (οδηγίες για την κίνηση υποβρυχίων), προσπαθεί να οικειοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος της κυπριακής υφαλοκρηπίδας δυτικά του νησιού και όλη την ελληνική υφαλοκρηπίδα νοτιοανατολικά της Κρήτης και νοτιοδυτικά του Καστελόριζου.

Η περιοχή του νησιωτικού συμπλέγματος της Μεγίστης ή Καστελόριζου (14 συνολικά νησιά), είναι ένας χώρος με τεράστια γεωπολιτική σημασία, που επηρεάζει τη χάραξη των θαλασσίων ζωνών ανάμεσα στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου.

Αναλυτικότερα επί του θέματος αυτού αξίζει να αναφερθούν τα εξής : Στη Σύμβαση του 1982 στο Montego Bay για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρεται ότι όλα τα νησιά που κατοικούνται, διαθέτουν ΑΟΖ.
Άρα αυτό ισχύει και για το Καστελόριζο.

Η Τουρκία ισχυρίζεται ειδικά για την περίπτωση του Καστελόριζου, ότι δεν είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό νησί μπροστά από τις τουρκικές ακτές, να έχει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ.

Προβάλει το επιχείρημα ότι το σύμπλεγμα των νησίδων-βραχονησίδων της περιοχής του Καστελόριζου, διέπεται από ειδικό καθεστώς, των αποκομμένων νησίδων που επικάθονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.

Άρα, τα νησιά αυτά υποστηρίζει η Άγκυρα, δεν διαθέτουν ούτε ΑΟΖ, ούτε και έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα.

Αν η Τουρκία δεχτεί ότι η περιοχή του Καστελόριζου ανήκει στην Ελληνική ΑΟΖ, τότε αποτελεί σημείο οριοθέτησης της ΑΟΖ της Ελλάδας με την Αίγυπτο και με την Κύπρο και συνεπώς η Τουρκία δεν έχει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο, ώστε να συμπεριληφθεί και αυτή στη διαχείριση του υποθαλάσσιου πλούτου της περιοχής.

Η περιοχή που εκτείνεται νοτιοδυτικά του Καστελόριζου μέχρι νότια της Κρήτης και εφάπτεται βορειοδυτικά της ΑΟΖ της Κύπρου, η επονομαζόμενη ως «Λεκάνη του Ηροδότου», παρουσιάζει τις υψηλότερες πιθανότητες εντοπισμού υδρογονανθράκων, κυρίως φυσικού αερίου και οι επιστημονικές ενδείξεις, μιλούν για πολύ μεγάλα αποθέματα που πιθανώς να προσεγγίζουν και τα 3,5 τρισ. κυβικά μέτρα.

Στην εν λόγω περιοχή, με βάση γεωλογικές έρευνες, υπάρχουν επίσης σημαντικά αποθέματα υδριτών ή αλλιώς παγωμένου φυσικού αερίου, που είναι μόρια μεθανίου εγκλωβισμένα μέσα σε μια κρυσταλλική δομή που μοιάζει με αυτή του πάγου.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ένα κυβικό μέτρο υδρίτη, όταν το φέρεις στην επιφάνεια, γίνεται περίπου εβδομήντα κυβικά μέτρα.

Τα αποθέματα αυτά για την ώρα αποκαλούνται «μη συμβατικά», διότι η εκμετάλλευσή τους προς το παρόν δεν είναι δυνατή, αποκαλούνται όμως «κοιτάσματα της επόμενης εικοσαετίας».

Η περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παγκόσμια πετρελαϊκή βιομηχανία και δημιουργούνται νέες ευκαιρίες αναβάθμισης του ρόλου των εμπλεκόμενων χωρών στον γεωπολιτικό χάρτη (Ισραήλ, Κύπρος, Αίγυπτος, Ελλάδα).

Η Άγκυρα λοιπόν δεν είναι διατεθειμένη να μείνει εκτός της εκμετάλλευσης του ενεργειακού αυτού πλούτου και θα προσπαθήσει μέσω της πάγιας και μακροπρόθεσμης στρατηγικής που εφαρμόζει να αλλάξει το status quo της περιοχής. Από την πλευρά της χώρας μας ο κεντρικός άξονας της στρατηγικής που εφαρμόζεται είναι η αποτροπή οποιασδήποτε στρατιωτικής απειλής, σε συνδυασμό με την πολιτική αποκλιμάκωσης των εντάσεων.

Αυτή η προσπάθεια όμως θα πρέπει απαραίτητα να συνδυασθεί με αναθεώρηση των πρακτικών της υποχωρητικότητας και του κατευνασμού που εφαρμόζονται, αλλά με την επαύξηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και ικανότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων για την υλοποίηση μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής πολιτικής.

Πηγή WorldEnergyNews


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


15 Ιαν 2017


Οι λογικές «άσπρου-μαύρου» στο Κυπριακό και οι εύκολοι διαχωρισμοί μεταξύ «ενδοτικών» – «πατριωτών», την ώρα που ακόμη δεν έχουν ξεκινήσει οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και κανείς δεν γνωρίζει ποιο θα είναι το Σχέδιο Λύσης για το οποίο σήμερα γίνεται η αντιπαράθεση, είναι προτιμότερο να επιχειρηθεί η προσεκτική ανάγνωση των γεγονότων και η ψύχραιμη αποτίμηση των όσων συνέβησαν στην Γενεύη, των δηλώσεων των «παικτών» όπως του Τ. Ερντογάν και η προοπτική από δω και πέρα.

Στην Γενεύη υπήρξαν κάποια θετικά σημεία:

Κατ’ αρχήν αποτράπηκε το ναυάγιο και σε ότι αφορά το Κυπριακό αυτό δεν είναι πάντοτε αυτονόητο.

Επιβεβαιώθηκε ότι πολλές πτυχές του Κυπριακού περιμένουν το πάτημα του «κουμπιού» της πολιτικής Συμφωνίας προκειμένου να ξεκλειδώσουν και να οδηγήσουν σε συγκλίσεις.

Επίσης είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι πλέον στο εδαφικό έχουν κατατεθεί χάρτες που θέτουν την βάση για ένα συγκεκριμένο «παρέ-δωσε» το οποίο όμως είναι αλληλένδετο με το περιουσιακό και την επιστροφή προσφύγων και βεβαίως με το οικονομικό κόστος της Λύσης.

Είναι σημαντικό ότι ενεπλάκη έστω και μετ’ εμποδίων η Ε.Ε., η οποία παρά τις δύσκολες σχέσεις με την Τουρκία έχει πλέον λόγο στα ζητήματα Ασφάλειας και Εγγυήσεων.

Έχει επίσης ιστορική σημασία το γεγονός ότι για πρώτη φορά οι Εγγυήτριες Δυνάμεις ανοίγουν τα χαρτιά τους για το κρίσιμο θέμα της Ασφάλειας και Εγγυήσεων.

Στην Γενεύη υπήρξε πικρή γεύση από το γεγονός ότι όλες οι υποτιθέμενες προϋποθέσεις που είχε θέσει η Κυπριακή Δημοκρατία για την αναβάθμιση και κορύφωση των συνομιλίων δεν τηρήθηκαν ούτε στο ελάχιστο, ενώ πλέον παίρνει μόνιμη μορφή η υποβάθμιση της εκπροσώπησης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε επίπεδο Ελληνοκυπριακής Κοινότητας

Στο θέμα της εκπροσώπησης: σε κανένα από όλα τα κείμενα που κυκλοφόρησε ο ΟΗΕ στην διάρκεια των συνομιλίων της Γενεύης δεν υπήρξε αναφορά σε «Κυπριακή Δημοκρατία» ή σε «πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας». Είναι χαρακτηριστικό ότι και στο Ανακοινωθέν της ιστορικής πρώτης Διάσκεψης για τα θέματα Ασφάλειας και Εγγυήσεων, οι συμμετέχοντες αναφέρονται ως εξής:

«Η Διάσκεψη για την Κύπρο η οποία συγκλήθηκε σήμερα, 12 Ιανουαρίου 2017, στη Γενεύη, υπό την αιγίδα του ΓΓ του ΟΗΕ, με τη συμμετοχή του Εξοχότατου Μουσταφά Ακιντζί και του Εξοχότατου Νίκου Αναστασιάδη, των ΥΠΕΞ της Ελλάδας, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως εγγυήτριες δυνάμεις και στην παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως παρατηρητή».

Η «διπλή ιδιότητα» με την οποία υποτίθεται συμμετείχε στην Διάσκεψη ο κ. Αναστασιάδης (του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του ηγέτη της Ε/Κ κοινότητας) εξαφανίσθηκε …

Ακόμη και στο εθιμοτυπικό μέρος της Διάσκεψης υιοθετήθηκε παρόμοια μέθοδος καθώς οι καρτέλες μπροστά στους συμμετέχοντες ανέφεραν απλώς το όνομα τους.

Και το πρόβλημα φυσικά δεν αφορά τον Μ. Τζόνσον, τον κ. Τσαβούσογλου, η τον Ν. Κοτζιά που κανείς δεν αμφισβητεί την διεθνή νομική υπόσταση των χωρών που εκπροσωπούν.

Κερδισμένη η τουρκική πλευρά και ο ίδιος ο κ. Ακιντζί ο οποίος απλώς ως ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας και αυτοπροβαλλόμενος ως πρόεδρος ενός παράνομου μη αναγνωρισμένου διεθνώς μορφώματος του κατοχικού καθεστώτος στην Βόρειο Κύπρο, βρέθηκε να κάθεται στο τραπέζι της Διάσκεψης με το ίδιο καθεστώς όπως και ο πρόεδρος της μόνης διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι αποκαλυπτικό ότι ενώ στην Γενεύη βρέθηκε και ο υπουργός εξωτερικών της Κύπρου Ι. Κασουλίδης που θα μπορούσε να παραβρεθεί στην Διάσκεψη ώστε να σωθούν τα προσχήματα (καθώς θα παρίστατο ως «αξιότιμος Ι. Κασουλίδης», αλλά θα παρέπεμπε σε εκπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας που είναι το συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης Εγγύησης), αποχώρησε πριν από την σύγκλισή της…

Ο κ. Αναστασιάδης είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι η Διάσκεψη δεν θα είναι Πενταμερής (όπως ήταν τελικά) και ότι προϋπόθεση για να συγκληθεί θα είναι, η σύγκλιση τουλάχιστον στο θέμα των χαρτών. Τελικά στην Γενεύη απλώς για μια ακόμη φορά καταγράφηκαν οι διαφορετικές θέσεις σε όλα τα Κεφάλαια και στο Εδαφικό και η διάσκεψη ξεκίνησε χωρίς να έχει προηγηθεί η οποιαδήποτε σύγκληση, καθώς ήταν προφανές ότι οι δυο πλευρές δεν είναι έτοιμες για συναινέσεις πριν υπάρξει εικόνα και για την πρόοδο που μπορεί να υπάρξει στο ζήτημα των Εγγυήσεων /Ασφάλειας.

Όμως στο θέμα των χαρτών και από την συζήτηση της Διακυβέρνησης, διαφαίνεται ότι η τουρκική πλευρά θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την εκ περιτροπής Προεδρία, υποσχόμενη ως αντάλλαγμα άλλοτε την Μόρφου, άλλοτε κάποιες πρόνοιες στο θέμα της Ασφάλειας.

Στο παρασκήνιο, αυτό που επιχειρήθηκε ήταν να ξεκινήσει άμεσα η συζήτηση των τεχνοκρατών χωρίς να έχει προηγηθεί η πολιτική συζήτηση, κάτι που θα οδηγούσε σε καταγραφή «κόκκινων γραμμών», όπου με συμπαιγνία Βρετανίας-Τουρκίας θα βρισκόταν η Ελλάδα στην δύσκολη θέση να πιέζεται για επίδειξη ελαστικής στάσης, ωσάν να είναι η Ελλάδα η Κατοχική Δύναμη στο νησί.

Σε αυτή την μεθόδευση αναφέρθηκε ο Ν. Κοτζιάς ο οποίος αφού επέμεινε για πολιτική συζήτηση την οποία απέφυγε ο κ. Τσαβούσογλου αναχωρώντας για την Άγκυρα, ζήτησε να υπάρξουν αυτές οι λίγες ημέρες διακοπής ώστε να διαμορφωθεί ένα καταρχήν πλαίσιο στο οποίο θα εξελιχθεί η συζήτηση.

Όμως η παρέμβαση του Τ. Ερντογάν πίσω από τις γραμμές λέει πολλές αλήθειες τις οποίες δεν μπορεί να παραβλέπουμε:

Στο Εδαφικό ο Τ. Ερντογάν ,αν και αφορά εσωτερική πτυχή του Κυπριακού, κάνει μια βαρυσήμαντη παρέμβαση η οποία αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει το Κυπριακό υπό γεωστρατηγικό πρίσμα και ως θέμα της δικής της Ασφάλειας. Δεν είναι τυχαίες μάλιστα οι συνέχεις αναφορές του κ. Τσαβούσογλου στην Πενταμερή Διάσκεψη ότι πρέπει να επιδιωχθούν λύσεις που θα προασπίζουν την «ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων, της Κύπρου και ολόκληρης της περιοχής», σε μια εμφανή προσπάθεια να μπει το θέμα της Κύπρου στον γενικότερο χάρτη της Μέσης Ανατολής.

Ο κ. Ερντογάν ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να δοθεί η Καρπασία, (η οποία λόγω γεωγραφικής «ιδιορρυθμίας» είναι σαν δόρυ στο υπογάστριο της Τουρκίας και συγχρόνως καλύπτει στρατηγικά τις ακτές της Συρίας και του Λιβάνου) ενώ παρουσίασε ένα νέο παζάρι στο Εδαφικό, προτείνοντας την ανταλλαγή της Αμμόχωστου, με την απόδοση στην Τουρκία της περιοχής του Πύργου Τυλληρίας ώστε να ενοποιηθεί η Μόρφου με τον τουρκικό θύλακα στα Κόκκινα. Πολύ απλά δηλαδή ο κ. Ερντογάν υποδεικνύει στους Τουρκοκυπρίους ότι θα πρέπει να απαιτήσουν…. εδαφικά ανταλλάγματα για κάθε εδαφική παραχώρηση προς την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Μέχρι τώρα το «πάρε-δώσε» προέβλεπε ότι θα επιστραφεί έδαφος στην ελληνοκυπριακή πλευρά έναντι ανταλλαγμάτων σε διακυβέρνηση η στην Ασφάλεια, ενώ τώρα ο Ερντογάν κάνει ένα βήμα πιο μπροστά ζητώντας να δοθούν στους Τουρκοκυπρίους, νέα εδάφη δημιουργώντας ευθεία γραμμή μεταξύ των δυο συνιστώντων κρατιδίων, στο σημείο που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την αποστολή της η τουρκική εισβολή του 1974…

Συγχρόνως ο Τούρκος Προέδρος ανοίγει και το θέμα των Εγγυήσεων/Ασφάλειας, αλλά η πρώτη εικόνα για παράθυρα που αφήνει ανοικτά, παρά την ακραία ρητορική του, θα διαπιστωθεί την Τετάρτη στην πρώτη συνάντηση τεχνοκρατών στο πλαίσιο της Πενταμερούς Διάσκεψης.

Ο κ. Ερντογάν λέει ότι δεν θα υπάρξει καθεστώς Εγγυήσεων χωρίς την Τουρκία. Εάν αποδειχθεί ότι εννοεί διατήρηση του σημερινού πλαισίου με πρόβλεψη για επεμβατικό δικαίωμα, τότε οι συνομιλίες θα καταρρεύσουν. Εάν όμως η τουρκική πλευρά αποδεχθεί ένα πλαίσιο Συμφωνίας εγγύησης της (εξωτερικής) Ασφάλειας του νέου ομόσπονδου κυπριακού κράτους, εγγύηση της εφαρμογής της Συμφωνίας από το ΣΑ του ΟΗΕ, συγκρότηση πολυεθνικής αστυνομικής δύναμης που θα συνδράμει τις ομοσπονδιακές δυνάμεις για την τήρηση της τάξης αλλά και αρκετά ακόμη «εργαλεία» που έχει στην διάθεση της η διεθνής κοινότητα, τότε ανοίγει μια μικρή χαραμάδα συζήτησης για κατάργηση των αναχρονισιτκών Εγγυησεων.

Όταν ο κ. Ερντογάν λέει ότι οι τούρκοι στρατιώτες θα συνεχίσουν να μένουν στο νησί, θα πρέπει να διευκρινισθεί τι ακριβώς εννοεί: εάν η τουρκική θέση περιορισθεί στην συμμετοχή της Τουρκίας και της Ελλάδας σε μια Πολυεθνική αστυνομική δύναμη που η διοίκηση θα ασκείται από τρίτους, αυτό είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι έτοιμη να συζητήσει την παραμονή για μεταβατική περίοδο που μπορεί να φθάσει και τα πέντε η έξι χρόνια μικρής τουρκικής στρατιωτικής δύναμης στο νησί. Η αποχώρηση των υπολοίπων δυνάμεων θα γίνει υπό την αιγίδα ενός μηχανισμού παρακολούθησης (monitoring) που θα αναφέρεται με τακτικές Εκθέσεις στον ΟΗΕ.

Για όλα αυτά τα ζητήματα όμως οι πραγματικές τουρκικές προθέσεις θα αποκαλυφθούν μόνον όταν διατυπωθούν επίσημα στην διαδικασία που ξεκινά την Τετάρτη.

Ν.Μ.
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 


14 Ιαν 2017


Του Παντελή Δ. Καρύκα

Το παλαιό αρματαγωγό «Λέσβος» ήταν το πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού που διακρίθηκε στον καταστροφικό πόλεμο – ναι τέτοιος ήταν – του 1974, επιχειρώντας ολομόναχο στα νερά της Κύπρου.

Σήμερα το νέο, ομώνυμό του πλοίο, γίνεται πλωτό ξενοδοχείο, με σύμφωνη γνώμη πρωθυπουργού και συνεταίρου του, υπουργού Άμυνας για να φιλοξενήσει πρόσφυγες και μετανάστες του κέντρου της Μόρια στο νησί της Λέσβου, το οποίο κέντρο κάηκε δύο φορές τους προηγούμενους μήνες από τους ενοίκους του.

Το ότι η πολιτική της κυβέρνησης και στο μεταναστευτικό, έχει αποτύχει παταγωδώς, είναι εμφανές. Άλλα ότι θα έφτανε στο σημείο, για να καλύψει την ανεπάρκειά της, να μετατρέψει σε ξενοδοχείο ένα πολεμικό πλοίο η αποστολή του οποίου μόνο αυτή δεν είναι αγγίζει άλλες σφαίρες.

Βέβαια για έναν πρωθυπουργό που υποστήριζε πως η θάλασσα δεν έχει σύνορα το όνομα «Λέσβος» μάλλον σημαίνει πολύ λίγα, ίσως και τίποτα – αμφιβάλουμε αν πέρα από κάποια ιδεολογικά, ιδεοληπτικά κλισέ ο εν λόγω κύριος γνωρίζει κάτι για τις πολεμικές επιχειρήσεις του 1974.

Για κάποιους όμως που θυμούνται τον κυβερνήτη του τότε σκάφος, τον Ελευθέριο Χανδρηνό και το πλήρωμά του που αψήφησε ολόκληρη την τουρκική ναυτική και αεροπορική δύναμη και ήταν υπεύθυνοι για την βύθιση ενός τουρκικού αντιτορπιλικού, την πρόκληση σοβαρών ζημιών σε ένα ακόμα, την κατάρριψη τουλάχιστον τριών τουρκικών μαχητικών και τον βομβαρδισμό των τουρκικών θέσεων στην Κερύνεια, το όνομα αυτό λέει πολλά.

Δεν αξίζει το «Λέσβος» να καταντά ξενοδοχείο. Αν ο κ. Μουζάλας είναι ανίκανος για οτιδήποτε άλλο ας πληρώσει πραγματικά ξενοδοχεία από τα ευρωπαϊκά κονδύλια που δεν αξιοποίησε για το προσφυγικό για να φιλοξενήσει εκεί τους ταλαίπωρους συνανθρώπους μας. Όχι όμως σε ένα κομμάτι ιστορίας του ενδόξου Πολεμικού Ναυτικού που, σε τελική ανάλυση, προορίζεται για άλλη χρήση και κινείται και δρα με χρήματα των Ελλήνων και προς όφελος των Ελλήνων, είτε αρέσει, είτε όχι.

Η σημαία του Πολεμικού Ναυτικού δεν έχει υποσταλεί ποτέ. Όποιο ελληνικό πλοίο βυθίστηκε, βυθίστηκε με την σημαία κυματίζουσα χωρίς να παραδοθεί, αν σας λέει κάτι εγκέφαλοι του άρπα – κόλα της κυβέρνησης. Και το όνομα «Λέσβος» είναι σύμβολο και για μας και για τους απέναντι που με γέλια, πιστέψτε μας, βλέπουν την κατάντια μας.

Άδικα δηλαδή θα αποφασίσει αύριο ο Ερντογάν να στείλει κι άλλους μετανάστες – πρόσφυγες στην Ελλάδα σκεπτόμενος πως ίσως μετατρέψουμε και τις φρεγάτες του στόλου σε κοιτώνες;

Πήγη MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Το αδιέξοδο στη Γενεύη για το Κυπριακό φέρνει “φουρτούνα” στο Αιγαίο

Στη Γενεύη άπαντες προσπαθούν υποτίθεται να βρουν “δίκαιη και βιώσιμη” λύση στο Κυπριακό και την ίδια στιγμή στο Αιγαίο, αλλά και στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης και Κύπρου ο τουρκικός στόλος βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη για πρώτη φορά μετά από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Η έξοδός του έχει προκαλέσει την λογική ανησυχία της Αθήνας, η οποία παρακολουθεί τις κινήσεις των Τούρκων, με μονάδες του Στόλου στις οποίες επιβαίνουν, ο υπαρχηγός του Στόλου, ο διοικητής Φρεγατών και διοικητής Μοίρας Φρεγατών.

Οι Τούρκοι έβγαλαν το Στόλο τους για την τριμηνιαία επιχειρησιακή αξιολόγηση. Κάτι που μετά από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου δεν είχαν μπορέσει να κάνουν. Κυρίως λόγω των μεγάλων ελλείψεων που είχαν σε έμπειρο προσωπικό. Οι διώξεις του Ερντογάν δεν άφησαν ανεπηρέαστο το τουρκικό ναυτικό.

Τα ξημερώματα της Δευτέρας οι Τούρκοι άρχισαν να αναπτύσσουν μονάδες στο βόρειο και στο νότιο Αιγαίο. Σταδιακά σ΄ αυτές τις περιοχές βγήκε σχεδόν όλος ο τουρκικός στόλος! Οι άσχημες καιρικές συνθήκες δεν τους επέτρεψαν να κάνουν και πολλά. Από χθες που ο καιρός άρχισε να βελτιώνεται, τα τουρκικά “απλώθηκαν” και ειδικά στο νότο “ανοίγονται” στην περιοχή μεταξύ Κρήτης και Κύπρου. Προφανώς δεν είναι σύμπτωση…

Αν και θεωρητικά πρόκειται για μια επιχειρησιακή αξιολόγηση, η χρονική συγκυρία είναι απολύτως λογικό να κάνει την Αθήνα πιο καχύποπτη.

Πηγή Militaire


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 




Στη Γενεύη έγινε το αναμενόμενο. Συζήτηση πολύ, λύση καμία. Συμβαίνει πάντα στις περιπτώσεις που ο συνομιλητής σου δεν λύνει τα θέματά του με διάλογο αλλά πάντα δια της βίας. Η Τουρκία, μας αρέσει ή όχι, είναι ένας τέτοιος συνομιλητής.

Μετά από τη Γενεύη είναι απολύτως βέβαιο ότι ο εκνευρισμός της Τουρκίας θα λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Ήδη η Άγκυρα κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στη Γενεύη, έβγαλε στο Αιγαίο τον “λαβωμένο” στόλο της.ο οποίος έχει πολλά πλοία αλλά πάσχει κι αυτός από προσωπικό, μετά από τις μαζικές διώξεις Ερντογάν…

Ο Τούρκος πρόεδρος από χθες κάνει δηλώσεις επιθετικές, αρνείται κάθε συζήτηση για το αυτονόητο, που είναι η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο και ζητά ό,τι του κατέβει στο κεφάλι. Δείχνει ότι είναι εκείνος που δεν επιθυμεί “λύση” στο Κυπριακό. Τουλάχιστον σε τραπέζι διαπραγματεύσεων. Ο Ερντογάν αναζητά ένα… θρίαμβο για να κερδίσει πόντους στο εσωτερικό της χώρας του. Μετά από τόσα προβλήματα, τόσους θανάτους πολιτών από τις επιθέσεις μέσα σε τουρκικές πόλεις και τις αδιέξοδες στρατιωτικές εμπλοκές το “μικρόβιο” της αμφισβήτησης του “σουλτάνου” έχει αρχίσει να μεταδίδεται στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει το ενδεχόμενο η Τουρκία να επιλέξει την προσφυγή στη βία για να επιβάλλει τετελεσμένα. Δεν είναι εύκολο να το κάνει. Κανένας από τους “παίκτες” στην περιοχή δεν επιθυμεί να προκύψει ένα ακόμη πρόβλημα στη περιοχή. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ερντογάν δεν έχει στο μυαλό του και στα σχέδιά του “λύσεις” που προβλέπουν ακόμη και τη χρήση στρατιωτικών μέσων και πίεσης.

Η Ελλάδα τήρησε μια καλή στάση στην υπόθεση της Γενεύης. Δεν εμφανίστηκε φοβισμένη, έθεσε κάποιους όρους και τους υπερασπίστηκε. Δεν ήταν εύκολο, γιατί εκτός από την Τουρκία είχε να αντιμετωπίσει και κάποιους κύκλους από την Κύπρο που φαίνεται να ΄χουν πειστεί ότι πρέπει να δεχτούμε την ό,ποια λύση. Το δόγμα η Κύπρος αποφασίζει η Ελλάδα συμπαρίσταται, δεν μπορεί να έχει ισχύ σε περίπτωση που κάποιοι επιδιώξουν την “ευθανασία” της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κι αυτό η Αθήνα έδειξε να το έχει καταλάβει στη Γενεύη.

Η Ελλάδα οφείλει να ανησυχεί για το ενδεχόμενο μιας τουρκικής επιθετικής κίνησης, μετά από το ναυάγιο της Γενεύης. Δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται. Αν η Τουρκία αποφασίσει να προχωρήσει σε κλιμάκωση της έντασης και στην πρόκληση ενός επεισοδίου, οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε. Και είμαστε. Τα τελευταία 24ωρα πολλά γίνονται και είναι ενθαρρυντικό ότι επικρατεί ψυχραιμία, αν και δεν έλειψαν και οι γκάφες όπως αυτή του υπουργείου Ναυτιλίας που θυμήθηκε τώρα να ανακοινώσει το πρόγραμμα για την κατοίκηση νησιών του Αιγαίου. Παρ' όλα αυτά η Ελλάδα αντιμετωπίζει με ψυχραιμία όλες τις κινήσεις της Τουρκίας που δείχνουν ότι “ψάχνει” την αφορμή για κλιμάκωση.

Στο Κυπριακό τίποτα ακόμη δεν έχει τελειώσει. Ο διεθνής παράγοντας που θέλει να εξυπηρετήσει τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα που θα εκμεταλλευθούν τα ενεργειακά αποθέματα της Κύπρου “καίγεται” για “λύση”. Λευκωσία και Αθήνα θα πρέπει να παραμείνουν σταθερές στις θέσεις τους. Να τις υπερασπιστούν με αποφασιστικότητα.

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Η άλλη επιλογή είναι η εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας κι αυτό θα είναι τραγικό και επικίνδυνο για την Ελλάδα.

Πηγή Militaire



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου