Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

14 Νοε 2017


«Εκεί όπου κάποτε βρισκόταν το λίκνο της ευρωπαϊκής ιδέας, σήμερα συσσωρεύονται τα προβλήματα. Αν το ευρώ εξακολουθήσει να σκοτώνει τις οικονομίες στο νότο και να έρχονται μαζικά μετανάστες, διακυβεύεται η ύπαρξη της ΕΕ» γράφει η γερμανική εφημερίδα Die Welt σε κύριο άρθρο με τίτλο «Κρίσιμη ζώνη: Μεσόγειος».

Η εφημερίδα σημειώνει ότι επί του παρόντος στην κεντρική Ευρώπη φτάνουν κατά κύριο λόγο πιεστικά τα νέα από τη Μεσόγειο, όταν οι μετανάστες επιχειρούν την είσοδό τους στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Κατά μήκος της ανοικτής γραμμής των θαλάσσιων συνόρων της Ευρώπης, κοντά στις θανάσιμες συνθήκες εξαθλίωσης της ακανόνιστης μετανάστευσης, μαίνεται και μία πολιτική κρίση που θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την ΕΕ εντός των επόμενων μηνών. Και αυτό γιατί κατά την άποψη του γράφοντος, σχεδόν όλες οι μεσογειακές χώρες της Ευρώπης βρίσκονται ενώπιον δραματικών προβλημάτων, παρά ή λόγω της γενναιοδωρίας που έχει επιδείξει απέναντί τους η ΕΕ, ως ευρωπαϊκό εγχείρημα προς διατήρηση της ειρήνης και της ευημερίας.

«Σύμφωνα με τον μύθο», τονίζει η Die Welt, «οι απαρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού ανάγονται στην απαγωγή της Ευρώπης από το Δία, ενώ αργότερα οι Έλληνες διανοητές και οι Ρωμαίοι στρατιωτικοί μηχανικοί θεμελίωσαν την ευρωπαϊκή κουλτούρα». Ωστόσο, υπογραμμίζει στη συνέχεια, στο πλαίσιο της ΕΕ, με τις μητροπόλεις της στις Βρυξέλλες, το Λουξεμβούργο, το Στρασβούργο και την Φραγκφούρτη, το μεσογειακό τμήμα της Ευρώπης συχνά λειτουργούσε ως προσάρτημα. Όπως επισημαίνεται, η Ιταλία, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της ΕΕ, έχει καταφέρει ένα οικονομικό θαύμα, αλλά μόνο στο βορρά, ενώ ο νότος της στηρίζεται σε επιδοτήσεις. Η Ισπανία, που εισήλθε στην ΕΟΚ το 1986, διατηρεί – παρά τις πολλές επιτυχίες της δημοκρατίας και της οικονομίας – πολλά κληροδοτήματα της δικτατορίας του Φράνκο, ενώ κάτι παρόμοιο ισχύει και στην περίπτωση της Πορτογαλίας, παρατηρεί ο συντάκτης του άρθρου. Παρά ταύτα, η Ελλάδα ήταν η χώρα στην οποία αποδείχθηκε πόσο εύθραυστη ήταν στην πραγματικότητα η συμφωνία των χωρών της Μεσογείου με την ΕΕ.

Ειδικότερα, εστιάζοντας στην περίπτωση της Ελλάδας ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι δεν πέρασαν ούτε δέκα χρόνια από την καθιέρωση του ευρώ για να καταρρεύσει το μοντέλο της άπληστης κρατικής χρηματοδότησης. Και παρά το γεγονός ότι η χώρα προ οκτώ ετών έλαβε τεράστια ποσά με τη μορφή “χρηματοδότησης για διάσωση”, κυρίως των χρεοκοπημένων τραπεζών της, η οικονομία της δεν κατάφερε να σταθεί στα πόδια της. Δεν είναι σύμπτωση, τονίζει η γερμανική εφημερίδα, ότι η Ελλάδα υπήρξε η πρώτη χώρα της ΕΕ στην οποία κατέρρευσε το κομματικό σύστημα, “με την εξαφάνιση των ισχυρών σοσιαλιστών και την ανάδειξη του νέου ισχυρού ανδρός, του Αλέξη Τσίπρα, από το αριστερό, πολυσυλλεκτικό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ”.

Η γερμανική εφημερίδα αναφέρεται, επίσης, στο φαινόμενο των εκατομμυρίων νέων ανθρώπων που είναι άνεργοι στις χώρες της Μεσογείου, επισημαίνοντας ότι δεν τούς προσφέρεται πλέον καμία προοπτική, με αποτέλεσμα τη μετανάστευσή τους είτε στην κεντρική Ευρώπη, είτε σε χώρες εκτός Ευρώπης. Επιπρόσθετα, τονίζει ότι ενδεχομένως για το επιτελείο πέριξ του επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, θεωρείται επιτυχία η αποτροπή με ριψοκίνδυνες μανούβρες της κατάρρευσης ενός μέλους του ευρώ ή ενός ντόμινο για όλη την Ευρωζώνη, αλλά τα πολιτικά συνεπαγόμενα κόστη θα καθίστανται ολοένα και πιο υψηλά για την ΕΕ.

Η εφημερίδα αντιμετωπίζει την πρόσφατη κρίση στην Ισπανία με την Καταλονία ως απότοκο της προηγηθείσας οικονομικής κρίσης, τονίζοντας ότι εκεί όπου δεν υπάρχει πλέον κάτι να μοιραστεί, ξεκινούν τα αποσχιστικά κινήματα. Επιπλέον, αναφέρεται στα φαινόμενα πολιτικής κρίσης και θεσμών στη Μάλτα, στα εκλογικά αποτελέσματα στη Σικελία ως δείγμα για τη γενικότερη κρίση της δημοκρατίας στην Ιταλία, καθώς και στην άνοδο του αριστερού κόμματος των Podemos στην Ισπανία που γνωρίζει τη “χειρότερη πολιτειακή κρίση από εποχής Φράνκο”.

Η Die Welt επισημαίνει εμφατικά ότι μπορεί η Μεσόγειος να είναι η γενέτειρα της ευρωπαϊκής ιδέας, αλλά αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι, αν το ευρώ συνεχίσει να σκοτώνει τις οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου και αν συνεχίσουν οι μαζικές είσοδοι μεταναστών από τα θαλάσσια σύνορα της ΕΕ, τότε η Μεσόγειος θα καταστεί ίσως ο τάφος της Ευρώπης.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



7 Νοε 2017


Tου Maxim Samorukov

Τα Δυτικά Βαλκάνια καταλαμβάνουν μία ειδική θέση στη ρωσική εξωτερική πολιτική.

Εκτός από την πολιτισμική και ιστορική συγγένεια με τους τοπικούς Ορθόδοξους Σλάβους, η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να στοιχειώνεται από την κρίση του Κοσσυφοπεδίου στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και των βομβαρδισμών της Σερβίας στις αρχές του 1999. η Ρωσία δεν έχει συγχωρήσει το ΝΑΤΟ για αυτή την στρατιωτική εκστρατεία, η οποία προχώρησε χωρίς εντολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η αίσθηση ότι αντιμετωπίζεται άδικα από την "υποκριτική” Δύση, εδραιώνει την άνευ προηγουμένου φιλία μεταξύ των Ρώσων και των Σέρβων, οι οποίοι δεν ζουν μόνο στη Σερβία αλλά επίσης αποτελούν σημαντικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες.

Παρά τις επιδεικτικές αυτές δηλώσεις οικειότητας, οι σχέσεις της Ρωσίας με τα Δυτικά Βαλκάνια μαστίζονται από την απουσία οικονομικής σημασίας. Το μερίδιο της Ρωσίας στο διεθνές εμπόριο της περιοχής, η πίστωση και οι ροές εμβασμάτων έχουν μειωθεί εδώ και αρκετά χρόνια, υποχωρώντας από έναν εκ των κορυφαίων οικονομικών εταίρων στην αρχή του αιώνα, σε μονοψήφια ποσοστά σήμερα. Ακόμη και στη Σερβία, τον πιο στενό σύμμαχο της Μόσχας στα Βαλκάνια, η Ρωσία παραμένει πίσω από την ΕΕ όσον αφορά το εξωτερικό εμπόριο του Βελιγραδίου, που αντιστοιχεί σε μόλις 6,7% με τη Ρωσία το 2016, σε σχέση με το 64,4% με την ΕΕ στην αντίστοιχη περίοδο.

Στα άλλα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, η Ρωσία έχει ακόμη μικρότερη παρουσία σε σχέση με την ευρωπαϊκή οικονομική στήριξη ή με το διμερές εμπόριο με μεμονωμένες χώρες της ΕΕ. Και η άρνηση της Σερβίας, των Σκοπίων και της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης για να συναινέσουν στιςκυρώσεις της ΕΕ εναντίον της Μόσχας, δεν κατόρθωσε να αναζωογονήσει την οικονομική συνεργασία της περιοχής με τη Ρωσία.

Επιπλέον, η Μόσχα φαίνεται ότι χάνει τον ενθουσιασμό της ακόμη και για τον παραδοσιακά αγαπημένο της χόμπι, τον βαλκανικό ενεργειακό τομέα. Παρά το ότι τα έχει ανακοινώσει με μεγέθη θέρμη, αμέτρητα κοινά ρωσικά projects στην περιοχή -όπως η ενσωμάτωση των αγωγών Druzhba και Adria- παραμένουν ανενεργά. Η Ρωσία συνεχίζει να διατηρεί επενδύσεις που είχε κάνει στη δεκαετία του 2000, συμπεριλαμβάνοντας τα πετρελαϊκά διυλιστήρια στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη (που τελικά διέθεσε προμήθειες φυσικού αερίου από την Κροατία στη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψης της προέδρου της Κροατίας στη Ρωσία), και του γίγαντα πετρελαίου και φυσικού αερίου NIS στη Σερβία. Αλλά το κεντρικό κομμάτι της ενεργειακής της πολιτικής στην περιοχή, ο αγωγός φυσικού αερίου South Stream, εγκαταλείφθηκε το 2014. Αν και ένας εναλλακτικός Turkish Stream είναι ήδη υπό κατασκευή, η πορεία του ευρωπαϊκού τμήματος, αν υπάρχει, εξακολουθεί να είναι αβέβαιη.

Η οικονομική στασιμότητα, οι χαμηλές πετρελαϊκές τιμές και οι νέες προτεραιότητες στη Μέση Ανατολή και στον Ειρηνικό, έχουν υποβιβάσει τα Δυτικά Βαλκάνια στο τρίτο επίπεδο της λίστας της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η περιοχή δεν ενδιαφέρει τη Ρωσία.

Για τη Μόσχα, η ιστορική δημοτικότητα που απολαμβάνει στα δυτικά Βαλκάνια ως αντίβαρο στη Δύση, είναι ένας βολικός και φθηνός τρόπος να διατηρηθεί η εικόνα της Ρωσίας μιας πραγματικής παγκόσμιας δύναμης με συμφέροντα που εξαπλώνονται σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της γειτονιάς της ΕΕ.

Από τη στιγμή που τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων είναι οι πιο πιθανοί υποψήφιοι για να γίνουν νέα μέλη στο ΝΑΤΟ, η πρόληψη οποιασδήποτε περαιτέρω επέκτασης της Συμμαχίας είναι ένας από τους βασικούς μακροχρόνιους παράγοντες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Η Μόσχα δεν βλέπει τα μικρά και σκληρά κράτη των Δυτικών Βαλκανίων που θα ενταχθούν στην υπό αμερικανική επιρροή συμμαχία, ως απειλή. Η περιοχή ήδη έχει διαχωριστεί από τα ρωσικά σύνορα από μία ζώνη από τα άλλα κράτη του ΝΑΤΟ. Αλλά η ρωσική ηγεσία φοβάται ότι μια νέα διεύρυνση του ΝΑΤΟ είναι πιθανό να δημιουργήσει μια επεκτατική ώθηση που θα μπορούσε να μεταφερθεί στον μετασοβιετικό χώρο.

Η Μόσχα επίσης πιστεύει ότι η Δύση έχει προκαλέσει προβλήματα στη γειτονιά της Ρωσίας τα τελευταία χρόνια. Ως εκ τούτου αισθάνεται ότι δικαιούται μία "εκδίκηση”. Δεν λείπουν παραδείγματα για να περιγράψουν την πρόσφατη ανάμιξη της Ρωσίας στα Βαλκάνια. Τα περισσότερα από αυτά δείχνουν όυτι η Μόσχα δεν είναι έτοιμη να δεσμεύσει σημαντικούς πόρους στην περιοχή. Η Ρωσία ωστόσο επιθυμεί να επωφεληθεί από τα βαθιά ριζωμένα τοπικά προβλήματα για να καταστήσει τα Δυτικά Βαλκάνια ένα αγκάθι στα πλευρά της Δύσης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια ισχυρή παγκόσμια δύναμη.

Ενθαρρυμένοι από μία νέα ένταση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, οι ηγέτες των Βαλκανίων σύντομα διαπιστώνουν ότι η Μόσχα δεν πρόκειται να τους παρασύρει με νέα προσοδοφόρα projects και επιδοτούμενες πιστωτικές γραμμές. Ο Σερβοβόσνιος ηγέτης Milorad Dodik δαπάνησε δύο χρόνια, 2014-2016, για να διαπραγματευτεί μία ρωσική πίστωση, η οποία αντιστοιχεί σε αρκετά εκατοντάδες ευρώ. Αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η Μόσχα, που δεν έχει και μεγάλη ρευστότητα, προτίμησε να υποστηρίξει τον Dodik ρητορικά, καθώς αρκεί να διατηρήσει σε παράλυση το βοσνιακό κράτος.

Ούτε είναι η Ρωσία έτοιμη να διακινδυνεύσει να ασκήσει πλήρη πίεση στα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, όπως συμβαίνει συχνά με την ενασχόληση με τις μετά-σοβιετικές χώρες. Αντί αυτού, η Μόσχα επέλεξε μία χαμηλού budget, οπορτουνιστική προσέγγιση στην περιοχή, μεταφέροντας το μεγαλύτερο μέρος του φορτίου σε τοπικούς φορείς.

Στην περίπτωση των δραστηριοτήτων των μυστικών υπηρεσιών, συνήθως είναι ορισμένοι Ρώσοι παράγοντες που απλώς συντονίζουν τις δράσεις πολύ μεγαλύτερων δομών τοπικών υπερεθνικιστικών ριζοσπαστών. Ο αριθμός των ρωσικών προπαγανδιστικών μέσω που μεταδίδουν στις περιφερειακές γλώσσες είναι περιορισμένος αλλά ενισχύουν επιδέξια το αντιδυτικό αφήγημα που είναι παρόν στα τοπικά μέσα.

Όσον αφορά τους Βαλκάνιους πολιτικούς, είναι επίσης πάντα πρόθυμοι να προάγουν την εικόνα της Ρωσίας ως μια ισχυρή εναλλακτική λύση έναντι της Δύσης, όταν προωθούν τα δικά τους συμφέροντα. Κάποιοι το κάνουν αυτό με αρνητικό τρόπο, για να απεικονίσουν τον εαυτό τους ως την μόνη ικανή δύναμη να σταματήσουν τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Άλλοι υιοθετούν την αντίθεση προσέγγιση: υπερενισχύουν την σημασία της ρωσικής βοήθειας για την ευκαιρία μιας φωτογραφίας με τον Putin, ο οποίος παραμένει δημοφιλής πολιτικός μεταξύ των Σέρβων ψηφοφόρων.

Με τους τοπικούς φορείς να κάνουν εθελοντικά το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς, η Μόσχα είναι σε θέση να περιορίσει τις δικές της προσπάθειες, σε λίγες εντυπωσιακές αλλά με χαμηλό κόστος, χειρονομίες, που ταιριάζουν στο αντι-δυτικό αφήγημα. Για παράδειγμα, μπορεί να παρουσιάσει μια πλούσια υποδοχή για έναν Βαλκάνιο πολιτικό στο Κρεμλίνο ή να δώσει κάποιον παλιό στρατιωτικό εξοπλισμό ως δώρο.

Αυτό που κάνει μια τέτοια πολιτική δυνατή και μέχρι ενός βαθμού αποτελεσματική, δεν είναι η λαμπρή κατανόηση της περιοχής από τη Μόσχα ή η στρατιωτική της ιδιοφυία, αλλά οι αναρίθμητες δυτικές αποτυχίες στα βαλκάνια. Η ένταξη στην ΕΕ παραμένει μια μακρινή προοπτική για τα περισσότερα κράτη των δυτικών Βαλκανίων, ενώ κάποιοι ευρωπαίοι ηγέτες τείνουν να δίνουν προτεραιότητα στην εμφάνιση σταθερότητας έναντι των μεταρρυθμίσεων στην περιοχή.

Εν ολίγοις, τα έθνη στα δυτικά βαλκάνια έχουν απογοητευτεί τόσο πολύ με τη Δύση και με την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις υπερβολικές προσδοκίες, που πολλά από αυτά είναι πρόθυμα να παρασυρθούν από οποιαδήποτε εναλλακτικά, ασχέτως από το πόσο υπερβολική είναι. Και αν και η Μόσχα δεν έχει καμία επιθυμία να αναλάβει τα οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα ασφάλειας των δυτικών Βαλκανίων, είναι έτοιμη να διατηρήσει μια τέτοια ψευδαίσθηση.

CarnegieEurope
Capital



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Ιωάννη Αθ. Μπαλτζώη

Μετά τα τελευταία γεγονότα στο Ιρακινό Κουρδιστάν, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, ας προσπαθήσουμε να δούμε με μια ψύχραιμη ματιά τις εξελίξεις, τα λάθη ενός ηγέτη και την αμερικανική και ευρωπαϊκή «προδοσία», όπως θεωρούν πολλοί αναλυτές, που τελικά οδήγησαν σε επιτυχία και προβολή ισχύος και επιρροής της Ρωσίας και του Ιράν, μετά την Συρία και στο Ιράκ. Και αν συνεξεταστούν το Κουρδικό δημοψήφισμα με το Καταλονικό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι τα αποκεφαλιστικά από ηγεσίες πλέον δημοψηφίσματα, που έχουν δημιουργήσει τόσο μεγάλη διαμάχη τις τελευταίες εβδομάδες, προκλήθηκαν από μια λανθασμένη και καταστροφική αυτοπεποίθηση των αυτονομιστών, η οποία κατέληξε τελικά σε αυτό που στην αρχαιότητα ονομαζόταν… Ύβρις!

Πολλά έχουν ειπωθεί για τα Καταλανικά γεγονότα, ιδιαίτερα για την υπερβολική αστυνομική βία, σε μια Ευρωπαϊκή χώρα, που ξέσπασε εναντίον ανθρώπων που περίμεναν ειρηνικά για να ψηφίσουν. Ακόμη και για την έλλειψη κρίσης των αντιπάλων της ανεξαρτησίας, τους Καταλανούς που προφανώς σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις ήταν η πλειοψηφία, που μποϊκοτάρισαν την ψηφοφορία, αντί απλώς να μεταβούν και να ψηφίσουν, ώστε τελικά το αποτέλεσμα να είναι αρνητικό για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, όπως έκαναν στο Κεμπέκ και τη Σκωτία. Αποτέλεσμα, οι δραματικές εξελίξεις που παρακολουθούμε σήμερα, με τις διώξεις εκλεγμένων αντιπροσώπων της Καταλανικής Βουλής και την φυγή και αυτοεξόριση του Καταλανού ηγέτη στις Βρυξέλλες.

Όμως στο Ιρακινό Κουρδιστάν, τα πράγματα είναι διαφορετικά και διαδραματίζεται μια πραγματική τραγωδία. Ας ξεκινήσουμε με την Ύβρι!! Αγνοώντας σχεδόν τις καθολικές αντιρρήσεις και αιτιάσεις της διεθνούς κοινότητας για την ακύρωση ή την αναβολή του δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση Barzani προχώρησε σε δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, παρά το γεγονός ότι επί σειρά ετών το Ιρακινό Κουρδιστάν ήταν ανεξάρτητο σε όλα εκτός από το όνομα με αποτέλεσμα να επιτύχει μια καλή για τα δεδομένα της περιοχής πολιτική και στρατιωτική οντότητα που βοήθησε πάρα πολύ στην καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, σταθερός και πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ, καθώς και του Ισραήλ, που βοηθούσε ποικιλοτρόπως στον στρατιωτικό και πολιτικό τομέα.

Έτσι ο Barzani, όπως σωστά επισημαίνει σε άρθρο του στο Liberal.gr, ο Δρ. Σπύρος Πλακούδας, Επίκουρος Καθηγητής στο American University in the Emirates, εξέλαβε ως δεδομένη την δίχως όρους υποστήριξη των ΗΠΑ προς αυτόν και υποτίμησε τις υπόλοιπες μεταβλητές της εξίσωσης: το Ιράκ, το Ιράν και τον εσωτερικό του αντίπαλο τον Ταλαμπανί, υιό του προσφάτως αποθανόντα ιστορικού ηγέτη των Κούρδων. Ο Ταλαμπανί ποτέ δεν απέκρυψε την απέχθειά του προς τον Barzani και την συμπάθειά του και τον προσανατολισμό του προς το Ιράν, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει κάθε προσπάθεια του Barzani. Στηρίχθηκε ο Barzani, μόνο στην Ισραηλινή υποστήριξη, που τελικά αποδείχθηκε άνευ ουσίας, αφού δεν απέδωσε τίποτα. Έτσι οι ΗΠΑ, θεώρησαν τυχοδιωκτικό το δημοψήφισμα του Barzani, καθόσον σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των, υπονόμευε τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της πολυσυλλεκτικής συμμαχίας, για την τελική καταστροφή και εξάλειψη του ISIS.

Και ερχόμαστε στον παράγοντα της στρατιωτικής ισχύος του Ιρακινού Κουρδιστάν, παράγοντας πολύ σοβαρός για την άσκηση και υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής μιας έστω και υβριδικής μορφής κρατικής οντότητας, όπως ήταν το Ιρακινό Κουρδιστάν. Οι Πεσμεργκά (ο στρατός των Κούρδων), του Barzani αποδείχτηκαν τελικά «Χάρτινη Τίγρης». Να θυμίσουμε ότι το 2014 , κατά την προέλαση των τζιχαντιστών του ISIS στο Ιράκ, οι Πεσμεργκά του Barzani υποχώρησαν από την περιοχή του Σιντζάρ, χωρίς να ρίξουν μια τουφεκιά και άφησαν στο έλεος των τζιχαντιστών τους Γιεζίντι, περικυκλωμένους και αβοήθητους, αφήνοντάς τους στα όρια της εθνικής κάθαρσης. Οι τραγικές σκηνές των περικυκλωμένων από τους τζιχαντιστές Γιεντίζι, στο όρος Σιντζάρ και η αιχμαλωσία των γυναικών Γιεντίζι, για να χρησιμοποιηθούν ως ερωτικές σκλάβες στα ανθρωπόμορφα θρησκόληπτα κτήνη του ISIS, σοκάρισε και συγκίνησε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ε λοιπόν, έτσι ακριβώς έδρασαν και πρόσφατα μετά το δημοψήφισμα, όταν ο Ιρακινός στρατός κινήθηκε εναντίον τους καταλαμβάνοντας την περιοχή του Κιρκούκ πανεύκολα, που οι Κούρδοι είχαν καταλάβει παράνομα αλλά ειρηνικά από το 2014, επειδή απλά η αεροπορία των ΗΠΑ αρνήθηκε να τους συνδράμει και να τους υποστηρίξει. Έτσι εξαιτίας του ηγέτη τους Barzani, οι Κούρδοι του Ιράκ ευρίσκονται στο χειρότερο σημείο από το 2003. Με την ολέθρια αυτή πολιτική αυτή, ο Barzani απομονωμένος από τη διεθνή κοινότητα και μη αποδεκτός από ένα μέρος των ίδιων των ομοφύλων του, υποχρεώθηκε τελικά να παραιτηθεί τη 1η Νοεμβρίου και να παραχωρήσει τον έλεγχο των δύο συνοριακών διαβάσεων με την Τουρκία στο Ιράκ, στερώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σημαντικά έσοδα για το Ιρακινό Κουρδιστάν.

Στο Ισραήλ τώρα υπάρχει προβληματισμός και ασκείται κριτική για την πολιτική στάση του Ισραήλ, στο Κουρδικό δημοψήφισμα. Θεωρούν ότι το Ισραήλ, θα έπρεπε να είχε συμβουλεύσει τους Κούρδους να αναβάλουν το δημοψήφισμα τους . Θεωρούν ακόμη ότι το Ιράν είναι ο μεγάλος νικητής με τις εξελίξεις αυτές, καθόσον εξασφάλισαν ήδη την συνοχή του «Σιιτικού Άξονα» (Ιράν-Ιράκ-Συρία-Λίβανος) και ότι οι Ιρανοί εξουδετέρωσαν, σύμφωνα με την Ιρανική οπτική, την ανάδυση ενός «δεύτερου Ισραήλ» εντός του Ιράκ. Σύμφωνα δε μια αμερικανική ιστοσελίδα «δεν παίζεις σκάκι με τους Πέρσες, γιατί αυτοί το εφεύραν». Ένας ακόμη μεγάλος ωφελημένος από τις εξελίξεις είναι και η Ρωσία, η οποία υπογράφοντας συμφωνίες τόσο με το Ερμπίλ όσο με τη Βαγδάτη, η Μόσχα αποφεύγει καθαρά να ταχθεί υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, εφαρμόζοντας μια αριστοτεχνική εξωτερική πολιτική, εις βάρος των ΗΠΑ, η οποία θα λέγαμε ότι δεν έχει ξεκάθαρη και ενιαία αλλά αμφιταλαντευόμενη πολιτική στην περιοχή, αφού στην ουσία «εγκατέλειψαν» έναν πιστό και αταλάντευτα φιλικό και σημαντικό εταίρο στην περιοχή, το Κουρδικό Ιράκ. Μια κουρδική οντότητα στην περιοχή συμφέρει πρωτίστως τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Δείχνει, όμως, μια αδυναμία πολιτικής αντίληψης της Ουάσινγκτον, με αποτέλεσμα να κάνει σκεπτικούς τωρινούς ή μελλοντικούς συμμάχους της.

Εκτός από την ηθική οργή, η στάση των ΗΠΑ (και της Ευρώπης) είναι απίστευτα αντιπαραγωγική, σύμφωνα με Ισραηλινούς αναλυτές, οι οποίοι συνεχίζουν να ανησυχούν για την Ιρανική προβολή ισχύος σε μια περιοχή που θεωρείται ότι ανήκει στην δική τους σφαίρα επιρροής και αποτελεί την Ισραηλινή προβολή ισχύος, δηλαδή το Ιρακινό Κουρδιστάν. Οι καλύτερες πιθανότητες να δημιουργηθεί φραγμός στην ιρανική δημιουργία γέφυρας κρατών-πελατών μεταξύ του Ιράν και του Λιβάνου ήταν σύμφωνα με την Ισραηλινή πολιτική, η αναβίωση των Κούρδων του Ιράκ και της Συρίας. Και το Ισραήλ είχε την καλύτερη ευκαιρία να ξεπεράσει τους αραβικούς και περσικούς εχθρούς του στα βόρεια και στα ανατολικά, πλην όμως οι αμερικανικοί χειρισμοί δεν το επέτρεψαν, αλλά όλα αυτά είναι ιστορία. Αυτοί που κέρδισαν ήταν το Ιράν, η Ρωσία και το Ιράκ το οποίο πλέον βρίσκεται υπό μεγαλύτερο Ιρανικό έλεγχο, γεγονός που έχει ανησυχήσει σφόδρα το Ισραήλ. Αυτό είναι που έχουν «επιτύχει» οι ΗΠΑ από το 2003 μέχρι σήμερα, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατοντάδες δισεκατομμυρίων δολαρίων. και που ακόμη συνεχίζεται, σύμφωνα με τον καθηγητή Οικονομίας και Εθνικής Ασφάλειας Norman A. Bailey, Ph.D, του Πανεπιστημίου της Χάιφα, σε άρθρο του στην οικονομική Ισραηλινή ιστοσελίδα Globes. Και ο Ισραηλινός καθηγητής καταλήγει: «Ας ελπίσουμε ότι κάτι μπορεί να σωθεί από τα συντρίμμια, ειδικά τώρα που ο Massoud Barzani παραιτήθηκε ως πρόεδρος του KRG. Ίσως ίσως και το Ισραήλ να μπορεί να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην παραλαβή των κομματιών. Ο χρόνος θα δείξει».

Καταλήγοντας θα λέγαμε ότι στην Κουρδική τραγωδία έχουμε έναν συνδυασμό Ύβρεως, διαλυτικότητας, δειλίας και προδοσίας, με αποτέλεσμα να καταστρέψει σοβαρά την Δυτική θέση στη Μέση Ανατολή και να διαλύσει τις ελπίδες τριάντα εκατομμυρίων Κούρδων στο Ιράν, το Ιράκ, τη Συρία και την Τουρκία. Αυτό ήταν χειρότερο από ένα λάθος. Ήταν έγκλημα. Οι ένοχοι αναζητούνται και υπάρχουν σε όλες τις πλευρές, εκτός του μονίμως προδομένου Κουρδικού λαού.

* O Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), πρώην ΑΚΑΜ Τελ Αβίβ, πρώην Αξκος επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S.Army), Μ.Sc. στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του ΕΚΠΑ, μέλος ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



30 Οκτ 2017


Tου Marc Pierini

Τις τελευταίες εβδομάδες, η ηγεσία της Τουρκίας εστίαζε σε δύο διαφορετικές (αλλά αλληλένδετες) κατευθύνσεις: μία διεθνή, η άλλη εσωτερική.

Μια ολοένα και πιο βαθιά συνωμοτική νοοτροπία έχει οδηγήσει την Άγκυρα (αναλόγως με το θέμα) να κατηγορήσει, να απειλήσει, να φυλακίσει ή να κάνει "μαθήματα” σε πολίτες της και σε ξένους, ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα.

Ως αποτέλεσμα, η ηγεσία της Τουρκίας φαίνεται να είναι παγιδευμένη σε μια ηχώ όπου επαναλαμβάνονται οι ίδιες λέξεις για το εθνικιστικό ακροατήριο αλλά με όλο και λιγότερη σύνδεση με τον πραγματικό κόσμο.

Στο διεθνές σκηνικό, η Τουρκία έχει προσφάτως αναλάβει νέες πρωτοβουλίες, όπως το να απειλεί να κλείσει τις εμπορικές ροές με την Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν και το να στείλει στρατεύματα στο Κουρδιστάν του Ιράκ και στην επαρχία Ιντλίμπ της Συρίας.

Η προτιμώμενη μέθοδος εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας φαίνεται ότι βασίζεται σε ταχείες κινήσεις, αν και μέχρι στιγμής έχει σημειωθεί μικρή επίδραση στη Μόσχα, στην Ουάσιγκτον, στην Τεχεράνη, στη Δαμασκό, στο Έρμπιλ ή τη Βαγδάτη. Η Ρωσία συνεχίζει να ελέγχει την συριακή σκηνή, η Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν μιλάει ακόμη με την κεντρική κυβέρνηση του Ιράκ και οι κούρδοι της Συρίας είναι έτοιμοι να συμμετάσχουν στη μελλοντική συριακή λύση.

Ομοίως, σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, αξιωματούχοι της τουρκικής κυβέρνησης συνέχισαν να λένε δημοσίως ότι η έκδοση του Fethullah Gulen είναι μία υποχρέωση που πρέπει να τηρηθεί, ενώ η δίωξη του Reza Zarrab από δικαστήριο της Νέας Υόρκης είναι άδικη.

Και στις δύο περιπτώσεις, η Τουρκία αγνοεί τις πραγματικότητες του αμερικανικού δικαστικού συστήματος.

Στην πρώτη περίπτωση, ένας βασικός παράγοντας για οποιαδήποτε απόφαση έκδοσης είναι η διαβεβαίωση ότι το εν λόγω άτομο θα έχει μία δίκαιη δίκη -μία προφανώς μακρινή προοπτική στη σημερινή Τουρκία.

Στη δεύτερη περίπτωση -προς δυσαρέσκεια της Άγκυρας- το κατηγορητήριο του Reza Zarrab συνδέεται με το εμπόριο χρυσού μεταξύ Τουρκίας και Ιράν που είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή των διεθνών κυρώσεων- ένα αρκετά σοβαρό θέμα για τις ΗΠΑ. Επιπλέον, το εμπόριο μπορεί να είχε θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, αναλόγως με το που διατίθενται τα εκατοντάδες εκατομμύρια που διακυβεύονται.

Με τη Ρωσία, η Άγκυρα συνεχίζει να επαναλαμβάνει ότι η αγορά των S-400 από την Τουρκία επίκειται και περιλαμβάνει και μεταβίβαση τεχνολογίας. Η διάθεση στη Μόσχα είναι διαφορετική: καμία μεταφορά τεχνολογίας και χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στις πολιτικές της Άγκυρας -παρά την εμφάνιση συνοχής μεταξύ των δύο μερών στη διάρκεια των συνομιλιών στην Αστάνα για τη Συρία.

Η ΕΕ από την πλευρά της, απέχει τώρα από κάθε διάλογο με τον Τούρκο πρόεδρο Recep Tayyip Erdogan προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω προκλήσεις. Η Ένωση λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για να περιορίσει την παρέμβαση της Άγκυρας στις ευρωπαϊκές πολιτικές υποθέσεις, ανακατευθύνοντας παράλληλα ορισμένα από τα κεφάλαιά της, για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία.

Συνολικά, η διζωνική διεθνής στρατηγική της Άγκυρας -κατηγορεί τις ΗΠΑ και/ή την ΕΕ για υποστήριξη του κινήματος του Gulen και του ΡΚΚ και προσπαθεί αδιάκοπα να προκαλέσει τους Ευρωπαίους ηγέτες να ακυρώσουν τις διαπραγματεύσεις ενώ την ίδια στιγμή προσποιείται (ενάντια σε όλα τα στοιχεία) ότι η Τουρκία πληροί τα απαραίτητα πολιτικά κριτήρια για την ένταξη- έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο. Αυτή η στρατηγική έχει αποτύχει να προωθήσει τα μεσο-μακροπρόθεσμα στρατηγικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Τουρκίας. Έχει επίσης καταστρέψει την αξιοπιστία της Άγκυρας σε άλλες πρωτεύουσες με τις οποίες ήθελε να φλερτάρει για ευκαιριακούς λόγους, όπως η Μόσχα, η Τεχεράνη ή η Βαγδάτη.

Στο εσωτερικό επίπεδο, η πολιτική κατάσταση είναι ζοφερή -σύμφωνα με την παραδοχή του ίδιου του προέδρου. Η τωρινή συμμαχία μεταξύ του ΑΚΡ και του Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος (ΜΗΡ) είναι ασταθής, το λιγότερο. Υπάρχει ένας βαθμός σιωπηρής διαφωνίας στο ΑΚΡ ενώ η σύσταση ενός νέου κόμματος, με επικεφαλής τον πρώην υπουργό και μέλος του ΜΗΡ, Meral Aksener, αναμένεται να πάρει ψήφους και από το ΑΚΡ και από το ΜΗΡ.

Οι βουλευτικές εκλογές του 2019 μπορεί να λειτουργήσουν ως προοίμιο για τις δύσκολες προεδρικές και νομοθετικές εκλογές τον επόμενο Νοέμβριο. Ο πρόεδρος έχει ξεκινήσει μία τεράστια επιχείρηση αναζωογόνησης εν όψει των δημοτικών εκλογών, απολύοντας τους επί μακρόν δημάρχους του ΑΚΡ στις συμβολικές πόλεις της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης. Αυτό είναι μία επίδειξη δύναμης αλλά όχι απαραίτητα απόδειξη ότι έχει στον σταθερό έλεγχο.

Εάν το ΑΚΡ χάσει τις δημαρχίες στην Κωνσταντινούπολη και στην Άγκυρα, αυτό θα επηρεάσει σημαντικά τις εκλογές του Νοεμβρίου 2019.

Ορισμένοι Τούρκοι εμπειρογνώμονες εκτιμούν πως το περιθώριο με το οποίο το ΑΚΡ θα μπορούσε να ηττηθεί και στις τρεις εκλογές του 2019, θα μπορούσε να είναι τόσο ευρύ ώστε να αυτή τη φορά να μην μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις στην προεκλογική εκστρατεία και στην καταμέτρηση των ψήφων. Είναι μάλιστα πιθανό ότι η περιζήτητη συνταγματική μεταρρύθμιση που οδηγεί σε ένα σούπερ-προεδρικό καθεστώς, μπορεί στην πραγματικότητα να μορφοποιηθεί σε μια θανάσιμη πολιτική παγίδα για τους υποστηρικτές της. Το να βασίζεται το πολιτικό μέλλον της Τουρκίας σε έναν και μόνο άνθρωπο, ενώ την ίδια στιγμή αντιμάχεται ανελέητα όλες τις μορφές της αντιπολίτευσης -και της διαφωνίας και της ελεύθερης σκέψης- με όλο και πιο παράλογες μεθόδους, ίσως καταλήξει να γίνει κάτι άπιαστο σε ένα κατά τα άλλα πρωτοφανές 15χρόνο πολιτικό ταξίδι.

Σε ένα τέτοιο τεταμένο πλαίσιο, το μέσο της "διεθνούς συνωμοσίας” χρησιμοποιείται ενάντια στους ελεύθερους στοχαστές της χώρας, τους ακτιβιστές αλλά και εναντίον των ξένων.

Και πάλι, μια τέτοια εκστρατεία ίσως φανεί χρήσιμη σε κάποιους εθνικιστές στο εσωτερικό, αλλά η αξιοπιστία της έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα από τις χαλκευμένες κατηγορίες και τις σχεδόν γελοίες τεχνικές δυσφήμισης. Το δίχτυ απλώνεται όλο και πιο ευρεία σε δημοσιογράφους διαφωνούντες και σε απλούς ανθρώπους, και έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που οι κατασταλτικές τεχνικές της Άγκυρας μοιάζουν όλο και περισσότερο με σημάδια πολιτικής απόγνωσης παρά από συνήθειες απολυταρχικές πρακτικές του παρελθόντος.

Οι ξένοι ηγέτες και οι παρατηρητές ωστόσο δεν θα πρέπει να μπερδευτούν. Εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορούν να έχουν έναν ουσιαστικό διάλογο με την ηγεσία της Τουρκίας, στην καλύτερη περίπτωση θα χρησιμεύουν ως πιόνια εναντίον της δικής τους χώρας. Στη χειρότερη θα στιγματιστούν ως "ακόμη ένας ξένος συνωμότης”. Επιπλέον, δεν θα έχει αποτέλεσμα ούτε η άσκηση διεθνούς πίεσης στην Άγκυρα. Η συγκράτηση είναι ίσως το καλύτερο.

Οι ηγέτες της Άγκυρας έχουν τώρα οδηγήσει την Τουρκία σε μια όχι και τόσο ωφέλιμη ένωση χωρών. Η καταστροφή είναι τεράστια, ιδιαίτερα για τον Τούρκο πρόεδρο, που είναι ακόμη περισσότερο από την ίδια τη χώρα. Ωστόσο, τα πράγματα θα επιδεινωθούν επειδή αυτή είναι η λογική των συστημάτων εξουσίας που στηρίζονται σε συνωμοσίες: κατηγορήστε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό σας.

Το ζήτημα της Τουρκίας θα λυθεί από τους πολιτικούς και τους πολίτες. Θα έχει σημασία πόσο θάρρος, συνέπεια και αντοχή θα επιδείξουν. Όπως πάντα, όλη η πολιτική πρέπει να έρθει από το εσωτερικό.

Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



27 Οκτ 2017


Του Γιώργου Ξ. Πρωτόπαπα

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Ρωσίας για επιρροή στην ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια τους επιβάλει να δημιουργήσουν στρατιωτικές και ενεργειακές συμμαχίες με στόχο την προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων τους. Η Ουάσιγκτον φαίνεται στο πλαίσιο αυτό να θεωρεί την Ελλάδα ένα στρατηγικό δρώντα που εξυπηρετεί τη στρατηγική της για τον περιορισμό της ρωσικής διείσδυσης σε Βαλκάνια και ανατολική Μεσόγειο.

Η Ουάσιγκτον με μια πρώτη ματιά δείχνει να εξετάζει τη δημιουργία στενών σχέσεων με την Αθήνα στον τομέα της ενέργειας και της στρατιωτικής συνεργασίας. Ο αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα Geoffrey Pyatt αναφέρθηκε εγκωμιαστικά στα διεθνή έργα διασύνδεσης, τον TAP, το Διασυνδετήριο Αγωγό Ελλάδας - Βουλγαρίας (IGB), τον τερματικό σταθμό LNG στη Ρεβυθούσα και στον υπό σχεδιασμό τερματικό σταθμό της Αλεξανδρούπολης αφήνοντας υπονοούμενα για τη ρωσική «διπλωματία των αγωγών». O τερματικός σταθμός της Αλεξανδρούπολης μπορεί να εξυπηρετήσει τα ενεργειακά συμφέροντα των αμερικανών καθώς ενδιαφέρονται να εξάγουν το σχιστολιθικό αέριο σε νέες αγορές. Παράλληλα η Ουάσιγκτον επιδιώκει και μια μακροχρόνια συνεργασία στο θέμα της ναυτικής Βάσης της Σούδας καθώς η στρατηγική της τοποθεσία είναι ιδιαίτερα σημαντική για την επίτευξη ναυτικής ισχύος από τους αμερικανούς στην ανατολική Μεσόγειο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να εμποδίσουν τη Ρωσία να διεισδύσει περαιτέρω στα Βαλκάνια και επενδύουν στα κράτη του ΝΑΤΟ Ρουμανία και Βουλγαρία. Το ΝΑΤΟ δημιουργεί μια νέα πολυεθνική δύναμη με έδρα την Κραϊόβα ενισχύοντας περαιτέρω την παρουσία του κοντά στη ρωσική μεθόριο.

Η Ρωσία από την πλευρά της επιδιώκει να συνεχίσει να είναι ο βασικός προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρώπης. Οι συζητήσεις για τον Turkish Stream και για συμμετοχή της εντάσσονται στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Η Ρωσία διεξάγει μια έντονη διπλωματία στα Βαλκάνια για να περιορίσει την επιρροή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ με στόχο να αποκτήσει ισχυρά ερείσματα στην περιοχή. Η Μόσχα φαίνεται να έχει τους δικούς της συμμάχους, τη Σερβία και τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (Republika Srpska). Η Μόσχα επιδιώκει να ενωθούν όλοι οι σέρβοι σε ένα έθνος ώστε να δημιουργηθεί μια νέα σημαντική δύναμη κοντά στην καρδιά της Ευρώπης που θα ανατρέψει τα στρατηγικά οφέλη που αποκόμισε η ΕΕ και το ΝΑΤΟ από τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας.

Ταυτόχρονα τα αμερικανό-ρωσικά συμφέροντα συγκρούονται και στην ανατολική Μεσόγειο. Στο Ρωσικό Ναυτικό Δόγμα του 2015 δηλώνεται ρητά η επιθυμία για μόνιμη παρουσία στην συγκεκριμένη περιοχή. Παράλληλα το δόγμα αναφέρει ότι η μεσογειακή πολιτική της Ρωσίας απαιτεί περαιτέρω ενίσχυση των στρατιωτικών υποδομών στην Κριμαία και το Κρασνοντάρ. Η ρωσική μόνιμη ναυτική παρουσία αλλά και η ιρανική ναυτική πρόσβαση στην ανατολική Μεσόγειο παρακαλούν έντονη ανησυχία στους αμερικανούς,

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει ρόλο «κλειδί» στην ανάσχεση της ρωσικής διείσδυσης. Με τον TAP συμμετέχει στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα ενισχυθεί και με την υλοποίηση των άλλων διασυνδετήριων αγωγών και των τερματικών σταθμών. Η ναυτική βάση της Σούδας δίνει την δυνατότητα στους αμερικανούς να ελέγχουν την ανατολική μεσόγειο και να υποστηρίζουν τις διάφορες επιχειρήσεις τους.

Οι σχεδιασμοί της Ουάσιγκτον φαίνεται μέχρι στιγμής να θεωρούν την Ελλάδα σημαντικό δρώντα στο «μπρα ντε φερ» με τη Ρωσία αλλά για να εφαρμοστούν απαιτείται χρόνος και μια συγκυρία γεωπολιτικών εξελίξεων που θα παγιώνουν τη σημασία της Ελλάδας μέσα στην αμερικάνικη στρατηγική «σκακιέρα» επισημαίνοντας τη χρησιμότητά της. Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το 2015 «έπαιξε» το χαρτί της Ρωσίας το οποίο όπως και αναμένονταν δεν του «βγήκε» παρά την προώθηση της φιλολογίας περί μιας ελληνο-ρωσικής συμμαχίας που θα «έσωζε» τη χώρας μας.

Η πραγματικότητα όμως απέδειξε ότι οι ιδεολογικές αγκυλώσεις δεν έχουν θέση στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερη προσεκτική στο «πάρε -δώσε» με τις ΗΠΑ έχοντας στο μυαλό της ένα μακροπρόθεσμο ορίζοντα στρατηγικής συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών γεωπολιτικών ισορροπιών. Διότι η Ελλάδα έχει δίπλα της μια Τουρκία που αν και έχει τεταμένες σχέσεις την παρούσα στιγμή με τις ΗΠΑ δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον διαγράφει και αυτόματα το γεωστρατηγικό της ρόλο και ότι δεν θα την επαναπροσεγγίσει.

* Ο Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας είναι Διεθνολόγος – Δημοσιογράφος. Αρθρογραφεί στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία και είναι Εκτελεστικός Διευθυντής του Κέντρου Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων (ΚΕΔΙΣΑ).
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



26 Οκτ 2017


Του Ιπποκράτη Δασκαλάκη

Η αναδίπλωση του ISIS, σήμερα, τρία ολόκληρα χρόνια μετά τη ορμητική και αιφνιδιαστική του εξάπλωση, συνοδεύεται με αρκετά μικρότερη δημοσιότητα. Καίτοι ορισμένες περιοχές παραμένουν ακόμη υπό τον έλεγχο της οργάνωσης σε Ιράκ και Συρία, το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στις ενέργειες των δυνάμεων που απαρτίζουν τον ετερόκλητο αντι-ISIS συνασπισμό. Ως γνωστόν, η φύση απεχθάνεται τα «κενά» και η υποχώρηση των τζιχαντιστών του ISIS, ωθεί τις κυβερνητικές δυνάμεις Συρίας και Ιράκ να αποκαταστήσουν την εξουσία τους ενώ ταυτόχρονα και άλλοι παίκτες, κυβερνητικοί και μη, εντείνουν τις προσπάθειες τους να εδραιώσουν τα κέρδη τους. Παρά τη διαφαινόμενη στρατιωτική ήττα του ISIS, οι πυρήνες της ισλαμιστικής τρομοκρατίας παραμένουν ενεργοί αλλά και ικανοί –ως καρκινικά κύτταρα- να μετεξελιχθούν ή να προσβάλουν άλλες περιοχές. Δυστυχώς μάλιστα, οι βαθύτερες αιτίες ενδυνάμωσης του ισλαμιστικού εξτρεμισμού, όχι μόνο παραμένουν παρούσες αλλά καταγράφουν μια ανησυχητική ικανότητα εξάπλωσης σε Ανατολή και Δύση με έμφαση στην αφρικανική ήπειρο.

Το πρόσφατο πείραμα της δημιουργίας ενός «Ισλαμικού Κράτους», αυτή τη φορά βασιζόμενο σε μια στρατηγική τυφλής βίας και τρομοκρατίας, φαίνεται ότι αποτυγχάνει. Η στρατηγική της τρομοκρατίας αρχικά προκάλεσε μια παράλυση και αδυναμία αντίδρασης στις τοπικές κοινωνίες αλλά τελικά οδήγησε στη συσπείρωση τοπικών και διεθνών δυνάμεων για την αντιμετώπιση της. Πίσω από τις επιτυχίες του ISIS βρίσκονταν η αλαζονική και ρεβανσιστική πολιτική της Βαγδάτης και η απερίγραπτη σκληρότητα του καθεστώτος Assad, αμφότερες στρεφόμενες κυρίως κατά του σουνιτικού πληθυσμού. Η άνοδος όμως του «Ισλαμικού Κράτους» θα ήταν αδύνατη χωρίς την απερίσκεπτη και ποικιλόμορφη εξωτερική ενίσχυση των διαφόρων τζιχαντιστικών οργανώσεων από πλήθος κρατών της περιοχής και μη. Ενδεχομένως οι μαξιμαλιστικές τάσεις όλων αυτών των οργανώσεων, σε συνδυασμό με την εξαγωγή της τρομοκρατίας και τη διόγκωση του προσφυγικού προβλήματος στη Δύση οδήγησαν στην ανάληψη διεθνών προσπαθειών ανάσχεσης του φαινομένου που αποκλήθηκε «Ισλαμικό Κράτος». Για άλλη μια φορά η πορεία του «Ισλαμικού Κράτους» απέδειξε τη δυσκολία της μετάβασης στην τελική φάση του επαναστατικού αγώνα (κατά τον Μάο), αυτής δηλαδή του ελέγχου και διατήρησης εδαφών με την ταυτόχρονη μετωπική αντιπαράθεση με τον τακτικό στρατό του αντιπάλου. Σύντομα, οι απρόσμενες επιτυχίες των τζιχαντιστών τρομοκράτησαν ακόμη και τους εξωτερικούς υποστηρικτές της οργάνωσης. Παράλληλα, τα αρχικά αισθήματα ανακούφισης και ανοχής των «απελευθερωμένων» πληθυσμών αντικαταστάθηκαν από το φόβο και την αβεβαιότητα ενώ η χρονίζουσα διαφθορά έλαβε πλέον ισλαμιστικό μανδύα.

Σήμερα το ISIS και ορισμένες άλλες εξτρεμιστικές οργανώσεις υποχωρούν σε όλα τα μέτωπα. Η αναδίπλωση τους όμως δεν αποτελεί το μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου σταθεροποίησης της περιοχής. Η διαφαινόμενη ήττα του «Ισλαμικού Κράτους» είναι το αποτέλεσμα των, λιγότερο ή περισσότερο, συνδυασμένων ενεργειών διαφόρων δυνάμεων με διαφορετική τελική στόχευση και αντικρουόμενες επιδιώξεις. Η σε εξέλιξη συντριβή των δυνάμεων ISIS επαναφέρει σε πρώτο πλάνο τις αγεφύρωτες διαφορές των αντιπάλων του και οι τριβές και συγκρούσεις έχουν αρχίσει να επανεμφανίζονται ανησυχητικά. Η απουσία συνεννόησης και ολιστικού σχεδίου για το μέλλον της περιοχής είναι προφανής αλλά και αναπόφευκτη, λόγω του πλήθους των εμπλεκομένων και των διαφορετικών στοχεύσεων. Οποιαδήποτε επιλογή εκ μέρους των μεγάλων δυνάμεων σίγουρα θα προκαλέσει τη δυσφορία μέρους των τοπικών «συμμάχων» τους με απρόβλεπτα αποτελέσματα για τα συμφέροντα και σχεδιασμούς τους.

Στην πλέον περίπλοκη θέση φαίνεται να βρίσκεται η Ουάσινγκτον που καλείται να ισορροπήσει τις φιλοδοξίες προσωρινών «συμμάχων» και παράλληλα ορκισμένων αντιπάλων με μηδενικές διαθέσεις αμοιβαίων υποχωρήσεων. Στην άλλη πλευρά, η Τεχεράνη, μπορεί να πανηγυρίζει για την ακύρωση των σουνιτικών σχεδίων και τη σταδιακή εγκαθίδρυση μιας νέας Hezbollah (Popular Mobilization Forces) στα εδάφη του Ιράκ. Οι ασταθείς όμως αυτές επιτυχίες έχουν τεράστιο κόστος και έχουν προκαλέσει μια υπερεπέκταση της σχετικά απομονωμένης ακόμη αυτής χώρας. Ακόμη όμως και οι φίλα προσκείμενες παρατάξεις της Βαγδάτης βλέπουν με δυσπιστία την ιρανική αύξηση της επιρροής στη χώρα τους. Την ίδια στιγμή το κουρδικό πρόβλημα φέρνει πιο κοντά, έστω και προσωρινά, μακροχρόνιους περιφερειακούς ανταγωνιστές (Τουρκία, Ιράν, Ιράκ) ενώ οι ίδιοι οι Κούρδοι προσπαθούν να ακροβατήσουν μεταξύ των συμπληγάδων και να κατοχυρώσουν τα κέρδη που απεκόμισαν από την αιματηρή τριετία. Το όνειρο όμως της δημιουργίας ενός πλήρους ανεξάρτητου κουρδικού κράτους παραμένει μακρινό και μάλλον θα αναγκαστούν να αρκεστούν σε μετριοπαθέστερες επιδιώξεις. Η επαναχάραξη των συνόρων, οπουδήποτε, είναι φυσικό να προκαλεί ανησυχία στις περισσότερες δυνάμεις και να δημιουργεί συσπειρώσεις αντίδρασης στους επηρεαζόμενους.

Μέσα σε αυτό το χάος της αινιγματικής και αρκετά ακατανόητης για τους δυτικούς Μέσης Ανατολής, είναι πρακτικά αδύνατη η συγκρότηση και εφαρμογή ενός συνεκτικού σχεδίου σταθεροποίησης. Οι εμπλεκόμενοι, εδώ και καιρό, έχουν αποδεχθεί την αντιμετώπιση των άμεσων κινδύνων και την προσπάθεια δημιουργίας ευνοϊκών προϋποθέσεων αφήνοντας συχνά τις εξελίξεις να καθορίσουν τα επόμενα βήματα τους. Φυσικά μια τέτοια στρατηγική, ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας εμφανίζει καθώς οποιαδήποτε επιτυχής ενέργεια ενός μέρους, προκαλεί την προσωρινή συσπείρωση των υπολοίπων ενώ ελλείπει η μακροχρόνια στόχευση. Οι δε τυχοδιωκτικές και καιροσκοπικές συγκροτήσεις συμμαχιών απλά επιβαρύνουν την πολυπλοκότητα των προβλημάτων της περιοχής και περιορίζουν τις πιθανότητες εξεύρεσης λύσεων.

Σε αυτό το περιβάλλον είναι φυσικό οι ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις να διατηρούν βάσιμες τις ελπίδες επιβίωσης και σύντομης επανεμφάνισης. Πολύ παραστατικά σε κείμενο του Foreign Policy, με τίτλο ISIS 2.0 on the way, αναγράφεται ότι «το ISIS είναι νεκρό και καλωσορίζουμε το νέο ISIS»!

Για άλλη μια φορά, η αμερικανική εξωτερική πολιτική καλείται να παίξει τον κρισιμότερο ρόλο συγκρατώντας τους χαλαρούς συμμάχους της και θέτοντας ευδιάκριτα όρια στις υπόλοιπες πλευρές. Η δυσκολία έγκειται στο να πείσει όλες τις πλευρές να επιδείξουν αμοιβαία αυτοσυγκράτηση καθώς πλανάται (και μάλλον δικαιολογημένα) η εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον έχει αρκετούς περιορισμούς στο μέγεθος της δυνατής εμπλοκής της στην περιοχή. Παράλληλα φαίνεται ότι έχουν σε σημαντικό βαθμό απολεστεί οι «γέφυρες» επικοινωνίας με τη Μόσχα που δείχνει, παρά το κόστος, να αναβαθμίζει το ρόλο της στη Μέση Ανατολή. Ούτε όμως φαίνεται ότι υπάρχουν οι πρόθυμοι χορηγοί που θα αναλάβουν τα έξοδα της ανοικοδόμησης της περιοχής κίνηση που ενδεχόμενα θα δημιουργήσει ακτίνες ελπίδας, ανάπτυξης και ειρήνευσης. Αναγκαστικά λοιπόν, για το ερχόμενο διάστημα, θα αρκεστούμε να παρατηρούμε «πυροσβεστικές» -ίσως και διστακτικές- κινήσεις εκ μέρους της Ουάσιγκτον, τυχοδιωκτισμούς των υπολοίπων εμπλεκομένων και φοβάμαι μια παντελή απουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εξάντληση των συγκρούσεων δεν έχει ακόμη επηρεάσει όλους τους τοπικούς παίκτες και αρκετοί εξ αυτών εκτιμούν ότι οι περιστάσεις ευνοούν τους στόχους τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κίνδυνος μιας ανάφλεξης θα εξακολουθεί να ελλοχεύει ενώ οι απελπιστικές βιοτικές συνθήκες και η πολύπλευρη καταπίεση θα προετοιμάζουν τη νέα version του ISIS 2.0.

* Ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης είναι Υποστράτηγος (εα)
Πτυχιούχος τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου
Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)
Συνεργάτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)
Επικοινωνία rafaelmarippo@yahoo.gr
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



25 Οκτ 2017


Η ιστορική πορεία του αλβανικού κράτους, ο ρόλος Κοσσυφοπεδίου, Σκοπίων και Σερβίας και οι χάρτες στα αλβανικά σχολικά βιβλία

Με τη δημιουργία του πλάσματος-κράτους του Κοσσυφοπεδίου, υπήρχαν εκτιμήσεις ότι δεν θα ενωθεί με την Αλβανία, επειδή υπάρχουν διαφορές που δεν είναι εύκολο να γεφυρωθούν. Η κυριότερη είναι η επιθυμία του καθενός μέρους να αποτελέσει τη "μητέρα-κράτος", προβάλλοντας και τα ανάλογα επιχειρήματα.

Η μεν Αλβανία, ότι ως υπάρχουσα ήδη, αλλά και με μεγαλύτερη επικράτεια και περισσότερο πληθυσμό, επιθυμεί να απορροφήσει το "νεογέννητο". Οι Κοσοβάροι από την πλευρά τους, ως μεταφερθέντες άλλωστε στην περιοχή από τους Οθωμανούς μετά την ήττα του Σέρβου πρίγκιπα Λάζαρ, θεωρούν τον εαυτό τους φυλετικά ικανότερο και επιθυμούν τη συνένωση υπό την ηγεσία τους.

Είναι αλήθεια, ότι η περίπτωση Κοσσυφοπεδίου είναι περιπλεγμένη. Αφού συνέβη η μοναδική περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία να δημιουργήσει λαός κράτος, της Αλβανίας, ενώ δεν το ήθελε, έμεινε και μοιρασμένος. Συνοπτικά να πούμε, ότι ενώ κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, συμπολέμησαν οι τέσσερις χώρες της βαλκανικής (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία) για αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, οι Αλβανοί πολέμησαν στο πλευρό του Σουλτάνου.

Δεν ήθελαν δικό τους κράτος δηλαδή, αλλά τους το επέβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής για τα δικά τους συμφέροντα. Υπέρ δημιουργίας αλβανικού κράτους ήταν η Ιταλία, για να το ελέγχει πλήρως. Από την εποχή του Μουσολίνι και καθ’ όλη τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος, υπήρχε κονδύλι στον ιταλικό προϋπολογισμό για την Αλβανία. Σήμερα, αυτό γίνεται μέσω των εταιρειών.

Το όφελος της Ιταλίας ήταν, πλην των άλλων, ο πλήρης έλεγχος της Αδριατικής, της οποίας η σημασία για κάθοδο στη Μεσόγειο από τις κεντρικές ευρωπαϊκές δυνάμεις και τη Ρωσία, ήταν όπως είναι σήμερα το Αιγαίο. Και απέκτησαν οι Αλβανοί κράτος, με το επίσης ανεπανάληπτο γεγονός, ο ηγέτης Εσάτ Πασά Τοπτανί να επιχειρήσει επανάσταση κατά του Αυστριακής καταγωγής βασιλιά της Αλβανίας, Βιντ, προκειμένου να επιστρέψει η Αλβανία στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Παρενθετικά να πούμε, ότι αυτός ο μυστήριος τύπος, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα από το άνοιγμα γαλλικών αρχείων, είχε συμφωνήσει και με την ελληνική κυβέρνηση τη συνένωση της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα, έναντι των συνήθων ανταλλαγμάτων!

Επανερχόμενοι στα ιστορικά, και αφού η Ιταλία έλαβε αυτό που ήθελε, η Ρωσία -που έχασε την Βουλγαρία, η οποία πέρασε στην αγγλική επιρροή- απαίτησε να ενταχθεί το Κοσσυφοπέδιο στη Σερβία. Άλλωστε, ιστορικά της ανήκει, μόνο που από το 1369 και μετά είχαν μεταφερθεί εκεί μουσουλμάνοι -όπως αναφέρθηκε παραπάνω- και έχουν μέχρι σήμερα την πλειοψηφία στην περιοχή. Οι δε Αυστριακοί επέβαλαν ως Βασιλιά τον πρίγκιπά τους Βιντ, ο οποίος δεν έμεινε περισσότερο από ένα εξάμηνο.

Και συνέβη το έγκλημα κατά της Ελλάδας. Οι Ιταλοί, βλέποντας ότι περιορίστηκε, με την αφαίρεση του Κοσσυφοπεδίου, η επικράτεια του πρωτοϊδρυθέντος αλβανικού κράτους, προσάρτησαν την Βόρεια Ήπειρο σ’ αυτό, παρά το ότι είχε απελευθερωθεί τότε -όπως και το 1940- από τον ελληνικό στρατό. Στη Διάσκεψη Ειρήνης ζητήθηκε από τον Βενιζέλο να διαλέξει ένα από τα δύο. Ή τη Βόρεια Ήπειρο ή τα νησιά του Αιγαίου.

Αυτή είναι εν ολίγοις η ιστορία της δημιουργίας κρατών στην περιοχή των δυτικών Βαλκανίων, προ ενός αιώνος. Τώρα, οι Αλβανοί πιστεύοντας ότι θα έχουν την υποστήριξη των ΗΠΑ διακρίνονται για τον μεγαλοϊδεατισμό τους, προς δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας. Προφανώς, δεν μελέτησαν την πολιτική ιστορία της υφηλίου, που διδάσκει ότι οι ισχυροί της γης δεν επιθυμούν τη δημιουργία ισχυρών κρατών. Τώρα τους χρειάζονται έως ότου καμφθεί η αντίσταση της Σερβίας και δηλώσει πλήρη υποταγή. Και ανέχονται τις φαιδρότητες, όπως και στην περίπτωση της Τουρκίας, που πιστεύει ότι θα ηγηθεί των μουσουλμάνων από τις επαρχίες της Κίνας έως το Μαρόκο, όπως σημειώνουν οι νεοοθωμανικοί χάρτες.

Ήδη, Αλβανία και Κοσσυφοπέδιο συμφώνησαν σε κοινά βιβλία εκπαίδευσης, και κοινές διπλωματικές αποστολές. Το εθνικιστικό κόμμα "Ερυθρόμαυρη Συμμαχία" ζητά και την ενοποίηση των Πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου υλοποιώντας σιγά-σιγά την De Facto ενοποίηση.

Ταυτόχρονα και οι Αλβανοί των Σκοπίων δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την απόσπαση του Τέτοβο, στη δε Σερβία ξεσηκώνουν τους Αλβανούς της κοιλάδας του Πρέσεβο, που ζητούν αυτονομία και σε δεύτερο βήμα συνένωση με το Κοσσυφοπέδιο.

Αυτά όλα, δεν δημιουργούν βέβαια τη Μεγάλη Αλβανία, ώστε να ανησυχεί η Ελλάδα. Αλλά επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη, με την υποστήριξη πλέον της αλβανικής κυβέρνησης διεκδικείται και η Ήπειρος μέχρι τον Αμβρακικό. Στα σχολικά βιβλία υπάρχει τέτοιος χάρτης -του καθηγητή Α. Γκάσι- με τίτλο "Η πραγματική Αλβανία". Πλην αυτών, διεκδικούν και τμήμα του Μαυροβουνίου, όπου αυθαίρετα προ καιρού μετέθεσαν και τα σύνορά τους εντός του μαυροβουνικού εδάφους.
Αυτά τα «ωραία» συμβαίνουν στη γειτονιά μας, τα οποία προφανώς θεωρούνται ήσσονος σημασίας και δεν καλύπτουν παρά ελάχιστο έως μηδενικό χρόνο στα δελτία ειδήσεων.

Μακεδών
Πηγή Voria




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



23 Οκτ 2017


Του Δημήτρη Τσαϊλά

Τι είναι η εθνική ασφάλεια;

Είναι μια πολύ απλή ερώτηση που τη συναντάμε σε καθημερινή βάση τόσο στον κύκλο των ακαδημαϊκών και στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων όσο και των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, αλλά δεν είναι τόσο απλή η απάντηση. Η πολυπλοκότητα της απαντήσεως απορρέει από τις αποκλίνουσες απόψεις των οποιοδήποτε δίδουν τις απαντήσεις, εν μέρει σωστές, και άλλες εντελώς λάθος. Τι συνιστά την ασφάλεια τόσο πραγματικό και αφηρημένο όρο, πώς επιτυγχάνεται και τι επιτυγχάνει με τη σειρά της, ποιες είναι οι διαφορετικές πτυχές της εθνικής ασφάλειας που πρέπει να αντιμετωπιστούν τόσο ξεχωριστά όσο και συλλογικά ώστε να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί πληρέστερη απάντηση.

Λέγεται συχνά ότι το παρελθόν καθορίζει αναπόφευκτα το παρόν, όμως το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι το παρόν θα καθορίσει το μέλλον. Μελετώντας το παρελθόν ιστορικό πλαίσιο για την καλύτερη εκτίμηση της εθνικής ασφάλειας δεν θα μας προσδώσει πλήρη αποτελέσματα και μάλλον η εκτίμηση θα είναι σχετικά περιορισμένη. Αυτό διακρίνεται από την αποτυχία των πολιτικών μας, να συμφωνήσουν σε ένα θέμα που θεωρείται ο ακρογωνιαίος λίθος της εθνικής μας ισχύος. Βιαστικές και αδικαιολόγητες αποφάσεις για απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων δημιουργούν μια επικίνδυνη τροχιά στη μαχητικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων και αχαλίνωτη αναξιοπιστία στο σύστημα αποτροπής τα τελευταία χρόνια. Έτσι όπως λαμβάνονται οι αποφάσεις οποιαδήποτε διδάγματα δεν θα έχουν δοκιμαστεί ενάντια των προγενέστερων αποφάσεων και θα ακυρώνονται από τις λογικές του βάθους της εμπειρίας.

Ένα κράτος πρέπει να προσαρμόζει συνειδητά τη στρατηγική του στις γεωπολιτικές πραγματικότητες

Σε περίπτωση που οι γεωπολιτικές συνθήκες αλλάξουν, οι διαμορφωτές πολιτικής πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνουν αυτές τις αλλαγές και να τροποποιήσουν τη στρατηγική και τους στρατηγικούς σκοπούς αναλόγως . Είναι γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας δεν έχει παρατηρηθεί η ύπαρξη κανενός μόνιμου συνόρου, πράγμα που αποδεικνύει ότι εφ’ όσον στα σύνορα απουσιάζει η γεωπολιτική, γεωπολιτισμική και γεωοικονομική βάση αποτελούν πηγή κρίσεων. Ο χρόνιος ανταγωνισμός μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος στο Αιγαίο αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα για τις συγκρούσεις που προκαλεί αυτή η αντίφαση. Επίσης χαρακτηριστική είναι η ρήση του Sun Tzu ότι «εάν γνωρίζεις τον εχθρό και τον εαυτό σου δεν έχεις ανάγκη να φοβάσαι το αποτέλεσμα (ακόμη) και εκατό μαχών. Εάν γνωρίζεις τον εαυτό σου αλλά όχι τον εχθρό, για κάθε νίκη που κερδίζεις θα έχεις και μια ήττα. Εάν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου, ούτε τον εχθρό σου θα νικηθείς σε κάθε μάχη» .

Για παράδειγμα, ενώ η ελληνική πολιτική κατά τη διάρκεια της έναρξης του 20ου αιώνα ήταν η «Μεγάλη Ιδέα» και παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, ορισμένοι παράγοντες άλλαξαν. Κατά συνέπεια, έπρεπε να προσδιοριστούν αυτές οι γεωπολιτικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, για να μη δημιουργήσουν τις οργανωτικές και επιχειρησιακές επιπτώσεις που είχαν ως αποτέλεσμα την ήττα και τη μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνισμού. Ομοίως, μετά το Β΄παγκόσμιο πόλεμο, η στρατηγική αντίληψη του Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων δείχνει μια αξιοσημείωτη απόκτηση σύγχρονων οπλικών συστημάτων που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 μέχρι το 1970, τονίζοντας τον αποτρεπτικό χαρακτήρα τους και την εξασφάλιση της προβολής ισχύος κατά των δυνητικών αντιπάλων, τόσο στον εθνικό κορμό, όσο και στην Κύπρο. Οι κύριες γεωπολιτικές μεταβλητές στη συνέχεια άλλαξαν, ενώ η ελληνική στρατηγική παρέμεινε καθηλωμένη με ελλείψεις σε διαθέσιμους πόρους και τεχνολογία. Έτσι, «σε περιόδους δημοσιονομικών περιορισμών ή όταν το διεθνές κλίμα ήταν δυσμενές για την εφαρμογή νέας στρατηγικής αντίληψης, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων αναγκάσθηκε να τροποποιήσει τα στοιχεία της στρατηγικής της, περιορίζοντας τον αποτρεπτικό προσανατολισμό της, με αποτέλεσμα τα δραματικά αποτελέσματα στην Κύπρο.

Ας επανέλθουμε στην κατανόηση της εθνικής ασφάλειας

Μπορούμε να προσεγγίσουμε την ασφάλεια με ένα πρώτο ορισμό. Ένα κράτος έχει ασφάλεια όταν δεν χρειάζεται να θυσιάσει τα θεμιτά του συμφέροντα για να αποφύγει τον πόλεμο και σε περίπτωση αμφισβήτησης, μπορεί να είναι σε θέση να διατηρήσει το έννομο συμφέρον με αξιόπιστη αποτροπή. Αυτός ο ορισμός θα μπορούσε θεωρηθεί μια μιλιταριστική προσέγγιση για την εθνική ασφάλεια δεδομένου ότι ασκεί την επιλογή του πολέμου. Εδώ το συμπέρασμα είναι, ότι η στρατιωτική δύναμη (σκληρή ισχύς) ενός έθνους πρέπει να παραμένει σε άμεση αναλογία προς τον αριθμό των έννομων συμφερόντων, ώστε να είναι αξιόπιστος η αποτροπή του αντιπάλου. Όσα περισσότερα και μεγαλύτερα είναι τα συμφέροντα που απαιτείται να προστατεύσουμε, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για αύξηση της στρατιωτικής μας δύναμης. Με αυτή την οπτική ελλοχεύει ο κίνδυνος να πέσουμε στην παγίδα μιας σπειροειδούς αναζήτησης οπλικών συστημάτων με σκοπό να υπερτερούμε του αντιπάλου, διαλύοντας την εθνική οικονομία. Οπότε, θα πρέπει να επανεκτιμήσουμε εκ νέου τη λίστα των εννόμων συμφερόντων για να διαπιστώσουμε αν είμαστε υπερβολικά εκτεταμένοι σε δεσμεύσεις πέρα από τις δυνατότητές μας.

Οι οικονομολόγοι, από τη δική τους ματιά, βλέπουν την εθνική ασφάλεια με οικονομικούς όρους. Ορίζουν ότι ασφάλεια δεν είναι το αμυντικό υλικό, αν και μπορούμε να διαθέτουμε, επίσης ότι ασφάλεια δεν είναι η σκληρή ισχύς, αν και αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί. Θεωρούν ως ασφάλεια ότι είναι η ανάπτυξη, και χωρίς ανάπτυξη δεν υπάρχει καμία ασφάλεια. Ένα αναπτυσσόμενο κράτος που δεν αναπτύσσεται στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να παραμείνει ασφαλές για το δυσεπίλυτο λόγο, ότι το σύνολο των πολιτών δεν θα μπορεί να επιβιώσει. Αυτή η παρουσίαση είναι ελκυστική για πολλούς καθώς η ανάπτυξη είναι η βάση για την οικονομική ασφάλεια που είναι πιο σημαντική από τη στρατιωτική ασφάλεια. Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι απειλείται ένα αναπτυσσόμενο κράτος που δεν αναπτύσσεται στην πραγματικότητα, η δε απειλή προέρχεται περισσότερο από το εσωτερικό παρά από το δυνητικό εξωτερικό εχθρό. Το διακρίνουμε ξεκάθαρα στο πλαίσιο της σύγχρονης Ελλάδας, όπου οι πολίτες θέλουν να εξυπηρετούνται καλύτερα από τις υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και τις προοπτικές απασχόλησης.

Μια άλλη άποψη περί εθνικής ασφάλειας, προβλέπει, ότι το πραγματικό επίπεδο της ασφάλειας του κράτους είναι η ικανότητά του να αποφασίσει, με δική του πρωτοβουλία, κατά πόσον αυτό θα πρέπει να εμπλακεί σε μια σύγκρουση. Επομένως, προκύπτει ότι ένα κράτος θα πρέπει να ορίσει τα συμφέροντά του σε επίπεδο μέχρι το οποίο μπορεί με ανεξάρτητη απόφαση να χρησιμοποιήσει βία για την προστασία τους. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε έθνος επιχειρεί να είναι όσο το δυνατόν πιο κυρίαρχο και αυτάρκες, όμως είναι μια οφθαλμαπάτη που ακόμη και οι υπερδυνάμεις έχουν απογοητευθεί με το να τη κυνηγούν.

Συμπεράσματα

Σαφώς το ζητούμενο για ένα κράτος είναι η ανάπτυξη, αλλά θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε ότι οι στρατιωτικές δαπάνες είναι μια σπάταλη. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για λάθος συμπέρασμα ότι η ασφάλεια είναι ευθέως ανάλογη προς τη στρατιωτική δύναμη. Αφού είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη με πλήρη αποκλεισμό της αντίστοιχης στρατιωτικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα όπου υπάρχουν απειλές για το έννομο συμφέρον.

Εφόσον πραγματοποιήσουμε μια ειλικρινή ανάλυση της κατάστασής μας, μπορούμε να βρούμε την απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε. Εκτιμώ στην καλύτερη περίπτωση είναι μια καταφατική απάντηση στην αμυντική θωράκιση της πατρίδας μας υπό όρους.

Προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη εθνική ασφάλεια με συνεκτικό τρόπο, θα πρέπει να συνεξετασθούν οι οικονομικές και οι στρατιωτικές απαιτήσεις. Ξεκινώντας από την οικονομική ασφάλεια με αντίστοιχη στρατιωτική ασφάλεια, οδηγούμαστε στη σφυρηλάτηση της αμυντικής ικανότητας μας για την υπεράσπιση της εθνικής ασφάλειας.

Ο σχεδιασμός δυνάμεων περιλαμβάνει την αξιολόγηση των απειλών για τα εθνικά συμφέροντα, την σύσταση των στρατιωτικών απαιτήσεων λαμβάνοντας υπόψη τους δεδομένους περιορισμούς στα μέσα, και τελικά την αξιολόγηση του κινδύνου αποτυχίας.

Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές και οι αρμόδιοι παράγοντες του συστήματος Εθνικής Άμυνας για το σχεδιασμό δυνάμεων βρίσκονται εμπλεκόμενοι στην επαναληπτική διαδικασία ροής σε μια προσπάθεια ελαχιστοποίησης των κακών συνδυασμών είτε με την τροποποίηση των σκοπών, είτε με τη διόρθωση των τρόπων, είτε με την αλλαγή των μέσων ώστε να μεγιστοποιήσουν τη δυνατότητα να προστατεύσουν ακόμη και να προαγάγουν τους εθνικούς στόχους. Και επειδή η στρατηγική είναι το προϊόν του διαλόγου μεταξύ της πολιτικής και της εθνικής ισχύος στο πλαίσιο του γενικότερου διεθνούς περιβάλλοντος ασφαλείας, καλόν είναι οι γνώστες και υπεύθυνοι των αμυντικών θεμάτων να σκεφτόμαστε πριν να ομιλήσουμε. "Μη προτρεχέτω η γλώττα της διανοίας"

* O κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υπονάυαρχος ε.α. ΠΝ.
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



22 Οκτ 2017


Γράφει ο Ceteris Paribus

Η αυριανή (Δευτέρα 23/10) ευρωπαϊκή Σύνοδος Κορυφής έχει αποκλειστικά (γεω)πολιτική ατζέντα: Brexit, προσφυγικό και ευρωπαϊκή άμυνα. Είναι μια αποχρώσα ένδειξη ότι εισήλθαμε σε μια περίοδο όπου η λεγόμενη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική έπαψε να καθορίζεται μονομερώς και καταλυτικά από τα οικονομικά ζητήματα. Ποιο είναι το μέλλον της γερμανικής ηγεμονίας σε τέτοιες συνθήκες; Πόσο ρεαλιστικές είναι οι εκτιμήσεις περί αδιατάρακτου γερμανικού «Ράιχ»;

Η γνώμη του γράφοντος, που κατά τη συνήθειά του θα τη διατυπώσει ευθύς εξαρχής, είναι πως είμαστε ακριβώς στη μετάβαση προς μια περίοδο κατά την οποία θα καταγραφεί μάλλον η «γερμανική υποχώρηση» παρά το θρυλούμενο γερμανικό νέο «Ράιχ»…

Γερμανικές εκλογές: ρωγμή στρατηγικής σημασίας

Η συζήτηση για τα τακτικά ζητήματα που σχετίζονται με τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών ήταν -και εξακολουθεί να είναι, ενόψει του σχηματισμού της νέας γερμανικής κυβέρνησης- πληθωρική. Ωστόσο, η συζήτηση για τη στρατηγική τους σημασία ουσιαστικά δεν έχει καν αρχίσει – κι όχι μόνο στον ελληνικό Τύπο, όπου είναι «φυσικό και αναμενόμενο», αλλά και στον διεθνή!

Ένα γεγονός είναι σημαντικό από στρατηγική άποψη όταν αλλάζει τα δεδομένα, τροποποιεί το συσχετισμό δύναμης, εισάγει νέα ή νέες διαστάσεις με στρατηγική σημασία. Ήταν τέτοιου τύπου γεγονός οι πρόσφατες γερμανικές εκλογές; Κατά τη γνώμη μου, κατηγορηματικά ναι!

Τι είναι το ουσιωδώς νέο που έχουν κομίσει; Ότι ο λεγόμενος «λαϊκισμός», ιδιαίτερα ακροδεξιάς κοπής, αναδεικνύεται σε καθοριστική δύναμη της γερμανικής πολιτικής. Καθοριστική όχι επειδή έχει μεγάλα ή καταλυτικά εκλογικά ποσοστά, αλλά επειδή έχει τη δύναμη να μετατοπίσει την πολιτική ατζέντα στη δική του κατεύθυνση. Όχι μόνο επειδή το ξενοφοβικό και «αντισυστημικό» AfD είναι στη Βουλή, αλλά επειδή εκφράζει ένα ποιοτικά νέο στοιχείο, ένα πολιτικό ρήγμα μικρό μεν αλλά στρατηγικής σημασίας. Επιπλέον, επειδή αυτό το ρήγμα επεκτείνεται, με πιο ήπιο αλλά σαφή τρόπο, και στο συντηρητικότερα μετατοπισμένο Κόμμα των Φιλελευθέρων, που θεωρείται βέβαιος κυβερνητικός εταίρος στη νέα γερμανική κυβέρνηση. Η πολιτική μηχανική που έχει εγκατασταθεί, είναι τούτη: το AfD θα «ρυμουλκεί» τους Φιλελεύθερους πιο κοντά σε μια ατζέντα εθνικών προτεραιοτήτων, AfD και Φιλελεύθεροι θα πιέζουν-επηρεάζουν ένα τμήμα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών, κι όλα αυτά θα αναγκάζουν τη Μέρκελ σε διαρκείς συμβιβασμούς στην κατεύθυνση των εθνικών προτεραιοτήτων.

Είναι μια, ασφαλώς πολύ «εξασθενημένη» και πολύ μακρινή, τυπολογία πολιτικής μηχανικής που θυμίζει την ανάλογη του Μεσοπολέμου. Από στρατηγική άποψη, σημασία έχει να σκεφτούμε ως εξής: αν έχει μπει σε κίνηση μια τέτοια πολιτική μηχανική σε περίοδο συντονισμένης διεθνούς ανάκαμψης από την οικονομική κρίση, πόσο ισχυρές θα είναι οι δυνάμεις της επιτάχυνσης όταν τη φάση της συντονισμένης ανάκαμψης διαδεχθεί η φάση μιας νέας επιβράδυνσης ή ακόμη χειρότερα κρίσης και ύφεσης; Αλλά και στην τρέχουσα συγκυρία: πόσο μπορούν να ενισχυθούν τέτοιες τάσεις από γεωπολιτικές προκλήσεις που θα είναι ούριος άνεμος στα πανιά των υποστηρικτών των εθνικών προτεραιοτήτων;

Ο κατά Μακιαβέλι Ηγεμόνας πρέπει να έχει τη δύναμη να μεταφράζει το ιδιαίτερο συμφέρον του (εν προκειμένω εθνικό) σε γενικό συμφέρον μιας ευρύτερης υπ’ αυτόν συμμαχίας. Αν είναι εγκλωβισμένος σε μια συνθήκη όπου το εθνικό συμφέρον ορίζεται σαν αποστασιοποίηση από την ευρύτερη συμμαχία, αν αυτή η ευρύτερη συμμαχία θεωρείται κίνδυνος για τα εθνικά συμφέροντα, τότε απλούστατα δεν είναι Ηγεμόνας…

Ποιο γερμανικό «ιμπέριουμ»;

Η άλλη πλευρά του ίδιου πράγματος είναι ότι και τα κράτη που θεωρούνταν πάγιοι ή δυνητικοί σύμμαχοι που εξασφάλιζαν μέσα στην Ε.Ε. και την Ευρωζώνη το γερμανικό «ιμπέριουμ» έχουν αρχίσει να αποστασιοποιούνται, να γίνονται ασταθείς ή αβέβαιοι σύμμαχοι ή και να μετατρέπονται σε «προβληματικά» για τα γερμανικά σχέδια. Η Αυστρία, ύστερα από στις πρόσφατες εκλογές, θα κυβερνάται μάλλον από ένα «μίγμα» AfD και γερμανών Φιλελεύθερων, η Ολλανδία έζησε το δικό της σοκ δυναμικής ανόδου της ευρωσκεπιτικιστικής άκρας δεξιάς, η Δανία κάνει διπλό παιχνίδι μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ, για δε τη Φιλανδία βλέπουν το φως της δημοσιότητας άρθρα με εκτιμήσεις περί πιθανότητας εξόδου από το ευρώ (!). Όσο για τις κεντροευρωπαϊκές χώρες, στην ομάδα του Βίσεγκραντ κυριαρχεί σε κυβερνητικό πλέον επίπεδο όχι απλώς η επιστροφή στις εθνικές προτεραιότητες αλλά και εκδοχές λαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς που παραπέμπουν σε μνήμες Μεσοπολέμου – ήδη διεθνής αρθρογραφία βρίθει αναφορών στον Τσέχο «Τραμπ» ενόψει των εκλογών στην Τσεχία.

Σε ποια συμμαχία -και μάλιστα υπό την ηγεμονία του- θα στηριχθεί το θρυλούμενο γερμανικό «ιμπέριουμ»; Η Γερμανία αρχίζει να μοιάζει μάλλον με παιδονόμο που δεν μπορεί να «μαζέψει» ούτε τα δικά του παιδιά…

Από την οικονομία, στη γεωπολιτική

Υπ’ αυτές τις συνθήκες και προϋποθέσεις, η μετάβαση σε μια διεθνή (μην ξεχνάμε τον Τραμπ!) και ιδιαίτερα ευρωπαϊκή συγκυρία όπου οι εθνικές προτεραιότητες κερδίζουν διαρκώς έδαφος και όπου η (γεω)πολιτική αναβαθμίζεται, μόνο σε ενίσχυση του γερμανικού «ιμπέριουμ» δεν παραπέμπει!

Για να αναφερθούμε στο γενικότερο-ευρωπαϊκό πλαίσιο, η πιο «ρομαντική» και από στρατηγικής απόψεως αφελής ιδέα είναι πως τάχα τώρα είναι η ώρα για «εμβάθυνση» της ευρωπαϊκής «ενοποίησης». Τώρα, που ο Ηγεμόνας αποδυναμώνεται εσωτερικά όσον αφορά τον ευρωπαϊκό ηγεμονικό του ρόλο και χάνει δυνάμεις και ερείσματα, τώρα που οι εθνικές προτεραιότητες κερδίζουν διαρκώς έδαφος, τώρα που η αναβάθμιση της σημασίας της (γεω)πολιτικής αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τις προαναφερθείσες αδυναμίες.

Ο εκ των «πατέρων» της ευρωπαϊκής «ιδέας» Ζαν Μονέ, σε καιρούς πιο ενθουσιώδεις και ρομαντικούς, ήταν πολύ ρεαλιστής δηλώνοντας πως «Η Ευρώπη είναι οι λύσεις που δίνουμε στις εκάστοτε κρίσεις της». Η υπό την Μέρκελ και με καθοριστικό το ρόλο του Σόιμπλε γερμανική ηγεσία στην Ευρώπη τα προηγούμενα χρόνια αποδείχθηκε η καλύτερη κληρονόμος του «δόγματος Μονέ»: στήριξε την ηγεμονία της στις λύσεις που επέβαλε για όσο διάστημα «σφύριζε» πάνω από τα κεφάλια χωρών σε κρίση αλλά και μιας Ευρωζώνης σε κρίση το μαστίγιο της απειλής μιας οικονομικής κατάρρευσης. Για όσο διάστημα η κρίση ήταν σύμμαχος, αναδεικνυόταν το απόλυτο γερμανικό πλεονέκτημα: η οικονομική ισχύς και υπεροχή. Η συντονισμένη ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας και η αντιμετώπιση (έστω και με «μπαλώματα») των πιο μεγάλων προβλημάτων της Ευρωζώνης αχρηστεύουν σε μεγάλο βαθμό αυτό το «όπλο». Αντίθετα, η ενίσχυση της σημασίας της (γεω)πολιτικής αναδεικνύει τις μεγάλες αδυναμίες του επίδοξου Ηγεμόνα: το μικρομεσαίο του γεωπολιτικό και στρατιωτικό εκτόπισμα.

Το Brexit υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο αυτές τις αδυναμίες και κάνει ακόμη μεγαλύτερο το βαθμό εξάρτησης από τον Γάλλο εταίρο, τον μόνο πλέον στην Ε.Ε. που διαθέτει κάποιο διεθνές γεωπολιτικό και στρατιωτικό εκτόπισμα. Όσο για τις διαπραγματεύσεις για τους όρους του Brexit καθαυτού, είναι πιο πιθανό να εξελιχτούν σε διαδικασία εκατέρωθεν φθοράς και μία ακόμη εστία ευρωπαϊκού «χάους» παρά σε διαδικασία επίδειξης πυγμής της Γερμανίας και των Βρυξελλών απέναντι στο Ην. Βασίλειο…

Στις νέες συνθήκες «αντιστοιχεί» αυτό που θριάμβευσε στο πρόσφατο Eurogroup, όπου ο κ. Σόιμπλε άφησε την πολιτική του κληρονομιά και όπου διαπιστώθηκαν ευρύτατες συναινέσεις πάνω στη νέα κατευθυντήρια ιδέα της Ευρώπης των δύο ή και πολλών «ταχυτήτων».

Κάποιες (οι περισσότερες) δημοσιογραφικές πένες και ακόμη περισσότερο οι πολιτικοί δημαγωγοί μπορούν να καταρρίπτουν με άνεση την κοινή λογική, παρουσιάζοντας αυτό το θρίαμβο της μετατόπισης από την «ενοποίηση» προς τη διακρατικότητα σαν θρίαμβο μιας υποτιθέμενης νέας «εμβάθυνσης» της ευρωπαϊκής «αρχιτεκτονικής». Όσοι όμως έχουν τη στοιχειώδη απαίτηση η πολιτική και ιδιαίτερα η στρατηγική συζήτηση να στηρίζεται τουλάχιστον στην κοινή λογική, δεν έχουν δικαίωμα σε τέτοιες αυταπάτες…

Οι συναινέσεις στο τελευταίο Eurogroup, αλλά και η ατζέντα (όπως και οι όποιες αποφάσεις ή έστω συναινέσεις) της τωρινής ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής αναπόφευκτα θα κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση: διακρατικές συναινέσεις και α λα καρτ συμφωνίες και συμμαχίες.

Συνυπολογίζοντας όλα τα προηγούμενα, το τελικό συμπέρασμα είναι τούτο: η Γερμανία είναι ένας ψευδο-ηγεμόνας που αποδυναμώνεται, στην Ευρώπη ενισχύονται διαρκώς οι δυνάμεις που μετατοπίζουν τον άξονα των εξελίξεων προς τις εθνικές προτεραιότητες, όλα αυτά συντείνουν μάλλον στην αύξηση της εντροπίας παρά στην ενίσχυση των κεντρομόλων δυνάμεων στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε.

Αυτή είναι η «Ευρώπη» στην οποία όλοι καλούνται να ζήσουν στα επόμενα χρόνια. Και αν στο επικοινωνιακό πεδίο θριαμβεύουν τα «τρικ» και η δημαγωγία των «υψηλών» στόχων, στο πεδίο της πραγματικής πολιτικής και ακόμη περισσότερο της στρατηγικής, ο αφελής ρομαντισμός είναι εξαιρετικά επικίνδυνος, απλούστατα διότι μετριέται με πραγματικές απώλειες και ήττες…

RizopoulosPost


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



19 Οκτ 2017


Γράφει ο Ηλίας Κουσκουβέλης

Η σχέση των Ελλήνων με την θάλασσα είναι άρρηκτη και τρισχιλιετής, από την εποχή του Μίνωα και του Τρωικού πολέμου. Η θάλασσα και η ναυτιλία είναι στα κύτταρά μας, στην φύση μας. Μόνο που σε κάποιες περιόδους ξεχνάμε την σημασία τους.

Ξεχνάμε, για παράδειγμα, ότι σε αρκετές κρίσιμες στιγμές τα «ξύλινα τείχη» ήταν εκείνα που είτε μας έσωσαν είτε μας έδωσαν τη νίκη και την ανάπτυξη. Ξεχνάμε ακόμη ότι η Ελλάδα με την φυσική της διάρθρωση και την ναυτική της ισχύ είναι εκείνη που, για πολλές δεκαετίες τώρα, έχει αναλάβει τον πολύ σημαντικό ρόλο του εγγυητή της ασφαλούς και ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη Μεσόγειο έναν ρόλο που δεν μπορεί και δεν πρόκειται να απωλέσει!

Οι πρόσφατες ανακαλύψεις ενεργειακών πόρων στα σπλάχνα της Ανατολικής Μεσογείου και οι διεθνείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική υπενθύμισαν στην Ελλάδα και διεθνώς την σημασία της περιοχής, την κρισιμότητα του ρόλου της χώρας μας, τις ευκαιρίες που μπορούν να προκύψουν μέσα από την συνεργασία των λαών που ζουν στις όχθες της, αλλά και την αντιμετώπιση εκείνων που χρησιμοποιούν τη βία στις διεθνείς τους σχέσεις.

Με αυτό το πνεύμα, η Ελλάδα, ακολουθώντας την πρωτοπορία της Κυπριακής Δημοκρατίας και δείχνοντας συνέχεια και συνέπεια με διαδοχικές κυβερνήσεις, συνέβαλε στην δημιουργία δικτύων (networks) συνεργασίας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Τα εν λόγω δίκτυα συνεργασίας αφορούν την οικονομία, τις πολιτισμικές και επιστημονικές δραστηριότητες, την αξιοποίηση και την διοχέτευση των ενεργειακών πόρων προς την Ευρώπη, την προστασία της ζωής στην θάλασσα, αλλά και την αντιμετώπιση των απειλών για την σταθερότητα και την ασφάλεια της περιοχής που παράγουν κυρίως η τρομοκρατία, οι αναθεωρητικές τάσεις ορισμένων μεγάλων δυνάμεων, αλλά και η γειτονική μας Τουρκία. Η τελευταία όχι μόνο δεν θέτει τέλος στην παράνομη εισβολή και κατοχή της Κύπρου, αλλά πολλαπλασιάζει τις τριβές και τις παράνομες διεκδικήσεις έναντι όλων σχεδόν των παράκτιων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου. Αυξάνει τις στρατιωτικές της δυνάμεις, ενώ δηλώνει πως από το 2018 θα αρχίσει έρευνες για τον εντοπισμό ενεργειακών πόρων στη Μεσόγειο.

Σε μία τέτοια περίπτωση τα δίκτυα συνεργασίας που έχουν δημιουργηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο και που τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής στις τέσσερεις χώρες θα είναι εκεί για να αποσοβήσουν την έκρηξη ή και να διαχειρισθούν μία τυχόν κρίση.

Φυσικά η χώρα μας θα είναι εκεί για να (απο)δείξει το πόσο «μέγα» είναι «το της θαλάσσης κράτος» της, αλλά κυρίως για να εγγυηθεί ότι η Μεσόγειος θα παραμείνει μία μεγάλη λεωφόρος ελευθερίας, πολιτισμού, συνεργασίας, εμπορίου, ανάπτυξης και ασφάλειας μία λεωφόρος ειρήνης!

* Ο Ηλίας Κουσκουβέλης είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Κοσμήτορας της Σχολής ΚΑΕΤ του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και κάτοχος της Έδρας ΓΕΕΘΑ στις Στρατηγικές Σπουδές “Θουκυδίδης”.
MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Οκτ 2017


Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ – Ρωσίας φαντάζει πιο επικίνδυνος από τον αντίστοιχο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Ο αναλυτής Στέφεν Κοέν στηρίζει αυτή την άποψη στους παρακάτω λόγους.

1. Ο πρώτος έχει να κάνει με το γεγονός ότι πλέον το επίκεντρο της σύγκρουσης δεν βρίσκεται στο Βερολίνο ή στον Τρίτο Κόσμο, αλλά στα ρωσικά σύνορα, από τη Βαλτική και την Ουκρανία, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, όπου οι στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ συνεχώς ενισχύονται.

Το ΝΑΤΟ χαρακτηρίζει ως δική του περιοχή την εν λόγω έκταση. Ποτέ στο παρελθόν, πλην της παραμονής της χιτλερικής εισβολής, ξένες στρατιωτικές δυνάμεις δεν είχαν συγκεντρωθεί τόσο κοντά στα ρωσικά σύνορα και τη δεύτερη σε μέγεθος πόλη της, την Αγ. Πετρούπολη.

Μοιραία η Μόσχα μεταφράζει τις κινήσεις αυτές ως επιθετική εναντίον της πολιτικής και κινείται ανάλογα, με ορισμένους στη Ρωσία να μιλούν ήδη για κατάσταση πολέμου με τις ΗΠΑ. Ακόμα και η άνευ αποδείξεων για την ώρα τουλάχιστον λεγόμενη ρωσική επέμβαση στις αμερικανικές εκλογές στη Ρωσία μεταφράζεται ως αμερικανική επιθετικότητα.

Φυσικά η ρωσική αντίδραση ενισχύει την πιθανότητα, εκούσια ή ακούσια, ξεσπάσματος θερμής σύγκρουσης. Η απόφαση των ΗΠΑ να ενισχύσουν με όπλα την Ουκρανία που μάχεται τους υποστηριζόμενους από τη Ρωσία αντάρτες μόνο κλιμάκωση μπορεί να επιφέρει.

2. Ο δεύτερος αφορά την Συρία όπου οι υποστηριζόμενες από τη Μόσχα δυνάμεις του Άσαντ βρίσκονται πολύ κοντά στην τελική επικράτησε κατά των αντικαθεστωτικών. Το Κρεμλίνο θεωρεί ότι οι ΗΠΑ ενισχύουν τις κατά του Άσαντ δυνάμεις, γεγονός που γεννά κινδύνους και για τις ρωσικές δυνάμεις στην Συρία. Άραγε ποια θα ήταν η αντίδραση των ΗΠΑ αν οι Ρώσοι έπλητταν αμερικανικές δυνάμεις στην Συρία;

3. Ένας τρίτος λόγος αφορά την έλλειψή επαφών μεταξύ των δύο μερών. Στον πρώτο Ψυχρό Πόλεμο, μετά την κρίση της Κούβας το 1962 άνοιξαν δίαυλοι επικοινωνίας που διευρύνθηκαν τις επόμενες δεκαετίες και τώρα έκλεισαν. Επίσης η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται αποφασισμένη να κλείσει στις ΗΠΑ τα ρωσικά δίκτυα RT και Sputnik.

Αν αυτό συμβεί το Κρεμλίνο θα λάβει ανάλογα μέτρα. Αποτέλεσμα όλων αυτών θα είναι η περιστολή της επικοινωνίας μεταξύ των δύο λαών, άσχετα με τη δόση προπαγάνδας που αυτή σήμερα ασκείται. Ένας βετεράνος Αμερικανός ανταποκριτής στη Μόσχα δήλωσε πως «ο έλεγχος των εξοπλισμών κρέμεται σήμερα από μια κλωστή».

Επίσης η «κατάληψη» και η έρευνα στο ρωσικό προξενείο του Σαν Φραντσίσκο πριν λίγο καιρό έπεισε, όχι απολύτως άδικα, πως κέντρα με επιρροή στην Ουάσινγκτον επιδιώκουν την πλήρη κατάρρευση των διμερών σχέσεων.

4. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι Σοβιετικοί ηγέτες δεν είχαν δαιμονοποιηθεί στις ΗΠΑ από τα ΜΜΕ όπως συμβαίνει σήμερα με τον Πούτιν. Η Ρωσία και οι σχέσεις με τη Μόσχα έχουν τόσο «πουτινοποιηθεί» ως να μην υπάρχουν δεδομένα ρωσικά εθνικά συμφέροντα.

5. Την ίδια ώρα η υπόθεση της φερόμενης ρωσικής εμπλοκής στις αμερικανικές δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα με τον Τραμπ να εμφανίζεται ως μαριονέτα της Ρωσίας, ενώ κάθε αντίθετη φωνή να παρουσιάζεται ως εξυπηρετούσα τη ρωσική προπαγάνδα. Ο Τραμπ δεν μπορεί να προχωρήσει στον όποιο συμβιβασμό με τη Μόσχα.

6. Τέλος, αντίθετα με ότι συνέβαινε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, σήμερα στις ΗΠΑ δεν υπάρχουν φωνές κατά ενός νέου Ψυχρού Πολέμου στα ΜΜΕ ή στις τάξεις των πολιτικών. Χωρίς αντίθετες φωνές ακόμα και μια δημοκρατία μπορεί να οδηγηθεί σε λάθος απόφαση.

Πέραν των λόγων αυτών υπάρχουν πλέον νέες επικίνδυνες θεωρήσεις.

Η πρώτη αφορά τον μύθο ότι η Ρωσία είναι πολύ αδύνατη για να αντέξει σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο και σταδιακά θα υποκύψει στις Βρυξέλλες ή την Ουάσινγκτον. Στη λογική αυτή οφείλεται το κύμα κυρώσεων κατά της Μόσχας από το 2014.

Αφήνοντας κατά μέρος την καταγραφόμενη ανάκαμψη της ρωσικής οικονομίας και τους τεράστιους πόρους της χώρας, πρέπει να υπογραμμιστεί πως η Ρωσία στην σύγχρονη ιστορία της ποτέ δεν συνθηκολόγησε, άσχετα πόσο καταστροφικές ήταν οι συνθήκες.

Και αντίθετα με τις προσδοκίες της Δύσης ούτε η ελίτ, ούτε ο λαός, θα σκεφτεί τώρα διαφορετικά και θα αλλάξει τη ρωσική πολιτική. Αντίθετα οι Ρώσοι, που θεωρούν υπεύθυνη τη Δύση για τον νέο Ψυχρό Πόλεμο, γνωρίζουν ότι και ο νέος Ψυχρός Πόλεμος μπορεί να διαρκέσει πολύ.

Επίσης, στο αμερικανικό κατεστημένο έχει εδραιωθεί η ιδέα ότι η Ρωσία είναι απομονωμένη. Αυτό όμως δεν ισχύει. Στον Ψυχρό Πόλεμο οι σύμμαχοι της Μόσχας ήταν απρόθυμοι. Σήμερα οι χώρες που συνδέονται με τη Ρωσία το πράττουν με τη θέλησή τους, από τις μικρές χώρες των ΒRICS μέχρι και την Κίνα.

Αντίθετα είναι η σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ που φαίνεται να κατακερματίζεται σήμερα, όπως το Brexit και η Καταλονία αποδεικνύουν. Το δημοψήφισμα στην τελευταία ρίχνει νέο βάρος στο δημοψήφισμα του 2014 μέσω του οποίου έγινε η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία.

Και πως μπορεί κανείς να μεταφράσει την προσέγγιση της Τουρκία, μιας χώρας μέλος του ΝΑΤΟ, με τη Ρωσία ή την πρόσφατη επίσκεψη του Σαουδάραβα βασιλιά στη Μόσχα και τις συμφωνίες για εξοπλιστικά και ενέργεια ύψους πολλών δισ. δολαρίων; Ποιος τελικά βρίσκεται σε τροχιά απομόνωσης;

Τέλος, ο ρόλος της Κίνας, της μεγάλης αναδυόμενης δύναμης, είναι καίριος. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο η Κίνα ήταν αντίπαλος της ΕΣΣΔ. Σήμερα είναι στενός πολιτικός, οικονομικός και ενδεχομένως στρατιωτικός εταίρος της Μόσχας. Και η πραγματικότητα αυτή μπορεί να έχει επιπτώσεις και σε άλλους δρώντες, την Ινδία, το Πακιστάν, την Ιαπωνία, ακόμα και το Αφγανιστάν.

The Nation


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



16 Οκτ 2017


Όταν η Τουρκία βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, τότε αποκαλύπτεται η πραγματική στρατηγική της, η πραγματική επιθυμία της, αφού όταν υπάρχουν «γενικής φύσεως εξελίξεις», τότε αυτό που γίνεται είναι να απειλεί προς κάθε κατεύθυνση και να παριστάνει τον αδιάφορο ανεξαρτήτως με ποιον συναλλάσσεται.

Του Μιχαήλ Βασιλείου

Αυτό έγινε και τώρα που η Τουρκία του Ερντογάν έχει επιδεινώσει τις σχέσεις της με όλους τους παραδοσιακούς της συμμάχους από το αποκαλούμενο ως «δυτικό στρατόπεδο» από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, δηλαδή τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ενωμένη Ευρώπη.

Ειδικότερα τη δεύτερη τη θεωρεί ασπίδα ασφαλείας απέναντι στη στρατηγική ανασφάλεια που νιώθει, με τις εξελίξεις των τελευταίων ετών να επιβεβαιώνουν όσους το τόνιζαν και δεν έβλεπαν την επιφάνεια της «περιφερειακής υπερδύναμης» Τουρκίας, το επικοινωνιακό «αφήγημα» που προβαλλόταν όχι μόνο από τουρκικής πλευράς, αλλά και από αυτή των αφελών που έβλεπαν στην Τουρκία των πολλαπλών αντιφάσεων, μια χώρα-μοντέλο προς εξαγωγή για τον ισλαμικό κόσμο…

Το «DP» έχει ξεκαθαρίσει ότι η Τουρκία έχει πολλούς λόγους να θεωρεί στρατηγικό στόχο υψίστης προτεραιότητας την όσο το δυνατόν πιο στενή σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρ’ όλες τις ασεβείς, κυριολεκτικά, αναφορές του Ερντογάν απέναντι στην Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες, αλλά και επιμέρους ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κυρίως το Βερολίνο.

Τελευταίο επεισόδιο σε αυτό το «σίριαλ» είναι οι χθεσινές αναφορές του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης, Μπεκίρ Μποζντάγ, ο οποίος ανέλαβε να αλλάξει δραματικά την υπεροπτική αντιμετώπιση της ΕΕ και τις διακηρύξεις Ερντογάν ότι θα προσανατολίσει τη χώρα του προς την Ευρασιατική Ένωση και το Σύμφωνο Συνεργασίας τη Σαγκάη.

“Calling the bluff”… ή όπως λέμε “το έξυπνο πουλί”

Όπως συμβαίνει το τελευταίο διάστημα, κανείς πλέον δεν «τσιμπάει» από τέτοιες δραματικές αναφορές της τουρκικής ηγεσίας και η εξέλιξη της Ιστορίας τους δικαιώνει. Ο Μποζντάγ δήλωσε ότι η χώρα του είναι έτοιμη και αποφασισμένη να συνεχίσει τις προσπάθειες για να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρά τις εντάσεις στις σχέσεις της με τις Βρυξέλλες…

Το στρατηγικό αδιέξοδο της Τουρκίας στο οποίο οδηγήθηκε από την αμετροεπή συμπεριφορά της είναι τεράστιο. Πλέον η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει να μην υποχωρεί απέναντι στους τουρκικούς παραλογισμούς, να μην αποδέχεται τη δριμεία καταδίωξη οποιουδήποτε δεν συμμορφώνεται με τις επιθυμίες της ηγεσίας. Εκεί είναι όμως και ο πυρήνας του προβλήματος.

Η Τουρκία, ή μάλλον για την ακρίβεια η σημερινή τουρκική ηγεσία αδυνατεί να τα κατανοήσει και αυτή είναι η διαφορά του δυτικού κόσμου από όλους τους υπόλοιπους σήμερα. Αυτός είναι και ο λόγος των υποτίθεται καλών σχέσεων της Τουρκίας με τη Ρωσία.

Οι Τούρκοι «οραματίζονται» ένα διεθνές σύστημα όπου κανείς δεν θα ενοχλεί τους ηγέτες στο εσωτερικό της χώρας τους και οι συμφωνίες που θα γίνονται σε επίπεδο κορυφής θα ρυθμίζουν την ισορροπία ανάμεσα στις δυνάμεις. Αυτό δεν επιθυμεί και διακηρύσσει ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν; Τι άλλο εννοεί όταν μιλά για πολυπολικό κόσμο πέραν του συστήματος «ισορροπίας δυνάμεων» (balance of power);

Καμία αντίρρηση, αυτό που αδυνατούν ή δεν τους συμφέρει να αντιληφθούν σε Μόσχα και Άγκυρα, είναι ότι ακόμα και να υλοποιηθεί το όνειρό τους για τον νέο αυτόν πολυπολικό κόσμο, κάτι εξόχως πιθανό, θα πρέπει να αντιληφθούν ότι αυτό θα γίνει με νέους όρους, αυτούς που επιτάσσει ο 21ος αιώνας, διότι ο κόσμος δεν θα γυρίσει πίσω μερικούς αιώνες, όσο και να το επιθυμούν.

Η παγκοσμιοποίηση είναι μια πραγματικότητα, εντός λεπτών πληροφορείται κάθε ενδιαφερόμενος τι συμβαίνει στην άλλη άκρη του κόσμου και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Η ενόχληση από τις υπερβολές των όποιων καταπιεστικών καθεστώτων σε μια τουλάχιστον πλευρά του κόσμου, δεν πρόκειται να αλλάξει.

Σίγουρα όχι στο επίπεδο των κοινωνιών, οι οποίες με τη σειρά τους θα πιέζουν τις πολιτικές ηγεσίες, προσδιορίζοντας ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο εντός του οποίου θα μπορούν να δραστηριοποιούνται και να λειτουργούν, διαφορετικό από εκείνο περασμένων αιώνων.

Η πολιτική Ερντογάν γυρίζει μπούμερανγκ

Αυτό είναι που κάνει το σύστημα ισορροπίας ισχύος πολύ επικίνδυνο. Διότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει, άρα και ενδεχόμενη απόπειρα εφαρμογής του με όρους-αντιγραφή από το παρελθόν, δεν θα εξισορροπούσε τον κόσμο, αλλά θα τον τίναζε στον αέρα, καθώς οι ηγεσίες, άλλη λιγότερο και άλλη περισσότερο, δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν τους λαούς τους όπως γινόταν πιο αποτελεσματικά κάποτε…

Τα ανωτέρω είναι ο εφιάλτης του Ερντογάν που αντιλαμβάνεται πιθανότατα ότι οι καιροί έχουν αλλάξει και δεν πρόκειται να συμβεί αυτό που θα ονειρεύονταν και δεν θα είναι ποτέ ανεξέλεγκτοι. Εάν το επιχειρήσουν, το τίμημα είναι ότι οι ηγεσίες της Δύσης, ακόμα και να το ήθελαν δεν θα μπορούσαν να επιβάλουν στις κοινωνίες το να μην ασχολείται κανείς με τα εσωτερικά ενός συμμαχικού κράτους.

Άρα, οι «κορώνες» των Τούρκων περί Ευρωπαίων «Ναζί» και άλλων ιδιαιτέρως άκομψων στην καλύτερη περίπτωση χαρακτηρισμών, εξελίχθηκαν σε μπούμερανγκ και αναγκάζουν τους Τούρκους που δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα να κάνουν πίσω άρον-άρον. Αλλιώς οι δηλώσεις του Μποζντάγ θα ήταν πολύ διαφορετικές και θα βρίσκονταν πολύ κοντά σε αυτές του ηγέτη του, δεν θα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες, χωρίς ο Ερντογάν να αντιδρά.

Όλα δείχνουν ότι έχει έρθει η ώρα της κρίσεως. Η στρατηγική των Τούρκων έχει χρεοκοπήσει και όλες οι θεμελιακές παραδοχές επί των οποίων είχε στηθεί – δεν μπορεί κανείς να αντικαταστήσει την Τουρκία – έχουν καταρρεύσει, επειδή οι δρώντες σε αυτό το παίγνιο αποφάσισαν να εκθέσουν την στρατηγική του «δύστροπου» παίκτη, προσγειώνοντάς τον στην πραγματικότητα.

Σε τέτοιες καταστάσεις, εάν υποτεθεί ότι υπάρχει ορθολογισμός από τουρκικής πλευράς, κάποιοι θα έχουν αρχίσει να ανησυχούν για το τι θα συνέβαινε, εάν ΗΠΑ και Ρωσία αποφάσιζαν να συνεργαστούν. Οπότε, είναι πιθανό να προσεύχονται στον Αλλάχ να συνεχίσουν Μόσχα και Ουάσιγκτον να «σκοτώνονται», ίσως μάλιστα να κάνουν και τα πάντα για να τους βοηθήσουν…

Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



14 Οκτ 2017


Γράφει ο Κωνσταντίνος Μαργαρίτου 
Ιδρυτικός Εταίρος και μέλος Δ.Σ. ΚΕΔΙΣΑ 

Η εξωτερική πολιτική υπαγορεύεται από τη στρατηγική παράδοση, τη συνέχεια και την επιβίωση των εθνικών στόχων κάθε κρατικής μονάδας, αναλόγως της θέσης που αυτή κατέχει στο (δια) περιφερειακό και διεθνές σύστημα, τον διεθνή καταμερισμό ισχύος καθώς και τις εθνικές δυνατότητες, τα μέσα και τους πόρους που έχει στη διάθεσή της.
Αυτά έχουν διδάξει τουλάχιστον, τόσο κορυφαίοι θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων, όσο και η ιστορική παράδοση των μεγάλων δυνάμεων, που βίωσαν τεκτονικές πολιτικές αλλαγές, όπως η Ρωσία και η Κίνα στον 20ο και 21ο αιώνα, αλλά και η Γαλλία και η Γερμανία (Πρωσία) κατά τον 19ο αιώνα.
Τα ανωτέρω κράτη ως μεγάλες δυνάμεις διεκδίκησαν και συνεχίζουν να διεκδικούν την ενίσχυση της επιρροής και ισχύος τους στην ευρασιατική διαπεριφέρεια και στον κόσμο˙ ενώ οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και δεν αντιμετώπισαν βαθιές εσωτερικές αλλαγές, εντούτοις δεσπόζουν στο δυτικό ημισφαίριο υπό τη στρατιωτική και πολιτική πρωτοκαθεδρία της Ουάσινγκτον και του ΝΑΤΟ.
Η ΕΕ, αποτελώντας εν πολλοίς την οικονομική και πολιτική συνεπαγωγή της διατλαντικής ολοκλήρωσης, έχει κατορθώσει να συμβάλει στη σταθερότητα του δυτικού κόσμου και να συνδέσει τον γάλλο-γερμανικό άξονα με τις ΗΠΑ. ΗΠΑ και ευρωπαϊκές δυνάμεις προσελκύουν συμμάχους προωθώντας την επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην Ανατολική Ευρώπη (διεύρυνση 2002-2004, 2007), στον Καύκασο (Eastern Partnership, DCFTA), στη Βόρεια Αφρική (Union for the Mediterranean), στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο (NATO’S Mediterranean Dialogue) και στη Μέση Ανατολή (NATO’S Istanbul Cooperation Initiative).
Στον αντίποδα, Ρωσία και Κίνα επιχειρούν την ανάσχεση της δυτικής προέκτασης προωθώντας τη δική τους ολοκλήρωση στον ευρασιατικό χώρο (Ευρασιατική Ένωση, Σύμφωνο Σαγκάης) και βρίσκονται σε ανταγωνιστική αλληλεπίδραση με το δυτικό στρατόπεδο, δημιουργώντας ευκαιρίες για τις μικρότερες δυνάμεις του συστήματος, όπως η Ελλάδα, προκειμένου να βελτιώσουν τη θέση τους στην περιφέρειά τους αλλά και διεθνώς.

Το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος δεν αποτελεί μία μεγάλη δύναμη του διεθνούς συστήματος αλλά εξελίχθηκε, ήκμασε και μεγάλωσε υπό την κηδεμονία των προστάτιδων δυνάμεων από γενέσεώς του. Το γεγονός αυτό, δεν συνεπάγεται ότι η σύγχρονη Ελλάδα δεν δύναται να έχει στρατηγική παράδοση και εθνικούς στόχους, ούτε ότι δεν είναι σε θέση να βελτιώσει τη θέση της, τουλάχιστον σε περιφερειακό επίπεδο (Νοτιοανατολική Ευρώπη, Ανατολική Μεσόγειος, Δυτική Ευρασία), αφού, παρά την οικονομική κρίση των τελευταίων 10 ετών, παραμένει ένα κράτος αρκετά πιο ισχυρό σε σχέση με τους γείτονές της.
Η Ελλάδα είναι στον πυρήνα της ΕΕ, είναι μέλος του ΝΑΤΟ και έχει στενές σχέσεις συνεργασίας και ιστορικούς δεσμούς με την Κίνα και τη Ρωσία. Κατ’ επέκταση, η Ελλάδα μπορεί να χαράξει και να προωθήσει στρατηγικούς στόχους για το μέλλον της με γνώμονα τον διεθνή καταμερισμό ισχύος και τη θετική αλληλεπίδρασή της με τις υψηλές στρατηγικές των ΗΠΑ, της ΕΕ, της Ρωσίας και της Κίνας ως στρατηγικός παράγοντας εξισορρόπησης.

Η ανωτέρω διαπίστωση αποκλίνει εξαιρετικά από την υφιστάμενη αντίληψη περί των εξωτερικών σχέσεων, από την οποία έχει διαποτισθεί το μεγαλύτερο τμήμα του εγχώριου πολιτικού και ακαδημαϊκού κόσμου. Θέσεις όπως: «Δεν μπορούμε να είμαστε με τον αστυφύλακα και τον χωροφύλακα», «η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη και στη Δύση»’ και «καλούμε την Τουρκία είτε τους βόρειους γείτονές μας να σεβαστεί/ούν το διεθνές δίκαιο» αποτελούν ιστορικές φράσεις που συναποτελούν το ελληνικό δόγμα ασφαλείας, όπως διαμορφώθηκε από τον Β’ ΠΠ και μετά και, ειδικότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης.
Οι θέσεις αυτές δεν είναι σε καμία περίπτωση εσφαλμένες αλλά είναι πλέον παρωχημένες και δεν αντιπροσωπεύουν το στρατηγικό βάθος της ελληνικής κρατικής οντότητας με βάση τη θέση που κατέχει στο σύγχρονο διαπεριφερειακό και διεθνές σύστημα καθώς και με γνώμονα τις στρατιωτικές και μη στρατιωτικές δυνατότητές της.

Το σύγχρονο διεθνές σύστημα και η διεθνής πολιτική, κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου αιώνα, επιβάλλουν την ανάγκη για τη μακροσκοπική χάραξη της σύγχρονης ελληνικής υψηλής στρατηγικής, η οποία θα πρέπει να διέπεται από την αρχή της διπλωματίας της πολλαπλής δικτύωσης και της εξισορρόπησης μεταξύ του ανταγωνισμού Δύσης και Ανατολής.
Μοναδικό ανάλογο εγχείρημα υπήρξε η εξωτερική πολιτική της χώρας την περίοδο 2004-2009, όπου ο τότε πρωθυπουργός και η ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών προέβησαν σε στρατηγικές επιλογές ενίσχυσης της θέσης της χώρας στη διαπεριφέρειά της και υπερασπίσθηκαν τα εθνικά συμφέροντα με μακροσκοπικό στρατηγικό ορίζοντα.
Η θέση της Ελλάδας στη Δύση δεν αμφισβητήθηκε και ενισχύθηκε η θέση της στον πυρήνα της Ευρώπης, σε συνδυασμό με στρατηγικές συμμαχίες που προορίζονταν για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και την ανάδειξη της σε ενεργειακό κόμβο της περιοχής (South Stream) καθώς και τη σύνδεσή της με τον σύγχρονο δρόμο του Μεταξιού (Πειραιάς-COSCO, One Belt One Road-OBOR). Επιπλέον, τέθηκαν οι βάσεις για την εξισορρόπηση της Τουρκίας μέσω του σχεδίου «Ελλάς Χ 4» και της ευρωπαϊκής ΑΟΖ, ενώ διασφαλίστηκε η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν και η ολοκλήρωση της ένταξής της στην ΕΕ (2004) και αναχαιτίστηκαν οι αλυτρωτικές τάσεις της ΠΓΔΜ (Veto στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, Βουκουρέστι 2008).

Παραδόξως, τη στρατηγική αυτή κληρονομιά φαίνεται πως αξιοποιεί ως επί το πλείστον ο υπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει οδηγήσει τον πρωθυπουργό σε μία πορεία, την οποία δεν θα φανταζόταν ούτε στα πιο τρελά του όνειρα, τουλάχιστον στα νεανικά του χρόνια καθώς και όσο ήταν αρχηγός ενός κόμματος της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
Η σημερινή ελληνική εξωτερική πολιτική έχει κατορθώσει να εμφανίζεται ως ζευκτικός δρων μεταξύ Δύσης και Ανατολής, ευρισκόμενος ταυτοχρόνως σε στενό εναγκαλισμό με τη Μόσχα, συμμετέχοντας στο σύγχρονο δρόμο του Μεταξιού, έχοντας διασφαλίσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο και, το κυριότερο: Δύναται να ενισχύσει εξαιρετικά τη γεωπολιτική και γεωοικονομική θέση της Ελλάδας μέσω των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένης της προβληματικής θέσης της Τουρκίας με τη Δύση και της παραμονής του συστήματος Ερντογάν στην εξουσία στη μετά το πραξικόπημα εποχή καθώς και της διαπεριφερειακής αστάθειας που ακολούθησε της «Αραβικής Άνοιξης».

Η επίσκεψη του πρωθυπουργού τη δεδομένη χρονική περίοδο στην Ουάσινγκτον δεικνύει ότι η Ελλάδα καθίσταται πολύτιμος σύμμαχος για τις ΗΠΑ και ενδεχομένως να επιχειρηθεί η σταδιακή αντικατάσταση της Τουρκίας από την Ελλάδα σε πυλώνα της αρχιτεκτονικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ στην περιοχή.
Αυτό είναι και κατά την άποψη του γράφοντος το προφανές και άδηλο συγχρόνως περιεχόμενο αυτής της-με συνοπτικές διαδικασίες-οργανωθείσας μετάβασης στις ΗΠΑ. Το σημαντικό ωστόσο χαρακτηριστικό δεν είναι μόνο το ότι δύναται να ενισχυθεί η θέση της χώρας στον στρατηγικό σχεδιασμό των ΗΠΑ αλλά ότι θα επιτευχθεί έχοντας εξασφαλίσει τη θέση της στην Ευρωζώνη και έχοντας διαμορφώσει εδραιωμένες συνεργασίες με τη Ρωσία και την Κίνα.

Οι προοπτικές αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα πως, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, η ελληνική εξωτερική πολιτική της περιόδου 2004-2009 επιβίωσε της αποδόμησής της και των αναταράξεων που μεσολάβησαν κατά τα επόμενα «μνημονιακά χρόνια» και πως έχει η διασφαλισθεί η ενότητά της, δημιουργώντας το πρόπλασμα για τη χάραξη της σύγχρονης ελληνικής υψηλής στρατηγικής ακόμη και σε μακροπρόθεσμο πλαίσιο.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, προϋποθέτει τη χάραξή της από επαΐοντες, ρεαλισμό και την υπέρβαση των κάθε λογής ιδεοληψιών, τις οποίες παραδόξως, εν αντιθέσει με τις επιλογές του στο εσωτερικό, φαίνεται πως ο τωρινός πρωθυπουργός έχει διαλύσει μέσα του προ πολλού.

ΚΕΔΙΣΑ

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου