Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

22 Απρ 2018


Του Δημήτρη Γ. Απόκη 

Πολλά λέγονται τους τελευταίους μήνες για τη στάση που ακολουθεί ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν, απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα. Πολλά επίσης γράφονται τα τελευταία εικοσιτετράωρα για την απόφασή του να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότερες από τις διαπιστώσεις στην πληθώρα των αναλύσεων έχουν βάση. Παρόλα αυτά εκείνο που χάνεται στη μετάφραση είναι ότι ο Πρόεδρος της Τουρκίας, αντιμετωπίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα, ως χάντρες στο φιλντισένιο κομπολόι του, το οποίο παίζει εξαιρετικά επιδέξια.
ΗΠΑ…
 
Εδώ και μήνες ο Ερντογάν βρίσκεται σε καθημερινή βάση σε μια κόντρα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με προσβολές, απειλές, και ανατολίτικα τερτίπια έναντι της Ουάσιγκτον, που ξεπερνούν τα πλαίσια του ανεκτού αλλά παρόλα αυτά, οι επιπτώσεις είναι από μηδαμινές έως ανύπαρκτες.

Ακόμη και χθες σε συνέντευξη του στο τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο NTV, επιτέθηκε στις ΗΠΑ, μιλώντας για απειλή που προέρχεται από στρατηγικούς εταίρους, σημειώνοντας ότι την ώρα που η Τουρκία δεν μπορεί να αγοράσει οπλικά συστήματα από το στρατηγικό σύμμαχό της, τις ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον τα δίνει δωρεάν στους “τρομοκράτες Κούρδους”.

Ακόμη και στην περίπτωση της κράτησης του Αμερικανού Πάστορα στην Τουρκία, ο Ερντογάν έχει γυρίσει το νόμισμα στα μέτρα του εξισώνοντας την περίπτωση με την απαίτηση της Τουρκίας, για την έκδοση του Γκιουλέν.

Στο θέμα των εκλογών χρησιμοποιεί την καθόλα σωστή κριτική από την Ουάσιγκτον, όσο αφορά την αξιοπιστία της εκλογικής διαδικασίας, αντιστρέφοντας την στο εσωτερικό ως εξωτερική παρέμβαση που έχει στόχο να τον πλήξει, μόνο και μόνο διότι υπερασπίζεται τα συμφέροντα της Τουρκίας.
Ευρώπη – ΕΕ…
 
Στην περίπτωση της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Τούρκος Πρόεδρος, χρησιμοποιεί με τρομερά επιδέξιο τρόπο τον θέμα των προσφύγων, αντιλαμβανόμενος τον τρόμο στις Βρυξέλλες και άλλες σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες στην ιδέα και μόνο ενός νέου μαζικού κύματος προσφύγων προς την Ευρώπη.

Ταυτόχρονα οι χώρες της Ευρώπης, παίζουν ανόητα, όπως και στις προηγούμενες εκλογές στην Τουρκία, το παιχνίδι του, απαγορεύοντας προεκλογικές εκδηλώσεις για τους Τούρκους που βρίσκονται στο έδαφός τους, δίνοντας της ευκαιρία στον Ερντογάν να μιλήσει στο εσωτερικό και εξωτερικό τουρκικό εκλογικό σώμα για βρώμικο πόλεμο ξένων συμφερόντων εναντίον του.
Παρουσιάζεται ως θύμα και στόχος ξένης συνομωσίας.
Ελλάδα…
 
Εκεί βέβαια που το γλεντάει αφάνταστα είναι με την περίπτωση της Ελλάδας, όπου έχει φτάσει απλά να φταρνίζεται και στην Αθήνα να προκαλείται γρίπη.
Ενώ στην ελληνική πρωτεύουσα, παρά τις διακηρύξεις περί του αντιθέτου, το κλίμα είναι πολεμικό και τα νεύρα είναι τεντωμένα, ο ίδιος περνά την εικόνα ότι η Ελλάδα είναι αυτή που προκαλεί και η Τουρκία προσπαθεί να αποφύγει την ένταση στο Αιγαίο.

Στη χθεσινή συνέντευξη του στο NTV, επανέλαβε τη δήλωση, ο ίδιος πλέον, ότι Τούρκοι κομάντος, κατέβασαν ελληνική σημαία από βραχονησίδα, απαντώντας “σε ελληνική πρόκληση”.

Στην ίδια συνέντευξη έπεσαν και οι μάσκες στο θέμα των δυο Ελλήνων στρατιωτικών, όπου ωμά συνέδεσε την απελευθέρωσή τους με την έκδοση των οκτώ Τούρκων στρατιωτικών που βρίσκονται στην Ελλάδα.
“Μας (Ελλάδα) ζητούν να δώσουμε πίσω τους Έλληνες στρατιώτες και τους είπαμε, «εάν απαιτείται κάτι τέτοιο, πρώτα θα πρέπει να δώσετε τους στρατιώτες FETO (Κίνημα Γκιουλέν) που αναμίχθηκαν στο πραξικόπημα εναντίον του κράτους μας”, δήλωσε ο Τούρκος Πρόεδρος, συμπληρώνοντας ξεκάθαρα: “εάν μας τους παραδώσετε θα εξετάσουμε”, την κατάσταση με τους Έλληνες στρατιώτες.
 
Μάλιστα χαρακτήρισε την Ελλάδα, “πρώτο σταθμό”, για ύποπτους πραξικοπηματίες που μετά διαφεύγουν στην Ευρώπη.
Δυστυχώς, ο Σουλτάνος της Άγκυρας δεν χρειάζεται να ρίξει ούτε μια τουφεκιά για να χορέψει στο ταψί την Αθήνα και το έχει αντιληφθεί. Οικοιοθελώς η Ελλάδα, επιδεικνύοντας μια αγωνία να αποφύγει τη σκληρή πραγματικότητα υιοθετεί τη Φιλανδοποίησή της έναντι της Τουρκίας.
Η Στρατηγική…
 
Τα προβλήματα της Τουρκίας είναι σαφώς σοβαρά και είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα γυρίσουν και θα δαγκώσουν το Σουλτάνο της Τουρκίας. Στο μεσοδιάστημα όπως, ο Ταγίπ Ερντογάν, αντιμετωπίζει με επιτυχία τη Δύση και ειδικά την Ελλάδα, ως χάντρες στο φιλντισένιο ανατολίτικο κομπολόι του, το οποίο παίζει με εξαιρετικά επιδέξιο τρόπο.
Όσο πιο γρήγορα γίνει αυτό κατανοητό τόσο πιο σύντομα θα έρθει και η επιτυχημένη αντιμετώπιση της πανούργας στρατηγικής του.

* Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



20 Απρ 2018


Είναι πια επαναλαμβανόμενη η διαπίστωση από διάφορες κατευθύνσεις ότι βρισκόμαστε σε εποχή όπου θα παρατηρηθούν στα Βαλκάνια αλλαγές συνόρων

Προφανώς και η προσοχή μας είναι στραμμένη προς την Τουρκία και την Μ. Ανατολή, αλλά είναι αδιανόητο να μη ενδιαφερθούμε για τα αναμενόμενα της γειτονιάς μας. Η ρήση στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο είναι ενδεικτική: «Ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι.

Εκείνο που εντυπωσιάζει, είναι η επαναλαμβανόμενη διαπίστωση από διάφορες κατευθύνσεις, ότι βρισκόμαστε σε εποχή όπου θα παρατηρηθούν στα Βαλκάνια αλλαγές συνόρων.

Η αλήθεια είναι, πως υπάρχουν αυτές οι τάσεις, με τους Σερβοβόσνιους να θέλουν την ένωση με την Σερβία, με το Πρέσεβο της Σερβίας να επιδιώκει ένταξη στο Κοσσυφοπέδιο, με τις φημολογούμενες παρασκηνιακές συζητήσεις Σέρβων και Κοσοβάρων για ανταλλαγή εδαφών, αλλ’ ακόμη και στην Ρουμανία, με την ουγγρική μειονότητα να ζητά αυτονομία. Και βεβαίως, να επικρέμαται επί σειρά ετών το ενδεχόμενο διάσπασης των Σκοπίων.

Όλα αυτά, στο κοντινό μέλλον, και όχι στο απώτερο. Είναι δε τα όσα δημοσιεύονται, όχι και τα όσα δρομολογούνται στα κέντρα αποφάσεων, για αργότερα. Ίσως, πάλι, να υπερτονίζονται οι φόβοι, προκειμένου τα ευρωπαϊκά κράτη να άρουν τις αντιρρήσεις τους για ένταξη των δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. παρ’ όλο που δεν πληρούν τα κριτήρια, προκειμένου να εμποδίσουν περαιτέρω ρωσική διείσδυση στην περιοχή.

Και τούτο διότι, σε τι θα εμποδίσει τις αλλαγές συνόρων στα βαλκανικά κράτη, η ένταξή τους στην Ε.Ε.; Θα επέμβει σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης δύο κρατών-μελών, την στιγμή που δεν επεμβαίνει το ΝΑΤΟ σε σύγκρουση των δικών του κρατώ-μελών;

Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση σχετικά με την ειρήνη και την σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων, του πρώην υπαρχηγού της CIA, Στίβεν Μάγιερ, ο οποίος προανήγγειλε προ μηνών, την ραγδαία αλλαγή των συνόρων των Βαλκανίων. «Στα Βαλκάνια, αργά ή γρήγορα, θα έχουμε αλλαγή των συνόρων», δήλωσε, υποστηρίζοντας:

«Οι Ευρωπαίοι και η ΕΕ δεν έχουν λύση για τα Βαλκάνια, και δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για την περιοχή, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σαφώς συμφέρον». Ωστόσο, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι η Ουάσιγκτον προς το παρόν δεν ενδιαφέρεται περισσότερο τώρα για τα Βαλκάνια. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν θα αντιδράσει στις κυοφορούμενες αλλαγές συνόρων στην περιοχή, ειδικά αν αυτές οι αλλαγές συμβούν ειρηνικά, παρόμοια με τον τρόπο που, ας πούμε, έλαβαν χώρα στο Μαυροβούνιο».

Λησμόνησε βεβαίως να πει, τι έπραξε η CIA για να αποσπάσει το Μαυροβούνιο από την Σερβία, με το πλέον διαβλητό δημοψήφισμα που έγινε ποτέ. Λησμόνησε επίσης να αναφερθεί και στις ενέργειες -έστω, στις παραλείψεις- για κυοφορούμενες προσπάθειες, αφενός απόσπασης και του Πρέσεβο από την Σερβία, να μη πω και του Σαντζάκ, και αφετέρου στην βραδυπορούσα μεν, αλλά συνεχιζόμενη κοινή πορεία Αλβανίας και Κοσσυφοπεδίου.

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σερβίας, Βουκ Γέρεμιτς, σε συνεδρίαση του Λαϊκού Κόμματος, του οποίου είναι πρόεδρος, δήλωσε ότι ο Σέρβος πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς, έχει προσφέρει τη Νότια Σερβία [δηλαδή Κοιλάδα του Πρέσεβο] σε αντάλλαγμα με το βόρειο Κοσσυφοπέδιο [τον σερβικό Τομέα], αλλά δεν έγινε δεκτή η πρόταση αυτή από τη διεθνή κοινότητα. Σύμφωνα με τον ίδιο, «οι εγκληματίες που έχουν αντικαταστήσει το κράτος στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο, επεκτείνουν την επιρροή τους σε άλλα μέρη της Σερβίας».

Υπάρχει ασφαλώς και ο φόβος τρομοκρατικών επιθέσεων, θέμα που θα απασχολήσει την στήλη προσεχώς. Ενδεικτικά αναφέρω, ότι σε διάσκεψη του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) από επίσημες δηλώσεις Βόσνιων και Αλβανών εκπροσώπων φάνηκε να επιβεβαιώνουν ότι έχει εξαλειφθεί η τάση Βαλκάνιων τζιχαντιστών να εντάσσονται στην τρομοκρατική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος (IK) και άλλες συναφείς ομάδες στη Συρία και στο Ιράκ.

Οι Βαλκάνιοι τζιχαντιστές που έχουν ενταχθεί στο ΙΚ ξεκινούν μεν από 1.000 έως αρκετές χιλιάδες, ωστόσο σχεδόν κανένας Βαλκάνιος μαχητής δεν έχει εγκαταλείψει την περιοχή με προορισμό τα πεδία μαχών της Μέσης Ανατολής τα τελευταία δύο χρόνια, μετά τις συνεχείς ήττες του ISIS.
Παρότι έχει σχεδόν "στερέψει" το συγκεκριμένο ρεύμα, μια σημαντική παρουσία ακραιφνών ισλαμιστών στα Βαλκάνια, υποβοηθούμενη από μαχητές του ΙΚ που επιστρέφουν από τα πεδία μάχης, εξελίσσεται σε ακόμη μεγαλύτερο πονοκέφαλο για τις πρωτεύουσες της Δύσης, λόγω της ριζοσπαστικοποίησής τους.

Μακεδών
Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



19 Απρ 2018


Του Στέφανου Κωνσταντινίδη

Και ξαφνικά ανακάλυψαν για πολλοστή φορά τα χημικά του Άσαντ! Και να ήταν αλήθεια, κάτι που δεν γωνιάζει με τη λογική, αφού δεν θα είχε κανένα λόγο να τα χρησιμοποιήσει σε μια στιγμή που κερδίζει τον πόλεμο, ποιος πιστεύει τους Αμερικανοδυτικούς μετά τα τόσα ψέματα που είπαν για τα χημικά όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ και αυτά του Καντάφι που δεν βρέθηκαν ποτέ;

Τα χημικά όπλα του Άσαντ –το παραμύθι δηλαδή κατά πάσαν πιθανότητα ή κάποια προβοκάτσια– είναι προπέτασμα καπνού για να κρύψουν τα εσωτερικά τους προβλήματα.

Ο Τραμπ για να ξεχαστεί η έρευνα σε βάρος του από το FBI που έφτασε μέχρι να ερευνήσει το γραφείο του δικηγόρου του, αλλά και τα άλλα ευτράπελα της πολιτικής του, η Τερέζα Μέι για να ξεχάσουν οι Βρετανοί την ανικανότητά της να χειριστεί το Brexit και τα άλλα εσωτερικά της προβλήματα και ο μικρός Ναπολέοντας του Παρισιού, ο Μακρόν, για να ξεχαστούν οι απεργίες που δονούν τη Γαλλία λόγω της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του. Οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν μεγάλα συμφέροντα με τη Ρωσία και σιγά-σιγά σκάνε μύτη στους Αμερικανούς, παρακολουθούν μουδιασμένοι.

Ούτως ή άλλως οι πύραυλοι ποτέ δεν ήταν όπλο αποτελεσματικής πολιτικής αν δεν ακολουθούνταν από στρατιωτική επέμβαση πεζοπόρων τμημάτων, όπως έδειξαν η Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, η Λιβύη και μια σειρά από άλλα παραδείγματα. Τι επιδιώκουν λοιπόν οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους, αφού σίγουρα δεν είναι διατεθειμένοι να στείλουν στρατεύματα στη Συρία; Μια επίδειξη δύναμης, μια προσπάθεια ταπείνωσης του Πούτιν και του Ιράν, μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν το Ισραήλ και τέλος, ίσως το κυριότερο, να δηλώσουν παρόντες σε μια τελική διευθέτηση του συριακού προβλήματος, να προωθήσουν με άλλα λόγια τα πιόνια τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να μην αφήσουν την πρωτοβουλία στη Μόσχα.

Για τα δικά τους τελικά γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα, σκυλεύουν ακόμη μια φορά πάνω στο πτώμα της Συρίας. Στην αρχή εξόπλισαν μέσω Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας τους τζιχαντιστές, για να ανατρέψουν τον Άσαντ, το παιγνίδι δεν τους βγήκε και τώρα, για να μην πέσει η Συρία κάτω από την απόλυτη επιρροή της Ρωσίας και του Ιράν, παίζουν τα τελευταία χαρτιά τους πάνω στο πτώμα της.

Φυσικά ούτε ο Άσαντ είναι αθώος, ένας δικτάτορας είναι, αλλά η δαιμονοποίησή του δεν έχει όρια, από αυτούς που αγιοποιούν άλλα διεφθαρμένα αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής. Διότι, ως γνωστόν, υπάρχουν οι καλοί δικτάτορες όταν εξυπηρετουν τα συμφέροντα των Αμερικανών και των Δυτικών και αγοράζουν τα όπλα τους και οι κακοί δικτάτορες που αρνούνται να τους εξυπηρετήσουν και ακόμη χειρότερο συνάπτουν και συμμαχίες με τη Μόσχα. Ούτε φυσικά και οι Ρώσοι είναι αθώες περιστερές, και αυτοί τα δικά τους συμφέροντα εξυπηρετούν και γι΄αυτό προχωρούν σε ανίερες συμμαχίες με τον Ερντογάν και του παραδίδουν τους Κούρδους.

Όλοι, σε τελευταία ανάλυση, ασέλγησαν και ασελγούν πάνω στο πτώμα της Συρίας. Όμως την κύρια ευθύνη και για την κατάσταση στη χώρα αυτή, αλλά και τις άλλες χώρες της περιοχής, τη φέρει η Δύση που έσπειρε, από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου και μετά, διχόνοια και καταστροφή για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα. Αυτή η Δύση της αποικοκρατίας που δημιούργησε τεχνητά σύνορα και νέα κράτη από φεουδάρχες που τους ανακήρυξε βασιλιάδες, με τους οποίους μοιράστηκε και μοιράζεται το μάννα του πετρελαϊκού πλούτου της περιοχής.

Επτά χρόνια πόλεμος στη Συρία για τη δημοκρατία και την ελευθερία, όπως έλεγαν, και το μόνο επίτευγμά τους είναι η καταστροφή της χώρας και η ανάδειξη του φανατικού ισλαμισμού των τζιχαντιστών. Με το ίδιο πρόσχημα να εισαγάγουν τη δημοκρατία στους ιθαγενείς έσπειραν την καταστροφή στο Ιράκ και τη Λιβύη, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια πρόσφυγες. Πατούν επί πτωμάτων για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους και προσπαθούν να εξαπατήσουν τη διεθνή κοινή γνώμη περιτυλίγοντας τα επικοινωνιακά με τις έννοιες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, μεταμεσημβρινές ώρες της Πέμπτης, δεν έχουν ακόμη πέσει οι αμερικανικοί πύραυλοι πάνω στη Συρία. Αναμένονται… Ίσως στα παρασκήνια να γίνονται ύστατες προσπάθειες για να περιοριστεί η σύγκρουση Μόσχας – Δυτικών, ίσως για να δοθεί χρόνος στους Ρώσους να μετακινηθούν από τα σημεία που θα πληγούν. Αν και στο τελευταίο tweet του ο Πρόεδρος Τραμπ λέει, τώρα, πως οι επιθέσεις μπορεί και να μη γίνουν! Όπως αναφέρει στο νέο tweet του: «Ποτέ δεν είπα πότε θα γίνει επίθεση στη Συρία» για να προσθέσει πως αυτό μπορεί να συμβεί «σύντομα ή και καθόλου σύντομα».

Σε κάθε περίπτωση Ελλάδα και Κύπρος εμπλέκονται σε ό,τι συμβαίνει και θα συμβεί αφού το έδαφός τους θα χρησιμοποιηθεί για τις επιθέσεις εναντίον της Συρίας. Κι ας διαβεβαιώνει το αντίθετο ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών Νίκος Χριστοδουλίδης που νομίζει πως οι ιθαγενείς αγνοούν την ύπαρξη και τον ρόλο των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Ας επικεντρωθεί καλύτερα στο δείπνο Αναστασιάδη με τον Ακιντζί γιατί από αυτά τα δείπνα ξεκινούσε κάθε φορά και νέο χαντάκωμα του Κυπριακού. Και έτρεχε μετά ο ίδιος, ως κυβερνητικός εκπρόσωπος τότε, να μπαλώσει αυτά που προέκυπταν ως απόδειπνα!

Καιρός για μια πιο σοβαρή πολιτική και με την ελπίδα ότι δεν θα ξαναπληρώσει ο κυπριακός λαός νέες υποχωρήσεις Αναστασιάδη στο επερχόμενο δείπνο με τον Ακιντζί. Τα απόδειπνα μπορεί να αποδειχτούν ξανά πικρά, αν όχι δηλητηριασμένα. Και ο Κύπριος Πρόεδρος δεν μας έχει συνηθίσει σε μια μελετημένη, σοβαρή και αξιοπρεπή στάση σε αυτά τα δείπνα.

* O Στέφανος Κωνσταντινίδης είναι πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚκαι μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
stephanos.constantinides@gmail.com

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



18 Απρ 2018



Αφού η σημερινή κυβέρνηση υπέγραψε την παράδοση – παραχώρηση εκμετάλλευσης του συνόλου της δημόσιας – κρατικής περιουσίας για 99 χρόνια στους δανειστές, αφού ψήφισε σειρά επαχθέστατων οικονομικών μέτρων ισοπεδώνοντας την επιχειρηματικότητα, αλλά και φορολογικών νόμων εξαθλιώνοντας ένα πολύ σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ξαφνικά εισήγαγε τα εθνικά θέματα προς «διαχείριση» προκειμένου να προχωρήσει στην «επίλυση» χρόνιων θεμάτων. Χρησιμοποιήθηκε μάλιστα η λέξη «ευκαιρία» και διαφημίστηκε δεόντως από τα φιλοκυβερνητικά «κανάλια επικοινωνίας» η υποχρέωση της Ελλάδας αλλά και οι δυνατότητες που υπάρχουν μέσα από αυτή την… «ευκαιρία». Είναι βέβαιο πως χρειάζεται να γραφτούν πολλά βιβλία για να καταγραφεί το «κυβερνητικό έργο» της παρούσας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Το ιστολόγιό μας βρέθηκε στην ευχάριστη θέση να συνομιλήσει για όλα τα ανοιχτά θέματα της επικαιρότητας με τον Πρέσβη ε.τ., πρώην Διοικητή της Ε.Υ.Π. και πρώην Βουλευτή Επικρατείας κύριο Ιωάννη Κοραντή έναν άνθρωπο με τεράστια εμπειρία στη διαχείριση των Εθνικών μας Θεμάτων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν από τον κ. Κοραντή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες...

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Τερζή  

Εσείς, κύριε Πρέσβη, είστε ένας άνθρωπος που κατά τη διάρκεια της ζωής σας ασχοληθήκατε με τα Εθνικά μας Θέματα, πρωταγωνιστώντας σιωπηλά σε διπλωματικές "μάχες" και γεγονότα που ενδεχομένως δεν θα γίνουν ποτέ γνωστά.
Η πρώτη «ευκαιρία» την οποία έθεσε επί τάπητος το υπουργείο Εξωτερικών, ήταν η επίσκεψη του Προέδρου της Τουρκίας, κ. Ερντογάν. Πώς σχολιάζετε τα όσα συνέβησαν, αλλά και διαχειρίστηκαν από την πλευρά της κυβέρνησης, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του κ. Ερντογάν, από την Αθήνα έως και την Θράκη…;

Η επίσκεψη ενός Αρχηγού Κράτους, ειδικά εάν διαθέτει εκτελεστικές εξουσίες, αποτελεί -πρέπει να αποτελεί- μείζον γεγονός στις διμερείς σχέσεις: είτε επισφραγίζει μία περίοδο μεγάλης ανάπτυξης τους με την υπογραφή σειράς σημαντικών συμφωνιών είτε εγκαινιάζει μία θεμελιώδη μεταστροφή στις διμερείς σχέσεις (πχ επίσκεψη Προέδρου Νίξον στην Κίνα το 1976). Εύλογα συνεπώς θα περίμενε κανείς ότι η πρώτη επίσκεψη Τούρκου Προέδρου στην Ελλάδα ύστερα από 62 χρόνια και δη του κ. Ερντογάν -με τη γνωστή ιδιοσυγκρασία αλλά και τις πελώριες εξουσίες που του δίνει το τουρκικό Σύνταγμα- θα σηματοδοτούσε, αν μη τι άλλο, την αρχή μίας μείζονος μεταστροφής της στάσης της Άγκυρας έναντι της Ελλάδος, όπως αυτή εκδηλώθηκε, σταθερά και διαχρονικά, με την βουλιμική επιθετικότητα της γείτονος. Αυτό προϋπέθετε ότι θα είχε καλλιεργηθεί, αθόρυβα μεν αλλά επίμονα και συστηματικά, το έδαφος για την επίτευξη αυτού του στόχου. Δυστυχώς, όσον αφορά την ελληνική πλευρά, ουδεμία τέτοια ένδειξη προέκυψε. Η χώρα μας, με δική της πρωτοβουλία ή ακόμη χειρότερα, όπως ακούσθηκε, καθ’ υπόδειξη/προτροπή του «διεθνούς παράγοντα» (πολιτικό/δημοσιογραφικό ευφημισμό για τις ΗΠΑ) άνοιξε πρώτη την ευρωπαϊκή πόρτα στον μέχρι τότε αποσυνάγωγο κ. Ερντογάν και του επέτρεψε -πέραν από την προηγηθείσα συνέντευξη του όπου είχε δηλώσει με σαφήνεια τις θέσεις του- να μας προσβάλει χυδαία, μέσα στο σπίτι μας. Οι σαφείς δημόσιες αντιδράσεις -πέρα από κάποιες παραφωνίες- του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού δεν ήσαν αρκετές για να μεταστρέψουν την εικόνα, την πολύ πικρή εικόνα, που άφησε στα μάτια των Ελλήνων αυτό το φιάσκο. Δηλωτικό άλλωστε της αμηχανίας και αβουλίας της ελληνικής πλευράς ήταν και το σκέλος της επίσκεψης Ερντογάν στη Θράκη όπου ο Τούρκος Πρόεδρος, που παρά τον ιδιωτικό χαρακτήρα της συνοδευόταν από Έλληνα Υφυπουργό, αναφέρθηκε εγκωμιαστικά, προς το πλήθος που τον επευφημούσε, στη δράση «των βουλευτών μας», αναφορά που την επόμενη μέρα τα φιλοκυβερνητικά παπαγαλάκια προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αλλοιώσουν/διορθώσουν.

Η δεύτερη «ευκαιρία», στην οποία υπήρξε η ανάλογη κυβερνητική (ενδεχομένως και κομματική) προετοιμασία, ήταν το άνοιγμα της υπόθεσης που αφορά την ονοματολογία των Σκοπίων… Είναι πραγματικά ευκαιρία;
Είναι λογικό ότι προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία, πρέπει να κλείσουμε προηγουμένως τα άλλα δύο «εθνικά μέτωπα», δηλαδή σχέσεις με Σκόπια και Αλβανία. Όχι όμως όπως - όπως. Διότι μία ανώριμη, βεβιασμένη, κακή λύση σε ένα πρόβλημα είναι χειρότερη από την μη-λύση. Καλλιεργήθηκε η εικόνα μίας νέας Κυβέρνησης στα Σκόπια, πολύ λιγότερο εθνικιστικής από εκείνη του ανεκδιήγητου Γκρουέφσκι, με ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία πράγμα που υποτίθεται πρέπει να εκμεταλλευθούμε πριν είναι αργά, που «κατεβάζει» αγάλματα και σύμβολα αλυτρωτισμού κλπ. Η πραγματικότητα όμως είναι σκληρή. Οι πρόσφατες δηλώσεις Ζάεφ, που κάποιοι εδώ θέλουν να εμφανίσουν ως «διαπραγματευτικά κόλπα», επαναλαμβάνουν με κάθε σαφήνεια τις πάγιες θέσεις της γειτονικής χώρας που αρνείται οιανδήποτε αλλαγή στο Σύνταγμα της, με ο,τι αυτό συνεπάγεται. Με τον καιρό να πιέζει μέχρι την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ διαγράφεται όλο και σαφέστερα η εικόνα αδιεξόδου και συνεπώς του γνωστού blame game, επί το ελληνικότερο «ποιός θα πάρει τον μουτζούρη».

Η αμέσως επόμενη «ευκαιρία» της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής, ήταν η ακύρωση της υπάρχουσας διακρατικής συμφωνίας του 2009 μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, η οποία αφορούσε -διορθώστε με αν κάνω λάθος- κυρίως τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των δύο χωρών. Πως σχολιάζετε αυτή την «εξέλιξη» και που μας οδηγεί αυτή η κυβερνητική πολιτική;
Και εδώ η Κυβέρνηση προσπαθεί, με ταχύρρυθμες διαδικασίες, να επιλύσει εκκρεμή προβλήματα. Κληρονόμησε μία καλή συμφωνία του 2009 που αποτελεί κεκτημένο, καθώς η Αλβανία την υπέγραψε -και τα κράτη έχουν την ευθύνη της υπογραφής τους- και τείνει να την κάνει χειρότερη, αλλάζοντας την μέθοδο οριοθέτησης, όπως ζητούν οι Αλβανοί, που ακολουθούν εν προκειμένω την τουρκική θέση για τις θαλάσσιες ζώνες.

Και ξαφνικά ένα πλοίο της Τουρκικής Ακτοφυλακής, παραβιάζοντας τα θαλάσσια σύνορα, αποπειράθηκε να εμβολίσει και να βυθίσει το πλέον σύγχρονο πλοίο του Ελληνικού Λιμενικού. Κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει «ατύχημα» το περιστατικό αυτό. Τι συνέβη από την πλευρά της Τουρκίας και πώς εξηγείτε εσείς αυτή την ενέργεια;
Ήταν μία προσχεδιασμένη πολεμική επιχείρηση εναντίον ενός άοπλου περιπολικού του Λ.Σ., ενέργεια που εντάσσεται στα πλαίσια της μακρόχρονης τουρκικής στρατηγικής για έλεγχο του Αιγαίου, με όλο το κατασκεύασμα περί «γκρίζων ζωνών» και άρα την αποτροπή παρουσίας της ελληνικής σημαίας -εν ευρεία εννοία- στις περιοχές αυτές.

Παρασκευή 2 Μαρτίου και με 20 ώρες καθυστέρηση ανακοινώνεται η σύλληψη δύο Ελλήνων στρατιωτικών στον Έβρο. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις φαίνεται να παίρνουν «φωτιά». Ως πρώην διπλωμάτης, που υπηρετήσατε και ως Πρέσβης στην Άγκυρα, αλλά και ως πρώην Διοικητής της ΕΥΠ, γνωρίζετε αρκετά καλά την ιδιοσυγκρασία των Τούρκων. Ποιο είναι το σχόλιό σας για την σύλληψη και ομηρία –κατάσταση την οποία εσείς πρώτος δημόσια αναφέρατε-, όπως αποδεικνύεται πλέον και από την κράτησή τους που συνεχίζεται χωρίς να απαγγέλλονται κατηγορίες, των Ελλήνων στρατιωτικών, από την Τουρκία του Ερντογάν;
Η Ελλάδα δεν μπόρεσε να «διαβάσει» τις εξελίξεις στην Τουρκία μετά το αποτυχόν πραξικόπημα της 15/7/2016. Επεβλήθη κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε όλη την επικράτεια, εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, καθηγητές κλπ απολύθηκαν, χιλιάδες στάλθηκαν στα κάτεργα, αποκεφαλίσθηκαν οι Ένοπλες Δυνάμεις ενώ η Στρατοχωροφυλακή μετατράπηκε σε πραιτωριανό σώμα του κ. Ερντογάν. Στις διμερείς μας σχέσεις πολλαπλασιάσθηκαν οι τουρκικές προκλητικές δηλώσεις και ενέργειες, όπως η «επακούμβηση» της Φρεγάτας «Ναυαρίνο» και ο εμβολισμός του ΠΑΘ «Γαύδος». Μία μόλις εβδομάδα πριν το επεισόδιο με τους δύο στρατιωτικούς είχε περατωθεί μία μεγάλη στρατιωτική άσκηση στην Ανατολική Θράκη, την οποία μάλιστα προέβαλαν τα ελληνικά ΜΜΕ. Κανένας δεν είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν και τι άνεμοι φυσούσαν στη γείτονα; Οι Τούρκοι, πολύ απλά, μας την είχαν στημένη. Και αντί να διεθνοποιήσουμε ΑΜΕΣΩΣ το ζήτημα αυτό, η Κυβέρνηση το χειρίσθηκε όπως όλοι γνωρίζουμε. .Εύχομαι η ομηρία των δύο στρατιωτικών μας να έχει σύντομα τέλος. Φοβάμαι όμως ότι είναι απλά εργαλεία στα χέρια ενός αδίστακτου ηγέτη που θα τα χρησιμοποιήσει όταν και όπως κρίνει ότι τον συμφέρει στα πλαίσια του παραδοσιακού τούρκικου, ανατολίτικου, παζαριού.

Θα μπορούσε η Ελλάδα να προβλέψει και να αντιμετωπίσει παρόμοιου τύπου περιστατικά; Και αν ναι, πως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να γίνει εφικτό;
Θα μπορούσε, εάν είχε «διαβάσει» σωστά τις εξελίξεις στην Τουρκία και είχε λάβει τα δέοντα μέτρα για την αντιμετώπιση τους επί του εδάφους, και όχι μόνο. Και εννοώ την κατάλληλη διάταξη δυνάμεων και χρήση κάθε διαθέσιμου τεχνικού μέσου.


Πως εξηγείτε την μη λειτουργία ενός ειδικού ηλεκτρονικού - δορυφορικού συστήματος για τον έλεγχο και επί της ουσίας την προστασία των συνόρων μας, με την μετέπειτα -όπως δημοσιεύθηκε πριν από δύο περίπου εβδομάδες σε ρεπορτάζ της εφημερίδας "Καθημερινή"- αγορά ενός τέτοιου συστήματος για τον έλεγχο του εντοπισμού και της μετακίνησης… κουνουπιών;
Γι αυτό το ζήτημα θα πρέπει να ρωτήσετε τον τότε (Οκτ.2009-Σεπτ.2010) Υπουργό Προστασίας του Πολίτη επί Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ κ. Μ. Χρυσοχοΐδη ο οποίος, λίγες εβδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, αποφάσισε να πετάξει στα υπόγεια της ΕΥΠ -όπου και παραμένει έκτοτε αχρησιμοποίητο- το δορυφορικό σύστημα παρακολούθησης των συνόρων μας με τον τίτλο «Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών Διασυνοριακής Ασφάλειας κατά την Μετακίνηση Ανθρώπων και Αγαθών», γνωστό και ως GIS, που η ΕΥΠ είχε προμηθευθεί επί Κυβέρνησης Καραμανλή το 2008-2009.

Λίγο μετά το Πάσχα και ξαφνικά ένα Ελληνικό αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας, πέφτει στα νερά του Αιγαίου, 9 ναυτικά μίλια έξω από τη Σκύρο, κατά την διαδικασία της προσέγγισης του αεροδρομίου και της προσγείωσής του. Ο πιλότος χάνει τη ζωή του και ενδεχομένως δεν θα μάθουμε ποτέ τα αίτια αυτής της πτώσης, ενδεχομένως όμως το ενδιαφέρον να βρίσκεται στο συλλυπητήριο τηλεφώνημα του Μπιναλί Γιλντιρίμ, κατά τη διάρκεια του οποίου δημοσιοποιήθηκε πως ο Τούρκος πρωθυπουργός συνέδεσε την τύχη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Αδριανούπολη, με το εάν η Αθήνα θα συνεργασθεί με την Άγκυρα και θα προχωρήσει σε διώξεις εναντίον του δικτύου Γκιουλέν στην Ελληνική επικράτεια… Η απλή προσέγγιση στην δημοσιοποίηση αυτής της «συνομιλίας» αφήνει «ίχνη» μιας παράξενης διάθεσης, από την Ελληνική πλευρά, για την γενικότερη διαχείριση των ελληνοτουρκικών.
Την επόμενη ημέρα Ερντογάν και Τσαβούσογλου αναφέρονται σε «Τούρκους της Δυτικής Θράκης», με καθαρά αλυτρωτικό τόνο.
Πως σχολιάζετε τόσο την πτώση του Ελληνικού Mirage (που επέφερε τον θάνατο του Σμηναγού Γιώργου Μπαλταδώρου), αλλά και την στάση Γιλντιρίμ και Τσαβούσογλου – Ερντογάν;

Από το 1990 έως σήμερα απωλέσαμε 81 αεροσκάφη διαφόρων τύπων και 125 στρατιωτικούς (εκ των οποίων οι 63 με την πτώση του C-130 στο όρος Όθρυς). Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των ηρώων Σιαλμά και Ηλιάκη, οι απώλειες δεν οφειλόντουσαν σε πολεμικές ενέργειες σε στενή έννοια. Είναι όμως προφανές ότι η υπεροπλία της Τουρκίας και το υπεράριθμο προσωπικό της, σε συνδυασμό με τη μόνιμη επιθετικότητα της ειδικά στον αέρα έχουν τις αυτονόητες συνέπειες, από κάθε άποψη, για την πολεμική αεροπορία μας (κόπωση αεροσκαφών, έλλειψη ανταλλακτικών, οικονομική δαπάνη κλπ). Δυστυχώς έχει παγιωθεί η εικόνα των τουρκικών παραβιάσεων του ΕΕΧ. Σε όλο τον κόσμο είναι αυτονόητο πως όταν υπάρχει εσκεμμένη παραβίαση, ακολουθεί κατάρριψη. Αντιθέτως στο Αιγαίο έχουν καθιερωθεί οι εικονικές αερομαχίες που διαρκούν μέχρι να αποφασίσουν οι Τούρκοι να απομακρυνθούν, και οι πολίτες διαβάζουν στον καθημερινό Τύπο τα μονόστηλα περί του αριθμού των παραβάσεων/παραβιάσεων, λες και είναι στήλη διανυκτερευόντων φαρμακείων.
Ως προς τη στάση της τούρκικης ηγεσίας, νομίζω ότι είναι εκτός συζήτησης να προχωρήσει η Αθήνα σε διώξεις εναντίον Γκιουλενιστών στην ελληνική επικράτεια, ειδικότερα δε στη Θράκη μας. Ας κρατήσει η Τουρκία τα προβλήματα της στο έδαφος της και ας μην τα προσθέτει στις ήδη αρκούντως βεβαρυμμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Τουρκία και Μέση Ανατολή. Τουρκία και Κούρδοι. Τουρκία και Οθωμανισμός. Τουρκία, Ρωσία και ΗΠΑ… σε μία Μέση Ανατολή που μετατρέπεται σε κόλαση. Τι επιδιώκει η Τουρκία; Πως εξηγείτε εσείς τη «συμμαχική σχέση» με την Ρωσία;
Απλά ο Ερντογάν θέλει να γίνει και τύποις ο νέος Σουλτάνος, να επεκτείνει την επικράτεια της Τουρκίας μέχρι «τα σύνορα της καρδιάς της», όπως είπε, επιδιώκοντας να ανατρέψει το διεθνές καθεστώς της Λωζάνης και όχι μόνο, να παγιωθεί η χώρα του ως περιφερειακή υπερδύναμη στον γεωπολιτικό και στρατιωτικό τομέα, παράλληλα δε μέχρι το 2023, 100ετηρίδα της Τουρκικής Δημοκρατίας, η Άγκυρα να έχει γίνει μέλος του G-8 και όχι μόνο του G-20 όπως τώρα. ‘Έτσι παίζει σε όλα τα μέτωπα, χρησιμοποιώντας κατά το δοκούν έναντι πχ της ΕΕ την απειλή να ανοίξει τη στρόφιγγα της λαθρομετανάστευσης εάν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα της, ενώ χρησιμοποιείται από τη Ρωσία ως οιονεί «Πέμπτη φάλαγγα» μέσα στο ΝΑΤΟ έναντι στρατιωτικών, γεωοικονομικών και γεωστρατηγικών ανταλλαγμάτων. Ο Ερντογάν βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σχοινί, μέχρι στιγμής επιτυχώς, πλην όμως τα περιθώρια να φθάσει στο άκρο της γέφυρας στενεύουν.

Γεωπολιτική, γεωστρατηγική, γεωοικονομία… Η Τουρκία δείχνει να «παίζει» σε όλα τα μέτωπα. Δείχνει να απομακρύνεται από τη Δύση, από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Θα αντιδράσει η Ουάσιγκτον; Και αν ναι, πως πιστεύετε πως θα γίνει αυτό;
Σωστές οι διαπιστώσεις και εύλογο το ερώτημα σας. Απαντώ: Άλλο Ερντογάν, άλλο Τουρκία. Η Ουάσιγκτον ανέχεται τον Ερντογάν διότι χρειάζεται τη Τουρκία, για προφανείς λόγους. Πιστεύω ότι θα αντιδράσει όταν θεωρήσει ότι αυτός ξεπέρασε τα ανεκτά όρια. Δύσκολο να προσδιορίσω επακριβώς ποιά είναι αυτά. Πως θα αντιδράσει; Το αφήνω στη φαντασία των αναγνωστών σας.

Όχι και τόσο ξαφνικά, ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ με δήλωσή του υπενθυμίζει πως το ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να εμπλακεί στις ελληνοτουρκικές διαφορές, τις οποίες «βλέπει» να επιλύονται… Αποτελεί εξέλιξη ή ένα μήνυμα προς τις δύο πλευρές. Πως θα πρέπει να κινηθεί η ελληνική πλευρά, με δεδομένη πλέον και επισήμως την αδιαφορία του ΝΑΤΟ;
Ουδεμία έκπληξη και ουδεμία εξέλιξη. Ο κ. Στόλτενμπεργκ επανέλαβε ξερά την πάγια θέση της Συμμαχίας. Από ΝΑΤΟ, ως συλλογικό όργανο, δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτε. Πρέπει συνεπώς να κινηθούμε επιλεκτικά και διμερώς προς τα κράτη-μέλη του, να αναπτύξουμε τις τριμερείς και τετραμερείς συνεργασίες μας με Ισραήλ, Αίγυπτο και Κύπρο και να συνεχίσουμε την προβολή των θέσεων μας στα πλαίσια της ΕΕ χωρίς να διατηρούμε αυταπάτες ως προς την επίδραση των όποιων αποφάσεων της, ψηφισμάτων κλπ επί της Τουρκίας. Μόνο όταν η ΕΕ σφίξει την οικονομική μέγγενη γύρω από την Άγκυρα θα υπάρξει φως από αυτή την πλευρά.. Δυστυχώς δεν βλέπω πιθανή μία τέτοια εξέλιξη διότι τα εκατέρωθεν οικονομικά -και όχι μόνο- συμφέροντα είναι πελώρια. Άρα πρέπει να αναπτύξουμε, πρωτίστως, την αμυντική αυτοδυναμία μας. Να το συζητήσουμε;

Μετά από όλα αυτά, με δεδομένη και μια έκρηξη εθνικισμού αλλά και ανησυχίας στα Βαλκάνια, και μια ισχυρή ένταση και διεθνή ανησυχία -μετά τον βομβαρδισμό δυτικών δυνάμεων σε Συριακές εγκαταστάσεις- που δημιουργείται στον χώρο της Μέσης Ανατολής, τι σχολιάζετε με την δική σας εμπειρία;
Κατά κύριο λόγο πρέπει να έχουμε ένα ισχυρό, ενιαίο, εσωτερικό μέτωπο για την αντιμετώπιση ΟΛΩΝ, το υπογραμμίζω, ΟΛΩΝ των εντάσεων και προκλήσεων στην περιοχή μας και στον ευρύτερο χώρο μας. Κακά τα ψέματα, δεν υπάρχει τη στιγμή αυτή τέτοια ενότητα. Όλα τα άλλα ακολουθούν.

Τέλος κύριε Πρέσβη, δεν είναι καθόλου λίγοι οι Έλληνες που ανησυχούν για την πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Δικαιολογείτε αυτή την ανησυχία; Ποια περιθώρια ελιγμών υπάρχουν, ώστε να είναι ουσιαστική η αντιμετώπιση της συνεχώς αυξανόμενης -ποσοτικά αλλά και ποιοτικά- τουρκικής προκλητικότητας ή και επιθετικότητας;
Δεν πιστεύω ότι η Τουρκία επιδιώκει πολεμική σύρραξη με την Ελλάδα. Επιβάλλεται όμως να διαπιστώσουμε ότι με μία σταθερή και συνεπή στρατηγική, εδώ και δεκαετίες, η Άγκυρα με ένα συνδυασμό μέτρων πολιτικού, στρατιωτικού, οικονομικού, κοινωνικού και θρησκευτικού χαρακτήρα επιδιώκει να επεκτείνει την κυριαρχία της επί ελληνικών εδαφών, θαλάσσης και αέρος. Την αντιμετωπίσαμε με μία εξ ίσου συνεπή πολιτική κατευνασμού, κακώς κατ’ εμέ, στο όνομα της αποφυγής του πολέμου. Την εκ μέρους μας «ψύχραιμη και νηφάλια» στάση οι Τούρκοι εκλαμβάνουν ως υποχωρητικότητα. Συνεπώς κινήθηκαν, και θα συνεχίσουν να κινούνται, ανάλογα. Δυστυχώς, ο όρος «αποτροπή» ναι μεν διδάσκεται στις Στρατιωτικές Σχολές πλην όμως είναι άγνωστος στη πολιτική κουλτούρα και το πολιτικό λεξιλόγιο των ελληνικών Κυβερνήσεων εδώ και δεκαετίες. Δύο μόνο φορές αντιδράσαμε με τρόπο που οι Τούρκοι κατάλαβαν και έκαναν πίσω: μία το 1976 με το γνωστό «βυθίσατε το Χόρα» και άλλη μία τον Μάρτιο 1987 με αφορμή την έξοδο του «Σισμίκ» στο Αιγαίο. Έκτοτε ουδέν. Είναι αλήθεια ότι ο ΥΠΕΞ κ. Κοτζιάς, την επαύριο του εμβολισμού του ΠΑΘ «Γαύδος», αν θυμάμαι καλά, είχε δηλώσει πως τυχόν μελλοντική ενέργεια της Τουρκίας θα αντιμετωπιζόταν με λιγότερο ειρηνικό τρόπο. Πολύ σωστά. Ιδού λοιπόν η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!

Ο κόσμος ολόκληρος αλλάζει. Και κάθε αλλαγή ενέχει κινδύνους για όσους βρεθούν απροετοίμαστοι. Διανύουμε μια παρατεταμένη περίοδο ισχυρών γεωπολιτικών αναταράξεων και ανακατατάξεων από την Ουκρανία, έως το Ιράν και την Σαουδική Αραβία. Στο γεωπολιτικό αυτό «τρίγωνο» ήδη συμβαίνουν ισχυρότατες αλλαγές και συγκρούσεις, έχουν δημιουργηθεί σύνθετες και αλλοπρόσαλλες συμμαχίες, ενώ Ρωσία και ΗΠΑ αντιπαρατίθενται σε πολλά επίπεδα δημιουργώντας έντονη ανησυχία για την περίπτωση που «ξεφύγει ο έλεγχος» προκαλώντας ένα ντόμινο συγκρούσεων.
Από αυτές τις κρίσιμες χρονικές περιόδους προκύπτουν νικητές και ηττημένοι. Και στους νικητές βρίσκονται πάντα όσες χώρες αντιληφθούν εγκαίρως τις ισορροπίες των δυνάμεων και τοποθετηθούν εγκαίρως έχοντας ολοκληρωμένο σχέδιο, διάθεση και ικανότητες υποστήριξής του, αλλά και –όπως πάρα πολύ σωστά επισήμανε ο κ. Κοραντής- έχοντας πρωτίστως εξασφαλίσει ένα αρραγές εσωτερικό μέτωπο, πολιτικό αλλά και κοινωνικό.
Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα είναι στο να εγκαταλείψει την θέση του θεατή, να μπορέσει να "διαβάσει" σωστά τις εξελίξεις, να εκμεταλλευτεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα συμβαίνοντα, και να κινηθεί κατάλληλα ώστε να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες που θα αποφέρουν οφέλη στη χώρα. Ο γεωπολιτικός χάρτης αλλάζει ταχύτατα και όσοι δεν προλάβουν να κινηθούν αποτρεπτικά ως προς τις απειλές, αλλά και έξυπνα ως προς τις εμφανιζόμενες συμμαχίες, τότε η παρούσα κυβέρνηση θα πρέπει να απολογηθεί και να αντιμετωπίσει τις ευθύνες των πράξεων ή και των παραλείψεών της που οδήγησαν σε μια νέα εθνική ήττα και καταστροφή. Και για να αποφευχθούν τα χειρότερα, για όλους αλλά πρωτίστως για τη χώρα, πρέπει οι σημερινοί υπεύθυνοι να κατανοήσουν πως απαιτείται πλήρης αλλαγή της σημερινής τους πορείας…


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Απρ 2018


Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Πολλοί είναι αυτοί, μέσα και έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι μετά την επίθεση στη Συρία, ασκούν κριτική στον Πρόεδρο Ντόναλντ Τράμπ και την κυβέρνησή του, για έλλειψη στρατηγικής στη Συρία. Σε σχετικό άρθρο μου και εγώ αναρωτήθηκα για το εάν υπάρχει στρατηγική.

Παρόλα αυτά μια προσεκτική ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει στρατηγική και εφαρμόζεται μεθοδικά.

Ο προηγούμενος Πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, είχε μεγαλεπήβολους στόχους που απέτυχε να υλοποιήσει. Ήθελε την αποχώρηση του Άσαντ. Ήθελε να φύγει η Ρωσία από τη Συρία. Ήθελε να προωθήσει τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα με την καταστροφική πολιτική της Αραβικής Άνοιξης. Προωθούσε τους διεθνείς οργανισμούς και το διεθνές δίκαιο. Ήταν μεγάλος στα λόγια και ανύπαρκτος στις πράξεις και όσες έκανε ήταν καταστροφικές.

Σε αντίθεση ο Πρόεδρος Τράμπ δεν έχει μεγαλεπήβολους στόχους. Παρά τη γλώσσα στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, δεν υπήρξε ποτέ πραγματική προοπτική ο Πρόεδρος να δεσμευτεί από τους περιορισμούς της. Επίσης, δεν υπήρχε εύλογη βάση για να πιστέψουμε ότι οι εξαγγελίες του πρώην Υπουργού Εξωτερικών, Ρέξ Τίλερσον, για τη Συρία θα πραγματοποιούνταν.

Ο Πρόεδρος Τράμπ, δεν φαίνεται να πιστεύει στην προώθηση της δημοκρατίας. Δεν πιστεύει στην οικοδόμηση έθνους. Δεν πιστεύει ότι τα θύματα της τρομοκρατίας και των ταπεινών κυβερνήσεων αξίζουν το καταφύγιο ή την υποστήριξη της Αμερικής. Δεν πιστεύει σε διεθνείς οργανισμούς ή διεθνές δίκαιο. Πιστεύει στο εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Υπάρχουν σημαντικές ομοιότητες στις στρατηγικές του Ομπάμα και του Τράμπ, για τη Μέση Ανατολή. Και οι δύο θέλουν να χρησιμοποιούν αμερικανική στρατιωτική δύναμη ελεύθερα και φειδωλά. Δεν αισθάνονται άνετα με την παρατεταμένη διάρκεια στήριξης των νεοσύστατων κυβερνήσεων και την οικοδόμηση ικανοτήτων των εταίρων. Και οι δύο υποβαθμίζουν την αμερικανική υποστήριξη για σταθερό διεθνισμό, υπογραμμίζοντας το εγχώριο κόστος της ξένης εμπλοκής.

Οι επικριτές του Αμερικανού Προέδρου και της κυβέρνησής του δεν του αποδίδουν αυτά που αρμόζουν. Έχει στρατηγική για τη Συρία και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Η στρατηγική του είναι η μείωση της εμπλοκής των ΗΠΑ, και η πίεση για ανάληψη της ευθύνης των εξελίξεων στην περιοχή από τα κράτη της περιοχής. Και στο τέλος η δύναμη θα είναι αυτή που θα καθορίσει τα αποτελέσματα.

Ο Πρόεδρος Τράμπ, δεν έχει δεσμεύσεις και ευαισθησίες (με εξαίρεση το Ισραήλ) στα κράτη της περιοχής, και επιδιώκει να είναι πιστός φίλος , χωρίς να δεσμεύεται διαχρονικά. Δεν επηρεάζεται από τον τύπο διακυβέρνησης χωρών. Μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να ευνοήσει αυταρχικούς ηγέτες και δημοκρατικούς ηγέτες.

Όλα τα παραπάνω στις διεθνείς σχέσεις αποκαλούνται Ρεαλισμός και πιο συγκεκριμένα μιας παραλλαγής του που αποκαλείται “υπεράκτια εξισορρόπηση”, καθώς επιδιώκει να αποσύρει δυνάμεις από την περιοχή.

Η μοναδική εξαίρεση που κάνει από τον ψυχρό ρεαλισμό είναι η ευαισθησία του στις εικόνες τραγωδίας και δεινών. Περιστασιακά διακρίνεται από έναν συναισθηματισμό και αποφασίζει να δράσει όταν βλέπει, όπως στη Συρία, εικόνες από αθώα θύματα επίθεσης με χημικά όπλα. Αυτό το έπραξε χωρίς να το αφήσει να διαταράξει τη στρατηγική του. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί δέσμευση για αλλαγή του φρικτού και προβλέψιμου αποτελέσματος του εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Πρόκειται για μια στενά περιορισμένη δράση έτσι ώστε αποφύγει τη συμμετοχή του Ιράν ή της Ρωσίας.

Την ίδια στιγμή παρήγαγε ένα αποτέλεσμα συνεργασίας με τους συμμάχους (Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία), για να επιβάλλει την εφαρμογή του διεθνούς κανόνα απαγόρευσης χρήσης χημικών όπλων. Αυτό είναι κάτι που ο Μπαράκ Ομπάμα, ο προωθητής των διεθνών κανόνων και οργανισμών, και ο μεγάλος υποστηρικτής της μη διασποράς τέτοιων όπλων, παρίστανε ότι έκανε.

Μπορεί το μήνυμα του Προέδρου να είναι δυσνόητο, από τη στιγμή που λέει ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα είναι διαρκείς. Την ίδια στιγμή ο Υπουργός Άμυνας, Στρατηγός, Τζέημς Μάτις, λέει ότι επρόκειτο για δράση μια και έξω και η πρέσβης στα Ηνωμένα Έθνη, Νίκι Χάλει, μοιράζει τη διαφορά λέγοντας ότι οι ΗΠΑ, είναι, “κλειδωμένες και οπλισμένες”, έτοιμες να επαναλάβουν τις επιχειρήσεις ένα υπάρξει ξανά χρήση χημικών όπλων.

Πρόκειται για μια κλασική τακτική μηνύματος περιορισμένης πρόθεσης, την ίδια στιγμή που επιδιώκεται μέγιστη αποτροπή.

Ο Πρόεδρος Τράμπ, παίρνει ρίσκα που ο Ομπάμα, δεν θα έπαιρνε ποτέ. Ποτέ ο Ομπάμα δεν εγκάλεσε το Ιράν για τις παραβιάσεις των περιορισμών του ΟΗΕ, στα προγράμματα πυραύλων, για την υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων στη Μέση Ανατολή και διεθνώς, για τις απειλές όσο αφορά την ελεύθερη διέλευση πλοίων στα Στενά του Χορμούζ, και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ποτέ δεν εγκάλεσε τη Ρωσία στη Συρία.

Αντίθετα ο Ντόναλντ Τράμπ, έχει προχωρήσει σε δύο επιθέσεις στη Συρία, πολύ κοντά σε ρωσικά στρατεύματα. Επέτρεψε σε αμερικανικές δυνάμεις να επιτεθούν σε δυνάμεις μισθοφόρων Ρώσων. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση του προειδοποίησε τους Ρώσους για τις επερχόμενες επιθέσεις, για να μειώσει το ρίσκο αναβάθμισης της σύγκρουσης ή ατυχήματος. Μπορεί λόγω της προειδοποίησης να υπήρξε μείωση της επιτυχίας των επιθέσεων, αλλά ήταν μια υπεύθυνη κίνηση και ζύγισμα ρίσκου και κέρδους.

Αυτή η τακτική είναι εντελώς διαφορετική από του Ομπάμα, ο οποίος αυτοαποθαρρύνονταν. Ο Πρόεδρος Τράμπ και η κυβέρνησή του, παίρνουν ελεγχόμενα ρίσκα. Ο κ. Ομπάμα δημιουργούσε ψεύτικες ελπίδες. Ο Τράμπ, δεν δημιουργεί ελπίδες.

Τελικά, ότι και να πιστεύουν και να λένε οι επικριτές του, έχει στρατηγική. Εξετάζει προσεκτικά και διαχειρίζεται το ρίσκο, για να επιτύχει τους στόχους του.

* Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.
HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης

Στις 29 Μαρτίου ανακοίνωσε περιχαρής ο Πρόεδρος των ΗΠΑ «φεύγουμε από την Συρία». Δεκαπέντε ημέρες μετά, ξημερώματα 14ης Απριλίου έπεσαν οι πρώτοι πύραυλοι των ΗΠΑ εναντίον της Συρίας! Οι Ιστορικοί του μέλλοντον θα τραβάνε τα μαλλιά τους.

Είναι εμφανές ότι η πρώτη θέση εκφράζει την βούληση του Τραμπ, ενώ η δεύτερη την δέσμευσή του. Δέσμευση, μάλλον σε κάποιους με μεγαλύτερη εξουσία από τον ίδιο, ο οποίος είναι αδύναμος να ασκήσει την επιθυμία του.

Ο Ζουράρις μας θυμίζει στα βιβλία του περί Θουκυδίδη ότι οι Αθηναίοι δήλωναν ευθαρσώς ότι ήταν αναπόφευκτο να πολεμούν εβρισκόμενοι «υπό των μεγίστων νικηθέντες: τιμής, δέους και ωφελείας». Αυτά σε υποτάσσουν να πολεμάς και μάλιστα ως ηθικά νικημένος.

Πέραν αυτών, διαφαίνεται στον ορίζοντα ένας μηχανισμός που διαθέτει μεγαλύτερη εξουσία από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ αφού στο άκουσμα της βούλησής του: σχεδίασε και έριξε χημικά στην Γούτα, ώστε να ευθυγραμμιστούν τα παγκόσμια ΜΜΕ (όσα το 2003 βοούσαν για τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ» στη μεγαλύτερη ψευδή είδηση -fake news- όλων των εποχών), και τον μετέστρεψε αστραπιαία.

Πιθανώς, αυτός δεν είναι ο Ασσάντ. Θα επρόκειτο για παράνοια, ειδικά εφόσον ήταν ζήτημα ωρών η ανακατάληψη του τελευταίου θύλακα στο προάστιο αυτό της Δαμασκού. Ο Ασσάντ κέρδισε τον πόλεμο και ανέκτησε έλεγχο στο 80% της Συρίας.

Μία ημέρα πριν την επέμβαση, ο πρώην διοικητής των Βρεταννικών δυνάμεων στο Ιράκ έθεσε τον προβληματισμό του κινήτρου χρήσης χημικών όπλων από τον Σύριο Προέδρο στον τηλεοπτικό σταθμό Sky, και τον έκοψαν απότομα στον αέρα πριν καν ολοκληρώσει τη σκέψη του!

Αντίρροπη ήταν η στροφή του 2013 στο ίδιο ζήτημα. Τον Αύγουστο του 2013 ο Ομπάμα καταδίκασε οργισμένος την «παραβίαση της κόκκινης γραμμής» μετά την τότε ρίψη χημικών στην Συρία και προανήγγειλε επέμβαση. Ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Αρκέσθηκε στο αίτημα προς τον ΟΗΕ να διαλυθεί όλο το χημικό οπλοστάσιο του Ασσάντ, όπως και έγινε με την επίβλεψη Αμερικανών ειδικών.

Η δυσεξήγητη εκείνη στροφή ίσως ερμηνεύεται από αναφορές ότι του παρεδόθη αποδεικτικό υλικό ότι τα χημικά δεν τα είχε ρίξει η κυβέρνηση της Συρίας, αλλά τζιχαντιστές. Η διεθνής ισορροπία δυνάμεων το 2013 δεν επέτρεπε αμερικανική επέμβαση. Ούτε το 2018, αλλά ο Τραμπ την αγνόησε, γκρεμίζοντας τον ρόλο του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου και ρισκάροντας σύγκρουση μεγαθηρίων.

Ή μήπως πρόκειται απλώς για τοποθέτηση πιονιών στην σκακιέρα για την επόμενη ημέρα; 

Τα  προεξάρχοντα συμφέροντα στο εκρηκτικό μείγμα της Συρίας είναι επικινδύνως αντικρουόμενα.
  • Η Ρωσία επιθυμεί διατήρηση στη Μέση Ανατολή μίας σφαίρας επιρροής, η οποία έχει συρρικνωθεί στην Ανατολική Ευρώπη, στον Καύκασο, στη Βαλτική. Οι ΗΠΑ αγωνίζονται για το ακριβώς αντίθετο.
  • Το Ιράν επιθυμεί έλεγχο της γραμμής εφοδιασμού Ιράν-Ιράκ-Συρία-Λίβανος-Χεζμπολάχ. Το Ισραήλ το ακριβώς αντίθετο.
  • Η Συρία επιθυμεί διατήρηση της εδαφικής της ακεραιότητας και κυριαρχίας. Οι πάσης φύσης τζιχαντιστές το ακριβώς αντίθετο: τον έλεγχο περιοχών της για λογαριασμό του ISIS.
  • Οι Κούρδοι επιθυμούν ένα δεύτερο Κουρδιστάν στο βορρά, ως συνέχεια του Ιρακινού και έξοδο στη θάλασσα. Οι Τούρκοι το ακριβώς αντίθετο: την πάταξή του.
  • Υπάρχουν και κομπάρσοι: η Βρεταννία ως θερμή μόνιμη παγκόσμια υπαρχηγός και η Γαλλία αναπολώντας εποχές που είχε επιρροή στην περιοχή

Δημοσιεύθηκε στην Εστία, 17 Απριλίου 2018
Αντίβαρο



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Gideon Rachman

«Αποστολή εξετελέσθη» ήταν το λακωνικό, κοινότυπο, μήνυμα του Ντόναλντ Τραμπ, μετά τις πυραυλικές επιθέσεις στη Συρία την προηγούμενη εβδομάδα. Αλλά είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς την «αποστολή» της Αμερικής στη Συρία, πόσο μάλλον να την εκπληρώσει.

Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε ζητήματα που πρέπει να εξετάσουν οι αξιωματούχοι. Το πρώτο και πιο ειδικό είναι η χρήση χημικών όπλων. Το δεύτερο είναι το μέλλον της ίδιας της Συρίας. Το τρίτο είναι το μέλλον της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Το τέταρτο είναι η Ρωσία. Το πέμπτο είναι η θέση των ΗΠΑ ως της μοναδικής υπερδύναμης του πλανήτη.

Επισήμως, η επέμβαση στην Συρία αφορούσε μόνο το πρώτο ζήτημα, τα χημικά όπλα. Είναι χαρακτηριστικό το πόσο στενά προσδιορισμένη ήταν η αποστολή. Οι επιθέσεις είχαν σαν στόχο να στείλουν ένα μήνυμα για την αποφασιστικότητα και την σημασία της Δύσης, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο εμπλοκής σε έναν ευρύτερο πόλεμο.

Αυτό το αντιφατικό μήνυμα σημαίνει πως κανένα από τα ευρύτερα ζητήματα στην Συρία δεν πρόκειται να επιλυθεί σύντομα. Ο πόλεμος θα συνεχιστεί, με όλες τις φρικιαστικές ανθρωπιστικές συνέπειες. Ο κίνδυνος να κλιμακωθεί σε μια πιο ευρεία σύγκρουση παραμένει.

Υπάρχει κάτι το ιδιόμορφο στην εμμονή της Δύσης για τα χημικά όπλα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν πεθάνει στη Συρία. Ελάχιστοι από αυτούς ήταν θύματα επίθεσης με χημικά όπλα. Μήπως τελικά το μήνυμα είναι πως δεν πειράζει αν σκοτώνονται Σύροι, αρκεί να μην γίνεται με ένα συγκεκριμένο είδος όπλου; Υπάρχει ο κίνδυνος ο πρόεδρος Μπασάρ αλ Άσαντ να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα.

Το επιχείρημα πως τα χημικά όπλα απαιτούν ειδική μεταχείριση βασίζεται στο ότι απαγορεύονται από τις διεθνείς συνθήκες. Αν η απαγόρευση αυτή αγνοηθεί, οι πόλεμοι θα μπορούσαν να λάβουν τρομακτικές διαστάσεις. Η διεθνής απαγόρευση της χρήσης χημικών όπλων είναι ένας από τους κανόνες που συγκροτούν το «διεθνές σύστημα κανόνων» που η Δύση δηλώνει αποφασισμένη να προστατεύσει.

Αλλά ακόμα και αν τα χημικά όπλα πρέπει όντως να αντιμετωπίζονται ως κάτι πιο σημαντικό από τις υπόλοιπες φρικαλεότητες που έχουν χρησιμοποιηθεί στη Συρία – τους θαλάμους βασανιστηρίων, τις βόμβες-βαρέλι και τα συμβατικά πυροβόλα όπλα - δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσον η στρατιωτική δράση αυτού του Σαββατοκύριακου θα σταματήσει την χρήση τους. Οι επιθέσεις τις κυβέρνησης Τραμπ την προηγούμενη χρονιά δεν κατάφεραν να πετύχουν τον στόχο αυτό.

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, το μέλλον της Συρίας, η πολιτική των ΗΠΑ δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση από ότι κατά την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα. Ο κ. Τραμπ υποστήριζε ότι ο μόνος σημαντικός στόχος είναι η ήττα του ISIS. Μόλις μερικές ημέρες πριν την επίθεση με χημικά όπλα, ο πρόεδρος μέχρι που ανακοίνωσε ότι θέλει ν αποχωρήσουν από τη Συρία όλοι οι Αμερικανοί στρατιώτες. Λίγες ημέρες αργότερα, έδωσε την έγκριση για στρατιωτική επίθεση.

Η πραγματικότητα ωστόσο παραμένει πως οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους δεν θα καταβάλλουν συντονισμένες προσπάθειες για να ρίξουν τον κ. Άσαντ. Κατανοούν τους στρατιωτικούς κινδύνους που ενέχει μια δυτική επέμβαση και φοβούνται ότι το καθεστώς Άσαντ μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι χειρότερο.

To αποτέλεσμα είναι πως η πορεία του πολέμου στην Συρία δύσκολα θα αλλάξει, με την συριακή κυβέρνηση να ανακτά με την στήριξη της Ρωσίας και του Ιράν τον έλεγχο της χώρας.

Μια νίκη της συριακής κυβέρνησης μπορεί τουλάχιστον να οδηγήσει στο τέλος του πολέμου. Αλλά αρκετές τοπικές δυνάμεις είναι δυσαρεστημένες με τον διαφαινόμενο πολιτικό συμβιβασμό, κάτι που σημαίνει ότι θα συνεχίσουν να στηρίζουν αντάρες ή θα παρέμβουν οι ίδιες.

Ειδικότερα, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία έχουν ανησυχήσει από την αυξανόμενη επιρροή του Ιράν στη Συρία. Την περασμένη εβδομάδα, το Ισραήλ βομβάρδισε μια ιρανική βάση εντός της Συρίας. Εν τω μεταξύ, η τουρκική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αποτρέψει την δημιουργία ενός κουρδικού θύλακα στο συριακό έδαφος. Από την στιγμή που οι Κούρδοι είναι σημαντικοί Αμερικανοί σύμμαχοι, αυτό έχει οδηγήσει σε μια σύγκρουση των Τούρκων με κουρδικές δυνάμεις που στηρίζονται από τις ΗΠΑ. Όλα αυτά τα αντικρουόμενα τοπικά συμφέροντα σημαίνουν πως δεν θα υπάρξει σύντομα ειρήνη στη Συρία.

Η επέμβαση της Ρωσίας εκ μέρους της κυβέρνησης Άσαντ έχει επίσης αυξήσει τις πιθανότητες μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε αμερικανικές και ρωσικές δυνάμεις. Λίγο πριν τις επιθέσεις των ΗΠΑ στη Συρία, η ρωσική τηλεόραση εξέδωσε καταστροφολογικές προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού πολέμου. Όπως αποδείχθηκε, οι επιθέσεις των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας ήταν προσεκτικά σχεδιασμένες για να ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα να σκοτωθούν Ρώσσοι.

Σε κάθε περίπτωση, είναι ξεκάθαρο πως οι εντάσεις ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση κλιμακώνονται και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Δύσης αναμένουν πως τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα τους ερχόμενους μήνες. Ωστόσο, δεδομένου του κινδύνου μιας κανονικής στρατιωτικής σύγκρουσης, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους θα προσπαθήσουν να μην κάνουν τη Συρία το κεντρικό μέτωπο σε οποιαδήποτε κόντρα με το Κρεμλίνο.

Αντίθετα, οι προσπάθειες της Δύσης θα συνεχίσουν να εστιάζουν σε οικονομικές κυρώσεις σαν και αυτές που επέφεραν μεγάλο πλήγμα στο ρούβλι και στη ρωσική χρηματιστηριακή αγορά την προηγούμενη εβδομάδα.

Η μάχη με τη Ρωσία υπογραμμίζει τον βαθμό στον οποίο η Συρία έχει μετατραπεί σε ένα κρίσιμο τεστ για την ισχύ των ΗΠΑ. Η αποτυχία του κ. Ομπάμα να διαφυλάξει την κόκκινη γραμμή για την χρήση χημικών όπλων στη Συρία ερμηνεύτηκε σε όλο τον κόσμο ως μια ένδειξη της υποχώρησης της Αμερικής. Είναι εν μέρει για το λόγο αυτό που το κατεστημένο της Ουάσιγκτον ήθελε να δει την κυβέρνηση Τραμπ να αναλαμβάνει δράση τη φορά αυτή.

Αλλά καθώς θα γίνεται ξεκάθαρο πως οι πυραυλικές επιθέσεις αυτού του Σαββατοκύριακου έκαναν ελάχιστα για να αλλάξουν την πορεία του συριακού πολέμου, τόσο θα ξεθωριάζει η συμβολική τους σημασία.

Εν τω μεταξύ, υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως η Αμερική του κ. Τραμπ είναι ένας απρόβλεπτος και χαοτικός εταίρος. Ένας βομβαρδισμός της Συρίας κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό, ούτε και την αίσθηση πως φθίνει η ισχύς των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.
Euro2day


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Γιώργου Χαρβαλιά

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το επίγειο θέατρο πολέμου στην Συρία έχει εξελιχθεί σε πεδίο δράσης διαφόρων ομάδων επιδοτούμενων «ισλαμοκανίβαλων», ποικίλων αποχρώσεων, που αγωνίζονται να εξασφαλίσουν γεωγραφικούς τομείς επιρροής, αν όχι κατοχής.

Μία ακόμη μεγάλη και σοβαρή χώρα της Μέσης Ανατολής έχει ντε φάκτο διαμελιστεί. Και οι λεγόμενες «μεγάλες δυνάμεις» του πλανήτη κατατρώνε τις σάρκες της, δημιουργώντας στρατιές προσφύγων για να εξασφαλίσουν το μερτικό τους.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι σε όλη αυτή την χαοτική κατάσταση η μοναδική «συνεννοήσιμη» συνιστώσα για τον πολιτισμένο κόσμο είναι η αμυνόμενη κυβερνητική παράταξη του Μπασάρ Αλ Ασαντ. Του ηγέτη δηλαδή που βάλθηκαν να ανατρέψουν με το ζόρι οι αρχιτέκτονες της ολέθριας «Αραβικής Ανοιξης», όπως ακριβώς τον Μουμπάρακ, τον Καντάφι και τον Σαντάμ, χωρίς να συνυπολογίσουν, ούτε στο ελάχιστο τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό και το αντιδυτικό μένος των δυνάμεων που αναδείχθηκαν ως «διάδοχη κατάσταση».

Η πυραυλική επίθεση «τιμωρίας» των…ανθρωπιστικών κυβερνήσεων της Δύσης ήταν πρωτίστως μία κίνηση συμβολικής σημασίας. Ένα χτύπημα…μούφα, που θα έλεγαν και τα πιτσιρίκια, με μια αφορμή επίσης…μούφα, καθώς στο Συριακό κολαστήριο είναι πολύ σχετικό το ποιος κάνει χρήση όπλων μαζικής εξόντωσης.

Δυστυχώς ο Τράμπ μέσα στην αγωνία του να αποδείξει ότι δεν στήριξε την εκλογή του σε «ρωσικό δάκτυλο», υπέκυψε στις επιταγές του στρατιωτικο-διπλωματικού κατεστημένου των ΗΠΑ, που εξακολουθεί να ελέγχεται από το σύστημα Κλίντον, αλλά και των μεγάλων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης που εμφορούνται από άκρως εχθρικές προς τη Μόσχα αντιλήψεις «παγκοσμιοποίησης» τύπου Σόρος.

Ευτυχώς, από την άλλη πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν τόλμησε να τραβήξει το σχοινί με μία γενικευμένη επίθεση κατά ρωσικών στρατιωτικών στόχων, καθώς έχει αντιληφθεί ότι ο Πούτιν δεν αστειεύεται.

Το τραγικό της ιστορίας είναι όλη αυτή η ανατροφοδότηση μιας άκρως ψυχροπολεμικής ατμόσφαιρας από τον γερμανοκρατούμενο εσμό των Βρυξελλών, όλους αυτούς τους υπαλλήλους της Καγκελαρίας και φυσικά την ίδια (και απαράλλαχτη) γερμανική ηγεσία. Στην παγίδα, ως μη όφειλε, εκτός από την αδύναμη (και εν πολλοίς ασήμαντη) Γαλλία έπεσε και η Βρετανία σε μια προσπάθεια να εξιλεωθεί, για το Brexit παρότι η συντριπτική πλειονότητα των Βρετανών τάσσεται ξεκάθαρα κατά της ανάμιξης στη Συρία.

Είναι πολύ επικίνδυνη η αναχρονιστική αναβίωση της «Ρωσοφοβίας» που λανσάρουν πρωτίστως οι Γερμανοί και μάλιστα για μία υπόθεση, όπως αυτή της Συρίας όπου οι Ρώσοι σίγουρα δεν αποτελούν τον «αποσταθεροποιητικό παράγοντα». Δεν φταίει ο Πούτιν για όλα τα δεινά του πλανήτη. Ελεος πλέον…

HellasJournal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Στην διεθνή σκηνή σχετικά με το μεσανατολικό, αλλά και γενικότερα κορυφώθηκε η σύγχυση, ο οποία ήδη υπήρχε, για να καταλάβει κανείς τι πραγματικά συμβαίνει και τι μας περιμένει από τις μελλοντικές εξελίξεις. Εδώ βλέπουμε πράγματα και θάματα. Συνεργασία ανάμεσα σε ορθόδοξους και Ισλαμιστές, όπως είναι η συνεργασία Ερντογάν και Πούτιν και Περσίας και όχι μόνο, συνεργασία Σουνιτών, όπως οι Τούρκοι, με τους Σιίτες του Ιράν, συνεργασία Ισραηλινών και Σαουδαράβων και πάρα πολλά άλλα φαινόμενα που για τους πολλούς αποτελούν ανεπίλυτο γρίφο. Έτσι το «κουβάρι» της Μέσης Ανατολής γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο και εξελίσσεται σε γόρδιο δεσμό.

Φυσικά γίνονται από ειδικούς και μη ειδικούς πολλές προσπάθειες κατανόησης και ερμηνείας όλων αυτών των φαινομένων, για τα οποία ο καθένας δίνει την δική του εξήγηση. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας θα προσθέσουμε και την δική μας άποψη, με την πεποίθηση ότι τα προβλήματα δεν έχουν μία και μόνη διάσταση και ερμηνεία.

Θα ξεκινήσουμε πρώτα, για να έχει κάποια εχέγγυα εγκυρότητας η δική μας ανάλυση, από τα θεωρητικά εργαλεία ανάλυσης, που σε κάθε περίπτωση μιας σοβαρής επιστημονικής μελέτης είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεων. Αυτά βασίζονται σε δύο βασικές αρχές – αξιώματα:

Πρώτον, στην ιστορική διαδρομή της ανθρωπότητας ο νόμος της ισχύος είχε τον πρώτο λόγο απέναντι στην ισχύ του νόμου. Πολύ χαρακτηριστική είναι η φράση του Θουκυδίδη: «Ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος, υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του». (Θουκυδίδου, ιστορίας Ε΄(89-91). Μάλιστα ο Θουκυδίδης προχωράει ένα βήμα παρά πάνω, ισχυριζόμενος ότι ακόμη και οι θεοί υπακούουν σ’ αυτόν τον νόμο: «…πιστεύουμε ότι και οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν την δύναμη να το επιτύχουν». (Θουκυδίδου, ιστορίας Ε΄(103-105).

Δεύτερον, σε συσχέτιση με τον άνω νόμο, τα συμφέροντα είναι αυτά που καθορίζουν πάνω απ’ όλα τις διακρατικές σχέσεις. Και πάνω από θρησκείες και άλλες σχέσεις (πολιτικές, πολιτιστικές κ.λπ).

Συνεπώς δεν ισχύει ο ισχύς του νόμου, που αποτελεί δημιούργημα του ανθρώπινου πολιτισμού, ο οποίος νόμος όμως δεν επικρατεί έως τώρα τουλάχιστον απέναντι στον νόμο της ισχύος, όπως αποδεικνύει η αντικειμενική πραγματικότητα. Είναι αληθές ότι ο τεχνικός πολιτισμός δεν συμβάδισε ταυτόχρονα με τον λοιπό πολιτισμό εξευγενισμού της ανθρωπότητας, ώστε να επικρατήσει η ισχύς του νόμου.

Με βάση αυτά τα κριτήρια θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε και τα τεκταινόμενα στην Μέση Ανατολή και στις επιδράσεις στο διεθνές περιβάλλον.

Στην περίπτωση αυτή μεθοδολογικά θα κάνουμε την διάκριση σε κάποιες σταθερές και σε κάποιες συγκυριακές παραμέτρους, σχετικά με τα προβλήματα της περιοχής, η οποία κατά βάση εκτείνεται από την Βαλτική, μέσω Βαλκανίων έως την Μέση Ανατολή.

Ι. Ποιες είναι οι σταθερές

Στον πολυπολικό κόσμο που ζούμε σήμερα είναι δεδομένη η μόνιμη αντίθεση και σύγκρουση Αμερικής – Ρωσίας και των εκατέρωθεν συμμάχων τους, ως Νέα Ανατολικό Ζήτημα, αναβίωσης αναλογικά προς το παλαιό.

Το εβραϊκό λόμπυ, (Αμερική και Ισραήλ) έχουν μόνιμο στόχο την διάλυση ή κατακερματισμό της Συρίας. Ήδη οι Ισραηλινοί κατέχουν τα στρατηγικής για την ασφάλεια του Ισραήλ υψώματα του Γκολάν και επιδιώκουν να προσεταιριστούν και τους Δρούζους των γειτονικών κρατών Συρίας και Λιβάνου.

Ο στρατηγικός σύμμαχος των Ισραηλινών και Αμερικανών στην περιοχή είναι οι Κούρδοι, λόγω αμοιβαίων συμφερόντων, που δεν χρήζουν περεταίρω επεξήγησης.
Η δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικούς κράτους ή ομόσπονδου με την Τουρκία σε βάθος χρόνου είναι αναπόφευκτη.

Η Τουρκία και ως ομόσπονδο κράτος θα αποτελεί το ανάχωμα εναντίον της Ρωσίας, παρ’ όλες τις περί του αντιθέτου υποθέσεις και εκτιμήσεις, που σχετίζονται με τις χρονικές μεταβλητές.
Ο σταθερός εχθρός όλων των κρατών που περιλαμβάνουν κουρδικούς πληθυσμούς είναι οι Κούρδοι. (Τουρκία, Συρία, Ιράν, Ιράκ).

Η Τουρκία προσπαθεί να γίνει μια περιφερειακή πυρηνική δύναμη, για να δράσει ως ανεξάρτητη από ξένες επεμβάσεις κράτος. Δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ, αν δεν επιτύχει αυτόν τον στόχο.
Αυτήν την εξέλιξη δεν θα επιτρέψουν οι Αμερικανοί με κανέναν τρόπο, κι ας απατούν τα φαινόμενα.
Όσο αυξάνεται η δύναμη της Ρωσίας ως παγκόσμιος παίκτης η Ρωσία θα παραμένει στα ύδατα της Ανατολικής Μεσογείου μέσω της Συρίας, την οποία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

ΙΙ. Συγκυριακές παράμετροι

Η «ιερή» συμμαχία της Τουρκίας με την Ρωσία και το Ιράν γίνεται αποκλειστικά εξαιτίας των Κούρδων.
Η Ρωσία με την επέμβασή της προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει τον έλεγχο του ΝΑΤΟ στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Εξ ου και οι συμμαχίες της λόγω αμοιβαίων συμφερόντων, τα οποία όμως σε βάθος χρόνου δεν είναι σταθερά.

Σε αντίθεση με ό,τι εκτιμάται η παραμονή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, λόγω αντιπαράθεσης με την Ρωσία και τους συμμάχους της Ιρανούς θα παραμένει ισχύουσα, όσο ο κίνδυνος για το Ισραήλ παραμένει σε ισχύει.

Ο Ερντογάν επέβαλε την μονοκρατορία του στην Τουρκία μέσω του πραξικοπήματος, για να μπορεί ανενόχλητος από εσωτερικούς κινδύνους και αντιδράσεις να καθορίσει την εξωτερική στρατηγική της Τουρκίας. Ασφαλώς θα υπήρχαν και ενδείξεις παρέμβασης των Γκιουλενιστών, που όμως έδωσαν αφορμή για το πραξικόπημα.

ΙΙΙ. Οι προβλέψεις μας με βάση τα ανωτέρω δεδομένα

Εάν η Τουρκία φτάσει σε ένα οριακό σημείο διάρρηξης της σχέσης της με το ΝΑΤΟ η παραμονή του Ερντογάν στην εξουσία είναι αβέβαιη. Η Τουρκία για την Δύση θα παραμένει το ανάχωμά της προς την Ρωσία.

Μια ανοιχτή επιθετική πολιτική της Τουρκίας στο παρόν στάδιο των διεθνών σχέσεων δεν φαίνεται πιθανή, εκτός από την πολιτική φθοράς και κατάκτηση πλεονεκτημάτων απέναντι στην Κύπρο και την Ελλάδα που επιδιώκει λόγω της υποχωρητικής πολιτικής των Κυπρίων και Ελλαδιτών. Αυτό το νόημα είχε η συνέντευξη του Ρώσου πρέσβη που βεβαίωσε ότι η Τουρκία δεν θα δημιουργήσει θερμό επεισόδιο εναντίον της Ελλάδας.

Δεν συμφέρει στην Ρωσία στην παρούσα φάση, τονίζουμε, να δημιουργήσει γενικότερα προβλήματα στην περιοχή του ΝΑΤΟ, στην οποία περιλαμβάνεται η Ελλάδα και γι’ αυτό «συμβουλεύει» τον «Σουλτάνο» να μην δημιουργήσει μεγαλύτερες περιπλοκές στην περιοχή, που με μία ανοιχτή σύγκρουση με την Ελλάδα, θα προκύψουν ανεξέλεγκτες καταστάσεις, τις οποίες φοβάται η Ρωσία. Μιλάμε για θερμό επεισόδιο ή ανοιχτή σύγκρουση.

Η Ελλάδα από δικής της πλευράς πρέπει να αξιοποιήσει φυσικά όλα τα μέσα που διαθέτει ως μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν αξιοποιεί, ενώ θα μπορούσε και να αυξήσει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες (οικονομικές και άλλες) την αμυντική της ικανότητα. Προτάσεις υπάρχουν και μπορούν να υλοποιηθούν, αν υπάρχει κυβέρνηση που θα τις υλοποιήσει. Εκεί ανακύπτει ένα αναπάντητο ερώτημα. Βασικά τρεις είναι η δυνατότητες διαφύλαξης της εθνικής και εδαφικής μας ακεραιότητας: Πρώτον και βασικόν το φρόνημα του λαού μέσα από την σφυρηλάτηση της ενότητάς του που δεν υπάρχει σήμερα λόγω της πολιτικής της κυβέρνησης που διχάζει τον λαό, Δεύτερον με μία ικανή αποτρεπτική δύναμη και τρίτον με συμμαχίες, που είναι τελείως απαραίτητες και οι οποίες μπορούν να αναπτυχθούν στον άξονα Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και Ελλάδα, Κύπρος, Αίγυπτος, αλλά ασφαλώς και τα δυο μαζί.

Απαραίτητη προϋπόθεση για όλα είναι μια πατριωτική πολιτική και μια πατριωτική εξουσία.

Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα
Analyst


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Ανδρέα Ματζάκου 

Τα ξημερώματα της 14ης Απριλίου, ΗΠΑ, Γαλλία και Αγγλία προσέβαλλαν με πυραύλους που εκτοξεύτηκαν από πλοία και αεροπλάνα, τρεις στόχους στην Συρία, σε αντίποινα για την φερόμενη με χημικά όπλα επίθεση που έγινε στις 7 Απριλίου στην πόλη Ντούμα, 10 χιλιόμετρα από την Δαμασκό. Ο πρόεδρος Πούτιν της Ρωσίας είπε ότι η επίθεση δεν θα περάσει χωρίς συνέπειες, ενώ τόνισε το ότι αυτή έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση του ΟΗΕ.

Όλο δε το διάστημα που μεσολάβησε από την 7η μέχρι και την 14η Απριλίου, ΗΠΑ και Ρωσία αντάλλαξαν αιχμηρές δηλώσεις θυμίζοντας την εποχή του ψυχρού πολέμου και την κρίση της Κούβας του 1962.

Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, πόσο πιθανή είναι μια απ’ ευθείας σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, εξ’ αιτίας του ψυχροπολεμικού κλίματος που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους λόγω του πολέμου στην Συρία;

Η θέση του άρθρου είναι ότι ΗΠΑ και Ρωσία είναι Μεγάλες Δυνάμεις και ορθολογικοί δρώντες, δηλαδή υπολογίζουν την σχέση κόστους/οφέλους των επιλογών τους στην εξωτερική πολιτική, στην δε Συρία, δεν διακυβεύονται ζωτικά τους συμφέροντα. Συνεπώς δεν είναι πιθανή μια μεταξύ τους θερμή αντιπαράθεση. Στην αρχή του άρθρου θα ορισθεί η έννοια της μεγάλης δυνάμεως, θα αναλυθούν τι συμφέροντα διακυβεύονται για ΗΠΑ και Ρωσία στην Συρία. Στη συνέχεια θα αναφερθούν οι περιοχές στις οποίες διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα για ΗΠΑ και Ρωσία και, το άρθρο θα κλείσει με επίλογο.

Η έννοια της Μεγάλης Δυνάμεως

Για το άρθρο, οι ΗΠΑ και η Ρωσία θεωρούνται Μεγάλες Δυνάμεις υπό την έννοια ότι διαθέτουν επαρκή στρατιωτική ισχύ ώστε μια μεταξύ τους αναμέτρηση με συμβατικές δυνάμεις να αφήσει και τις δυο σοβαρά εξασθενημένες και σε χειρότερη κατάσταση από ότι ήταν πριν την μεταξύ τους εμπλοκή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, για να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο όπως γράφει ο Edward Carr στο έργο του «Η Εικοσαετής Κρίση,’’ συμβάλλουν στην διεθνή τάξη περιορίζοντας τους μεταξύ τους πολέμους ακολουθώντας μια γενική συνεννόηση και σεβόμενες η μια τις σφαίρες επιρροής της άλλης.

Συμφέροντα ΗΠΑ που διακυβεύονται στη Συρία

Για τις ΗΠΑ δεν διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα στην Συρία. Δηλαδή δεν απειλείται ούτε η ασφάλεια ούτε και η εδαφική ακεραιότητα των ΗΠΑ από τις επιχειρήσεις στην Συρία. Ακόμη και η Μέση Ανατολή έπαψε να έχει την στρατηγική σημασία που είχε για τις ΗΠΑ την δεκαετία του 90. Τότε η ίδια η ισχύς των ΗΠΑ εξηρτάτο από την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου προς αυτές, οπότε η εξασφάλιση σταθερής ροής του πετρελαίου από την Μέση Ανατολή προς τις ΗΠΑ και την δυτική συμμαχία γενικότερα, αποτελούσε ζωτικό συμφέρον για τις ΗΠΑ. Χωρίς καύσιμα, δεν μπορούσε να λειτουργήσει η στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ, ούτε να υπάρξει βιομηχανική παραγωγή. Οι ΗΠΑ εισάγουν πλέον πετρέλαιο από πολλές χώρες, ενώ από το 2005 και μετά, ασχολήθηκαν σοβαρά με την εγχώρια παραγωγή από σχιστολιθικά πετρώματα. Το 2017, οι ΗΠΑ παρήγαγαν 9,3 εκατ βαρέλια/ημέρα από εγχώριες πηγές ενώ κατανάλωναν 19,8 εκατ βαρέλια/ημέρα.

Στον Πίνακα 1, φαίνεται η φθίνουσα ποσότητα πετρελαίου που οι ΗΠΑ εισάγουν την τελευταία πενταετία από τις χώρες του Κόλπου (Βλέπε Πίνακα 1- Εισαγωγές Αργού Πετρελαίου από ΗΠΑ)


Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση Ομπάμα απέσυρε τον όγκο των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ το 2011 συμφώνως και με τις προεκλογικές της εξαγγελίες, σε μια προσπάθεια αποδεσμεύσεως της χώρας από την Μέση Ανατολή συνολικότερα. Βεβαίως οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να επανέλθουν στην Συρία το 2014, όταν συμμάχησαν με την Κουρδο-αραβική συμμαχία γνωστή ως SDF (Syrian Democratic Forces), προκειμένου να καταπολεμηθεί το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) και η κυβέρνηση των ΗΠΑ να παρουσιάσει απτά αποτελέσματα στον πόλεμο της κατά της τρομοκρατίας, χωρίς μάλιστα την ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος σε μάχιμες αποστολές.

Συμφέροντα Ρωσίας που διακυβεύονται στη Συρία

Ούτε για την Ρωσία διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα στην Συρία. Η Ρωσία ανέπτυξε αεροπορικές κυρίως δυνάμεις στην Συρία τον Σεπτέμβριο του 2015, θέλοντας να αφήσει πίσω της την φήμη μιας ανίσχυρης διαδόχου της ΕΣΣΔ και να δείξει στην διεθνή κοινότητα ότι επανακάμπτει με αποφασιστικότητα στην διεθνή σκακιέρα. Ήθελε επίσης να δείξει στις ΗΠΑ ότι πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν τους τις θέσεις της στους όποιους σχεδιασμούς τους στην Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτό, η Ρωσία υποστηρίζει τον Ασαντ που αποτελεί την νόμιμη κυβέρνηση της Συρίας, ώστε να εξασφαλίσει την παρουσία της στην παραλιακή ζώνη, με την ναυτική βάση στην Ταρσό και την αεροπορική στην Λατάκεια. (Βλέπε Χάρτη 1- Ζώνες Επιρροής ΗΠΑ-Ρωσία-Ιράν- Τουρκίας, Μπλέ Βέλη)


Σε όλη την διάρκεια του πολέμου υποστήριξε τις κυβερνητικές δυνάμεις από αέρος προκειμένου να ανακαταλάβουν εδάφη που κατείχαν αντικαθεστωτικοί και αντάρτες του ΙΚ. Σ’ ένα δε επόμενο βήμα, στην διάρκεια του 2017, συγκάλεσε αρκετούς γύρους συνομιλιών με σχεδόν όλους τους εμπλεκομένους στον πόλεμο, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, είτε στην Αστάνα του Καζακστάν, είτε στην Ρωσία. Σκοπός της ήταν να δείξει ότι έχει την δυνατότητα να συντονίζει την επίλυση σοβαρών διεθνών προβλημάτων, και μάλιστα εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ. Στην προσπάθεια της αυτή στον διπλωματικό τομέα, ήρθε να προστεθεί και ένας γάμος συμφέροντος με την Τουρκία εκμεταλλευόμενη τις Νέο-Οθωμανικές φιλοδοξίες της τελευταίας, δημιουργώντας ευκαιρία για να επιφέρει διάσπαση της νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Περιοχές ζωτικού ενδιαφέροντος για ΗΠΑ και Ρωσία

Για τις ΗΠΑ, τα προσεχή χρόνια η προσοχή τους θα στραφεί στην αντιμετώπιση της Κίνας. Η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη οικονομία στον κόσμο, πρώτη είναι η οικονομία των ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν αρκεί για να την κάνει να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της Αμερικής. Αυτό θα γίνει όταν θα έχει αποκτήσει την απαιτούμενη τεχνολογία ώστε να μετατρέψει την οικονομική της ευχέρεια σε στρατιωτική υπεροχή. Οι ΗΠΑ έχουν ζωτικό συμφέρον να μην την αφήσουν να το πραγματοποιήσει, κάτι το οποίο πάντως φαίνεται αναπόφευκτο την προσεχή δεκαετία, με τα σημερινά στοιχεία. Η Κίνα διαθέτει σήμερα το 2,1% του ΑΕΠ της για σκοπούς Έρευνας και Αναπτύξεως (Research & Development) έναντι του 2,75% των ΗΠΑ, αλλά το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ποσοστό αυτό για την Κίνα το 1990, ήταν 0,7%. Ένα άλλο επίσης σημαντικό στοιχείο που αποδεικνύει ότι η Κίνα κλείνει το τεχνολογικό χάσμα που την χωρίζει από τις ΗΠΑ είναι ο αριθμός των ερευνητών που παράγεται από την τριτοβάθμια εκπαίδευση των δυο χωρών. Η Κίνα έχει κάνει τεράστια βήματα από το 1996 και μετά. (Βλέπε Πίνακα 2-Αριθμός Ερευνητών σε ΗΠΑ-Κίνα)

Για την δε Ρωσία, η κρίση που προκλήθηκε στην Ουκρανία το 2014 με κατάληξη την απομάκρυνση του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς και η πρόθεση του νυν Προέδρου της Ποροσένκο να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ, είναι φλέγοντα ζητήματα. Ο Ποροσένκο τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, έστειλε επίσημη επιστολή στον ΓΓ του ΝΑΤΟ, ζητώντας Οδικό Χάρτη για την είσοδο της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ (Membership Action Plan, είναι το τελευταίο στάδιο προ της εισδοχής μιας χώρας στην Συμμαχία) Πιθανή είσοδος της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ θα σήμαινε ότι τα σύνορα της Δύσεως έφτασαν πλέον στην Ρωσία, αποστερώντας της ζωτικό χώρο απαραίτητο για την άμυνά της. (Βλέπε Χάρτη 2–Πεδινός Διάδρομος Ευρώπης)

Γιατί θα συνέβαινε αυτό; Διότι η περιοχή που περιέχεται μέσα στην μαύρη έλλειψη, είναι ο πεδινός διάδρομος της Ευρώπης που επιτρέπει την ανάπτυξη μηχανοκινήτων και τεθωρακισμένων μονάδων. Είναι ακριβώς οι περιοχές που χρησιμοποίησαν τόσο οι Στρατιές του Μεγάλου Ναπολέοντα για την προέλαση τους προς το Μποροντίνο, στα περίχωρα της Μόσχας το 1812, όσο και του Χίτλερ στον Β’ΠΠ για να εισβάλλουν στη Ρωσία. Τα κόκκινα παραλληλόγραμμα δείχνουν τους ορεινούς όγκους της Ευρώπης, από αριστερά προς τα δεξιά Πυρηναία, Άλπεις, Καρπάθια, που δυσκολεύουν τις επιχειρήσεις χερσαίων δυνάμεων. Πλέον αυτού, τίθεται σε κίνδυνο όλο το εγχείρημα με την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 (Βλέπε Χάρτη 2, Μπλέ Κύκλος), στην Σεβαστούπολη της οποίας είναι η έδρα του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας.


Επίλογος

ΗΠΑ και Ρωσία δεν έχουν συμφέρον να έρθουν σε απ’ ευθείας σύγκρουση για την Συρία, χάνοντας την θέση που κατέχουν στον διεθνή καταμερισμό ισχύος, αφήνοντας την Κίνα να κυριαρχήσει στο άμεσο μέλλον στην Ευρασία. Και οι δυο χώρες έχουν κατοχυρώσει τις θέσεις τους σε ζώνες επιρροής, από τις οποίες όχι μόνον έχουν λόγο για το τελικό καθεστώς της Συρίας, αλλά και έχουν την δυνατότητα να προωθήσουν τα δευτερεύοντα συμφέροντα τους στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. (Βλέπε Χάρτη 1-Ζώνες Επιρροής) Η Αμερική με την παρουσία της στις κουρδικές περιοχές στον βορρά και στα σύνορα με το Ιράκ, θέλει να περιορίσει την επιρροή του Ιράν στην Συρία προστατεύοντας τον καλύτερο σύμμαχο της στην περιοχή, το Ισραήλ. Για το Ισραήλ, το Ιράν αποτελεί υπαρξιακή απειλή. Σε αυτήν την επιδίωξη της Αμερικής δε, δεν έχει αντίρρηση η Ρωσία.

Άλλωστε τον Σεπτέμβριο του 2015, μόλις η Ρωσία ανέπτυξε δυνάμεις στην Συρία, οι Πούτιν και Νετανιάχου συναντήθηκαν και συμφώνησαν αμέσως στην υιοθέτηση ενός μηχανισμού συνεννοήσεως/αποκλιμακώσεως για τον τρόπο που θα επιχειρούν οι δυνάμεις τους στην Συρία. Αποτέλεσμα αυτής της συνεννοήσεως ήταν η άδεια που έχει το Ισραήλ να προσβάλλει ιρανικούς στόχους και στόχους της Χεζμπολά στο συριακό έδαφος. Η Ρωσία επιθυμεί να διατηρήσει την επιρροή στο ανατολικό τμήμα της Συρίας με τις βάσεις της στην ακτή της Μεσογείου, κάτι το οποίο φαίνεται να έχει κατανοήσει και αποδεχτεί η Αμερική. Και οι δυο χώρες κρατούν το χαρτί της αντιπαραθέσεως για περιοχές στις οποίες διακυβεύονται ζωτικά τους συμφέροντα. Για τις μεν ΗΠΑ είναι η Ασία με την πιθανή ανάδειξη της Κίνας και σε σύγχρονη στρατιωτική δύναμη, για την δε Ρωσία η ευρωπαϊκή ήπειρος και η προσέγγιση του ΝΑΤΟ στα σύνορα της.

* Ο Ανδρέας Ματζάκος είναι Απόστρατος Αξκος του ΣΞ και κατέχει MSc στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές. Είναι δόκιμος ερευνητής στον Τομέα Αμυντικών Θεμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



16 Απρ 2018


Αναμφιβόλως, αναζητείται η λύση στο ζήτημα της Τουρκίας, που δεν θα την αφήσουν να μεγαλώσει τόσο ώστε να καταστεί απειλή στο παγκόσμιο σύστημα

Η τελευταία μεταστροφή του Τούρκου προέδρου, έγινε με τον βομβαρδισμό της Συρίας, όπου ταυτίστηκε με την αμερικανική ρητορική, με το πρόσχημα της τιμωρίας όσων χρησιμοποιούν χημικά όπλα. Το γεγονός, ότι η ίδια η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει χημικά κατά των Κούρδων, την δεκαετία του ’90, δεν λαμβάνεται υπόψη.

Ήταν η εποχή που οι Κούρδοι του Οτσαλάν ενισχύονταν από την αποβιώσασα Σοβιετική Ένωση, οπότε "κακό του κεφαλιού" τους. Οι ΗΠΑ είχαν στο ψυγείο τους Μπαρζανί και Ταλαμπανί, τους οποίους απόψυξαν μετά την δεύτερη εκστρατεία κατά του Ιράκ, τοποθετώντας τον πρώτο στη θέση του προέδρου του ημιαυτόνομου Κουρδιστάν, και τον δεύτερο στη θέση του προέδρου του όλου Ιράκ. Για τον Οτσαλάν, φρόντισαν οι Σημίτης και Πάγκαλος και κέρδισαν μια ακόμη τετραετία.

Η αλήθεια είναι, πως δύσκολα μπορεί να βρει κάποιος περισσότερο προδομένο λαό από τους Κούρδους -τους Καρδούχους, της παλαιάς εποχής-, οι οποίοι ευρισκόμενοι σε τόπο-πέρασμα από ανατολή σε δύση, και αντιστρόφως, έχουν την τύχη των Πολωνών, που άλλοτε οι Γάλλοι άλλοτε οι Γερμανοί, επιτιθέμενοι κατά Ρωσίας πρώτα κατακτούν την Πολωνία - και μετά την μοιράζονται.
Στη σύγχρονη εποχή είναι το μπαλάκι που αλλάζει χέρια, αναλόγως των συμμαχιών που συνάπτουν οι ισχυροί, και που είναι τόσο πρόσκαιρες, ώστε οι Κούρδοι έχουν προφανώς δύο σημαίες στις σκηνές τους, και σηκώνουν πότε την αμερικάνικη πότε την ρωσική, αναλόγως πώς θα ξυπνήσουν εκείνη την ημέρα οι ηγέτες των χωρών αυτών.

Αναμφιβόλως, αναζητείται η λύση στο ζήτημα της Τουρκίας, που δεν θα την αφήσουν να μεγαλώσει τόσο ώστε να καταστεί απειλή στο παγκόσμιο σύστημα. Όπως γίνεται αντιληπτό, η δυσκολία δεν είναι να εξαλειφθεί ο Ερντογάν -τόσοι και τόσοι έχουν χαθεί μυστηριωδώς-, αλλά ποια μπορεί να είναι η διάδοχη κατάσταση, ώστε να μη ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος, και να μη την στείλουν οριστικά στην ρωσική αγκαλιά.

Ο Ερντογάν, για προσωπική του ασφάλεια, έχει "ξεδοντιάσει" το στράτευμα, οπότε επανάληψη επεμβάσεως του στην πολιτική ζωή, ώστε να υπάρξει στιβαρή κυβέρνηση που θα επιβάλλει την ηρεμία στο εσωτερικό, δύσκολα μπορεί να προκύψει. Ο Ερντογάν, επέτυχε αυτό που προσπαθούσαν όλοι οι Τούρκοι πολιτικοί: Να περιορίσουν την ισχύ των στρατιωτικών, ώστε να αποκτήσουν αυτοί τον έλεγχο της χώρας.

Ο Ερντογάν, έχει ένα πλεονέκτημα έναντι των παλαιοτέρων Τούρκων πολιτικών, για να το επιτύχει. Εξισορροπεί την μείωση του αξιόμαχου του στρατεύματος, με την ανάπτυξη των οπλικών συστημάτων. Βελτιώνοντάς τα, αλλά και πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό τους. Βεβαίως -Ερντογάν είναι αυτός- ο μεγαλύτερος μέτοχος των αμυντικών βιομηχανιών στην Τουρκία, είναι η οικογένειά του, και ο στενός του περίγυρος [Το drone που έστειλε στο Αιγαίο, παράγεται από την βιομηχανία του γαμπρού του].

Ασφαλώς, οι ΗΠΑ μπορεί να αντιπαθούν τον Ερντογάν, χρειάζονται όμως την Τουρκία. Είναι πολιτικώς αφελές, να πιστεύουν κάποιοι ότι σε τυχούσα σύγκρουση Ελλάδας-Τουρκίας, οι ΗΠΑ θα έπαιρναν το μέρος της Ελλάδας. Θα επέμβουν, όπως και στα Ίμια, ως διαιτητές, αλλά ποτέ δεν θα δυσαρεστήσουν την Τουρκία του Ερντογάν, ώστε να την χάσουν ανεπιστρεπτί. Για την Ελλάδα δεν φοβούνται. Υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι στις κατάλληλες θέσεις. Επί δεκαετίες έχουν εργαστεί για την υποβάθμιση του εθνικού φρονήματος, ως μη "προοδευτικού".

Πρόβλημα για τις αμερικανικές δεξαμενές σκέψης, είναι η αδυναμία τους να καταλήξουν κάπου, ως προς τις προθέσεις του Τούρκου προέδρου. Η συμπεριφορά του είναι "τακτικισμός", ή συνειδητή στροφή προς τον μουσουλμανισμό, άρα αντιχριστιανισμός και αντιδυτική στάση;

Ο Μιχάλης Ιγντίου, γνωρίζοντας καλά τα της Ουάσιγκτον, υποστηρίζει ότι οι Αμερικανοί γραφειοκράτες είναι αφελείς, αλλά όχι τόσο ώστε να μη αντιληφθούν ότι η Τουρκία με τον Ταγίπ Ερντογάν στην προεδρία, είναι μία χαμένη υπόθεση για τις Ηνωμένες Πολιτείες και γενικά τη Δύση. Το πλέον σίγουρο είναι ότι σκέφτεται «μουσουλμανικά» που σημαίνει ότι απεχθάνεται ο,τιδήποτε το χριστιανικό. Την ίδια στιγμή τον κυριαρχεί μίσος για τους Αμερικανούς, καθώς δεν μπορούν να του βγάλουν από το μυαλό ότι δεν έχουν σχέση με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016.

Στην Ουάσιγκτον, λέει ο Μ. Ιγνατίου, θεωρούν πως όλα ξεκινούν από αυτή τη βεβαιότητα του Ερντογάν πως οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ συνωμότησαν με τον Ιμάμη Γκιουλέν για να τον ανατρέψουν. Από τη στιγμή που ο πρόεδρος της Τουρκίας αρνείται να αποδεχθεί το αυτονόητο, οι σχέσεις του με την Αμερική θα είναι πάντα ανταγωνιστικές, αλλά πάνω απ’ όλα θα είναι εχθρικές.
Εντάξει, ως προς αυτά. Αλλά θεωρώ βέβαιο, πως ποτέ δεν θα οδηγήσουν την κατάσταση σε ρήξη, αν δεν βρεθεί ικανοποιητική διάδοχη κατάσταση στην Τουρκία. Μέχρι τότε, θα παίζουν το ποντίκι με την γάτα.

Μακεδών
Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Εκεί που αποτυγχάνουν τα κράτη, είναι αναγκαία η νηφάλια συλλογική αντίδραση της ανθρωπότητας – Ο κόσμος σήμερα χρειάζεται όσο ποτέ ένα παγκόσμιο κίνημα ειρήνης
«Indie verloren, rampspoed geboren» [Αν χαθούν οι Ινδίες, είμαστε κι εμείς χαμένοι]: Ολλανδικό ρητό που μνημονευόταν συχνά τη δεκαετία του ‘40
«Λέγεται ότι κάποιες φορές είναι δύσκολο να τραβήξεις μια γραμμή ανάμεσα στην επιθυμία για ασφάλεια και στην επιθυμία για επέκταση. Και, πράγματι, αυτό μερικές φορές είναι δύσκολο» (Βιάτσεσλαβ Μολότωφ, Μάιος 1946).
Της Κατερίνας Μπερλή

Στις μέρες μας, η Γαλλία και η Γερμανία επικεφαλείς των χωρών του γερμανικού Βορρά προσπαθούν μέσω της Ε.Ε να ανακτήσουν σχετική ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ (ειδικά η Γερμανία ισχυροποιούμενη εις βάρος του Νότου). Η Βρετανία, χάνοντας μια αυτοκρατορία βρήκε το ρόλο της ως πιστός ακόλουθος των ΗΠΑ και οι ίδιες οι ΗΠΑ σκέφτονται για την Ε.Ε και τη Ρωσία όπως το ολλανδικό ρητό, κυνηγούν τον κρυμμένο θησαυρό της Ρωσίας, σαν τους Τρεις πιστολέρος, κάτι που τελικά τους φέρνει αντιμέτωπους τον ένα με τον άλλο.

Η πραγματικότητα είναι ότι ζούμε σε ένα κόσμο γερμανικό, κατακτημένο στο μεγαλύτερο μέρος του από τα γερμανικά φύλα. Από τους αγγλοσάξωνες αποίκους που έφτιαξαν τις λευκές αποικίες τους στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Ν. Ζηλανδία και τη Ν. Αφρική, από τους βόρειους γερμανούς –Άγγλους & Σκωτσέζους, Γάλλους, Γερμανούς, Βέλγους, Ολλανδούς που έφτιαξαν αποικίες σε όλο τον κόσμο (ολόκληρη την υποήπειρο της Ινδίας, ολόκληρη την Ήπειρο της Αφρικής, την Άπω Ανατολή, την Μέση Ανατολή, τη Ν. Αμερική).

Παρά δε το γεγονός της αποαποικιοποίησης μετά τον 2ο ΠΠ όπου οι βόρειοι έχασαν την απόλυτη κυριαρχία στις πρώην αποικίες, οι οικονομικές δεσμεύσεις των χωρών αυτών με δάνεια- σύγχρονη σκλαβιά, η εφαρμογή μεθόδων διοίκησης, η προμήθεια αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών από αυτές, τις καθιστά ακόμα και σήμερα δορυφόρους και προτεκτοράτα της γερμανικής Δύσης που σήμερα κυριαρχείται από τις ΗΠΑ, είτε ως ουσιαστική επιρροή, είτε ως πλήρης έλεγχος. Το ίδιο δέσμιες έγιναν και άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία για γεωπολιτικούς λόγους των δυτικών δυνάμεων στη Μεσόγειο (αφού τις έχασε η Βρετανία, πέρασαν στις ΗΠΑ).

Σήμερα, είθισται οι βαθιά καταχτημένες από τα γερμανικά φύλα -οικονομικά και πολιτισμικά – χώρες να ονοματίζονται Δύση, σε αντίθεση με όσες δεν έχουν ακόμα ή απόλυτα καταχτηθεί είτε δεν είχαν τα οικονομικά μέσα, είτε για στρατηγικούς λόγους δεν ήταν άμεση προτεραιότητα για τους καταχτητές, είτε συνάντησαν δυσκολίες στο να συγκλίνουν απόλυτα με το τεχνολογικό και πολιτισμικό αφομοιωτικό πρότυπο της Δύσης, κάτι που χρειάζεται αρκετό χρόνο, όπως στην περίπτωση των Αράβων.

Το κρίσιμο ερώτημα των ημερών είναι τι θα σήμαινε για την ανθρωπότητα και τη χώρα η προσπάθεια να γίνει ο κόσμος ακόμα πιο γερμανικός, τι θα σήμαινε η «άγρια Δύση» στη γειτονιά μας.

Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των γερμανικών φύλων για την κυριαρχία ήταν και είναι συχνό φαινόμενο στην ιστορία-παραδοσιακοί εχθροί Άγγλοι- Γάλλοι /υπερ100ετής πόλεμος 1337-1453, Γάλλοι- Γερμανοί / 30ετής πόλεμος 1618-1648 και σήμερα η αναδυόμενη εχθρότητα ΗΠΑ- Ε.Ε που έχει τις ρίζες της στον 2ο ΠΠ (πάντα υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των φύλων, ας θυμηθούμε τους 27ετείς Πελοποννησιακούς πολέμους Αθήνας- Σπάρτης).

Πέρα όμως από τις ενδοφυλετικές συγκρούσεις και επιμέρους συμφέροντα κυριαρχίας, όταν ο στόχος είναι αμυντικός, είτε επιθετικός τα φύλα συνασπίζονται μεταξύ τους με επί μέρους συμμαχίες είτε ως μπλοκ. Ανακαλούμε στη μνήμη από τα σχολικά βιβλία τη συμμαχία των ελληνικών πόλεων στους Ελληνο-Περσικούς πολέμους για την αναχαίτιση των Περσών. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο μυστικός συνασπισμός των αποικιοκρατών Αγγλίας – Γαλλίας για την αναχαίτιση των ΗΠΑ από τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ και της Μέσης Ανατολής με τη μυστική συνθήκη της Σεβρ το 1956 με τη βοήθεια των Ισραηλινών (έκτοτε, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία, οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και του Ισραήλ ευθυγραμμίστηκαν στρατηγικά απαρέγκλιτα με τις ΗΠΑ, με σημαντικές συνέπειες για τη Βρετανία και την Ευρώπη). Στις επιθετικές συμμαχίες αναφέρουμε πρόσφατα παραδείγματα όπως οι πόλεμοι κατά του Ιράκ, του Αφγανιστάν, κατά της Γιουγκοσλαβίας, Ουκρανίας με στόχο τη Ρωσία.

Η απώτερη προτεραιότητα του Χίτλερ στον πόλεμο ήταν να καταχτήσει τη Ρωσία, καθώς θα ισχυροποιούνταν από τους πόρους της υπόλοιπης Ευρώπης- γερμανικής ή μη και αφού πρώτα θα τις είχε τιμωρήσει ταπεινωτικά για την εξουθενωτική συμφωνία μετά τη λήξη του 1ου Π.Π. Γι’ αυτή την πρόθεση δεν είχαν πειστεί οι άγγλοι και όπως φαίνεται σήμερα επαναλαμβάνουν το δις εξαμαρτείν σε σχέση με τη Ρωσία.

Η αντίδραση του Τσώρτσιλ να αγνοήσει τις κρούσεις του Στάλιν το 1939 για σύμπτηξη δυνάμεων εν όψει του ναζιστικού κινδύνου, ήταν βαθιά λαθεμένη και το μοιραίο λάθος του, το πλήρωσε πανάκριβα η Ευρώπη στον πόλεμο. Ενδεχομένως, πίστευε ότι οι γερμανοί θα αποζητούσαν συμμαχία κατά της κομμουνιστικής Ρωσίας και δεν θα προσέβλεπαν σε επέκταση εντός της δύσης. Γι’ αυτό τα νεαρά 20άχρονα παιδιά του Κέμπριτζ που επιστρατεύτηκαν βιαστικά και με σύντομη εκπαίδευση έγιναν πιλότοι, διηγούνταν μετά τον πόλεμο ότι τον είχαν θεωρήσει παιχνίδι και όταν μαίνονταν οι αερομαχίες στη Μάγχη πάνω από το Μπράιτον, οι άγγλοι ανέμελοι έκαναν μπάνιο στην παραλία (φωτογραφικά αρχεία).

Το σίγουρο είναι ότι οι δυτικοί τότε φοβούνταν πως η σοβιετική εγγύηση για την ακεραιότητα των χωρών της περιοχής, θα άνοιγε τον δρόμο για τη σοβιετική επικυριαρχία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και αυτός ο φόβος είχε οδηγήσει τόσο τους Βρετανούς και τους Γάλλους, όσο και τις ενδιαφερόμενες χώρες (Φινλανδία, χώρες της Βαλτικής, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία) στην εκτίμηση ότι ο σοβιετικός κίνδυνος θα ήταν ανώτερος του γερμανικού. Εκ των υστέρων, ο Τσώρτσιλ πίστευε ότι ο μεν πόλεμος ίσως να μην είχε αποφευχθεί, αλλά ο Χίτλερ θα δυσκολευόταν να διεξαγάγει διμέτωπο πόλεμο έχοντας απέναντί του μία συμπαγή συμμαχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η απουσία συνεννόησης απέτρεψε την έγκαιρη περικύκλωση της Γερμανίας ενώ δεν απέτρεψε τελικά τη σοβιετική επικυριαρχία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μετά το 1944-45, ως λάφυρο πολέμου πλέον.

Μετά τον 2ο Π.Π όπου οι ΗΠΑ, με ηγετική ελίτ WASP (white aglosaxon protestant), ήταν οι νικητές στα ερείπια μιας κατεστραμμένης Ευρώπης βγαίνοντας ωφελημένοι και οικονομικά και στρατηγικά, κατάφεραν να καταχτήσουν τους ευρωπαίους ειρηνικά με το σχέδιο Μάρσαλ και να προωθήσουν την απαρχή της Ε.Ε, υπολογίζοντας ότι με τη γρήγορη οικονομική ανάκαμψη τους και τη συμμαχία τους, τη στρατιωτική βοήθεια τους και τους πόρους τους θα κατακτήσουν ως ανερχόμενη δύναμη και τον υπόλοιπο κόσμο, αρχής γενομένης από τη Ρωσία.

Η πολιτική αυτή κρίνεται εκ του αποτελέσματος επιτυχής και σήμερα μάλλον σε αυτό το σημείο βρίσκεται ο κόσμος. Όμως, η ισχυροποιημένη, κυρίως χάριν της Γερμανίας, Ε.Ε δεν είναι πρόθυμη (πλην της Βρετανίας και της Γαλλίας στη Συρία), να ακολουθήσει το σχεδιασμό των αμερικανών, γιατί βρίσκεται σε φάση εγκαθίδρυσης και χρειάζεται την ειρήνη.

Τεκμήριο για τις μεταπολεμικές πολιτικές των αμερικανών στην Ευρώπη αποτελούν τα κείμενα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας.

Κατά τον μεγάλο διπλωμάτη Κένναν, που επηρέασε για μεγάλο διάστημα μετά τον πόλεμο την Αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι Αμερικανοί έπρεπε να εκμεταλλευτούν άμεσα και στο έπακρο το πεδίο στο οποίο διέθεταν την υπεροχή έναντι της Μόσχας – την οικονομική βοήθεια, με τις συνακόλουθες πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της:

Οι οικονομικές δυνατότητές μας κατά τη διάρκεια του πολέμου έχουν αυξηθεί και βρίσκονται σε επίπεδα που σε περίοδο ειρήνης δεν τα έχουμε επιτύχει ούτε εμείς ούτε κανένα άλλο έθνος. Οι Ρώσοι παραδοσιακά είναι έθνος υπανάπτυκτο. […] Είναι λοιπόν λογικό ότι η οικονομική βοήθεια θα πρέπει να είναι το κύριο όπλο μας στην αντιμετώπιση του κομμουνιστικού επεκτατισμού• είναι όμως απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί με πρωταρχική έμφαση στο πολιτικό και ψυχολογικό, σε αντιδιαστολή με το αμιγώς οικονομικό, αποτέλεσμά του.

Τέλος, για τους Ρεπουμπλικάνους που ήλεγχαν το Κογκρέσο και ζητούσαν περικοπές δαπανών και μείωση της φορολογίας, ο Κένναν υπενθύμισε ότι η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στη Δυτική Ευρώπη θα κόστιζε πολύ λιγότερο από την προάσπιση των ίδιων συμφερόντων δια του πολέμου. Τα οφέλη που θα αποκόμιζαν οι ΗΠΑ από το Σχέδιο Μάρσαλ είναι ως προς τη σημασία τους είναι για τούτη τη χώρα εφάμιλλα με τους στόχους μιας μείζονος πολεμικής προσπάθειας. Το κόστος, από την άλλη πλευρά, είναι κατά πολύ μικρότερο από εκείνο ακόμη και μιας σχετικώς ήσσονος πολεμικής προσπάθειας[.] Προτάθηκε σχέδιο Μάρσαλ και στους σοβιετικούς, το οποίο απέρριψαν.

Έτσι, η βοήθεια Μάρσαλ δόθηκε στη δυτική Ευρώπη και δρομολογήθηκε η δημιουργία της Ε.Ε. «μια ομόσπονδη Ευρώπη στην οποία θα έχουν απορροφηθεί τα τμήματα της Γερμανίας αλλά στην οποία η επιρροή των άλλων χωρών θα επαρκεί ώστε να συγκρατεί τη Γερμανία στη θέση της» όπως επιθυμούσε ο Τσώρτσιλ: η Γερμανία να είναι ευτραφής, αλλά ανίκανη (fat but impotent).

Ο Κένναν, τον Ιανουάριο του 1948, σχολιάζοντας την πρόταση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Έρνεστ Μπέβιν για μια ένωση των δυτικοευρωπαϊκών κρατών υπό την αιγίδα της Βρετανίας και της Γαλλίας, εισηγήθηκε στον Τζωρτζ Μάρσαλ να την υποδεχθεί θετικά: «μόνο μια τέτοια ένωση δημιουργεί ελπίδα για την αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη χωρίς να επιτρέπει στη Γερμανία να καταστεί και πάλι η κυρίαρχη δύναμη» εν τούτοις, διαφωνούσε με τη στρατιωτική διάσταση της προτεινόμενης ένωσης, ιδίως εάν αυτή επρόκειτο να είναι η αφετηρία του εγχειρήματος: «Η στρατιωτική ένωση δεν πρέπει να είναι η αφετηρία. Πρέπει να απορρεύσει από την πολιτική, οικονομική και πνευματική ένωση – και όχι το αντίθετο». Για τον Κένναν, η βρετανική πρόταση προσπαθούσε απλώς να υποκρύψει άλλο ένα «πλαίσιο» για στρατιωτικές συμμαχίες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα ήταν αρνητικό και θα είχε μικρή αξία. Εάν πρόκειται να υπάρξει «ένωση», πρέπει να εδράζεται στην πραγματικότητα οικονομικών και τεχνικών και διοικητικών ρυθμίσεων• και πρέπει να υπάρξει μια πραγματική ομοσπονδιακή αρχή.

Η κατά τον Κένναν δυσκολία, ήταν ότι «δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στον γερμανικό λαό να επιδείξει αυτοβούλως οποιαδήποτε αυτοσυγκράτηση, να νιώσει οιαδήποτε επαρκή αίσθηση ευθύνης έναντι των άλλων ευρωπαϊκών εθνών, ή να ενδιαφερθούν οι ίδιοι [οι Γερμανοί] για τη διατήρηση των δυτικών αξιών στη δική τους χώρα και αλλού στην Ευρώπη.

Αυτό που χρειάζονται οι Γερμανοί δεν είναι να οδηγηθούν σε έναν βίαιο εγκλεισμό στον εαυτό τους, πράγμα που μόνον αυξάνει την εκ γενετής έλλειψη ρεαλισμού, την αυτολύπηση και τον προκλητικό εθνικισμό που τους διακρίνει, αλλά να οδηγηθούν έξω από τον συλλογικό εγωκεντρισμό τους και να ενθαρρυνθούν να δουν τα πράγματα από μια ευρύτερη οπτική, να αποκτήσουν συμφέροντα και αλλού στην Ευρώπη και στον κόσμο, και να μάθουν να θεωρούν εαυτούς πολίτες του κόσμου και όχι μόνον Γερμανούς».

Έπρεπε, συνεπώς, να βρεθούν μηχανισμοί «αυτόματων εγγυήσεων» έναντι μελλοντικής εκμετάλλευσης από τη Γερμανία της υπεροχής της σε πληθυσμό και σε στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο εθνικισμός των γερμανών εδράζονταν στην εθνική υπερηφάνεια καθώς πριν τον πόλεμο η Γερμανία ήταν η πιο ισχυρή επιστημονικά και τεχνολογικά βιομηχανική χώρα του γερμανικού κόσμου της Ευρώπης, συγκρίσιμη μόνο με τις ΗΠΑ, καθώς οι δύο χώρες πρωτοστάτησαν στην 2η βιομηχανική επανάσταση.

Ο γνωστός Φορντ της αυτοκινητοβιομηχανίας θαύμαζε τον Χίτλερ και ο Χίτλερ θαύμαζε τον αντισημίτη Φόρντ γι’ αυτό έφτιαξε το «σκαραβαίο» εμπνευσμένος από το Ford Model T. Ο πατέρας της ατομικής βόμβας, αμερικανός γερμανικής καταγωγής Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, είχε μαθητεύσει στην κβαντική φυσική στο μεγάλο εβραιογερμανό φυσικό και μαθηματικό Max Born στη πόλη Γκέτινγκεν της Γερμανίας, σημαντικό κέντρο έρευνας της εποχής. Η κβαντομηχανική είναι καθαρά γερμανικό επίτευγμα και η εκμετάλλευση του για στρατιωτικούς σκοπούς είχε ως αποτέλεσμα την ατομική βόμβα.

Παρά τον αποτυχημένο διακανονισμό του 1919 οι γερμανοί κατάφεραν σύντομα να υπερισχύσουν επιστημονικά (χημεία, μαθηματικά, φυσική) και τεχνολογικά (βιοτεχνολογία, πληροφορική, αεροναυπηγική) των υπόλοιπων γερμανικών φύλων – εθνικών κρατών της Αγγλίας, Γαλλίας και να ξεκινήσουν ένα δεύτερο επεκτατικό πόλεμο.

Παρενθετικά, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι πόλεμοι, όπως και η ανάπτυξη, κρίνονται στα εργαστήρια. Αν η τύχη και οι μυστικές υπηρεσίες των Βρετανών δεν είχαν ευνοήσει τους Αμερικανούς, αφενός να ανακαλύψουν πρώτοι παρά τρίχα την ατομική βόμβα- πρώτη δοκιμή Ιούλιο του 1945 και χρήση Αύγουστο του 1945, ενώ παράλληλα στα γερμανικά εργαστήρια δούλευαν πυρετωδώς πολύ σημαντικοί Γερμανοί επιστήμονες (από το 1939 η ομάδα του Uranium Club/ Uranverein, ανάμεσά τους ο κορυφαίος Heisenberg) και αφετέρου να συλλάβουν την ομάδα τον Μάιο του 1945 με τις επιχειρήσεις Alsos και Epsilon (μετέφεραν στην Αγγλία 10 επιστήμονες συμπεριλαμβανομένου του Heisenberg ), ο κόσμος μας σήμερα θα ήταν αλλιώς, πάλι βέβαια γερμανικός.

Οι Αμερικανοί μετά τον πόλεμο μετέφεραν ολόκληρη την ομάδα του Βέρνερ φον Μπράουν που διεύθυνε το γερμανικό πυραυλικό πρόγραμμα στις ΗΠΑ και καθώς η ομάδα αυτή ήταν κορυφαία στους βαλλιστικούς πυραύλους, έτσι φτιάχτηκε η NASA το 1958 και οι ΗΠΑ μπήκαν στην κούρσα του διαστήματος. Σήμερα θεωρείται ως ο πατέρας του διαστημικού προγράμματος των ΗΠΑ.

Σκοτεινή παραμένει η πιθανή εκμετάλλευση των βιοτεχνολογικών πορισμάτων του αποτρόπαιου Μέγκελε μέχρι την κλωνοποίηση- είναι γνωστό ότι οι ερευνητές παθιάζονται από το καθήκον και τα ευρήματα τους, η επιστήμη γίνεται αυτοσκοπός και η ηθική αποκτά δευτερεύουσα ή καμία σημασία- ο Οπενχάιμερ έδωσε συγκατάθεση για τη χρήση της ατομικής βόμβας και ποτέ δεν μετανόησε μολονότι σε μια κρίση συνείδησης, κατά τη βράβευση του από τον Πρόεδρο Τρούμαν είπε «κύριε Πρόεδρε έχω αίμα στα χέρια μου».

Ο στόχος λοιπόν των Αμερικανών μετά τον πόλεμο ήταν αφενός να επικυριαρχήσουν οικονομικά και ολοκληρωτικά της Ευρώπης για να χρησιμοποιήσουν τους πόρους της, μετά την αναστήλωση της- να υποτάξουν την ηττημένη Ιαπωνία για τους ίδιους λόγους, ώστε να επεκταθούν σε άλλες περιοχές του πλανήτη, δηλαδή την εξουθενωμένη από το βάρος του πολέμου Ρωσία (τότε ΕΣΣΔ), όπως ήθελε και ο Χίτλερ και την Κίνα. Μια ματιά στο χάρτη αρκεί για να καταλάβει κανείς τους λόγους επεκτατισμού σε αυτές τις κολοσσιαίες και πλούσιες χώρες. Κι όπως λέει η παροιμία, το σίδερο στη βράση κολλάει.

Έτσι, πριν ακόμα κλείσουν οι πληγές του πολέμου, 5 μόλις χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, το Σεπτέμβριο του 1950, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντην Άτσεσον άρχισε τις συζητήσεις με τη Βρετανία και τη Γαλλία για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας (ο Στάλιν αρχικά ήθελε ουδέτερη, ενωμένη και αφοπλισμένη τη Γερμανία, όπως και οι Γερμανοί). Ο επανεξοπλισμός συνδέονταν με τις εξελίξεις στην Κορέα, όπου κλιμακώνονταν ο πόλεμος (θα αναφερθούμε παρακάτω). Για να εγκρίνει το Κογκρέσο στρατιωτική βοήθεια έπρεπε οι σύμμαχοι της Αμερικής, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι Γερμανοί από το 1948, να συνεισφέρουν και αυτοί στην άμυνα της Ευρώπης.

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας ολοκληρώθηκε με την ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ το 1956 υπό την μεγάλη πίεση των Αμερικανών, καθώς όλες οι δυνάμεις ήταν απρόθυμες και αντιστάθηκαν, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Η δημιουργία της Βundeswehr δεν προκάλεσε γενικό ενθουσιασμό και ο καγκελάριος Αντενάουερ ομολόγησε ότι συμφώνησε υπό την «διεθνή» πίεση. Ο μοναδικός ρητός περιορισμός που τέθηκε ήταν η απόλυτη απαγόρευση γερμανικού προγράμματος πυρηνικών όπλων δια παντός. Από το 1953 το ΝΑΤΟ απέκτησε πυρηνικά όπλα μάχης και άρχισε να τα εγκαθιστά στη Δυτική Γερμανία.

Τα δύο στρατόπεδα είχαν διαφορετική στρατηγική  και διαφορετικά οπλικά συστήματα.

Βασικές προτεραιότητες της στρατηγικής των σοβιετικών-σλάβων, υπήρξαν η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας και της συνοχής της ΕΣΣΔ, δηλαδή  η επιβίωση και η ασφάλεια, η εδαφική επέκταση και η ενίσχυση της σοβιετικής επιρροής σε διάφορες γεωγραφικές περιφέρειες, η αύξηση των υλικών συντελεστών ισχύος της ΕΣΣΔ, η αποφυγή περικύκλωσης από έναν καπιταλιστικό συνασπισμό, η μεταφορά βαρών, η κατατριβή πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών της ΕΣΣΔ (καπιταλιστών και μη) και η ανάσχεση της γερμανικής ισχύος.

Προς επίρρωση του ισχυρισμού ότι η σοβιετική στρατηγική δεν ήταν επιθετική αναφέρουμε ότι ο αμερικανός διπλωμάτης Κένναν το 1946 απέστειλε από τη Μόσχα το «μακρύ τηλεγράφημα» προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο διατύπωνε ρητώς τη θέση ότι η Σοβιετική Ένωση αντιπροσώπευε για τις ΗΠΑ μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική πρόκληση αλλά όχι στρατιωτική απειλή.

Υποστήριζε ότι η ΕΣΣΔ δεν αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για το δυτικό κόσμο καθώς, για να ανταποκριθεί στα νέα διεθνή δεδομένα, είχε ήδη υπερεκτείνει (overextend) τις δυνάμεις της σε τέτοιο βαθμό ώστε βρισκόταν σε εσωτερική κρίση. Μάλιστα, κατά τον Κένναν, οι στόχοι των Σοβιετικών στην ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν αμιγώς πολιτικοί και όχι στρατιωτικοί. Δεν ενδιαφέρονταν, δηλαδή, για τη στρατιωτική κατάκτηση της Ευρώπης αλλά για την εγκαθίδρυση μιας περιοχής έμμεσου ελέγχου που θα τους έδινε ισχύ, αλλά όχι ευθύνες.

Στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει το 1946 και ο Φρανκ Κ. Ρόμπερτς, επιτετραμμένος στη βρετανική πρεσβεία της Μόσχας «Δεν ορμούν σε τοίχους, ακόμη και όταν διαθέτουν την απαιτούμενη δύναμη για να τους γκρεμίσουν, αλλά προτιμούν να περιμένουν και να βρουν κάποιον τρόπο είτε να τον παρακάμψουν είτε να περάσουν πάνω από τον τοίχο».

Σύμφωνα δε, με νεότερες έρευνες στα σοβιετικά αρχεία, ο Στάλιν είχε πλήρη συνείδηση της αδυναμίας της χώρας του μετά τον πόλεμο και της ισχύος των ΗΠΑ, που διέθεταν το ατομικό μονοπώλιο. Η χώρα είχε υποστεί τρομακτικές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό (τα θύματα υπολογίζονται σε είκοσι εκατομμύρια) ενώ οι παραγωγικές της δομές είχαν σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί. Η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, από τους πιο φρικτούς πολέμους κατάκτησης, υποδούλωσης και εξολόθρευσης στην ανθρώπινη ιστορία, άφησε τη χώρα σε ερείπια. Το 1946 ο Στάλιν διακήρυξε ότι θα χρειάζονταν τουλάχιστον έξι χρόνια για την αποκατάσταση των ζημιών και την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών της. Γι’ αυτό, η στάση του απέναντι στη Δύση δεν μπορούσε παρά να είναι ενδοτική και συναινετική.

Επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ και την κοινή διαμόρφωση της δομής του μεταπολεμικού κόσμου από τις Μεγάλες Δυνάμεις, όπως είχε συμβεί μετά τους ναπολεόντειους πολέμους. Η συνεργασία αυτή θα βασιζόταν στη de facto αναγνώριση της νέας ισορροπίας ισχύος, που είχε προκύψει μετά τον πόλεμο. Ο Στάλιν θεωρούσε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε κάθε δικαίωμα να έχει λόγο για τα μείζονα διεθνή προβλήματα και κυρίως να έχει τον έλεγχο εδαφών, για την απελευθέρωση των οποίων ο Ερυθρός Στρατός είχε χύσει πολύ αίμα.

Δεν είχε ούτε τη θέληση ούτε τη δυνατότητα να επιτεθεί στη δυτική Ευρώπη. Άλλωστε δεν θα είχε απαιτήσει από τους Συμμάχους να αποβιβαστούν στην Ευρώπη, ώστε να σχηματιστεί ένα δεύτερο μέτωπο, αν σκόπευε να τους διώξει. Ούτε θα αποστράτευε περίπου 10 εκατομμύρια Σοβιετικούς στρατιώτες σε τρία χρόνια (1945-48). Επίσης η πολιτική της ανασυγκρότησης στο εσωτερικό δεν απέβλεπε μόνο στην οικονομική ανάπτυξη αλλά και στην ισχυροποίηση της χώρας στους τομείς της βιομηχανίας, της τεχνολογίας και της επιστήμης, ώστε να καταστεί ικανή να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά και σε παγκόσμια κλίμακα τη Δύση, στόχος που τελικά απέτυχε παταγωδώς.

Μετά από λίγο, ο  Κένναν διατύπωσε την πρόγνωση που θα είχε θέση σε οποιοδήποτε εγχειρίδιο Ρεαλιστικής σκέψης: «…η προσοχή μας θα πρέπει να συγκεντρωθεί στους άμεσους εθνικούς μας στόχους. Δεν χρειάζεται να τρέφουμε σήμερα αυταπάτες ότι μπορούμε να αντέξουμε την πολυτέλεια του αλτρουισμού και της παγκόσμιας ευεργεσίας» και «δεν είναι μακριά η μέρα που θα πρέπει να ενεργήσουμε με βάση καθαρούς όρους ισχύος. Όσο λιγότερο τότε εμποδιζόμαστε από ιδεαλιστικά συνθήματα, τόσο το καλύτερο».

Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία και ένα σημαντικό μέρος της αμερικανικής γραφειοκρατίας από το Κογκρέσσο , προέβαλλε όχι μόνο τις αποτρεπτικές, όπως επιθυμούσε ο Κένναν, αλλά και τις επιθετικές δυνατότητες που έδιναν τα πυρηνικά όπλα στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η στρατιωτική ισχύς που θα αποκτούσαν οι ΗΠΑ, η μεγαλύτερη στην ιστορία της ανθρωπότητας, ξεπερνούσε σε σπουδαιότητα οποιεσδήποτε πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικής, πολιτισμικές και οικονομικές ενστάσεις και διαφωνίες.

Όπως ευφυώς παρατηρούσε το 1953 η Τζάνετ Φλάνερ, ανταποκρίτρια του περιοδικού The New Yorker στο Παρίσι, σχετικά με τις τότε συζητήσεις εναλλακτικών προτάσεων που αφορούσαν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας (δημιουργία Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας) «για τους Γάλλους συνολικά το πρόβλημα της ΕΑΚ είναι η Γερμανία και όχι η Ρωσία όπως είναι για τους Αμερικανούς».

Κατά την άποψη μεγάλης μερίδας ιστορικών του κόσμου, ενώ οι Σοβιετικοί ακολούθησαν μετά τον πόλεμο αμυντική εξωτερική πολιτική αποβλέποντας στην κατοχύρωση της εθνικής τους ασφάλειας, οι Αμερικανοί επιδίωξαν την επέκταση της οικονομικής τους ισχύος στην υφήλιο και τη δημιουργία φιλικών προς αυτούς καθεστώτων, που θα εξυπηρετούσαν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα.

Όσον αφορά στα οπλικά συστήματα, το 1952 έγινε η πρώτη επιτυχής δοκιμή θερμοπυρηνικής βόμβας  υδρογόνου από τις ΗΠΑ, η πρώτη αντίστοιχη δοκιμή των σοβιετικών έγινε δέκα μήνες μετά, το 1953 και  από τη Γαλλία το 1968 (μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί). Για τη ρίψη των πυρηνικών κεφαλών η αεροπορία των ΗΠΑ εστίαζε στο στόλο βομβαρδιστικών/ αερομεταφερόμενα πυρηνικά, ενώ οι σοβιετικοί εστίαζαν στην ανάπτυξη των μέσων εκτόξευσης τους πέραν των ωκεανών/ διηπειρωτικός βαλλιστικός πύραυλος και εκτόξευση του Σπούτνικ, το 1957.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι ΗΠΑ πίεζαν για ευρωπαϊκή πυρηνική αποτρεπτική δύναμη υπό συλλογική διοίκηση, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε από την καχυποψία των άγγλων και γάλλων σχετικά με την πρόσβαση σε αυτά της Γερμανίας. Αφετέρου, η Βρετανία  χωρίς αμερικανικά δολάρια θα ήταν αδύνατο να κρατήσει τα προπολεμικά της εδάφη, τις βάσεις και τα εδαφικά δικαιώματα που είχε σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, οι Βρετανοί που χρειάζονταν τους Αμερικανούς για τη στήριξη της στερλίνας και δάνειο (πήραν από το ΔΝΤ το 1956 δάνειο 561,47 εκ δολάρια και δέσμευση για άλλα 738 εκ. σε περίπτωση ανάγκης) δεν είχαν καμιά αντίρρηση να σταθμεύουν σε βρετανικό έδαφος βομβαρδιστικά των ΗΠΑ ικανά να φέρουν πυρηνικά- η πυροδότηση τους αναφερόταν θολά ότι θα ήταν θέμα συναπόφασης.

Από την εποχή της λήξης του πολέμου, στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου μέχρι τις μέρες μας, η άλωση της Ρωσίας φαίνεται ότι ήταν κύρια επιδίωξη της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής.
Το 1950, κλιμακώθηκε ο πόλεμος  στην Κορέα. Η  νίκη των Κινέζων κομμουνιστών το 1949 που είχε προηγηθεί χαιρετίστηκε από τους σοβιετικούς,  αλλά οι προστριβές μεταξύ Πεκίνου και Μόσχας εκδηλώθηκαν σχεδόν αμέσως  για την κατανομή ισχύος και εδαφικές διαμάχες . Η αρχή του πολέμου στην Κορέα ξεκινά από την ήττα της Ιαπωνίας το 1945, όταν άρχισε να διαμελίζεται η πρώην αυτοκρατορία στους νικητές και οι σοβιετικοί θέλησαν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο, ως προγεφύρωμα ασφάλειας ή όχι, μιας και τα εδάφη τους εκτείνονταν ως εκεί.

Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος για την κατανόηση της σοβιετικής στρατηγικής ήταν οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με την Κίνα, αλλά και την Ιαπωνία. Οι σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης με την Κίνα έφτασαν πριν τον πόλεμο, στο σημείο των ένοπλων συγκρούσεων στη Μαντζουρία το 1929, ενώ με την κατάληψη της Μαντζουρίας το 1931 από τους Ιάπωνες εμφανίστηκε μια καινούρια και πιο επικίνδυνη απειλή για τους Σοβιετικούς, αυτή του ιαπωνικού επεκτατισμού. Ακριβώς στη λήξη του πολέμου, μια μέρα μετά το Ναγκασάκι ,οι Σοβιετικοί, με τη  σύμφωνη γνώμη της Κίνας, απελευθέρωσαν και έθεσαν στη σφαίρα επιρροής τους τη Β. Κορέα από την Ιαπωνία που την κατείχε δια της βίας από το 1910, – οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν στο Νότιο τμήμα για να εδραιώσουν τη θέση τους στην περιοχή, αλλά το 1950 στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου Σοβιετικοί και Κινέζοι ασκούσαν μεγάλη πίεση στη Ν. Κορέα και κινδύνεψε η αμερικανική παρουσία στην περιοχή- η Κορεατική χερσόνησος παλαιότερα αποτελούσε τμήμα της Κίνας (πιθανόν από το 108 π.Χ δυναστεία των Χαν έως τη λήξη της δυναστείας των Qing, με διαστήματα άλλων κατακτητών).

Σήμερα, η κατανομή ισχύος στον κόσμο έχει αλλάξει ριζικά, ο ένας εκ των δύο ισχυρών πόλων που επιδίωκαν να ασκήσουν ηγεμονία δεν είναι τόσο ισχυρός  όσο άλλοτε,  η Κίνα είναι ανερχόμενος πόλος , οικονομικά και στρατιωτικά, η Ευρώπη έχει μείνει πίσω στην ανάπτυξη των έξυπνων- δολοφονικών όπλων- ρομπότ και επιβεβαιώνεται ότι οι επιδιωκόμενοι εθνικοί στόχοι κάθε κράτους είναι σε συνάρτηση με την παγκόσμια κατανομή ισχύος.

Οι πιο ισχυρές τεχνολογικά χώρες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, που αποτελεί το μέλλον στα αυτόνομα θανατηφόρα όπλα (LAWS), φονικές μηχανές ρομπότ, όπου οι άνθρωποι δεν θα έχουν την τελευταία λέξη, είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Δυόμιση δεκαετίες από την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ, είναι εμφανής η μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων.  Δεν θα σταθούμε στις  διεργασίες της διάλυσης, γεγονός είναι ωστόσο ότι είχαν ξεκινήσει δεκαετίες  πιο πριν εκ των έσω, καθώς αυτή η αχανής  αυτοκρατορία έμεινε πίσω στην ανάπτυξη (πιθανά γιατί παραδοσιακά ήταν υπανάπτυκτη, είτε γιατί δεν μπόρεσε να ανακάμψει από το βάρος του πολέμου ώστε να υποστηρίξει οικονομικά τα εδάφη της, είτε γιατί έβαλε στρατιωτικούς στόχους προτεραιότητας την άμυνα, είτε γιατί το πολιτικό σύστημα δεν βοήθησε την οικονομική ανάπτυξη, είτε για άλλους λόγους).

Η ΕΣΣΔ, που πριν  τη διάλυση της κατείχε εδαφικά το ένα έκτο του πλανήτη,  έχασε όχι μόνο τους πρώην στενούς συμμάχους της στην Ευρώπη, αλλά και μεγάλο μέρος των εδαφών της, αφού τεράστιες σε μέγεθος περιοχές της ανεξαρτητοποιήθηκαν με την οικονομική  βοήθεια της Δύσης. Έχασε, στη Βαλτική: Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία, στην περιοχή των στεπών: Καζαχστάν, Αζερμπαϊτζάν,  Ουζμπεκιστάν, Αρμενία, Τουρκμενιστάν, Κιρζιχιστάν και τέλος τη Γεωργία, Λευκορωσία, Μολδαβία και Ουκρανία. Στα εδάφη αυτά σήμερα,  περισσότερο ή λιγότερο ασκείται κάποια δυτική επιρροή.

Η διπλωματική ελίτ στη Βρετανία ακόμα αναμένει  ότι η χώρα θα συνεχίζει να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις, ανεξαρτητοποιείται με το BREXIT από την υπόλοιπη γερμανική Ευρώπη και προσκολλάται στις ΗΠΑ, αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει τη Μόσχα ως τη μεγαλύτερη απειλή για τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας.

Οι Αμερικανοί επιχείρησαν να προσαρμόσουν τον ηθικό και οικονομικό οικουμενισμό τους στους υλικούς και πρακτικούς περιορισμούς που έθεταν τα κενά εξουσίας και οι μετατοπίσεις της διεθνούς και εσωτερικής ισχύος αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο καιρός που ο Κένναν διατεινόταν πως σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης οι ΗΠΑ δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να κάνουν πρώτες εκείνες χρήση πυρηνικών όπλων, δηλαδή απέκλειε, τη στρατηγική του πρώτου πλήγματος, έχει παρέλθει από το 1950.

Το 1954 ο Ντάλες είπε στη σύνοδο του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ «…με λίγα λόγια τώρα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πυρηνικά όπλα σαν να έχουν γίνει στην πραγματικότητα συμβατικά». Έτσι, οι βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου του ΝΑΤΟ χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο του Κόλπου (1990-1991), στα βαλκάνια κατά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (1994-1999) και πιθανά στη Λιβύη (2011-ΠΗΓΗ: DEPLETED URANIUM).

Παραλείποντας άλλους περιφερειακούς πολέμους και ωμές επεμβάσεις όπως η απόβαση στη Γρανάδα, διαπιστώνουμε ότι ο αμερικανικός ηθικός οικουμενισμός απεκδύθηκε τις αξίες του και χωρίς ενδοιασμούς η Κοντολίζα Ράις , πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του προέδρου Μπους, δήλωσε κυνικά στο Ινστιτούτο Brookings για την εισβολή ΗΠΑ και Βρετανίας  το 2003 στο Ιράκ «Πήγαμε στο Ιράκ για να ρίξουμε τον Σαντάμ Χουσεΐν. Δεν πήγαμε στο Ιράκ για να φέρουμε τη Δημοκρατία», για να επισημάνει λίγο αργότερα ότι η εισβολή σχετίζονταν με ζητήματα «ασφαλείας».

Στο μεταξύ η ΕΕ ισχυροποιήθηκε, με την ατμομηχανή πάλι της Γερμανίας, αλλά για να έχουμε μια συγκρίσιμη τάξη μεγέθους, σύμφωνα με τον αναλυτή και ερευνητή Kilian Vieth «η Γερμανία και η εταιρεία  Facebook, βρίσκονται περίπου στο ίδιο επίπεδο ισχύος». !! “Πρέπει να έχεις μεγάλη πολιτική δύναμη πίσω σου για να διαπραγματευτείς με τη Facebook», σύμφωνα με τον αναλυτή, γεγονός κραυγαλέο για την απόλυτη ηγεμονία των ΗΠΑ στη δύση (πηγή).

Εξάλλου, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τους πόρους της Ε.Ε, ο Τράμπ το 2017 ζητάει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της  Ε.Ε στο ΝΑΤΟ (γι’ αυτό αναμένουμε πιο σκληρά οικονομικά μέτρα στη χώρα μας) και η Ε.Ε αντιδρά,  καθώς  με διπλωματική γλώσσα αναγνωρίζει ότι  η άμυνα της δεν κινδυνεύει από τη Ρωσία.

«Ήταν ένα αμερικανικό μήνυμα για πολλά, πολλά χρόνια. Είμαι εναντίον στο να πιεζόμαστε για αυτό», δήλωσε ο Γιούνκερ σε ομιλία του στο περιθώριο της διεθνούς διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. Η  «σύγχρονη πολιτική σταθερότητας», αποτελείται από διάφορα στοιχεία. «Αν κοιτάξετε τι κάνει η Ευρώπη για την άμυνα, καθώς και για την αναπτυξιακή βοήθεια, καθώς και την ανθρωπιστική βοήθεια, η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται μάλλον διαφορετική. Μια σύγχρονη αμυντική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αύξηση των αμυντικών δαπανών». «Οι Ευρωπαίοι πρέπει να εναρμονίσουν πιο αποτελεσματικά τις αμυντικές τους δαπάνες». Ουσιαστικά, αναγνωρίζει ότι οι ευρωπαίοι δεν αντιμετωπίζουν θέμα ασφάλειας από τη Ρωσία και έμμεσα ότι δεν θέλουν να εμπλακούν σε επεκτατικούς πολέμους γιατί θέλουν σταθερότητα στην ήπειρό τους (πηγή).

Προχθές  -στις 13 Απριλίου 2018- οι ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία εξαπέλυσαν αεροπορική επιδρομή στη Συρία – οι δυο τελευταίες με επιπρόσθετο κίνητρο ότι θέλουν να διατηρήσουν συμφέροντα στη Μ. Ανατολή από το πρόσφατο αποικιοκρατικό τους παρελθόν.

«Θα ξαναχτυπήσουμε τη Συρία, αν ο Άσαντ είναι αρκετά ανόητος να δοκιμάσει τη βούλησή μας», δηλώνει η Αμερικανίδα Πρεσβευτής στον ΟΗΕ Νίκι Χέιλι στην έκτακτη συνεδρίαση του Σ.Α του ΟΗΕ, η οποία διεξήχθη μετά από αίτημα της Ρωσίας για να καταδικάσει τα αεροπορικά πλήγματα – αίτημα το οποίο απορρίφθηκε. Το μήνυμα της αμερικανίδας πρεσβευτή και η πολεμοχαρής δήλωση του ενθουσιώδους  προέδρου Τραμπ  φαίνεται σαν να μην  απευθυνόταν στη Συρία. «Οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τη Συρία μέχρι να εξασφαλίσουν … και μια πλεονεκτική θέση για την παρακολούθηση της δράσης του Ιράν», δήλωσε σήμερα η ίδια διπλωμάτης, υποδεικνύοντας τον επόμενο επεκτατικό στόχο της αυτοκρατορίας.

Επίλογος

Εν κατακλείδι, την τελευταία τουλάχιστον 100ετία η Ευρώπη δεν κινδύνευσε από την επιθετικότητα της Ρωσίας. Σύμφωνα με την υψηλή στρατηγική της, όπως εκτέθηκε παραπάνω,  η Ρωσία παλαιό και ώριμο έθνος, μπήκε μόνο όπου έβρισκε πόρτες ανοιχτές και η τάξη και σταθερότητα είχαν διαχρονικά αξία γι΄αυτήν. Αλλά, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πως θα αντιδράσει, υπό καθεστώς άμεσης απειλής. «Να μην φτάσουμε στο σημείο μη επιστροφής» είπε προχθές ο ρώσος διπλωμάτης Βασίλι Νεμπένζια στον ΟΗΕ για ενδεχόμενο πολέμου Ρωσίας-ΗΠΑ και «τα μηνύματα που φτάνουν από την Ουάσιγκτον δείχνουν θέληση για πόλεμο» (πηγή).

Αντίθετα, οι  ΗΠΑ υπό την ηγεσία ενός ακόμα προέδρου WASP, σαν το νεαρό άτι εφορμούν με την ισχύ, χωρίς πολιτικό μεγαλείο και σοφή αυτοσυγκράτηση, να κατακτήσουν τον κόσμο, όπως παλιότερα οι ασιατικές ορδές του Ταμερλάνου. Θα περιμέναμε από τη  Βρετανία και τη Γαλλία, που είναι και αυτά από τα παλαιότερα,  ωριμότερα και πιο αναπτυγμένα έθνη  να επηρεάσουν την αυτοσυγκράτηση.

Δυστυχώς όμως, παρακολουθούμε τη μεν Βρετανία με εκνευρισμό και ανασφάλεια για τη νέα θέση της στον κόσμο, σε ανάμνηση και προσδοκία του αυτοκρατορικού μεγαλείου, να συντάσσεται άλογα με τον καλπασμό του αλόγου. Και τη Γαλλία, πιθανά επειδή ακόμα φοβάται τη Γερμανία, να παλινδρομεί επικίνδυνα. Η Γερμανία δεν είναι πρόθυμη να συμμετέχει στον πόλεμο της Συρίας, και οι χώρες της Ε.Ε και οι χώρες δεν έχουν ενιαία στάση. (πηγή)

Η ανασφάλεια και ο φόβος, αν οι καταστάσεις δεν κρίνονται στην πραγματική τους διάσταση, είναι ο χειρότερος σύμβουλος για τα μεγαλύτερα πολιτικά λάθη που υποθάλπουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως απέδειξε η στάση του Τσώρτσιλ και η Βρετανία κάνει δεύτερη φορά το άλμα.

Παραφράζοντας τον Κένναν, αν δεν αυτοσυγκρατηθούν ή αναχαιτιστούν από τη δύναμη των εθνών που έχουν γνωρίσει έναν ώριμο και κατασταλαγμένο πολιτισμό τότε, όπως παρατήρησε κάποτε ο Πλάτων, «ουκ έστι κακών παύλα, ω φίλε Γλαύκων, ταις πόλεσι, δοκώ δ’ ουδέ τω ανθρωπίνω γένει». (δεν θα σταματήσει το κακό στις πόλεις, φίλε Γλαύκωνα, ούτε και στο ανθρώπινο γένος).

Ο πλανήτης μας, η Ευρώπη και η χώρα αναρωτιόμαστε  αν χρησιμεύουν πλέον μόνο ως τόποι εγκατάστασης πυρηνικών ή ως πεδία δοκιμών των νέων φονικών όπλων τεχνητής νοημοσύνης για την παγκόσμια επικράτηση.  Ειδικότερα η χώρα μας κινδυνεύει να θυσιαστεί σαν την Ιφιγένεια, σε περίπτωση γενικευμένου πολέμου, όπως θυσιάστηκε προς  χάριν της διάσωσης της Ευρωζώνης.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις σήμερα, με ασυγκράτητη επιθετικότητα, στην πραγματικότητα, δεν συνάδουν με πολιτικούς σκοπούς, οι οποίοι κατευθύνονται προς τη διαμόρφωση του αντιπάλου, αλλά κατευθύνονται προς την καταστροφή του αντιπάλου, επαναφέροντας μνήμες από το 2ο Π.Π (τα κατευθυνόμενα χτυπήματα στον άμαχο πληθυσμό, από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία και μετά έχουν γίνει αυτοσκοπός και τα θύματα έκτοτε ονομάζονται ψυχρά «παράπλευρες απώλειες»). Αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψη τους την ουσιαστικότερη ευθύνη που έχει η ανθρωπότητα: τη διατήρηση της ίδιας της ζωής…

Εκεί που αποτυγχάνουν τα κράτη,  είναι αναγκαία η νηφάλια συλλογική αντίδραση της ανθρωπότητας. Όσο ποτέ, ο κόσμος σήμερα χρειάζεται ένα παγκόσμιο κίνημα ειρήνης.

Κατερίνα Μπερλή

ΠΗΓΕΣ:
Το βιβλίο «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» του Tony Judt, 2ος τόμος, εκδόσεις  Η Καθημερινή
«Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, 1941-1950: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ή ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΙΤΙΑ; ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΑ 2012» Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, Θανάσης Δ. Σφήκας, Λυκούργος Κουρκουβέλας, Ευαγόρας Λ. Ευαγόρου, Διονύσης Χουρχούλης
http://www.idis.gr/coldwar/pdf/e-book.pdf
https://en.wikipedia.org/wiki/Werner_Heisenberg , https://en.wikipedia.org/wiki/Henry_Ford, με τις σχετικές αναφορές σε πηγές. Πρόσφατα δημοσιεύματα του ελληνικού και ευρωπαϊκού τύπου(euractive.com)
https://www.protothema.gr/world/article/778906/ipa-o-stratos-mas-den-to-kounaei-apo-ti-suria-mehri-na-petuhoume-tous-stohous-mas/

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου