Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

19 Ιαν 2018


Μπορεί η χώρα μας να ανήκει στη Δύση. Ανεξαρτήτως του τι λέγεται δεξιά και αριστερά, αυτά είναι θέματα που «τακτοποιήθηκαν» στη Γιάλτα και όποιος νομίζει ότι μπορεί να ξεφύγει, απλά υπογράφει την καταδίκη του για μεγάλες εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο, σε όλα σε αυτή τη ρημάδα τη ζωή, υπάρχουν όρια.

Δεν μπορείς να διστάζεις να εκφράζεις ξεκάθαρα τις αντιρρήσεις σου όσον αφορά τις πιέσεις που ασκούν οι φίλοι μας Αμερικανοί να δεχτούμε ονομασία των Σκοπίων η οποία θα περιέχει το όνομα «Μακεδονία» σε οποιονδήποτε συνδυασμό (πάνω, κάτω και πλαγίως).

ΔΕΝ στηρίζω καμία εναλλακτική στο θέμα της ονομασίας του τεχνητού κρατιδίου των Σκοπίων η οποία θα περιέχει το όνομα «Μακεδονία» με οποιονδήποτε συνδυασμό.
Απορρίπτωκάθε πιθανή ονομασία των Σκοπίων η οποία θα περιέχει τη λέξη «Μακεδονία» κι ας το πει ο Κώστας Μπακογιάννης «εθνικιστικό τρολ» ή/και «πατριδοκάπηλο τρολ». Εξάλλου, είναι τόσο εύκολο στον τόπο μας που ξέρει μόνο το άσπρο και το μαύρο, αγνοώντας το γκρίζο και είναι γεμάτη παντογνώστες, να σου κολλήσουν… ετικέτα.

Οι φίλοι μας οι Αμερικανοί γνωρίζουν πολύ καλά την αρχαία Ιστορία. Παρά πολύ καλά. Χαζοί δεν είναι. Γι’ αυτό άλλωστε διδάσκουν πολλές ιστορικές μάχες των Αρχαίων Ελλήνων στη στρατιωτική ακαδημία του West Point. Τι περίεργο! Καμία από αυτές τις μάχες δεν περιλαμβάνουν τους Σλάβους των Σκοπίων…

Οι φίλοι Αμερικανοί όμως ετοιμάζονται να κάνουν ένα Ιστορικό λάθος, μια σοβαρή ανακολουθία, βιάζοντας την Ιστορία που διδάσκουν στις στρατιωτικές τους σχολές, την Ιστορία με την οποία «ανδρώνουν» τις νέες γενιές στρατιωτικών ηγητόρων, στα χέρια των οποίων θα κριθεί η ασφάλεια του κράτους τους.

Ο Ελληνικός λαός άντεξε την οικονομική κρίση. Όμως δεν θα αντέξει, και θα αντιδράσει άσχημα, στην ιστορική προσβολή. Οι Αμερικανοί γνωρίζουν πολύ καλά τον Ελληνικό λαό. Γνωρίζουν ότι οι Έλληνες ζούμε (καλώς-κακώς, δεν έχει σημασία) ΜΕ ΤΗΝ και ΓΙΑ ΤΗΝ Ιστορία μας.

Πάρτε μας τα λεφτά μας. No problem. Την Ιστορία μας όμως δεν την πουλάμε, δεν την χαρίζουμε. Ο Ελληνικός λαός στη συντριπτική του πλειοψηφία δεν αποδέχεται τον όρο «Μακεδονία» σε καμία μορφή στην ονομασία των Σκοπίων και ας ακούγονται διάφοροι γραφικοί. Γιατί νομίζετε δεν τολμούν να θέσουν το θέμα σε δημοψήφισμα;

Εάν οι Αμερικανοί που έχουν την ευθύνη για τη λήψη αποφάσεων διαθέτουν ελάχιστη «συναισθηματική πολιτική νοημοσύνη», θα αντιληφθούν ότι ετοιμάζονται να προσβάλλουν όχι οποιονδήποτε λαό, αλλά αυτόν που επηρέασε το Αμερικανικό Σύνταγμα. Οι Αμερικανοί δεν ενδιαφέρονται για το όνομα των Σκοπίων.

Κακώς βέβαια, διότι γνωρίζουν ότι τις παντός είδους ανιστόρητες αποφάσεις τις βρίσκεις μπροστά σου αργότερα και οι ίδιοι ξέρουν καλά. Ενδιαφέρονται για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ. Θεμιτό. Όμως, το όνομα των Σκοπίων είναι πρόβλημα των Σκοπίων. Δεν είναι πρόβλημα της Ελλάδας.
Οι φίλοι μας οι Αμερικανοί ας αντιληφθούν ότι εάν τελικώς πιεστεί η Ελληνική κυβέρνηση να αποδεχτεί ονομασία με όρο «Μακεδονία», σε μια χώρα που δεν είναι καν ομόθυμη σε αυτό, αφού οι θέσεις των Αλβανών της ΠΓΔΜ είναι επαρκώς καταγεγραμμένες και δημοσιοποιημένες, θα πυροβολήσουν τα πόδια τους, αφού δεν θα πετύχουν τον στόχο που έχουν θέσει.

Όχι μόνο δεν θα σταθεροποιηθεί η περιοχή των Βαλκανίων, αλλά θα διακινδυνεύσουν σοβαρά να συμβεί το ακριβώς αντίθετο: Σε λίγα χρόνια θα δημιουργηθούν νέες εστίες συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να δοθούν ερείσματα στη Ρωσία, την οποία υποτίθεται θέλουν να αποκλείσουν από την ΠΓΔΜ, να προκαλεί αναφλέξεις όποτε αυτή το αποφασίζει.

Το Γεωπολιτικό Τρολ
Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Νίκου Μελέτη

Με εκκωφαντική σιωπή και μοναδική αντίδραση την προσπάθεια επιστράτευσης της κορυφής της Εκκλησίας της Ελλάδας με την ελπίδα χαλιναγώγησης της μαζικής μορφής που τείνουν να πάρουν οι κινητοποιήσεις για το όνομα της ΠΓΔΜ, η κυβέρνηση δείχνει να χάνει τον έλεγχο της κατάστασης στο ξεκίνημα της διαδικασίας για την εξεύρεση λύση στο ονοματολογικό.

Μέτα την υποβολή της πρότασης Nimetz, μέρος της οποίας διέρρευσε σε σκοπιανό ΜΜΕ, την επίσκεψη του γ.γ. του ΝΑΤΟ στα Σκόπια αλλά και την διπλή ασυνήθιστη παρέμβαση της Μόσχας με αιχμή την κατάσταση στην ΠΓΔΜ, η κυβέρνηση αναζητά στρατηγική για ένα εξαιρετικά δύσκολο δίμηνο, όπου εκτός όλων των άλλων θα έχει να αντιμετωπίσει και μια κοινή γνώμη η οποία είναι απολύτως καχύποπτη έναντι κάθε κίνησης που γίνεται στο Σκοπιανό.

Η διαρροή της πρότασης Nimetz σε ότι αφορά τα ονόματα και την γλώσσα και Ιθαγένεια, εφόσον επιβεβαιωθεί (αν και κανείς δεν έσπευσε να την διαψεύσει), οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Μ. Nimetz σε αυτό το σκέλος έδωσε επιλογές που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να καλύψουν την ελληνική θέση για «συνθέτη» ονομασία με γεωγραφικό η έστω και χρονικό προσδιορισμό.

Η μόνη από τις ονομασίες που δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ούτε προς συζήτηση είναι αυτή που περιορίζεται στην Συνταγματική ονομασία με την προσθήκη απλώς της πρωτεύουσας σε παρένθεση σε μια μορφή προσχηματικής σύνθετης ονομασίας με... γεωγραφικό προσδιορισμό «Republika Makedonija(Skopje)».

Στο θέμα της γλώσσας και της Ιθαγένειας ο Κ. Nimetz «παίζει» με την γνώστη και επαναλαμβανόμενη θεωρεία ότι ο όρος «Makedonski-a-o» εφόσον είναι αμετάφραστος διαφοροποιείται από το «Μακεδονικός-η-ο» και το “Macedonian”και συνεπώς θα μπορούσε να αποτελεί μια επιλογή αποδεκτή από την Ελλάδα. Αφήνει ανοικτό ως εναλλακτικό τη σύνδεση της γλώσσας και της ιθαγένειας με το νέο όνομα του κράτους ( π.χ. Language of Republika Gorna Makedonija).

Η διαρροή η οποία έγινε στο σκοπιανό ΜΜΕ δεν «ακούμπησε» όμως το κρίσιμο ζήτημα του εύρους χρήσης. Και αυτό φυσικά γεννά ανησυχία καθώς οι Σκοπιανοί έχουν κάθε λόγο να προστατεύσουν τα σημεία της πρότασης τα οποία είναι ευνοϊκά για την πλευρά τους.

Ο κ. Nimetz σε δυο από τις τελευταίες ολοκληρωμένες προτάσεις του (2005 και 2013) μετά από ένα παζάρι που επιχειρούσε να ισορροπήσει μεταξύ των δυο πλευρών, επέλεξε την τακτική του να μοιράσει την πίτα σε δυο κομμάτια: το ένα με το όνομα και την γλώσσα και την ιθαγένεια και το άλλο με το εύρος χρήσης και την εφαρμογή της συμφωνίας.

Και στις δυο περιπτώσεις, μετά την υποβολή των αρχικών προτάσεων και αφού ακολούθησε σκληρό «παιγνίδι» από τα Σκόπια, ο κ. Nimetz κατέληξε να παρουσιάζει στην Αθήνα προτάσεις οι οποίες κατέληγαν στην απαράδεκτη μορφή της Διπλής Ονομασίας, καθώς προέβλεπε την διατήρηση της συνταγματικής ονομασίας στο εσωτερικό (Republika Makedonija).

Αυτή η κλασσική πρακτική του Κ. Nimetz στοιχειώνει την διαπραγμάτευση και πάλι, καθώς η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει ότι η επιδίωξη τέτοιου είδους ισορροπιών από τον Κ. Nimetz θα την υποχρεώσει σε μια κρίσιμη στιγμή, λίγο πριν από την Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. τον Μάιο, και φυσικά του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο, να απορρίψει τις προτάσεις του και να κινδυνεύει να χρεωθεί την ευθύνη του αδιεξόδου.

Και πλέον οι χειρισμί από δω και πείρα θα είναι φυσικά με προτεραιότητά την λύση, αλλά συγχρόνως θα στοχεύουν στο να αποφευχθεί αυτή ακριβώς η επίρριψη ευθυνών που θα έχει συνέπειες και μάλιστα σε μια στιγμή που η κυβέρνηση θα ετοιμάζεται να ζητήσει στήριξη από εταίρους και συμμάχους για την έξοδο στις αγορές και την μείωση του χρέους.

Η διαδικασία για την επίλυση του προβλήματος της ονομασίας συμπίπτει όμως με μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή για τα Βαλκάνια, καθώς η Μόσχα μετά την πλήρη επαναφορά της στην Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, επιμένει στην ανάκτηση των ερεισμάτων της στα Βαλκάνια.

Σε μια εξέλιξη η οποία δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη είναι η νέα παρέμβαση της Μόσχας προς στήριξη του προέδρου της ΠΓΔΜ και συνεπώς του VMRO-DPNE για την απόφαση του για βέτο στο νομοσχέδιο αναγνώρισης της αλβανικής σε δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους.

Το ρωσικό ΥΠΕΞ με αφορμή δήλωση του Αλβανού πρωθυπουργού Edi Rama στην ίδρυση του UCK στο Κόσοβο, καθώς και την συμβολή του στην προώθηση της αλβανικής ως δεύτερης γλώσσας στην ΠΓΔΜ, εξαπέλυσε επίθεση στην Αλβανία, κάνοντας λόγο για «εξελίξεις που συμβαδίζουν με τις φιλοδοξίες για Μεγάλη Αλβανία, που θέτουν σε κίνδυνο την εδαφική ακεραιότητα αρκετών κρατών στην περιοχή». Γίνεται και προσωπική επίθεση στον Edi Rama που προωθεί όπως αναφέρεται την Πλατφόρμα των Τιράνων στα Σκόπια (σ.σ. το κείμενο στο οποίο στηρίχθηκε η συγκυβέρνηση Zaev-αλβανόφωνων κομμάτων).

«Η εφαρμογή αυτού του κειμένου, θα παραβιάσει τους συνταγματικούς θεσμούς του Μακεδονικού Κράτους και της Συμφωνίας της Αχρίδας και θα προκαλέσει νέες εθνικές συγκρούσεις στα Bαλκάνια» αναφέρει η ανακοίνωση, ενώ σε ότι αφορά στον νόμο για την γλώσσα, σε μια ξεκάθαρη στήριξη στον G. Ivanov το ρωσικό ΥΠΕΞ αναφέρει ότι «τέτοιες αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται σε συμφωνία όλων των βραχιόνων της εξουσίας, και με την ευρεία συναίνεση της κοινωνίας».

Είναι η δεύτερη μέσα σε λίγες ημέρες ρωσική παρέμβαση για την ΠΓΔΜ, καθώς προχθές ο ίδιος ο κ. Lavrov ουσιαστικά «συνέστησε» στην Ελλάδα να μην υποχωρήσει στο θέμα της ονομασίας προκειμένου τα Σκόπια να μην ενταχθούν στο ΝΑΤΟ όπως επιδιώκει η Ουάσιγκτον.

Αυτές οι ρωσικές παρεμβάσεις επιχειρούν να εκθέσουν την ελληνική κυβέρνηση, καθώς πρακτικά καταλογίζουν στην Αθήνα ότι υποχωρεί σε εθνικής σημασίας ζητήματα προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και της Ουάσιγκτον, ενώ συγχρόνως κινητοποιούν στην Δύση όσους πιστεύουν ότι πρέπει να στηριχθεί με κάθε τρόπο η φιλοδυτική κυβέρνηση Zaev ως ανάχωμα στην ρωσική διείσδυση και η ευρωατλαντική ενσωμάτωση είναι ο μοναδικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.

Φυσικά η Αθήνα έχει στα χεριά της την ομόφωνη απόφαση του Βουκουρεστίου η οποία έχει ανανεωθεί και σε άλλες Συνόδους Κορυφής του ΝΑΤΟ. Αλλά σε ένα γεωπολιτικό παιγνίδι τέτοιου επιπέδου είναι προφανές ότι η τυπική ισχύ της αρχής του consensus στην διαδικασία λήψης αποφάσεων στο ΝΑΤΟ, σχετικοποιείται, καθώς υπάρχει και ο διαμορφωμένος συσχετισμός δυνάμεων. Και όλοι γνωρίζουν ότι το 2008 το ελληνικό «βέτο» υπήρξε επειδή η Ελλάδα δεν ήταν μόνη αλλά είχε σθεναρό υποστηρικτή τον πρόεδρο της Γαλλίας Nikola Sarkozy. Σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχει Sarkozy, αλλά θα δυσκολευθεί η Αθήνα να βρει έστω και έναν Σύμμαχο να υποστηρίξει επί της ουσίας την θέση της για το όνομα.

Και αυτό το αδιέξοδο, του να απορρίψει μια τελική κακή πρόταση Nimetz και να υποχρεωθεί σε νέο βέτο, είναι που θέλει να αποφύγει η κυβέρνηση. Αλλά είναι κάτι που μάλλον άργησε να καταλάβει...

Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



17 Ιαν 2018


Tου Αλέξανδρου Τάρκα

Οι βίαιες ταραχές στο Ιράν είναι ακόμα νωρίς να αξιολογηθούν ως ικανές για ανατροπή ή μετάλλαξη του θεοκρατικού καθεστώτος που επεβλήθη το 1979. Ίσως φαίνονται σαν μακρινό θέμα, αλλά η μεταβολή συσχετισμών στη Μέση Ανατολή πάντοτε επηρεάζει το διπλωματικό σχεδιασμό και τα συμφέροντα της χώρας μας. Σχεδόν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 40 ετών, οχυρωμένες στο εύλογο σκεπτικό ότι ακολουθούν την ενιαία θέση της ΕΕ, πέτυχαν να ισορροπήσουν μεταξύ των διαφόρων αντιμαχόμενων πλευρών στην ταραγμένη περιοχή.

Κατά τη δεκαετία του ’80 και του πολέμου Ιράν-Ιράκ, οι (κρατικές) αμυντικές βιομηχανίες μας εξασφάλισαν μεγάλα έσοδα, εξάγοντας -μερικές φορές ταυτόχρονα- και στις δύο πλευρές. Το 1990, η εγκαθίδρυση πλήρων διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ διόρθωσε το λάθος της υπερβολικής στήριξης προς διάφορες παλαιστινιακές οργανώσεις τα προηγούμενα χρόνια. Το 1993-96, οι σχέσεις Αθήνας-Τεχεράνης βελτιώθηκαν, λόγω των κοινών κινδύνων από την Τουρκία και χάρη στην ανοχή των ΗΠΑ προς το σχήμα συνεργασίας Ελλάδας, Ιράν, Αρμενίας, Βοσνίας που επέτρεπε συνεννοήσεις για το μέλλον της πρώην Γιουγκοσλαβίας και τους γείτονες της Ρωσίας.

Το 2002-03, κυρίως επί Ελληνικής Προεδρίας στην ΕΕ, η κυβέρνηση είχε πολυμερείς επαφές πριν και μετά τον πόλεμο στο Ιράκ. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν το 2007-08, οι απόρρητες ενημερώσεις των ΗΠΑ προς την Αθήνα για το δίδυμο (αμερικανικό και ΝΑΤΟϊκό) σχέδιο αντιπυραυλικής άμυνας έναντι του Ιράν. Αυτό αργότερα μεταβλήθηκε, ενώ το 2010 αποτελεί το έτος-σταθμό πραγματικής αναβάθμισης των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ.

Προειδοποίηση Νετανιάχου

Το 2014, ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος επισκέφθηκε την Τεχεράνη, αλλά απέτυχε παταγωδώς στην προσέλκυση ιρανικών επενδύσεων και στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών μετά την άρση των διεθνών κυρώσεων. Αντίθετα, πιο ρεαλιστική είναι η στρατηγική πολιτικών και πολιτισμικών-διαθρησκευτικών επαφών του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά με το Ιράν την τελευταία τριετία.

Στις αρχές του 2018 (ακόμα κι αν δεν είχαν ξεσπάσει οι διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών), υπάρχουν μεγάλα ερωτηματικά για τις επικείμενες αλλαγές στη Μέση Ανατολή. Και βεβαίως πώς αυτές οι αλλαγές θα επηρεάσουν, άμεσα ή δευτερογενώς, τα ελληνικά συμφέροντα.

Πρώτα από όλα, σύμφωνα με ελληνικές και ξένες διπλωματικές πηγές, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου φέρεται να ενημέρωσε πρόσφατα την ΕΕ ότι η χώρα του θα αντιδράσει, προφανώς στρατιωτικά, στο ενδεχόμενο εγκατάστασης βάσεων του Ιράν στη Συρία. Το μείζον πρόβλημα για το Ισραήλ είναι ότι οι συγκεκριμένες βάσεις θα ενισχύσουν σε υπερθετικό βαθμό την ήδη υφιστάμενη συνδρομή του Ιράν προς τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο και προς το στρατιωτικό τμήμα της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.

Ο ρωσικός παράγοντας

Ενδεχόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Λίβανο θα πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και θα απαιτήσουν την εκκένωση πολιτών δυτικών χωρών, κυρίως, προς την Κύπρο, ίσως και με ελληνικά αεροναυτικά μέσα. Το δεύτερο ερωτηματικό αφορά τη στάση της Ρωσίας που έχει μακρά στρατιωτική παρουσία στη Συρία και πλέον συμφωνεί σε πολλά θέματα με την Τουρκία για την περιοχή. Το τελευταίο διάστημα, οι σχέσεις Αθήνας-Μόσχας δοκιμάζονται και θα είναι δύσκολη η επανάληψη ειδικών συνεννοήσεων για χειρισμούς έναντι της Άγκυρας.

Ο τρίτος και, μακροπρόθεσμα, σημαντικότερος κίνδυνος για την Ελλάδα εντοπίζεται στο Μεταναστευτικό. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, ο τερματισμός του εμφυλίου στη Συρία ίσως τροφοδοτήσει νέο κύμα μεταναστών-προσφύγων, καθώς η εγκατάσταση Σιϊτών (με έγκριση της Δαμασκού και της Τεχεράνης) θα ωθήσει Σουνίτες και Χριστιανούς προς την Ευρώπη, μέσω Ελλάδος.

Πέραν των τριών αυτών θεμάτων άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, το επείγον διεθνές ζήτημα είναι τι θα γίνει με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το Ισραήλ τονίζει ότι το Ιράν επιδιώκει ακόμα την απόκτηση πυρηνικών όπλων και η κυβέρνηση Τραμπ θέλει να μεταβάλει τη συμφωνία του 2015, ενώ ο ΟΗΕ και η ΕΕ επιμένουν στην τήρησή της. Ανεξαρτήτως της, εξ αυτών, ορθότερης θέσης, το ερωτηματικό, εν μέσω των ταραχών και ενόψει (μετριοπαθών ή σκληροπυρηνικών) κυβερνητικών αλλαγών στην Τεχεράνη, είναι ποιος θα κατέχει τα κλειδιά του πυρηνικού προγράμματος. Κανείς δεν γνωρίζει την απάντηση, όπως και την αντίδραση των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



16 Ιαν 2018


Του Βασίλη Κοψαχείλη

Η Τουρκία συστηματικά προωθεί μία στρατηγική «κύκλωσης» της Ελλάδας, του Ισραήλ και της Αιγύπτου, χώρες που θεωρεί αντιπάλους της στο περιφερειακό της περιβάλλον.

Η «κύκλωση» της Ελλάδας

Με στρατιωτικές συμφωνίες και πολυδιάστατο πολιτικό και διπλωματικό επηρεασμό της πΓΔΜ, της Αλβανίας και της κατακερματισμένης Λιβύης, η Τουρκία αποσκοπεί στην «κύκλωση» της Ελλάδας από απειλές που σε δεδομένη συγκυρία θα απασχολήσουν τις Ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας σε περισσότερα του ενός θεάτρου επιχειρήσεων.

Αυτή η διάσπαση προσοχής και δυνάμεων μπορεί να αποβεί μοιραία σε ενδεχόμενη θερμή αναμέτρηση της Τουρκίας με την Ελλάδα στο ευρύτερο θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου.

Η «κύκλωση» του Ισραήλ

Διαμορφώνοντας άξονα Άγκυρας – Τεχεράνης σε Λίβανο και Συρία, η Τουρκία επιχειρεί να κρατήσει έντονα απασχολημένη την πολεμική μηχανή του Ισραήλ στα βορειοανατολικά της χώρας, ενώ στα νότια συντηρεί με κάθε τρόπο το ακραίο και αναθεωρητικό Παλαιστινιακό στοιχείο (που εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα του εαυτού του, υπονομεύοντας τα συμφέροντα του Παλαιστινιακού λαού) ώστε να συντηρήσει την ένταση στο εσωτερικό του Ισραήλ.

Η «κύκλωση» της Αιγύπτου

Στο στόχαστρο της Άγκυρας έχει τεθεί και η Αίγυπτος. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να εξελιχθεί μεταξύ Άγκυρας και Καίρου ένας λυσσώδης αγώνας ελέγχου και κυριαρχίας της Ερυθράς Θάλασσας.

Πρόσφατα η Τουρκία νοίκιασε από το Σουδάν το νησί Suakin, που βρίσκεται κοντά στα Αιγυπτιακά σύνορα. Σύμφωνα με πληροφορίες των Αιγυπτίων, η Τουρκία σκοπεύει να το μετατρέψει σε στρατιωτική βάση, άλλη μία βάση της πέραν αυτής που ολοκλήρωσε στη Σομαλία.

Αντιλαμβανόμαστε τι θα σήμαινε μελλοντική εγκατάσταση των S-400 στην Ερυθρά Θάλασσα και στη Σομαλία;
Αντιλαμβανόμαστε πως μπορούν να αλλάξουν οι ισορροπίες υπέρ της Τουρκίας (και της Ρωσίας…) στην ευρύτερη περιοχή!
Αντιλαμβανόμαστε ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν θα άφηνε αδιάφορα το Ισραήλ και την Σαουδική Αραβία;

Συμπερασματικά…

Η Τουρκία έχει διαμορφώσει μία πολύ φιλόδοξη στρατηγική «κύκλωσης» των αντιπάλων της στο περιφερειακό περιβάλλον και εγκλωβισμό των «συμμαχιών» της (βλέπε Ευρωατλαντικά συμφέροντα) στη «μαύρη τρύπα» της Μεσογείου, στη νέα Μέση Ανατολή και ακριβώς πάνω στον τεκτονικό άξονα Βόσπορος – Ερυθρά Θάλασσα.

Ειλικρινά, από αυτή τη στρατηγική δεν ξέρω αν θα βρει κερδισμένη η Τουρκία. Το σίγουρο είναι ότι κερδισμένοι θα βγουν η Ρωσία και υπό προϋποθέσεις η Κίνα.
Μένει να συνεχίσουμε να παρατηρούμε τις εξελίξεις και τις μεταβολές ισχύος στην περιοχή μας!

* Ο Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός Αναλυτής
MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Σιγά- σιγά διαφαίνεται καθαρότερα στον ορίζοντα της διεθνούς πολιτικής σκηνής η νέα προτεραιότητα της Μόσχας: η στήριξη της Τουρκίας, στη μετατροπή της σε περιφερειακή δύναμη από τη στιγμή που είναι φανερό πως την Άγκυρα δεν την αφορά, κατά προτεραιότητα, η στενή σχέση της με την Ουάσιγκτον.

Μια πρώτη ένδειξη ήταν η συμμαχία που έχτισε μαζί της και το Ιράν (μια ακόμη αντί-δυτική δύναμη) στη Συρία, προκειμένου υποτίθεται να καταστείλουν τη δράση των τζιχαντιστών. Στη συμμαχία αυτή, η προτεραιότητα της Μόσχας και του Ιράν, ήταν η ενίσχυση του καθεστώτος Μπαάθ, του Μπασάρ Αλ Άσαντ. Για την Τουρκία, η μείωση των δομών των Κούρδων της Συρίας.

Αν και αρχικά η Μόσχα επιχείρησε να στηρίξει τις Κουρδικές δυνάμεις πολιτοφυλακής (YPG)που μάχονταν στο βορρά κι ανατολικά εναντίον των τζιχαντιστών, το τελευταίο μικρό διάστημα, που κλήθηκε από την Άγκυρα να λάβει θέση για τις σχέσεις τους μαζί τους, αποφάσισε πως δεν θα τους στηρίξει πλέον.

Η νέα αυτή «θέση» της Ρωσίας, μεταφράστηκε σε δυο κινήσεις- αποφάσεις: η πρώτη, απέκλεισε τελικά από τις συνομιλίες στο Σότσι, της Μαύρης Θάλασσας, για το «μέλλον της Συρίας», τους Κούρδους και μόλις χθες ο Ρώσος υπεξ Σεργκέϊ Λαβρόφ, πήρε ανοιχτά θέση υπέρ της Άγκυρας, αποφεύγοντας ευγενικά να την κατονομάσει σαν «ηθικό αυτουργό» της επιλογής της.

Ο σχηματισμός ζώνης που θα ελέγχεται από τους κουρδοκρατούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με την υποστήριξη των ΗΠΑ στη Συρία, μπορεί να οδηγήσει στη διαίρεση της χώρας, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας Σεργκέι Λαβρόφ.

Στο πλαίσιο ετήσιας συνέντευξής του εφ’ όλης της ύλης, ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας σημείωσε ότι η πολιτική που ακολουθεί η Ουάσιγκτον στη Συρία δείχνει ότι οι ΗΠΑ δεν είναι προσηλωμένες στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

«Οι ενέργειες που μπορούμε να δούμε αυτήν τη στιγμή δείχνουν ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να διατηρηθεί η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Μόλις χθες μια νέα πρωτοβουλία ανακοινώθηκε, οι ΗΠΑ επιθυμούν να βοηθήσουν τις αποκαλούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) να ορίσουν κάποιες μεθοριακές ζώνες ασφαλείας», ανέφερε ο κ. Λαβρόφ.

Η πρωτοβουλία αυτή θα έχει στην πράξη ως αποτέλεσμα την απομόνωση μεγάλων τμημάτων εδαφών κατά μήκος των συνόρων της Συρίας με την Τουρκία και το Ιράκ και ανατολικά του Ευφράτη, τα οποία βρίσκονται σήμερα υπό τον έλεγχο των SDF.

«Όμως η σχέση μεταξύ Αράβων και Κούρδων εκεί είναι περίπλοκη. Η ανακοίνωση ότι η ζώνη αυτή θα ελέγχεται από τις ομάδες υπό τις ΗΠΑ, από δυνάμεις έως και 30.000 ανδρών, είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο προκαλεί ανησυχίες ότι μπορεί να υπάρχει ένα σχέδιο για την διαίρεση της Συρίας», πρόσθεσε.

«Γνωρίζετε», συμπλήρωσε εξάλλου, «ότι αυτό έχει ήδη προκαλέσει την αρνητική αντίδραση της Τουρκίας, ενώ έχω πει ότι για μας, αυτό προκαλεί σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας. Υπάρχει επίσης το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και των Κούρδων. Αυτή η νέα μονομερής κίνηση – τελεσίγραφο δεν συμβάλει στην ρύθμιση της κατάστασης», κατέληξε.

Πληροφορίες επίσης αποδίδουν την πρόσφατη επανάκαμψη των σχέσεων μεταξύ της Περιφερειακης Κυβέρνησης του Κουρδιστάν και της Τουρκίας, σε οικονομικούς παράγοντες της περιοχής εκ των οποίων οι Ρώσοι ήταν απο τους ισχυρότερους.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και σε ένα ακόμη ζήτημα που πλέον συμπορεύεται με την Τουρκική Εξωτερική πολιτική. Πρόκειται για την πΓΔΜ, όπου ως πρόσφατα η Τουρκία ήταν η μόνη ανοιχτά καταγγέλλουσα την επίλυση της διαφοράς του ονόματος της ΠΓΔΜ με την Ελλάδα, ενώ από χθες προσήλθε στην άποψη αυτή και η Μόσχα (διαβάστε το σημερινό σχετικό ρεπορτάζ, σε άλλη στήλη).

Σημειώσεις


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Συνοριακή δύναμη αποτελούμενη από 30.000 μαχητές στο βόρειο τμήμα της Συρίας ανακοίνωσε ότι θα συγκροτήσει ο διεθνής συνασπισμός κατά του Ισλαμικού Κράτους, που στηρίζεται από τις ΗΠΑ, προκαλώντας την άμεση αντίδραση της Τουρκίας, της Συρίας και της Ρωσίας.

Με την ύφεση της επίθεσης κατά των δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους, ο υπό τις ΗΠΑ συνασπισμός και οι συμμαχικές του Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις αρχίζουν να στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς την ασφάλεια των συνόρων, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο (AFP) ο εκπρόσωπος του συνασπισμού συνταγματάρχης Ράιαν Ντίλον.

«Στόχος είναι η συγκρότηση δύναμης 30.000 ανδρών» το ήμισυ της οποίας θα είναι μέλη των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων, μίας συμμαχίας Κούρδων και Αράβων μαχητών, της αιχμής του δόρατος στις επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους, πρόσθεσε. «Υπάρχουν περί τα 230 άτομα που εκπαιδεύονται», είπε.

Με την αεροπορική και την επιμελητειακή υποστήριξη του συνασπισμού, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις κατόρθωσαν να εκδιώξουν τις δυνάμεις των τζιχαντιστών από πολλές περιοχές της βόρειας Συρίας. Τα μέλη τους ελέγχουν περιοχές της Σύρο-Τουρκικής μεθορίου στο βορρά, και της συροϊρακινής μεθορίου, ανατολικά. Δυτικά, οι θέσεις τους συνορεύουν με τις θέσεις του συριακού καθεστώτος.

Οι ανακοινώσεις προκάλεσαν την αντίδραση της Τουρκίας, η οποία υποστήριξε ότι αυτή η δύναμη «θα νομιμοποιούσε μία τρομοκρατική οργάνωση», σε μία αναφορά στις Μονάδες Προστασίας του Κουρδικού Λαού (YPG) που κυριαρχούν στις τάξεις των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων.

Τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν «για να νομιμοποιήσουν μία τρομοκρατική οργάνωση και να την διατηρήσουν στην περιοχή είναι ανησυχητικά», δήλωσε ο Ιμπραχίμ Καλίν, εκπρόσωπος του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Εκπρόσωπος των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων, ο Μουστάφα Μπάλι, επιβεβαίωσε την συγκρότηση της δύναμης συνοριακής ασφάλειας, προσθέτοντας ότι η εκπαίδευση έχει ήδη αρχίσει.

«Βρισκόμαστε στη μετάβαση προς μία νέα φάση συντονισμού ανάμεσα σε εμάς και τον διεθνή συνασπισμό», εξήγησε στο AFP. «Οι τεράστιες ζώνες και οι πόλεις που έχουν απελευθερωθεί χρειάζονται κάποιον για να τις προστατεύει», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο των Συριακών Δημοκρατικών δυνάμεων, οι μονάδες θα αναπτυχθούν κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία και στα όρια των εδαφών που ελέγχονται από τις δυνάμεις του καθεστώτος, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.

Η Τουρκία, η οποία έχει κατ΄επανάληψιν βάλει κατά θέσεων των YPG στη βόρεια Συρία, απείλησε σήμερα ότι θα επιτεθεί εναντίον της περιοχής του Αφρίν που ελέγχεται από τις κουρδικές δυνάμεις τις προσεχείς ημέρες.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του διεθνούς συνασπισμού, η νέα δύναμη εντάσσεται σε μία ευρύτερη στρατηγική με στόχο την πρόληψη της επανεμφάνισης του Ισλαμικού Κράτους.

Εκνευρισμός Ερντογάν

Οξύτατη ήταν η αντίδραση του προέδρου της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν στα σχέδια των ΗΠΑ να ενισχύσουν τις κουρδοκρατούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) ώστε αυτές να συστήσουν συνοριοφυλακή στα σύνορα Συρίας – Τουρκίας και Συρίας – Ιράκ, μεγάλο μέρος των οποίων ελέγχουν.

«Θα πνίξουμε μια τέτοια δύναμη», τόνισε ο επικεφαλής του τουρκικού κράτους, ο οποίος από το 2015 βρίσκεται σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ για τη βοήθεια που παρέχουν στους Κούρδους της Συρίας, στους οποίους κυριαρχεί το αδελφό κόμμα του PKK (Kόμμα Εργαζομένων Κουρδιστάν), PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης).

Χθες, από τη Μόσχα, στη διάρκεια συνέντευξης τύπου ο Ρώσος υπεξ Σεργκέι Λαβρόφ, προχώρησε επίσης σε καταγγελία της «Κουρδικής συνοριοφυλακής» τασσόμενος ανοιχτά υπέρ των απόψεων της Άγκυρας (σε άλλη στήλη σχετικό ρεπορτάζ).

Σημειώσεις


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



15 Ιαν 2018


Η ενεργοποίηση της συζήτησης του ζητήματος που αφορά την επίσημη ονομασία των Σκοπίων σχετίζεται με την επιθυμία των ΗΠΑ να εντάξουν τη χώρα αυτή στο ΝΑΤΟ. Την άποψη αυτή διατύπωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov κατά την διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε με θέμα τα αποτελέσματα που επέφερε η δράση της ρωσικής διπλωματίας το 2017.

«Για ένα μεγάλο διάστημα οι συνομιλίες για την επίλυση του προβλήματος της ονομασίας των Σκοπίων βρίσκονταν σε μια «ημιαδρανή κατάσταση» και «ενεργοποιήθηκαν μόνο τότε, όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν, ότι τα Σκόπια πρέπει να είναι στο ΝΑΤΟ» επεσήμανε ο Lavrov, υπογραμμίζοντας ότι εφόσον η Ελλάδα είναι ήδη στο ΝΑΤΟ, δεν της προτείνεται να κάνει υποχωρήσεις, σε αντίθεση με τα Σκόπια «τα οποία πρέπει να τα εντάξουν στο ΝΑΤΟ».

Αναφερόμενος στο θέμα της ονομασίας, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών είπε χαρακτηριστικά: «Σε όποια ονομασία και αν καταλήξουν η Ελλάδα και τα Σκόπια για τη Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, εάν αυτή αποφασισθεί επίσημα και επικυρωθεί στο σύνταγμα των Σκοπίων, ασφαλώς και όλοι θα την αναγνωρίσουν. Όμως την ουσία των όσων συμβαίνουν, ελπίζω ότι όλοι την αντιλαμβάνονται και συνίσταται στο εξής: στην περίπτωση αυτή το θέμα δεν είναι να ληφθούν υπ' όψιν κάποια γενικά και ιδιαίτερα γνωρίσματα των δύο γειτονικών λαών, αλλά το να κάνουν τη μια από τις χώρες αυτές οπωσδήποτε μέλος του ΝΑΤΟ».

Ανησυχία Lavrov για την πρόθεση των ΗΠΑ να τροποποιήσουν τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν

Ο Ρώσος υπουργός Sergey Lavrov δήλωσε σήμερα ότι η Μόσχα δεν θα στηρίξει τις προσπάθειες των ΗΠΑ να τροποποιήσουν τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ενώ εξέφρασε την ανησυχία του για το τελεσίγραφο του Donald Trump.

«Οι τελευταίες δηλώσεις του (Αμερικανού προέδρου) δεν μας προκαλούν αισιοδοξία και δεν ενισχύουν τη σταθερότητα» της ιστορικής αυτής συμφωνίας, τόνισε ο Lavrov στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου από τη Μόσχα.

«Θα εξακολουθήσουμε να εργαζόμαστε για τη διατήρηση» της συμφωνίας αυτής, πρόσθεσε.

«Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για να διασφαλίσουμε ότι οι ΗΠΑ θα αποδεχθούν την πραγματικότητα και η πραγματικότητα είναι ότι το Ιράν τηρεί τις δεσμεύσεις του» βάσει της συμφωνίας που υπεγράφη το 2015 για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Ο Trump έδωσε στους Ευρωπαίους την Παρασκευή τελεσίγραφο να σκληρύνουν τους επόμενους μήνες τους όρους της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αν επιθυμούν την παραμονή της Ουάσινγκτον σε αυτή.

«Δεν θα στηρίξουμε αυτό που προσπαθούν να κάνουν οι ΗΠΑ, να αλλάξουν τη φρασεολογία της συμφωνίας, περιλαμβάνοντας πράγματα που θα είναι εντελώς απαράδεκτα για το Ιράν», υπογράμμισε ο Lavrov.

Εξάλλου ο Ρώσος υπουργός προειδοποίησε τους Ευρωπαίους, οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, «αναζητούν ένα συμβιβασμό» μετά το τελεσίγραφο Trump. «Αυτό κινδυνεύει να τους οδηγήσει σε μια κακή τάση, προς μια πολύ επικίνδυνη κατεύθυνση», εκτίμησε.

Ο Lavrov μάλιστα έκανε τη σύγκριση μεταξύ Ιράν και Βόρειας Κορέας: αν η συμφωνία με την Τεχεράνη ακυρωθεί, «τότε βάλτε στη θέση της τη Βόρεια Κορέα». «Τους υποσχόμαστε ότι θα αρθούν οι κυρώσεις αν εγκαταλείψουν το πυρηνικό τους πρόγραμμα. Το εγκαταλείπουν, αλλά κανείς δεν άρει τις κυρώσεις εναντίον της Πιονγκγιάνγκ», εξήγησε.

Το Σάββατο ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ είχε χαρακτηρίσει «πολύ κακό υπολογισμό» και «σοβαρό λάθος» μια ενδεχόμενη αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ο σχηματισμός ζώνης που θα ελέγχουν οι υποστηριζόμενοι από τις ΗΠΑ αντάρτες στη Συρία μπορεί να οδηγήσει στη διαίρεση της χώρας

Ο σχηματισμός ζώνης που θα ελέγχεται από τους αντάρτες που υποστηρίζουν οι ΗΠΑ στη Συρία μπορεί να οδηγήσει στη διαίρεση της χώρας αυτής, δήλωσε σήμερα ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov και σημείωσε ότι η πολιτική που ακολουθεί η Ουάσινγκτον στη Συρία δείχνει ότι οι ΗΠΑ δεν είναι προσηλωμένες στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

"Οι ενέργειες που μπορούμε να δούμε αυτήν τη στιγμή δείχνουν ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να διατηρηθεί η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Μόλις χθες μια νέα πρωτοβουλία ανακοινώθηκε, οι ΗΠΑ επιθυμούν να βοηθήσουν τις αποκαλούμενες Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) να ορίσουν κάποιες μεθοριακές ζώνες ασφαλείας", δήλωσε ο Lavrov.

Η πρωτοβουλία αυτή θα έχει στην πράξη ως αποτέλεσμα την απομόνωση μεγάλων τμημάτων εδαφών κατά μήκος των συνόρων της Συρίας με την Τουρκία και το Ιράκ και ανατολικά του Ευφράτη, τα οποία βρίσκονται σήμερα υπό τον έλεγχο των SDF.

"Όμως η σχέση μεταξύ Αράβων και Κούρδων εκεί είναι περίπλοκη. Η ανακοίνωση ότι η ζώνη αυτή θα ελέγχεται από τις ομάδες υπό τις ΗΠΑ, από δυνάμεις έως και 30.000 ανδρών, είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο προκαλεί ανησυχίες ότι μπορεί να υπάρχει ένα σχέδιο για την διαίρεση της Συρίας", πρόσθεσε.

"Γνωρίζετε", συμπλήρωσε εξάλλου, "ότι αυτό έχει ήδη προκαλέσει την αρνητική αντίδραση της Τουρκίας, ενώ έχω πει ότι για μας αυτό προκαλεί σοβαρές ανησυχίες όσον αφορά τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας. Υπάρχει επίσης το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και των Κούρδων. Αυτή η νέα μονομερής κίνηση-τελεσίγραφο δεν συμβάλει στην ρύθμιση της κατάστασης", υπογράμμισε.

Οι προσεγγίσεις στην συριακή σύγκρουση των κυβερνήσεων τόσο του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Barack Obama όσο και του νυν Donald Trump είναι παρόμοιες, πρόσθεσε εξάλλου, καθώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ανατροπή του προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ.

"Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα (στις προσεγγίσεις) των κυβερνήσεων Obama και Trump. Δυστυχώς και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε μια επιθυμία να υποστηριχθούν αυτοί που θέλουν να κάνουν πρακτικά βήματα με στόχο την αλλαγή του καθεστώτος στην Αραβική Δημοκρατία της Συρίας κι όχι μια επιθυμία να δοθεί ένα τέλος στην σύγκρουση το ταχύτερο δυνατό", τόνισε.

Κατά την ετήσια αυτή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών σημείωσε επίσης ότι η Ρωσία ελπίζει πως η Τουρκία θα ολοκληρώσει σύντομα την δημιουργία των σημείων ελέγχου στην ζώνη αποκλιμάκωσης στην Ιντλίμπ.

"Ελπίζουμε ότι οι Τούρκοι συνάδελφοί μας θα ολοκληρώσουν την ανάπτυξη των υπολοίπων σημείων ελέγχου γύρω από την ζώνη αποκλιμάκωσης της Ιντλίμπ, επειδή, εξ όσων γνωρίζουμε, έχουν αναπτύξει μόνον τρία από τα είκοσι. Οι ηγέτες μας συζήτησαν το θέμα αυτό κατά τη διάρκεια επαφών που είχαν. Μας διαβεβαίωσαν ότι θα επιταχυνθεί το έργο. Ευελπιστούμε ότι αυτό θα βοηθήσει στην σταθεροποίηση της κατάστασης στην Ιντλίμπ", συμπλήρωσε ο Lavrov.

Η Ρωσία ελπίζει ότι το Κογκρέσο Εθνικού Διαλόγου της Συρίας που θα πραγματοποιηθεί στο Σότσι θα προσφέρει μια ώθηση στην υποστηριζόμενη από τον ΟΗΕ διαδικασία στη Γενεύη για την ρύθμιση της συριακής σύγκρουσης, όπως σημείωσε.

"Ελπίζω ότι η πρωτοβουλία για το Κογκρέσο Εθνικού Διαλόγου της Συρίας θα παίξει επίσης έναν ρόλο δίνοντας κίνητρο στον ΟΗΕ για να επιταχύνει την εργασία του (...) Τέλος πάντων η διαδικασία του Σότσι έχει στόχο τη στήριξη των συνομιλιών στη Γενεύη", είπε και εξήρε επίσης τον ρόλο της Ρωσίας, της Τουρκίας και του Ιράν, οι οποίες ξεκίνησαν τη διαδικασία της Αστάνας για μια διευθέτηση της σύγκρουσης στη Συρία πριν από έναν χρόνο.

Το Κογκρέσο Εθνικού Διαλόγου της Συρίας προγραμματίζεται να διεξαχθεί στο Σότσι στις 29 και 30 Ιανουαρίου.

Εξάλλου ο Ρώσος ΥΠΕΞ σημείωσε κατά την ετήσια αυτή συνέντευξη Τύπου ότι η διαδικασία της Αστάνας δεν ανταγωνίζεται τις ενδοσυριακές συνομιλίες στη Γενεύη που υποστηρίζει ο ΟΗΕ και χαίρει επίσης κάποιας υποστήριξης από τον οργανισμό. "Η διαδικασία της Αστάνας δεν ανταγωνίζεται τις προσπάθειες του ΟΗΕ. Επιπλέον ο ΟΗΕ μετέχει πάντα στις συνόδους των διεθνών συνεδριάσεων στην Αστάνα", επισήμανε.

Η Ρωσία άρχισε να αποσύρει τις δυνάμεις της από την Συρία τον περασμένο μήνα, αλλά η Μόσχα έχει δηλώσει ότι θα διατηρήσει την αεροπορική της βάση στην Χμεϊμίμ στην επαρχία Λαττάκεια όπως και τη ναυτική της βάση στην Ταρτούς "σε μόνιμη βάση".


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



11 Ιαν 2018


Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών , επιχείρησε προχθές βράδυ στην σε συνέντευξή του, να εξηγήσει με ποιους τρόπους οι σχέσεις της χώρας του τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με τους πρόσφατους συμμάχους της Ρωσία και Ιράν έχουν περιέλθει σχεδόν σε αδιέξοδο.

Οι σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ μπορεί να επιδεινωθούν περαιτέρω αν η Ουάσιγκτον δεν διορθώσει τα λάθη της, προειδοποίησε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου σε συνέντευξη που παραχώρησε στο κρατικό τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων Ανατολή.

Όπως είπε ο ίδιος οι σχέσεις των δύο χωρών ζημιώθηκαν από την άρνηση της Ουάσιγκτον να εκδώσει στην Άγκυρα τον ιερωμένο Φετουλάχ Γκιουλέν, αλλά και από την προμήθεια όπλων στην κουρδική πολιτοφυλακή Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG).

Ιράν και Ρωσία

Στην ίδια συνέντευξη, ο Τσαβούσογλου σημείωσε επίσης ότι η Ρωσία και το Ιράν πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να αποτρέπουν τα πλήγματα από τις κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας στην επαρχία Ιντλίμπ και υπογράμμισε ότι οι παραβιάσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς την υποστήριξή τους. «Το Ιράν και η Ρωσία θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους στη Συρία», τόνισε.

«Αν είσαστε εγγυητές, όπως συμβαίνει, οφείλετε να σταματήσετε το (συριακό) καθεστώς. Δεν πρόκειται εκεί για μια απλή αεροπορική επίθεση, το καθεστώς έχει άλλες προθέσεις και πρόκειται να προελάσει εντός της Ιντλίμπ», πρόσθεσε.

Οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις πραγματοποιούν από τις 25 Δεκεμβρίου επιχείρηση για την ανακατάληψη του νοτιοανατολικού τμήματος της Ιντλίμπ, της μόνης επαρχίας στην οποία δεν έχουν κανέναν έλεγχο και έχει καταλάβει η Χάγιατ Ταχρίρ αλ Σαμ, μια τζιχαντιστική οργάνωση της οποίας ηγείται η τοπική πρώην πτέρυγα της Αλ Κάιντα. Η Ιντλίμπ βρίσκεται στα σύνορα της Συρίας με την Τουρκία.

Να σημειωθεί ότι η Τουρκία έχει προωθήσει βαθειά μέσα στη Συρία και Βόρεια και ΒΔ της Ιντλίμπ στρατιωτικές της δυνάμεις, κυρίως ειδικές δυνάμεις, σε μια προσπάθεια όχι να χτυπήσει τους τρομοκράτες τζιχαντιστές αλλά να καταλάβει εδάφη πέρiξ της πόλης Αφρίν που ελέγχονται από τις δυνάμεις των Κούρδων της Συρία (YPD).

Ασχολούμενες οι Τουρκικές δυνάμεις με τον προσβάλλουν θέσεις Κούρδων εγκατέλειψαν τους σύρους αντάρτες της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στις τύχες τους καθώς δέχονται συνεχείς επιθέσεις και βομβαρδισμούς από τη Ρωσική και Συριακή αεροπορία.

Ο Τσαβούσογλου σημείωσε ότι η παρουσία οργανώσεων που θεωρούνται «τρομοκρατικές» στην Ιντλίμπ δεν δικαιολογεί τα πλήγματα σε μεγάλη κλίμακα στο σύνολο της επαρχίας αυτής και κατηγόρησε τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις ότι βάζουν στο στόχαστρο μετριοπαθείς αντάρτες τους οποίους υποστηρίζει η Άγκυρα. «Αν βρίσκονται εκεί τρομοκρατικές οργανώσεις, θα πρέπει να εντοπιστούν. Οι επιχειρήσεις (εναντίον τους) θα πρέπει να γίνονται με προσεκτικό τρόπο με τη βοήθεια τεχνολογικών μέσων» πρόσθεσε.

Η Άγκυρα θα πραγματοποιήσει στην Τουρκία μια συνάντηση για τη Συρία με χώρες που βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος με αυτήν όσον αφορά την συριακή κρίση, έπειτα από το προγραμματισμένο για τα τέλη του μήνα συριακό κογκρέσο εθνικού διαλόγου που θα πραγματοποιηθεί στη ρωσική πόλη Σότσι.

Στο Ιράκ επιχειρεί να επιστρεψει

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε τέλος και σε μια πιθανή μεσολάβηση της Άγκυρας μεταξύ της Βαγδάτης και της Αρμπίλ. Τούρκοι αξιωματούχοι θα συζητήσουν μια ενδεχόμενη μεσολάβηση μεταξύ της Ιρακινής κυβέρνησης και των αρχών της αυτόνομης κουρδικής περιοχής κατά τη διάρκεια επίσκεψης που θα πραγματοποιήσουν στη Βαγδάτη στις 21 Ιανουαρίου, όπως είπε.

«Υπάρχουν αιτήματα για μεσολάβηση. Θα μεταβούμε στη Βαγδάτη στις 21 Ιανουαρίου. Εκτός από τα διμερή ζητήματα, θα συζητήσουμε και αυτό το θέμα» ανέφερε ο Τσαβούσογλου, χωρίς να διευκρινίσει ποιες χώρες έχουν διατυπώσει τα αιτήματα αυτά για μεσολάβηση.

Η Βαγδάτη έχει ζητήσει τη διαμεσολάβηση της Τουρκίας μετά από εντάσεις μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και της ιρακινής περιφερειακής κυβέρνησης του Κουρδιστάν (KRG) που έφθασαν στη στρατιωτική σύγκρουση, μετά το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας του τελευταίου Σεπτεμβρίου του 2017, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών κ. Τσαβουσόγλου.

«Υπάρχουν αιτήματα διαμεσολάβησης. Θα πάμε στη Βαγδάτη στις 21 Ιανουαρίου. Θα το συζητήσουμε μαζί με τα διμερή θέματα «, ανέφερε ο τούρκος υπεξ, χωρίς όμως να υπεισέρχεται στο διαδικαστικό καθώς οι σχέσεις Άγκυρας – Ερμπίλ δεν έχουν πλήρως ομαλοποιηθεί, ενώ υποστήριξε πως το δημοψήφισμα που προωθήθηκε από τον Πρόεδρο του KRG Μασούντ Μπαρζάνι, ήταν «λάθος», προσθέτοντας ότι «τόσο η ιρακινή κουρδική κυβέρνηση όσο και ο λαός της έχουν δει αυτή την πραγματικότητα».

«Κατά την προσεχή περίοδο, η Βαγδάτη και η Αρμπίλ πρέπει να καταλήξουν σε συμφωνία. Η πρόσφατη δήλωση του Ερμπίλ ότι θα συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Ιρακινού Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι ένα θετικό βήμα, αλλά πρέπει να επιτευχθεί σαφής συναίνεση εδώ », δήλωσε ο Τσαβούσογλου, προσθέτοντας ότι η Άγκυρα« θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να φτάσει σε αυτόν τον σκοπό ».

«Εάν ζείτε σε μια χώρα τότε αποδέχεστε τους νόμους της χώρας και το σύνταγμά της», πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι οι Ιρακινοί Κούρδοι «έλαβαν στήριξη από την Τουρκία για τη χρήση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων».

Σημειώσεις


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Του Βασίλη Κοψαχείλη

Οι δυνάμεις του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους και των υπολοίπων Σαλαφιστών, έχασαν στη Συρία και το Ιράκ και πολλοί εξ αυτών προσπαθούν να διαφύγουν μέσω Τουρκίας, προκειμένου, είτε να «χαθούν» στο πλήθος είτε να συνεχίσουν την τρομοκρατική τους δράση σε άλλες περιοχές.

Από το 2014 και έπειτα, μετά τις επιθέσεις που δέχθηκε από ακραίους Ισλαμιστές, επίσημα το Τουρκικό κράτος ισχυρίζεται πως έχει υιοθετήσει σκληρή στάση απέναντί τους.

Σύμφωνα με στοιχεία των Τουρκικών υπηρεσιών, από τον Ιανουάριο του 2015, η Τουρκία έχει αρνηθεί την είσοδο στο έδαφός της σε περίπου 38.269 άτομα προερχόμενα κυρίως από τη Συρία που δεν είχαν την ιδιότητα του πρόσφυγα, έχει θέσει σε κράτηση πάνω από 5.000 άτομα που υπάρχουν υποψίες για έμμεση ή άμεση συνεργασία τους με το ΙΚ, καθώς επίσης έχει απελάσει πάνω από 3.290 άτομα προερχόμενα από 95 διαφορετικά κράτη για τα οποία υπήρχαν ενδείξεις συμμετοχής τους στον ISIS/ΙΚ και την Al Nusra/Jabhat Fatah al-Sham/Tahrir al-Sham. Αυτά δηλώνονται επίσημα…

Υπάρχουν όμως και ενδείξεις για μια άλλη πολύ επικίνδυνη εξέλιξη στη γειτονική μας χώρα, η οποία θα πρέπει να μας ανησυχεί και εμάς ως προς τις πιθανές προεκτάσεις της.

Το καθεστώς Erdogan αντιλαμβάνεται ότι έχει εκτεθεί διεθνώς σε ότι αφορά την δράση του εναντίον των δύο «εσωτερικών του εχθρών», του Κουρδικού ΡΚΚ και των Γκιουλενιστών. Επίσης, αντιλαμβάνεται πως όσο θα υπάρχουν Ρώσοι και Αμερικανοί στη Συρία και όσο οι ΗΠΑ θα στηρίζουν, έστω διακριτικά, τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, που στη μεγάλη τους πλειονότητα αποτελούνται από Κούρδους του YPG (η Τουρκία τους θεωρεί τρομοκράτες), τόσο η Άγκυρα δεν θα νομιμοποιείται να αναλαμβάνει στρατιωτική δράση εναντίον τους.

Έτσι, ενδεχομένως ο Erdogan να μπει στον πειρασμό μέσα από τη δεξαμενή των κυνηγημένων Σαλαφιστών τρομοκρατών της Συρίας που αναζητούν καταφύγιο και κάλυψη στην Τουρκία, να μπει στον πειρασμό – αν δεν το έχει κάνει ήδη – να οικοδομήσει ένα παράλληλο παρακρατικό μηχανισμό τον οποίο θα στρέψει εναντίον των «εσωτερικών εχθρών» και με καταδρομικές ενέργειες εναντίον του YPG εντός της Συρίας.

Έτσι, θα απαλλάξει από αυτό το έργο τις Τουρκικές ΕΔ και την Στρατοχωροφυλακή που εκθέτουν διεθνώς την Τουρκία με τον πόλεμο εναντίον των Κούρδων της Συρίας και των «εσωτερικών εχθρών» και θα εξασφαλίσει έργο για τα ορφανά των Σαλαφιστών, οι οποίοι λόγω της κάλυψης που θα τους παρασχεθεί, θα γίνουν οι πιστότεροι σύμμαχοι του καχύποπτου Ερντογάν για κάθε χρήση και ενέργεια.

Οι προεκτάσεις ενός τέτοιου σεναρίου θα πρέπει να μας απασχολήσουν, καθώς στα πλάνα του Erdogan (και των όψιμων «φίλων» του…) δεν είναι μόνο ο χώρος της Νοτιοανατολικής Τουρκίας και της Βόρειας Συρίας, αλλά και η Θράκη και τα Βαλκάνια.

Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος, Γεωστρατηγικός ΑναλυτήςLiberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



10 Ιαν 2018


Γράφει ο Ελσάερ Μοχάμεντ,
Τελειόφοιτος Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Τις τελευταίες εβδομάδες, επιχειρείται η επικαλούμενη λύση του «Σκοπιανού Ζητήματος». Το δε ζήτημα, διαφαίνεται να ταλανίζει σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό της χώρας, εκθέτοντας μία σειρά από διφορούμενες απόψεις. Ως γνωστών, οι επικρατούμενες τάσεις συνοψίζονται α) σε εκείνους που δίδουν το Ελληνικό όνομα «Μακεδονία», προκειμένου να περατωθεί το θέμα και β) σε αυτούς που για διάφορους λόγους, (είτε ιστορικούς είτε εθνικιστικούς) δεν επιθυμούν να παραχωρηθεί η ονομασία, στο υβριδικό κρατίδιο των Σκοπίων.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να προβάλλω και εγώ με την σειρά μου ορισμένες κρίσεις, με σκοπό την υποβοήθηση του -ουσιαστικού- δημοσίου διαλόγου.

Το ιστορικό του Σκοπιανού

Μέχρι στιγμής, υφίστανται δύο διατυπωμένες επίσημες θέσεις της χώρας μας:
Η πρώτη επίσημη απόφαση της Ελληνικής πολιτείας, επήλθε στις 13/4/1992, απορρίπτοντας το λεγόμενο ως «Πακέτο Πινέιρο» (Νόβα Μακεδονία)·δηλώνοντας ότι δεν θα γίνει αποδεκτή οιαδήποτε ονομασία, η οποία θα περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία» ή τα παράγωγα αυτού.

Η αναθεωρημένη απόφαση του Ελληνικού κράτους, επήλθε στις 3 Απριλίου του 2008, στην σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ. Η σύνοψη της θέσεως, ήταν η αποδοχή «σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, η οποία θα υφίστανται για όλες χρήσεις», ήτοι erga omnes (έναντι όλων των μερών).

Έκτοτε, πέρα από τις διάφορες διακυμάνσεις της πρώτης περιόδου και την εφαρμογή οικονομικής αποτροπής, δια μέσου του πετρελαικού εμπάργκο ενάντια του κρατιδίου, το ζήτημα βρισκόταν υπό πλήρη διαστολή. Ουσιαστικά, αν και καταφανώς αποτελεί ένα «ήπιο ζήτημα επιλύσεως», καθώς αφενός δεν διακυβεύονται εδάφη (μήπως τελικά διακυβεύονται;) και αφετέρου δεν πραγματοποιούνται ένοπλες συγκρούσεις· ωστόσο το ζήτημα παραμένει άλυτο, σχεδόν 30 χρόνια ύστερα.

Επίλυση: κέρδος ή απώλεια;

Διαβάζοντας τα παραπάνω, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, για τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα δεν υποχωρεί, αλλά και για τις συνέπειες της «μη επίλυσης».

Η μέχρι πρότινος Εθνική στάση, με εξαίρεση την δραματική απόφαση του Βουκουρεστίου, αποτελούσε μία πλήρως αιτιολογημένη στάση, η οποία δε, βασιζόταν στις επιταγές των διεθνών σχέσεων. Η Ελλάδα αλλά και οιοδήποτε Εθνικό κράτος, δεν δύναται να διανοείται, να παραχωρεί κεκτημένα (είτε πολιτισμικά είτε εδαφικά), καθώς τα υπονοούμενα κεκτημένα σχηματίζουν τον πυρήνα του Κράτος και αποτελούν ζωτικής φύσεως ζητήματα. Ουσιαστικά, αν ένα κράτος απωλέσει ένα από τα κεκτημένα του, παύει να έχει ισχύ, άρα παύει και να υφίσταται.

Βασικές επιταγές, της ρεαλιστικής θεωρίας των διεθνών σχέσεων, αποτελούν α) ο προεξέχοντας ρόλος της ισχύος, ως βασικός παράγοντας για την εξασφάλιση της επιβίωσης των κρατών και β) η λήψη των αποφάσεων, η οποία οφείλει να βασίζεται στον μοντέλο του ορθολογικού δρώντα, δηλαδή με αυτό που επιτάσσει το Εθνικό Συμφέρον (Morgenthau).

Τα ανωτέρω συστατικά στοιχεία, αποτελούν αδιαπραγμάτευτα τεκμήρια για την ύπαρξη ενός Κράτους, το οποίο επιθυμεί να υφίσταται αλλά και να έχει ισχύς. Το «Σκοπιανό Ζήτημα» προσκρούει ακριβώς, στις παραπάνω επιταγές. Το πραγματικό διακύβευμα, δεν συνοψίζεται, στο αν θα πρέπει να δοθεί το όνομα της «Μακεδονίας», αλλά στο:

«Για ποιόν λόγο το θέλουν;»

και δευτερευούσης, στο:

«Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις, αν το δώσουμε και ποιες, αν δεν το δώσουμε;».

Αξιολόγηση των επιπτώσεων

Στο σημείο αυτό, η αξιολόγηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων, κρίνεται ως αδήριτη ανάγκη. Οι βασικές επιπτώσεις, της μη επιλύσεως του ζητήματος, συνοψίζονται ως εξής:

Αρνητικές επιπτώσεις για την Ελλάδα
-Οι Σκοπιανοί θα συνεχίσουν να αυτοαποκαλούνται ως «Μακεδόνες».
-Ενδεχομένως, το κρατίδιο να αναγνωρισθεί ως «Μακεδονία» από το σύνολο της διεθνής κοινότητας.
-Οι σχέσεις Ελλάδας-Σκοπίων, θα βρεθούν στο χείριστο σημείο, που ενδεχομένως θα οδηγήσουν στην περαιτέρω ένταση της τριβής (σε διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο).
-Η Ελλάδα, θα έχει «ένα ακόμη Εθνικό Ζήτημα» ανοιχτό, ενώπιον της Διεθνούς Κοινότητας.
-Πιθανολογείται, η στενή προσέγγιση από άλλα εχθρικά κράτη, με σκοπό την συσπείρωση και τον γεωγραφικό εγκλεισμό της χώρας μας.

Αρνητικές επιπτώσεις για τα Σκόπια
-Δεν θα αναγνωρισθεί από το πιο ισχυρό κράτος της περιοχής. Το μοναδικό κράτος, που είναι μέλος-κράτος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, με άριστες σχέσεις με τις Η.Π.Α., το Ισραήλ και την Μέση Ανατολή.
-Δεν πρόκειται ΠΟΤΕ, να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε και στο ΝΑΤΟ. Οι άμεσες συνέπειες αυτού, θα είναι η μη ουσιαστική αναγνώριση του κρατιδίου και η αύξηση του κινδύνου διάλυσης· καθώς καραδοκεί η Αλβανία, ρέποντας προς νέα «Κοσοβοποίηση» της περιοχής.
-Μελλοντικά, θα προκύψουν ζωτικής φύσεως ζητήματα, καθώς η οικονομία του Κρατιδίου είναι αδύναμη και σε ενδεχόμενη παύση της Αμερικανικής βοήθειας (για διάφορους λόγους) θα οδηγούσε στην οικονομική του κατάρρευση· άρα και στην ουσιαστική διάλυση του.
-Σε ενδεχόμενη επιθετική ενέργεια (από την Αλβανία) θα απέλαυνε εδαφικών μερών, καθώς είναι αναμφίβολο αν οι Η.Π.Α., θα θυσίαζαν έμψυχο δυναμικό, προκειμένου να διασώσουν ένα Κρατίδιο· με περιορισμένες επιχειρησιακές δυνατότητες. Εφόσον, η Ελλάδα και η Αλβανία είναι στο ΝΑΤΟ, τα Σκόπια δεν προσφέρουν σημαντικότερες δυνατότητες, από τις δύο χώρες, για τις Η.Π.Α.
-Σε πιθανή αξιολόγηση προτεραιοτήτων, δεν είναι βέβαιο ότι οι Η.Π.Α., θα εξακολουθήσουν να προσφέρουν τα σημαντικά οικονομικά κονδύλια, τα οποία συνοδεύονται και από την κάλυψη, που προσφέρουν στο κρατίδιο, για την προστασία του.

Επιπτώσεις σε περίπτωση υποχώρησης της Ελλάδας

Όπως καθίσταται σαφές, από την ανωτέρω διαδικασία, για την χώρα μας δεν διακυβεύονται ιδιαιτέρως σημαντικά ζητήματα. Εν αντιθέσει, τα διλήμματα για τα Σκόπια είναι τόσο σπουδαία, που αγγίζουν ζωτικά και υπαρξιακά ζητήματα. Έστω, και σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο.

Η υποχώρηση και αποδοχή του ονόματος «Μακεδονία», δεν θα πρέπει να επιτραπεί από το Ελληνικό κράτος και δη στις συνημμένες συγκυρίες. Τα Σκόπια, βρίσκονται σε σημείο καμπής, καθώς γνωρίζουν -αρτίως- ότι η αδυναμία ένταξης τους, στο ΝΑΤΟ και εν συνεχεία στην Ε.Ε., θα κυρώσει τελεσίδικα την επερχόμενη διάλυση του Κρατιδίου· που στην καλύτερη περίπτωση θα είναι διχοτόμηση ή και τριχοτόμηση. Η σημερινή Αμερικανική διοίκηση, θέλοντας πλήρως να εξυπηρετήσει τα εθνικά της συμφέροντα (να μειώσει τα κονδύλια που προσφέρει στην Άμυνα των Σκοπίων και να επιφορτωθεί με αυτά το ΝΑΤΟ, άρα και η Ελλάδα), επιθυμεί την άμεση διευθέτηση του ζητήματος. Το ίδιο ακριβώς, οφείλει να επιθυμεί και η χώρα μας. Και όχι επειδή, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, διοχετεύει τα δήθεν «διπλωματικά κεφάλαια» της χώρας, αλλά επειδή η χώρα μας αποτελεί ένα σύγχρονο κράτος, που επιθυμεί ηρεμία και σταθερότητα στην περιοχή.

Ωστόσο, η λύση αυτή, δεν δύναται και δεν πρέπει να επιτρέψουμε, να λήξει εις βάρος των Εθνικών μας συμφερόντων. Εν τέλει, στην σπάνια περίπτωση, που υφίσταται ξεκάθαρη και ετεροβαρής για την χώρα μας, ισχύς, δεν θα πρέπει να παίξουμε τον «χρήσιμο ηλίθιο». Εφόσον, τα Σκόπια σταθμίζουν τις επιπτώσεις αυτές, ας επιλέξουν την μακροβιότητα τους, έναντι των αλυτρωτικών τους επιδιώξεων. Για την Ελλάδα, δεν θα υπάρχει κάποια σημαντική επίπτωση, αν δεν επιλυθεί το ζήτημα. Τα Σκόπια, εμπαίζουν με την ακεραιότητα τους.

Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα δεν προσφέρεται ούτε για εσωτερική κατανάλωση, ούτε για εθνικιστικές κορώνες αλλά θα πρέπει να το διαχειριστούμε, με στρατηγική συνέπεια. Και για να τα καταφέρουμε, οφείλουμε να ζυγίσουμε προηγούμενως, τις ακριβείς επιπτώσεις.

Εις το διακύβευμα της «μη επίλυσης ή μίας κακής λύσης», οφείλουμε να επιλέξουμε την μη επίλυση. Τα πολιτισμικά κεκτημένα, δεν μπορούν να εμπαίζονται, ούτε και να χαρίζονται.

Τα τετελεσμένα, με υπογραφή της χώρα μας θα οδηγήσουν σε Ιστορική διολίσθηση και θα «ανοίξουν» διάφορες ορέξεις, για τα υπόλοιπα Εθνικά ζητήματα.

Άραγε, τι θα σχεδιάσουν οι απέναντι (Τουρκία και Αλβανία), όταν θα δούν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να επιβληθεί, δια της ισχύος, σε ένα μικροσκοπικό κρατίδιο;

Επικοινωνία με τον συντάκτη: mochamentelsaer@gmail.com


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



8 Ιαν 2018


Ζ​​ούμε το ξήλωμα της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν έχουμε ιδέα τι θα μας ξημερώσει. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατεδαφίζει όλες τις βασικές αρχές που ακολουθούσε η αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η θεαματική ήττα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για το ζήτημα της Ιερουσαλήμ ανέδειξε την απουσία συμμαχιών και τη μοναξιά της Αμερικής του κ. Τραμπ. Όλοι παρακολουθούν παγωμένοι. Ακόμη και οι αντιδράσεις των Παλαιστινίων και του αραβικού κόσμου είναι συγκρατημένες, γιατί όλοι φοβούνται.

Στο παρασκήνιο είναι προφανές ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σκληρό μπρα ντε φερ ανάμεσα στο «βαθύ κράτος», που εκφράζει τη συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής, και στον... πρόεδρο. Πού θα καταλήξει σε κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι η Βόρεια Κορέα και το Ιράν, είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς. Η απαγκίστρωση, όμως, της Αμερικής από παραδοσιακές αξίες και αρχές δημιουργεί ένα κενό. Κάποιος ή κάποιοι θα το καλύψουν αναγκαστικά. Ο Πούτιν το εκμεταλλεύεται αυτό συστηματικά. Η Κίνα έχει μια σταθερή πολιτική επέκτασης της επιρροής της παντού. Ηγέτες όπως ο Ερντογάν αναζητούν ανάλογο ρόλο.

Η Ευρώπη, πάλι, δεν ξέρει σε ποια κατεύθυνση να κινηθεί. Δεν μπορεί να βασισθεί στην Αμερική για την προστασία της, όπως συνέβαινε για πολλές δεκαετίες. Βασικό ηγέτη που μπορεί να εκφράσει τις φιλοδοξίες της και να ενώσει, επίσης δεν διαθέτει. Η Μέρκελ μοιάζει να είναι σε πολιτική αποδρομή και ο Μακρόν εντυπωσιάζει, αλλά δεν πείθει ακόμη.

Και η Ελλάδα; Προφανώς δεν έχει καμία άλλη επιλογή παρά να μένει μέσα στο ευρωπαϊκό «λιμάνι» και να κτίζει συμμαχίες. Το πρόβλημα είναι ότι οι Έλληνες πρωθυπουργοί γνώριζαν πάντα ότι αν κάτι πήγαινε στραβά με την Τουρκία, τον μεγάλο νευρικό γείτονα, θα μπορούσαν να απευθυνθούν στον Λευκό Οίκο για να μεσολαβήσει. Τώρα κανείς δεν μπορεί να τους διαβεβαιώσει για το τι θα ακούσουν σε ένα κρίσιμο τηλεφώνημα. Μπορεί ο Τραμπ να πει «ο Ερντογάν είναι φίλος μου, κοιτάξτε να τα βρείτε», μπορεί να δηλώσει απροθυμία να παρέμβει ή, πάλι, να ακολουθήσει την παλιά συνταγή ενός ειδικού απεσταλμένου για να εκτονωθεί η όποια κρίση. Άγνωστο αν ο Ερντογάν θα σηκώσει το τηλέφωνο για να απαντήσει σε μία κλήση του Τραμπ ή, πολύ περισσότερο, κάποιου Ευρωπαίου. Πιθανόν ακόμη και να προτιμήσει τη μεσολάβηση του Πούτιν από όλα αυτά.

Οι αβεβαιότητες είναι μεγάλες και δεν νομίζω ότι θα υποχωρήσουν σύντομα. Είναι καιρός, λοιπόν, για προσεκτικές κινήσεις και μεγάλη σύνεση.

Αλέξης Παπαχελάς
Καθημερινή





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




5 Ιαν 2018


Του Ιπποκράτη Δασκαλάκη

Σήμερα, τρία και πλέον χρόνια μετά την απροσδόκητη αλλά όχι αναιτιολόγητη εξάπλωση, μπορούμε να μιλάμε για στρατιωτική ήττα του ISIS στα μέτωπα του Ιράκ και της Συρίας και την κατάρρευση του «Χαλιφάτου». Δεν μπορούμε όμως να μιλάμε για την εκρίζωση της ισλαμιστικής τρομοκρατίας στην περιοχή και πολύ περισσότερο για την ειρήνευση της. Παρά τις αρχικές φοβίες ή προσδοκίες, για κατάρρευση των αυθαίρετων συνόρων της περιοχής του σχεδίου Sykes-Picot, αυτά παραμένουν ανθεκτικά, ευρέως διεθνώς και τοπικώς υποστηριζόμενα (σε διακηρυκτικό επίπεδο), αλλά και πολυπλεύρως αμφισβητούμενα και υπονομευόμενα.

Στις αρχές Δεκεμβρίου, ο πρωθυπουργός του Ιράκ, al-Abadi, έκανε λόγο για νίκη των ιρακινών δυνάμεων εναντίον του ISIS και ανάκτηση του ελέγχου των συνόρων της χώρας του με τη Συρία. Ταυτόχρονα, στην άλλη πλευρά των συνόρων, ο Πρόεδρος Putin επισκεπτόμενος αιφνιδιαστικά τη Συρία, προέβαινε σε παραπλήσιες δηλώσεις κατά τη διάρκεια της συνάντησης του με τον Assad. Μπορεί στο Ιράκ οι δυνάμεις ασφαλείας να ελέγχουν σχεδόν το σύνολο της χώρας αλλά στη Συρία, το καθεστώς της Δαμασκού, παρά τις αποφασιστικές του νίκες, δεν προβλέπεται να ανακτήσει σύντομα τον πλήρη έλεγχο της επικράτειας.

Η κατάσταση παραμένει ακόμη έκρυθμη, ειδικά στη Συρία, με τις ισορροπίες να είναι εύθραυστες και ξένα στρατεύματα να συνεχίζουν να δρουν, με ή χωρίς την έγκριση της Δαμασκού, στα εδάφη της. Μια ετερόκλητη χαλαρή σύμπραξη μεταξύ Ρωσίας, Ιράν και Τουρκίας προσπαθεί να προωθήσει μια πολιτική λύση στο βαθύτατη διχασμένη χώρα. Οι συνομιλίες των τριών πλευρών στα τέλη Νοεμβρίου στο Sochi ανέδειξαν τις διαφορετικές απόψεις Μόσχας και Τεχεράνης αλλά και εσωτερική αντιπαράθεση σκληροπυρηνικών-μετριοπαθών στη δεύτερη. Σε αδιέξοδο και οι ειρηνευτικές συνομιλίες των Ηνωμένων Εθνών στη Γενεύη για το μέλλον της Συρίας. Μέχρι σήμερα, κερδισμένοι των συγκρούσεων εμφανίζονται η Ρωσία, η Τεχεράνη και το καθεστώς Assad που φαίνεται ότι ανέλπιστα εξασφάλισε τη διατήρηση του έστω και μέρος (70%) της χώρας.

Το Ιράν, συμμετέχοντας ενεργά στα πεδία των μαχών της Συρίας με επίλεκτες δυνάμεις των Islamic Revolutionary Guards Corps (IRGC), με υψηλό κόστος και απώλειες, φιλοδοξεί να μονιμοποιήσει την παρουσία του και επικυριαρχία επί της Δαμασκού. Οι σκληροπυρηνικοί ηγέτες των IRGC ονειρεύονται μια νέα Hezbollah, «κράτος εν κράτει» στη Συρία.
Η Ρωσία, έχοντας αναβαθμίσει τις αεροναυτικές της βάσεις στη χώρα, σίγουρα δεν επιθυμεί την παρουσία μιας ιρανικής παραστρατιωτικής οργάνωσης ούτε φυσικά και τη χειραγώγηση της Δαμασκού από τους «μουλάδες» της Τεχεράνης.
Στο ίδιο μήκος και το Ισραήλ που συνεχώς στοχοποιεί το τελευταίο διάστημα ιρανικές παραστρατιωτικές οργανώσεις χωρίς να συναντά καμία πρακτική αντίδραση από τις ρωσικές δυνάμεις στη Συρία.
Ο τρίτος σύμμαχος της ετερόκλητης συμμαχίας, η Άγκυρα, καιροφυλακτεί την κατάλληλη ευκαιρία να στραφεί κατά των ενοχλητικών και ενδυναμωμένων Κούρδων του Democratic Union Party (PYD) και της ευρύτερης συμμαχίας των Syrian Democratic Forces (SDF). Στη γενικότερη προσπάθεια αντιμετώπισης του κουρδικού ζητήματος, η Άγκυρα προωθεί ευκαιριακές συστράτευσης με τη Βαγδάτη και την Τεχεράνη. Στην επιδίωξη αυτή δεν θα διστάσει να συμμαχήσει με το καθεστώς της Δαμασκού υποστηρίζοντας το τελευταίο για την αποκατάσταση του ελέγχου της συριακής επικράτειας με τη σύμπραξη των Τουρκεμένων (κατόπιν ανταλλαγμάτων) αλλά ακόμη και με χρήση τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Φαίνεται αναπόφευκτο, ότι αργά ή γρήγορα, η Ουάσιγκτον θα κληθεί, για άλλη μια φορά να λάβει θέση στην εκβιαστική στάση της Τουρκίας, επιλέγοντας μεταξύ της σημαντικής αυτής χώρας και των Κούρδων. Το μέγεθος και στρατηγική σημασία της Τουρκίας βαραίνουν συντριπτικά υπέρ της Άγκυρας στην αμερικανική επιλογή. Αστάθμητοι όμως παράγοντες και ειδικά η συνέχιση μιας απρόκλητης τουρκικής αντιαμερικανικής τοποθέτησης (αν μάλιστα λάβει και φιλοϊρανική χροιά) μπορεί να οδηγήσουν την Ουάσιγκτον, ως μέσον πίεσης, να εντείνει την υποστήριξη της προς το κουρδικό στοιχείο.

Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις θα έχει και η στάση του Assad που θα κληθεί να αποδείξει αν η σθεναρή στάση του μπορεί τώρα να αντικατασταθεί με μια επιδέξια εξωτερική διπλωματία και μέτρα εσωτερικής ειρήνευσης που θα επαναφέρουν την χώρα στην κανονικότητα. Η πρόσφατη οικογενειακή ιστορία του, η «τύφλωση» της επιτυχίας και ο πολυκερματισμός και ριζοσπαστικοποίηση όλων των πλευρών κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν μας κάνουν αισιόδοξους για ένα τέτοιο σενάριο. Δεν αποτελεί όμως και απίθανο ενδεχόμενο, η βίαιη αντικατάσταση του με κάποια άλλη, πιο διαλλακτική στα όμματα των Ρώσων υποστηρικτών της Δαμασκού, προσωπικότητα.

Στο Ιράκ η κατάσταση φαίνεται πιο αισιόδοξη καίτοι οι δύο περιοχές, όπως απέδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα, είναι αλληλοεπηρεαζόμενες και αποτελούν ένα ενιαίο θέατρο επιχειρήσεων. Ο έλεγχος του Κιρκούκ οδήγησε τον Οκτώβριο σε χαμηλής έντασης συγκρούσεις μεταξύ Ιρακινών και Κούρδων (Kurdistan Regional Government-KRG) με άνετη επικράτηση των πρώτων με τη σημαντική βοήθεια των σιϊτικών πολιτοφυλακών.
Το δημοψήφισμα των Κούρδων, το Σεπτέμβριο του 2017, συγκέντρωσε συντριπτική υποστήριξη υπέρ της ανεξαρτητοποίησης αλλά οδήγησε και στην απομόνωση της KRG. Οι Κούρδοι του Ιράκ, βαθύτατα και πολυεπίπεδα διχασμένοι, διαπνέονται από αλυτρωτικά αισθήματα ενώ παράλληλα σε αντάλλαγμα της πολύτιμης τουρκικής οικονομικής συνεργασίας συχνά αποτελούν σύμμαχο της Άγκυρας, για την αντιμετώπιση των «αδελφών» του Kurdistan Workers’ Party (ΡΚΚ). Από την άλλη μεριά, η KRG αποτελεί για τις ΗΠΑ έναν εν δυνάμει σύμμαχο και κυρίως μοχλό πίεσης όχι μόνο προς μια φιλοϊρανική Βαγδάτη αλλά και τις γειτονικές χώρες που διαθέτουν κουρδικές μειονότητες. Απλά, η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται τη βαθύτατη διάσπαση του κουρδικού χώρου και δικαιολογημένα είναι διστακτική προς μια εντονότερη υποστήριξη της που νομοτελειακά θα οδηγήσει τη Βαγδάτη πιο κοντά στην Τεχεράνη και τις ΗΠΑ σε πορεία σύγκρουσης με την Άγκυρα.
Η Ουάσιγκτον λοιπόν συνετά υποστηρίζει τη συνέχιση της συμμετοχής του «φιλοαμερικανικού» Ιρακινού Κουρδιστάν στο κράτος του Ιράκ, ελπίζοντας ότι θα αποτελέσει ανάχωμα στην αυξανόμενη σιιτική διείσδυση. Εκτιμάται ότι με ορισμένα ανταλλάγματα και παραχωρήσεις εκ μέρους της Βαγδάτης, η KRG θα αποδεχθεί το ρόλο αυτό μέσα σε μια ισότιμη ομοσπονδιακή οντότητα του Ιράκ.
Το μεγάλο δίλημμα είναι πλέον στη Βαγδάτη, να αποδεχθεί την πραγματικά ισότιμη παρουσία Σουνιτών, Σιϊτών και Κούρδων ή να επαναλάβει τα σφάλματα του παρελθόντος που οδήγησαν σε μακροχρόνιες συγκρούεις με τους Κούρδους και γιγάντωσαν το σουνιτικό εξτρεμισμό ως αναπόφευκτη αντίδραση στις καταπιέσεις και ρεβανσιστικές πολιτικής μιας σιϊτικής ιρακινής κυβέρνησης. Δύσκολα όμως η Τεχεράνη θα δεχθεί να απεμπολήσει τον αυξημένο έλεγχο που ασκεί σήμερα μέσω της σιϊτικής πλειοψηφίας στο Ιράκ. Μη ξεχνάμε όμως ότι η εθνοτική μακροχρόνια αντιπαράθεση των δύο χωρών δημιουργεί ορισμένες δυσπιστίες στα σιϊτικά στοιχεία και στις ελίτ της Βαγδάτης.

Δυστυχώς το περιβάλλον της Μέσης Ανατολής θα εξακολουθήσει να είναι πρόσφορο για κάθε εξτρεμιστή που ονειρεύεται την πρόκληση ενός ιερού πολέμου για την εξόντωση των «απίστων» και για κάθε παράταξη που πιστεύει στην ανέφικτη πλήρη επικράτηση της σε ένα αγώνα «μηδενικού αθροίσματος» κυρίως μεταξύ Σουνιτών και Σιϊτών.
Για άλλη μια φορά, είναι επιβεβλημένη η παρουσία της Ουάσιγκτον ώστε να ισορροπήσει με τον πειθαναγκασμό και την εποικοδομητική διαμεσολάβηση τις αντιμαχόμενες παρατάξεις στο Ιράκ. Παράλληλα θα πρέπει να καθησυχάσει τα σουνιτικά κράτη της περιοχής θέτοντας ευδιάκριτα όρια, να αναχαιτίσει τις βλέψεις των σκληροπυρηνικών της Τεχεράνης, χωρίς να οδηγηθούμε σε σύγκρουση και να περιορίσει την αυξανόμενη ρωσική επιρροή σε αυτήν την περιοχή. Έργο δύσκολο, αμφιβόλου αποτελέσματος αλλά υψηλότατου κόστους που πιθανόν -εν μέρει ορθολογικά- δεν επιθυμεί να αναλάβει η ηγεσία των ΗΠΑ. Σίγουρα η επιτυχία αυτού του έργου προϋποθέτει ικανότατους χειρισμούς, λεπτεπίλεπτες προσεγγίσεις, ευρεία αποδοχή, αξιοπιστία και συνέπεια, εχέγγυα που μάλλον δεν διαθέτει σήμερα η Ουάσιγκτον.
Μια συνεργασία ΗΠΑ και Ρωσίας θα ήταν πολλαπλώς ωφέλιμη για τη Μέση Ανατολή, δυστυχώς όμως καθημερινά οι δύο χώρες απομακρύνονται και μόνο διεθνή τραγικά γεγονότα θα μπορούσαν να ανατρέψουν αυτήν την αδιέξοδη πορεία.

Ο έλεγχος της ευρύτερης περιοχής, η οποία σημειωτέον θα παραμένει ασταθής για πολλά ακόμη χρόνια, είναι σημαντικός όχι μόνο λόγω της στρατηγικής σημασίας, των κινδύνων διάχυσης της αστάθειας και τρομοκρατίας, των ενεργειακών πόρων της αλλά και για τα ενδεχόμενα κέρδη που θα επιφέρει στους εμπλεκομένους, η συμμετοχή στην ανοικοδόμηση του Ιράκ και της Συρίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας) πρέπει και μπορεί να είναι παρούσα τουλάχιστον στην προσπάθεια της ανοικοδόμησης, αναλαμβάνοντας τα ανάλογα ρίσκα και υποχρεώσεις, σε κρατικό και ιδιωτικό επίπεδο.

* Ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης είναι Υποστράτηγος (εα)
Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



4 Ιαν 2018


Tου Κώστα Γρίβα

Εδώ και λίγο καιρό τείνει να κυριαρχήσει στη χώρα μας μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ολοκληρωτική ταύτιση της χώρας μας με τις ΗΠΑ, εν όψει μάλιστα της «αναπόφευκτης σύγκρουσης» Ουάσιγκτον-Άγκυρας (που συνεχώς έρχεται χωρίς να φθάνει ποτέ…) είναι το καταλυτικό στοιχείο που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά. Να επιλύσει τα προβλήματά της με την ΕΕ, να ξεφύγει από το Μνημόνιο και γενικώς να διεκδικήσει ένα φωτεινό μέλλον.

Στο πλαίσιο αυτής της λογικής πρέπει να φέρει εις πέρας ορισμένες αποστολές για λογαριασμό των ΗΠΑ. Μία εξ αυτών είναι να κλείσει, όπως-όπως, το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων. Και αυτό γιατί η Ουάσιγκτον επιδιώκει να εντάξει όσο το δυνατόν πιο σύντομα τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ, έτσι ώστε να εγκλωβίσει έτι περαιτέρω τη Σερβία μέσα σε ένα ΝΑΤΟϊκό κλοιό, ωθώντας την να κινηθεί και αυτή προς μια φιλοδυτική κατεύθυνση. Γενικώς να εντάξει όλα τα Βαλκάνια στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης, εξαλείφοντας τη ρωσική επιρροή στην περιοχή.

Όμως, ακόμη και στο πλαίσιο μιας εντελώς δουλοπρεπούς και άνευ όρων ταύτισης με τις ΗΠΑ, αυτή η πολιτική είναι απλά λάθος για τη χώρα μας. Συγκεκριμένα, αν πράγματι η Ελλάδα θα ήθελε να αποτελέσει το κομβικό στοιχείο της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή, το συμφέρον της θα ήταν οι άλλες χώρες των Βαλκανίων να βρίσκονται εκτός του ελέγχου των ΗΠΑ. Ή ακόμη καλύτερα να είναι εχθρικές έναντι αυτών.

Άλλωστε, κάτι τέτοιο ίσχυε και στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, όπου η Ελλάδα αποτελούσε ένα είδος «νησιού» μέσα στο κομμουνιστικά Βαλκάνια, με αποτέλεσμα να έχει έναν σαφώς αυξημένο ρόλο μέσα στη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Δύσης. Μέρος του ρόλου αυτού ήταν να λειτουργεί και ως φάρος ευημερίας στην περιοχή.

Βαθύτερη παθογένεια

Αντιθέτως, αν οι γειτονικές μας χώρες είχαν και αυτές ενταχθεί στη σφαίρα επιρροής της Ουάσιγκτον, ο ρόλος της Ελλάδας θα μειωνόταν δραστικά. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο μιας απόλυτα φιλοαμερικανικής πολιτικής, τα συμφέροντα της χώρας μας δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με αυτά των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον θα ήθελε όσο το δυνατόν πιο σταθεροποιημένα και υπό τον έλεγχό της τα Βαλκάνια. Αντιθέτως, η Αθήνα, λογικά, θα επεδίωκε το αντίθετο, ώστε να μεγιστοποιήσει τον βαθμό που είναι χρήσιμη και πολύτιμη για την αμερικανική στρατηγική.

Αυτό, όμως, το απλό δεδομένο δεν φαίνεται να γίνεται κατανοητό από τις ελληνικές ελίτ που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική. Κατά την άποψη του γράφοντος, αυτή και άλλες παρόμοιες αντιφατικές ενέργειες δεν αποτελούν απλώς κάποιες δυσλειτουργίες του μηχανισμού άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Εκφράζουν μια πολύ βαθιά παθογένεια της Ελλάδας, που είναι η ίδια η έλλειψη εθνοκεντρικής γεωπολιτικής λειτουργίας. Και αυτή η έλλειψη εντοπίζεται στα ίδια τα θεμέλια του σύγχρονου ελλαδικού κράτους.

Συγκεκριμένα, όταν φάνηκε ότι ήταν πλέον αδύνατη η αποφυγή της δημιουργίας του ελλαδικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821, οι «προστάτιδες δυνάμεις» της Δύσης ανέθεσαν σε αυτό γεωπολιτική αποστολή: να λειτουργεί ως φράγμα έναντι της Ρωσίας ώστε να αποτρέψει την έξοδό της στην κρίσιμης σημασία εσωτερική «λίμνη» του γεωσυστήματος Ευρασίας-Αφρικής, δηλαδή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σε ρόλο φράγματος

Όμως, τη στιγμή που η Ελλάδα καλούνταν να παίξει το ρόλο του φράγματος ενάντια στη Ρωσία, ταυτοχρόνως είχε ισχυρούς πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και ιστορικούς δεσμούς μαζί της. Οι δε λαϊκές μάζες ήταν σε μεγάλο βαθμό φιλορωσικές. Για να επιλυθεί ο γόρδιος δεσμός αυτής της αντιφατικής κατάστασης, οι «προστάτιδες δυνάμεις» κατανόησαν ότι θα έπρεπε να δημιουργήσουν στο νέο κράτος μια ελεγχόμενη από αυτές εσωτερική πραγματικότητα.

Έτσι, η πολιτική εξουσία, καθώς και οι αναγκαίες προεκτάσεις της στην κρατική γραφειοκρατία, στον πνευματικό κόσμο και κυρίως στους μηχανισμούς σχεδιασμού και άσκησης εξωτερικής πολιτικής, θα έπρεπε να μην υπηρετούν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Να υπηρετούν πρωτίστως τη λειτουργία του ελλαδικού κράτους ως φράγμα έναντι της Ρωσίας.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αποκτήσει έναν μηχανισμό εθνοκεντρικής εξωτερικής πολιτικής, γιατί η ίδια η έννοια του εθνικού συμφέροντος αντίβαινε τη λειτουργία της ως φράγμα ενάντια στη Ρωσία. Κι αυτό, επειδή η ελληνική εθνική και λαϊκή ταυτότητα προωθούσε τη σύζευξη και όχι την εχθρότητα μαζί της.

Από τις κανονιοφόρους στο ΔΝΤ

Όποτε δε αυτός ο εσωτερικός μηχανισμός δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του, η ευρωπαϊκή στρατιωτική ισχύς αναλάμβανε να δώσει λύση. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρετανικά και ενίοτε και γαλλικά πολεμικά πλοία υπενθύμιζαν δια των πυροβόλων τους στην Ελλάδα τη δουλειά που είχε να κάνει.

Από τον Εμφύλιο η κατάσταση έγινε πιο πολύπλοκη και την αποστολή αυτή ανέλαβαν οι ΗΠΑ, που είχαν πάρει στο μεταξύ τη σκυτάλη από την παραπαίουσα βρετανική αυτοκρατορία. Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς συνδυάστηκε με τη δημιουργία ενός αστυνομικού-αυταρχικού κράτους, αλλά και με τεράστιες ροές κεφαλαίων προς την ελληνική οικονομία.

Από τη Μεταπολίτευση και μετά, με τη σταδιακή παρακμή του αστυνομικού κράτους αλλά και την επικίνδυνη γιγάντωση του αντιαμερικανισμού στην ελληνική κοινωνία, οι Δυτικοί επικυρίαρχοι κατανόησαν ότι έπρεπε να αλλάξουν στρατηγική. Έτσι, επένδυσαν σχεδόν ολοκληρωτικά στο «ευρωπαϊκό μέλλον» της Ελλάδας. Οι κρουνοί των ευρωπαϊκών ταμείων άνοιξαν και ποταμοί χρήματος εισέρρευσαν στη χώρα, ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αλλά και διαιωνίζοντας την κυριαρχία των υπαρχόντων δυτικότροπων ελίτ.

Όμως, το ευρωπαϊκό χρήμα είχε και αυτό τα όριά του και σύντομα έδωσε και πάλι την σκυτάλη στην ωμή ισχύ. Τη φάση του απατηλού πλούτου διαδέχθηκε, αναπόφευκτα, η φάση της παραλυτικής φτώχειας και επιστρέψαμε στην εποχή της βίας και των απειλών. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν τα πυροβόλα των αγγλικών πολεμικών που θα αναλάμβαναν να διατηρήσουν την Ελλάδα στη δυτική σφαίρα επιρροής. Ήταν οι «διεθνείς» (δηλαδή οι ελεγχόμενοι από τη Δύση) οίκοι αξιολόγησης, το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, η έλλειψη γεωπολιτικής αυθυπαρξίας της Ελλάδας και η συνεπακόλουθη λειτουργία της ως χώρα-οχυρό της Δύσης εξασφαλιζόταν πλέον δια της απειλής ακόμη πιο ακραίας φτώχειας.

Η «ελπίδα» της Αμερικής

Και αυτή η περίοδος, όμως, δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Ο φόβος έπρεπε να δώσει σταδιακά τη θέση του σε κάποιας μορφής ελπίδα. Στην αρχή αυτής της φάσης φαίνεται πως βρισκόμαστε σήμερα. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι μια ανορθολογική ταύτιση με τις ΗΠΑ. Η επιλογή αυτή θα είχε, ίσως, κάποιο νόημα εάν εδραζόταν πάνω σε μια δομή διαμόρφωσης εξωτερικής πολιτικής, η οποία θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή θα ήταν η βέλτιστη πολιτική για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Όμως, αυτό προϋποθέτει μια εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία, την οποία, όπως υποστηρίξαμε πιο πάνω, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει εις βάρος της πρωταρχικής γεωπολιτικής αποστολής της στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής. Είναι δεδομένο ότι αν δεν υπάρχει αυτή η εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία δεν μπορούμε να μιλάμε για ελληνική εξωτερική πολιτική –φιλοαμερικανική, φιλοευρωπαϊκή ή οτιδήποτε άλλο– αλλά για ανυπαρξία πολιτικής. Άρα, δεν μπορούμε να περιμένουμε και τίποτε καλό να προκύψει για τη χώρα μας.

Είναι βέβαιο ότι όλα τα παραπάνω θα ακούγονται σε πολλούς από ανεδαφικά, αφελή και υπεραπλουστευτικά έως συνωμοσιολογικά. Και ίσως να είναι έτσι. Το γεγονός, όμως, παραμένει ότι η Ελλάδα δείχνει διαχρονικά να ακολουθεί μια πολιτική που δεν έχει στον πυρήνα της τα εθνικά συμφέροντα αλλά συμφέροντα άλλων χωρών και γεωπολιτικών σχηματισμών. Και αυτό με τη λογική ότι η Ελλάδα «είναι πολύ μικρή» για να έχει δικά της συμφέροντα! Θα πρέπει να «ανήκει εις την Δύσιν», αποτελώντας ουσιαστικά περιουσιακό της στοιχείο και όχι λειτουργώντας ως ανεξάρτητο στοιχείο μιας γεωπολιτικής δομής. Και κάτι τέτοιο φαίνεται πως ισχύει ακόμη και σήμερα.

Αν θέλουμε λοιπόν να σχεδιάσουμε την όποια στρατηγική για το μέλλον, το πρώτο βήμα είναι να διεκδικήσουμε τον εαυτό μας. Να αποκτήσουμε μια αυτόνομη, αυτόφωτη και εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία και μετά να δούμε αν οι πολιτικές που θα ακολουθήσουμε θα είναι φιλοαμερικανικές, φιλορωσικές, φιλοσουηδικές ή οτιδήποτε άλλο. Έως ότου, λοιπόν, επιτευχθεί κάτι τέτοιο, νομιμοποιούμαστε να έχουμε και αναγνώσεις της πραγματικότητας όπως αυτή που εκθέσαμε ανωτέρω.

SLPress


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Γράφει ο διεθνολόγος Γιώργος Κουλούρης

Η Μέση Ανατολή βρίθει από ζητήματα που απασχολούν την διεθνή πολιτική σκηνή, όπως συνεχίστηκε και την περασμένη χρονιά. Άλλα έχουν μακροχρόνια ιστορία άλλα προέκυψαν κατά την πάροδο του περασμένου έτους, όλα όμως διατηρούν το ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον, ιδίως από την Αραβική Άνοιξη και ύστερα.

Η σταδιακή συρρίκνωση του Ισλαμικού Κράτους και ο συριακός εμφύλιος, ο εμφύλιος στην Υεμένη, η πρόσφατη ανακήρυξη της Ιερουσαλήμ από τις Η.Π.Α ως πρωτεύουσας του Ισραήλ αλλά και το ασταθές πολιτικό σκηνικό που επικρατεί στον Λίβανο, αποτελούν ορισμένα από τα πιο κρίσιμα μέτωπα.

Τα προαναφερθέντα γεγονότα επηρεάζουν τις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή αλλά και τα περισσότερα εξ αυτών αναδεικνύουν την παγιωμένη διαμάχη μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν για περιφερειακή ηγεμονία.

Η έκβαση του συριακού εμφυλίου και η εδαφική συρρίκνωση του Ισλαμικού Κράτους

Μετά τον Μάρτιο του 2011 ο συριακός εμφύλιος συνεχίζεται σε χαμηλότερη ένταση εν συγκρίσει με το παρελθόν. Ο Άσαντ με την στρατιωτική στήριξη της Ρωσίας και του Ιράν φαίνεται να επικρατεί σε αυτή την μάχη, όμως η πλευρά της Δύσης παραμένει καχύποπτη προς το πρόσωπό του. Πλέον το τοπίο ξεκαθαρίζει ανάμεσα στις διαφορετικές πλευρές που έλαβαν μέρος με κύριες να είναι οι κυβερνητικές δυνάμεις με τις συριακές στρατιωτικές δυνάμεις, η αντιπολίτευση με τον  Ελεύθερο Συριακό στρατό, το Ισλαμικό Κράτος οι Κούρδοι υπό το PYD.

Η πλειοψηφία της συριακής επικράτειας ελέγχεται από τις κυβερνητικές δυνάμεις, καθώς μεγάλες κομβικές πόλεις όπως η Παλμύρα που θεωρείται μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO ανακαταλήφθηκε από την πλευρά Άσαντ τον Μάρτιο του 2017, ενώ το Βόρειο τμήμα της Συρίας ελέγχεται από τους Κούρδους. Παράλληλα και στο Χαλέπι η πλευρά του Άσαντ δείχνει να επικρατέι. Επίσης, η περιοχή Ράκα, ένα από τα προπύργια του Ισλαμικού Κράτους, ανακαταλήφθηκε από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις. Οι αντικαθεστωτικοί εκτιμάται ότι ελέγχουν περίπου το 12% της συριακής επικράτειας, ενώ το Ισλαμικό Κράτος το 5% έως 8%, με βάση την περιοχή Ιντλίμπ.

Βέβαια δεν πρέπει να παραγνωρισθεί η περιοχή Ρογιάβα που βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Κούρδων της Συρίας. Στις πρόσφατες εκλογές της 1ης Δεκεμβρίου το PYD κέρδισε την πλειοψηφία των θέσεων, ενώ επίκεινται οι εκλογές του Ιανουαρίου για την εκλογή του σώματος που θα λειτουργεί σαν περιφερειακό κοινοβούλιο.

Στο πλαίσιο διευθέτησης του συριακού εμφυλίου η Ρωσία, όπου κατέχει δεσπόζουσα θέση στην περιοχή έχοντας 2 στρατιωτικές βάσεις στην Λαττάκεια και στην Ταρτούς, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την εκκίνηση ειρηνευτικής διάσκεψης. Στις συνομιλίες του Σότσι στις 29-30 Ιανουαρίου του 2018 αναμένεται να συμμετάσχουν η Ρωσία, η Συρία, η Τουρκία, το Ιράν αλλά και η πλευρά των Κούρδων. Σε επίπεδο Ο.Η.Ε αναμένεται να ξεκινήσει νέος γύρος διαπραγματεύσεων με γνώμονα την αναθεώρηση του Συντάγματος και επικείμενες εκλογές.

Είναι εμφανές ότι κυρίαρχο ρόλο έχει η Ρωσία στην εξέλιξη του συριακού εμφυλίου, ωστόσο το τελευταίο διάστημα και οι Η.Π.Α έχουν αυξήσει τα στρατεύματά τους από 500 σε 2,000. Αυτό σημαίνει ότι θα επιδιώξουν ρόλο στις επερχόμενες συνομιλίες για την ειρηνική διευθέτηση του συριακού εμφυλίου. Ποια θα είναι η επιλογή επίλυσης δεν μπορεί να προδικασθεί, δεδομένου του υπάρχοντος κατακερματισμού της Συρίας σε πολιτικό επίπεδο. Το πιο δύσκολο σημείο τώρα είναι η επικράτηση ειρήνης στη Συρία λόγω των αναδυόμενων αντικρουόμενων συμφερόντων.

Υεμένη: ένας εμφύλιος που εξελίσσεται σε ανθρωπιστική κρίση

Στην Υεμένη μαίνεται ένας από τους πιο επίπονους εμφυλίους πολέμους που έχει φθάσει στα όρια της ανθρωπιστικής κρίσης. Η βασική διαμάχη είναι μεταξύ της κυβέρνησης υπό τον Πρόεδρο Χάντι και την στήριξη της Σαουδικής Αραβίας και των Χούτι, μίας ομάδας σιιτών ανταρτών υποστηριζόμενη από το Ιράν.  Το συγκεκριμένο πεδίο σύγκρουσης αποτελεί άλλη μία περίπτωση ανταγωνισμού μεταξύ των 2 ηγεμονικών δυνάμεων Σαουδικής Αραβίας και Ιράν.

Η  κύρια αιτία του πολέμου ήταν η αποτυχία ομαλής πολιτικής μετάβασης το 2011, μετά την παράδοση της εξουσίας από τον επί 33 χρόνια Πρόεδρο Σαλέχ στον Μανσούρ Χάντι. Λόγω του τεταμένου κλίματος εξαιτίας της Αραβικής  Άνοιξης αλλά και των προβλημάτων διαφθοράς, ανεργίας, επισιτιστικής ασφάλειας και επιθέσεων από την Αλ Κάιντα στην νότια πλευρά της χώρας ευνόησαν την εξέγερση κατά της προηγούμενης κυβέρνησης από την πλευρά των Χούτι. Παράλληλα κέρδισαν έδαφος μέχρι να σταθεροποιηθεί στην εξουσία ο νέος Πρόεδρος Χάντι, με αποτέλεσμα να επικρατήσει η αναταραχή στην χώρα. Οι σημαντικότερες περιοχές ήλθαν υπο τον έλεγχο των Χούτι, ενώ παρουσία στην χώρα έχει τόσο η Αλ Κάιντα όσο και το Ισλαμικό Κράτος.

Τα προβλήματα που προκύπτουν από τον εμφύλιο στην Υεμένη είναι υψίστης σημασίας καθώς 20εκ άνθρωποι χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια, με 11εκ εξ αυτών να είναι παιδιά. Παράλληλα, 400,000 παιδιά κινδυνεύουν με υποσιτισμό, ενώ τα κρούσματα χολέρας έχουν σημειώσει ραγδαία αύξηση καθώς φθάνουν τους 3,000 θανάτους. Επιπροσθέτως, μεγάλο μέρος του πληθυσμού είτε έχει μεταναστεύσει είτε έχει εκτοπιστεί, περίπου 3 εκ.

Κομβικό σημείο για την εξέλιξη του εμφυλίου στην Υεμένη αποτελεί η δολοφονία του πρώην Προέδρου Σάλεχ από αντάρτες των Χούτι. Χωρίς την παρουσία του Σάλεχ αναμένεται να ενισχυθεί η θέση των Χούτι στην χώρα, γεγονός που θα κλιμακώσει την ένταση. Παράλληλα, η ένταση στην περιοχή επηρεάζεται και από την πρόσφατη εκτόξευση πύραλου από τους Χούτι προς την Σαουδική Αραβία. Γεγονός που επικρίθηκε και από τις Η.Π.Α, ενώ η πλευρά της Τεχεράνης κατηγορεί τις Η.Π.Α και την Σαουδική Αραβία για την κλιμάκωση των εχθροπραξιών.

Όπως διαπιστώνεται και ο εμφύλιος στην Υεμένη βρίσκεται υπό την σφαίρα επιρροής Σαουδικής Αραβίας και Ιράν. Παράλληλα, έχει ιδιαίτερη σημασία η εξέλιξή του δεδομένου ότι από τα στενά του Μπαμ Αλ Μαντάμπ που ενώνουν την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό διεξάγεται μεγάλο μέρος της θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου. Το 2013 μεταφέρθηκαν περισσότερα από 3,5εκ βαρέλια πετρελαίου καθημερινά.

Λαμβάνοντας υπόψη την μεγάλη ανθρωπιστική κρίση, αλλά και την συνεχιζόμενη διαμάχη στο εσωτερικό της Υεμένης δεν διαφαίνεται σταθεροποίηση στο εγγύς μέλλον. Ιδιαίτερα, εξαιτίας της επιρροής των εξωτερικών δυνάμεων αλλά και της αναμενόμενης κλιμάκωσης της έντασης ο εμφύλιος στην Υεμένη θα συνεχίσει να απασχολεί και να αποτελεί βασικό σημείο αστάθειας στην περιοχή.

Ο Λίβανος ακροβατεί μεταξύ αστάθειας και σταθερότητας

Αρχές Νοεμβρίου ο Λίβανος φαινότανε να βάδιζε σε αχαρτογράφητα ύδατα έπειτα από την αιφνιδιαστική παραίτηση του Προέδρου Χαρίρι από την Σαουδική Αραβία. Ο Λίβανος είναι από τις πλέον κατακερματισμένες περιοχές της Μέσης Ανατολής διατηρώντας 18 σέκτες, ενώ η πλευρά του σουνίτη Προέδρου Χαρίρι είναι προσκείμενη στην Σαουδική Αραβία και η σιιτική πλευρά στο Ιράν, η οποία εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου.

Ο Πρωθυπουργός Χαρίρι εβρισκόμενος στην Σαουδική Αραβία είχε ανακοινώσει την παραίτησή του κατηγορώντας το Ιράν ότι ανακατεύεται στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, και μαζί με την Χεζμπολάχ αποσταθεροποιούν την χώρα. Μάλιστα παρομοίασε το κλίμα όπως ήταν το 2005 με την δολοφονία του πατέρα του, καθώς και ο ίδιος φοβόταν για την ζωή του.

Η σταδιακή αύξηση της επιρροής του Ιράν σε συνεργασία με την Χεζμπολάχ ήταν κάτι που δεν γινόταν αποδεκτό από τον Χαρίρι, για αυτό μέσω της παραίτησης κατέδειξε αυτά τα 2 μέτωπα ως αποσταθεροποιητές. Βέβαια εικάζεται ότι η παραίτηση ήταν καθοδηγούμενη από την Σαουδική Αραβία και τις Η.Π.Α ώστε να δημιουργηθεί νέα εστία έντασης αλλά και να πληγεί η επιρροή του Ιράν.

Αν και φαίνεται η κατάσταση να ομαλοποιείται μετά την ανάκληση της παραίτησης από τον Χαρίρι, θέτοντας ως όρο την μη ανάμειξη του Λιβάνου στις περιφερειακές συγκρούσεις, η περιοχή παραμένει ευάλωτη στον ανταγωνισμό Ιράν και Σαουδικής Αραβίας. Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι για την σταθερότητα μίας από τις πλέον ιδιόμορφες χώρες στο πολιτικό σκηνικό. Η πλευρά της Σαουδικής Αραβίας μοιάζει ενοχλημένη από την επιστροφή Χαρίρι στον Λίβανο, ενώ η καχυποψία μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων και η επιρροή της Χεζμπολάχ αναμένεται να υποδαυλίσουν μελλοντικά την διαφαινόμενη σταθερότητα.

Η ανακήρυξη της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και ο Τραμπ

Η διαμάχη μεταξύ Ισραήλ-Παλαιστίνης είναι από τα πλέον κομβικά και μακροχρόνια ζητήματα πολιτικής στην Μέση Ανατολή. Η κύρια διαμάχη εστιάζεται στα εδαφικά ζητήματα μεταξύ Ισραήλ-Παλαιστίνης, που έχουν αποτελέσει αιτία για μεγάλο εύρος συγκρούσεων. Το 1947 στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Βρετανία αποφασίζει την αποχώρησή της από την περιοχή, ενώ ο Ο.Η.Ε προτείνει την διχοτόμησή της σε ένα εβραϊκό και ένα αραβικό κράτος.  Η συγκεκριμένη πρόταση δεν γίνεται δεκτή από την πλευρά των αράβων αισθανόμενοι αδικημένοι, λόγω της πληθυσμιακής πλειοψηφίας τους.

Σημείο καμπής είναι το 1948 όταν ιδρύεται το κράτος του Ισραήλ και το 1967 στον Πόλεμο των Έξι Ημερών το Ισραήλ διπλασιάζει τα εδάφη του καταλαμβάνοντας και το μεγαλύτερο μέρος της Ιερουσαλήμ. Έκτοτε, ο παλαιστινιακός λαός θεωρεί πως βρίσκεται υπό κατοχή και διεκδικεί την ανεξαρτησία του. Την περίοδο 1967-1980 ακολούθησαν 3 ψηφίσματα του Ο.Η.Ε σχετικά με την απόσυρση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων από τα εδάφη που κατελήφθησαν, την κατεδάφιση των εποικισμών, ενώ το τελευταίο καταδίκαζε τον Νόμο για την Ιερουσαλήμ ότι είναι η πρωτεύουσα του Ισραήλ. Από τα 3 ψηφίσματα δεν τηρήθηκε κανένα από την πλευρά του Ισραήλ.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την σταδιακή εξέγερση των Παλαιστινίων με κορυφαία σημεία της 2 Ιντιφάντα που έλαβαν χώρα το 1987 και το 2000. Η πρώτη Ιντιφάντα διεξήχθη την περίοδο 1987-1993, ενώ η δεύτερη Ιντιφάντα την περίοδο 2000-2005. Το 2008 υπήρξαν νέες εντάσεις όταν το Ισραήλ εισέβαλε στην Λωρίδα της Γάζας για να σταματήσει την εκτόξευση πυραύλων από την πλευρά της Χαμάς, ενώ το 2016 έγιναν νέες προσπάθειες εποικισμού της Δυτικής Όχθης.

Αυτή η πάγια διαμάχη μεταξύ Ισραήλ-Παλαιστίνης βαίνει σε ένα νέο ασταθές πεδίο από την πρόσφατη απόφαση του Αμερικανού Πρόεδρου Τραμπ να ανακηρύξει ως πρωτεύουσα του Ισραήλ την Ιερουσαλήμ. Η συγκεκριμένη απόφαση πυροδότησε νέες αντιδράσεις από την διεθνή κοινότητα, ενώ στην Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε  128 κράτη-μέλη καταψήφισαν την απόφαση. Σε ένα ήδη ασταθές πολιτικό περιβάλλον και ιδιαίτερα στο μαλακό υπογάστριο της Μέσης Ανατολής μία τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να επιδεινώσει το πολιτικό σκηνικό.

Όλες οι δυνάμεις, όπως και η Σαουδική Αραβία και το Ιράν τάχθηκαν κατά αυτής της απόφασης καθώς θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην περιοχή. Επίσης προκλήθηκαν διαδηλώσεις σε διάφορες χώρες όπως Ιορδανία και Τυνησία, ενώ η Χαμάς καλεί σε νέα Ιντιφάντα, σε μία περίοδο όπου η συμφωνία της με την Φατάχ κατέρρευσε, αντίπαλες παλαιστινιακές οργανώσεις. Γίνεται αντιληπτό ότι μία τέτοια απόφαση επιδεινώνει την ειρηνευτική διαδικασία αλλά αναμένεται να προκαλέσει νέες εχθροπραξίες στο μέλλον.

Τι έπεται…

Η Μέση Ανατολή αποτελεί ενδεχομένως το πιο ασταθές γεωγραφικό σημείο. Υπάρχει μεγάλο εύρος συγκρούσεων και διαμαχών, με τις κυριότερες εξ αυτών να αναφέρθηκαν νωρίτερα. Μεγάλες δυνάμεις διεκδικούν την αύξηση της επιρροής τους διατηρώντας με αυτό τρόπο το ασταθές πολιτικό πλαίσιο αλλά και την συνέχιση των εχθροπραξιών. Ρωσία, Η.Π.Α, Ιράν και Σαουδική Αραβία διαμορφώνουν μία γεωπολιτική σκακιέρα που ασκεί επιρροή στις περισσότερες περιοχές της Μέσης Ανατολής. Τόσο οι μακροχρόνιες εστίες έντασης όσο και οι νέες αναμένεται να συνεχίσουν να απασχολούν και να διατηρούν το τεταμένο κλίμα. Η Υεμένη και ο Λίβανος αποτελούν 2 χώρες που αποτελούν σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν δηλαδή σουνιτικού και σιιτικού Ισλάμ, η Ρωσία φαίνεται να διατηρεί την ισχυρή παρουσία της στη Συρία αποκτώντας εμφανής επιρροή στην Μέση Ανατολή, ενώ δυσοίωνες αναμένονται οι εξελίξεις γύρω από την διαμάχη Ισραήλ-Παλαιστίνης όπου οι πιθανότητες για νέες συγκρούσεις ή εξεγέρσεις δείχνουν να αυξάνονται στο εγγύς μέλλον.

MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου