Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

27 Μαΐ 2017


Γράφει ο Απόστολος Αποστολόπουλος

Από την εποχή Σημίτη οι διάδοχες κυβερνήσεις συμπεριφέρονται ως εάν ο κίνδυνος τουρκικής επίθεσης είναι πραγματικός, επικείμενος και δεδομένη η ελληνική ήττα σε περίπτωση αναμέτρησης. Καλλιεργούν τον ραγιαδισμό και τον εθνομηδενισμό της παρέας του Φίλη και πολλών άλλων. Το επιχείρημα ότι ο Ερντογάν είναι «τρελός» και ανεξέλεγκτος δικαιολογεί κάθε περαιτέρω υποχώρηση, ποιος τα βάζει με ένα τρελό;

Η αλήθεια είναι πως ο Ερντογάν είναι τολμηρός, ρηξικέλευθος, λογάς, αλλά όχι τρελός. Η δε Τουρκία, με τους κεμαλιστές ή με τον Ερντογάν, αποφεύγει να παραβιάσει έμπρακτα τα όρια που σε γενικές γραμμές ορίζουν οι ΗΠΑ. Όποτε η Τουρκία έχει περάσει από τη ρητορική σε πολεμικές επιχειρήσεις έχει την άτυπη αλλά ρητή έγκριση των ΗΠΑ (Κύπρος το 1974) ή δεν προσκρούει σε σαφή απαγόρευση των ΗΠΑ (Συρία τώρα).

Μετά τον Β΄ Παγκόσμια Πόλεμο, η Τουρκία και η Ελλάδα αποτελούσαν για τις ΗΠΑ μια ενότητα και είχαν ένα ρόλο: να είναι φράχτης σε κάθε απόπειρα καθόδου της Σοβιετικής Ένωσης προς τη Μεσόγειο. Στη Γιάλτα, Στάλιν, Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ αποφάσισαν ότι Τουρκία και Ελλάδα ανήκουν στη Δύση, όπως απλώς υπενθύμισε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Το άνοιγμα και η πολιτική ειρήνης της Αθήνας στα Βαλκάνια ήταν αποτέλεσμα της Γιάλτας και της ειρηνικής συνύπαρξης. Οι καλές διαβαλκανικές σχέσεις ήταν δοτές από τις συμφωνίες των Μεγάλων Δυνάμεων.

Κάθε αλλαγή στα ελληνοτουρκικά ή στα βαλκανικά πράγματα έγινε είτε απ’ ευθείας από τις ΗΠΑ είτε με εντολή ή ανοχή τους (π.χ. Γιουγκοσλαβία). Είναι πασιφανές ότι ισχύει απολύτως ένα σημείο-κλειδί: Η αποτροπή καθόδου της μετακομμουνιστικής Ρωσίας στη Μεσόγειο.

Τουρκία και Ελλάδα εξακολουθούν να έχουν κοινή μοίρα απέναντι στη Ρωσία, όπως προέβλεπε η Γιάλτα. Έχουν κοινή μοίρα αλλά όχι κοινή στάση έναντι της Ρωσίας. Η διάκριση απαιτεί εξήγηση.

Η Τουρκία παραμένει φράχτης

Η Τουρκία, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, πλεονεκτεί έναντι της Ελλάδας επειδή συνορεύει με τη Ρωσία, διατηρεί δηλαδή το ρόλο του φράχτη. Η Ελλάδα δεν κλείνει, πλέον, τον δρόμο σε κανέναν αντίπαλο. Όλες οι βαλκανικές χώρες ανήκουν πλέον και αυτές στη Δύση. Η Ελλάδα έχει χάσει το ρόλο που έδινε αξία στη γεωπολιτική της θέση. Αντίθετα, η Τουρκία μπορεί να συναλλάσσεται επωφελώς με τη Ρωσία, εφόσον δεν ανατρέπει την αμερικανική πολιτική.

Το πετρέλαιο/αέριο δημιουργεί νέα γεωοικονομικά/γεωπολιτικά δεδομένα και ο ρόλος της Ελλάδας ίσως δεν έχει κριθεί ακόμα οριστικά. Αλλά η Αθήνα δεν φαίνεται ικανή να διεκδικήσει οτιδήποτε πέραν αυτών που επιθυμούν οι ΗΠΑ-ΕΕ. Αυτό φάνηκε με τον αγωγό μεταφοράς του αζέρικου αερίου. Η ψοφοδεής στάση της Αθήνας δεν αφήνει αμφιβολίες για το τελικό αρνητικό αποτέλεσμα.
Η Τουρκία είναι ουσιώδης παίκτης στο Μεσανατολικό με σχετικά ευρύ περιθώριο κινήσεων, επειδή παρέχει υποστήριξη στις φιλοαμερικανικές αντί-Άσαντ δυνάμεις και ασκεί επιρροή σε ορισμένες ομάδες τζιχαντιστών. Ωστόσο, οι σχέσεις με τους ισλαμιστές την καθιστούν σημαντικό παίκτη, επειδή οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν τη συντριβή των ισλαμιστών για να μην κυριαρχήσουν οι Ρώσοι και ο Άσαντ.

Η προσέγγιση του Ερντογάν με τη Μόσχα δεν ανησυχεί ιδιαίτερα τις ΗΠΑ επειδή μια ισλαμική Τουρκία, υπό τον Ερντογάν, μπορεί να είναι επικίνδυνη ως πηγή μετάδοσης και μεταλαμπάδευσης του μαχητικού ισλαμισμού στη Ρωσία. Ο Πούτιν φυσικά το ξέρει.

Από την πλευρά του, ο Τραμπ αρνήθηκε να ενδώσει στην τουρκική απαίτηση να μην εξοπλίσουν οι Αμερικανοί τους Κούρδους της Συρίας. Η Τουρκία με ΗΠΑ και Ρωσία αντιμετωπίζει συμπληγάδες. Αλλά αν δεν εξωθεί τα πράγματα στα άκρα μπορεί να κερδίζει και πάντως να μη ζημιώνεται, κρατώντας ισορροπίες μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Η διαφορά Τουρκίας-Ελλάδας περιγράφεται και ως εξής: η ΕΕ θεωρεί πολύτιμη την Τουρκία και αναζητά μια ειδική σχέση μαζί της, αφού η ένταξη φαντάζει αδύνατη. Ταυτόχρονα η ΕΕ ετοιμάζει 4ο Μνημόνιο για την Ελλάδα και τρόπους υποδούλωσής της για τον υπόλοιπο αιώνα και βάλε.

Χαμηλή αυτοεκτίμηση

Ωστόσο, ούτε η Ρωσία ούτε η ΗΠΑ θέλουν να ενισχυθεί η Τουρκία. Αυτή είναι η αιτία που τα Κατεχόμενα παραμένουν επί σαράντα χρόνια παράνομα. Γι’ αυτό σκοντάφτουν συνεχώς οι ποικίλες απαιτήσεις του Ερντογάν, όπως π.χ. να έχει μερίδιο στο (προσδοκόμενο) πετρέλαιο/αέριο της Κύπρου, ή να μετάσχει στην απελευθέρωση της Μοσούλης και στη μοιρασιά της «πίτας».

Εφ’ όσον οι τουρκικές απαιτήσεις μειώνουν το μερίδιο των πανίσχυρων εταιριών πετρελαίου ο Ερντογάν θα τρώει πόρτα. Εναπόκειται στον Αναστασιάδη και στον Τσίπρα να μην ενδώσουν στις πιέσεις του Ερντογάν, ο οποίος απλώς φωνασκεί.

Το αντάλλαγμα για την Τουρκία -σε βάρος της Ελλάδας- δεν θα είναι η κατοχή μεριδίου. Πιθανότατα θα είναι η μετατροπή της σε κύριο κόμβο διέλευσης του πετρελαίου/αερίου.

Οι συμμαχίες της Αθήνας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, είναι ασφαλώς χρήσιμες, αλλά η αξία τους είναι σχετική. Η Αθήνα δεν έχει την ισχύ να απαιτήσει σεβασμό των συμφωνιών από το Ισραήλ αν αυτό αποφασίσει να παρασπονδήσει. Ούτε διαθέτει ισχυρότερα πλεονεκτήματα από την Τουρκία, αν η Άγκυρα αλλάξει πολιτική. Αντίβαρο για την Ελλάδα θα ήταν η σταθερή και βαθιά ενότητα με την Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να γίνουν υπολογίσιμος και προτιμώμενος παράγων για την ασφαλή διέλευση των υδρογονανθράκων.

Ο Ερντογάν προκαλεί εδώ φθόνο επειδή σηκώνει κεφάλι εκεί που οι ηγεσίες μας το σκύβουν. Πολλοί στην Αθήνα προβλέπουν την πτώση του (πιθανή) έτσι ώστε να αισθανθούν δικαιωμένοι για τον ραγιαδισμό τους.

Δείγμα της χαμηλής αυτοεκτίμησης (ευφημισμός για τον ραγιαδισμό) είναι πως πολλοί πιστεύουν ότι καλύτερα να έρθουν οι Γερμανοί να (μας) βάλουν τάξη, αφού δεν μπορούμε μόνοι μας! Δεν φιλοσοφούν ούτε γνωρίζουν ποίηση, ότι «οι βάρβαροι είναι μια κάποια λύση», όπως έλεγε ο μέγας Αλεξανδρινός. Απλώς γλύφουν.

Πηγή "Σταύρος Λυγερός"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

26 Μαΐ 2017


Του Δρ. Σπύρου Πλακούδα

Οι Θεωρίες περί της Διεθνούς Πολιτικής

Στην επιστήμη των διεθνών σχέσεων υπάρχουν αρκετές και αλληλοσυγκρουόμενες σχολές σκέψης περί διεθνούς πολιτικής (π.χ. ρεαλισμός, ιδεαλισμός κτλ.). Έκαστη εξ αυτών διαθέτει τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της ως προς την ικανότητα (και και την επάρκεια) της να αναλύει το άναρχο διεθνές σύστημα· ουδεμία, πάντως, δεν επιτυγχάνει (παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς των οπαδών εκάστης) να ερμηνεύσει αποκλειστικά το σύνολο των διεθνολογικών τεκταινομένων. Γιατί; Μα επειδή η ουσία της ανάλυσης της διεθνούς πολιτικής βασίζεται στη σύνθεση, όχι την αντίθεση, των σχολών σκέψης. Ως εκ τούτου, η δράση ενός κράτος εντός του κρατικο-κεντρικού (πλην όμως άναρχου) διεθνούς συστήματος χρίζει μιας πολυδιάστατης, όχι μονοδιάστατης, ανάλυσης.

Το τρίγωνο Ελλάς-Τουρκίας-ΗΠΑ αποτελούσε και αποτελεί μια αγαπημένη θεματική των αναλυτών εξ Ελλάδος και Τουρκίας. Οι αναλύσεις τους, παρά τις επιμέρους διαφορετικές αφετηρίες, συγκλίνουν στην εξής (άβολη προς ημάς) διαπίστωση: πως το εν λόγω τρίγωνο ήταν ανέκαθεν σκαληνό – ουδέποτε ισοσκελές. Ορισμένοι ακαδημαϊκοί ισχυρίζονται πως η εν λόγω ανισορροπία οφείλεται στη γεωγραφική θέση της Τουρκίας λόγω του ελέγχου των Στενών των Δαρδανελίων και της εγγύτητας με τη Ρωσία – την πρώην ΕΣΣΔ. Άλλοι αποδίδουν το φαινόμενο τούτο στα υπέρτερα μεγέθη (πληθυσμιακά, οικονομικά και ούτω καθεξής) της Τουρκίας – με σημαντικότερο εξ αυτών τον 2ο μείζονα στρατό ξηράς στο ΝΑΤΟ μετά το 1989. Μια τελευταία κατηγορία, εν τέλει, ερμηνεύει την εν λόγω τάση ως απόρροια της διείσδυσης της Άγκυρας (χάρη στη βοήθεια του Εβραϊκού Λόμπυ τα προηγούμενα χρόνια) στα υψηλά κλιμάκια της Αμερικανικής γραφειοκρατίας – ιδίως του Υπουργείου Εξωτερικών.

Μια προσεκτικότερη ανάλυση, όμως, της πρόσφατης ιστορίας των τριών χωρών αποδεικνύει πως οι τριγωνικές σχέσεις δεν ήταν πάντοτε ανισόρροπες υπέρ της Τουρκίας. Τα έτη 1974 και 2003 αποτελούν ορόσημα για χαμηλά βαρομετρικά στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ-Τουρκίας. Παρ’ όλο που οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών αποκαταστάθηκαν εν τέλει, η εξέλιξη αυτή δεν οφειλόταν τόσο στα κρίσιμα μεγέθη της Τουρκίας (όπως θα ισχυρίζονταν οι οπαδοί της ρεαλιστικής σχολής σκέψης) όσο στις αντιλήψεις των εκάστοτε ενοίκων του Λευκού Οίκου και των υφιστάμενών τους ως προς την χρησιμότητα της Τουρκίας ως συμμάχου των ΗΠΑ (όπως θα αντέτειναν οι οπαδοί της κονστρουκτιβιστικής θεωρίας). Δυστυχώς, η διαχρονική ατολμία της Ελλάδος να προτείνει εαυτόν ως πιστού συμμάχου της Ουάσινγκτον έναντι της απειθούς Τουρκίας στοίχισε εν μέρει την γεωπολιτική απαξίωση της πατρίδας μας. Πως προδιαγράφεται λοιπόν το μέλλον των Τουρκο-Αμερικανικών σχέσεων επί προεδρίας Trump;

Η Διάψευση των Ελπίδων περί Trump

Η Τουρκία αρχικώς επένδυσε στην εκλογή του Trump επειδή ο Erdogan δυσανασχετούσε για την σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και των Κούρδων της Συρίας επί προεδρίας Obama. Με αδρή αμοιβή, ακολούθως, στρατολόγησε στον μακρύ κατάλογο των διαδρομιστών της τον πρώην στρατηγό Φλιν που προαλειφόταν για σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Trump. O τελευταίος επιχείρησε (αρχικώς επιτυχώς) να εμποδίσει την υλοποίηση ορισμένων αντι-Τουρκικών σχεδίων της απερχόμενης προεδρίας – όπως η παράδοση βαρέος οπλισμού στους Κούρδους της Συρίας. Η έφεση του Φλιν προς τη δωροδοκία αποτέλεσε, όμως, την Αχίλλειο Πτέρνα του ιδίου και του προέδρου Trump. Ύστερα από την αποπομπή του, υλοποιήθηκε η προηγούμενη δέσμευση των ΗΠΑ προς τους Κούρδους – προς βαθιά απογοήτευση του Erdogan. Ο οποίος, σημειωτέον, πραγματοποίησε την χειρότερη στα χρονικά των διμερών σχέσεων επίσκεψη στον Λευκό Οίκο. Η συζήτηση διήρκησε επί της ουσίας περίπου 10 λεπτά (!!!) (συν 10 λεπτά χάριν της διερμηνείας) και δεν ευοδόθηκε ούτε ένας εκ των τριών στόχων του Erdogan (ήτοι περί των Κούρδων της Συρίας, ιεροκήρυκα Gulen και επιχειρηματία Ζαράμπ). Χειρότερα, οι σωματοφύλακες του Erdogan προκάλεσαν οξύτατο διπλωματικό επεισόδιο με τον ξυλοδαρμό των ειρηνικών διαδηλωτών εκτός του Καπιτωλίου.

Αρκετοί αναλυτές ισχυρίζονται πως η Τουρκία αποτελεί ένα τόσο κρίσιμο μέγεθος που οι ΗΠΑ δεν θα την αποκλείσουν από τους σχεδιασμούς τους για την Μέση Ανατολή – ενώ το πανίσχυρο Τουρκικό Λόμπυ διαθέτει ακόμα ισχυρές προσβάσεις στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η εν λόγω εκτίμηση, κατά τη γνώμη μου, παραγνωρίζει τους εξής τρεις παράγοντες:

Α) Το σύστημα «ελέγχων και ισορροπιών» (checks and balances) των ΗΠΑ. Όση επιρροή και εάν η Τουρκία αποκτήσει επί συγκεκριμένων αξιωματούχων (π.χ. ο πρώην στρατηγός Φλιν ή πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης Giuliani), ουδείς εγγυάται στην Άγκυρα πως ο Πρόεδρος ή το Κονγκρέσο εν τέλει θα αποφασίσουν υπέρ της. Η στήριξη των Κούρδων από τον πρόεδρο Obama αποτελεί ένα παράδειγμα αντιπροσωπευτικό της εν λόγω τάσης.

Β) Την «στρατηγική κουλτούρα» (strategic culture)[1] της Αμερικής. Εκ της γενέσεώς της ως έθνους, οι ΗΠΑ διεξάγουν τους (ενδοκρατικούς ή διακρατικούς) πολέμους έως την τελική νίκη καταβάλλοντας μια τεράστια (και δυσανάλογη ενίοτε) προσπάθεια. Ως εκ τούτου, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, ως φορέας της εν λόγω στρατηγικής κουλτούρας, δεν υπάρχει περίπτωση να μην αναλάβει κάθε απαραίτητη δράση για την ήττα του Ισλαμικού Κράτους. Και οι Κούρδοι της Συρίας αποτελούν τις καλύτερες «μπότες στο έδαφος» (boots on the ground) κατά του ΙΣΙΣ. Ενδεικτικά, οι Τούρκοι και ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (ΣΣΣ) χρειάστηκαν σχεδόν τρεις μήνες για να καταβάλλουν την αντίσταση 1,000 μαχητών του ΙΣΙΣ στην Μάχη της Αλ Μπαμπ ενώ οι Κούρδοι μόλις 60 ημέρες για την άλωση της Μανμπίζ (μιας πόλης περίπου 10 φορές μεγαλύτερης από την Αλ Μπαμπ) παρά την αντίσταση 2,500 μαχητών του ΙΣΙΣ.

Γ) Τη σύνθεση της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Η τωρινή κυβέρνηση των ΗΠΑ διαθέτει ένα ισχυρότατο στρατιωτικό «αποτύπωμα» και θυμίζει εν πολλοίς τη σύνθεση της κυβέρνησης Eisenhower στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου. Και όπως έχει αποδειχθεί στο παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις, στρατιωτικές και όχι πολιτικές ή διπλωματικές λύσεις έχουν προταθεί για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, μια οργισμένη αντίδραση εκ μέρους των στρατιωτικών πρέπει να αναμένεται ως προς τα «τσαλίμια» της Τουρκίας περί της αεροπορικής βάσης Ιντσιρλίκ και των διευκολύνσεων προς το ΙΣΙΣ. Ούτως ή άλλως, οι εκκαθαρίσεις στο στράτευμα την επαύριον του αποτυχημένου πραξικοπήματος έχουν οδηγήσει στην αποπομπή των δυτικόφυλων Τούρκων αξιωματικών και την αντικατάστασή τους από τους αποκαλούμενους «Ευρασιανιστές» που τάσσονται αναφανδόν υπέρ της στροφής προς τη Ρωσία – ακόμη και υπέρ της  εξόδου από το ΝΑΤΟ.

Η Μη Χρησιμότητα της Άγκυρας

Η Άγκυρα πλέον δεν διαθέτει την ίδια χρησιμότητα για την Ουάσινγκτον. Άλλωστε ο Trump, πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του ως ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, είχε δηλώσει πως η Αίγυπτος και το Ισραήλ θα αποτελέσουν τους άξονες της πολιτικής των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο – δύο χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει συσφίξει τις σχέσεις της τα τελευταία χρόνια. H πρόσφατη επίσκεψη του Trump στη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ (αλλά όχι την Τουρκία) προϊδεάζει για τις προτεραιότητες (και τους φορείς) της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή. Χώρες όπως η Ελλάδα, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και το Σύμφωνο Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) δύναται να αναπληρώσουν επαρκώς τα όποια οφέλη προσφέρει η Τουρκία στο ΝΑΤΟ επί του παρόντος. Συν τις άλλοις, η στροφή της Άγκυρας προς τη Ρωσία μάλλον δεν αποτελεί μια διαπραγματευτική τακτική αλλά μια ριζική στροφή της πρώτης προς τα Ευρασιατικά οράματα της τελευταίας και, ως εκ τούτου, οι φωνές εντός του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ για την αποβολή της Τουρκίας από την Βορειο-Ατλαντική Συμμαχία αυξάνονται διαρκώς.

Στο μέτωπο της Συρίας, οι ΗΠΑ βασίζονται ολοένα και περισσότερο στους Κούρδους. Οι τελευταίοι, μάλιστα, σκοπεύουν έως τα τέλη του 2017 να έχουν συγκροτήσει ένα στράτευμα ύψους 100,000 ανδρών και γυναικών με βαρύ οπλισμό. Ήδη χάρη στην υποστήριξη της Ουάσινγκτον, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) αριθμούν 75,000 άνδρες και γυναίκες – με αιχμή του δόρατος το YPG με περίπου 50,000 μαχητές. Η αριθμητική ισχύς και η επιχειρησιακή δεινότητά τους καθιστούν τις SDF έναν πονοκέφαλο τόσο για το ΙΣΙΣ όσο και για την Τουρκία. To ΙΣΙΣ δεν διαθέτει παρά μόνον περίπου 5,000 μαχητές στα πέριξ της Ράκα ενώ η Τουρκία διατηρεί περίπου 4,000 άνδρες στην βόρεια Συρία ως «ασπίδα» για τους περίπου 5,000 μαχητές του ΕΣΣ λόγω της χαμηλής φερεγγυότητάς και αρτιότητάς τους. Ως εκ τούτου, οι SDF δεν απειλούνται σοβαρά από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες στη βόρεια Συρία.

Η κατάληψη της πρωτεύουσας του Ισλαμικού Χαλιφάτου αποτελεί, επί της ουσίας, ζήτημα χρόνου μοναχά. H συμμαχία μεταξύ των ΗΠΑ και των Κούρδων της Συρίας δεν θα παύσει να υφίσταται μετά το πέρας της Μάχης της Ράκκα. Γιατί; Διότι έχει ήδη αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας στρατηγικής, και όχι τακτικής, φύσεως συμμαχίας μεταξύ των δύο πλευρών. Ήδη ορισμένες δεξαμενές σκέψης με ισχυρή επιρροή στα κέντρα λήψης αποφάσεων (π.χ. το American Enterprise Institute) καλούν την Ουάσινγκτον να διαλέξει τους Κούρδους έναντι της Τουρκίας λόγω της αφερεγγυότητας του αυταρχικού και ισλαμιστή ηγέτη της. Το Υπουργείο Άμυνας, όμως, πρωτοπορεί στην αναθεώρηση της στάσης των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας. Ήδη οι ΗΠΑ έχουν κατασκευάσει αθόρυβα τρεις βάσεις στη βόρεια Συρία και θα μεταφέρουν δίχως δεύτερη σκέψη το προσωπικό τους (και τα πυρηνικά όπλα) από την αεροπορική βάση Ιντσιρλίκ σε φιλικότερες χώρες (π.χ. στις Βρετανικές κυρίαρχες βάσεις στην Κύπρο) εάν η Τουρκία δεν διακόψει τα έως τώρα «τσαλίμια» της. Οι ΗΠΑ συνειδητοποίησαν πλέον πως ένα ημιανεξάρτητο Κουρδικό κρατίδιο στη βόρεια Συρία (συν ένα de facto ανεξάρτητο στο βόρειο Ιράκ) συνιστά την καλύτερη εγγύηση των πάγιων συμφερόντων των ΗΠΑ και των στενών συμμάχων του (ήτοι Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας) στην Μέση Ανατολή. Ένα (Μεγάλο) Κουρδιστάν θα αποτελεί το φιλοδυτικό ανάχωμα έναντι της Σιιτικής Ημισελήνου[2] και του Νεο-Οθωμανισμού.

Μα, όπως θα ισχυριστούν ορισμένοι αναλυτές, οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν ουδέποτε η Τουρκία να προσδεθεί στο άρμα της Ρωσίας και θα επιχειρήσουν με αρκετά «καρότα» και ολίγα «μαστίγια» να την πείσουν να παραμείνει στο ΝΑΤΟ. Δεν συνέβη άλλωστε το ίδιο ύστερα από το 1964 και την επιδείνωση των διμερών σχέσεων μετά την περιώνυμη επιστολή Τζόνσον; Πρέπει, όμως, να σημειωθεί πως πλέον τα δεδομένα διαφέρουν δραματικά. Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η ισλαμοποίηση της Τουρκίας, η άνοδος των χωρών του Συμφώνου Συνεργασίας του Κόλπου, η (σχετική) ασφάλεια του Ισραήλ και, προπαντός, η εμφάνιση των Κούρδων έχουν προσδώσει πλέον στις ΗΠΑ περισσότερες επιλογές για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της. Το μέλλον των διμερών σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας προδιαγράφεται δυσοίωνο παρ’ όλο που οι δύο χώρες θα προσπαθήσουν να τηρήσουν τα προσχήματα περί συμμαχίας, τουλάχιστον για τους επόμενους μήνες.

* Ο Δρ Σπυρίδων Πλακούδας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Στρατηγικής στο American University in the Emirates

[1] Για περισσότερες πληροφορίες περί του όρου «στρατηγικής κουλτούρας», δείτε: Σπυρίδων Πλακούδας: «Η Στρατηγική Κουλτούρα της Ελλάδας: 1831-1974», Foreign Affairs, Τεύχος 38 (2016), σσ. 165-177 http://www.academia.edu/30371321/H_%CE%A3%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9A%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82_1831-1974_The_Strategic_Culture_of_Greece_1831-1974_
[2] Περί Σιιτικής Ημισελήνου, δείτε: Spyridon Plakoudas: “The Syrian Civil War and Peace in the Middle East: A Chimera?”, KEDISA (Geopolitical Risk Analysis), 29/12/2016 http://www.academia.edu/31274624/The_Syrian_Civil_War_Peace_Prospects_Dr_Plakoudas_.pdf

Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

24 Μαΐ 2017


Των Δημήτρη Τσαϊλά και Αλέξανδρου Δρίβα

Αναμφισβήτητα η κατά πρόσωπο αλληλεπίδραση στη διπλωματία βοηθά στην ανάγνωση των προθέσεων των ηγετών των άλλων κρατών πολύ καλύτερα. Όμως, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική είναι η δυνατότητα τις ανάλυσης και εκτίμησης με σκοπό να υπολογίζει ο όποιος συνομιλητής τις προθέσεις τις άλλης χώρας, ειδικά όταν εκείνοι έχουν τις στρατιωτικές δυνατότητες να βλάψουν το κράτος μας. Αυτό είναι το κλασικό « δίλημμα ασφαλείας » στη διεθνή πολιτική.

Χωρίς αυταπάτες, γνωρίζουμε, όπως άλλωστε έχει περιγράψει ο Θουκυδίδης, ότι ο φόβος και η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγούν σε αναπόφευκτες συγκρούσεις. Οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες, οι στρατιωτικοί και γενικά οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν από καιρό αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει συνταγή για να διαπραγματευτείς σωστά με ένα σύμμαχο ή αντίπαλο παρά μόνο να έχεις μετρήσει και αναλύσει τις προθέσεις του. Αυτό είναι που ονομάζουμε εχθρογνωσία.

Αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορούν να ενισχύσουν την αντίληψη ειλικρίνειας και την αξιοπιστία ενός ηγέτη. Υποστηρίζω ότι οι ηγέτες χρησιμοποιούν τις συναντήσεις για να αποκτήσουν πληροφορίες ή και εντυπώσεις για την ειλικρίνεια των άλλων ηγετών που είναι δύσκολο να εξακριβωθούν με άλλα μέσα. Οι ηγέτες αντλούν από «ζωντανούς δείκτες», όπως τις εκφράσεις του προσώπου, τη γλώσσα του σώματος και άλλες συμπεριφορές συμπεράσματα για τη πραγματική πρόθεση του άλλου μέρους.

Απομένει να δούμε τι θα αποφέρουν οι συναντήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο. Το επικείμενο ταξίδι του κ. Τσίπρα στη Τουρκία προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για να ενισχύσει την αξιοπιστία του, να αποδείξει την ειλικρίνεια του και να αρχίσει την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ερντογάν, αρκεί να αποφύγει τις αυταπάτες και να ενημερωθεί πλήρως για τα ελληνοτουρκικά.

Κάποιος κριτής που ανήκει σε ακόμη πιο ρεαλιστικές σχολές σκέψεις, σωστά θα πει πως το τελευταίο που μας ενδιαφέρει είναι η ανάλυση σημάτων. Παρόλα αυτά, μην ξεχνάμε πως το αποτυχημένο tweet του Έλληνα πρωθυπουργού (αποτυχημένο διότι το διέγραψε λίγο αργότερα) στον Κύριο Νταβούτογλου μετά την κατάρριψη του ρωσικού Su-24, έδειξε την κουλτούρα της ελληνικής πολιτικής (έστω, μέρους αυτής) την οποία ασπάζονται αρκετοί, σε κάθε πολιτικό χώρο.

Ο φόβος οφείλει να διακρίνεται από τον σεβασμό. Ο Άγγλος διπλωμάτης και θεωρητικός, Nicolson, στο «Εγχειρίδιο του Συνετού Διπλωμάτη», έχει γράψει πολύ ορθά το ακόλουθο: «Σε μια διαπραγμάτευση (...) η μία πλευρά σέβεται την άλλη καθώς γνωρίζει πως ό,τι διεκδικεί η ίδια (σ.σ συμφέροντα και ισχύ) το διεκδικεί και η άλλη.». Ο σεβασμός της διεκδίκησης των συμφερόντων, πρέπει να διαχωριστεί από τον φόβο. Η ελληνική στρατηγική κουλτούρα, πάσχει από φοβικό σύνδρομο το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στα ελληνοτουρκικά. Απόρροια της υιοθέτησης αυτού του συνδρόμου, είναι η ελλιπής δράση της χώρας μας πάνω στη δημιουργία πρωτοβουλιών (περιφερειακές πρωτοβουλίες) και στη συνεχή χρήση του Διεθνούς Δικαίου για την προστασία των συμφερόντων μας.

Η διεθνής νομιμότητα ύστερα από την δημιουργία του Κοσόβου και την προσάρτηση της Κριμαίας, (μη μιλήσουμε για την Κύπρο και την παράνομη εισβολή των Τούρκων) είναι πολύ ρευστή και πολλαπλώς ερμηνεύσιμη ώστε η επίκληση σε αυτήν, να μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη. Κατά τη γνώμη των γραφόντων, ο Έλληνας πρωθυπουργός οφείλει να έχει στο νου του πως ο στόχος της ελληνικής πλευράς στα ελληνοτουρκικά, είναι η πλήρης εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία, (έστω και αν πρόκειται περισσότερο για έναν ευκταίο, παρά για έναν εφικτό στόχο) όμως αυτή η εξομάλυνση δεν πάυει –εν πολλοίς- να βαδίζει στο τεντωμένο σχοινί του μηδενικού αθροίσματος. Οι εδαφικές διεκδικήσεις αναλύονται –καλώς ή κακώς- πολύ καλύτερα υπο το πρίσμα του ψυχρού παιγνίου μηδενικού αθροίσματος. Επομένως, η εξομάλυνση αυτή οφείλει να έχει θετικό πρόσημο για την Ελλάδα καθώς η Ελλάδα είναι η συντηρητική δύναμη και η Τουρκία η αναθεωρητική.

Η αλλαγή στρατηγικής κουλτούρας, δεν είναι εύκολη για την Ελλάδα. Ο λόγος είναι πως από την φρίκη της Μικρασιατικής Καταστροφής και μετά, κατηγόρησε κάθε «μεγάλη ιδέα» και όχι τους τρόπους-μέσα υλοποίησης. Δε φταίνε τα οράματα, φταίνε οι άνθρωποι που τα διαχειρίζονται. Αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα επαναπαύτηκε σε διεθνείς θεσμούς και θεώρησε λανθασμένα, ότι η εξωτερική της πολιτική μπήκε στον αυτόματο πιλότο. Αυτή η θέση πολλών ανθρώπων που ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική, έρχεται σε σύγκρουση με τη φύση της διεθνούς πολιτικής η οποία είναι άναρχη και εξόχως ανταγωνιστική. Η προσοχή σε ζητήματα στρατηγικής επικοινωνίας και η αποστολή ισχυρών εικόνων-συμβόλων (όχι ακραίων) αποτελεί τη μαγιά μιας σταδιακής αλλαγής στην κουλτούρα του αδυνάτου, που έχουμε υιοθετήσει.

Η ισορροπία ισχύος (σε ποσοτικά μεγέθη) έχει ανοίξει υπέρ της Τουρκίας όμως μην ξεχνάμε πως τα ελληνοτουρκικά, τίθενται σε ένα περιφερειακό πλαίσιο το οποίο δε διάκειται φιλικά απέναντι στην Άγκυρα που βαδίζει ολοταχώς στο να μετατραπεί σε «Τεχεράνη Νο2». Μια υπόμνηση θετική για την Ελλάδα, προς την Τουρκία, είναι πως η Ελλάδα είναι η χώρα με την οποία η Τουρκία έχει συμφέρον να βελτιώσει τις σχέσεις της για λόγους επιδείνωσης των σχέσεων της Τουρκίας με όλους τους άλλους περιφερειακούς δρώντες αλλά και τη σταδιακά επιδεινούμενη σχέση μεταξύ Άγκυρας και Ε.Ε.


* Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υπονάυαραχος ε.α. και ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ.
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Μενέλαος Τασιόπουλος

Η αδυναμία των δανειστών να καταλήξουν σε συμφωνία στο προχθεσινό Eurogroup (22 Μαΐου) καταδεικνύει πως η προσπάθεια της Ελλάδας για έξοδο από τον μνημονιακό κύκλο δεν είναι αποναρκοθετημένη. Οι προϋποθέσεις για να αλλάξει προσεχώς τόσο η ατζέντα όσο και η κατεύθυνση της χώρας υπάρχουν.

Το πρόβλημα δεν θα είναι πλέον ο δανεισμός, η ρευστότητα και η δημοσιονομική σταθερότητα. Η ψήφιση των προαπαιτούμενων το βράδυ της περασμένης Πέμπτης δυνάμει κλείνει έναν κύκλο και ανοίγει έναν άλλο. Κλείνει τον κύκλο της χρεοκοπίας που άνοιξε το 2009 και υπό προϋποθέσεις ανοίγει τον κύκλο της ανασυγκρότησης, μέσω της διεθνοποίησης σημαντικού μέρους της δημόσιας και εν μέρει της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις θα κριθούν από την Ιστορία όχι από το κατά πόσον η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρωζώνη, αλλά από από τη μαζική αλλαγή χεριών της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων, από το γεγονός ότι για να καταστεί δυνατή αυτή η μεταβίβαση, φρόντισαν με συγκεκριμένες πολιτικές να υποτιμήσουν δραστικά την αξία των περιουσιακών στοιχείων του Έλληνα.

Με συνευθύνη των εγχώριων τραπεζιτών, κυβερνήσεις απέτυχαν πλήρως στο να αποτρέψουν τον ευτελισμό της αξίας τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής περιουσίας. Αυτό έγινε δυνατό μέσω του βίαιου αποπληθωρισμού που επιβλήθηκε από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ.

Μαζική αποεθνικοποίηση

Οι ιδιωτικές περιουσίες αλλάζουν μαζικά χέρια, λόγω των «κόκκινων δανείων» και της υπερφορολόγησης. Η δημόσια περιουσία δεν ιδιωτικοποιείται, όπως παραπλανητικά αναφέρεται.

Συχνά, είναι κρατικές δομές που αγοράζουν τις ελληνικές υποδομές, από τις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια μέχρι τα λιμάνια και τους φυσικούς πόρους. Με άλλα λόγια, η δημόσια περιουσία, συχνά κρίσιμες λειτουργίες για την κοινωνία, όχι μόνο απαξιώθηκαν αλλά και σε μεγάλο βαθμό αποεθνικοποιούνται.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ "Σύγκρουση οικονομίας και γεωπολιτικής στην Ελλάδα"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

23 Μαΐ 2017


Του Πέτρου Τρουπιώτη

Φόβους ότι την Πέμπτη στις Βρυξέλλες, στην Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η ελληνική πλευρά μπορεί να βρεθεί ενώπιον νέου αιτήματος για την είσοδο των Σκοπίων στην συμμαχία, εκφράζουν ανώτατοι στρατιωτικοί που ασχολούνται με τα σχετικά ζητήματα της Συμμαχίας.

Ο φόβος τους, φόβο που πριν από δυο εβδομάδες είχαν και διπλωμάτες που όμως τώρα θεωρούν ότι «μάλλον ξεπεράστηκε ο σκόπελος» εδράζεται στο ότι η αμερικανική (και όχι μόνον ) πλευρά επιθυμεί «τον έλεγχο της κατάστασης» στα Σκόπια, μια και φοβούνται πως οι αντιπαραθέσεις θα επανέλθουν και μάλιστα πιο δυναμικά και ίσως βίαια.

Έτσι, στελέχη της Συμμαχίας, αλλά και αμερικανοί διπλωμάτες, θεωρούν πως η είσοδος της ΠΓΔΜ στην συμμαχία, θα μπορούσε να λειτουργήσει «κατευναστικά» στην χώρα , έστω προσωρινά , ενώ παράλληλα θα έδινε πολλές δυνατότητες στην συμμαχία να «παρέμβει πολλαπλώς» στις εσωτερικές διαδικασίες της χώρας αυτή.

Η σιωπή των τελευταίων ημερών για το ζήτημα των Σκοπίων στους κόλπους της συμμαχίας στις Βρυξέλλες, που έχει καθησυχάσει έλληνες διπλωμάτες, φαίνεται να έχει ανησυχήσει αντίθετα ορισμένους από τους έλληνες στρατιωτικούς που ασχολούνται με το ζήτημα.

Ο φόβος μια ανάφλεξης στα Σκόπια, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενίκευση της σύγκρουσης στην περιοχή με εμπλοκή σε πρώτη φάση της Αλβανίας και ίσως της Σερβίας, είναι κάτι που φοβίζει τις ΗΠΑ και κατ επέκταση τους Ευρωπαίους συμμάχους.

Η εμπειρία της σύγκρουσης στα Βαλκάνια την δεκαετία του 90 φοβίζει τους Ευρωπαίους , μια και είναι σαφές πως και τώρα, όπως και τότε, δεν έχουν δυνατότητα συνολικής παρέμβασης στην περιοχή.

Κι αυτό, γιατί και κοινή πολιτική για την περιοχή δεν υπάρχει, αλλά ούτε καν στοιχειώδης πολιτική συμφωνία , και έτσι φαίνεται πως στις Βρυξέλλες ελπίζουν πως «όλα θα πάνε καλά». Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση , δεν έχει καν τις δομές για να παρέμβει σε μια ανάφλεξη, μια και μπορεί ν α έχει Στρατιωτική Επιτροπή με Πρόεδρο μάλιστα τον Έλληνα στρατηγό Μ Κωσταράκο, πρ. Α/ΓΕΕΘΑ, αλλά μάλλον ως τώρα «κινείται επί χάρτου»…

Το θέμα της ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, είναι κάτι που η αμερικανική πλευρά θεωρεί βασικό για την ασφάλεια στην περιοχή, έστω και αν αυτό θα δημιουργούσε ενόχληση εκτός από την χώρα μας και στην Ρωσική πλευρά , που θα το θεωρούσε μια ακόμα «επιθετική κίνηση» , έστω και αν η παρέμβαση της στην χώρα είναι ελαχίστη.

Προβληματισμούς φαίνεται να εκφράζουν για μια τέτοια εξέλιξη και η Σερβία, αλλά και εν μέρει, η Βουλγαρία, η καθεμία για δικούς της γεωστρατηγικους λόγους.

Οι ίδιοι στρατιωτικοί παράγοντες επισημαίνουν ότι ακόμα και αν δεν έλθει «ξαφνικά και ως επείγον» το θέμα στην Σύνοδο Κορυφής (μια και τα πράγματα φαίνεται να έχουν προς το παρών ηρεμήσει στα Σκόπια) είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν συζητήσεις και πιέσεις στο παρασκήνιο και στους διάδρομους της Συνόδου.

Εξάλλου, όπως λένε, ήδη η πίεση αυτή ασκείται σε όλα τα επίπεδα στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας, με βάσει μάλιστα σενάρια που αφορούν την σταθερότητα της περιοχής.

Η Ελλάδα, στην μεν πρόσφατη κρίση στα Σκοπιά, μάλλον κράτησε ουδέτερη στάση , κάτι που δεν είναι βέβαιο ότι είναι ιδιαίτερα θετικό όπως λένε αρκετοί διπλωμάτες-και όχι μόνον Έλληνες. Επισημαίνουν μάλιστα ότι η χώρα μας θα έπρεπε να έχει «σαφή θετική απόκλιση» προς την πλευρά που θεωρεί ότι σήμερα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της (και αυτή δεν είναι η πλευρά που υποστηρίζει –έστω εμμέσως- την μεγάλη Αλβανία). Άσχετα αν το ζήτημα του ονόματος είναι «όπλο» της άλλης πλευράς.

Το ζήτημα, είναι, λένε, «ένα πολύ καλό και ισχυρό χαρτί σήμερα στα χέρια της χώρας μας, προς την εθνικιστική πλευρά των Σκοπίων αν αποφασίσει να ασχοληθεί σοβαρά με την γειτονιά της».

Το θέμα Σκόπια –ένταξη στο ΝΑΤΟ , είναι βέβαιο ότι θα επανέλθει στην Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών , επισήμως η ανεπισήμως Και θα συνεχίσουν στο άμεσο μέλλον πιέσεις γι΄αυτην. Θα πρέπει λοιπόν η χώρα μας, να καθορίσει συγκεκριμένη πολιτική με στάδια και στόχους και να την «ξεδιπλώσει» παντού, αν δεν θέλει να βρεθεί -όπως στην Σύνοδο του Βουκουρεστίου το 2008-και πάλι μόνη Και θέσει βέτο για την είσοδο των Σκοπιών και πάλι, δυσαρεστώντας φίλους και συμμάχους , με όχι θετικά αποτελέσματα για τα εθνικά μας συμφέροντα.

* Ο κ. Πέτρος Τρουπιώτης είναι δημοσιογράφος
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

20 Μαΐ 2017


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Η παραδοσιακή γεωπολιτική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου είναι γνωστή σε όλους. Είναι δίοδος, είναι ο χώρος από όπου περνάει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του διεθνούς εμπορίου. Η Κύπρος έχει χαρακτηρισθεί αβύθιστο αεροπλανοφόρο. Μια ματιά στον χάρτη δείχνει γιατί. Στη γεωπολιτική σημασία πρέπει να προστεθεί και η γεωοικονομική σημασία που προέκυψε από την ανακάλυψη κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Το μέγεθός τους δεν είναι ακόμα γνωστό, με την έννοια ότι οι έρευνες συνεχίζονται. Το μέγεθος των κοιτασμάτων θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και τον δρόμο, μέσω του οποίου οι ενεργειακοί αυτοί πόροι θα διοχετευθούν στη διεθνή αγορά, κυρίως στην ευρωπαϊκή.

Η επίλυση του Κυπριακού είναι προϋπόθεση για να επιλεγεί ο πιο συμφέρον οικονομικά δρόμος, ο δρόμος που μέσω της Κύπρου θα στείλει το φυσικό αέριο στην Τουρκία και από εκεί στη διψασμένη για ενέργεια Ευρώπη. Προφανώς, αυτή η επιλογή εξαρτάται και από τη βούληση του Ερντογάν. Προς το παρόν ζητάει τη μερίδα του λέοντος στη Μεγαλόνησο.

Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο είναι τα δεδομένα που προέκυψαν από τη λεγόμενη “Αραβική Άνοιξη”. Η ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι από τους Δυτικούς, την ώρα που ο Καντάφι τους είχε παραδοθεί πλήρως, εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα για τον ορθολογισμό των δυτικών επιλογών.

Σκληρό καρύδι η Συρία

Στη Συρία, το καθεστώς Άσαντ φάνηκε αρχικά ότι ήταν εύκολος στόχος. Αποδείχθηκε το αντίθετο. Η Συρία φιλοξενεί τις μοναδικές ρωσικές βάσεις στην Μεσόγειο και αυτό ήταν ο λόγος που υποχρέωσε τη Μόσχα να εμπλακεί άμεσα. Για τους δικούς τους λόγους ενεπλάκησαν και το Ιράν και η σιιτική Χεζμπολά του Λιβάνου.

Η σύμπραξη αυτή επέτρεψε στο καθεστώς Άσαντ να αντισταθεί και από ένα χρονικό σημείο και πέρα να περάσει στην αντεπίθεση, να αποκτήσει το στρατιωτικό πλεονέκτημα και να ανακτήσει πολλά από τα χαμένα εδάφη. Η εξέλιξη αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη ήττα της Τουρκίας.
Πριν ξεσπάσει η “Αραβική Άνοιξη”, ο Ερντογάν είχε δημιουργήσει τους όρους μίας συνεννόησης και με την Τεχεράνη και με τη Δαμασκό, με στόχο την ανάσχεση του κουρδικού αλυτρωτισμού. Υπενθυμίζουμε τις αγκαλιές του με τον Άσαντ.

Όταν, όμως, ξέσπασε η εξέγερση στη Συρία και το σουνιτικό στοιχείο στράφηκε ενόπλως εναντίον του καθεστώτος Άσαντ, ο Ερντογάν ανέλαβε για λογαριασμό της Δύσης να ανατρέψει τον μέχρι τότε σύμμαχό του. Ήταν η εποχή που η Δύση έκανε τα στραβά μάτια, βαφτίζοντας τους τζιχαντιστές «αγωνιστές της ελευθερίας». Οι Δυτικοί συνεργάστηκαν άμεσα με την Αλ-Νούσρα, η οποία είναι επίσημο παρακλάδι της Αλ-Κάιντα στη Συρία.

Ο Ομπάμα σοφά αποφάσισε να μη στείλει στρατό στη Συρία. Τα αδιέξοδα στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ τον είχαν διδάξει ότι είναι εύκολο να ανατρέψει καθεστώτα, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο να δημιουργήσει βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι 15 χρόνια μετά την ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν, αν φύγουν οι δυτικές δυνάμεις από το Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν θα επανέλθουν στην εξουσία.

Η Κύπρος ως γεωπολιτικό πλεονέκτημα

Η Ελλάδα έχει το προνόμιο να έχει ισχυρό έρεισμα σε μια τόσο σημαντική από γεωπολιτικής και γεωοικονομικής απόψεως περιοχή, όπως είναι η Ανατολική Μεσόγειος. Δεν αναφέρομαι μόνο στον ελλαδικό χώρο. Αναφέρομαι και στην Κύπρο.

Είναι διεθνώς παγκοσμίως μοναδική πρωτοτυπία, μάλιστα, το γεγονός ότι η Αθήνα, αντί να αξιοποιήσει την παρουσία του κυπριακού Ελληνισμού, έχει την τάση να του στρέφει την πλάτη. Υπενθυμίζουμε το δόγμα “η Κύπρος είναι μακριά”. Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει την τάση να αντιμετωπίζει τη Μεγαλόνησο σαν βαρίδι, ενώ στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο γεωπολιτικό πλεονέκτημα, μια πολύ μεγάλη δυνατότητα ενίσχυσης του διεθνούς ειδικού βάρους του Ελληνισμού.

Ο Νταβούτογλου έχει γράψει ότι ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας Τουρκοκύπριος θα έπρεπε να τον εφεύρουν για να μπορεί η Τουρκία να παρεμβαίνει στη γεωπολιτικά πολύτιμη Κύπρο.

Η Ελλάδα βρίσκεται στη δίνη της οικονομικής κρίσης, είναι στα γόνατα, με ό,τι αυτό σημαίνει στο επίπεδο της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος. Υπάρχουν, όμως, εξελίξεις που είναι πολύ πιθανόν να ανοίξουν μια θετική προοπτική.

Για τη Δύση, η Ελλάδα ήταν μια χώρα δεύτερης γραμμής. Η χώρα πρώτης γραμμής στο δυτικό σύστημα ασφάλειας ήταν η Τουρκία. Όταν η Ουάσινγκτον συνειδητοποίησε ότι οι νεοοθωμανοί του Ερντογάν δεν είναι αυτό που νόμιζε, άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις.
Αρχικά, οι Αμερικανοί πίστευαν ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν αντιπροσώπευε το μετριοπαθές φιλοδυτικό πολιτικό Ισλάμ, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο για όλο τον μουσουλμανικό κόσμο. Υπενθυμίζουμε ότι στην αρχή της θητείας του ο Ομπάμα είχε επισκεφθεί το Κάιρο και την Κωνσταντινούπολη για να στείλει αυτό το μήνυμα.

Η θεώρηση αυτή έχει καταρρεύσει. Τα γεγονότα, όπως πάντα, είναι πεισματάρικα. Οι κάθε είδους ιδεοληψίες δοκιμάζονται και συχνά συντρίβονται όταν συγκρούονται με την πραγματικότητα.

Η Ελλάδα ως χώρα πρώτης γραμμής

Όταν ο Ερντογάν κέρδισε τον άτυπο εσωτερικό πόλεμο με το βαθύ κεμαλικό κράτος και κυριάρχησε στην τουρκική πολιτική σκηνή, άρχισε να ξεδιπλώνει τη δική του ατζέντα. Δρομολόγησε όχι μόνο την ισλαμοποίηση της Τουρκίας, αλλά και το σχέδιό του για πολιτική αυτονόμηση από τη Δύση.

Οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι ο νεοοθωμανισμός του Ερντογάν δεν ήταν αυτό που νόμιζαν. Όταν, λοιπόν, η Τουρκία άρχισε να διολισθαίνει, άρχισαν και οι Δυτικοί να την βλέπουν διαφορετικά.

Τυπικά δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η Τουρκία παραμένει χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ. Στην πραγματικότητα, όμως, έχει αλλάξει ο τρόπος, με τον οποίο οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είναι προσχηματική. Ούτε η ΕΕ θέλει την Τουρκία στους κόλπους της, αλλά ούτε και η Τουρκία είναι πια ένθερμη όσον αφορά την ένταξή της.
Η αλλαγή του τρόπου που οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία αλλάζει και τον τρόπο που βλέπουν την Ελλάδα. Αυτό ισχύει κυρίως για τους Αμερικανούς, οι οποίοι έχουν πιο σφαιρική ματιά και όχι τη στενά οικονομίστικη ματιά της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε χώρα πρώτης γραμμής.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι αρχίζουν να αντιμετωπίζουν την Ελλάδα όχι αποκλειστικά και μόνο ως μια τυπική χώρα-μέλος της ΕΕ. Την αντιμετωπίζουν ως χώρα με ειδικό γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Αυτό φάνηκε στα τελευταία χρόνια της θητείας του Ομπάμα.

Υπενθυμίζουμε τις παρεμβάσεις των Αμερικανών υπουργών Οικονομικών Γκάιτνερ και Λιού προς το Βερολίνο. Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν σκοπό να αποτρέψουν το ενδεχόμενο οικονομικής κατάρρευσης της Ελλάδας και τη μετατροπή της σε γεωπολιτική μαύρη τρύπα. Οι Αμερικανοί δεν θέλουν να σπάσει ο ελληνικός κρίκος που αποδεικνύεται ολοένα και πιο σημαντικός για το δυτικό σύστημα ασφαλείας.

Όλα αυτά έγιναν επί Ομπάμα. Επί Τράμπ; Προφανώς, πρέπει να περιμένουμε περισσότερα και πιο σαφή δείγματα γραφής εκ μέρους του ειδικά για την περιοχή μας. Έστω και με τον χοντροκομμένο τρόπο του επιχειρηματία, ο Τραμπ έχει ήδη δώσει το στίγμα του για το πώς εννοεί την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Ουσιαστικά αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι το αντίστροφο του δόγματος που είχαν εφαρμόσει οι Νίξον και Κίσσινγκερ στη δεκαετία του 1970. Τότε, είχαν κάνει ένα εντυπωσιακό άνοιγμα προς την υπανάπτυκτη Κίνα του Μάο, με σκοπό να ανασχέσουν και να περικυκλώσουν την τότε Σοβιετική Ένωση, τον βασικό αντίπαλο των ΗΠΑ.

Στο κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας των ΗΠΑ συνεχίζει να κυριαρχεί η νεοψυχροπολεμική προσέγγιση. Βασικός εχθρός είναι η Ρωσία του Πούτιν. Ο Τράμπ επιχειρεί να υπερβεί αυτό το νεοψυχροπολεμικό δόγμα. Η θέση του είναι ορθολογική.

Αν και η Ρωσία είναι μια πολύ μεγάλη στρατιωτική δύναμη, ούτε οικονομικά ούτε δημογραφικά έχει τις προϋποθέσεις να αμφισβητήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Αντιθέτως, η Κίνα είναι δυνάμει ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Δυνητικά έχει όλες τις προϋποθέσεις να αναδειχθεί στην πρώτη υπερδύναμη. Γι’ αυτό και προσπαθεί να αγοράσει χρόνο.

Σπάζοντας στερεότυπα, ο Τραμπ λέει ότι θα βρει ένα modus vivendi με τους Ρώσους, ώστε να διαμορφώσει συνθήκες ανάσχεσης και πίεσης της Κίνας. Γνωρίζει τις ρωσικές ανησυχίες για την άνοδο της Κίνας και θέλει να τις εκμεταλλευθεί για να δρομολογήσει την αντίστροφη στρατηγική των Νίξον-Κίσσινγκερ.

Είναι αληθές ότι η εξωτερική πολιτική του Tράμπ δεν είναι ολοκληρωμένη. Μοιάζει σαν οικοδομή στα μπετά. Δεν έχουν μπει τα τούβλα και τα χωρίσματα. Στις βασικές γραμμές της, όμως, έχει διαγραφεί. Μένει, βεβαίως, να αποδειχθεί εάν ο Τραμπ θα επιβάλει τελικώς την πολιτική του στο Στέητ Ντηπάρτμεντ και στο Πεντάγωνο, ή θα υποχρεωθεί να νερώσει το κρασί του και να ρυμουλκηθεί στο παραδοσιακό νεοψυχροπολεμικό δόγμα που αναγορεύει ως αντίπαλο τη Ρωσία.

Τα τρία μέτωπα και η Ελλάδα

Τα τρία μέτωπα που απασχολούν την αμερικανική εξωτερική πολιτική με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι τα εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ "Γιατί η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα πρώτης γραμμής"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

18 Μαΐ 2017


Γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης

Εδώ και καιρό, η Τουρκία είναι περιθωριοποιημένη από τις διαδικασίες γύρω από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Επιχείρησε ανεπιτυχώς να αποτρέψει τους διαγωνισμούς για τα πεδία της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι παγωμένες σχέσεις με το Τελ Αβίβ δεν επέτρεπαν μέχρι πρότινος τη διερεύνηση τροφοδοσίας της με ισραηλινό αέριο, όπως αντίστοιχα επέδρασαν αρνητικά οι κλονισμένοι δεσμοί με το Κάιρο.

Στην πραγματικότητα, όμως, για σειρά λόγων (μεγάλη και διψασμένη αγορά, γεωγραφική εγγύτητα) και για τη διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας, η Τουρκία δεν θα αποκλειστεί πλήρως. Από την άλλη, ο Τούρκος πρόεδρος αντιλαμβάνεται ότι αν καθυστερήσει, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με μία ενεργειακή και κατ’ επέκτασιν γεωπολιτική πραγματικότητα στην περιοχή, την οποία όχι μόνο δεν θα μπορεί να ορίζει. Για την ακρίβεια, αυτή η πραγματικότητα θα πλήττει στρατηγικά τουρκικά συμφέροντα.

Κινήσεις σε δύο επίπεδα

Η συμφωνία για την επίλυση του Κυπριακού μοιάζει μακρινή, αν και προδιαγράφεται μία Γενεύη II το προσεχές διάστημα. Για να επανακάμψει η Άγκυρα στο ενεργειακό γίγνεσθαι και να προλάβει τις εξελίξεις κινείται σε δύο επίπεδα:

Διπλωματικά, θέλει να προλάβει Ελλάδα και Κύπρο, συνάπτοντας μία καταρχήν συμφωνία με το Ισραήλ (συντελούν σε αυτό και συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα), τουλάχιστον για την τροφοδοσία της τουρκικής αγοράς. Αυτή η εξέλιξη δεν θα αλλάξει απαραίτητα τους κανόνες του παιχνιδιού, εφόσον δεν χρησιμοποιηθεί η τουρκική επικράτεια για τη διαμετακόμιση ισραηλινού αερίου προς την Ευρώπη.

Ωστόσο, θα διαφοροποιήσει την υφιστάμενη τάση. Πολλώ δε μάλλον, που το Τελ Αβίβ θα «σπάσει» μία άτυπη δέσμευση, την οποία φέρεται να έχει αναλάβει έναντι της Λευκωσίας. Η δέσμευση είναι πως δεν θα προχωρήσει σε πόντιση αγωγού προς την Τουρκία χωρίς πρότερη λύση του Κυπριακού, αν και εξ’ αρχής αυτή η δέσμευση φαινόταν ανατρέψιμη.

Η μορφή τυχόν συνεργασίας Ισραήλ-Τουρκίας θα εξαρτηθεί από το/τα project(s) που θα τις συνδέσουν. Άλλης τάξεως σύμπραξη θα προκύψει αν τροφοδοτηθεί η Τουρκία με ποσότητες περίπου 8 δισ κυβικών μέτρων φυσικού αερίου και άλλα (νέα) δεδομένα θα δημιουργηθούν αν επιλεγεί η τουρκική οδός για την προμήθεια της ευρωπαϊκής αγοράς. Η τροφοδοσία της Τουρκίας είναι μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη, καθότι το Τελ Αβίβ θέλει σε πρώτη φάση να απευθυνθεί στις κοντινές αγορές.
Σε παράλληλο στρατιωτικό επίπεδο, η Άγκυρα κλιμακώνει την επιθετικότητα στην κυπριακή ΑΟΖ με έκδοση NAVTEX, NOTAM, ναυτικές ασκήσεις και σεισμογραφικές έρευνες. Θέλει οπωσδήποτε να αποτρέψει το επόμενο βήμα της Λευκωσίας και των ενεργειακών εταιρειών για νέες έρευνες ή στα πιο προχωρημένα ενεργειακά πεδία για γεωτρήσεις και εξορύξεις.

Αντίστοιχες προσπάθειες στο πρόσφατο παρελθόν δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι αν στραφεί σε βάρος εταιρειών που έχουν λάβει νόμιμες άδειες έρευνας και εξόρυξης από τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, τότε θα υπονομεύσει περαιτέρω την εικόνα της έναντι της διεθνούς οικονομικής κοινότητας, και δη της ενεργειακής.

Λογικά, θα επιδιώξει να επηρεάσει τη Λευκωσία, προσδοκώντας μία δική της απόφαση για προσωρινή παύση των δραστηριοτήτων επί των ενεργειακών της πεδίων. Πίεση θα ασκήσουν παράλληλα και οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι αξιώνουν το πάγωμα ως ένδειξη καλής θέλησης εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων. Ταυτόχρονα, η Άγκυρα θα επιχειρήσει να δώσει την αίσθηση του κινδύνου προς τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται εντός της κυπριακής ΑΟΖ.

Τρεις αδιέξοδες επιλογές

Το πραγματικό δίλημμά της θα προκύψει σε περίπτωση που η Λευκωσία δεν καμφθεί και αποφασίσει (όπως διαφαίνεται σήμερα) να προχωρήσει, από κοινού με τις εταιρείες βάσει του τωρινού χρονοδιαγράμματος. Εάν, όπως όλα δείχνουν, δεν θα έχει προκύψει συμφωνία στο Κυπριακό, ο Ερντογάν δεν θα μπορεί να αποδώσει τυχόν αναδίπλωσή του στη νέα πραγματικότητα.

Σε περίπτωση λύσης η Τουρκία δεν θα έμενε εκτός νυμφώνος χάρη στη θέση των Τουρκοκυπρίων. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι κυριότερες επιλογές της Τουρκίας έχουν ως εξής:

Πρώτον, μεταφορά πλωτής πλατφόρμας άντλησης εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Μία τέτοια ενέργεια συνεπάγεται υψηλό οικονομικό κόστος, ενώ σε πρακτικό επίπεδο δεν θα παρήγαγε μεν νομικό αποτέλεσμα, εντούτοις, θα ουδετεροποιούσε (τουλάχιστον) το 20% του βορείου τμήματος του κρίσιμου ενεργειακού θαλάσσιου τεμαχίου 6. Λογικά, μόνο η τουρκική κρατική εταιρεία TPAO θα αναλάμβανε ένα τέτοιο έργο, όχι, πάντως, με ρεαλιστικές προοπτικές ουσιαστικής εκμετάλλευσης. Πέρα από κίνηση εντυπωσιασμού, εφόσον η Τουρκία διατηρούσε την πλατφόρμα, συνδυάζοντάς την με παρεχόμενη προστασία από το τουρκικό πολεμικό ναυτικό, θα δημιουργούσε μία νέα κατάσταση. Προσώρας, πάντως, το εν λόγω σενάριο δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες.

Δεύτερον, ναυτική εμπλοκή μεταξύ πολεμικών πλοίων. Τουρκική παρουσία με ανάλογες προθέσεις δεν μπορεί να αφήσει αμέτοχη την ελληνική πλευρά. Η Τουρκία ίσως επιδιώξει τη δημιουργία μίας «θερμής κατάστασης» όχι τόσο για να γκριζάρει την περιοχή, όσο για να εκφοβίσει τις εμπλεκόμενες εταιρείες και την κυπριακή κυβέρνηση. Ασφαλώς, αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν, αλλά στόχος της Άγκυρας θα είναι η άσκηση πίεσης για ενδεχόμενο συμβιβασμό από μεριάς Ελληνοκυπρίων. Η Άγκυρα, στερούμενη επί του παρόντος «στέρεων» συμμαχιών, εξίσου δύσκολα θα διαλέξει αυτό τον δρόμο.

Τρίτον, παρακώλυση με διάφορους τρόπους των εργασιών των ενεργειακών εταιρειών. Αυτό το σενάριο σχεδόν αποκλείεται και συγκεντρώνει αμελητέες πιθανότητες. Ο στριμωγμένος Ερντογάν γνωρίζει (συνήθως) τα όρια της δράσης του. Αυτό σημαίνει πως μάλλον θα αποφύγει απευθείας αντιπαράθεσης με πολυεθνικά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Τούτων δοθέντων, η χρήση απειλών και hard power (στρατιωτικά μέσα) δεν διασφαλίζουν στην Άγκυρα επιπλέον οφέλη, εκτός εάν αποδώσουν ως μοχλοί εξαναγκασμού. Ούτε μπορεί να μακροημερεύσουν ως πολιτική επιλογή.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ "Οι τρεις αδιέξοδες επιλογές της Άγκυρας"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

16 Μαΐ 2017


Κομβικής σημασίας για τις διατλαντικές σχέσεις και τον ρόλο του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή μας είναι η σύνοδος κορυφής της Συμμαχίας που θα πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες στις 25 Μαΐου, όπου θα συμμετάσχει για πρώτη φορά ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πριν την εκλογή του, είχε αμφισβητήσει τον ρόλο της Συμμαχίας και μάλιστα την είχε χαρακτηρίσει «παρωχημένη».

Μετά την εκλογή του, ο κ. Τραμπ έκανε διορθωτικές δηλώσεις, αλλά η σύνοδος του ΝΑΤΟ θα είναι ο χώρος όπου ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ θα αποσαφηνίσει την πολιτική του, κάτι που ενδιαφέρει και την Ελλάδα, καθώς η χώρα μας αποτελεί στρατηγικό γεωγραφικό σημείο για την εφαρμογή των πολιτικών του ΝΑΤΟ και την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.

Όπως παρατηρεί με δηλώσεις του στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Παναγιώτης Τσάκωνας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Σπουδών Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, που έχει μελετήσει επί σειρά ετών την εξέλιξη των δογμάτων του ΝΑΤΟ και την στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ, «σήμερα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ βρίσκονται αντιμέτωπα με την ανάγκη παράλληλης διαχείρισης τόσο παραδοσιακού όσο και “νέου τύπου” προκλήσεων ασφαλείας» Αυτό σημαίνει, προσθέτει, ότι «για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ είναι περισσότερο αναγκαία και σημαντική από ποτέ».

Το πρόβλημα της τρομοκρατίας θα είναι πολύ ψηλά στην ατζέντα της συνόδου κορυφής, καθώς πλέον και η Ευρώπη μετά από αλλεπάλληλα χτυπήματα έχει αναβαθμίσει πλήρως την στρατηγική ασφάλειας. Παράλληλα, η σύνοδος των ηγετών του ΝΑΤΟ θα έχει μια, κατά τα φαινόμενα θυελλώδη συζήτηση για τα οικονομικά. Η πίεση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, να διαθέσουν τα μέλη της Συμμαχίας το 2% του ΑΕΠ για το ΝΑΤΟ θεωρείται δεδομένη. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα ήδη δαπανά το ποσοστό αυτό, άρα δεν θα έχει πρόβλημα στην Σύνοδο. Αντίθετα, πρόβλημα θα έχει η Γερμανία που δαπανά μόλις το 1,2%.

ΕΛΛΑΔΑ - ΤΟΥΡΚΙΑ - ΝΑΤΟ

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Τσάκωνας σημειώνει την «ανάγκη απόδοσης ρόλου σε ΝΑΤΟικά κράτη-μέλη που γειτνιάζουν με την περιοχή αστάθειας: Στην προσπάθεια ανάπτυξης ενός συνεργατικού (μεταξύ ΝΑΤΟ και ΕΕ) σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της αστάθειας στην περιοχή της Μεσογείου, το ΝΑΤΟ έχει ανάγκη τη συνεργασία των γεωγραφικά “προκεχωρημένων” μελών του, Τουρκίας και Ελλάδας. Διαπιστώνεται, όμως, προσθέτει, ότι οι «δύο σύμμαχοι δεν μπορούν να παίξουν από κοινού ρόλο προώθησης των “συλλογικών” πολιτικών του ΝΑΤΟ λόγω της παραδοσιακής διμερούς αντιπαλότητας τους, των διαφορετικών παραστάσεων απειλής και των συγκρουόμενων εθνικών επιδιώξεων στην περιοχή. Αλλά και μια απονομιμοποιημένη, αναξιόπιστη και απρόβλεπτη Τουρκία και με σοβαρά προβλήματα όσον αφορά στις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι σε θέση να αναλάβει οιοδήποτε ρόλο στην περιοχή. Ίσως έτσι να παρουσιάζεται ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα να αποτελέσει τον αξιόπιστο και απαραίτητο εταίρο για την προσεκτική ανάληψη συμμαχικών ρόλων στην περιοχή χωρίς όμως να καθίσταται στόχος τρομοκρατίας (διάθεση Σούδας έναντι ανταλλαγμάτων;)»

Όπως σημειώνει ο κ. Τσάκωνας, «έχοντας διανύσει περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Βορειοατλαντική Συμμαχία κατόρθωσε μέσα από συνεχείς διαδικασίες εσωτερικών αλλαγών και εξωτερικών διευρύνσεων να προσαρμοστεί με επιτυχία σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο -κυρίως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001- περιβάλλον ασφάλειας.

Σήμερα το ΝΑΤΟ επιζητά να διαδραματίσει σταθεροποιητικό ρόλο σε ένα κόσμο, ο οποίος -πολιτικοί αναλυτές και διαμορφωτές αποφάσεων της εξωτερικής πολιτικής σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη συμφωνούν ότι- καθίσταται ολοένα και περισσότερο “αλληλοσυνδεόμενος”, “σύνθετος”, “πολυποίκιλος” και κυρίως απρόβλεπτος.

ΤΟ BREXIT ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Ο κ. Τσάκωνας εκτιμά ότι το Brexit συνιστά αναμφίβολα αρνητική εξέλιξη τόσο για το ΝΑΤΟ όσο και για την υπόθεση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Και τούτο διότι ενδέχεται να ενισχύσει την τάση στρατιωτικής (κυρίως λόγω των περικοπών στις αμυντικές δαπάνες) και διπλωματικής εσωστρέφειας ή και απομονωτισμού της Βρετανίας από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, επενεργεί αρνητικά στις όχι ιδιαίτερα συμπαγείς σχέσεις μεταξύ διαφόρων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ωστόσο, συνεχίζει ο κ. Τσάκωνας, η πίεση του νέου Αμερικανού Προέδρου, για αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών-μελών του ΝΑΤΟ μπορεί να υποχρεώσει τους ευρωπαϊστές εντός του ΝΑΤΟ (κυρίως Γερμανία και Γαλλία) να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας και για έναν επανακαθορισμό της σχέσης ΝΑΤΟ και ΕΕ για την αντιμετώπιση κοινών απειλών. Σε αυτό το τελευταίο, ο ρόλος της Βρετανίας -της ισχυρότερης στρατιωτικής “ευρωπαϊκής” χώρας στο ΝΑΤΟ- μπορεί να είναι χρήσιμος.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΠΥΛΩΝΑΣ

Είναι πιθανόν, υπογραμμίζει ο κ. Τσάκωνας, «η επόμενη γαλλογερμανική πρωτοβουλία για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια να λάβει και συγκεκριμένο περιεχόμενο αν την εκλογή Μακρόν ακολουθήσει και επανεκλογή της Μέρκελ στη γερμανική καγκελαρία. Αναφερόμαστε εδώ στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πυλώνα ασφάλειας που θα υπάρχει και θα αναπτύσσεται σε στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ όπως προβλέπεται (χωρίς όμως να ορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο) και στην εξαγγελθείσα Παγκόσμια Στρατηγική της ΕΕ καθώς και το Σχέδιο Υλοποίησης στους τομείς της Άμυνας και της Ασφάλειας.

Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει στη διόρθωση των σημερινών διαταραγμένων ευρωατλαντικών σχέσεων υπό την προϋπόθεση όμως ότι Ηνωμένες Πολιτείες και ΕΕ συμφωνούν σε κοινές στρατηγικές στοχεύσεις και προτεραιότητες (πράγμα που δεν υφίσταται σήμερα).

Στο ερώτημα ποιες είναι οι νέες απειλές που αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ ο κ. Τσάκωνας σημειώνει ότι σήμερα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ βρίσκονται αντιμέτωπα με την ανάγκη παράλληλης διαχείρισης τόσο παραδοσιακού όσο και “νέου τύπου” προκλήσεων ασφαλείας:

* μιας επιθετικής, απρόβλεπτης και “αναθεωρητικής” Ρωσίας,

* των νέων υβριδικών απειλών που συνδέονται κυρίως με την ισλαμιστική τρομοκρατία (τόσο στην περιφέρεια της Ευρώπης μέσω της δράσης του Ισλαμικού Κράτους όσο και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών) και της εντεινόμενης αστάθειας που δημιουργούν η προσφυγική κρίση και οι μεταναστευτικές πιέσεις από την καταρρέουσα περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Για το μεγαλύτερο μέρος των νέων προκλήσεων και “υβριδικών απειλών” το ενδιαφέρον επικεντρώνεται, όπως είναι αναμενόμενο, στην περιοχή της Μεσογείου, με την τελευταία να καθίσταται και πάλι -όπως ακριβώς συνέβη στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου- στο νέο “λόγο ύπαρξης” (raison d’κtre) της Συμμαχίας.

Υπό αυτό το πρίσμα οι στοχεύσεις και οι προτεραιότητες της Συμμαχίας ενόψει της συνόδου κορυφής της 25ης Μαρτίου ιεραρχούνται ως εξής:

– Η Ρωσία = Αντιμετωπίζεται με ένα μίγμα Αποτροπής και Διαλόγου.

Όσον αφορά την αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ επαναβεβαίωσαν στη Βαρσοβία την πίστη τους στην στρατηγική της αποτροπής, κυρίως μέσω της συμβολικά ισχυρής “προωθημένης παρουσίας” (forward presence) του ΝΑΤΟ στα ανατολικά του σύνορα (μέσω της ανάπτυξης τεσσάρων ταγμάτων στο έδαφος της Πολωνίας, της Εσθονίας, της Λετονίας και Λιθουανίας). Παράλληλα η ηγεσία του ΝΑΤΟ υποστηρίζει ότι ο διάλογος με τη Ρωσία αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της σχέσης τους.

– Ο πόλεμος εναντίον της τρομοκρατίας και του ISIS = μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζεται μέσω της εκπαίδευσης των τοπικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ καθώς και μέσω της υποστήριξης της Παγκόσμιας Συμμαχίας για τη νίκη κατά του ISIS με ΝΑΤΟικά αεροσκάφη επιτήρησης (AWACS).

Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Στέλιου Φενέκου 

Πολύ μελάνι χύθηκε από προχθές για μία θέση που εξέφρασε ο Πρόεδρος της Τουρκίας Erdogan στην συνάντηση του με τον Πρωθυπουργό κ. Τσίπρα στο Πεκίνο, σχετικά με  την ανάγκη τήρησης συνολικά της Συνθήκης της Λωζάνης.

Η θέση του αυτή είναι τελείως διαφορετική σε σχέση με ότι έλεγε μερικούς μήνες πριν, περί ανάγκης αναθεώρησης αυτής της Συνθήκης, όταν δεν είχε αναλάβει ακόμη ο Trump (που τώρα εξοπλίζει τους Κούρδους) και δεν είχε γίνει το Δημοψήφισμα στην Τουρκία αλλά ούτε είχαν προχωρήσει και οι συζητήσεις με τον Ρώσο πρόεδρο.

Εύκολα γίνεται αντιληπτό το γιατί άλλαξε την πολιτική αυτή, γεγονός το οποίο δεν έχει να κάνει τόσο με την Ελλάδα, όσο με το καθεστώς των στενών αλλά και με ότι διαμείβεται στα νοτιοανατολικά της σύνορα.

Συγκεκριμένα :
  • Το καθεστώς των στενών καθορίζεται από την συνθήκη του Μοντρέ, όμως το ενδεχόμενο άνοιγμα της συνθήκης της Λωζάνης πιθανόν να επέφερε και απαιτήσεις αλλαγών από κάποιους συμβαλλόμενους. Η σύμβαση δίνει στην Τουρκία τον πλήρη έλεγχο των Στενών και εγγυάται την ελεύθερη ναυσιπλοΐα από τα μη στρατιωτικά πλοία σε καιρό ειρήνης. Επιτρέπει επίσης στην Τουρκία την στρατιωτικοποίηση των Στενών (συναφώς και το ζήτημα Λήμνου και Σαμοθράκης ), και επιτρέπει τη διέλευση πολεμικών πλοίων των παρευξείνιων χωρών με ειδοποίηση μιας εβδομάδας και υπό όρους εκτοπίσματος, μεγέθους, οπλισμού. Περιορίζει σημαντικά το πέρασμα των πολεμικών πλοίων που δεν ανήκουν σε κράτη της Μαύρης Θάλασσας. το οποίο οι Τούρκοι δεν θα ήθελαν να αλλάξει,
  • Είναι γνωστό ότι οι Ρώσοι ευχαρίστως θα έβλεπαν μία αλλαγή των συνθηκών σε ότι αφορά τις άδειες διελεύσεως των πολεμικών τους πλοίων και υποβρυχίων. Αυτό θα τους έδινε ένα σημαντικότατο γεωπολιτικό όφελος λόγω της δυνατότητας διαρκούς και ταχείας παρουσίας στην Μεσόγειο και ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο. Φυσικά οι οιεσδήποτε αλλαγές προς αυτήν την κατεύθυνση θα επέτρεπαν και στις Νατοϊκές δυνάμεις να ενισχύσουν την παρουσία τους στην Μαύρη Θάλασσα (μέσω των παρευξείνιων χωρών). Αυτό σε ένα βαθμό επιτυγχάνεται ήδη σε μικρή κλίμακα πλην όμως δεν μπορεί να αυξηθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, αφού ούτε η Τουρκία το επιθυμεί, αλλά ούτε και οι περισσότερες χώρες της Μαύρης Θάλασσας θα ήθελαν να μπουν σε περιπέτειες γεωπολιτικών συγκρούσεων ψυχροπολεμικής εποχής.  
Όσον αφορά τα Νοτιοανατολικά σύνορα της Τουρκίας, η συνθήκη της Λωζάνης  καθορίζει τα σύνορα της με τη Συρία και το Ιράκ (Μεσοποταμία) από τη Μεσόγειο μέχρι το Ιράν (Περσία).

Τα σύνορα αυτά όπως τα όρισε η Συνθήκη της Λωζάννης προστατεύονται από την αρχή της μονιμότητας, η οποία μπορεί να είναι νομικά ισχυρότατη και να θεωρείται ανεπηρέαστη από  μονομερείς  ενέργειες, όμως η αρχή αυτή ήδη αμφισβητείται σοβαρά στην πράξη, κυρίως από του Κούρδους και με την διαφαινόμενη υποστήριξη των ΗΠΑ.

Είναι χαρακτηριστικό συνεπώς ότι η αναδίπλωση ειδικά στο ζήτημα αυτό, από «αναθεωρητική πολιτική» σε πολιτική «status quo», αποκαλύπτει τις πιέσεις που δέχεται ο Erdogan από ΗΠΑ και Ρωσία. Προφανώς θα επιδιώξει ένα παζάρεμα και με τους δύο και είναι βέβαιο ότι στα ενδεχόμενα ανταλλάγματα θα επιδιώξει να ενισχύσει τα ερείσματα του στην Νοτιοανατολική πλευρά, καθώς και στα ζητήματα των ερευνών και της εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών κοιτασμάτων.

Σημαντικό ζήτημα που θα πρέπει να εξετάζεται πλέον σε βάθος, γιατί είναι παράγων ο οποίος θα μεταβάλει τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η Τουρκία από τις ισχυρές πυρηνικές δυνάμεις, είναι η δοκιμή εγχώριας κατασκευής του πυραύλου “Bora” με εμβέλεια 280 χιλιόμετρα, την οποία έκανε πρόσφατα στη Μαύρη Θάλασσα. Προς το παρόν οι δυνατότητες του πυραύλου είναι μικρές (το προσπαθεί από το 2012). Διατείνεται βέβαια ότι θέλει να μπορεί  να εκτοξεύσει δικούς της δορυφόρους, αλλά πάντα θα υπάρχει ο κίνδυνος της στρατιωτικής χρήσης.  

Εάν αυτό συνδυασθεί και με τις επιδιώξεις της για κάλυψη των ενεργειακών αναγκών με πυρηνικά εργοστάσια, με το τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα που έχει ξεκινήσει, μαζί με την αύξηση των δυνατοτήτων παραγωγής αμυντικών συστημάτων, καθώς και με την επιδίωξη της για απόκτησης μικρού αεροπλανοφόρου/ελικοπτεροφόρου, τότε είναι προφανές ότι επιδιώκει να μπει δυναμικά στο κλαμπ των μεγάλων δυνάμεων.

Με βάση όλους αυτούς τους εξοπλισμούς, τον ισλαμικό προσανατολισμό  και τις πυραυλικές δοκιμές είναι  αναμενόμενο να δημιουργηθούν αντιδράσεις από τους μεγάλους γεωπολιτικούς παίκτες.

Όσον αφορά την Ελλάδα,  θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα μας αφενός η ενίσχυση της αποτρεπτικής μας ικανότητας καθώς  επίσης η κατάλληλη αντίδρασή μας σε διμερές και διεθνές επίπεδο για τις πυρηνικές δυνατότητες που επιδιώκει να αναπτύξει η Τουρκία, σε συνδυασμό με τις πυραυλικές δοκιμές που κάνει και με την εφαρμογή ενός τεράστιου και άκρως ανησυχητικού εξοπλιστικού προγράμματος. Ο λόγος δεν είναι ότι μόνο γιατί απειλούμαστε άμεσα από όλα αυτά σήμερα, αλλά προκειμένου  να ενεργοποιηθεί η διεθνής κοινότητα και να τεθούν  τα ζητήματα αυτά στην διεθνή ατζέντα των παγκόσμιων κινδύνων ασφαλείας.

Η νέα δήλωση του Erdogan για την τήρηση της συνθήκη της Λωζάννης καμία ιδιαίτερη και άμεση ανησυχία δεν πρέπει να μας προκαλεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να επαγρυπνούμε και να ξαναδούμε όλα τα ζητήματα και τις ευκαιρίες που αναδύονται για μας από την συνθήκη αυτή, σε σχέση με τις υπάρχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή μας.

* Ο Στέλιος Φενέκος είναι Υποναύαρχος ΠΝ ε.α. και Πρόεδρος της «Κοινωνίας Αξιών»Πηγή Liberal




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

15 Μαΐ 2017


Συμφέρον των ΗΠΑ είναι να διατηρηθούν μεν τα κράτη ως έχουν, αλλά αυτό συγκρούεται και με την προσπάθειά τους να ελέγχονται από μουσουλμάνους

Η ώθηση που έδωσε η κυβέρνηση Ομπάμα στους Αλβανούς, αναστατώνει την περιοχή σε επικίνδυνο βαθμό, χωρίς μέχρι στιγμής η κυβέρνηση των ΗΠΑ να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Απεναντίας, συνεχίζεται η ίδια πολιτική, με τους πρεσβευτές των ΗΠΑ να επεμβαίνουν στο εσωτερικό των χωρών απροκάλυπτα, χωρίς να κρατούν ούτε τα προσχήματα. Όπως ακριβώς έπρατταν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις στις αποικίες τους.

Είχα αναφερθεί στις δημόσιες τοποθετήσεις των Αμερικανών πρεσβευτών, στα Σκόπια και στα Τίρανα. Προχθές, πήρε την σκυτάλη και ο Πρεσβευτής στην Πρίστινα, ο οποίος ως μη όφειλε -αν υπήρχε σεβασμός στο διεθνές δίκαιο και στην ανεξαρτησία των κρατών- κάλεσε τα πολιτικά κόμματα του Κοσσυφοπεδίου να επικυρώσουν τη συμφωνία για την οριοθέτηση των συνόρων με το Μαυροβούνιο, γνωστού όντος ότι η αντιπολίτευση αρνείται, επειδή πιστεύει ότι με τη συμφωνία το Κοσσυφοπέδιο θα χάσει εδάφη.

Δεν προβαίνω αυθαιρέτως σ’ αυτές τις διαπιστώσεις. Ήδη, προ τριών ημερών βρέθηκαν εννέα Αμερικανοί γερουσιαστές στα Τίρανα προκειμένου -σύμφωνα με τις δηλώσεις- να διερευνήσουν το ρόλο που παίζουν οι Αμερικανοί διπλωμάτες στην επίλυση των πολιτικών κρίσεων στις βαλκανικές χώρες, επειδή «παρεμβαίνουν περισσότερο από ό,τι χρειάζεται στις εσωτερικές υποθέσεις των βαλκανικών χωρών και αυτό έχει προκαλέσει πολιτική κρίση».

Ένα ενδιαφέρον ρεπορτάζ είχε το "Έθνος", με τίτλο "Το γαϊτανάκι των αυτονομιστικών κινημάτων στις βαλκανικές χώρες", όπου παρατηρεί ότι κάθε χώρα των Δυτικών Βαλκανίων έχει τους δικούς της αυτονομιστές. Όντως έτσι είναι, με την περιοχή να έχει βαρύ παρελθόν εθνοτικών συγκρούσεων. Η σοβαρότητα της κατάστασης φαίνεται, όχι μόνον από τις χωρίς προσχήματα επεμβάσεις των διπλωματών στις πολιτικές εξελίξεις των χωρών, αλλά και τις επίσης απροκάλυπτες επεμβάσεις τω Τιράνων και της Πρίστινας, στην εσωτερική πολιτική σκηνή των Σκοπίων και της Σερβίας.

Θεωρώ, ότι συμφέρον των ΗΠΑ είναι να διατηρηθούν μεν τα κράτη ως έχουν, αλλά αυτό συγκρούεται και με την προσπάθειά τους να ελέγχονται από μουσουλμάνους, ως απωθητικό εργαλείο στη ρωσική επιρροή, κι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί εκλαμβάνουν την υποστήριξη ως άδεια επέκτασης. Υποστηρίζω επίσης, πως δεν έχουν λόγο οι ΗΠΑ να ευνοήσουν την δημιουργία "Μεγάλης Αλβανίας", και να έχουν αύριο στα Βαλκάνια ένα ισχυρό υποκατάστατο της Τουρκίας που να τους δημιουργεί προβλήματα.

Οι πρεσβευτές των ΗΠΑ στα Τίρανα, Ντόναλντ Λου, και στην Πρίστινα, Γκρεγκ Ντέλαβι, επέκριναν τις δηλώσεις του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα και του Προέδρου του Κοσόβου, Χασίμ Θάτσι για ενδεχόμενη ένωση Αλβανίας-Κοσόβου σε περίπτωση που κλείσουν οι πόρτες της Ε.Ε. «Η Αμερικανική κυβέρνηση στηρίζει την ακεραιότητα του Κοσσυφοπεδίου και της Αλβανίας. Τασσόμαστε ενάντια σε κάθε συζήτηση για ένωση. Αυτό ζημιώνει τη σταθερότητα στα Βαλκάνια και την ευρωπαϊκή πορεία των δύο χωρών», τόνισε ο Ντόναλντ Λου. Από την πλευρά του ο Γρεγκ Ντέλαβι, χαρακτήρισε τις δηλώσεις "απρόσεκτες".

Ελπίζω όμως, να αντιλαμβάνονται οι εν λόγω Πρεσβευτές, -που ακολουθούν ακόμη την πολιτική Ομπάμα, και φαίνεται πως επείγονται να την ολοκληρώσουν, πριν αποφασίσει ο Τραμπ να ενδιαφερθεί για την περιοχή και να τους αντικαταστήσει- ότι δεν έχουν να κάνουν με συνηθισμένους πολιτικούς στα Δυτικά Βαλκάνια, αλλά με πρόσωπα που τοποθετήθηκαν ακριβώς λόγω της διαφθοράς στην οποία διακρίνονται.
Και ότι εξαρτώνται το ίδιο και από την Τουρκία, με το χρήμα που προσφέρει ο Ερντογάν αφειδώς, είτε απευθείας, είτε μέσω της ΤΙΚΑ, της υποτιθέμενης αναπτυξιακής εταιρίας, που είχε ιδρύσει ο τουρκικός στρατός την εποχή της επιρροής των κεμαλιστών.

Πληθαίνουν οι "ανησυχίες" ότι ο Έντι Ράμα εξυπηρετεί σχεδιασμούς της Άγκυρας στα Βαλκάνια, μέσα από την επιχειρούμενη αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων, ενώ κάποιοι εκτιμούν ότι προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα εθνικής πόλωσης για να διασωθεί από την πολιτική του συντριβή, την οποία βλέπει με τρόμο να έρχεται. Ό,τι ακριβώς κάνει και ο Γκρούεφσκι.

Μακεδών
Πηγή Voria



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

14 Μαΐ 2017


Ο εντεινόμενος τουρκικός αναθεωρητισμός και η δυνατότητα της Άγκυρας να διεξαγάγει «στιγμιαίο πόλεμο» εναντίον της Ελλάδας με το πυραυλικό της οπλοστάσιο

Του δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα

Η πρόσφατη εκρηκτική αύξηση των παραβιάσεων από πλευράς της Τουρκικής Αεροπορίας και η επίσημη αμφισβήτηση της ελληνικότητας του Αγαθονησίου, έδωσαν ένα σκληρό πλήγμα στις αφελείς αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι τουρκικές προκλήσεις αποτελούσαν στοιχείο της εκλογικής καμπάνιας του Ερντογάν και κατά συνέπεια θα εξαφανίζονταν ή έστω θα περιορίζονταν δραστικά μετά το δημοψήφισμα.
Όπως ο γράφων έχει υποστηρίξει και σε προηγούμενα άρθρα του, ο τουρκικός αναθεωρητισμός έχει έλθει για να μείνει και οφείλεται πρωτίστως στη μετάλλαξη της γεωπολιτικής ταυτότητας της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει να εξελιχθεί σε ευρασιατική δύναμη μέσα σε ένα σχηματιζόμενο πολυπολικό σύστημα.
Αν η άποψη αυτή φαντάζει υπερβολικά γενική και θεωρητική σε κάποιους, η μετατροπή της Ανατολικής Μεσογείου σε έναν ενεργειακό ταμιευτήρα κρίσιμης σημασίας για τις διεθνείς ισορροπίες ισχύος στα επόμενα χρόνια, αποτελεί από μόνη της έναν σοβαρότατο λόγο για την Τουρκία έτσι ώστε να προσπαθήσει να αποκτήσει την κυριαρχία στο Αιγαίο. Περισσότερα μπορεί κάποιος να βρει στο εξαιρετικό άρθρο του πρέσβη ε.τ. Περικλή Νεάρχου που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 373 των «Επικαίρων».

Θα πρέπει να αποδεχθούμε, λοιπόν, το αδυσώπητο γεγονός ότι ο τουρκικός αναθεωρητισμός θα καθίσταται ολοένα και πιο επιθετικός και αυτό σημαίνει ότι, αργά ή γρήγορα, είναι πιθανόν ότι θα λάβει και στρατιωτική διάσταση. Βέβαια, αυτήν τη στιγμή οι ισορροπίες ισχύος, αλλά και η εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία, θα καθιστούσαν ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη για την Άγκυρα οποιαδήποτε πολεμική περιπέτεια με την Ελλάδα, ακόμη και αν επρόκειτο κάποιο «ασήμαντο» θερμό επεισόδιο, εκτός βέβαια και αν ήταν απολύτως σίγουρο ότι η ελληνική αντίδραση θα είναι υπέρ το δέον μετριοπαθής…

Αυτή όμως δεν θα αποτελεί μια μόνιμη κατάσταση. Δυστυχώς, αν κάνουμε μια προβολή στο μέλλον, με βάση αυτά που γνωρίζουμε σήμερα για τις εξοπλιστικές φιλοδοξίες της Άγκυρας, θα δούμε ότι η ισορροπία ισχύος θα επιδεινωθεί επικίνδυνα για την Ελλάδα, ενώ και τα προβλήματα στη δομή του τουρκικού στρατεύματος, που προέκυψαν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, θα επιλυθούν, ίσως πολύ πιο γρήγορα από ότι πολύ αισιόδοξα θεωρούν κάποιοι στη χώρα μας.

Ωστόσο, κατά την άποψη του γράφοντος και σε αντίθεση με ότι γενικά πιστεύεται, ο μεγάλος κίνδυνος για την Ελλάδα όσον αφορά τις τουρκικές εξοπλιστικές προσπάθειες, δεν προέρχεται ούτε από τα μαχητικά αεροσκάφη F – 35 που (μάλλον…) θα ενταχθούν στο τουρκικό οπλοστάσιο, ούτε από όπλα – σύμβολα, πρωταρχικός στόχος των οποίων είναι να ενισχύσουν το κύρος της Τουρκίας και να εδραιώσουν την εικόνα της ως κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως είναι το περιβόητο υβριδικό αεροπλανοφόρο – σκάφος αμφιβίων επιχειρήσεων που αναμένεται να αποκτήσει. Πολύ πιο σημαντικά είναι τα προϊόντα που αναπτύσσει η τουρκική πολεμική βιομηχανία, ιδιαίτερα δε τα πυραυλικά συστήματα.

ΜΕΓΑΛΟ ΒΕΛΗΝΕΚΕΣ ΚΑΙ ΥΨΗΛΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑ

Αναλυτικότερα, η Τουρκία φαίνεται πως έχει εναρμονιστεί με τα επιτεύγματα της λεγόμενης «Πυραυλικής Επανάστασης» (Missile Revolution) και αναπτύσσει εγχωρίως μια σειρά από πυραυλικά συστήματα πολλαπλών επιπέδων και ρόλων, ξεκινώντας από τις μικρές ρουκέτες Cirit και καταλήγοντας σε βαλλιστικούς πυραύλους και αντιαεροπορικά βλήματα υψηλών επιδόσεων. Στο παρόν άρθρο θα περιοριστούμε να αναφέρουμε κάποια πυραυλικά συστήματα εδάφους – εδάφους που η Τουρκία παρουσίασε τον τελευταίο καιρό.
Έτσι λοιπόν, όπως μας πληροφορεί στο τεύχος Απριλίου το έγκυρο αμυντικό περιοδικό «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία», στην έκθεση αμυντικού υλικού IDEX 2017, που διεξήχθη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα τον περασμένο Φεβρουάριο, η τουρκική εταιρεία Roketsan παρουσίασε, μεταξύ των άλλων, την καθοδηγούμενη ρουκέτα TRG – 300 Kaplan διαμετρήματος 300 χιλιοστών, η οποία προορίζεται για τα ρουκετοβόλα Kasirga, (που αποτελούν την τουρκική έκδοση του κινεζικού WS – 1A). Η συγκεκριμένη ρουκέτα επιτυγχάνει μέγιστο βεληνεκές 120 χλμ και απόκλιση από τον στόχο μικρότερη των 50 μέτρων.
Στο ίδιο τεύχος του, το περιοδικό μας πληροφορεί ότι πάλι η Roketsan παραδίδει στον Τουρκικό Στρατό τον τακτικό βαλλιστικό πύραυλο Bora, με βεληνεκές 280 – 300 χλμ, ο οποίος καθοδηγείται προς τον στόχο του με αδρανειακό σύστημα πλοήγησης υποβοηθούμενο από δορυφορικό παγκόσμιο σύστημα προσδιορισμού θέσης (GPS / INS), με αποτέλεσμα να επιτυγχάνει μεγάλη ακρίβεια πλήγματος.
Εξαγωγική έκδοση του Bora, πάλι σύμφωνα με την «Ελληνική Άμυνα και Τεχνολογία», είναι ο πύραυλος Khan, βάρους 2500 κιλών και διαμέτρου 610 χιλιοστών ο οποίος μεταφέρει πολεμική κεφαλή βάρους 470 κιλών. Συγκριτικά, ο πολύ γνωστός J – 600T Yildirim, ο οποίος υπηρετεί εδώ και χρόνια στον Τουρκικό Στρατό, έχει βάρος 2100 κιλών, διάμετρο 600 χιλιοστών και μεταφέρει πολεμική κεφαλή 480 κιλών. Το δε βεληνεκές του είναι της τάξης των 150 χλμ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Yildirim βασίζεται στον κινεζικό B611. Είναι εμφανής λοιπόν η πρόοδος που έχουν επιτύχει οι Τούρκοι όσον αφορά το βεληνεκές των πυραυλικών τους συστημάτων και πιθανώς αυτή να είναι η κορυφή του παγόβουνου.

Παρόμοια πυραυλικά συστήματα θέτουν νέες προκλήσεις στην αμυντική στρατηγική της Ελλάδας. Το πιο απλό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η Τουρκία ενισχύει σταδιακά αλλά αποφασιστικά τις ικανότητές της να ασκεί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα σαρωτικά πλήγματα σε μεγάλο τακτικό και επιχειρησιακό βάθος στον ελληνικό χώρο, εναντίον μεγάλης ποικιλίας στόχων και με τέτοιον τρόπο που να αφήνει ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης ή ακόμη και προειδοποίησης για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Παρόμοιες ικανότητες «πυκνού πολέμου» μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμης σημασίας στο ιδιόρρυθμο ελληνοτουρκικό σύστημα, όπου η συμμετοχή και των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ καθιστά δύσκολη τη διεξαγωγή μιας παρατεταμένης πολεμικής αντιπαράθεσης, λόγω των εξωτερικών πιέσεων, ιδιαίτερα από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ βολεύει και την στρατηγική της Άγκυρας, που θα θέλει «καθαρά» αποτελέσματα υπέρ αυτής μέσα σε ένα ελεγχόμενο πολεμικό πλαίσιο, χωρίς να κινδυνεύει να ολισθήσει σε ανεξέλεγκτη πολεμική αντιπαράθεση.

ΤΑΚΤΙΚΗ ΕΚΒΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

Παρεμπιπτόντως, το γεγονός ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος, ή έστω κάποιο θερμό ή «υπέρθερμο» επεισόδιο, πολύ δύσκολα θα εξελισσόταν σε μια χρονικά παρατεταμένη πολεμική αντιπαράθεση, λόγω του ασφυκτικού γεωστρατηγικού πλαισίου μέσα στο οποίο λειτουργούν οι δύο χώρες, αλλά και γιατί κάτι τέτοιο δεν αποτελεί επιλογή της Άγκυρας, η οποία θέλει να επιτύχει γρήγορα οφέλη χωρίς μεγάλους κινδύνους και κόπους, καθιστά εκτός πραγματικότητας τις μηδενιστικά απαισιόδοξες αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα δεν έχει απολύτως καμία πιθανότητα σε τυχόν σύγκρουση με την Τουρκία λόγω των μεγάλων τουρκικών μεγεθών.
Οι απόψεις αυτές, κατά την άποψη του γράφοντος, ενδέχεται να μην είναι εντελώς αθώες αλλά να υποδαυλίζονται και απέξω αποσκοπώντας να επιβάλλουν ένα κλίμα ηττοπάθειας και φαταλιστικής μοιρολατρίας στην ελληνική κοινή γνώμη, επιτρέποντας έτσι στην Άγκυρα να ασκήσει τους εκβιασμούς που θέλει ώστε να επιτύχει την σταδιακή παγίωση της κυριαρχίας της στο Αιγαίο χωρίς να χρειαστεί να πέσει τουφεκιά. Ωστόσο, μπορεί να έχουν και μια ακόμη λειτουργία. Συγκεκριμένα, πιθανώς να επιδιώκουν να στρέψουν την προσοχή μας μακριά από τις διαρκώς ενισχυόμενες ικανότητες των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων να ασκούν «πυκνή» και πολυεπίπεδη προβολή ισχύος σε πολύ περιορισμένο χρονικό πλαίσιο έτσι ώστε να επιτύχουν ένα «στιγμιαίο» πολεμικό επεισόδιο, που θα ολοκληρωθεί πριν η Ελλάδα προλάβει καν να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβη.

Επιπλέον, δεδομένης της στενής σχέσης της Τουρκίας με την Κίνα στον πυραυλικό τομέα, αν και μέχρι στιγμής δεν έχουν εμφανιστεί σχετικές πληροφορίες, δεν θα πρέπει να αποκλείουμε την πιθανότητα ότι η τουρκική βιομηχανία αναπτύσσει ή θα αναπτύξει στο μέλλον και εξειδικευμένες εκδόσεις βαλλιστικών πυραύλων και ρουκετών, όπως με κεφαλές αντι – ραντάρ ή αντιπλοϊκούς βαλλιστικούς πυραύλους (ASBM), οι οποίοι θα είναι ικανοί να προσβάλουν πολεμικά πλοία επιφανείας εν κινήσει. Σε αυτήν την περίπτωση ότι θεωρούσαμε ως δεδομένο για τις ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο μπορεί να αλλάξει άρδην.

Βέβαια, οι διαπιστώσεις αυτές σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να μας οδηγήσουν σε κάποια παθητική στάση και ηττοπαθή μοιρολατρία. Το γεγονός ότι η Τουρκία καθίσταται ολοένα και πιο επικίνδυνη και μάλιστα όχι τόσο με αγορές από το εξωτερικό αλλά με την ανάπτυξη δικών της συστημάτων, θα πρέπει να οδηγήσει και την Ελλάδα σε μια αναθεώρηση εκ βάθρων της αμυντικής, αποτρεπτικής και εξοπλιστικής της πολιτικής.
Μεταξύ των άλλων, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αν η «Πυραυλική Επανάσταση» προσφέρει κάποιες λύσεις στα τουρκικά στρατιωτικά προβλήματα ενδέχεται να προσφέρει πολύ περισσότερες στην Ελλάδα και αυτό για μια σειρά από λόγους, ένας εκ των οποίων είναι η ιδιόρρυθμη γεωγραφία επιχειρήσεων της αιγειακής αρχιπελαγικής δομής. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγή περιοδικό «Επίκαιρα»



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

12 Μαΐ 2017


Γράφει ο Μοχάμεντ Ελσάερ
Φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης Πάντειο Πανεπιστήμιο

Στην χειμαζόμενη γεωπολιτική σφαίρα, διαφαίνεται να κυριαρχεί ένα δόγμα αναρχίας που διέπει, όλο και περισσότερο τα Κράτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, της υπονοούμενης αναρχίας αποτελεί η Τουρκία. Η πολιτική που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια και ιδίως τους τελευταίους μήνες, έχει επιδείξει με κάθε τρόπο, ότι οι εποχές που τα κράτη υποτάσσονταν σε εξωγενείς παράγοντες, έχουν υπερκεραστεί προ πολλού.

Απεναντίας, αντιμέτωπη με αυτήν την γεωπολιτική πραγματικότητα βρίσκεται η Ελλάδα. Η χώρα μας, καλείται για μοναδική φορά στα χρονικά, να διαχειριστεί στρατιωτικού τύπου προκλήσεις, χωρίς να έχει την δυνατότητα υπαναχώρησης ή καταφυγής στην ηγέτιδα δύναμη των ΗΠΑ. Και αυτό, συμβαίνει για συγκεκριμένους λόγους που θα επεξηγηθούν εν συνεχεία.

Όπως επισημάνθηκε, η Ελλάδα καλείται -για πρώτη φορά- να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί δύο ζητήματα, ζωτικού χαρακτήρα, σε όλο το μήκος της επικράτειας χωρίς την επιλογή του κατευνασμού ή της αποχής. Την στιγμή μάλιστα, που εκτυλίσσονται δρώμενα τόσο στα Βορειοανατολικά σύνορα της χώρας όσο και στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο.

ΠΓΔΜ και συνέπειες διάλυσης

Το μέτωπο που έχει ξεσπάσει στην ΠΓΔΜ, θα πρέπει να μας προβληματίζει ιδιαιτέρως αλλά και να μας θέτει σε πλήρη επιφυλακή, καθώς όπως διαφαίνεται, τα πράγματα είναι πιθανόν να οδηγηθούν σε μία εμφύλια σύρραξη, που θα αποφέρει και την απόσχιση μέρους της ΠΓΔΜ και την ενσωμάτωση της στην Αλβανία.

Μία τέτοια εξέλιξη, είναι βέβαιο ότι θα πλήξει τα καίρια ελληνικά συμφέροντα στην πλευρά των Βαλκανίων καθώς -σε μία ενδεχόμενη εδαφική ενσωμάτωση μέρους της ΠΓΔΜ- οι συνέπειες θα έχουν ολέθριο χαρακτήρα. Μία σημαντική συνέπεια, θα αποτελέσει η αναζωπύρωση των αλυτρωτικών αξιώσεων της Αλβανίας, τα οποία θα έχουν -για πρώτη φορά- πεδίο εφαρμογής. Ουσιαστικά, η Αλβανία θα καθίστατο ακόμη πιο προκλητική και διεκδικητική όσον αφορά τα Βαλκάνια. Μία δεύτερη, ίσως και πιο σημαντική συνέπεια, θα αποτελέσει το ουσιαστικό κλείσιμο του διαύλου μεταξύ Θεσσαλονίκης-Βελιγραδίου. Τα Σκόπια, σήμερα αποτελούν έναν υβριδικό δίαυλο μεταξύ Ελλάδας-Σερβίας, μέσω του οποίου μπορούν και συνδέονται οι δύο συμμαχικές -και φίλα προσκείμενες- χώρες μεταξύ τους -δια μέσω της σιδηροδρομικής οδού. Σε μία ενδεχόμενη απόσχιση ή διάλυση, ο Αλβανικός παράγοντας, υποκινούμενος από τον πάγιο συνεργάτη του, την Τουρκία, θα προσπαθήσει να κλείσει τον ανοιχτό υβριδικό δίαυλο που προαναφέρθηκε. Τέλος, μία ακόμη σημαντική συνέπεια θα αποτελέσει και ο κίνδυνος αναζωπύρωσης της περιοχής του Κοσόβου.

Στις παραπάνω προκλήσεις, η Ελληνική πλευρά θα πρέπει να ανταπαντήσει με ένα σχέδιο στρατηγικής ετοιμότητας, τόσο σε επίπεδο Ενόπλων Δυνάμεων όσο και σε επίπεδο Σωμάτων Ασφαλείας. Το σχέδιο αυτό, θα πρέπει να αποτελείται, αφενός από ένα στρατηγικό σχέδιο για την προστασία των Β.Ανατολικών συνόρων και αφετέρου από ένα σχέδιο για την αποφυγή οιασδήποτε "προβοκάτσιας", που θα μπορούσε να εμπλέξει την χώρα μας στις ένοπλες συγκρούσεις. Εδώ, έγκειται και ο σημαντικός ρόλος της ΕΥΠ.

Τουρκικές προκλήσεις και αναθεωρητικές τάσεις: Η υποχρεωτική επαγρύπνηση και οι ανησυχίες

Όπως σημειώθηκε, η Ελληνική ηγεσία καλείται να αντιμετωπίσει δύο μέτωπα τα οποία πλήγουν ευθέως τα ζωτικά της συμφέροντα. Το δεύτερο μέρος, αυτού του μετώπου δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από τις Τουρκικές προκλήσεις και τις Αναθεωρητικές τάσεις που προβάλλει η Τουρκία στο Αιγαίο.

Το πάγιο ζήτημα, που είχε να αντιμετωπίσει η Ελληνική Εθνική Άμυνα, τους τελευταίους μήνες διαφαίνεται να βρίσκεται στην κορύφωση του. Η ποιοτική αναβάθμιση των στρατιωτικών προκλήσεων (οι παραβιάσεις έγιναν εδαφικές αξιώσεις) σε συγκερασμό με τις διπλωματικές εξελίξεις που σημειώνονται (πλήρης ενδυνάμωση των σχέσεων Μόσχας-Άγκυρας), μας υποχρεώνουν να λάβουμε ξεκάθαρα μέτρα σε δύο τομείς αποτρεπτικής ισχύος: α) Στρατιωτική αποτροπή και β) Διπλωματική αποτροπή. Το θερμόμετρο, στην περιοχή του Αιγαίου έχει ανέβει επικίνδυνα και αυτό μας εξαναγκάζει να λάβουμε σημαντικές αποφάσεις, χωρίς να υπολογίζουμε σε μία παρέμβαση των ΗΠΑ, για λόγους που θα εξηγηθούν στην συνέχεια.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα περιθώρια βρίσκονται πράγματι υπό στενό ζυγό.

Η αντιμετώπιση, θα πρέπει να εμπεριέχει δύο συστατικά στοιχεία: Την συνεχή επαγρύπνηση αλλά και την αναβάθμιση των στρατηγικών σημείων. Τα στρατηγικά οπλικά συστήματα, πρέπει να αναλάβουν τα ηνία καθώς σε ενδεχόμενη επιθετική δράση κατά των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, θα κληθούν να λάβουν καθοριστικό ρόλο. Όπως, είχα γράψει λίγες εβδομάδες πρίν (από τούτο το βήμα), η ελληνική ηγεσία θα πρέπει να προχωρήσει ΑΜΕΣΑ στην αναβάθμιση των στρατηγικών οπλικών συστημάτων, όπως είναι το αντιπυραυλικό και αντιαεροπορικό μας σύστημα. Το άνω ζήτημα, εν καιρώ κρίσης αποτελεί ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα. Ωστόσο, αποτελεί ταυτοχρόνως και ένα ζωτικό ζήτημα επιβίωσης. Για αυτόν τον λόγο, θα πρέπει να εξευρεθούν πόροι και να αντληθούν ορθώς, προκειμένου τα στρατηγικά σημεία να παραμένουν ως η "αιχμή του δόρατος". Βέβαια, σημαντικό ρόλο αναλαμβάνει και η αντικατασκοπεία, καθώς έχει αποδειχθεί ότι η Τουρκική πλευρά χρησιμοποιεί μεθόδους κατασκοπείας εν προκειμένου να προσανατολίζει, την πολιτική της στο Αιγαίο. (Αυτήν την πληροφορία την έχουν διοχετεύσει οι Γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες)

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να τονίσω ότι η παλαιά πολιτική, που επένδυε στον Αμερικανικό παράγοντα, έχει παρέλθει καθώς η Τουρκία έχει καταστήσει ξεκάθαρο -πια- ότι αποτελεί μία απρόβλεπτη νευρική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί από τις ΗΠΑ, για συγκεκριμένους λόγους.
Ο πλέον σημαντικός λόγος, έγκειται κυρίως στην γεωστρατηγική προσέγγιση και τον γεωστρατηγικό σχεδιασμό που έχει αναπτύξει το κράτος των ΗΠΑ.
Η θεώρηση αυτή, ουσιαστικά καταλήγει ότι κυριαρχία της παγκόσμιας νήσου θα επέλθει μόνο με την κατάκτηση της περιμέτρου της Ευρασίας (Rimland)- (θεώρηση Spykman).
Σε αυτήν την περίμετρο, σημαντικό ρόλο για την αποσόβηση της Ρωσικής κυριαρχίας, έχει η Τουρκία -που αποτελεί και το κέντρο αυτής. Επεξηγηματικά, να αναφερθεί ότι αν η Τουρκία απομακρυνθεί από τις επιταγές των ΗΠΑ το κυριαρχικό οικοδόμημα θα εκπέσει καθώς θα διασπαστεί η "περιοριστική ροδέλα ασφαλείας" που έχει σχηματιστεί γύρω από την Ρωσία.

Ουσιαστικά, οι ΗΠΑ υποχρεούνται να διατηρούν ως σύμμαχο την Τουρκία, εν προκειμένου να εξυπηρετούν τα συμφέροντα τους. Γεγονός, που εκμεταλλεύεται ιδιαιτέρως η Τουρκική πλευρά, εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Βάσει λοιπόν, του πάγιου κυριαρχικού δόγματος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, καταλαβαίνει κανείς τον λόγο που οι ΗΠΑ περιορίζονται στο να διατηρούν "ίσες αποστάσεις" ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία- ακόμη και στις περιπτώσεις που παραβιάζονται κατάφορα δικαιώματα και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου (από πλευράς Τουρκίας). Το όλο εγχείρημα, ανάγεται στην θεωρία των διεθνών σχέσεων που αποτυπώνει την αναρχία που διέπει το διεθνές οικοδόμημα ενώ ταυτοχρόνως παγιώνει την άποψη ότι τα κράτη λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα τα καίρια συμφέροντα τους- κάνοντας συμμάχους, ακόμη και πρώην αντιπάλους, αν υπάρχει σύμπλευση συμφερόντων. (Αγγλοσαξωνική προσέγγιση)

Επίσης, ένας ακόμη σημαντικό λόγος αφορά τα καίρια συμφέροντα των ΗΠΑ, στην Β.Κορέα και στην Συρία, που δεν τους επιτρέπουν, την συγκεκριμένη περίοδο, να "ασχοληθούν" με τις εντάσεις του Αιγαίου.

Καταλήγοντας, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι την δεδομένη στιγμή η Ελλάδα υποχρεούται να σχεδιάζει την εξωτερική της πολιτικής, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον χωρίς να υπολογίζει διάφορες εσωτερικές ή εξωτερικές αντιδράσεις. Η επιβίωση των κρατών έγκειται αποκλειστικά και μόνο στο αγώνα για επιβίωση που δίδουν. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να αναμένουμε την παρέμβαση τυχόν ηγεμονικών δυνάμεων καθώς διαφαίνεται ότι διακυβεύονται πολύ σημαντικότερα συμφέροντα ανά την υφήλιο, που καθιστούν την Ελληνοτουρκική διένεξη υποβαθμισμένης σημασίας. Βέβαια, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να δράσει διατηρώντας παράλληλα και τις ισορροπίες μεταξύ στρατιωτικής αποτροπής και διπλωματικής ψυχραιμίας. Στα πλαίσια αυτού του εγχειρήματος, διαφαίνεται και η ανάγκη σύστασης ενός γνήσιου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας που θα συγκαλείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, εν προκείμενου να επανα-σχεδιάζεται η ελληνική αμυντική πολιτική. (Το ΚΥΣΕΑ έχει αποδεχθεί μη αποδοτικό)

Οι διεθνείς συσχετισμοί έχουν δημιουργηθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο μόνος τομέας που μπορεί να εγγυηθεί την εξωτερική ασφάλεια των κρατών είναι η στρατιωτική τους ισχύς.
Σε μία καταχρηστική ερμηνεία , το απόφθεγμα του Βεγέτιου τυγχάνει εφαρμογής καθώς έχει αποδειχθεί ότι "αν θέλει κανείς την ειρήνη τότε πρέπει να προετοιμάζεται για πόλεμο".

Τέλος, είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η χάραξη μίας ενιαίας εθνικής γραμμής για τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και Άμυνας, καθίσταται αναγκαία ενώ τα κόμματα θα πρέπει να απόσχουν από πάσα μικροπολιτική συζήτηση που αφορά την Άμυνα.
Τα κόμματα, οφείλουν να στηρίζουν το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και να μην φέρουν δημόσιες αντιρρήσεις για τις πολιτικές που ακολουθεί.

Επικοινωνία με τον συντάκτη: mochamentelsaer@gmail.com



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Tου Ιωάννη Μιχαλέτου

Τους τελευταίους μήνες ολοένα και πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι το καθεστώς του Ερντογκάν στη Τουρκία βρίσκεται -εκ νέου- στο στόχαστρο των ΗΠΑ αλλά και άλλων Δυτικών κρατών καθώς οι κλιμάκωση τόσο της ρητορικής αλλά όσο και των πράξεων της Άγκυρας έρχεται σε αντίθεση με σημαντικότατα συμφέροντα των προαναφερθέντων.

Πρόσφατες εκθέσεις της δεξαμενής σκέψης Hudson Institute αλλά και του George Mason University, υποδεικνύουν ότι οι Δυτικές πρωτεύουσες πρέπει να επιλέξουν σκληρότερη στάση απέναντι στη Τουρκία, ενώ η Προεδρία Τράμπ στις ΗΠΑ, ουσιαστικά θέτει τον Ερντογκάν σε δυσχερή θέση μέσω της ανοικτής αλλά και μαζικής προσφοράς οπλισμού στους Κούρδους της Συρίας.

Από τη δεκαετία του '30 έως και πρόσφατα υπήρχε μια συνδιαλλαγή και άπλετη ανοχή ως προς τις Τουρκικές κινήσεις εις βάρος μιας πλειάδας κρατών και σαφέστατα της Ελλάδα όπως και η ανοχή σε εγκληματικό επίπεδο της κατοχής της Κύπρου. Όμως πλέον η Άγκυρα δείχνει να γίνεται "βάρος" ενόψει μια ευρύτερης και εις βάθος αναδιανομής ρόλων και επιρροών στην περιοχή της Μέση Ανατολής.

Επιπροσθέτως η υποστήριξη της διεθνούς τρομοκρατίας ευθέως και με πληθώρα αποδείξεων από τη Τουρκία σε συνδυασμό με διαφθορά, συνενοχή με εγκληματικά δίκτυα σε επίπεδο διακίνησης μεταναστών, ναρκωτικών αλλά και αρχαιοτήτων όπως και ανθρωπίνων οργάνων, έχει καταστήσει τη χώρα σε ντε φάκτο "Rogue state".

Σε αυτές τις εγκληματικές διαπλοκές υπάρχει και ευθεία ανάμειξη στενών συγγενικών προσώπων του ίδιου του Προέδρου της Τουρκικής "Δημοκρατίας" όπως και επιχειρηματιών-χρηματοδοτών του κόμματος ΑΚΠ.

Επιπλέον οργανώσεις όπως η IHH, αποτελούν το μακρύ χέρι της Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε συνεταιρισμό με ποικίλα τρομοκρατικά δίκτυα από τη Κεντρική Ευρώπη έως τη Βόρεια Αφρική, δημιουργώντας ούτως μια ευρύτατη γκάμα εχθρών για τη Τουρκία.

Η συνενοχή του Τουρκικού κράτους στη μαζική προώθηση Σουνιτών Μουσουλμάνων στην Ευρώπη προκαλεί τριγμούς σε πολιτικό επίπεδο και βαθύτατη δυσαρέσκεια σχεδόν στο σύνολο των Ευρωπαικών κοινωνιών με μόνες -θλιβερές εξαιρέσεις- τα δίκτυα των ατόμων που κερδοσκοπούν και ωφελούνται από αυτή την μετακίνηση πληθυσμών χρησιμοποιώντας ΜΚΟ ως κάλυψη εξυπηρέτησης ιδιοτελών οικονομικών συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση η Τουρκία χάνει ταχύτατα έδαφος ως χώρα που μπορεί ένας πολιτικός, διπλωμάτης η διαμορφωτής γεωστρατηγικής στην Ε.Ε, να εμπιστευτεί.

Οι επιθετικές κινήσεις και οι πολεμικές επιχειρήσεις των Τουρκικών δυνάμεων τόσο στη Συρία όσο και στο Ιράκ, συντελούν επιπλέον στην αναξιοπιστία του κράτους αυτού και προς έτερες δυνάμεις , βλέπε Ρωσία, Ιράν, ενώ η υποστήριξη των Ουιγούρων βλάπτει σε στρατηγικό επίπεδο της σχέσεις Άγκυρας-Πεκίνου αλλά και με τα κράτη της Κεντρικής Ασίας.

Δεδομένης της ουσιαστικής απολυταρχοποίησης του πολιτεύματος της Τουρκίας λόγω Ερντογκάν-ΑΚΠ, τα άτομα που προωθούνται τη τωρινή εποχή στο κρατικό μηχανισμό της Τουρκίας-προς αντικατάσταση των Κεμαλικών- είναι εκείνοι οι οποίοι συνέδραμαν τη διεθνή τρομοκρατία τα τελευταία έτη ενεργώντας πιστά υπό τις εντολές του ΑΚΠ. Ως εκ τούτου όλες οι παραπάνω βαρύτατες σκιές στις σχέσεις Τουρκίας-Δύσης αλλά και άλλων κρατών θα εντείνονται σε ένα σπιράλ πλήρους ανυποληψίας εκ μέρους των δύο πλευρών και έλλειψης συνεργασίας σε τακτικό και κυρίως σε στρατηγικό επίπεδο.

Προσέτι, η διαφαινόμενη επιβολή θανατικής ποινής στη Τουρκία, οι υπερεξουσίες του Ερντογκάν και η πλαισίωση του με ένας πλήθος φανατικών θα διαρρήξει και επισήμως τις σχέσεις του με την Ε.Ε. και την "προοπτική ένταξης" της Άγκυρας στην Ευρώπη. Η πλήρης αλλοτρίωση του κράτους δικαίου σε συνδυασμό με το θρησκευτικό φανατισμό θα μπορούσε να επιφέρει μια κατ'ουσία, εάν και όχι επίσημη αποβολή, της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ δίχως όμως να μπορούν τρίτες δυνάμεις -βλ. Ευρασιατικά τόξα κ.α.- να την αποδεχθούν ως μέλος της.

Σε ότι αφορά τα ΝΑΤΟϊκά θέματα ήδη η στάση της Άγκυρας έχει διαμορφώσει σημαντικές δυσκολίες για τη βάση του Ιντσιρλίκ αλλά και άλλων διμερών συνεργασιών με ΝΑΤΟϊκά μέλη που δεν μπορούν να αναπληρωθούν ακόμα και εάν άλλες χώρες (λ.χ. Ελλάδα) προσφέρουν περαιτέρω στρατιωτικές διευκολύνσεις στο ΝΑΤΟ ή και στις ΗΠΑ. Ουσιαστικά ο Ερντογκάν εν πολλοίς εκβιάζει τη Δύση σε ζητήματα πολύ υψηλής στρατιωτικής σημασίας ενώ το "Σκωτσέζικο ντους" σε σχέση με το Ισραήλ αποσκοπεί στην άμβλυνση των αντιστάσεων του Τελ Αβίβ ως προς τους Τουρκικούς σκοπούς , συμπεριλαμβανομένων και των επιδιώξεων της Άγκυρας να "βάλει χέρι" στα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου.

Παρόλα αυτά τόσο το ΝΑΤΟ, όσο και η Ε.Ε. θα πρέπει να πειστούν με κόπο προκειμένου να επιβάλλουν πρώτοι είτε κυρώσεις είτε τη διπλωματική τους θέληση τους έναντι του Ερντογκάν, ενός πολιτικού που δικαίως θα ταίριαζε να καθίσει στο εδώλιο του διεθνούς ποινικού δικαστηρίου της Χάγης σε συνάρτηση με όλα τις αναφερόμενες εγκληματικές δράσεις του.

Ο λόγος είναι η ουσιαστική ανύπαρκτη ισχύς της Ε.Ε. σε επίπεδο "σκληρής ισχύος" στηριζόμενη μόνο στο τεχνητά διογκωμένο "Ευρωχρέος" που κρατά ένα υψηλό επίπεδο κράτους πρόνοιας το οποίο ουδείς θέλει να ρισκάρει σε μια σύγκρουση με πολλαπλές απώλειες. Υπάρχουν βεβαίως και άλλοι ουσιαστικοί λόγοι σε σχέση με τα ανωτέρω, αλλά είναι ζήτημα έτερης συζήτησης.

Απομένουν κατά αυτό το τρόπο οι ΗΠΑ να μπορέσουν να επιβάλλουν την ό,ποια θέλησή τους, αλλά και αυτό θα είναι ιδιαιτέρως δυσχερές δεδομένου των φανατικών κύκλων που βλέπουν τη Τουρκία ως "αναγκαίο κακό" απέναντι στο Ιράν, ή τη Ρωσία ή τη χρησιμότητά της απέναντι σε Μεσανατολικά ζητήματα επιπλέον των διαπλοκών εγκληματικής φύσεως που έχουν ήδη στηθεί από το λεγόμενο Τουρκικό λόμπι στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του '80 και εντεύθεν και αφορούν σημαίνοντα στελέχη στην Ουάσινγκτον (Διεθνικό Οργανωμένο Έγκλημα κρατικής υφής και κάλυψης).

Όλα τα παραπάνω ανεβάζουν σε μεσοπρόθεσμο διάστημα κατακόρυφα τη πιθανότητα σπασμωδικών αντιδράσεων εκ μέρους της Άγκυρας προς όλες τις κατευθύνσεις και σε ότι αφορά την Ελλάδα και προς Δυσμάς. Μέθοδοι και μέσα μπορούν να είναι είτε συμβατικά (στρατιωτικές επιχειρήσεις), υβριδικά (χρήση μειονοτήτων με ένοπλη βία, παραστρατιωτικές ομάδες, μεταναστευτικές ροές - σε συνδυασμό με δόλιες βίαιες προκλήσεις στα σύνορα) είτε συγκεκαλυμμένα (δολιοφθορές, τρομοκρατία, προπαγάνδα), είτε προσπάθεια εμπλοκής της χώρας σε ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη με άνοιγμα του λεγόμενου "διπλού μετώπου" (βλ. ΠΓΔΜ-Βαλκανικές εμπλοκές, "Μεγάλη Αλβανία").

Σε κάθε περίπτωση η χώρα αλλά και η περιοχή μπαίνουν βαθμιαία σε εποχή ανακατατάξεων και σημαντικών μεταβαλλόμενων γεωπολιτικών ισορροπιών. Το μέγα μειονέκτημα της χώρας είναι η "αυτό - παγίδευση της" σε ένα σπιράλ αργού αλλά βέβαιου, οικονομικού θανάτου που εκ του αποτελέσματος θα ευνοήσει τα όποια πιθανολογούμενα Τουρκικά -και όχι μόνο- σχέδια.

Σε τέτοιες κρίσιμες περιπτώσεις "Πολιορκίας", οι αμυνόμενοι έχουν δύο επιλογές. Είτε να κατασκευάσουν ένα ισχυρότερο φρούριο από το υπάρχον είτε να επιχειρήσουν "ηρωική έξοδο".

Η απραξία είναι βέβαιη ήττα.

Πηγή RIMSE


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου