Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

29 Μαρ 2017


Η ομιλία του αν. καθηγητή Γεωπολιτικής κ. Κωνσταντίνου Γρίβα, στην ημερίδα Γεωπολιτικής, που έγινε στην Ξάνθη στις 18/3/2017 με τίτλο "Γεωπολιτικές αναταράξεις και κίνδυνοι στη σύγχρονη Ελλάδα και την Κύπρο"

Τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό έχει επανειλημμένως υποστηριχθεί η άποψη ότι η Χίλαρι Κλίντον αντιπροσώπευε την πιο «εξωστρεφή» πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, που έδινε έμφαση στον παρεμβατισμό ανά τον πλανήτη, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ την πιο «εσωστρεφή», που επικεντρώνεται στα εσωτερικά ζητήματα.

Η άποψη αυτή είναι εν μέρει σωστή. Όμως, αν εξετάσουμε σε βάθος χρόνου τις πολιτικές των δύο υποψηφίων θα δούμε ότι είναι απλώς δύο διαφορετικές αντιλήψεις όσον αφορά τη βέλτιστη στρατηγική που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για να παραμείνουν κυρίαρχη πλανητική δύναμη.

Η Χίλαρι Κλίντον υπηρετούσε μια πολιτική «εναντίον όλων», με ιδιαίτερη προσήλωση στον εγκλωβισμό της ρωσικής άρκτου στα βάθη της Ευρασίας. Όμως, η στρατηγική αυτή απειλούσε να συσπειρώσει τις ευρασιατικές δυνάμεις, με σημαντικότερες φυσικά τη Ρωσία και την Κίνα, σε έναν αντιαμερικανικό συνασπισμό.

Ο Τραμπ, από πλευράς του, εκφράζει τις δυνάμεις που θέλουν να προχωρήσουν σε μια προσέγγιση με τη Ρωσία, ωθώντας τα ανταγωνιστικά στοιχεία στις γεωπολιτικές ταυτότητες Ρωσίας και Κίνας να έλθουν στην επιφάνεια και να επενδύσει σε μια στρατηγική διαίρει και βασίλευε, όπως έκανε η Μεγάλη Βρετανία μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Απώτερος στόχος είναι η διαιώνιση της κυρίαρχης θέσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρασία διαμέσου επιλεκτικών και μη δεσμευτικών  συμμαχιών και αντιπαλοτήτων στο πλαίσιο ενός νεοβεστφαλιανού συστήματος.

Σε αντίθεση με τις θορυβώδεις αμερικανικές ελίτ που στήριξαν τη Χίλαρι Κλίντον, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει να είναι η επιλογή του «σιωπηλού κατεστημένου» των Ηνωμένων Πολιτειών. Δηλαδή των εσωτερικών δυνάμεων που δρουν αθόρυβα και σχεδιάζουν τις κινήσεις τους σε βάθος χρόνου.   

Τη νέα πολιτική των ΗΠΑ υποστηρίζει αποφασιστικά και η νέα γεωενεργειακή πραγματικότητα που δημιουργήθηκε μετά την είσοδο στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη των σχιστολιθικών υδρογονανθράκων.

Συγκεκριμένα, η λεγόμενη «Σιωπηλή Επανάσταση» (Silent Revolution) που διεξήχθη  από τα τέλη της δεκαετίας του 90 και μετά στον χώρο της ενέργειας, με την αξιοποίηση κολοσσιαίων κοιτασμάτων σχιστολιθικού φυσικού αερίου και πετρελαίου στο μητροπολιτικό έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών, χάρη στον ευφυή συνδυασμό των μεθόδων της υδραυλικής ρωγμάτωσης (hydraulic fracturing) και της οριζόντιας εξόρυξης (horizontal drilling) για την εξαγωγή των υδρογονανθράκων από συμπαγή σχιστολιθικά πετρώματα, καθιστά τις ΗΠΑ ενεργειακά αυτάρκεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να ελέγχουν δια των όπλων το ενεργειακό κέντρο του κόσμου, τη Μέση Ανατολή, έτσι ώστε να εξασφαλίζουν τη ροή της ενέργειας προς αυτές και τους συμμάχους τους ανά τον πλανήτη.

Βέβαια, η κατάσταση σήμερα δεν είναι ρόδινη για την αμερικανική ενεργειακή βιομηχανία. Η εντυπωσιακή πτώση των τιμών του πετρελαίου έχει οδηγήσει και τη βιομηχανία σχιστολιθικών υδρογονανθράκων στις ΗΠΑ σε παρακμή. Το κόστος εξαγωγής υδρογονανθράκων από παρόμοια κοιτάσματα είναι αρκετά υψηλό και έτσι, με χαμηλές διεθνείς τιμές, η αξιοποίησή τους καθίσταται μη βιώσιμη οικονομικά. Όμως, στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής αυτό δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Τα κοιτάσματα δεν χάνονται. Απλώς δεν είναι εκμεταλλεύσιμα αυτήν την στιγμή. Όμως, τον πρωταρχικό τους γεωπολιτικό ρόλο, αυτόν της ενεργειακής ασφάλειας, συνεχίζουν να τον εκπληρώνουν απλά και μόνο με το να παραμένουν στη θέση τους.

ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΠΡΙΜΟΔΟΤΟΥΝ ΤΟ ΠΟΛΥΠΟΛΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΓΕΜΟΝΙΑ

Ωστόσο, αυτή η νέα ενεργειακή πραγματικότητα είναι απλώς ένας από τους παράγοντες που διαμορφώνουν το πρόπλασμα μιας εν δυνάμει μακρόπνοης αμερικανικής στρατηγικής που θα προωθεί την έλευση ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος.

Είναι πιθανόν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, για να διατηρήσουν την κυρίαρχη θέση τους στο διεθνές σύστημα, θα πρέπει να αποδεχθούν το πολυπολικό σύστημα. Δηλαδή, να υποβαθμίσουν τον εαυτό τους στη θέση μιας από τις πολλές δυνάμεις ενός πολυπολικού κόσμου έτσι ώστε να έχουν μια ευκαιρία να διεκδικήσουν την παγκόσμια κυριαρχία.

Είναι δεδομένο ότι η άποψη αυτή ακούγεται παρανοϊκή σε πολλούς αλλά δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποδοχή του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να τα βάλουν με όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και αυτό ακριβώς φάνηκε ότι προσπάθησαν να κάνουν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι, μετά το πρώτο σοκ, η «μονοπολική στιγμή» (‘unipolar moment’) των Ηνωμένων Πολιτειών προκάλεσε τον φόβο και την αντίδραση της Ρωσίας και της Κίνας, που έσπευσαν να θέσουν στο περιθώριο αντιπαλότητες και καχυποψίες δεκαετιών, αν όχι αιώνων και ξεκίνησαν μια γεωστρατηγική συνεργασία που συνεχώς ενισχύεται. Ιδιαίτερα μάλιστα, με  την επιδείνωση των σχέσεων Δύσης – Ρωσίας μετά τα γεγονότα στην Ουκρανία, η Μόσχα ωθήθηκε αποφασιστικά προς τη δραστική ενίσχυση των σχέσεών της με το Πεκίνο. Ταυτοχρόνως, η ανερχόμενη Κίνα ασφυκτιά ολοένα και περισσότερο στην άβολη γεωγραφική της θέση στην ανατολική περιφέρεια της Ευρασίας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν αποφασισμένες να την αποτρέψουν να εξελιχθεί σε μια ναυτική δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας. Για την ακρίβεια, προσπαθούν να την εμποδίσουν ακόμη και να εξασφαλίσει την κυριαρχία στην Ανατολική και τη Νότια Σινική Θάλασσα, τις οποίες το Πεκίνο θεωρεί κινεζικές «λίμνες», αναγκαίες για την εξασφάλιση ζωτικών κινεζικών συμφερόντων. Το αποτέλεσμα είναι ότι και η Κίνα ωθείται στο να βρει γεωστρατηγική διέξοδο διαμέσου των αχανών ευρασιατικών εκτάσεων, όπου κυριαρχεί η Ρωσία.

Έτσι, οι δύο χώρες σπρώχνονται η μία στην αγκαλιά της άλλης και δημιουργείται το πρόπλασμα της πρώτης Υπέρ – Υπερδύναμης (Hyper Power) στην ιστορία της Ανθρωπότητας, η οποία, αν πράγματι κάποια στιγμή προκύψει, θα είναι ο αναντίρρητος παγκόσμιος ηγεμόνας. Ταυτοχρόνως, το Ιράν επίσης κινείται προς την ενσωμάτωσή του σε αυτό το πλέγμα, για μια σειρά από λόγους η περαιτέρω ανάλυση των οποίων ξεφεύγει από τα όρια αυτού του κειμένου, δημιουργώντας ένα τρίγωνο που θα απορροφήσει και πολλές χώρες που βρίσκονται μέσα του, με πρώτους υποψηφίους τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας.  

Για να μην εξελιχθεί, λοιπόν, αυτό το πρόπλασμα σε μια πιο απτή γεωπολιτική οντότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να αδρανοποιήσουν τον βασικό παράγοντα που συσπειρώνει τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις. Και ο παράγοντας αυτός δεν είναι άλλος από την αίσθηση της αμερικανικής κυριαρχίας που έχουν οι χώρες αυτές. Άρα, οι ΗΠΑ θα πρέπει να κατέβουν από τον φαντασιακό θρόνο του «παγκόσμιου ηγεμόνα» έτσι ώστε να αποφύγουν να ανέβει στον πραγματικό θρόνο ένας Ευρασιάτης παγκόσμιος ηγεμόνας, τον οποίο θα έχουν δημιουργήσει οι ίδιες. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να εργαστούν προς τη διαμόρφωση ενός πολυπολικού συστήματος.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΜΕ ΕΥΡΑΣΙΑΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. ΜΙΑ ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΗΠΑ

Η πολιτική της σύναψης συμμαχιών, έτσι ώστε να ενισχύσουν και να εκμεταλλευτούν τις αντιπαλότητες των ευρασιατικών δυνάμεων, έχει εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία από τις ΗΠΑ από το δίδυμο Ρίτσαρντ Νίξον – Χένρι Κίσσινγκερ, με το άνοιγμα στη μαοϊκή Κίνα το 1971 και τη διαμόρφωση ενός άτυπου αντισοβιετικού μετώπου μεταξύ των δύο χωρών.

Πριν δε από μερικά χρόνια, ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, σε άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs και μετέπειτα στο βιβλίο του «Strategic Vision: America and the Crisis of Global Power», είχε εκφράσει την άποψη ότι οι ΗΠΑ όφειλαν να αποδεχθούν το ότι δεν μπορούν να ελέγξουν το παγκόσμιο σύστημα από μόνες τους. Θα έπρεπε, λοιπόν, να συνάψουν ένα κατάλληλο πλέγμα συμμαχιών ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο γεωπολιτικό μέγεθος, το οποίο αποκαλούσε «Διευρυμένη Δύση» (‘Extended West’), έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί η ανερχόμενη Κίνα. Σε αυτό το σχήμα δεν απέκλειε και τη συμμετοχή της Ρωσίας, αν και επέμεινε στις ακραία αντιρωσικές θέσεις του. Όμως, όταν ακόμη και ο Μπρεζίνσκι, ο οποίος, όχι άδικα, έχει χαρακτηριστεί ως ρωσοφοβικός, εξετάζει τη συνεργασία με τη Ρωσία στο πλαίσιο μιας τακτικής συμμαχία, καθίσταται πλέον ξεκάθαρο ότι η συλλογική φαντασίωση της χωρίς όρια αμερικανικής ισχύος και της δυνατότητας των ΗΠΑ να ελέγχουν τον κόσμο, έχει φθάσει πια στα όριά της.  

Εν κατακλείδι, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πράγματι τη δυνατότητα να διεκδικήσουν έναν κυρίαρχο ρόλο στο διεθνές σύστημα. Για να επιτύχουν όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποκηρύξουν την ψευδή κυρίαρχη θέση που έχουν σήμερα, δηλαδή να «επισημοποιήσουν» τον πολυπολικό κόσμο. Σε αυτήν την περίπτωση θα επιτύχουν, πιθανότατα, την αποσυσπείρωση των ευρασιατικών δυνάμεων, θα αναγεννήσουν τους ανταγωνισμούς μεταξύ τους και από το ασφαλές καταφύγιό τους, ανάμεσα στους δύο μεγάλους ωκεανούς, θα μπορούν να συνάψουν τις κατάλληλες συμμαχίες ώστε να προωθούν τα συμφέροντά τους.

Σε αυτόν τον κόσμο θα παρουσιαστούν πολλές ευκαιρίες και για σχετικά μικρές χώρες, που βρίσκονται σε κρίσιμα σημεία του διεθνούς συστήματος και έχουν γεωπολιτικές ταυτότητες τέτοιες που τους επιτρέπουν να παίξουν ρόλο ως «μεταλλακτικά» (transformational) κράτη. Παρόμοιες χώρες είναι η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία. Για να λειτουργήσουν όμως ως τέτοιες θα πρέπει να πληρούν  κάποιες στοιχειώδεις προϋποθέσεις, η βασική εκ των οποίων είναι …να υπάρχουν.

ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ «ΕΠΙΛΥΣΗΣ» ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΠΟΛΙΘΩΜΑ

Κατά συνέπεια, μια «Λύση» του Κυπριακού με βάση σχεδιασμούς της προηγούμενης αμερικανικής Διοίκησης, ενδέχεται να τοποθετήσει την «ενωμένη» Κύπρο σε ένα παρωχημένο γεωπολιτικό πλαίσιο που δεν θα εκφράζει πλέον τις στοχοθετήσεις των μεγάλων Δυτικών δυνάμεων.
 
Άρα, εκτός όλων των άλλων κινδύνων, ενδέχεται να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο και η θέση της Κύπρου στην Ευρώπη και τον ευρύτερο Δυτικό Κόσμο.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω το διεθνές σύστημα μετατρέπεται από μονοπολικό σε πολυπολικό. Δηλαδή, από έναν κόσμο όπου τον έλεγχο ασκούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, περνάμε σταδιακά σε έναν άναρχο κόσμο, στον οποίο  διεσπαρμένοι πόλοι ισχύος κονταροχτυπιούνται μεταξύ τους ώστε να πετύχουν μια όσο το δυνατόν καλύτερη θέση στην παγκόσμια σκακιέρα.

Ένας από αυτούς τους πόλους ισχύος είναι και η Τουρκία. Και μάλιστα ένας από τους πιο φιλόδοξους. Σε αντίθεση με ότι συνήθως αναφέρεται, η Τουρκία δεν φαίνεται να αρκείται στη θέση της «Περιφερειακής Δύναμης». Αντιθέτως, επιδιώκει να πλασαριστεί ως μια από τις ευρασιατικές δυνάμεις πρώτης γραμμής, θεωρώντας ότι βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με τη Ρωσία, την Κίνα και την Ινδία.

Είναι αναπόφευκτο ότι αυτός ο νέος της ρόλος τη φέρνει σε μια εν δυνάμει  ανταγωνιστική θέση τόσο με τη Ρωσία όσο και τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και με τοπικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, όπως είναι το Ιράν, το Ισραήλ και η Αίγυπτος.

Βέβαια, αυτήν τη στιγμή καταφέρνει να ισορροπεί μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών, απειλώντας να κινηθεί προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να εξασφαλίζει την αμήχανη υποστήριξη και των δύο, αλλά αυτό δεν αναιρεί τις μακροχρόνιες ανταγωνιστικές σχέσεις με τις χώρες αυτές.

Κοντολογίς, τα μακρόπνοα συμφέροντα τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Μόσχας έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ύπαρξη μιας αυτόνομης, ισχυρής και υπερφιλόδοξης Τουρκίας που έχει τις δικές της στοχοθετήσεις.

Επιπροσθέτως, η μετατροπή της Τουρκίας σε μία από τις κύριες δυνάμεις ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος καθιστά μη επιθυμητή από πλευράς της και την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν θεωρήσουμε ότι υπήρχε παρόμοια πιθανότητα.

Η εξέλιξη αυτή αφήνει ανεξέλεγκτα και τα ανταγωνιστικά στοιχεία στις σχέσεις της  με την Ευρωπαϊκή Ένωση εν συνόλω αλλά και με πολλές από τις ευρωπαϊκές χώρες ξεχωριστά.

Προκύπτει λοιπόν η πιθανότητα εμφάνισης μιας Τουρκίας «εναντίον όλων». Μιας Τουρκίας έτοιμης να συγκρουστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και όλες τις ισχυρές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Και με αυτήν την Τουρκία θέλησε να συνδέσει τη μοίρα της η Κυπριακή Δημοκρατία διαμέσου του συζητούμενου σχεδίου «Λύσης».

Όπως και να ‘χει, ακόμη και υπό τις ιδανικότερες συνθήκες, σε περίπτωση υπογραφής συμφωνίας, ένα μικρό γεωπολιτικό μέγεθος, δηλαδή η Κύπρος, θα «κουμπώσει» πάνω σε ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό μέγεθος, δηλαδή την Τουρκία. Και κατά κανόνα, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το μεγαλύτερο γεωπολιτικό μέγεθος, αργά ή γρήγορα, θέτει υπό τον έλεγχό του το μικρότερο και του επιβάλλει τις δικές του στοχοθετήσεις και σχεδιασμούς. Και οι σχεδιασμοί της Άγκυρας ενδέχεται να τη φέρουν σε τροχιά σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, τη Ρωσία καθώς και με την Ευρωπαϊκή Ένωση εν συνόλω και με πολλά επιμέρους ευρωπαϊκά κράτη.

Ιδιαίτερα δε μέσα στην Ε.Ε., μια «ενωμένη» Κύπρος, που θα έχει προκύψει μετά την όποια συμφωνία με την τουρκική πλευρά, μπορεί να θεωρηθεί από πολλές ευρωπαϊκές χώρες ως Δούρειος Ίππος μιας Τουρκίας, η οποία θα έχει απωλέσει πλέον οριστικά και αμετάκλητα την «ευρωπαϊκή της προοπτική», με αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθεί αν όχι να εξοβελιστεί από την Ένωση. 

Με άλλα λόγια, η πορεία «επίλυσης» του Κυπριακού είναι πιθανόν ότι εξελίσσεται λόγω της κεκτημένης ταχύτητας που είχε αποκτήσει από το παρελθόν χωρίς να έχει πια σχέση με τη νέα πραγματικότητα. 

Αν λοιπόν για την Ουάσιγκτον του κοντινού παρελθόντος θα ήταν θετική μια «επίλυση» του Κυπριακού που θα έθετε την Κύπρο σε μια φάση στενής συνεργασίας με την Άγκυρα, δεν ισχύει κατ’ ανάγκη το ίδιο και για μια Ουάσιγκτον του κοντινού μέλλοντος. Αντιθέτως, οι Ηνωμένες Πολιτείες μάλλον θα έβλεπαν με φόβο μια υπερενισχυμένη Τουρκία που θα προέκυπτε μετά την «επίλυση» του Κυπριακού γιατί θα καθίστατο ακόμη πιο ανεξέλεγκτη από αυτές.

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο ότι η Ιστορία έχει κάνει άλμα και οι βραδυκίνητοι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί γεωπολιτικού σχεδιασμού της Δύσης δεν έχουν προλάβει να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Σε αυτό το κενό μεταξύ του κόσμου που φεύγει και του κόσμου που έρχεται έχει εγκλωβιστεί και η Κύπρος. Και είναι δική της ευθύνη να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Δεν θα πάρει διαταγές για να αλλάξει πορεία γιατί αυτήν τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας για να τις δώσει.

Βρισκόμαστε σε μια έντονα μεταβατική περίοδο, από αυτές που σπάνια εμφανίζονται στην Ιστορία. Σε αυτόν τον ακραία ρευστό κόσμο δεν υπάρχει η πολυτέλεια του να ταυτιστείς με κάποιον ισχυρό παράγοντα και να περιμένεις τις εντολές του, γιατί και αυτός βρίσκεται σε σύγχυση. Αντιθέτως, θα πρέπει να αναγνώσεις το μέλλον όσο πιο ρεαλιστικά μπορείς και να αναλάβεις πρωτοβουλίες ώστε να πάρεις τις σωστές αποφάσεις. Γιατί, σε παρόμοιες περιόδους, όπου χτίζονται οι βάσεις για τις ιστορικές εξελίξεις του μέλλοντος, αν πάρεις τις λάθος αποφάσεις οι συνέπειές τους θα σε ακολουθούν για δεκαετίες, αν όχι αιώνες. Και η γεωπολιτική σύζευξη με μια αυτονομημένη Τουρκία θα ήταν μια λάθος απόφαση επικών διαστάσεων. 



Πηγή ImeridaGEO


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Σε γεωπολιτική ημερίδα που έγινε στην Ξάνθη, στις 18/3/2017, με τίτλο "Γεωπολιτικές αναταράξεις και κίνδυνοι στη σύγχρονη Ελλάδα και Κύπρο", ο κ. Ιωάννης Κοραντής, πρέσβυς ε.τ., ήταν ένας από τους επτά συνολικά ομιλητές, που ξεκαθάρισε τους ρόλους και κατήγγειλε τους λόγους που συμβάλουν στην δημιουργία κινδύνων επί των εθνικών θεμάτων της χώρας.
Σας παραθέτουμε τα όσα δεν δίστασε να καταγγείλει ο έμπειρος έλληνας διπλωμάτης, ο οποίος υπενθύμισε πως "ούτε η Τουρκία είναι τόσο μεγάλη όσο κάποιοι θέλουν να νομίζουμε, ούτε η Ελλάδα είναι τόσο μικρή όσο οι τούρκοι θέλουν να πιστεύουν"...
Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους διοργανωτές αυτής της ημερίδας, και ειδικότερα τους συλλόγους Κυπρίων και Ποντίων Ξάνθης, που την έθεσαν υπό την αιγίδα τους. Είναι σημαντικό το γεγονός πως για πρώτη φορά, απ’ ότι ξέρω, διοργανώνεται στη περιοχή μια ημερίδα με αυτή τη θεματολογία. Μακάρι να υπάρξει και συνέχεια και να ξυπνήσουν κάποιες κοιμισμένες συνειδήσεις στην αθηνοκεντρική Πολιτεία μας.

Τουρκία, λοιπόν: Στρατηγικό βάθος και τακτική επιφάνεια. Ή, αν προτιμάτε, ο στόχος και τα μέσα. Ποιος είναι ο στόχος; Πολύ απλά, να απαλλαγεί η Τουρκία από ένα σακάκι που τη στενεύει και που θέλει να το βγάλει ή τουλάχιστον να μειώσει την πίεση που νοιώθει φορώντας το, και λέγεται Συνθήκη της Λωζάννης. Ο στόχος συνεπώς, βάσει ενός μακρόπνοου σχεδίου, είναι η ανάκτηση εδαφών που η Τουρκία, μια χώρα φύσει και θέσει επεκτατική, θεωρεί ότι της ανήκουν. Είναι σημερινό φαινόμενο; Όχι. Ας θυμηθούμε ότι στη Λωζάννη ο Ισμέτ Πασάς είπε ότι η Τουρκία δεν ζητούσε να της επιστραφεί η Δυτική Θράκη, αλλά μόνο να διεξαχθεί εκεί δημοψήφισμα, κατόπιν του οποίου να εγκαθιδρυθεί μορφή ουδετεροποίησης της περιοχής, ελεγχόμενης βεβαίως από την γείτονα, και επιπλέον ουδέτερη ζώνη κατά μήκος των συνόρων. Μα αυτή ακριβώς την θέση περιελάμβανε και ο «Εθνικός Όρκος» του 1920, στον οποίο είχε κάνει αναφορά ο κ.Ερντογάν πέρυσι τον Σεπτέμβριο. Ο Ισμέτ Πασάς είπε επίσης ότι τα νησιά του Αιγαίου και της Μεσογείου που αποτελούν εξαρτήματα της Μικράς Ασίας έχουν μεγάλη σημασία από σκοπιάς ασφάλειας της Ανατολίας. Είπε ότι είναι απαραίτητο και σύμφωνο με την ευθυδικία (equité) – και προσοχή εδώ διότι ο όρος αυτός αποτελεί εδώ και δεκαετίες τη βάση του τουρκικού νομικού οικοδομήματος για τις βλέψεις της Άγκυρας στο Αιγαίο- όπως η Σαμοθράκη και τα Στενά παραμείνουν στη Τουρκία και πρόσθεσε ότι η Λήμνος, Μυτιλήνη, Χίος, Σάμος και Ικαρία έχουν μια ζωτική σημασία για την ασφάλεια της Τουρκίας, ενώ από την άλλη πλευρά η ικανοποίηση των οικονομικών αναγκών τους απαιτεί να ενωθούν με την Μικρά Ασία. Αυτά ελέγοντο πριν από 94 χρόνια. Σε τι διαφέρουν από όσα λέει σήμερα η Άγκυρα; Δεν θα αναφερθώ στην Κύπρο, από τα δικαιώματα επί της οποίας η Άγκυρα παραιτήθηκε στη Λωζάννη, διότι θα το πράξουν αρμοδιότεροι εμού ομιλητές.

Σκιαγράφησα τον στόχο, το στρατηγικό βάθος. Ποια είναι τα μέσα, η τακτική επιφάνεια; Είναι η εξαφάνιση του Ελληνισμού με τις γενοκτονίες στον Πόντο και την Μικρά Ασία. Είναι το σχέδιο διάλυσης και αφανισμού του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης με την απαγόρευση πλήθους επαγγελμάτων δια του νόμου 2007/1932, την επιστράτευση το 1941 στα τάγματα εργασίας όλων των ανδρών 18-45 ετών της ελληνικής, εβραϊκής και αρμενικής μειονότητας, τον διαβόητο «Φόρο Ευμάρειας» γνωστό και ως «Βαρλίκι» το 1942-44, τη νύχτα τρόμου της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 κατ’εφαρμογή σχεδίου που είχε προετοιμασθεί από τη Διοίκηση Ανορθοδόξου Πολέμου της Τουρκίας, τις μαζικές απελάσεις Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου την περίοδο 1964-65. Και να προχωρήσουμε στο χρόνο: το 1973 η Τουρκία παρέχει παράνομη άδεια ερευνών στο Αιγαίο στην κρατική εταιρεία πετρελαίου, αμφισβητώντας ευθέως μέρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, ενώ την ίδια χρονιά εκδηλώνονται οι πρώτες αμφισβητήσεις του εναερίου χώρου μας με έκτοτε τις συστηματικές παραβιάσεις του ως και παραβάσεις του FIR. Ακολουθεί η εισβολή στην Κύπρο το 1974, η ψήφιση από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση του casus belli τον Ιούνιο 1995, οι συνεχείς έρευνες τουρκικών σκαφών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» με την κρίση των Ιμίων τον Ιανουάριο 1996, όλα αυτά σε μια στρατηγική εμπέδωσης, στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης, της αντίληψης ότι η Τουρκία έχει, στην πράξη, δικαιώματα και εξουσίες στο Αιγαίο ανατολικά του 25ου μεσημβρινού. Όλα αυτά συνοδεύθηκαν διαχρονικά, από την μόνιμη –και βεβαίως αστήρικτη- απαίτηση για αποστρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου παρά τα όσα ορίζονται στις διεθνείς Συνθήκες και την ισχυρή και απειλητική παρουσία της τουρκικής Στρατιάς Αιγαίου στα παράλια της Μικράς Ασίας. Δυστυχώς όμως συνέβαλε και η Ελλάδα στην επεκτατική πολιτική της Τουρκίας. Αναφέρομαι εδώ στην Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997 –που για την ακρίβεια είναι ένα ανακοινωθέν- που αναγνωρίζει νόμιμα ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο.

Και εφ’όσον αναφέρθηκα στο Αιγαίο, ας δούμε βάσει στοιχείων του ΓΕΕΘΑ, πως έχει η κατάσταση: το 2009 σημειώθηκαν 90 παραβιάσεις των εθνικών χωρικών υδάτων, που ανήλθαν στις 414 το 2016. Μόνο τον Ιανουάριο φέτος σημειώθηκαν 99 παραβιάσεις, ενώ στις 17 Φεβρουαρίου εκδηλώθηκε η πιο σοβαρή μέχρι τώρα πρόκληση, με την εισβολή στα χωρικά ύδατα στη περιοχή του Φαρμακονησίου τουρκικού πολεμικού σκάφους που πραγματοποίησε βολές επί 15λεπτο με πραγματικά πυρά σε παρανόμως δεσμευμένη περιοχή ασκήσεως. Ως προς τον εναέριο χώρο, είμαστε μπροστά σε μία νέα πραγματικότητα. Βάσει των ίδιων πάντα στοιχείων, η τουρκική πολεμική αεροπορία έκανε 4 υπερπτήσεις ελληνικού εδάφους το 2011 –επαναλαμβάνω ελληνικού εδάφους, όχι υδάτων- 3 το 2012, 11 το 2013, 14 το 2014, 36 το 2015 και 57 το 2016. Έχουμε δηλαδή, διαχρονικά, μία μεγάλη άνοδο της τουρκικής επιθετικότητας. Επίσης θα πρέπει να προσέξουμε ότι ο αριθμός των εμπλοκών –δηλαδή των αναχαιτίσεων που εξελίχθηκαν σε αερομαχίες- στο διάστημα 2010-2016 ήταν ελάχιστος. Έτσι για τις 1678 παραβιάσεις του Εθνικού Εναερίου Χώρου το 2009 είχαμε 237 εμπλοκές, ήτοι 14%. Το ποσοστό αυτό έπεσε στο 1% το 2010, το 1,4% το 2011, το 0% το 2013, το 0,4% το 2014 και περί το 4% το 2015 και 2016. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Λέω όμως ότι ο εκμηδενισμός των εμπλοκών υποδηλώνει ότι έχουμε φθάσει σε μια νέα πραγματικότητα στο Αιγαίο, όπου είμαστε πλέον απλοί παρατηρητές της τουρκικής επιθετικότητας, έχοντας στη πράξη απεμπολήσει το νόμιμο δικαίωμα για άμυνα των συνόρων μας. Για την κατάσταση αυτή, που απορρέει από πολιτικές αποφάσεις, δεν ευθύνονται βεβαίως οι ηρωϊκοί πιλότοι μας, που είναι άξιοι συγχαρητηρίων και κάθε υποστήριξης.

Μιλήσαμε για το Αιγαίο, αλλά ας έρθουμε τώρα και στη Θράκη, όπου βλέπουμε να αναπτύσσεται, εδώ και πολλά χρόνια, ένα φαινόμενο συνδιοίκησης, που έχει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

1. Το τουρκόφρονο Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας επρώτευσε στις τελευταίες ευρωεκλογές στους νομούς Ροδόπης και Ξάνθης, πράγμα που του επιτρέπει να παζαρεύει τις ψήφους του με άλλα κόμματα στις εθνικές εκλογές.
2. Η ανενόχλητη δράση των ψευδομουφτήδων που η Πολιτεία δεν τολμά να διώξει έστω για αντιποίηση Αρχής.
3. Η συνεχής προσπάθεια της γείτονος για την πλήρη τουρκοποίηση της μειονοτικής εκπαίδευσης.
4. Η πολύπλευρη οικονομική διείσδυση στη περιοχή.
5. Ένα τουρκικό Γενικό Προξενείο Κομοτινής που στηριζόμενο σ’ένα δίκτυο χιλιάδων υποτακτικών και με τη διάθεση πολλών εκατομμυρίων υπονομεύει συστηματικά κάθε ενέργεια του ελληνικού κράτους και καταδυναστεύει τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας, έχοντας μάλιστα μεταφέρει στους κόλπους τους τη διαμάχη σχετικά με τον Φετουλλάχ Γκιουλέν.

Ίσως στενοχωρήσω κάποια ευαίσθητα κομματικά αυτιά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας πω ότι απέναντι σε μια μακρόπνοη τουρκική πολιτική, ένα μείγμα πιέσεων και απειλών με άφθονη χρηματοδότηση και συνεχή υποστήριξη των εδώ πρακτόρων της, η Ελλάδα αντιπαρατάσσει μια ανυπαρξία εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού, αποσπασματικές και ασύνδετες ενέργειες με κατά κανόνα μικροκομματικές στοχεύσεις και μια γενικότερη πολιτική που κινείται μεταξύ άγνοιας, αδιαφορίας και ασυναρτησίας. Πλέον πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η ολέθρια απόφαση της σημερινής Κυβέρνησης μας να ανατρέψει μια εθνική πολιτική στη Θράκη εδώ και δεκαετίες μετατρέποντας τα δημόσια νηπιαγωγεία σε δίγλωσσα μειονοτικά, δια της χρηματοδότησης ενός «πιλοτικού» προγράμματος, που αποφασίσθηκε να ξεκινήσει στο νομό Ξάνθης από τον οικισμό των Ρομά στο Δροσερό και σε δύο Πομακοχώρια. Εκεί δηλαδή που η τουρκική δεν είναι μητρική γλώσσα των νηπίων και που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο του τουρκικού Γενικού Προξενείου και των μηχανισμών του στη Θράκη. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό από καθήκον ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διαθέτει 153 βουλευτές και ότι τρεις εξ αυτών που έχουν εκλεγεί στη Ξάνθη και τη Ροδόπη ανήκουν στο ΣΥΡΙΖΑ. Και αφήνω τη φαντασία σας να καλπάσει…

Πάμε τώρα δυτικά, εκτός Ελλάδος. Δεν θα επεκταθώ, διότι επί του θέματος θα μιλήσει άλλος εισηγητής. Θα υπενθυμίσω απλά, συνοπτικά, ότι πριν από 20 χρόνια, η Ελλάδα μοναδική χώρα της Ν.Α. Ευρώπης που ήταν ταυτόχρονα μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, εδέσποζε κυριολεκτικά μεταξύ των γειτόνων της, ειδικά στον οικονομικό τομέα. Τα πράγματα όμως άλλαξαν έκτοτε. Οι γείτονες μας εντάχθηκαν ή είναι υποψήφιοι προς ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, άλλαξε και η χώρα μας, ειδικά την τελευταία 7ετία και οι ισορροπίες ανετράπησαν. Και εδώ οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι η Τουρκία, με μία ευέλικτη πολιτική, εμφανίσθηκε ως ο προστάτης των καταπιεζομένων, υποτίθεται, μουσουλμάνων της Βαλκανικής αλλά και ως ο διεκδικητής ενός νέου status quo, πολιτική που τροφοδότησε εύκολα το ιδεολόγημα του «μουσουλμανικού τόξου», ταυτόχρονη με την παντοειδή υποστήριξη και προβολή τουρκικών ή τουρκογενών μειονοτήτων στις χώρες αυτές. Πέραν όμως από την πολιτική, οικονομική, πολιτιστική και θρησκευτική διείσδυση της Τουρκίας στον περίγυρο μας, υπάρχει και η στρατιωτική, που έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Αναφέρομαι ειδικότερα στις εξελίξεις στην Αλβανία, όπου υπεγράφη προ πενταετίας συμφωνία για να ναυλοχούν εκεί σκάφη του τουρκικού ΠΝ, με ο’τι αυτό σημαίνει. Επίσης υπεγράφη προ τριετίας συμφωνία για τον εκσυγχρονισμό από τους Τούρκους του στρατιωτικού αεροδρομίου της Κούτσοβας, ενός από τα τρία που διαθέτει η Αλβανία στην κεντρική-νότια περιοχή της χώρας και για τη χρήση του από την τουρκική Πολεμική Αεροπορία, με ο’τι αυτό συνεπάγεται για το ελληνικό αμυντικό δόγμα. Υπενθυμίζω, προς συμπλήρωση της εικόνας, την ακύρωση από τα Τίρανα της ελληνο-αλβανικής συμφωνίας για τις θαλάσσιες ζώνες υπό την ισχυρή πίεση της Άγκυρας, σύμφωνα άλλωστε με πρόσφατες δημόσιες κατηγορίες του κ. Μπερίσα, ηγέτη της αντιπολίτευσης, κατά του Πρωθυπουργού Εντι Ράμα.

Και σήμερα τι γίνεται; Η εσφαλμένη θεωρία και ρηχές αναλύσεις κάποιων επισήμων και αρκετών ΜΜΕ ότι η τουρκική προκλητικότητα οφείλεται σε λόγους εσωτερικής κατανάλωσης αποπροσανατολίζει και ρίχνει στάχτη στα μάτια της κοινής γνώμης. Εξορκισμοί και εσφαλμένες εκτιμήσεις ότι οι γείτονες κρώζουν προς τα εδώ για να αντιμετωπίσουν εσωτερικές ανάγκες και αναταράξεις, είναι αυταπάτες. Η Τουρκία δεν λειτουργεί παρορμητικά αλλά προγραμματισμένα, ακολουθώντας στρατηγική 10ετιών. Το σύνολο των τουρκικών διεκδικήσεων, όπως κτίσθηκε και υλοποιήθηκε σταδιακά μετά το 1974, παραμένει ακέραιο στο τραπέζι. Το νομικό καθεστώς του μισού Αιγαίου αμφισβητείται. Η βουλιμία της Άγκυρας για τη Θράκη μας εκδηλώνεται όλο και πιο ανοικτά. Αυτά δεν έχουν να κάνουν με την εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας. Είναι ένας πραγματικός κίνδυνος που θα έχουμε μόνιμα μπροστά μας. Διάβασα ενδιαφέρουσες αναλύσεις στον ελληνικό Τύπο ότι η πρόσφατη τουρκική προκλητικότητα οφείλεται στη προσπάθεια του κ.Ερντογάν να εξασφαλίσει τις απαραίτητες ψήφους για το συνταγματικό δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου και ότι μέχρι τότε θα έχουμε αναταράξεις. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι θα έχουμε αναταράξεις μέχρι το 2019, όταν δηλαδή θα γίνουν οι πρώτες εκλογές βάσει του νέου συστήματος που θα δίνει υπερεξουσίες στον Πρόεδρο, εάν βεβαίως αυτό υπερψηφισθεί στο δημοψήφισμα. Δηλαδή έτσι θα πηγαίνουμε; Να δούμε εάν και πότε θα ηρεμήσουν οι Τούρκοι ώστε να θελήσουν να μας αφήσουν ήσυχους; Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά.

Δεν αναφέρθηκα στο προσφυγικό, νεώτερο και πελώριο όπλο στα χέρια του κ. Ερντογάν, διότι θα χρειαζόταν μια χωριστή ημερίδα για το θέμα αυτό.

Θα ήθελα να τελειώσω με τέσσερις παρατηρήσεις:

1. Πλην μιας ή δύο δηλώσεων, οι εταίροι μας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ τηρούν αιδήμονα σιγή. Ας μην περιμένουμε πολλά πράγματα από αυτούς. Για να εξασφαλίσουμε την εθνική μας ακεραιότητα και κυριαρχία θα πρέπει πρωτίστως να στηριχθούμε στις δικές μας δυνάμεις, με ο’τι αυτό προϋποθέτει και συνεπάγεται.

2. Ως Πρέσβυς της Ελλάδος στην Άγκυρα (Μάρτιος 1999 - Νοέμβριος 2002) είχα υποστηρίξει εγγράφως προς την τότε Κυβέρνηση μας ότι «ούτε η Τουρκία είναι τόσο μεγάλη και ισχυρή όσο εμείς φοβόμαστε, ούτε η Ελλάδα είναι τόσο μικρή και ανίσχυρη όσο οι Τούρκοι πιστεύουν». Αυτό μπορώ να επαναλάβω και σήμερα.

3. Ας προσέξουμε την προβοκάτσια. Γνωστός καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου υπενθύμισε, σε πρόσφατο άρθρο του, ότι το 1987 Ανδρέας Παπανδρέου και Τουργκούτ Οζάλ είχαν δώσει αυτόν τον χαρακτηρισμό στα επεισόδια που είχαν οργανώσει μειονοτικοί στην Κομοτηνή, αλλά ότι ο Ερντογάν δεν είναι Οζάλ.

4. Εάν οι πολιτικοί ηγέτες μας πιστεύουν ότι όσα κάνουν οι Τούρκοι είναι πυροτεχνήματα άνευ ουσιαστικού περιεχομένου, ας σταματήσουν τις ρητορικές εξάρσεις και αντιπαραθέσεις, που απλά εκλαμβάνονται από τους απέναντι ως αδυναμία και ανασφάλεια. Εάν αντίθετα θεωρούν ότι ξετυλίγεται η από μακρού σχεδιασμένη τουρκική απειλή, όπως εγώ πιστεύω, ας συνέλθουν υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας για να χαράξουν από κοινού μια εθνική στρατηγική προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα. Και τούτο διότι κάποτε θα βγούμε από την οικονομική κρίση που μαστίζει τον τόπο μας, αλλά δεν θα συνέλθουμε ποτέ, μα ποτέ, από ένα εθνικό ακρωτηριασμό.

Σας ευχαριστώ.



Πηγή ImeridaGeo


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

27 Μαρ 2017


«Η Τουρκία έχει διχαστεί, υπάρχει πολιτισμικό σχίσμα στη χώρα»
Ο καθηγητής Γιώργος Φίλης αναλύει την κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας και τις εύθραυστες ισορροπίες της στη διεθνή σκακιέρα, εξαιτίας της στάσης που τηρεί ο Ερντογάν
«Η Τουρκία θα περάσει όλο και πιο δύσκολες καταστάσεις, το θυμάστε, το έχουμε πει αρκετό καιρό πριν το πραξικόπημα ότι η Τουρκία αυτή τη στιγμή βαδίζει έναν Γολγοθά, στον οποίο δεν ξέρουμε αν υπάρχει Ανάσταση. Το σίγουρο είναι ότι θα υπάρξει σταύρωση».
Με αυτά τα λόγια περιγράφει τα δύσκολα που θα έρθουν για την γείτονα, εξαιτίας του επικίνδυνου και απρόβλεπτου ηγέτη της, ο Διδάκτωρ Γεωπολιτικής και Καθηγητής της Σχολής Εθνικής Άμυνας Γιώργος Φίλης.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Alpha Radio 88,6 και το Νίκο Χαζαρίδη, προβαίνει στην εκτίμηση ότι είτε κερδίσει είτε χάσει το δημοψήφισμα του Απριλίου ο Ταγίπ Ερντογάν μπορεί να αποβεί εξίσου επικίνδυνος για τα εθνικά μας συμφέροντα, στην πρώτη περίπτωση θεωρώντας τον εαυτό του ως «εκπρόσωπο του Προφήτη» στον κόσμο, στη δεύτερη, ως λαβωμένο λιοντάρι που θα δαγκώσει ό,τι βρει δίπλα του.
Ο καθηγητής συνιστά ψύχραιμους χειρισμούς, αλλά και ετοιμότητα, τονίζοντας ότι είναι καλύτερο να είμαστε έτοιμοι για το χειρότερο σενάριο, για να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε αν χρειαστεί, ενώ ζώντας εκ των έσω την κατάσταση στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, υπογραμμίζει ότι διαθέτουν υψηλό ηθικό και αποφασιστικότητα για να υπερασπιστούν την τιμή της χώρας και του λαού, σε αντίθεση με τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις που εμφανίζονται αποδεκατισμένες και με σοβαρά επιχειρησιακά προβλήματα στη Συρία…

Πόσο πιθανό είναι να έχουμε κάποιο θερμό επεισόδιο στην Θράκη, στο Αιγαίο ή ακόμη και στην Κύπρο, όπου θα ξεκινήσουν σε λίγο οι γεωτρήσεις για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο;

Αρχικά, θα ξεκινήσουνε σε λίγο, δεν υπάρχει κάτι που να μας οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα. Η πιθανότητα είναι αρκετά μεγάλη, όμως, ακριβώς επειδή γιατί στην Τουρκία δεν είναι κυρίαρχο πρόβλημα η Ελλάδα, είναι για τον κ. Ερντογάν, η εσωτερική του κατάσταση, που όπως καταλαβαίνετε παίζει το κεφάλι του και την πολιτική του καριέρα σε αυτό το δημοψήφισμα. Άρα, αν βάλετε όλη την ιστορία που έχει συμβεί από το καλοκαίρι, το πόση ένταση και διχασμός υπάρχει στο εσωτερικό της Τουρκίας και η ανάγκη στην ουσία να επιβεβαιώσει το στάτους, ως μίας περιφερειακής δύναμης, έτσι ώστε να ακουστεί κυρίως από τους συμμάχους και τις δυνάμεις στο θέμα της Συρίας και το Κουρδικό, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσουν τον Ερντογάν σε κάποια απονενοημένα διαβήματα τα οποία θα κοιτάνε προς τα δυτικά. Πρέπει να προσθέσουμε και την κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Κύπρο, η οποία τους τελευταίους μήνες με πολύ συστηματική δουλειά, έχει προωθήσει τα ζητήματα της εξερεύνησης για υδρογονάνθρακες, ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία ο τρίτος γύρος αδειοδοτήσεων και αδειοδοτήθηκαν εταιρείες όπως η ΕΧΧΟΝ Mobil. Να θυμίσουμε ότι ο πρώην γενικός διευθυντής της ΕΧΧΟΝ Mobile είναι ο σημερινός υπουργός των ΗΠΑ, είναι η μεγάλη γαλλική εταιρεία ΤΟΤΑL και όχι μόνο.
Αυτό σημαίνει ότι ο Ερντογάν βλέπει να χάνει το παιχνίδι και στην Κύπρο, διότι όπως γίνεται αντιληπτό, όταν όλες οι εκτιμήσεις αναφορικά με δυνητικά αποτελέσματα, πέραν αυτού που υπάρχει στο θαλάσσιο οικόπεδο Αφροδίτη, είναι ξεκάθαρο ότι η Κύπρος θα αλλάξει επίπεδο και δεν θα μπορεί κανένας να την αποσταθεροποιήσει.

Οι επιλογές της Κύπρου δείχνουν τον δρόμο και στην Ελλάδα;

Θα έπρεπε να δείχνουν τον δρόμο, δεν ξέρω αν γίνει, ευελπιστώ να οδηγηθούμε σε ομοίου τύπου πολιτικές και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Αυτό έχει να κάνει με το επενδυτικό πλαίσιο στη χώρα, αλλά και με την πολιτική βούληση να εκμεταλλευτούμε τα δυνητικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων που υπάρχουν στην Ελληνική ΑΟΖ ή στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα, έτσι ώστε να ορθοποδήσουμε κι εμείς και να επιστρέψουμε ως ένα κανονικό κράτος σε μια πολύ δύσκολη περίοδο και σε μια πολύ απαιτητική περιοχή, όπως αυτή που ζούμε.

Πιστεύετε ότι αυτή είναι η κατάλληλη συγκυρία για να ανοίξουμε το θέμα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), εκμεταλλευόμενοι την γενικότερη κατάσταση;

Εδώ υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Μια λέει ότι επειδή ο αντίπαλος –γιατί η Τουρκία έχει καταφέρει να είναι αντίπαλος πολύ επικίνδυνος για εμάς και μην ακούτε περί συναδέλφωσης και λοιπά, δεν έχουμε τίποτε να χωρίσουμε με τον τουρκικό λαό, έχουμε όμως μεγάλα ζητήματα με την πολιτική των ελίτ που τον κυβερνάνε- θα μπορούσε κάποιος να πει ότι με σωστή στρατηγική και συμμαχίες και την αποφασιστικότητα Ελλάδας και Κύπρου θα μπορέσουμε να ανακηρύξουμε ΑΟΖ. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα. Όντως, το τάιμινγκ στις διεθνείς συγκυρίες, σου λέει ότι βρίσκεται σε αδυναμία ο αντίπαλος. Επειδή όμως είναι σε αδυναμία και έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του είναι πολύ επικίνδυνος, οπότε πρέπει να σταθμιστούν όλες οι παράμετροι. Είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση αυτή, αλλά οπωσδήποτε πρέπει να είναι όλες οι επιλογές μας ανοιχτές από εδώ και πέρα.
Η Τουρκία θα περάσει όλο και πιο δύσκολες καταστάσεις, το θυμάστε, το έχουμε πει αρκετό καιρό πριν το πραξικόπημα, ότι η Τουρκία αυτή τη στιγμή βαδίζει έναν Γολγοθά, στον οποίο δεν ξέρουμε αν υπάρχει Ανάσταση. Το σίγουρο είναι ότι θα υπάρξει σταύρωση.

Γιατί, ενώ προκαλεί τη διεθνή κοινότητα, γιατί, ενώ γίνονται δηλώσεις ακόμη και πριν από κάποιο τρομοκρατικό χτύπημα, όπως στο Λονδίνο, δεν ελέγχεται η Άγκυρα, όπως άλλες χώρες για εμπλοκή σε τέτοιες ενέργειες;

Η Τουρκία και ειδικά η πολιτική των ελίτ, είτε μιλάμε για τους νεοθωμανούς είτε για τους Κεμαλιστές, θεωρούν ότι επειδή βρίσκονται στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, και λόγω της γεωπολιτικής πραγματικότητας στον πλανήτη και την Ευρασία, μπορούν να κάνουν ότι θέλουν σε οποιονδήποτε, δηλαδή θεωρούν τους εαυτούς τους πολύ σημαντικούς. Αυτό είναι πολύ βασική παράμετρος για να αντιληφθούμε το πώς λειτουργεί η Τουρκία. Το δεύτερο είναι, ότι επειδή ακριβώς είναι πολύ μεγάλης στρατηγικής σημασίας η χώρα, τόσο οι δυτικοί όσο και οι Ρώσοι, δεν θα θέλανε ευθέως να συγκρουστούν με την Τουρκία, εκτός και αν δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Η επιλογή αυτή τη στιγμή για τη Δύση είναι αν μπορεί να κρατήσει την Τουρκία στους κόλπους της, οπότε θα δείξει κάποιου τύπου ανοχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πραγματικά σε στρατηγικές επιλογές η Δύση ακούει την Τουρκία. Δείτε πως οι αμερικανοί βοηθάνε τους Κούρδους της Συρίας που είναι παραμάγαζο του ΡΚΚ. Αυτό είναι το βασικότερο πρόβλημα της Τουρκίας, το υπαρξιακό της, από το οποίο πηγάζουν όλα τα άλλα προβλήματά της.

Πάντως η Δύση ήταν πιο σκληρή με άλλες χώρες, όταν υπήρχε ακόμη και υποψία συνεργασίας με τρομοκράτες…

Στους New York Times βγήκε ένα άρθρο και καταλαβαίνετε για τις ελίτ που ελέγχουνε τη μεγαλύτερη εφημερίδα του πλανήτη, ότι υπήρχε αναφορά σε άρθρο γνώμης, το οποίο συνέδεε την επίθεση στο Λονδίνο με τις δηλώσεις Ερντογάν. Αυτό λοιπόν πρέπει να καταλάβουμε σημειολογικά, ότι οδηγούμαστε ακριβώς στην περίπτωση που λέτε εσείς. Αυτό δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Η Τουρκία δεν λειτουργεί στη Δύση όπως 50-60 χρόνια…

Τους συνδέουν πάντως τελικά…

Ακριβώς αυτό λέω. Αυτά τα πράγματα γίνονται σιγά-σιγά. Δεν θέλουν οι αμερικανοί να στείλουν την Τουρκία στα χέρια των Ρώσων. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο γεωπολιτικό έπαθλο. Θα είναι 10 φορές μεγαλύτερο από τη Συρία. Γι αυτό τώρα η Ρωσία έχει κάνει αυτή την τακτικού τύπου συμμαχία με την Τουρκία, γιατί καταλαβαίνει ότι είναι πιο καλό ο Πούτιν για τον ίδιο και τη Ρωσία να έχει ένα mondus vivendi και ένα mondus operanti με την Τουρκία, ώστε να τους παίρνει τηλέφωνο για να τους τιθασεύσει από ό,τι να τους βομβαρδίζει στη Συρία. Και λέμε ότι σε περίπτωση που η Τουρκία τα βρει δύσκολα με τη Δύση, υπάρχει θέμα και υπάρχει πιθανότητα να την σπρώξει προς τη Ρωσική πλευρά. Αυτό θα καταστρέψει όλη την ισορροπία του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας των τελευταίων 300 ετών, διότι μην ξεχνάμε ότι οι πολιτικές της Δύσης είναι να εμποδίσουν την Ρωσία να βγει προς τις θερμές θάλασσες. Αν δηλαδή καταφέρουν να σπρώξουν την Τουρκία προς τη Ρωσία, νομίζω ότι δεν επιτρέπεται στην γεωπολιτική τουλάχιστον κατά την Αγγλοσαξωνική σκέψη. Γι αυτό, λοιπόν, λέω ότι δεν θα κάνουν τα χατίρια του Ερντογάν, λέω ότι θα τον ροκανίσουν, έτσι ώστε να υπάρξει αλλαγή καθεστώτος στην χώρα.

Πότε πρέπει να ανησυχούμε περισσότερο; Εάν χάσει ή εάν κερδίσει το δημοψήφισμα ο Ερντογάν; Γιατί εδώ είναι διφορούμενες οι απόψεις…

Να σας πω και την τρίτη άποψη, την δική μου. Θα πρέπει να ανησυχούμε και στις δύο περιπτώσεις, διότι δεν υπάρχει άλλο σενάριο για την Τουρκία. Σε περίπτωση που ο Ερντογάν νικήσει, επειδή μετράει και η ψυχολογία και η ιδεολογική τοποθέτηση ενός ηγέτη σε τόσο προσωποπαγή καθεστώτα. Δεν είναι Ολλανδία ή Βέλγιο η Τουρκία; Έτσι;

Δηλαδή ως νικητής θα είναι υπερφίαλος, ως ηττημένος πληγωμένο θηρίο;

Ακριβώς. Και αν ηττηθεί και υπάρχει η περίπτωση αυτή, μην παίρνουμε δεδομένο ότι θα νικήσει στο δημοψήφισμα. Δηλαδή οι Γκρίζοι Λύκοι μπορεί να είναι με τον Ερντογάν, οι ψηφοφόροι τους όμως είναι καθαροί Κεμαλικοί. Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον οι μισοί ψηφοφόροι του ΑΚΡ δεν θα ψηφίσουνε «ναι» στο δημοψήφισμα. Στην μια, λοιπόν, περίπτωση, θα θεωρήσει τον εαυτό του παντοδύναμο, επειδή θα έχει μια παγκόσμιο αποστολή να γίνει ο νέος προφήτης του Ισλάμ. Και μπορεί να το ακούει κάποιος και να γελάει, αλλά έτσι είναι η πραγματικότητα γι αυτόν τον άνθρωπο. Θα σας προέτρεπα απλά να διαβάσετε τα ποιήματα που έγραφε στο παρελθόν. Έγραφε και ποιήματα, ναι! Και να διαβάσετε τι λέει! Θα σας σηκωθεί η τρίχα! Δεύτερον, αν χάσει, δεν θα πει mea-culpa, δικό μου το λάθος, γυρνάω πίσω στο λευκό μου σαράι και κάθομαι. Είναι ρεβανσιστής, είναι εκδικητικός. Μπορείτε να το καταλάβετε αυτό από το τι κάνει στους υποτιθέμενους πραξικοπηματίες. Όποιος τον κοιτάει στραβά τον βάζει φυλακή. Καταλαβαίνετε ότι θα υπάρξει χάος στην Τουρκία, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα, διότι η ηττημένη πλευρά θα έχει χάσει πάρα πολύ σε σχέση με το νικητή.

Το άλλο 50% της Τουρκίας είναι έτοιμο, μπορεί να αντιδράσει; Έχει τη δυνατότητα αυτή;

Θα πρέπει να το πάμε ιστορικά. Ο τουρκικός λαός, αν δείτε την ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι Τούρκοι για κοινωνικούς λόγους, δεν έχουνε επαναστατήσει. Δεν είναι δυτικού τύπου κοινωνία, όπως οι Γάλλοι που επαναστάτησαν και ζητάγανε ψωμί – παιδεία – ελευθερία – ισότητα – αδελφότητα. Ο τουρκικός λαός επαναστατεί συνήθως όταν τίθεται θέμα ακεραιότητας της χώρας και εθνικά ζητήματα. Εδώ λοιπόν, είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα για το τι θα κάνει η τουρκική κοινωνία. Αυτό που μπορώ να πω και γνωρίζω γιατί πηγαίνω και στην Κωνσταντινούπολη και μιλάω με κόσμο, υπάρχει τεράστιος φόβος μέσα στην κοινωνία για το τι μπορεί να συμβεί με την Τουρκία σε σχέση με άλλες χώρες και το ποιος είναι με ποιόν. Η Τουρκία έχει διχαστεί. Το ερώτημα δεν είναι δεξιά ή αριστερά ή ψηφίζω κόκκινο ή μπλε μαγαζί. Εδώ μιλάμε για χάος. Είναι πολιτισμικό το σχίσμα που υπάρχει.

Ένα χάος που επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό και τις ένοπλες δυνάμεις; Γιατί το ακούμε από πάρα πολλές πλευρές…

Ναι, αυτό είναι ξεκάθαρο. Φαίνεται από τις επιχειρήσεις που κάνουν στη Συρία, ότι έχουμε τεράστια ζητήματα επιχειρησιακά. Αυτή τη στιγμή έχουνε τα πιο έμπειρα στελέχη τους, είτε στη φυλακή είτε διωκόμενα, είτε ζητάνε άσυλο εδώ κι εκεί. Υπάρχει όντως έλλειψη σε πιλότους και κανένας δεν εμπιστεύεται κανέναν πλέον. Όταν στην κοινωνία κοιτάει ο ένας τον άλλον με μισό μάτι, γιατί δεν ξέρει αν π.χ. τον δει να πίνει μπύρα και πάει να τον καταδώσει στους εχθρούς της Δημοκρατίας, γιατί αυτά συμβαίνουν, καταλαβαίνετε ότι δεν υπάρχει περίπτωση το ηθικό ενός τέτοιου στρατού να είναι υψηλό. Οδηγούμαστε σε μια γεωπολιτική κατάσταση, που είναι μια στα 200 χρόνια για την Ελλάδα. Παρ’ όλη την αδυναμία μας, την οικονομική, μια στα 200 χρόνια συμβαίνει αυτό! Θα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί για το τι θα συμβεί. Πιθανότατα το πληγωμένο λιοντάρι να προσπαθήσει να δαγκώσει όποιον είναι κοντά του. Αλλά όντως, είναι τέτοιες οι συνθήκες που με μια λελογισμένη πολιτική στρατηγική, νομίζω ότι θα φέρουν καρπούς για τον Ελληνισμό και τον λαό μας.

Εμείς, όμως, ρωτώ επικαλούμενος την ιδιότητά σας ως καθηγητή της Σχολής Εθνικής Άμυνας, είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε;

Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουνε τη δυνατότητα, την ετοιμότητα και κυρίως την αποφασιστικότητα να απαντήσουν σε οτιδήποτε υπάρξει σε όλο το μήκος των συνόρων μας, από τη Θράκη και το Αιγαίο μέχρι την Κύπρο μας. Δεν μπορώ να πω κάτι παραπάνω, αυτό νομίζω ότι αρκεί. Είμαστε όπως θα έπρεπε, με βάση τα προβλήματα τα οποία υπάρχουν, αλλά το ηθικό είναι το κυριότερο. Κι εμείς είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κάθε πρόκληση. Το σημαντικό, σε τελική ανάλυση, δεν είναι αν εσύ ξεκινήσεις τον καβγά, αλλά αν εσύ θα τον τελειώσεις, που λένε οι Αμερικανοί. Και αυτή τη στιγμή η Ελλάδα και ο Ελληνισμός πρέπει να είναι έτοιμος για καβγά και αποφασισμένος να τον τελειώσει αυτός.

Η άλλη πλευρά γνωρίζει ότι είμαστε τόσο αποφασισμένοι; Γνωρίζει πως θα αντιδράσουμε; Το έχει πάρει το μήνυμα η Άγκυρα;

Οι στρατιωτικοί, που είναι επαγγελματίες, γνωρίζουνε. Από κει και πέρα είναι θέμα προτεραιοτήτων. Ο Ερντογάν στις προηγούμενες εκλογές, πέρυσι, όταν δεν πήρε το ποσοστό που ήθελε το ΑΚΡ, οδήγησε σε κατάρρευση τις συνομιλίες με τους Κούρδους, ξεκίνησε ξανά εσωτερικό πόλεμο στην Τουρκία για να συσπειρώσει το εσωτερικό του και να κάνει δεύτερες εκλογές πέρσι το καλοκαίρι που τις κέρδισε με πολύ μεγαλύτερο ποσοστό.
Τι εννοώ με αυτό; Ότι ο Ερντογάν και γενικά η τουρκική ελίτ δεν το έχει σε πολύ να δημιουργήσει μια κατάσταση, η οποία θα φέρει πόνο, αίμα και καταστροφή στον λαό της, μόνο και μόνο για να πετύχουν κάποιους σκοπούς στο εσωτερικό τους. Άρα λοιπόν, οι στρατηγοί μπορεί να γνωρίζουν τι συμβαίνει, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι λειτουργεί ο Ερντογάν με βάση ρεαλιστικά σενάρια στις διεθνείς σχέσεις ή αν λειτουργεί με βάση τον δικό του ρεαλισμό, ο οποίος είναι πολύ διαφορετικός…!
Εμείς δεν θέλουμε να φέρουμε ούτε τον πόλεμο, ούτε πανικό, ούτε κανέναν φόβο. Απλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι, όπως κάθε κράτος αν θέλει να υπερασπιστεί την τιμή του και την ύπαρξή του και τον λαό του. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για το χειρότερο, ώστε να το αποφύγουμε.
Είναι απλά τα πράγματα. Και ειδικά σε μια τέτοια περιοχή και σε τέτοια περίοδο όπου τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα.

Πηγή εφημερίδα «Νέα Εγνατία Καβάλας»



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Σταύρου Λυγερού

Η σκηνή στον Λευκό Οίκο, με τις κάμερες των παγκόσμιων ΜΜΕ να την μεταδίδουν live, κραύγαζε. Η Μέρκελ ζητάει από τον Τραμπ να ανταλλάξουν χειραψία και ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αντιδρά. Ο εκπρόσωπός του είπε αργότερα πως δεν άκουσε, αλλά όλοι ερμήνευσαν το περιστατικό ως εσκεμμένη ενέργεια. Αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ενώπιον των πάντων ο Τραμπ είπε με τη γλώσσα του σώματός του όσα δεν ήθελε να πει με το στόμα του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος όχι μόνο απέφυγε τις συνηθισμένες αβρότητες, αλλά και ούτε καν έριξε ένα βλέμμα στη φιλοξενούμενή του.

Δεν πρόκειται ούτε για αμηχανία λόγω απειρίας, ούτε για απλή αγένεια. Από τα πρώτα βήματά του ως υποψήφιος και στη συνέχεια ως εκλεγμένος πρόεδρος, ο Τραμπ έχει δείξει πως δεν ακολουθεί την πεπατημένη και στο επικοινωνιακό και στο διπλωματικό επίπεδο. Η πεπατημένη είναι οι ηγέτες δημοσίως να κρύβουν τις όποιες διαφωνίες και συγκρούσεις τους πίσω από δημόσιες αβρότητες και γενικόλογες ρητορείες.

Με τις συχνές αντισυμβατικές δηλώσεις του και τα αιχμηρά τουίτ του, ο Τραμπ κινείται στον αντίποδα. Μπορεί το στυλ του να ξενίζει και σε κάποιους να προκαλεί σοκ, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μία ιδιότυπη δημόσια διπλωματία. Προφανώς, ταιριάζει στον χαρακτήρα του αθυρόστομου μεγαλοεπιχειρηματία, αλλά αποδείχθηκε στην πράξη ιδιαιτέρως αποτελεσματική.

Θεωρήθηκε από τους ψηφοφόρους σαν καθαρός λόγος και όχι σαν πολιτικάντικη ρητορεία. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάκτηση της προεδρίας, παρότι είχε μαχητικά απέναντί του τον κορμό των αρχουσών ελίτ, του βαθέως αμερικανικού κράτους και της διεθνούς των απανταχού φιλελευθέρων. Είναι ενδεικτικό ότι ούτε το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δεν τον στήριξε.

Είναι εμφανές ότι ο Τραμπ συμπεριφέρθηκε έτσι στη Μέρκελ, επειδή ήθελε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα. Δεν είχε στόχο απλώς να υπογραμμίσει τις διαφωνίες τους. Είχε στόχο να δείξει ότι η Ουάσιγκτον αλλάζει σελίδα, ότι οι ισορροπίες στις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας θα ανατραπούν. Το είχε, άλλωστε, προαναγγείλει από την προεκλογική περίοδο.

Είναι ενδεικτικό πως μερικές εβδομάδες νωρίτερα, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποδεχθεί τη Βρετανίδα πρωθυπουργό, είχε φροντίσει να την πιάσει και χεράκι-χεράκι να εισέλθουν στον Λευκό Οίκο. Το μήνυμα τότε ήταν πως η παραδοσιακή ειδική σχέση Ουάσιγκτον-Λονδίνου όχι μόνο είναι ζωντανή, αλλά και πως στις συνθήκες του Brexit θα προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Ο Τραμπ δεν έκρυψε ούτε την αρνητική γνώμη του για το ευρώ, ούτε την ικανοποίησή του για την αποχώρηση της Βρετανίας. Ο καθηγητής Μάλοξ, τον οποίο προορίζει για πρέσβη στην ΕΕ, έφθασε στο σημείο να τρολάρει τους Ευρωπαίους με τις δηλώσεις του για σορτάρισμα του ευρώ. Προφανώς, όχι χωρίς να έχει λάβει υπόψη του τον αέρα που φυσάει στον Λευκό Οίκο.

Θα ήταν επιπόλαιο να θεωρήσει κανείς πως ο Αμερικανός πρόεδρος είναι απλώς αντιευρωπαίος. Δεν θα είχε πρόβλημα εάν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα διαλυόταν, αλλά δεν πρόκειται να ξεκινήσει ο ίδιος εκστρατεία για τη διάλυσή του. Στην πραγματικότητα, με τον πραγματισμό και την ωμότητα του επιχειρηματία ανοίγει μέτωπα για να οδηγήσει τα πράγματα σε νέες πιο συμφέρουσες για τις ΗΠΑ ισορροπίες. Το λέει, άλλωστε ξεκάθαρα σε κάθε ευκαιρία.

Στο οικονομικό επίπεδο δήλωσε ότι δεν είναι απομονωτιστής, αλλά υπέρ του δίκαιου διεθνούς εμπορίου. Είπε, μάλιστα, στη Μέρκελ ότι οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας αποδείχθηκαν πιο ικανοί από τους Αμερικανούς. Ο υπουργός του επί των Οικονομικών Μινούτσιν αποσαφήνισε ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί εμπορικούς πολέμους, αλλά την αλλαγή των εμπορικών σχέσεων, ώστε να καταστούν δικαιότερες για τους Αμερικανούς εργαζόμενους.

Η καγκελάριος, βεβαίως, επιχείρησε να οχυρωθεί πίσω από το πρόσχημα ότι τις ευρωαμερικανικές εμπορικές συμφωνίες δεν τις διαπραγματεύεται το Βερολίνο, αλλά η ΕΕ. Ο Τραμπ, όμως, δεν συνομιλεί με βάση προσχήματα. Θεωρεί την ΕΕ γερμανικό μαγαζί και πως με το ευρώ η Γερμανία εκμεταλλεύεται τους εταίρους της. Θεωρεί ότι το Βερολίνο επιδιώκει την οικονομική αδυναμία του ευρωπαϊκού Νότου με σκοπό το ευρώ να είναι σχετικά υποτιμημένο και κατ’ αυτό τον τρόπο να διευκολύνονται οι γερμανικές εξαγωγές και η συσσώρευση εμπορικών πλεονασμάτων. Με άλλα λόγια, κατηγορεί τους Γερμανούς για αθέμιτο ανταγωνισμό.

Προφανώς, εάν δεν υπήρχε το ευρώ θα είχε ενεργοποιηθεί ο νομισματικός μηχανισμός εξισορρόπησης. Λόγω μεγάλης ζήτησης, το μάρκο θα είχε αναπόφευκτα υπερτιμηθεί. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τα γερμανικά προϊόντα να γίνουν ακριβότερα και κατ’ αυτό τον τρόπο να ανοίξει χώρος για τους ανταγωνιστές εντός και εκτός ΕΕ.

Στο ίδιο πνεύμα είναι και η προσέγγιση του νέου Αμερικανού προέδρου για το ΝΑΤΟ. Μπορεί να πιστεύει ότι η Συμμαχία δεν έχει προσαρμοσθεί στις νέες προκλήσεις για τη διεθνή ασφάλεια, αλλά δεν έχει πρόθεση να την διαλύσει. Το μήνυμα που στέλνει είναι ότι δεν είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να πληρώνει για την άμυνα της Ευρώπης. Με άλλα λόγια ζητάει από τους Ευρωπαίους να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, αυξάνοντας άμεσα τις αμυντικές δαπάνες τους.

Οι ευρωπαϊκές άρχουσες ελίτ πίστευαν πως δεν θα εκλεγεί και όσο αυτός πλησίαζε προς τον Λευκό Οίκο τόσο οι εναντίον του επιθέσεις προσλάμβαναν διαστάσεις υστερίας. Ο ίδιος, άλλωστε, φρόντιζε να ανταποδίδει τα χτυπήματα με την ίδια οξύτητα. Το γεγονός ότι σ’ αυτό το μπαράζ επιθέσεων εναντίον του Τραμπ πρωτοστατούσαν Αμερικανοί αποχαλίνωσε τους Ευρωπαίους. Στην πραγματικότητα διεξήχθη ένας ιδεολογικός-πολιτικός πόλεμος. Η σύγκρουση δεν ήταν μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Διαχώρισε τη Δύση οριζοντίως. Κατά τη διάρκεια της παραβιάσθηκαν όρια και κανόνες. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.

Συνειδητοποιώντας ότι ο Τραμπ είναι απειλή όχι μόνο για την παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, αλλά και για τη γερμανική οικονομία, οι γερμανικές άρχουσες ελίτ ευθέως ή εμμέσως πρωτοστάτησαν σ’ αυτή τη σύγκρουση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το γερμανικό Σπίγκελ κυκλοφόρησε με εξώφυλλο που δείχνει τον Τραμπ να αποκεφαλίζει το Άγαλμα της Ελευθερίας! Πριν ακόμα αναλάβει τα προεδρικά καθήκοντά του, άρχισαν δημοσίως συζητήσεις και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ για την καθαίρεσή του! Ο Ζόφε, εκδότης-διευθυντής της σοβαρής σοσιαλδημοκρατικής εφημερίδας Ντι Τσάιτ, έφθασε στο σημείο (σε εκπομπή στο κανάλι ARD) να μιλήσει για «φόνο στον Λευκό Οίκο»! Οι επιθέσεις, όμως, δεν προήλθαν μόνο από δημοσιογράφους. Ο ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών Σουλτς χαρακτήρισε το νέο Αμερικανό πρόεδρο «κίνδυνο για τη δημοκρατία».

Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τον Τραμπ και στο πλαίσιο της επίσκεψής του στη Γερμανία λίγο πριν εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο, ο Ομπάμα έδωσε συμβολικά στη Μέρκελ το “δαχτυλίδι” του ηγέτη της Δύσης. Πολλά ΜΜΕ, αλλά ακόμα και πολιτικοί έκαναν σχετικές δηλώσεις.

Όταν ο νέος πρόεδρος εγκαταστάθηκε για τα καλά στο Οβάλ Γραφείο οι φαντασιώσεις άρχισαν να διαλύονται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει να υποχωρεί η υστερία και να αραιώνουν οι επιθέσεις, παρότι αποδείχθηκε πως ο Τραμπ εννοεί όσα έλεγε προεκλογικά. Μπορεί οι φιλελεύθερες άρχουσες ελίτ στη Δύση και όχι μόνο να αντιμετώπισαν τον Τραμπ σαν επικίνδυνη πολιτική ανορθογραφία, αλλά σύντομα υποχρεώθηκαν να προσαρμοσθούν στην πραγματικότητα.

Στο Βερολίνο νοιώθουν μεγάλη αμηχανία και ανησυχία. Η Μέρκελ πήγε στον Λευκό Οίκο με σαφώς συμβιβαστική διάθεση. Πρόσφερε, μάλιστα, τη δέσμευση ότι η Γερμανία θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της από 1,2% του ΑΕΠ της στο 2% μέχρι το 2024. Ήλπιζε πως αυτή η δέσμευσή της θα την βοηθούσε να βρει έναν κοινό παρονομαστή με τον Αμερικανό πρόεδρο ή τουλάχιστον να γεφυρώσει δημοσίως το χάσμα που έχει ανοίξει από την προεκλογική περίοδο. Είναι ενδεικτικές οι δηλώσεις της στην κοινή συνέντευξη Τύπου ότι προσπάθησαν να βρουν δίκαιες συμβιβαστικές λύσεις. Τόνισε, μάλιστα, «είναι πάντα καλύτερο να μιλάμε ο ένας με τον άλλον παρά ο ένας για τον άλλον».

Η Γερμανία είναι πολύ μεγάλη για την Ευρώπη, αλλά μικρή για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα. Ο μόνος τρόπος να το επιτύχει είναι μέσα από το σχήμα “γερμανική Ευρώπη”. Όσο οι ΗΠΑ ανέχονταν τον οικονομικό (και όχι μόνο) εθνικισμό του Βερολίνου δεν προέκυπτε σοβαρό πρόβλημα. Η μετατροπή της Γερμανίας σε “αφεντικό” της ΕΕ δεν αντέφασκε με το μεταπολεμικό δόγμα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής ότι δεν πρέπει να έρθει σε αντιπαράθεση με τους Αμερικανούς.

Η εκλογή του Τραμπ άλλαξε τα πράγματα. Οι γερμανικές άρχουσες ελίτ νοιώθουν σήμερα πιο οικονομικά ισχυρές και πολιτικά χειραφετημένες, αλλά ταυτοχρόνως και απειλούμενες. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουν πώς να χειρισθούν το νέο ένοικο του Λευκού Οίκου. Η Μέρκελ προσπάθησε να ρίξει γέφυρες και να ρυμουλκήσει το νέο Αμερικανό πρόεδρο σε μία διαδικασία εποικοδομητικών διαπραγματεύσεων. Αυτό, άλλωστε, θα το πουλούσε επικοινωνιακά εν όψει των εκλογών του Σεπτεμβρίου.
Πρώτον, ως επιβεβαίωση του ηγετικού ρόλου της όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στο διεθνές φιλελεύθερο στρατόπεδο.
Δεύτερον ως επιβεβαίωση της ικανότητάς της να χειρίζεται αποτελεσματικά “λαϊκιστές ηγέτες”, όπως ο Μπερλουσκόνι, ο Ερντογάν, αλλά και ο Πούτιν.

Ο Τραμπ, όμως, δεν ψάχνει συμβιβασμό με το Βερολίνο. Επιδιώκει να επανεγκαταστήσει την αδιαμφισβήτητη αμερικανική ηγεμονία. Και φέρεται αποφασισμένος να το επιτύχει, αφενός ανακτώντας οικονομική ισχύ με την επαναφορά των βιομηχανιών στο αμερικανικό έδαφος, αφετέρου με άσκηση διπλωματίας εθνικής ισχύος που να στηρίζεται σε ακόμα πιο ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Η εξαγγελία νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων από τον Αμερικανό πρόεδρο εντάσσεται σ’ αυτό το πλαίσιο, αλλά παραλλήλως του εξασφαλίζει και την πολύτιμη συμμαχία του περιβόητου στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.

Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, ότι ο Τραμπ χρησιμοποίησε την επίσκεψη της Μέρκελ όχι για να βρει ένα modus vivendi μαζί της, αλλά για να διακηρύξει εμμέσως πλην σαφώς ότι παρά τις αντιδράσεις είναι αποφασισμένος να προωθήσει τη στρατηγική του. Δεν περιορίσθηκε, λοιπόν, στο να υπογραμμίσει τη θέση του ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να πληρώσουν για την άμυνά τους. Ούτε ικανοποιήθηκε από τη δέσμευση της καγκελαρίου για αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών. Για να μην αφήσει καμία αμφιβολία ότι εννοεί αυτά που λέει, κατέφυγε και στον δικό του τρόπο δημόσιας διπλωματίας.

Αφού έγραψε τουίτ ότι η συνάντηση με τη Μέρκελ ήταν «εξαιρετική», πρόσθεσε σε άλλο ότι η Γερμανία «πρέπει να πληρώσει τεράστια χρηματικά ποσά στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ για την πολύ ισχυρή και πολύ δαπανηρή άμυνα που της παρέχεται». Η απάντηση της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας ότι «δεν υπάρχει λογαριασμός χρέους στο ΝΑΤΟ» επιβεβαίωσε ότι οι δύο πλευρές συνεχίζουν να μιλάνε διαφορετικές γλώσσες. Αυτό, άλλωστε, φάνηκε και στα άλλα ζητήματα που μπήκαν στο τραπέζι.

Το μόνο που ο Τραμπ βρήκε να πει ότι έχει κοινό με τη Μέρκελ ήταν η δηλητηριώδης ατάκα πως και οι δύο είχαν πέσει θύματα υποκλοπών από την κυβέρνηση Ομπάμα. Πολλοί εστιάζουν στο γεγονός πως ο Αμερικανός πρόεδρος και η Γερμανίδα καγκελάριος είναι πολύ διαφορετικές προσωπικότητες. Αυτό ισχύει, αλλά η γεφύρωση του χάσματος καθίσταται δύσκολη, επειδή εκπροσωπούν δύο ισχυρά ρεύματα στους κόλπους του δυτικού κόσμου. Η μέχρι πρότινος κυρίαρχη φιλελεύθερη συναίνεση αμφισβητείται από τις κοινωνίες και αυτή η αμφισβήτηση στις ΗΠΑ βρήκε έκφραση από τον Τραμπ. Το σύνθημά του «πρώτα η Αμερική» μπορεί να έχει εθνική χροιά, αλλά έχει και οικουμενικές συνέπειες. Κι αυτό, επειδή είναι ο τρόπος του για να ανασχέσει, αν όχι να ακυρώσει, την παγκοσμιοποίηση και τις συνέπειές της.

Για την Ελλάδα, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ του Τραμπ με τη “γερμανική Ευρώπη” θέτει κρίσιμα διλήμματα εθνικού προσανατολισμού. Προς το παρόν το εγχώριο πολιτικό σύστημα αποφεύγει να τα αντιμετωπίσει, αναλισκόμενο στις γνωστές ρητορείες χωρίς αντίκρισμα. Το επόμενο διάστημα εκ των πραγμάτων θα κληθεί να κάνει επιλογές.

Πηγη εφημ. “Πρώτο Θέμα”


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Ανδρέας Ματζάκος

Όπως είναι γνωστό, από τις 24 Αυγούστου του 2016, η Τουρκία συμμετέχει μαζί με δυνάμεις Σουνιτών αντιφρονούντων στο καθεστώς Άσαντ, στην επιχείρηση ΑΣΠΙΔΑ ΤΟΥ ΕΥΦΡΑΤΗ, μέσα στο έδαφος της Συρίας.
Πολλοί σχολιαστές βλέποντας την επί τρίμηνο σχεδόν πολιορκία της πόλεως Al-Bab (Χάρτης 1) και τις απώλειες του τουρκικού στρατού, εξέφρασαν τη γνώμη ότι η επιχείρηση αποτελεί αποτυχία του τουρκικού στρατού. Είναι όμως έτσι;
Χάνει η Τουρκία από τη μέχρι τώρα εμπλοκή της στη Συρία;

Η Τουρκία οργάνωσε την επιχείρηση αυτή, πρώτα από όλα για να αποφύγει τη δημιουργία ανεξαρτήτου κουρδικού κράτους στα νώτα της. Με την επιχείρηση αυτή, απελευθερώθηκε κατ’ αρχάς η πόλη Jarabulus (Αντικειμενικός Σκοπός 1 στον Χάρτη 1), στη συνέχεια η Al-Bab (Αντικειμενικός Σκοπός 2), ενώ τώρα η Τουρκία σχεδιάζει να συμμετέχει και την απελευθέρωση της πρωτεύουσας του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), Raqqa (Αντικειμενικός Σκοπός 3).

Πλέον αυτού, ο στρατός της κατέχει συριακό έδαφος έχοντας δημιουργήσει μια Ζώνη Ασφαλείας μήκους 90 περίπου Χλμ. (Χάρτης 1). Έτσι απεφεύχθη ο κίνδυνος συνδέσεως του κουρδικού καντονιού Κομπάνι, στο κέντρο της κουρδικής περιοχής, με το καντόνι του Αφρίν στα ανατολικά. Βεβαίως παραμένει το πρόβλημα της πόλεως Manbij, η οποία ευρίσκεται δυτικά του Ευφράτη ποταμού και η οποία κατέχεται από κουρδικές δυνάμεις, για το οποίο όμως Αμερική – Ρωσία και Τουρκία προσπαθούν να βρουν λύση.
Πάντως η μη σύνδεση των κουρδικών καντονιών είναι ζωτικό συμφέρον για την Τουρκία. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Χωρίς στρατιωτική επέμβαση δεν θα το είχε επιτύχει.


Λόγω της παρουσίας της στη Συρία πλέον, η Ρωσία και το Ιράν, κάλεσαν την Τουρκία στις ειρηνευτικές συνομιλίες που έλαβαν χώρα στην Αστάνα του Καζακστάν από 24 έως 26 Ιανουαρίου τρέχοντος έτους, όπου συζητήθηκε το μέλλον της Συρίας. Στη συνέχεια η Τουρκία συμμετείχε και πάλι σε συνομιλίες με το ίδιο θέμα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στην Γενεύη από 23 Φεβρουαρίου μέχρι 7 Μαρτίου.
Χωρίς αυτήν την επέμβαση, η εκτίμηση είναι ότι η Τουρκία θα ήταν απούσα από τις συζητήσεις. Ενώ τώρα, είναι βασικός συνομιλητής.

Με την επιχείρηση αυτή επίσης, η Τουρκία απέδειξε τόσο στη διεθνή κοινότητα, όσο και στους Σουνίτες Μουσουλμάνους της Μέσης Ανατολής των οποίων ο πρόεδρος Ερντογκάν φιλοδοξεί να γίνει ο ηγέτης, ότι είναι μια μετριοπαθής δύναμη που πράγματι πολεμά το ΙΚ.

Η πρόσφατη συνάντηση των Αρχηγών ΓΕΕΘΑ, ΗΠΑ, Ρωσίας και Τουρκίας, στην Αττάλεια της Τουρκίας την 7η Μαρτίου, αποδεικνύει ότι η Τουρκία μπήκε ενεργά στη διαμόρφωση του μέλλοντος της εγγύς περιοχής της, ως περιφερειακή δύναμη.
Άρα ό,τι δεν είχε καταφέρει η πολιτική Νταβούτογλου των μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες, φαίνεται να αρχίζει να επιτυγχάνει με τη νέα στρατηγική Ερντογκάν.

Βεβαίως τα κέρδη της Τουρκίας είναι προσωρινά, η δε στρατηγική της θα χρειαστεί έναν συνδυασμό παραγόντων για να χαρακτηριστεί τελικώς ως επιτυχημένη. Και πολλοί εξ’ αυτών των παραγόντων δεν εξαρτώνται από τις δυνατότητες της Τουρκίας, αλλά από την εξέλιξη των συμφερόντων και τη συνεννόηση των δυο μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη.

* Ο Ανδρέας Ματζάκος είναι Απόστρατος Αξιωματικός ΣΞ, MSc Διεθνείς Σχέσεις και Διπλωματικές Σπουδές
Πηγή ηλεκτρονική εφημερίδα "Κοινωνείν"


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

26 Μαρ 2017


"Η Τουρκία αργά ή γρήγορα θα οδηγηθεί σε συγκρουσιακές καταστάσεις εξαιτίας των επιλογών της"
Ο αν. Καθηγητής Γεωπολιτικής Κωνσταντίνος Γρίβας μιλά για τη θέση που διεκδικεί η Τουρκία στο νέο πολυπολικό παγκόσμιο περιβάλλον

Μια εξαιρετική γεωπολιτική ανάλυση κάνει στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Alpha Radio 88,6 και το Νίκο Χαζαρίδη ο Κωνσταντίνος Γρίβας, αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής της Σχολής Ευελπίδων και του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τον ρόλο που διεκδικεί η Τουρκία στο νέο πολυπολικό παγκόσμιο περιβάλλον, τονίζοντας ότι πολύ σύντομα θα βρεθεί ενώπιον των επιλογών της. Η Τουρκία διεκδικεί μια θέση στη Β' Εθνική παγκοσμίως αφήνοντας στην Α' Εθνική τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, με την ίδια να "παίζει" μεν στη Β' Εθνική, αλλά ως κυρίαρχος πόλος στην Ευρασία. Αυτή τη στιγμή πέτυχε μια ισορροπία, αλλά αυτή η ισορροπία είναι του ακροβάτη, όπως δηλώνει.

Στην μεγάλη συνέντευξη που έδωσε ο γνωστός καθηγητής στον Alpha μιλάει και για τους εξοπλιστικούς συσχετισμούς των δύο χωρών και καταρρίπτει τον μύθο της "ισχυρής στρατιωτικά" Τουρκίας, με το επιχείρημα ότι μπορεί αριθμητικά να διατηρεί την υπεροχή, όμως αυτό δεν είναι αρκετό, για τον λόγο ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις της Τουρκίας μετά το πραξικόπημα απώλεσαν τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά, ενώ δεν διαθέτει στο οπλοστάσιό της τα σύγχρονα εξοπλιστικά συστήματα που διαθέτει η Ελλάδα. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να πει ότι από τις πληροφορίες που διαρρέουν, αυτή τη στιγμή μπορεί να μην υπάρχει καν τουρκικός στρατός.

Πρέπει να δούμε τι επιδιώκει η άλλη πλευρά (Τουρκία), ποιός είναι ο μεγαλύτερος στόχος πέρα από αυτούς που έχουμε αναλύσει σε πρώτη φάση; Αναφέρομαι στην επίθεση για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης που γίνεται τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε., αλλά και στις κινήσεις που έγιναν στο εσωτερικό της Τουρκίας μετά το πραξικόπημα. Υπάρχει κάτι μεγαλύτερο που επιδιώκει η Τουρκία να φέρει στο τραπέζι;

Εκτιμώ ότι η Τουρκία βρίσκεται σε μια διαδικασία ριζικής γεωπολιτικής μετάλλαξης, η οποία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συστημικής αλλαγής, μιας ολοκληρωτικής αλλαγής του συστήματος, το οποίο πλέον από μονοπολικό γίνεται με αυξανόμενους ρυθμούς πολυπολικό. Από εκεί που υπήρχε η φαντασίωση -γιατί επρόκειτο περί φαντασιώσεως- περί της αμερικανικής παντοδυναμίας, πάμε σε έναν κόσμο με πολλούς πόλους ισχύος που κονταροχτυπιούνται μεταξύ τους για μια καλύτερη θέση στην παγκόσμια σκακιέρα.

Δηλαδή η Άγκυρα δεν αμύνεται, προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα;

Ακριβώς. Και η Τουρκία είναι μια τρομακτικά φιλόδοξη χώρα. Σε μεγάλο βαθμό η φιλοδοξία της είναι ένα είδος φυγής προς τα εμπρός, για να ξεφύγει από τα δομικά εσωτερικά της προβλήματα. Το γεγονός παραμένει ότι η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της ως έναν από αυτούς τους διεθνείς πόλους ισχύος στο νέο σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι δεν βλέπει καν τον εαυτό της ως περιφερειακή δύναμη, αλλά ως μεγάλη Ευρασιατική δύναμη που θέλει να κυριαρχεί στην ευρύτερη περιοχή. Είναι δεδομένο ότι θα επιχειρήσει να ελέγξει τον περιβάλλοντα χώρο της και κομβικό κομμάτι του χώρου αυτού είναι η Ανατολική Μεσόγειος και το Αιγαίο. Για την ακρίβεια, στο νέο διεθνές σύστημα, το πλέγμα Αφρικής - Ευρασίας σε μεγάλο βαθμό, χάρη στην τήξη των πάγων στον Αρκτικό αυτονομείται από τους ωκεανούς, έχει ένα κέντρο και το κέντρο είναι η Ανατολική Μεσόγειος και το Αιγαίο είναι αυτό που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων χωρών από Βορρά - Νότο - Ανατολή - Δύση. Είναι, ίσως, ένα από τα πιό σημαντικά γεωπολιτικά σημεία στον πλανήτη. Έχουμε αυτή την αλλαγή και εξαιτίας του γεγονότος ότι η Τουρκία θέλει να κυριαρχήσει πλέον στο διεθνές σύστημα, θα επιδοθεί σε ολοένα και περισσότερες επιθετικές συμπεριφορές.

Μιλάμε δηλαδή για τον πέμπτο πόλο; Γιατί υπάρχει η Αμερική, η Ρωσία, η Κίνα και η Ε.Ε. και η Τουρκία επιχειρεί να γίνει ο πέμπτος πόλος;

Η Τουρκία, στο πλαίσιο ενός πολυπολικού συστήματος, θα έλεγα ότι θέλει να παίξει σε μια κατηγορία Β' Εθνικής, ας το πούμε έτσι. Να αφήσει δηλαδή στην πρώτη κατηγορία Αμερική - Ρωσία - Κίνα και στη δεύτερη κατηγορία να είναι χώρες όπως η Ινδία, η Βραζιλία, η Τουρκία, το Ιράν και κάποιες άλλες...

Δηλαδή, αγνοεί ακόμη και την ισχύ της Γερμανίας σε αυτή τη φάση;

Νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς η Γερμανία είναι μια ιδιόρρυθμη χώρα, ναι μεν έχει τεράστια οικονομική ισχύ, έχει μια υπετροφία οικονομική σε σχέση με άλλους, από την άλλη έχει ατροφία των υπολοίπων συνιστωσών της και ιδιαίτερα δε της στρατιωτικής. Αν προσπαθήσει να την αποκτήσει, όπως φαίνεται ότι θέλει να κάνει, τότε θα δημιουργήσει πολύ μεγάλες αντιδράσεις από τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη. Η Τουρκία δεν έχει ιδιαίτερα θέματα με τη Γερμανία, ούτε τη φοβίζει, ούτε την απασχολεί το γεγονός ότι παραμένει ότι αυτός ο οξύς και επιθετικός αναθεωρητισμός ήρθε για να μείνει και δεν είναι μια ευκαιριακή κατάσταση που οφείλεται στις εσωτερικές αντιφάσεις της Τουρκίας και φυσικά δεν είναι προνόμιο του σουλτάνου Ερντογάν.

Δηλαδή λέτε ότι είναι ένα προνόμιο της χώρας και όχι άποψη του Ερντογάν;

Φυσικά, δεν είναι καν επιλογή, είναι μια αναπόφευκτη συνέπεια λόγω των επιλογών που έχει κάνει η Τουρκία να προσπαθήσει να πρωταγωνιστήσει στο διεθνές σύστημα.

Οι υπόλοιποι παίκτες φαίνεται να της το επιτρέπουν αυτό;

Αυτό είναι μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση, γιατί το γεγονός είναι ότι στο πολυπολικό σύστημα που διαμορφώνεται, η παλαιά φρουρά με κανένα τρόπο δεν θέλει νέους παίκτες, για τον απλούστατο λόγο ότι μειώνεται η πίτα. Τα κομμάτια προς κατανάλωση της παγκόσμιας κυριαρχίας περιορίζονται. Αυτό από μόνο του είναι αρνητικό για την Τουρκία. Επίσης έχει άμεσες ανταγωνιστικές σχέσεις στην περιοχή με άλλες ισχυρές χώρες, όπως το Ιράν και η Αίγυπτος, σίγουρα σε βάθος χρόνου θα οδηγηθεί σε μια νέα συγκρουσιακή κατάσταση με τη Ρωσία ή μάλλον είναι εξαιρετικά πιθανό και ούτε οι ΗΠΑ ούτε και τα Ευρωπαϊκά κράτη θα θέλανε μια υπερβολικά ισχυρή Τουρκία για τον απλό λόγο ότι χαλάει τος δικούς της σχεδιασμούς. Το γεγονός είναι ότι η Τουρκία μέχρι στιγμής καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στις αντιφάσεις των μεγάλων Δυνάμεων, αλλά είναι μια ισορροπία σχοινοβάτη, δε νομίζω ότι έχει μέλλον αυτή η κατάσταση. Πιστεύω ότι η Τουρκία αργά ή γρήγορα θα βρεθεί ενώπιον των επιλογών της και θα οδηγηθεί σε συγκρουσιακές καταστάσεις.

Όλη η συμπεριφορά της Άγκυρας αυτή την περίοδο ευνοεί τα Ελληνικά συμφέροντα; Οι ανοιχτοί λογαριασμοί με πολλούς μεγάλους παίκτες δεν είναι ό,τι καλύτερο αυτή τη στιγμή για τον Ερντογάν...

Σε βάθος χρόνου είναι γεγονός ότι η Ελλάδα μπορεί να εκμεταλλευθεί αυτή την αντίφαση της Τουρκίας και τον φόβο που δημιουργεί στους άλλους μεγάλους παίκτες. Σε πιό τακτικό χρονικό ορίζοντα υπάρχει πρόβλημα, δηλαδή η Τουρκία έχει καταφέρει να παραλύσει τις ό,ποιες αντιδράσεις εις βάρος της, είναι δεδομένο ότι δεν δείχνει να φοβάται κανέναν, με τη Μόσχα η οποία ήταν η μόνη που πραγματικά φοβόταν, έχει καταφέρει εν μέρει να την προσεταιριστεί με μια μορφή λυκοφιλίας, που ναι μεν έχει ημερομηνία λήξεως, αλλά σήμερα υπάρχει, πότε δεν πρέπει να περιμένουμε κάτι από το εξωτερικό αν προκύψει σοβαρό πρόβλημα με την Τουρκία, ότι δηλαδή αυτή η φαντασίωση ότι θα έρθει κάποιος να μας σώσει, θα πρέπει να σταματήσει και να κατανοήσουμε ότι πρέπει να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας μόνοι μας.

Μόνοι μας τι μπορούμε να κάνουμε; Γιατί πρέπει να δούμε λίγο και τους συσχετισμούς που υπάρχουν στο Αιγαίο, αναφέρομαι στις στρατιωτικές δυνάμεις. Πρόσφατα δώσατε ενδιαφέροντα στοιχεία για το τι διαθέτει η κάθε πλευρά. Ας δούμε αυτές τις τρεις κατηγορίες, ξεκινώντας από τον στρατό ξηράς. Εκεί φαίνεται ότι υπάρχει μια υπεροπλία στα άρματα μάχης, 2.232 έναντι 1.329 της χώρας μας. Πρέπει να μείνουμε κυρίως στην αριθμητική διάσταση των πραγμάτων ή υπάρχουν και άλλες συνιστώσες που δεν εξετάσαμε;

Νομίζω ότι σε όλους τους κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων ακόμη και σήμερα, εάν απλώς παίρναμε τα στατιστικά στοιχεία, θα λέγαμε ότι υπάρχει μια σχετική αριθμητική ισορροπία. Η Τουρκία υπερτερεί μεν, αλλά όχι σαρωτικά στις ποσότητες και υπάρχουν κάποια ποιοτικά στοιχεία στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις που δεν τα έχει ακόμη η Τουρκία. Όπως για παράδειγμα αυτός ο πολύ ισχυρός στόλος των 11 υποβρυχίων, με 5 εξ αυτών με σύστημα αναερόβιας πρόωσης.

Τα υποβρύχια είναι το πλεονέκτημα στο Ελληνικό Αιγαίο;

Είναι ένα από τα πλεονεκτήματα. Υπάρχουν αρκετά. Τα ελληνικά άρματα μάχης, τα Leopard 2, δεν έχουνε ισάξιά τους αυτή τη στιγμή στο τουρκικό οπλοστάσιο. Τα αυτοκινούμενα πυροβόλα PzH, επίσης δεν έχουνε αντίστοιχα στο τουρκικό οπλοστάσιο. Είναι μικρές διαφορές, αλλά υπάρχουν. Απλώς, βέβαια, από το σημείο αυτό αρχίζουν να τίθενται κάποιες φαταλιστικές απόψεις του τύπου "ναι μεν, αλλά η οικονομική κρίση έχει καταστρέψει τις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν έχουμε ανταλλακτικά ή καύσιμα κ.λ.π.", οι οποίες εν μέρει αναπόφευκτα ισχύουν. Σίγουρα οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν επηρεαστεί, ωστόσο δεν τις έχει επηρεάσει στο βαθμό που το πραξικόπημα στην Τουρκία και οι διωγμοί κατά του στρατεύματος από τον Ερντογάν έχουν επηρεάσει τις Τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

Δηλαδή είναι σε δυσμενέστερη θέση συγκριτικά αυτή την περίοδο;

Θα έλεγα ότι αν κάποιος έπρεπε να στοιχηματίσει ποιός θα νικούσε σε έναν Ελληνοτουρκικό πόλεμο σώνει και καλά, οι πιθανότητες θα ήταν με την Ελλάδα, γιατί δεν είμαστε σίγουρη αυτή τη στιγμή ότι υπάρχει ο τουρκικός στρατός. Δηλαδή γίνονται τραγικά πράγματα, από πληροφορίες που διαρρέουν. Δεν έχουνε καν επαρκείς πιλότους για τα μαχητικά αεροσκάφη, η Διεύθυνση Ειδικών Δυνάμεων παίρνει πολίτες εσπευσμένα ακόμη και για αξιωματικούς, με βασικό κριτήριο να είναι απλά πιστοί στο καθεστώς, υπάρχουν στοιχεία που μας δείχνουν ότι δεν είναι καλά τα πράγματα για τον Τουρκικό στρατό.

Σας ανησυχεί η τεράστια απόκλιση που υπάρχει στον αριθμό των ενστόλων;

Θα έλεγα όχι. Πολλοί λένε ότι η Τουρκία έχει πολύ πληθυσμό, άρα στρατό, άρα θα μας νικήσει. Αυτό θα είχε νόημα ίσως σε κάποιον ολοκληρωτικό πόλεμο μεγάλης διάρκειας τύπου Ιράν - Ιράκ, το οποίο όμως αυτή τη στιγμή δεν είναι ούτε στις μακρινές πιθανές καταστάσεις. Στο πλαίσιο ενός αστραπιαίου υπέρθερμου επεισοδίου μικρής διάρκειας δεν παίζει ρόλο καθόλου. Το πολύ επικίνδυνο είναι ότι η Τουρκία ενισχύεται στη δική της πολεμική βιομηχανία. Αναπτύσσει δικά της οπλικά συστήματα, υψηλής τεχνολογίας και αυτό της δίνει σε βάθος χρόνου ένα κρισιμότατο πλεονέκτημα, τόσο στρατιωτικά όσο και γεωπολιτικά για να κάνει συνεργασίες με άλλες χώρες, όπως Κίνα - Ινδία ή Ρωσία.

Η Ελλάδα είναι έτοιμη να απαντήσει σε αυτό; Γιατί όλα αυτά οδηγούν σε μια κούρσα εξοπλισμών με ό,τι αυτό σημαίνει για τις οικονομίες των δύο χωρών. Πως μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;

Η κούρσα των εξοπλισμών είναι το τελευταίο πράγμα που πρέπει να κάνουμε, επειδή για την Τουρκία κυκλοφορούν φοβιστικές θεωρίες, ότι ίσως αγοράσει 100 μαχητικά F35 να πάμε να πάρουμε κι εμείς αμέσως, που είναι πανάκριβα και σε αξία αμφισβητούμενη, θα ήταν απλά η λάθος κίνηση, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά και για το ότι πάλι θα οδηγούμασταν σε επιλογή με ανανέωση του στρατού με οπλικά συστήματα - φετίχ και από τα πάνω. Δηλαδή θα παίρναμε πολύ ακριβά όπλα και μετά δεν θα είχαμε τα περιφερειακά τους συστήματα, όπως κάνουμε κατά τη συνήθειά μας που πήραμε τα καλύτερα υποβρύχια στον κόσμο χωρίς να αγοράσουμε νέες τορπίλες, πήραμε τα καλύτερα άρματα μάχης, χωρίς να πάρουμε βλήματα για τα πυροβόλα των αρμάτων αυτών. Η ό,ποια προσπάθεια πρέπει να ξεκινήσει από τα κάτω πολύ προσεκτικά και να δώσει έμφαση στην προσαρμογή των ελληνικών και τουρκικών ιδιαιτεροτήτων, των επιχειρησιακών τακτικών και στρατηγικών του Ελληνοτουρκικού συστήματος. Να βάλουμε το μυαλό μας να σκεφτεί αντί να ξοδέψουμε.

Γιατί, ενώ η Τουρκία προκαλεί, η αντίδραση της Ευρώπης και της Αμερικής δεν είναι ανάλογη των αντιδράσεων που είχαμε για άλλες χώρες που προσπάθησαν να κάνουν κάτι αντίστοιχο;

Η Ευρώπη ως Ενιαία Ευρώπη είναι πρακτικά και γεωστρατηγικά ανύπαρκτη. Δεν έχει δυνατότητα ούτε καν να σκεφτεί να δημιουργήσει μια μακρόπνοη στρατηγική. Οι ΗΠΑ από την άλλη, βρίσκονται σε μια πολύ ιδιόρρυθμη κατάσταση. Με ελάχιστη δόση υπερβολής θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως χώρα μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, γιατί το παλαιό κατεστημένο των ΗΠΑ που προσπάθησε να ξαναπάρει την κατάσταση στα χέρια του προωθώντας το νέο πρόεδρο Τραμπ βρίσκεται σε έναν άτυπο εμφύλιο πόλεμο με το νέο κατεστημένο των ΗΠΑ που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια και δεν θέλει να προκύψει αυτή η αλλαγή εξουσίας, οπότε ουσιαστικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να χαράξει κάποια στρατηγική, αλλά και σε ολόκληρο το σύστημα των ΗΠΑ σε όλο του το εύρος και βάθος δεν υπάρχει συγκροτημένη στρατηγική. Αυτό εκμεταλλεύεται και η Τουρκία για να προωθήσει τη δικιά της ατζέντα και να βελτιώσει το γεωπολιτικό της χαρτοφυλάκιο.

Εμείς πρέπει να μπούμε στην λογική να αποτρέψουμε τα χειρότερα ή να διεκδικήσουμε το μερίδιο που μας αναλογεί τώρα που είναι σε εξέλιξη αυτές οι ανακατατάξεις;

Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα η Ελλάδα θα πρέπει και από ό,τι φαίνεται το κάνει, να περάσει μια πολύ ισχυρή αποτρεπτική εικόνα έναντι της Τουρκίας. Να περάσει την αντίληψη ότι αν γίνει κάτι, θα ανοίξει η πύλη του φρενοκομείου, όπως είχε πει ο Γεώργιος Παπανδρέου την δεκαετία του '60, επί Τζόνσον. Σε βάθος χρόνου η Ελληνική γεωπολιτική στρατηγική νομίζω ότι έχει πολλές προοπτικές, γιατί αυτό το πολυπολικό σύστημα που διαμορφώνεται, χώρες που βρίσκονται σε κρίσιμες περιοχές του διεθνούς συστήματος, όπως είναι η Ελλάδα ή αν θέλετε ο Ελληνισμός, το σύμπλεγμα του Ελληνικού κράτους και της Κύπρου, ακριβώς γιατί δεν απειλούν κανέναν γιατί ότι και να γίνει δεν πρόκειται να εξελιχθούν ούτε σε περιφερειακές δυνάμεις, μπορούνε να έχουνε ένα πολύ σοβαρό γεωπολιτικό ρόλο και να προωθήσουν σε βάθος χρόνου τα συμφέροντά τους. Αυτό προϋποθέτει να υπάρχει μια εθνοκεντρική στρατηγική, μια στρατηγική του τύπου "εγώ δεν ανήκω σε κανέναν, δεν είμαι πλέον εξάρτημα ή αξεσουάρ μιας παρελθούσης Δύσης, ούτε φυσικά θέλω να μπω στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας ή αλλού. Λειτουργώ εθνοκεντρικά, μετατρέπομαι σε αυτόνομο και αυτόφωτο γεωπολιτικό παίκτη και κοιτάω να δω πως θα κουμπώσω ανάμεσα στις συνέργειες των μεγάλων διεθνών παικτών ώστε να γίνω κι εγώ ισχυρός παράγοντας του συστήματος".

Αυτό έχει άμεση σχέση και με τις επιλογές μας στον οικονομικό τομέα;

Ακριβώς. Η Ελλάδα πρέπει να κάνει την υπέρβαση. Είμαστε σε μια σπείρα θανάτου στον οικονομικό τομέα και πρέπει να φύγουμε από αυτό το γήπεδο. Πρέπει να περάσουμε στο μεγαλύτερο επίπεδο των γεωπολιτικών καταστάσεων στο οποίο υπάγονται και οι οικονομικές διεργασίες και στο γήπεδο αυτό έχουμε ένα σοβαρό πλεονέκτημα. Εάν καταφέρουμε να αποκτήσουμε έναν ουσιαστικό γεωπολιτικό ρόλο στο διαμορφούμενο διεθνές σύστημα, είναι δεδομένο ότι θα βρούμε και συμμάχους στον οικονομικό τομέα.

Άλλο γήπεδο, σημαίνει άλλο νόμισμα ή πάντα μέσα στην Ε.Ε. με μια άλλη πολιτική;

Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι σε βάθος χρόνου πρέπει να πάμε σε εθνικό νόμισμα, ακριβώς για τον απλούστατο λόγο ότι δεν γίνεται αλλιώς. Νομίζω ότι αυτές οι λογικές των ενοποιήσεων έχουνε πια περάσει διεθνώς. Ωστόσο δεν θέλω να το επιβάλλω σε κανέναν.

Πηγή εφημ. "Νέα Εγνατία" Καβάλας



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Όλα είναι έτοιμα για την «μάχη των μαχών» που όχι μόνο θα επιδιώξει να βάλει τέλος στο ISIS τουλάχιστον ως «κρατική οντότητα» αλλά θα σφραγίσει και τις ισορροπίες και τον νέο χάρτη στην κρίσιμη αυτή περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Τις επόμενες ημέρες ξεκινά η μεγάλη επιχείρηση για την ανακατάληψη της Ράκκα στην βόρειο Συρία που αποτελεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια την «πρωτεύουσα» του Ισλαμικού κράτους και των τζιχαντιστών που τροφοδοτούν από εκεί την παγκόσμια τρομοκρατία όχι μόνο με πληροφορίες τεχνογνωσία και εξοπλισμό, αλλά και με «ιδέες» στρατολογώντας μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μαχητές και «μοναχικούς λύκους» σε όλο τον κόσμο, μπολιάζοντας παντού αυτόν τον σπόρο του μίσους κατά της ανθρωπότητας.

Η μάχη της Ράκκα δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, καθώς πέραν των σημαντικών στρατιωτικής φύσης προκλήσεων, η επιχείρηση σχεδιάζεται σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο περιβάλλον και εμπλέκονται οι δυο μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Ρωσία, γειτονικές και περιφερειακές δυνάμεις, Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Ισραήλ και άλλες δυνάμεις όπως οι ουνιτικές χώρες του Κόλπου και η σιϊτική Χεζμπολάχ του Λιβάνου…

Όμως πλέον η μεγάλη σύγκρουση αφορά τον ρόλο που θα έχουν στην κρίσιμη αυτή επιχείρηση οι κούρδοι της Συρίας, που έχουν αποδειχθεί από τις πιο αξιόπιστες στρατιωτικά μονάδες έναντι των Τζιχαντιστών. Γιατί ο ενισχυμένος ρόλος των Κούρδων, τους βάζει στο παιγνίδι της διαμόρφωσης του νέου χάρτη της Μέσης Ανατολής, σε μια ιστορική «ρεβάνς» των Συνθηκών Σάικς-Πικό (1916), που άφησαν ανεκπλήρωτο το αίτημα για εθνική ολοκλήρωση του Κουρδικού Έθνους.

Η Τουρκία έτσι ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σε ένα δραματικό αδιέξοδο: γνωρίζει ότι δεν μπορεί να έχει ενεργό ρόλο στην Συρία χωρίς την στήριξη αν όχι και των δυο, τουλάχιστον της μιας υπερδύναμης. Όμως είναι αδύνατον να διεκδικήσει ρόλο έχοντας έρθει σε αντίθεση και με την Μόσχα και την Ουάσιγκτον.

Για την Τουρκία ο μαξιμαλιστικός στόχος της γρήγορης εξόντωσης του ISIS,της εκπαραθύρωσης του Άσαντ, της επιβολής μιας νεκρής ζώνης μέχρι και 50 χιλιομέτρων στο έδαφος της Συρίας, από την οποία είναι προφανές ότι ποτέ δεν θα αποχωρούσε, αποτελεί πολύ μακρινό παρελθόν.

Τώρα πλέον η προσπάθεια της Τουρκίας περιορίζεται στην διαχείριση της ζημιάς που έχει προκληθεί με την αναβάθμιση των κουρδών του YPG.

Μια προσπάθεια όμως που με δεδομένο τον εκτροχιασμό του Τ. Ερντογάν οδηγεί σε διαρκή αντιπαράθεση και κίνδυνο ρήξης των σχέσεων με τις ΗΠΑ και σε σκληρές «αψιμαχίες» με την Ρωσία.

Η Μόσχα η οποία συνεργάσθηκε με τους Κούρδους, όταν αυτοί προκειμένου να αποφύγουν την επίθεση των τουρκικών δυνάμεων παρέδωσαν την στρατηγικής σημασίας πόλη Μανμπίζ στον έλεγχο των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων, δέχθηκε με οργή την ξαφνική απόφαση της Τουρκίας να επιβάλλει εμπάργκο στα ρωσικά σιτηρά, κίνηση που ερμηνεύθηκε ως αντίποινα για την συνεργασία των ρωσικών δυνάμεων με τους Κούρδους. Αυτά τα «αντίποινα» εξόργισαν ακόμη περισσότερο την Μόσχα η οποία απέρριψε (κατ αρχήν τουλάχιστον) την απαίτηση της Τουρκίας να κλείσει τα γραφεία που διατηρούν στην Ρωσία το ΡΚΚ, και το YPG.

Η Ρωσία έχοντας βάλει για τα καλά πόδι στην Συρία και έχοντας πετύχει την αποδοχή από όλους της διατήρησης του προέδρου Άσαντ τουλάχιστον για ένα σημαντικό διάστημα, έχει θέσει την Τουρκία σε σχέση εξάρτησης από τις ρωσικές επιλογές, ελέγχει τις παρεμβάσεις του Ιράν, έχει ανοικτό δίαυλο με το Ισραήλ και έχει αποκαταστήσει ένα modus vivendi με τους Αμερικάνους. Και φυσικά οι Ρώσοι έχουν άριστες σχέσεις με τους Κούρδους του YPG. Εξάλλου η διάψευση της Μόσχας στην είδηση που μετέδωσε το Ρόιτερ ότι ετοιμάζεται ρωσική βάση στην Βόρειο Συρία που θα εκπαιδεύονται και κούρδοι μαχητές, ήταν χλιαρή και σε συνδυασμό με την είδηση ότι οι Κούρδοι σε μια μεγάλη επιστράτευση θα κινητοποιήσουν συνολικά δύναμη 100.000 ανδρών και γυναικών, έχει σημάνει συναγερμό στην Άγκυρα.

Η μεγάλη εμπλοκή όμως αφορά τις ΗΠΑ. Όλο το αμερικανικό επιτελείο, από τον Αρχηγό Γενικού Επιτελείου, στρατηγό J. Dunford μέχρι τον διοικητή της CENTCOM στρατηγό J. Votel και τον στρατηγό S. Townsend, διοικητή της CJT-OIR (Combined Joint Task Force for Operation Inherent Resolve) υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιχείρηση για την κατάληψη της Ράκκα χωρίς την συμμετοχή των Κούρδων.

Και στην περίπτωση της Συρίας και της Ράκκα ισχύει το δόγμα ότι δεν αρκεί η αεροπορική ισχύς για μια στρατιωτική επιτυχία, εάν δεν υπάρξουν boots on the ground.

Η αμερικανική κυβέρνηση αλλά και το επιτελείο είναι εντελώς απρόθυμοι να προσφέρουν μεγάλο αριθμό στρατιωτών για μια τέτοια δύσκολη επικίνδυνη και χρονοβόρα επιχείρηση.

Ήδη οι Αμερικανοί έχουν αναπτύξει στην βόρειο Συρία μια δύναμη σχεδόν 1000 ανδρών, 400 Marines και 500 SEALs οι οποίοι επιχειρούν μαζί με τις δυνάμεις της SDF που αποτελείται κυρός από Κούρδους μαχητές. Υπάρχουν ήδη προτάσεις για ανάπτυξη ακόμη 2000 ανδρών, με τρόπο που η αμερικανική δύναμη θα παραμένει θεωρητικά δύναμη συνδρομής και τεχνικών συμβουλών.

Η επιδίωξη να μην εμφανισθούν οι ΗΠΑ ως δύναμη εισβολής, ενισχύει την επιλογή της υποστήριξης μιας καθαρά συριακής δύναμης όπως είναι το SDF (και οι Κούρδοι της Συρίας) η οποία δρα και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων στον αγώνα εναντίον του ISIS. Συγχρόνως απαλλάσσει την Ουάσιγκτον από δεσμεύσεις για αποστολή και παραμονή για μεγάλο διάστημα σημαντικών αμερικανικών δυνάμεων υπό την μορφή του «στρατού κατοχής» όπως τον αντιλαμβάνονται ακόμη και μετριοπαθείς μουσουλμάνοι.

Την Τετάρτη οι δυνάμεις της SDF με την υποστήριξη των Αμερικάνων και με την κάλυψη αμερικανικών ελικοπτέρων, των πυρών του πυροβολικού 155mm των πεζοναυτών και πυκνών αεροπορικών βομβαρδισμών από τα αμερικανικά μαχητικά προσέγγισαν και κατέλαβαν σημαντικό μέρος του στρατηγικής σημασίας φράγματος Tabqa του Τίγρη. Το φράγμα βρίσκεται σε απόσταση 25 μιλίων από την Ράκκα και τροφοδοτεί με ρεύμα και νερό όλη την περιοχή.

Οι Κούρδοι μάλιστα εξέδωσαν χθες ανακοίνωση μέσω του εκπροσώπου τους στον Λίβανο, καλωσορίζοντας τις κυβερνητικές δυνάμεις του προέδρου Άσαντ στην μάχη για την ανακατάληψη και του φράγματος αλλά και της Ράκκα. Με την επισήμανση ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις είναι αυτές που έχουν δικαίωμα σε σχέση με άλλες δυνάμεις (σ.σ. της Τουρκίας) να εμπλακούν σε αυτού του είδους τις επιχειρήσεις.

Για την Τουρκία έτσι, το συριακό παιγνίδι παίρνει άσχημη τροπή.

Μέσω ανωτέρων αξιωματούχων, του υπουργού εξωτερικών και του αναπληρωτή πρωθυπουργού, διεμήνυσε ότι δεν πρόκειται να συμβάλουν οι τουρκικές δυνάμεις στην επιχείρηση της Ράκκα εάν κληθούν να συμμετάσχουν οι Κούρδοι. Αλλά αυτός ο εκβιασμός έχει ήδη ξεπερασθεί στην πράξη. Και έτσι αναζητά άλλους τρόπους παράβασης η Άγκυρα. Σιωπηρά και κυρίως μέσω διαρροών και δημοσιευμάτων η Τουρκία συνδέει την στάση των συμμάχων της στην Συρία με την λειτουργία της βάσης του Ιντσιρλίκ.

Όμως γνωρίζει ότι κάθε κίνηση που θα υπονόμευε την ομαλή λειτουργία του Ιντσιρλίκ θα σημάνει μια άνευ προηγουμένου σύγκρουση με την Ουάσιγκτον αλλά και το ΝΑΤΟ, την οποία ούτε και αυτός ο αχαλίνωτος Ερντογάν μπορεί να αντέξει.

Η Τουρκία έτσι κινδυνεύει να βρεθεί εκτός παιγνιδιού στην πιο κρίσιμη στιγμή της συριακής κρίσης. Γιατί πλέον είναι σαφές ότι κανείς δεν επιθυμεί και δεν είναι διατεθειμένος να επιτρέψει την επέκταση της επιρροής η της κυριαρχίας της Τουρκίας στο συριακό έδαφος. Αντιθέτως ο «περιζήτητος σύμμαχος» οι κούρδοι του YPG ισχυροποιούν την θέση τους διατηρούν άριστες σχέσεις με την Μόσχα, την Ουάσιγκτον, έχουν διαύλους με την Τεχεράνη και πλέον συζητούν με τον Άσαντ.

Και είναι δεδομένο ότι στην επόμενη ημέρα, όποτε αυτή έρθει για την Συρία, που πάντως δεν θα είναι μακριά μετά την κατάληψη της Ράκκα, οι Κούρδοι θα διεκδικήσουν μερίδιο εξουσίας. Και τότε η Τουρκία στην καλύτερη περίπτωση θα βρεθεί μπροστά σε ένα εξαιρετικά δυσάρεστο τετελεσμένο: ένα ενοποιημένο αυτόνομο κουρδικό καντόνι στο βόρειο τμήμα μιας ομόσπονδης Συρίας. Ένα καντόνι που θα ελέγχεται πλήρως από το YPD την κουρδική παράταξη που συνδέεται ευθέως με τον θανάσιμο εχθρό του Ερντογάν και του τουρκικού καθεστώτος, το ΡΚΚ.

Αυτό θα αποτελέσει μια σημαντική στρατηγικής σημασίας ήττα για την Άγκυρα και προσωπικά για τον Ταγίπ Ερντογάν, καθώς θα αποτελέσει, μετά την ενίσχυση της αυτονομίας του Ιρακινού Κουρδιστάν ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την εθνική ολοκλήρωση του κουρδικού Έθνους πυροδοτώντας τον αλυτρωτισμό για το μεγάλο μέρος του κουρδικού Έθνους που παραμένει ακόμη εντός των συνόρων του τουρκικού κράτους.

Ν.Μ.
Πηγή Liberal



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

25 Μαρ 2017


Tου Ζαχαρία Μίχα

Τις κλασικές θεωρίες της γεωπολιτικής έχει ξεσηκώσει η ρωσική ηγεσία, κατανοώντας προφανώς, ότι εάν πετύχει η στρατηγική συνεργασία με την Κίνα και κατορθώσει έστω σε ένα βαθμό να εμπλέξει σε θετική κατεύθυνση τα συμφέροντα της Ινδίας, τότε θα κυριαρχήσουν από κοινού στην «παγκόσμια νήσο» (world island) και συνεπακόλουθα στην υφήλιο!

Τα πράγματα όμως είναι εξαιρετικά πιο πολύπλοκα στο γεωστρατηγικό παίγνιο των ημερών μας…

Δυο σύνοδοι που βρίσκονται στην ατζέντα στο προσεχές διάστημα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη ρωσική εξωτερική πολιτική. Η μία είναι η ετήσια σύνοδος Ρωσίας-Ινδίας τον Ιούνιο, ενώ θα έχει προηγηθεί η σύνοδος που αφορά στο σχέδιο «μια ζώνη, ένας δρόμος» (OBOR: One Belt, One Road), το φιλόδοξο σχέδιο της Κίνας για τη συνένωση των συμφερόντων χωρών που θα δημιουργήσουν έναν εμπορικό και ταυτόχρονα στρατηγικό «διάδρομο».

Η ρωσική διπλωματία δείχνει να αντιμετωπίζει τα δυο αυτά σχέδια ως συμπληρωματικά, με τελικό στόχο να διαθέτει τη δική της «εναλλακτική λύση», σε περίπτωση που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενδιαφερθούν για τη συνεργασία με τη Μόσχα που ζητά επί της ουσίας συνδιαχείριση των ζητημάτων της υφηλίου, χωρίς βέβαια να παρακάμπτει το Πεκίνο, καθώς αυτό θα ήταν απλώς αδύνατο.

Η Ρωσία επιχειρεί να σταθεροποιήσει τις σχέσεις της με την Ινδία, αν και πρόκειται για μια χώρα που δεν επιθυμεί απόλυτη ταύτιση είτε με τη Ρωσία είτε με τις ΗΠΑ, ενώ η Κίνα αποτελεί την κύρια απειλή για την εθνική της ασφάλεια. Κατά συνέπεια, η ρωσική «στρατηγική σύλληψη» για να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στο Νέο Δελχί και το Πεκίνο, είναι εξ ορισμού μια πολύ δύσκολη προσπάθεια.

Η Ρωσία δεν έχει καν την πολυτέλεια να εγκαταλείψει μια από τις δυο δυνάμεις, την Ινδία ή την Κίνα και είναι «καταδικασμένη» να επιδιώκει τη βελτίωση των σχέσεων και με τις δυο. Στην προσπάθεια εξισορρόπησης των σχέσεων, αλλά και διατύπωσης μιας έμμεσης απειλής στην Ινδία – και χειρονομία στο Πεκίνο που είναι ο στρατηγικός σύμμαχος του Ισλαμαμπάντ – η οποία αναπτύσσει ταχύτατα τις σχέσεις της και με τις ΗΠΑ, οι σχέσεις της Ρωσίας με το Πακιστάν έδειξαν κάποια κινητικότητα τα τελευταία χρόνια, με τη Μόσχα να προμηθεύει μικρό αριθμό επιθετικών ελικοπτέρων τις πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις και να έχει ανοίξει διαύλους στρατηγικού διαλόγου.

Ωστόσο, θα πρέπει κανείς να παρατηρήσει, ότι η μεγάλη παρουσία ρωσικών κύριων οπλικών συστημάτων στο ινδικό οπλοστάσιο στρέφεται εναντίον των κινεζικών συμφερόντων στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, κάτι που όμως ισχύει και από την αντίθετη κατεύθυνση.

Οι Κινέζοι εντάσσουν στο οπλοστάσιό τους τα κορυφαία σε υπηρεσία ρωσικά μαχητικά αεροσκάφη Sukhoi Su-35 – αν και σε πολύ μικρό αριθμό, μία μοίρα 24 μαχητικών – και τα συστήματα αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας τύπου S-400 Triumf, τα οποία μάλιστα θα παραλάβουν νωρίτερα από τους Ινδούς, που επίσης έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον να προμηθευτούν.

Η Ρωσία με την Ινδία έχουν θέσει ως στόχο να πετύχουν ετήσιες εμπορικές ανταλλαγές ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι το 2025, ένα «όραμα» των ηγετών των δυο χωρών, Βλαντιμίρ Πούτιν και Ναρέντρα Μόντι, στο πλαίσιο του εορτασμού της 70ης επετείου διπλωματικών σχέσεων.

Από την άλλη, όποιος θεωρεί ότι η σχέση της Μόσχας με το Πεκίνο είναι απαλλαγμένη από προβλήματα, είτε αγνοεί είτε εθελοτυφλεί. Και οι δυο πλευρές είναι παραδοσιακά και ιστορικά καχύποπτες για τις προθέσεις της άλλης για πλειάδα λόγων.

Στα πιο πρόσφατα, οι αναλύσεις διεθνώς επικέντρωσαν στο προηγούμενο της προσέγγισης της Κίνας το 1974 από το αμερικανικό δίδυμο Νίξον-Κίσιντζερ τη δεκαετία του 1970, με στόχο την ανάσχεση της ΕΣΣΔ, θέτοντας το ερώτημα εάν τώρα θα επιχειρηθεί το αντίστροφο από τις ΗΠΑ, λόγω των διαφημιζόμενων καλών σχέσεων και της ρητορικής του «κύκλου Τραμπ» με τη ρωσική ηγετική ομάδα.

Η Κίνα, σε μια ενέργεια που καλύφθηκε ελάχιστα από τα φώτα της δημοσιότητας προχώρησε σε μια ενέργεια που θα ήταν ασφαλές να υποτεθεί, ότι δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στη Μόσχα και αντιθέτως προκάλεσε εκνευρισμό και προβληματισμό.

Σε μια περίοδο κατά την οποία ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Ουάνγκ Γι, δήλωνε ότι η Κίνα έχει πλήρη εμπιστοσύνη στις σχέσεις της με τη Ρωσία, οι οποίες δεν έχουν επηρεασθεί από εξωτερικούς παράγοντες, και η χώρα του προτίθεται να ενισχύσει τη διμερή στρατηγική συνεργασία, προσθέτοντας ότι οι διμερείς σχέσεις, στην παρούσα φάση, διανύουν την καλύτερη στιγμή στην Ιστορία τους με βάση πάντα τα αμοιβαία συμφέροντα, ξεκινούσε στενή συνεργασία με την Ουκρανία στον διαστημικό τομέα.

Συγκεκριμένα, η κινεζική Ακαδημία Τεχνολογίας Εκτοξεύσεων (China Academy of Launch Vehicle Technology) ανακοίνωσε τη συνεργασία της με ουκρανικές εταιρίες για την από κοινού ανάπτυξη νέας γενιάς αεροεκτοξευόμενων (από αεροσκάφη) ρουκετών για την αντικατάσταση προβληματικών δορυφόρων.

Όπως δημοσίευσε η China Daily, οι ρουκέτες αυτές θα μπορούν να μεταφέρουν στο διάστημα φορτίο 200 κιλών. Η εκτόξευση θα γίνεται από εξειδικευμένα στην αποστολή μεταφορικά αεροσκάφη με βάση το Y-20 (τα συγκεκριμένα αεροσκάφη παραδόθηκαν τον περασμένο Ιούλιο στην κινεζική Αεροπορία).

Οι Κινέζοι φέρονται αν έχουν ήδη αναπτύξει ένα τέτοιο σύστημα που δύναται να μεταφέρει φορτίο 100 κιλών στο διάστημα και να το θέσει σε χαμηλή τροχιά. Παρόμοιο πρόγραμμα έχουν σε εξέλιξη μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα πάντα με το κινεζικό δημοσίευμα.

Επίσης, υπενθυμίζεται ότι οι Κινέζοι, στις 30 Αυγούστου του 2016 υπέγραψαν συμφωνία διά της Aviation Industry Corporation of China (AICC) με την ουκρανική Antonov Corporation, για την επανέναρξη παραγωγής του μεγαλύτερου αεροσκάφους στον κόσμο, του AN-225, που έχει 84 μέτρα μήκος και πτερυγικό εκπέτασμα μεγαλύτερο των 88 μέτρων, το οποίο μπορεί να μεταφέρει 250 τόνους φορτίου.

Το πρόγραμμα είχε σταματήσει μετά τη δραματική επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία, με τους Κινέζους να αρπάζουν την ευκαιρία, κάτι που θα ήταν αδιανόητο να μην έχει ενοχλήσει τη ρωσική ηγεσία, δεδομένου του ψυχροπολεμικού κλίματος στις σχέσεις με την Ουκρανία και όσα διακυβεύονται στην ανατολική Ουκρανία και την χερσόνησο της Κριμαίας, σε στρατηγικό επίπεδο για τη Μόσχα.

Σε κάθε περίπτωση, δείχνει να συνιστά μια ενέργεια από αυτές που οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν για να «προειδοποιήσουν» την άλλη, όμως ακόμα κι αν πετυχαίνει τον στόχο της, παράλληλα ενισχύει την υφιστάμενη καχυποψία και θέτει περιορισμούς στη δυνατότητα πραγματοποίησης «αλμάτων» στη στρατηγική συνεργασία.

Πλέον, για να επιστρέψουμε στο «τρίγωνο» Μόσχας, Νέου Δελχί και Πεκίνου, η Ρωσία σήμερα καλεί για μια ειλικρινή συζήτηση. Κάπου εκεί υποκρύπτεται η ανησυχία της Μόσχας για τις κινεζικές πρωτοβουλίες, αφού τα στρατηγικά συμφέροντα των δυο δυνάμεων στην περιοχή της κεντρικής Ασίας -τουλάχιστον- είναι αποκλίνοντα.

Όπως αναφέρει το ρωσικό Sputnik, η Κίνα εκμεταλλεύθηκε την κατάρρευση της συμφωνίας TPP (Trans-Pacific Partnership), καθώς αυτό έδωσε νέα δυναμική στο δικό της σχέδιο, το OBOR, για τη συνένωση της ασιατικής ηπείρου, υπό τη δική της όμως ηγεμονία και κατεύθυνση.

Αυτό η Ρωσία δεν θα το επέτρεπε να συμβεί και αυτονόητα κινείται για την εξασφάλιση των συμφερόντων της, προσπαθώντας να εντάξει στον κινεζικό σχεδιασμό τον κάθετο άξονα που ενώνει τη Ρωσική Ομοσπονδία με την Ινδία. Στόχος είναι, σύμφωνα με τα λόγια Ινδού αναλυτή που μίλησε στο Sputnik, «μια πιο εποικοδομητική και έξυπνη εμπλοκή» από κινεζικής πλευράς, λόγια στα οποία προκύπτει η έκδηλη ανησυχία για τις κινεζικές ενέργειες.

Κατά συνέπεια, δύο είναι τα τελικά συμπεράσματα:

Το πρώτο, ότι τις Ρωσία και Ινδία ανησυχούν σφόδρα τα κινεζικά σχέδια, κάτι που θεωρητικά τις φέρνει πιο κοντά, χωρίς αυτό να αποκλείει και την προσθήκη των ΗΠΑ, όταν κάποια στιγμή εξευρεθούν νέες ισορροπίες στο «σύστημα» στην Ουάσιγκτον.

Το δεύτερο, ότι ο περίφημος «άξονας» Ρωσίας-Κίνας θα πρέπει να θεωρείται κάθε άλλο παρά δεδομένος. Πέραν του «ιστορικού βάρους» το οποίο πολλοί λησμονούν στις αναφορές τους στο θέμα, είναι μια δυναμική διαδικασία που υπαγορεύεται από τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα και επιδιώκει να ορθωθεί ως τείχος στα στρατηγικά σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών με στόχο τη διατήρηση της πλανητικής πρωτοκαθεδρίας.

Οι εξελίξεις όμως διεθνώς, κινούνται με χαοτικό τρόπο. Ίσως και αυτό να είναι καλύτερο, εάν το ζήτημα προσεγγιστεί από «φιλοσοφική» πλευρά. Δηλαδή, το ότι οι συμμετέχοντες στο παίγνιο, έχουν συνεχώς τη δυνατότητα σε τακτικό επίπεδο να επηρεάσουν ο ένας τις υπόλοιπες διπλωματικές σχέσεις του άλλου, επιδιώκοντας να «ρυθμίσουν» τη στρατηγική του συμπεριφορά.

Την ίδια στιγμή, Μόσχα και Πεκίνο δείχνουν αμφότερες πως κατά βάθος θα επιθυμούσαν να έχουν εξασφαλίσει τη συμμαχία της Ουάσιγκτον, ώστε να υποβιβάσουν ο ένας τον άλλον, de facto σε μια άτυπη τρίτη θέση στην «παγκόσμια ιεραρχία», χωρίς όμως να αποκλείουν αλλήλους από μια διαδικασία στρατηγικής συνεννόησης…

Μπορεί αυτό που συμβαίνει να μοιάζει με μια ισορροπία τρόμου, όμως ας αναλογιστούμε ότι αν έλειπε αυτό το «χαοτικό στοιχείο» από την εξίσωση και θεωρητικά υπήρχαν δύο «στρατόπεδα» αφοσιωμένα το ένα στο άλλο, ο πειρασμός στρατιωτικού ξεκαθαρίσματος της υπόθεσης θα ήταν μεγάλος και δυνητικά καταστροφικός.

* Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (IAAA/ISDA)
Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου