Top Social Icons

Menu Right

Left Sidebar
Left Sidebar
Featured News
Right Sidebar
Right Sidebar

Η κατηγορια που επιλεξατε...

24 Φεβ 2017


Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Εδώ και αρκετές εβδομάδες και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη καθηκόντων από το νέο Αμερικανό Πρόεδρο, Donald Trump, η Τουρκία και ο Tayyip Erdogan, έχουν αυξήσει κατακόρυφα τη δραστηριότητά τους στο Αιγαίο, δημιουργώντας ένα σκηνικό έντασης το οποίο δείχνει ξεκάθαρα ότι η Άγκυρα ξετυλίγει αργά, αλλά σταθερά μια αναθεωρητική στρατηγική που ανά πάσα στιγμή μπορεί να οδηγήσει σε ένα θερμό επεισόδιο, με απρόβλεπτες συνέπειες. Είναι επίσης σαφές ότι όλη αυτή η ατμόσφαιρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με το επερχόμενο δημοψήφισμα του Απριλίου στη γειτονική χώρα, το οποίο έχει ως στόχο την ενίσχυση του Erdogan με πέρασμα σε ένα Προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, στο Κυπριακό, μετά το φιάσκο της Γενεύης, η Τουρκία αφού δεν κατάφερε να περάσει το συμφωνημένο με την κυβέρνηση Obama, σχέδιο διευθέτησης το οποίο ήταν κομμένο και ραμμένο στα μετρά της, έχει οδηγήσει τη διαδικασία σε ένα ουσιαστικό τέλμα, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται να προχωρήσει τίποτα, ειδικά μέχρι να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της η νέα Αμερικανική κυβέρνηση.

Κλειδί στη στάση της Ουάσιγκτον τόσο στο Αιγαίο, όσο και στο Κυπριακό, είναι η κατάσταση που θα διαμορφωθεί στις σχέσεις της κυβέρνησης Trump, με την Τουρκία και το καθεστώς Erdogan, με τον παράγοντα Ρωσία να εμπλέκεται στην εξίσωση.

Σε αυτό το μέτωπο οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών δεν είναι ιδιαίτερα θετικές και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η χώρα σε οικονομικό επίπεδο βρίσκεται στην κυριολεξία στο βάραθρο, έρχονται πολύ δύσκολες και επικίνδυνες ημέρες.

Το συνέδριο του Μονάχου για την ασφάλεια ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον και αποκάλυψε πολλά σχετικά με το που οδηγούνται τα πράγματα στο διεθνές σύστημα. Ήταν επίσης πολύ αποκαλυπτικό αναφορικά με το τι έρχεται στο μέτωπο Ουάσιγκτον, Άγκυρα, και τι αυτό σημαίνει για το εφήμερο φλερτ, μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας.

Στο Μόναχο έγινε σαφές ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια αλλαγή στη σχέση του καθεστώτος Erdogan με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την Προεδρία Trump. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, ένα πρόσωπο το οποίο θα έχει καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον ο Στρατηγός, James Mattis, συναντήθηκε στις Βρυξέλλες με τον Τούρκο ομόλογό του, στο περιθώριο του συνεδρίου των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ, και τον διαβεβαίωσε για την υποστήριξη των ΗΠΑ ως στρατηγικού εταίρου, στην εκστρατεία εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος, Mike Pence, συναντήθηκε με τον Τούρκο Πρωθυπουργό, Binali Yıldırım, και τον επικεφαλής της Τουρκικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Hakan Fidan, και μια ημέρα μετά τη συνάντηση ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Mevlut Cavusoglu, δήλωσε στο Μόναχο ότι η Τουρκία ζήτησε την αποστολή περισσότερων αμερικανικών ειδικών δυνάμεων στη Συρία.

Οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, πέρασαν μια πολύ δύσκολη εποχή, με αιχμή την έκδοση του Fethullah Gulen που η κυβέρνηση Erdogan έχει στοχοποιήσει ως υπεύθυνο για το πραξικόπημα.

Η Τουρκία ειδικά μετά το πραξικόπημα, έχει εμπλακεί σε ένα τριγωνικό παιχνίδι στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό το ριψοκίνδυνο πόκερ περιλαμβάνει τις ΗΠΑ, παραδοσιακό σύμμαχο των Τούρκων. Στο κέντρο αυτής της σχέσης βρίσκεται η στρατηγικής για την Ουάσιγκτον, σημασίας βάση στο Ιντσιρλίκ. Για τις ΗΠΑ το Ιντσιρλίκ είναι κρίσιμο για τις αεροπορικές επιχειρήσεις πάνω από το Ιράκ και τη Συρία, την παρακολούθηση του Ιράν, καθώς και επιχειρήσεις στη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο, σε απάντηση πιθανών Ρωσικών επιχειρήσεων.

Ο άλλος παίκτης στο τριγωνικό πόκερ της Άγκυρας είναι η Ρωσία. Παραδοσιακά μιλάμε για μια χώρα αντίπαλο της Τουρκίας. Από την εποχή του Τσάρου και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Μόσχα έχει αυξημένο ενδιαφέρον για την Τουρκία. Τα στενά του Βοσπόρου είναι ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τη Μόσχα. Στην περίπτωση που τα ελέγξει, θα έχει ανεμπόδιστη πρόσβαση στη Μεσόγειο, κάτι που αποτελεί εξαιρετικής σημασίας στρατηγικό στόχο των Ράσων.

Με δεδομένο ότι η Μόσχα δεν έχει τη δυνατότητα, σήμερα, να ελέγξει τα στενά του Βοσπόρου, έχει άλλους τρόπους να κοντράρει την Τουρκία. Η αποστολή δυνάμεων στη Συρία και η στήριξη του Assad, βρίσκεται στην κορυφή. Το περιστατικό με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από τους Τούρκους, οδήγησε τις σχέσεις των δυο χωρών σε πολύ υψηλή ένταση. Ακολούθησε το πραξικόπημα και ο Erdogan κατηγόρησε των Gulen και κατ’ επέκταση την Ουάσιγκτον για στήριξή του. Αυτά τα γεγονότα έδωσαν τη δυνατότητα να βρεθεί σε μια πλεονεκτική διπλωματικά θέση έναντι των δυο δυνάμεων. Στην ουσία είναι χρήσιμη και στους δυο. Οι Αμερικανοί χρειάζονται το Ιντσιρλίκ, αλλά και την Τουρκία στην εφαρμογή πολιτικής έναντι του Αραβικού Κόσμου. Οι Ρώσσοι θέλουν να ενισχύσουν τη δύναμή τους για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ουκρανία και την ένταση με το ΝΑΤΟ στα σύνορά της. Στην περίπτωση που καταφέρουν να προσεταιριστούν την Τουρκία, θα δημιουργήσουν μεγάλο πρόβλημα στις ΗΠΑ.

Οι τελευταίες ενδείξεις, ειδικά μετά την επιτυχία της στήριξης του Assad στη Συρία από την Μόσχα, δείχνουν ότι ο Erdogan και η Άγκυρα κλείνουν και πάλι προς την Ουάσιγκτον. Οι πληροφορίες από την αμερικανική πρωτεύουσα αναφέρουν ότι η κυβέρνηση Trump εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο αποστολής δυνάμεων στη Συρία και στο παρασκήνιο γίνεται σοβαρή συζήτηση γύρω από την υποστήριξη των Αμερικανών έναντι των Κούρδων στη Συρία.

Δεν είναι, επίσης, καθόλου τυχαίο ότι εν γνώση του Αμερικανικού Πενταγώνου, ο Πρόεδρος της πανίσχυρης Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, γερουσιαστής John McCain, επισκέφθηκε μυστικά τη Βόρεια Συρία και στην πόλη Κομπάνι μίλησε με Αμερικανούς στρατιωτικούς και Κούρδους μαχητές, γύρω από την εκστρατεία κατά του Ισλαμικού Κράτους. Πριν από αυτή την επίσκεψη είχε μεταβεί στην Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, για να συζητήσει τη στρατηγική γύρω από αυτό το στόχο.

Ο Erdogan, έπαιξε με τους Ρώσους, και έχει πλέον κατανοήσει την περιορισμένη αξία την οποία έχουν ως σύμμαχος της Τουρκίας. Τα προβλήματα που έχει η Μόσχα είναι πολλά και σοβαρά για να είναι μακροπρόθεσμα χρήσιμη στην Άγκυρα. Την ίδια στιγμή τα προβλήματα που έχει η Τουρκία στα νότια είναι πολύ σοβαρά και ταυτόχρονα ανησυχεί έντονα για το Ιράν. Τα συμφέροντά της είναι πολύ πιο κοντά με αυτά της Ουάσιγκτον και γνωρίζει ότι οι Αμερικανοί μπορούν να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους.

Από την πλευρά τους οι ΗΠΑ και η κυβέρνηση Trump, γνωρίζουν ότι για να εμπλακούν σοβαρά και να έχουν πιθανότητες επιτυχίας στην καταστροφή του Ισλαμικού Κράτους, είναι απαραίτητο να έχουν την Τουρκία στο πλευρό τους.

Στο Μόναχο, αλλά και στη συνάντηση των Υπουργών άμυνας του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα ήταν ανύπαρκτη. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Στρατηγός Mattis, δεν μπήκε καν στον κόπο να συναντηθεί με τον Πάνο Καμένο, ενώ συναντήθηκε με αρκετούς από τους ομολόγους του.

Δυστυχώς, για την Ουάσιγκτον και την κυβέρνηση Trump, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν προσφέρει τίποτα το αξιόλογο για να ασχοληθεί σοβαρά μαζί της. Η χώρα λόγω των μνημονίων είναι προσδεδεμένη στο άρμα της Γερμανίας και η κρίση είναι τόσο βαθιά που την έχει καταστήσει στρατηγικά ανενεργή και αδιάφορη για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Αυτό την καθιστά ακόμη πιο ευάλωτη στην τουρκική προκλητικότητα και εγκυμονεί κινδύνους για τα εθνικά της συμφέροντα. Είναι, μάλιστα, μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζει κανείς την τουρκική προκλητικότητα και την αναθεωρητική στρατηγική του Erdogan, ως ελεγχόμενο γεγονός που απλά συμβαίνει για εσωτερική κατανάλωση.

Στο μέτωπο του Κυπριακού, παρά το γεγονός ότι η Λευκωσία έχει ένα καλό χαρτί που ακούει στο όνομα υδρογονάνθρακες, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα αποδειχθεί ικανό αντίβαρο στην στρατηγική επαναπροσέγγιση Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας.

Συμπερασματικά, το σκηνικό το οποίο διαμορφώνεται δεν είναι καθόλου ευοίωνο για τα εθνικά συμφέροντα σε όλο το φάσμα. Το δυστύχημα είναι ότι μέσα στην τραγωδία της αξιολόγησης και στο βάραθρο που έχει οδηγηθεί η χώρα κανείς δεν δίνει την απαιτούμενη σημασία σε έναν κίνδυνο ο οποίος μπορεί να προκαλέσει ζημιά η οποία θα είναι ανεπανόρθωτη.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

23 Φεβ 2017


Του Αλέξανδρου Δρίβα

Ο Θουκυδίδης έλεγε πως η ανθρώπινη φύση, παραμένει σταθερή. Περιβάλλεται από τον φόβο, τη δόξα και το συμφέρον. Μολονότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και αποτελεί έγκλημα κατά της μεθοδολογίας να συγκρίνονται οι εποχές, υπάρχουν ορισμένες σταθερές που έχουν την αξία κανόνων (δεν είναι λίγοι που τους χαρακτηρίζουν και ως νόμους). Η διεθνής πολιτική, χαρακτηρίζεται από την αναρχία. Όταν λέμε αναρχία, εννοούμε πως η σφαίρα της διεθνούς πολιτικής δράσης δε διέπεται από ένα σύνταγμα. Αν σας ενοχλήσει κάποιος και η ενόχληση περικλείεται στο Ποινικό Δίκαιο, τότε, σε ένα κράτος έχετε τη δυνατότητα να καλέσετε την αστυνομία. Στις διεθνείς σχέσεις, δεν υπάρχει αστυνομία. Έτσι, τα κράτη ανταγωνίζονται το ένα το άλλο προκειμένου να επιτύχουν απόλυτα ή σχετικά κέρδη. Η ασφάλεια σε ένα τέτοιο, άναρχο περιβάλλον, δεν είναι ποτέ αρκετή.

Brzezinski και Ευρασία

Ο Zbigniew Brzezinski, από τα πρώτα χρόνια της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, προειδοποίησε-πρότεινε στις ΗΠΑ, να εκμεταλλευτούν τον χώρο που άφησε η διάλυση της ΕΣΣΔ. Ο διάλογος στις ΗΠΑ, άρχισε να αφορά την επέκταση ή όχι του ΝΑΤΟ προς το χώρο που πριν το 1991, αποτελούσε κομμάτι της ΕΣΣΔ. Η Ρωσία, ηθικά και οικονομικά χρεοκοπημένη μέχρι και το 1998, παρακολουθούσε μια περιοχή που ήταν αυλή της, να γίνεται μέρος της Δύσης.

Η άνοδος του Putin στην εξουσία, σήμανε το τέλος της παρακμής της Ρωσίας, η οποία είχε και ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1980. Η Ρωσική Ομοσπονδία, (πλέον) κατέστησε σαφές πως ενίσχυση νατοϊκών δυνάμεων γύρω από το έδαφός της, θα συνεπαγόταν δυναμικές απαντήσεις. Η Ευρασιατική Ένωση, αποτέλεσε μια πρωτόλεια προσπάθεια γεωπολιτικής και γεωοικονομικής ανασυγκρότησης σε έναν χώρο που πλέον, δε διεκδικούσαν μόνο οι ΗΠΑ αλλά και η ταχύτατα αναδυόμενη Κίνα. Ο φόβος περικύκλωσης και «στραγγαλισμού», βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης ρωσικής στρατηγικής κουλτούρας.

Αμυνόμενη... επιθετικά

Πέραν από τη «δημοσιογραφική» και «ηθικολογική» κατακραυγή που εν πολλοίς, πληρώνει η Δύση σε πολλά άλλα ζητήματα που αφορούν τη διεθνή πολιτική, υπάρχει και η κατανόηση. Τα κράτη, όταν δρουν με τον Α’ ή τον Β’ τρόπο, δεν το κάνουν γιατί έχουν «προσωπικά» με κάποιο άλλο κράτος. Η Ρωσία, προσπάθησε (και προσπαθεί) να αποφύγει την περικύκλωση διασπείροντας την επιρροή της σε όλη την Ευρασία, έτσι ώστε 1) είτε να τη χρησιμοποιήσει ως αντάλλαγμα για να διατηρήσει την ελευθερία κινήσεων στην περιοχή της, 2) είτε για να «μπλοκάρει» συμφέροντα των άλλων δύο μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ και Κίνας). Η Ρωσία, απάντησε στην ουκρανική κρίση με την ταχύτατη προσάρτηση της Κριμαίας και απέφυγε την εσωστρέφεια που θα έφερνε η ενασχόλησή της με τα του Καυκάσου, διεκδικώντας επιρροή στη Συρία. Κριμαία και Συρία, θα εξασφάλιζαν με τον πιο δυναμικό τρόπο, αν μη τι άλλο, την απρόσκοπτη έξοδο της Ρωσίας στα θερμά ύδατα και τη διατήρηση του ισχυρού ενεργειακού δικτύου της. Χωρίς αυτά, η Ρωσία θα μπορούσε να καταρρεύσει.

Το νέο κάδρο των αμερικανορωσικών σχέσεων

Για πάρα πολλούς που έχουν συνηθίσει στην ιδεολογικοποίηση της διεθνούς πολιτικής, η προσέγγιση ΗΠΑ και Ρωσίας, φαντάζει μια «συνωμοσία». Φαίνεται απίστευτο και ύποπτο, κάτι που στο παρελθόν έχει γίνει πάμπολλες φορές. Το Σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ, αποτελεί ένα μνημείο, προκειμένου να θυμόμαστε μέχρι που μπορεί να φτάσει η πρακτική της κατοχύρωσης των συμφερόντων. Στη διεθνή πολιτική, τις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις-προσεγγίσεις, δεν τις φέρνουν τα πολιτεύματα, ούτε κώδικες αξιών. Αυτά, θα ήταν όπως έλεγε ο Μακιαβέλι, πολυτέλεια. Τα συμφέροντα, φέρνουν κοντά ή απομακρύνουν και επιφέρουν συγκρούσεις.

Οι ΗΠΑ, νιώθουν οτι απειλούνται πολύ λιγότερο από τη Ρωσία. Θεωρούν πως η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για τα παγκόσμια συμφέροντα της Ουάσινγκτον. Επιπρόσθετα, ο λανθασμένος χειρισμός της Ρωσίας, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ να είναι σε αμηχανία καθώς ο Putin βρίσκεται –εκτός από τη Συρία- και στην Ινδία και στο Ιράν και στην Τουρκία, αλλά και στην Αίγυπτο και κάνει σκέψεις, για τη Λιβύη. Οι ΗΠΑ θα ήταν ικανοποιημένες αν την περιοχή της αστάθειας (Ευρύτερη Μέση Ανατολή) την «μοιράζονταν» με τη Ρωσία, αποφεύγοντας μεγάλη φθορά (οι ΗΠΑ) και αποκλείοντας παράλληλα, την Κίνα. Αυτό, σημαίνει πως οι ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις και οι αντίστοιχες ευρωατλαντικές, θα περάσουν σε άλλη διάσταση. Η Ουκρανία, είναι ένα σημαντικό κομμάτι αυτού του puzzle και η Ρωσία, έχει αρκετά «χαρτιά» υπέρ της, ώστε να διατηρεί το πάνω χέρι σχετικά με την τύχη της Ουκρανίας (ακόμη και της δυτικής Ουκρανίας). Παρόλα αυτά, το ό,τι έχει γίνει ως τώρα στην Ουκρανία και το τι εξελίσσεται σε Τουρκία και Συρία, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα.

Οι διαστάσεις της Ουκρανικής κρίσης

Η Ουκρανική κρίση απειλεί την PAX AMERICANA. Εάν τεθεί σε έναν Στρατιωτικό ή σε έναν Διπλωμάτη το βασικό ερώτημα, για το ποιο συμφέρον εξυπηρετείται από την εμπλοκή της Δύσης στην κρίση της Ουκρανίας, η απάντηση φαίνεται να είναι σχετικά εύκολη. Αυτή είναι η στήριξη του υπέρτερου συμφέροντος των Δυτικών, δηλαδή των Ευρωπαίων και των Αμερικανών, να διατηρήσουν την ειρήνη και την ελευθερία στην Ευρώπη.

Για να εξασφαλιστούν αυτά, έχουμε δημιουργήσει το σύστημα στρατιωτικών-πολιτικών εγγυήσεων που ρυθμίζονται από τα καταστατικά των δύο πολυμερών οργανισμών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, που βασίζονται σε συμφωνημένους κανόνες. Το ΝΑΤΟ είναι ο κύριος μηχανισμός, μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η εγγύηση της ασφάλειας των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει εισέτι φροντίσει να διαθέτει αντίστοιχο αξιόπιστο μηχανισμό ανάληψης αμυντικών επιχειρήσεων για την πρόληψη και την επίλυση συγκρούσεων. Καθώς η ΕΕ είναι ανίκανη και απρόθυμη να εγγυηθεί τη στρατιωτική ασφάλεια ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ θα παραμένει η πιο σημαντική συμμαχία για τη διατήρηση της ειρήνης και της ελευθερίας κατά της οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής. Ουσιαστικά, το ΝΑΤΟ είναι ο Στρατιωτικός μοχλός άσκησης πολιτικής υπέρ των ΗΠΑ στην περιοχή της Ευρασίας.

Ο πιο καλόπιστος παρατηρητής που μπορεί να μην έχει σχέση με στρατιωτικές αναλύσεις, αντιλαμβάνεται ότι η κρίση της Ουκρανίας δεν αποτελεί μόνο μια απειλή για την ειρήνη και την τάξη στην Ευρώπη αλλά πρωτίστως είναι μια σύγκρουση που υπονομεύει την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ευρασιατικό γεωπολιτικό χώρο. Επίσης αντιλαμβάνεται πόσο επικίνδυνο είναι να μείνουμε αδρανείς, καθώς η αδράνεια θα επιφέρει περαιτέρω κλιμάκωση από τα αντίπαλα στρατόπεδα. Μέχρι στιγμής οι επίσημες πολιτικές της Δύσης στην Ουκρανική κρίση μπορούν να αποτυπωθούν ως το ενδιαφέρον για να διατηρηθεί η Ευρώπη ασφαλής και ελεύθερη, κατηγορώντας τη Ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία ως μια παραβίαση της ευρωπαϊκής ειρήνης. Όλοι επικρίνουν την προσάρτηση της Κριμαίας, αλλά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει για να το ανατρέψει. Η Δύση είχε επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, αλλά στην πραγματικότητα, αυτό δεν κοστίζει πολύ, ούτε στην ΕΕ, ούτε στο ΝΑΤΟ. Η εκτίμηση είναι ότι η πρόκληση από την κρίση στην Ουκρανία θα παραμείνει σε χαμηλή προτεραιότητα για τους δυτικούς ηγέτες και δεν πρόκειται να αναλάβουν μεγαλύτερους κινδύνους πέραν των κυρώσεων. Αυτό θα μπορούσε πιθανότατα να αλλάξει μόνο αν ήταν ορατός ο κίνδυνος διακύβευσης κυριαρχίας ευρωπαϊκών εδαφών από τη Ρωσία. Όσο ο Vladimir Putin μένει μακριά από τέτοιες ενέργειες, πιθανότατα θα κερδίσει ακόμη περισσότερα από ότι έχει ωφεληθεί μέχρι στιγμής.

* Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

22 Φεβ 2017


Του Δημήτρη Τσαϊλά

Κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, οι χώρες της Ευρώπης θα αντιμετωπίσουν μια σειρά από προκλήσεις, τα αποτελέσματα των οποίων ενδέχεται να αποσταθεροποιήσουν τα ευρωπαϊκά δεδομένα, ειδικά την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και το ΝΑΤΟ, δύο δεδομένα πάνω στα οποία στηριχτήκαμε μετά από δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους, το Ψυχρό Πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση, και τις συνέπειες της διάλυσης της τελευταίας στα τέλη του εικοστού αιώνα.

Οι προκλήσεις είναι ηθικές και υπαρξιακές. Ηθικές καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει, στην πραγματικότητα, την αυγή μιας μετα-παγκοσμιοποιημένης και Ευρωσκεπτικιστικής εποχής που τροφοδοτείται από την αφύπνιση των εθνικιστικών κινημάτων που τρέφονται από τη ροή του μεταναστευτικού κύματος από την Αφρική, την Ασία (συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας), και ακόμη και από την ίδια την Ευρώπη (Βαλκάνια , για παράδειγμα). Μια ακόμη πρόκληση είναι η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την ΕΕ. Υπαρξιακές διότι η επικράτηση του BREXIT δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των ιστορικών βρετανικών αποσχιστικών τάσεων από την Ευρώπη, αλλά περιλαμβάνει επίσης θέματα αρχών. Όπως την υπεροχή των νόμων της ΕΕ για τη μετανάστευση, το εθνικό νόμισμα (βρετανική λίρα) ως στοιχείο στην κατάσταση της νομισματικής πολιτικής, σε αντίθεση με το Ευρώ και το μεγάλο ερώτημα για το πώς η εξωτερική πολιτική της Ευρώπης θα αποφασίζεται στο μέλλον.

Μια ακόμη μεγάλη πρόκληση για τους ευρωπαίους ηγέτες είναι η πολιτική του νέου προέδρου των ΗΠΑ κ. Τράμπ για τη λειτουργία του ΝΑΤΟ. Οι ηγέτες της διατλαντικής συμμαχίας αναγνώρισαν ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει τις απειλές του 21ου αιώνα και ότι η κοινή μας άμυνα απαιτεί τη λήψη κατάλληλων επενδύσεων σε στρατιωτικές δυνατότητες για να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι σύμμαχοι συμβάλλουν με το μερίδιο που τους αναλογεί για την συλλογική μας ασφάλεια. Αυτό σημαίνει ότι οι σύμμαχοι έχουν καθήκον να αναλάβουν το μερίδιο της οικονομικής επιβάρυνσης της διατήρησης της οργάνωσης.

Ποια είναι τα πραγματικά ερωτήματα;

Υπάρχουν πολλά ερωτήματα σχετικά με την ευρωατλαντική σχέση, που μας βασανίζουν τον τελευταίο καιρό. Μάλιστα γίνονται όλο και πιο έντονα μετά την ανάληψη της νέας προεδρίας των ΗΠΑ. Το βασικό ερώτημα που θέτουν οι περισσότεροι αναλυτές είναι αν το ΝΑΤΟ και ιδιαίτερα οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα πείσουν τον Πρόεδρο των ΗΠΑ ότι η ευρωατλαντική συμμαχία παραμένει ένα πολύτιμο εργαλείο της ηγεσίας των ΗΠΑ και αποτελεί σημαντικό πολυμερές φόρουμ συνεργασίας για την ασφάλεια και την άμυνα. Εκτιμώ ότι αυτό το ερώτημα μάλλον παραπλανεί παρά οδηγεί στην ανάληψη ευθυνών και ανεύρεση λύσεων, στην νέα αρχιτεκτονική των σχέσεων, όπως διαμορφώνονται καθώς έχει απαντηθεί από την ιστορία.

Οι ΗΠΑ χρειάζονται την Ευρώπη, αλλά φαίνεται να το αγνοούν. Αυτό θα λέγαμε ότι είναι η παραδοσιακή πάλη μεταξύ συναισθήματος και πραγματικότητας. Ο απομονωτισμός στη δεκαετία του 1930, τα μέτρα εμπορικού προστατευτισμού κατά την ίδια περίοδο, και τα διδάγματα από τον Ψυχρό Πόλεμο έχουν δείξει σαφώς ότι ακόμη και ένα ισχυρό έθνος όπως η Αμερική χρειάζεται συμμάχους. Επιπλέον, στον σημερινό πολυπολικό κόσμο η αντιπαλότητα εναντίον του δυτικού στρατοπέδου από πολλές παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις απαιτεί αλληλεγγύη μεταξύ των διατλαντικών συμμάχων.

Τα επιχειρήματα αυτά μάλλον υπολείπονται όταν αντιμετωπίζουν τη σκληρή πραγματικότητα της νέο συντηρητικής ιδεολογίας. Ως ενσάρκωση όλων των ιδεών που αυτή η σχολή σκέψης περιφρονεί, η ΕΕ δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ένας φυσικός εταίρος, πόσο μάλλον ως ένας αξιόπιστος παράγοντας στη διεθνή σκηνή.

Μπορεί η Ευρώπη να πείσει τη νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ για το αντίθετο; Μάλλον όχι, τουλάχιστο προς το παρόν. Αλλά αν η Ευρώπη είναι σε θέση να σταθεί σταθερή και ενωμένη γύρω από κοινά συμφέροντα, η σημασία της μπορεί να βρει σταδιακά το δρόμο της στη νοοτροπία της διοίκησης Τράμπ. Γι’ αυτό κατά την ταπεινή μου άποψη τα πραγματικά ερωτήματα είναι δύο:

πρώτον, αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν πλήρως κατανοήσει τις αλλαγές στη διατλαντική σχέση ασφαλείας και

δεύτερο, αν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το οστικό κύμα από τις πρώτες εβδομάδες της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ για την αναζωογόνηση των ευρωπαϊκών προσπαθειών για να παίξουν έναν αυτόνομο και αποτελεσματικό ρόλο στις διεθνείς υποθέσεις.

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα

Η Ευρώπη θα πρέπει να αυξήσει άμεσα τις εισφορές στην άμυνα. Αυτό δεν είναι απλώς ένα ζήτημα που αφορά το νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ήταν το ίδιο ζήτημα που έσπρωχνε και τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα να ζητά επίμονα από τους Ευρωπαίους τη γενική υποστήριξη για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Η απόφαση που ελήφθη στη σύνοδο κορυφής της Βαρσοβίας του ΝΑΤΟ, τον Ιούλιο του 2016, που για να θυμηθούμε, ήταν η ενίσχυση με ευρωπαϊκά και αμερικανικά στρατεύματα των χωρών της Βαλτικής καθώς και ένα σημαντικό μήνυμα ότι οι Ευρωπαίοι είναι πρόθυμοι να κάνουν περισσότερα και να μοιραστούν την επιβάρυνση για τη Νατοϊκή άμυνα, και όχι μόνο από την άποψη των δαπανών.

Επίσης στη Γερμανική Λευκή Βίβλο του 2016 όπως επιβεβαιώνει, αλλά και η δέσμευση της Καγκελαρίου Μέρκελ, είναι ο στόχος του 2% του ΑΕΠ στις αμυντικές δαπάνες. Αυτά αποτελούν περαιτέρω ενδείξεις ότι η ισχυρότερη ευρωπαϊκή χώρα είναι διατεθειμένη να κάνει περισσότερα για την ευρωπαϊκή άμυνα. Κινήσεις για την ενίσχυση των προσπαθειών στην άμυνα της ΕΕ είναι μια άλλη ένδειξη της αλλαγής. Εκτιμάται μετά τις γαλλικές και γερμανικές εκλογές του 2017, οι ηγέτες των δύο αυτών εθνών θα δώσουν ώθηση για περισσότερη ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία.

Από τη μία πλευρά, φαίνεται ως σημαντικό που οι Ευρωπαίοι στοχεύουν να συνδράμουν στην τρέχουσα κατανομή των αμυντικών βαρών στο ΝΑΤΟ, όμως το πιο σημαντικό από το να δαπανήσουν το 2% του ΑΕΠ τους για την άμυνα, είναι οι Ευρωπαίοι εταίροι να συντονίσουν τις πολιτικές τους για την ασφάλεια στο ΝΑΤΟ, ιδίως όσον αφορά στη διαχείριση της κρίσης στη γειτονιά της Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει επιτέλους την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), η οποία ιδρύθηκε πριν είκοσι πέντε χρόνια. Αυτή πρέπει να είναι η σωστή απάντηση στην ηγεσία των ΗΠΑ, μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ευθύνη στις διεθνείς υποθέσεις. Η εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα της ΚΕΠΠΑ είναι μια δύσκολη πρόκληση στους υπέρμαχους της κρατικής κυριαρχίας, αλλά χρειάζεται περισσότερο από ποτέ.

Οι Ευρωπαίοι πρέπει να υποβάλουμε προτάσεις ώστε να αναλάβουμε περισσότερες ευθύνες στη δομή της στρατιωτικής διοίκησης του ΝΑΤΟ. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος πρέπει να είναι η αλλαγή του Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή Ευρώπης με Ευρωπαίο (μια θέση που παραδοσιακά είναι αμερικανική) με έναν αμερικανό γενικό γραμματέα.

Αντί επιλόγου

Υπάρχει ακόμα μια ευρεία υποστήριξη του ΝΑΤΟ στην καθιέρωση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ που θα ενισχυθεί από μια αντίληψη ότι οι Ευρωπαίοι είναι πρόθυμοι να αναλάβουμε την οικειοποίηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Τέλος το ΝΑΤΟ θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να δράσει με ταχύτητα και να αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα σε ένα δεδομένο χρονικό πλαίσιο, αντί να χανόμαστε στις μεγάλες, γραφειοκρατικές διαδικασίες, όπως έχουμε μάθει στην Ευρώπη.

* Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α.
Πηγή Liberal


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

20 Φεβ 2017


Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Το φετινό Συνέδριο για την Ασφάλεια, το οποίο ολοκληρώθηκε χθες στο Μόναχο, ήταν εξόχως αποκαλυπτικό και ένα κομβικό γεγονός για τις εξελίξεις που έρχονται στην γεωπολιτική σκακιέρα σε διεθνές επίπεδο.

Τα συμπεράσματα τα οποία μπορεί να εξάγει κανείς μέσα από μια προσεκτική ανάλυση των όσων ειπώθηκαν εκεί, είναι πολλά και ενδιαφέροντα.

Από την 20η Ιανουαρίου του 2017, που ο Ντόναλντ Τράμπ, ανέλαβε την Προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, το διεθνές σκηνικό βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή, κυρίως στο επίπεδο των ηγεσιών, οι οποίες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με ρεαλισμό και οποιαδήποτε σοβαρή στρατηγική στον τυφώνα αλλαγής και κυρίως προσαρμογής στην σκληρή πραγματικότητα, που ακούει στο όνομα Πρόεδρος Τράμπ. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει την σήψη και απώλεια νέων και ρεαλιστικών ιδεών που χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα όλος ο πλανήτης να έχει οδηγηθεί στα όρια του.

Το παγκόσμιο και εγχώριο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύστημα στερούμενο οποιουδήποτε στρατηγικής, περιορίζεται τις τελευταίες εβδομάδες, σε μια εκστρατεία κριτικής έναντι του νέου Αμερικανού Προέδρου, η οποία χαρακτηρίζεται από μίσος, κακεντρέχεια και ξινίλα, που φέρνει στο μυαλό την ρήση ένας αλήτης στα σαλόνια. Και δυστυχώς τα σαλόνια διεθνή και εγχώρια δεν μπορούν να χωνέψουν ότι ο αλήτης έχει τη δυνατότητα και έχει αντιληφθεί το μήνυμα των καιρών που διανύουμε. Πίσω στο Μόναχο λοιπόν.

Στο Συνέδριο του Μονάχου ήταν παρών και μίλησαν όλοι οι σημαντικοί παίκτες και παρά το γεγονός ότι τον Αμερικανό Πρόεδρο εκπροσώπησε ο Αντιπρόεδρος, Μάϊκ Πένς, η σκιά του Ντόναλντ Τράμπ, επισκίασε το σύνολο των εργασιών.

Η διεθνής κατακραυγή των τελευταίων εβδομάδων αναφορικά με την αντιμετώπιση της νέας αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στο ΝΑΤΟ, είναι μαζική και ως συνήθως πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Εάν διαβάσει κανείς τη διεθνή και εγχώρια στις ΗΠΑ, ειδησιογραφία θα σχηματίσει την εικόνα ότι η κυβέρνηση Τράμπ έχει αποφασίσει να βάλει λουκέτο στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και να κόψει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει άρρηκτα για δεκαετίες τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ιδιαίτερα στον τομέα της ασφάλειας.

Το Μόναχο για όποιον παρακολούθησε με προσοχή έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και αποκάλυψε το τραγικό επίπεδο στο οποίο έχουν περιέλθει τα παραδοσιακά – συστημικά μέσα ενημέρωσης, και οι παπαγάλοι του συστήματος στο χώρο της πολιτικής και στις τάξεις των ακαδημαϊκών – αναλυτών.

Ο Αντιπρόεδρος Πένς, μεταφέροντας μήνυμα του Προέδρου Τράμπ, ξεκαθάρισε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η κυβέρνηση Τράμπ, υποστηρίζει αταλάντευτα το ΝΑΤΟ και τη σχέση ΗΠΑ – Ευρώπης. Την ίδια στιγμή όμως, ξεκαθάρισε επίσης κατηγορηματικά ότι όλοι οι Σύμμαχοι θα πρέπει να σηκώσουν το οικονομικό βάρος που τους αναλογεί για να συνεχίσει να υπάρχει αυτή η Συμμαχία και αυτή η στρατηγική σχέση. Το ίδιο ξεκάθαρος και με τη γλώσσα που χαρακτηρίζει έναν Στρατηγό των Πεζοναυτών, ήταν και ο Αμερικανός Υπουργός Άμυνας (η καθοριστική προσωπικότητα στην διαμόρφωση πολιτικής ασφάλειας στην κυβέρνηση Τράμπ) Τζέημς “Mad Dog” Μάτις.

Και εκεί που για εβδομάδες όλοι έσκιζαν τα ρούχα τους, οι μάσκες έπεσαν. Η Καγκελάριος της Γερμανίας, Άγκελα Μέρκελ, στην ομιλία της ανέφερε ότι πρέπει και η Γερμανία θα κάνει ότι είναι δυνατό για να συνεισφέρει το 2% του ΑΕΠ που έχει συμφωνηθεί για κάθε μέλος του ΝΑΤΟ στις αμυντικές δαπάνες. Προς τι λοιπόν η αναστάτωση και η κατακραυγή;

Και σαν να μην έφτανε αυτό ήρθε η τοποθέτηση του Υπουργού Εξωτερικών και Αντικαγκελαρίου, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο οποίος δήλωσε ότι θα είναι πολύ δύσκολο για τη Γερμανία να πιάσει το όριο των 25 δις που απαιτούνται για το 2% των αμυντικών δαπανών. Μάλιστα, χωρίς τσίπα φιλότιμο, χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα την Ελλάδα, που το κάνει εδώ και χρόνια, λέγοντας ότι δεν έχει να πληρώσει συντάξεις, αλλά παρόλα αυτά δαπανά 2% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες. Ίχνος ντροπής για τον Σοσιαλδημοκράτη Γκάμπριελ, του οποίου η χώρα και η κυβέρνηση έχει γονατίσει την Ευρώπη και την Ελλάδα με μια πολιτική λιτότητας η οποία δεν οδηγεί πουθενά και το μόνο που κάνει είναι να γεμίζει τα ταμεία του Βερολίνου με δις Ευρώ, στην πλάτη των κοινωνιών των χωρών του δημιουργήματος της Γερμανίας που ακούει στο όνομα Ευρωζώνη.

Και βέβαια η Καγκελάριος, που μόνο για ανόητη δεν μπορεί να την κατηγορήσει κανείς, αντιλαμβανόμενη ότι σφίγγει ο κλοιός, φρόντισε και πάλι στο Συνέδριο του Μονάχου, να παραδεχτεί για πρώτη φορά ότι υπάρχει πρόβλημα με την αξία του Ευρώ, για να το παίζει ταυτόχρονα Πόντιος Πιλάτος, προσθέτοντας ότι η νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης είναι προσαρμοσμένη σε αδύναμες χώρες όπως η Πορτογαλία, η Σλοβακία και η Σλοβενία, και η Γερμανία δεν είναι αυτή που καθορίζει την νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης. Μόνο ακατάσχετα γέλια μπορούν να προκαλέσουν αυτά τα επιχειρήματα της Καγκελαρίου, διότι στερούνται οποιασδήποτε σοβαρότητας.

Μήπως απαντούσε στα σχόλια του Προέδρου Τράμπ, και τα επιχειρήματα του καθηγητή Μάλοκ, που αποκάλεσαν την Ευρωζώνη όχημα εκμετάλλευσης της Ευρώπης προς όφελος της Γερμανίας και το Ευρώ ένα προβληματικό και προς καταστροφή νόμισμα. Μετά τα λεγόμενα στο Μόναχο, άδικο έχουν.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος και η κυβέρνησή του εδώ και αρκετές εβδομάδες, και ειδικά τις τελευταίες ημέρες, μετά και την παραίτηση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Στρατηγού Φλήν, βάλλεται πανταχόθεν, για δήθεν επιλήψιμες σχέσεις και στρατηγική Appeasement έναντι της Ρωσίας.

Και εδώ το Μόναχο ήταν εξόχως διαφωτιστικό. Ο Ρώσος, Υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέϊ Λαβρόφ έκανε μια τοποθέτηση φωτιά μιλώντας για μεταδυτική εποχή και για ανάγκη να περάσουμε σε ένα διεθνές σύστημα που θα βάζει τέλος στο πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την ήττα της Σοβιετικής Ένωσης, προειδοποιώντας τα ταυτόχρονα ότι η ανάπτυξη του ΝΑΤΟ στα σύνορα με τη Ρωσία είναι πρόκληση στην οποία η Μόσχα θα απαντήσει, και το έχει ήδη κάνει. Για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ο κ. Λαβρόφ ζήτησε νέο πλαίσιο με βάση τον αλληλοσεβασμό, δηλαδή μια επιστροφή στην αποδοχή της Ρωσίας ως ισότιμης υπερδύναμης.

Οι Ευρωπαίοι με την κ. Μέρκελ στην πρωτοκαθεδρία μίλησαν σκληρά για τη Ρωσία και ζήτησαν συνέχιση της πίεσης προς τη Μόσχα. Και εδώ δεν μπορεί παρά να ρωτήσει κανείς. Με ποιανού τις πλάτες ο τσαμπουκάς; Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο; Μήπως οι ΗΠΑ; Γατί εάν Ναι τότε άδικο έχει ο Τράμπ;

Και για χάρη μια δίκαιης ανάλυσης, το εγχώριο στις ΗΠΑ, παραδοσιακό σύστημα εθνικής ασφάλειας τι επιθυμεί; Ο γραφικός πλέον Γερουσιαστής Μακέην, που φρόντισε στο Μόναχο να ρίξει τις μπηχτές του εναντίον του Προέδρου Τράμπ, σκίζοντας τα ρούχα του για τις παραδοσιακές αρχές της Δύσης, πως τοποθετείται σε αυτό; Θέλει να συνεχίσει να πληρώνει το μάρμαρο στο μεγαλύτερο μέρος του για την ασφάλεια της Ευρώπης, η Ουάσιγκτον;

Και αυτοί που στο εσωτερικό και στην Ευρώπη κατηγορούν τον Πρόεδρο Τράμπ και την κυβέρνησή του για κατευνασμό της Ρωσίας, τι είπαν ο Αντιπρόεδρος Πένς και ο Στρατηγός Μάτις, στο Μόναχο; Ξεκαθάρισαν ότι η Κριμαία πρέπει να επιστρέψει στην Ουκρανία, και δεν έκαναν βήμα πίσω στο θέμα της στρατηγικής του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας στην Ευρώπη. Ο κ. Πένς συναντήθηκε και με τον Πρόεδρο της Ουκρανίας, Ποροσένκο, στο Μόναχο.

Άρα, για μια ακόμη φορά άνθρακας ο θησαυρός για δήθεν σχέσεις Τράμπ με Ρωσία και κατευνασμό.

Συμπερασματικά λοιπόν το Μόναχο μας είπε πολλά και αποκαλυπτικά. Αποκάλυψε τη γύμνια του παραδοσιακού συστήματος, το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Τράμπ και η κυβέρνησή του έχουν πλήρη επαφή με την πραγματικότητα, τη γύμνια της ΕΕ και των ευρωπαϊκών ηγεσιών, αλλά κυρίως το γεγονός ότι βρισκόμαστε ήδη σε μια κομβική στιγμή κατά την οποία θα κριθούν πολλά και θα διαμορφωθεί ένα νέο διεθνές σύστημα πολιτικό οικονομικό και στον τομέα της ασφάλειας.

Ο Πρόεδρος Τράμπ και η κυβέρνησή του το έχουν αντιληφθεί και όπως όλα δείχνουν έχουν αποφασίσει να το διαμορφώσουν. Το ξεφτισμένο διεθνές σύστημα, το αποσαθρωμένο παραδοσιακό σύστημα στις ΗΠΑ φαίνεται πως αρνούνται να καταλάβουν ότι έχουν πεθάνει. Το Συνέδριο στο Μόναχο, έδειξε ότι αρχίζουν να παίρνουν λίγο χαμπάρι.

Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα αλλάξουν ρότα και θα προσαρμοστούν στην πραγματικότητα. Εάν όχι τότε πάμε για μεγάλη ταραχή και στην Ευρώπη θα είναι πολύ επίπονη.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, και Δημοσιογράφος
Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Γεώργιος Αϊβαλιώτης
Αναλυτής γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής ασφάλειας

Όταν έληξε ο Β’ ΠΠ η τύχη των Γερμανών εξετάστηκε στη συμφωνία της Γιάλτας. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή επικρατούσαν δύο τάσεις: αυτή των Βρετανών εκφρασμένη από τον Πρωθυπουργό Τσώρτσιλ, κατά την οποία η Γερμανία έπρεπε να εξαφανιστεί δια παντός από τον ευρωπαϊκό χάρτη και η πιο μετριοπαθής των ΗΠΑ και Ρωσίας, οι οποίες, για δικούς τους λόγους η κάθε μία, αποσκοπούσαν στη δημιουργία ενός αντίπαλου ευρωπαϊκού δέους προς την βρετανική αυτοκρατορία.

Τούτο οδήγησε στα γνωστά αποτελέσματα με τη γέννηση ενός κράτους μορφώματος το οποίο χωριζόταν από το σιδηρούν παραπέτασμα του Ψυχρού Πολέμου και το «τοίχος του αίσχους», ως γνήσιο τέκνο ενός πολέμου του αίσχους. Παρόλα ταύτα η λογική πίσω από τη δημιουργία της Γερμανίας δεν ήταν τυχαία και χωρίς σχεδιασμό. Οι ΗΠΑ είχαν αναλύσει τα αίτια της ανόδου του εθνικοσοσιαλισμού, τον οποίο αντιμετώπισαν ως πραγματικό αντίπαλο δέος, περισσότερο ίσως από ότι θεωρούσαν τον κομμουνισμό. Παρά το γεγονός ότι ο σταλινισμός ήταν επίσης εθνικοσοσιαλιστικό μόρφωμα, ο εθνικοσοσιαλισμός των Γερμανών, ο ναζισμός όπως έχει μείνει γνωστός, ήταν ένα μοναδικό φαινόμενο. Τούτο οφείλεται, σύμφωνα με τους ειδικούς της εποχής στο γεγονός πως οι Γερμανοί, ανεξαρτήτως κάστας, ήταν όλοι βαθύτατα επηρεασμένοι από έναν σημαντικό ηγέτη και «εθνοπατέρα»: τον Φρειδερίκο Γουλιέλμο Α΄ γνωστό και ως στρατιώτη βασιλιά.

Ο Χίτλερ διέθετε μία ψύχωση με την αυτοκρατορική φύση της Γερμανίας. Ωστόσο αυτό δεν ήταν ένα προσωπικό σύνδρομο του ιδίου, αλλά μία ευρύτερη κοινωνική θεώρηση της ταυτότητα της Γερμανίας, η οποία έβλεπε την πρωσική κουλτούρα ως τη μόνη πραγματική έκφραση της ύπαρξής της. Το όνομα Γερμανία άλλωστε προέρχεται από τον ήρωα Hermann (Αρμίνιος) πρίγκιπα των Χερούσκων, ο οποίος νίκησε τους Ρωμαίους στον Τευτοβούργιο Δρυμό και εκδίωξε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τα εδάφη της σημερινής Γερμανίας. Ο Γουλιέλμος Α΄ ήταν ο θεμελιωτής του πρωσικού κράτους και αυτός που ουσιαστικά οδήγησε στη δημιουργία της πρωσικής αυτοκρατορίας. Ήταν αυτός που υπαγόρευσε το Εγχειρίδιο Κανονισμού για τους κρατικούς αξιωματούχους, στα 35 κεφάλαια του οποίου κάθε δημόσιος υπάλληλος μπορούσε να βρει ακριβώς τα καθήκοντά του.

Μερίμνησε για κάθε πτυχή της μικρής του χώρας, έτσι ώστε να μπορεί η Πρωσία να αμυνθεί. Ήταν σταθερός και απολυταρχικός και άσκησε μια λιτή, άκαμπτη οικονομική πολιτική. Ποτέ δεν ξεκίνησε έναν πόλεμο και ζούσε απλά και αυστηρά, σε αντίθεση με την πολυτελή Αυλή που διατηρούσε ο πατέρας του. Δημιούργησε ένα ικανό στρατό για να μπορεί να προστατεύει το βασίλειό του, που βρισκόταν ανάμεσα σε υπερδυνάμεις της εποχής και επηρέασε βαθύτατα το λαό του μέσω της φρόνιμης διακυβέρνησής του, αποτελώντας παράδειγμα προς μίμηση και ίνδαλμα για την αστική τάξη. Επί των ημερών του Γουλιέλμου Α΄ εισήχθη στην πρωσική αστική κοινωνία η αρχή της συμμετοχής ενός γιου (του δευτερότοκου) στο γερμανικό στράτευμα, κάτι το οποίο συνεχιζόταν με την ίδια εμμονή ακόμα και την εποχή του Χίτλερ.

Παρά το γεγονός ότι ο γιος του Γουλιέλμου Α΄, Φρειδερίκος Β’ ονομάστηκε Μέγας, λόγω της επιτυχίας του στον επταετή πόλεμο και την εδραίωση της Πρωσίας ως αυτοκρατορίας, η αλήθεια είναι ότι η επιτυχία αυτή οφειλόταν ξεκάθαρα στην προετοιμασία του Γουλιέλμου Α΄ και στη δημιουργία ενός ισχυρού στρατού και ενός ισχυρού κρατικού μηχανισμού που επέτρεψαν στον Φρειδερίκο Β’ να δοξαστεί. Οι Γερμανοί δεν το ξέχασαν αυτό όθεν και τα πολυάριθμα αγάλματα του έφιππου Γουλιέλμου Α΄ στις πλατείες της Γερμανίας.

Κάπου εδώ επανερχόμαστε στην ανάλυση των Αμερικανών. Οι ΗΠΑ έπεισαν τη Ρωσία πως εφόσον διαχειριστούν τη Γερμανία επί 50 έτη μετά μπορούν να επιτρέψουν την επανένωσή της, έχοντας ξεριζώσει όλους αυτούς τους κινδύνους που οδήγησαν στην άνοδο του Χίτλερ. Σύμφωνα με τους αμερικανικούς ισχυρισμούς, η διαφορά της κουλτούρας Ρωσίας και ΗΠΑ θα δημιουργούσε δύο αντιφατικές κοινωνίες, οι οποίες άμα τη συνενώσει τους θα γεννούσαν μία σύγχρονη Βαβέλ. Για το λόγο αυτό μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα πως ΕΣΣΔ και ΗΠΑ ακολούθησαν μία κοινή τακτική: την καταστροφή των αγαλμάτων του Γουλιέλμου Α΄, τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Γερμανία.

Εκ του αποτελέσματος διαφαίνεται ότι το εγχείρημα ξεριζώματος της πρωσικής κουλτούρας ήταν αδύνατο. Ωστόσο, είναι ανώριμο από πλευράς μας να πιστεύουμε ότι δύο υπερδυνάμεις, οι οποίες διέθεταν ολόκληρη στρατιά ειδικών επιστημόνων και είχαν αναλύσει την κουλτούρα των Γερμανών του Β΄ΠΠ και τα αίτια του ναζισμού δεν παρακολουθούσαν την πορεία της Γερμανίας και την εξέλιξη του πειράματός τους. Εφόσον θα πίστευαν ότι η επανένωση της χώρας αποτελεί κίνδυνο για τον κόσμο μπορούσαν απλά να καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο το εγχείρημα για όσο απαιτείτο. Επομένως, πόσο αληθές είναι από πλευράς μας να πιστεύουμε ότι η Γερμανία είναι ο δυνάστης της Ευρώπης, συνεχιστής του Γ΄ Ράιχ και ότι η Καγκελάριος Μέρκελ είναι ο νέος Χίτλερ με ταγιέρ;

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι απλά μία ελαφρά εκτίμηση της κατάστασης η οποία διαφέρει κατά πολύ από την πραγματικότητα. Η Γερμανία αποτελεί στη γεωπολιτική το παράδειγμα του χρήσιμου ηλιθίου. Η δύναμή της είναι ετεροβαρής και ετερόφωτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός πως η μοναδική βιομηχανία που στέκεται όρθια μετά τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς είναι η βιομηχανία του αμερικανού Φορντ στο Αμβούργο, αφού πρώτα έχει χρηματοδοτήσει τον Αϊζενχάουερ για να φροντίσει οι συμμαχικές βόμβες να μείνουν μακριά από το κτίριό του. Μία από τις πιο γνωστές αυτοκινητοβιομηχανίες του χώρου είναι αυτή της Porshce, η οποία δημιουργήθηκε από τον Γερμανό επιστήμονα Ferdinand Porsche, που είχε καταφύγει στις ΗΠΑ. Οι Αμερικάνοι χρηματοδότησαν την επιστροφή του και την ανοικοδόμηση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή η Porsche να διατηρεί το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών όλων των υπολοίπων γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών και κολοσσών του χώρου (Mercedes, BMW, VAG κτλ).

Η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας είναι παρόμοια με την πρώτη συμμετοχή της χώρας σε Μουντιάλ, το 1954, το ονομαζόμενο «θαύμα της Βέρνης». Η ΟΥΕΦΑ γιόρταζε τα 50 χρόνια της και διοργάνωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στην Ελβετία. Ωστόσο αντί για γιορτή είχαμε μία παρωδία και μάλιστα προσχεδιασμένη. Η ΕΣΣΔ αποκλείστηκε, λόγω του Ψυχρού Πολέμου (!), η Αργεντινή απέσυρε τη συμμετοχή της, λόγω της άρνησης αρκετών αστεριών της να παίξουν, η Σουηδία συμμετείχε χωρίς επαγγελματίες και αποκλείστηκε, η Ισπανία κέρδισε 4-1 την Τουρκία και έχασε 1-0 με αποτέλεσμα η ΟΥΕΦΑ να αποφασίσει μπαράζ αγώνα ο οποίος έληξε 2-2 και στην κλήρωση οι Τούρκοι φάνηκαν πιο τυχεροί, ενώ από μία τέτοια γιορτή απουσιάζουν τα δύο μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, ο Ντι Στέφανο και ο Κουμπάλα, που έχει διαφύγει κρυφά στην Ισπανία από την Ουγγαρία. Σε εκείνο τον τελικό, έγιναν «πράγματα και θαύματα», ώστε η πρωτοεμφανιζόμενη Δυτική Γερμανία να σηκώσει το Κύπελλο απέναντι στην υπερομάδα της Ουγγαρίας.

Κι όμως η μητέρα του κομμουνισμού Ρωσία δέχτηκε την υπεροχή της Δύσης, έναντι ενός δικού της τέκνου, της Ουγγαρίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ψυχολογικών επιχειρήσεων η Ρωσία ήταν αρωγός της Δύσης και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες. Η Γερμανία έπρεπε να νοιώσει ότι ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες της, να βιώσει την ίδρυση του νέου Ράιχ, όχι όμως μέσα από τις αρχές του χαρακτήρα ενός Πρώσσου ηγεμόνα, αλλά μέσα από τις αρχές των τεχνοκρατών της Wall Street. Η Γερμανία ξαναδημιουργήθηκε, μόνο που αυτή τη φορά βλέπαμε μία διαφορετική εικόνα στα μάτια της. Η λάμψη του πρωσσισμού είχε αντικατασταθεί από τη λάμψη του ντενεκεδένιου περιτυλίγματος του αμερικάνικου ονείρου.

Αυτό το φαινόμενο μπόρεσε να εκταθεί σε ευρεία κοινωνική βάση, επειδή έγινε δυνατή η δημιουργία μιας βαθύτερης συνάφειας μεταξύ της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Οι ΗΠΑ και το νέο παγκόσμιο καθεστώς συσχετισμού δυνάμεων επιθυμούσαν να δημιουργήσουν έναν χρήσιμο ηλίθιο γίγαντα στη θέση της ναζιστικής Γερμανίας. Ο πιστός υπηρέτης έπρεπε να αποβάλει κάθε ιμπεριαλιστική πραγματική βλέψη και να μείνει ένα «θηρίο χωρίς δόντια». Τούτο προϋπόθετε την δήλωση μεταμέλειας από το γερμανικό λαό και τους ηγέτες του, ήτοι την απόταξη του παρελθόντος.

Τα «παλαιά εγκλήματα» κολάστηκαν κατά τρόπο στ' αλήθεια μοναδικό: ο λαός των εγκληματιών έλαβε την άδεια να εξάγει, να παράγει και να ταξιδεύει όλο και περισσότερο, όμως δεν είχε το δικαίωμα να κατέχει ατομικά όπλα και στρατό ή να αναλαμβάνει ευθύνες στη σφαίρα της παγκόσμιας πολιτικής. Δίπλα στην υλική ευημερία, του εξασφαλίστηκε εν ολίγοις και η πολιτική αμεριμνησία. Όσο πιο μεγαλόφωνα διατράνωνε κανείς την ευθύνη του για τα συλλογικά εγκλήματα του εθνικοσοσιαλισμού τόσο πιο βέβαιος ήταν για την αμνηστία του και για την διατήρηση της ευημερίας του κατά κάποιον τρόπο εκείθεν της ιστορίας. Οι ΗΠΑ επί της ουσίας έθεσαν σε λειτουργία ένα τεράστιο κοινωνικό πείραμα, μία μεταβολή της πρωσικής κοινωνίας, μέσω της ηθικής ιεροτελεστίας η οποία εφαρμοζόταν ως υποχρεωτική ομαδική άσκηση. Πρόκειται για μία πράξη κοινωνικού κομφορμισμού, ο οποίος εφαρμόστηκε μέσω έτερων μηχανισμών και σε άλλα σημεία του πλανήτη, ωστόσο στο παράδειγμα της Γερμανίας δεν απαιτούντο θυσίες, πέραν των απόψεων του παρελθόντος οι οποίες θυσιάζονταν στο βωμό της χρήσιμης κοινωνικής αναγνώρισης.

Σε κάθε περίπτωση, η ακραιφνώς ηθικοπλαστική πλευρά του εγχειρήματος δεν για να φέρει και να κρατήσει στη ζωή ιδεολογήματα ικανά να στηρίξουν ένα επίσημο κράτος, το οποίο ξεριζωνόταν από τις πρωσικές αρχές του. Το πείραμα απαιτούσε επί πλέον και προ παντός κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες, με τις οποίες να μπορεί να ευθυγραμμιστεί η συλλογική ηθική. Αυτό ακριβώς επιτεύχθηκε με τη σύνδεση της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Όσοι εκπροσωπούσαν αυτόν τον μηχανισμό, ήταν υποχρεωμένοι να αρνούνται την ύπαρξη του, αφού τέτοιοι μηχανισμοί λειτουργούν μόνον όταν η δράση τους επιβεβαιώνει ακριβώς την ιδεατή αυτοκατανόηση των δρώντων.

Το πείραμα απαιτούσε την ικανοποίηση και διατήρηση ορισμένων βασικών θεωρημάτων της «Αρείας φυλής», χωρίς όμως να χρησιμοποιείται ο εν λόγω τίτλος στον κοινωνικό κομφορμισμό της πρωσικής κοινωνίας. Η ομολογία της συλλογικής ενοχής θα είχε πολύ διαφορετικό αντίκτυπο στη γερμανική εθνική ζωή, αν η Γερμανία δεν κατείχε μία τόσο σημαντική θέση στην παγκόσμια ιεράρχηση των εξαγωγικών αγορών παγκοσμίως. Σε αυτή την περίπτωση η ευημερία των Γερμανών θα γνώριζε ύφεση, η οποία θα οδηγούσε σε ύφεση της προθυμίας ομολογίας της συλλογικής ενοχής, που θα επανατροφοδοτούσε την ύφεση της ευημερίας και ο φαύλος αυτός κύκλος θα έφερνε και την αποτυχία του πειράματος. Είναι κοινός τόπος πως τα συναισθήματα και οι ενοχές είναι προτερήματα της μεσαίας τάξης ή σε μία ευρύτερη έννοια του κοινωνικού συνόλου που ευημερεί, σε αντίθεση με ένα κοινωνικό σύνολο που αγωνίζεται για την επιβίωσή του και κρέμεται για την επιβίωση του από επιδόματα αρωγής, το οποίο νοιώθει ενοχές και συναισθήματα λύπης κατά κύριο λόγο για τον εαυτό του.

Το χρήσιμο, για τη ΝΤΠ, πρόβλημα της πρωσικής κουλτούρας, που ουδέποτε λύθηκε, ήταν πως αυτή διαμορφώθηκε ανάμεσα σε τρεις αυτοκρατορίες. Το μικρό κράτος της Πρωσίας έπρεπε να επιβιώσει ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Αυστροουγγαρίας. Η τυχαία επιβίωσή του στον επταετή πόλεμο (οφείλεται ξεκάθαρα στην αλλαγή ηγεσίας της ρωσικής αυτοκρατορίας) γιγάντωσε αιφνίδια την υπόληψη και την κρατική υπόσταση του πρωσικού κράτους, το οποίο μέσα σε ένα κλίμα μεγαλομανίας, ακριβώς όπως αυτό που το δημιούργησε (αυθαίρετη στέψη βασιλέως του Φρειδερίκου Α΄), επιχείρησε εξίσου αιφνίδια να δημιουργήσει την ανάλογη εθνική συνοχή στους υπηκόους του βασιλιά. Η παραχάραξη της ιστορίας φαίνεται από τις αγωνιώδεις προσπάθειες των Πρώσων να ανακαλύψουν ένα αρχαίο μεγαλείο που θα τους έδινε την ανάλογη αίγλη μίας αυτοκρατορίας, με τα γνωστά αποτελέσματα της ιστορίας του ινδογερμανισμού (αργότερα ινδοευρωπαϊσμού).

Η πρωσική κουλτούρα εξαναγκάστηκε να προχωρήσει σε θεωρητικές συλλήψεις και συνταγές οι οποίες υπερείχαν κατά πολύ της πραγματικότητας. Ανέκαθεν η βαθυστόχαστη τελειότητά τους συγκρουόταν με τη συγκεχυμένη ατέλεια της πραγματικής ζωής. Η θεωρητική εξιδανίκευση της πολιτικά χλιαρής ευημερίας, μέσω της διχοτομίας μεταξύ οικονομίας και πολιτικής αποτελεί μια εξίσου αιθεροβάμονα κατασκευή, απολύτως χρήσιμη όμως για την αμερικανική και σοβιετική πολιτική. Αυτή η διχοτόμηση δημιουργούσε την ηθική δικαίωση της διχοτομίας της πολιτικής και οικονομικής ισχύος ενός κράτους με την στρατιωτική ισχύ. Ουσιαστικά η κοινωνία αδιαφορούσε για το θέσφατο της γεωπολιτικής, κατά το οποίο η πολιτική και η οικονομία συνάδουν με τη στρατιωτική πυγμή, κάτι που εφαρμόστηκε επί ναζισμού και παλαιότερα επί των πρωσικών αυτοκρατοριών και τώρα έπρεπε να ξεχαστεί.

Καθώς οι Γερμανοί έχουν εσωτερικεύσει τη διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας κατά τρόπο ώστε να συμπίπτει με τις παραστάσεις τους περί ευτυχίας και ηθικής, αδυνατούν να προσαρμοστούν στα γεωπολιτικά δεδομένα της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Η γερμανική κοινωνία αδυνατεί να συλλάβει το ζήτημα της Ε.Ε., το οποίο προσπαθεί μάταια να προσαρμόσει στα δικά της δεδομένα, αντί η ίδια να προσαρμοστεί σε αυτό.

Για την αμερικανική εκδοχή της νέο-πρωσικής κουλτούρας η γερμανική κοινωνία οφείλει να αντισταθεί στην ανησυχητική και οδυνηρή αλλά βαθμηδόν όλο και πιεστικότερη επίγνωση, ότι χωρίς την αμερικανική προστασία και παρεμβατικότητα στα ευρωπαϊκά ζητήματα, μαζί με κάθε κεντρικό οικονομικό πρόβλημα, ανακύπτει συγχρόνως και αναγκαία στον ορίζοντα το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας. Τοιούτο τρόπο δημιουργείται ένα κοινωνιολογικό σύμπλεγμα, κατά το οποίο η οποιαδήποτε καλή θέληση επίλυσης των ευρωπαϊκών ζητημάτων συγκρούεται με τη δυναμική του ιστορικού «κεκτημένου», όπως αυτό το αντιλαμβάνεται η γερμανική κοινωνία. Αυτό οδηγεί σε ένα διπλωματικό βραχυκύκλωμα μεταξύ της υποκειμενικότητας της γερμανικής πολιτικής πρόθεσης και της αντικειμενικότητας στην έκβαση των γεγονότων.

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα, βάσει των ανωτέρω, έγκειται στο γεγονός πως οι έτερες παραδοσιακές αυτοκρατορικές δυνάμεις Παρισίων και Λονδίνου, διαθέτουν εξίσου ισχυρές ηγεμονικές βλέψεις και ταυτόχρονα απαίτηση χαλιναγώγησης του Βερολίνου. Άλλωστε όπως προείπαμε, κατά τη διάσκεψη της Γιάλτας η αγγλικές θέσεις ήταν γνωστές και αποσκοπούσαν στην εξουδετέρωση ενός παραδοσιακού εχθρού και εμποδίου στα σχέδια της ευρωπαϊκής τους επικράτησης. Στη σύγκρουση που διατείνεται η Γερμανία πως σκοπεύει να εισέλθει οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές της κατά πολύ μακροβιότερες παραδόσεις στο πεδίο της παγκόσμιας πολιτικής και αντίστοιχα πλουσιότερες εμπειρίες καθώς και πιο εκλεπτυσμένο διπλωματικό αισθητήριο από τους Γερμανούς.

Αντίθετα στους Γερμανούς, η αδέξια πολιτική ισχύος του παρελθόντος, την οποία οι ΗΠΑ διατήρησαν, έχει δώσει τώρα τη θέση της σε μια αδέξια ηθικολογία, που εξ ανάγκης θα οδηγήσει εξίσου σε αδιέξοδο. Τούτο αποτελεί σαφές δείγμα αναγνώρισης της υστέρησής τους έναντι των γεωπολιτικών αντιπάλων τους, ωστόσο οδηγεί και στη γερμανική γεωπολιτική απομόνωση. Η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας έχει επιτύχει τα ίδια σχεδόν αποτελέσματα με αυτή της Τουρκίας του νέο-σουλτάνου Ερντογάν. Απομονωμένη από τον ευρωπαϊκό νότο, ο οποίος ελέω του σχεδίου Μάρσαλ στήριξε καταναλωτικά της βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας, απομονωμένη από Γαλλία και Αγγλία, ελέω ιμπεριαλιστικής ανταγωνιστικότητας, απομονωμένη από τη Μόσχα, προς την οποία το Βερολίνο αποτέλεσε πρωτοστάτη στις ευρωπαϊκές οικονομικές κυρώσεις, απομονωμένη και από τις ΗΠΑ, οι οποίες πλέον εγκατέλειψαν τη Γερμανία στο έλεος της νέο-πρωσικής κουλτούρας που οι ίδιοι δημιούργησαν.

Οι Γερμανοί διαθέτουν μόνο μία επιλογή: την άκρως πολιτική και με αποφυγή συγκρούσεων ατραπό εν αντιθέσει με την παρακαμπτήριο της επιφανειακής πολιτικής προάσπισης της ευημερίας τους. Είναι ικανοί να το πράξουν ελαφρά τη συνείδηση, γιατί εκπαιδεύτηκαν στην νέο-πρωσική κουλτούρα να να συνδέουν άρρηκτα την ευημερία και την οικονομία με την ηθική. Ο κίνδυνος όμως αυτής της επιλογής είναι η κοινωνική αντίδραση της επί μακρόν οικονομικής ύφεσης, την οποία οι Γερμανοί δεν έχουν συνηθίσει, καθώς και τα ταυτόχρονα ζητήματα εσωτερικής ασφαλείας. Αυτός είναι και ο λόγος της διατήρησης του πολιτικού ηθικοπλαστικού λόγου από πολιτικούς που θεωρούν εαυτόν «εθνοπατέρα της Πρωσίας», όπως ο ΥΠΟΙΚ Σόιμπλε.

Αν και πολλές φορές έχουμε ακούσει τη διαφήμιση των ψυχικών προσόντων και προτερημάτων του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα, θα τονίσω πως σε αυτά δε συγκαταλέγονται ιδιότητες ικανές να αποτρέψουν μια εξέλιξη ομηρίας των Γερμανών από τις αντίπαλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σίγουρα η φειδώ, η εγκράτεια, η αγάπη προς τον κρατικό μηχανισμό και η αίσθηση καθήκοντος, η ηθική σοβαρότητα, η μεθοδικότητα, ο προσχεδιασμός και η εργατικότητα φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα προτερήματα στο πείραμα του νέο-πρωσσισμού των ΗΠΑ, αλλά αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά του «καλού υπαλλήλου». Η Γερμανία, αφαιρώντας την αίγλη των αστών αξιωματικών, αποτελεί ένα καλοεκπαιδευμένο κατοικίδιο και τίποτα περισσότερο. Πρόκειται για τη γνήσια εκπρόσωπο της «γεωπολιτικής υπηρέτριας», που αποτελεί το άκρον άωτον της κισσινγκερικής σκοπιμότητας.

Ωστόσο η λοβοτομημένη ιμπεριαλιστική πολιτική της, η οποία μόνο ασφάλεια προσφέρει στους αντιπάλους της, στερείται βασικών αρχών γεωπολιτικής του ηγέτη. Η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός φερειπείν που απέχει από τη γερμανική κουλτούρα δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί χαρακτηριστικό ιδίωμα των Άγγλων του μαύρου αστεϊσμού, αλλά και της βασιλικής οικογένειας. Ο κυρίαρχος δεν φοβάται να τσαλακωθεί, διότι γνωρίζει ότι σε οποιαδήποτε εξέλιξη του «σεναρίου», αυτός θα παραμένει κυρίαρχος και οι υπόλοιποι θα διαθέτουν την ανάγκη της προστασίας του. Η Γερμανία αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις κρίσεις με απάθεια, ιδιαίτερα όταν οι σχεδιασμοί της ναυαγούν, κάτι που συμβαίνει συχνά πυκνά, λόγω της σύγκρουσης των θεωρητικών της συλλήψεων και της πραγματικότητας. Ο αμερικανικός κομφορμισμός απλά αφαίρεσε τη δυνατότητα της αποστασιοποιημένης ανωτερότητα απέναντι στους κανόνες, κάτι όμως που οι ΗΠΑ διατήρησαν για τον εαυτό τους. Η επιλογή μίας καλτ φιγούρας για Πρόεδρο των ΗΠΑ μπορεί να γεννά πολλά ανέκδοτα, αλλά όσο και αν γελάσουν οι «πληβείοι» ο γυμνός βασιλιάς, ακόμα και γυμνός παραμένει βασιλιάς. Είναι το σαφέστερο σημερινό δείγμα της αποστασιοποίησης του ισχυρού από τους κανόνες, η πλήρης επιβεβαίωση του λόγου του Αναχάρσεως («Ο νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης. Οι μικρές μύγες πιάνονται, ενώ οι μεγάλες σχίζουν το δίχτυ και φεύγουν») που δείχνει τη γεωπολιτική διαφορά αυτών που υπηρετούν τους κανόνες και αυτών που ορίζουν τους κανόνες.

Πηγή Geopolitics and Daily News


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Κώστα Ράπτη

Το να χαρακτηρίζει ο Donald Trump "παρωχημένο” το ΝΑΤΟ ή το να προβλέπει ότι το Brexit θα βρει μιμητές είναι ίσως το λιγότερο που θα πρέπει να ανησυχεί τους Ευρωπαίους ηγέτες. Διότι αυτοί που εμφανίσθηκαν τα τελευταία 24ωρα στη Γηραιά Ήπειρο για να μεταφέρουν τα μηνύματα της Ουάσιγκτον είναι οι "ενήλικες” της νέας αμερικανικής κυβέρνησης. Και δεν ακούγονται απαραιτήτως πιο καθησυχαστικοί από τον Trump.

Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, λ.χ., υπήρξε στρατιωτικός καριέρας και θεωρεί κατά δήλωσή του το ΝΑΤΟ "δεύτερο σπίτι" του. Όμως στην πρώτη του συμμετοχή σε σύνοδο της Ατλαντικής Συμμαχίας ο James Mattis επιβεβαίωσε τη νέα "γραμμή”, τονίζοντας ότι, αν οι σύμμαχοι δεν θέλουν να δουν τις ΗΠΑ να "μετριάζουν τη δέσμευσή τους” στο ΝΑΤΟ, θα πρέπει να καταβάλουν περισσότερα για την κοινή άμυνα.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, πάλι, είναι ένα πρόσωπο πολύ πιο συμβατικό από τον Trump, εκφράζει την τάση της Χριστιανικής Δεξιάς εντός του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και βεβαίως αποτελεί συνταγματικά τον αντικαταστάτη του προέδρου. Όμως ο Mike Pence (φωτογραφία) δεν προκάλεσε τον ενθουσιασμό του ακροατηρίου του απευθυνόμενος το Σάββατο στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου.

Ο Pence μετέφερε την "αταλάντευτη δέσμευση του προέδρου Trump στη διατλαντική σχέση”, τόνισε ότι "οι ΗΠΑ θα παραμείνουν ο μεγαλύτερος σύμμαχος” των Ευρωπαίων, διαβεβαίωσε ότι η Ουάσιγκτον "θα κρατά υπόλογη τη Ρωσία” και μίλησε αρκετά περί των κοινών δημοκρατικών αξιών – όπως θα ήταν αρεστό στο ακροατήριό του.

Ωστόσο, υπενθύμισε ότι οι ΗΠΑ καταβάλλουν το 70% των δαπανών του ΝΑΤΟ και ότι "ήρθε ο καιρός” ώστε οι σύμμαχοι να τηρήσουν τη δέσμευσή τους για αύξηση των στρατιωτικών τους προϋπολογισμών στο 2% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, ο Αμερικανός μίλησε σχεδόν σαν να μην υπάρχει η Ε.Ε. - πράγμα παράδοξο, διότι οι πιέσεις της Ουάσιγκτον δεν αποτελούν απλώς μιαν "εξωτερική παράμετρο”, αλλά αναφέρονται στην ίδια τη διακυβέρνηση της ενωμένης Ευρώπης.

Με άλλα λόγια, η Αμερική, που βεβαίως ούτε "απομονώνεται” ούτε "αποχωρεί”, επιδιώκει να αλλάξει τους όρους της παρουσίας της στη Γηραιά Ήπειρο, γεγονός που συμπαρασύρει την όλη εσωτερική συγκρότηση της Ευρώπης.

Όταν οι Αμερικανοί ιθύνοντες τονίζουν την ανάγκη αυξημένων αμυντικών προϋπολογισμών, δεν αναφέρονται στην μικρή Εσθονία ή τη μνημονιακή Ελλάδα, που άλλωστε τηρούν τον στόχο του 2%, αλλά πρωτίστως στη Γερμανία, η οποία αρκείται στο 1% και υπερηφανεύεται για την πολιτική του απόλυτου μηδενός (schwarze null) που ακολουθεί στα δημοσιονομικά της.

Στις έμμεσες αιτιάσεις των προηγούμενων ετών ότι η γερμανική εμμονή στη λιτότητα καταπονεί το διεθνές σύστημα, ήρθε να προστεθεί το αμυντικό επιχείρημα που προσφέρει το νεοψυχροπολεμικό κλίμα των ημερών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών και μέχρι πρότινος ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών Sigmar Gabriel άδραξε την ευκαιρία για να αναδείξει την αντίφαση ανάμεσα στο ότι η Ελλάδα εκπληρώνει τον στόχο του 2%, αλλά "δυσκολεύεται να πληρώσει επαρκείς συντάξεις”, πράγμα που είναι επίσης αποσταθεροποιητικό. Επιπλέον, πρόσθεσε δεν μπορεί να ζητείται από τη Γερμανία η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών της κατά 25 δισ. ευρώ και να λησμονείται ότι η χώρα διαθέτει 30-40 δισ. ευρώ για ενσωματώσει ένα εκατομμύριο πρόσφυγες που προέκυψαν ως αποτέλεσμα "αποτυχημένων επεμβάσεων του παρελθόντος”.

Η ίδια η καγκελάριος Merkel, απευθυνόμενη στη Διάσκεψη του Μονάχου πριν από τον Pence, τόνισε ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μια διαμάχη περί δαπανών (οι οποίες, σε κάθε περίπτωση αυξήθηκαν κατά 8% σε ετήσια βάση στη Γερμανία), αλλά θα πρέπει να λάβει υπόψη της και άλλους παράγοντες που διαμορφώνουν το περιβάλλον ασφαλείας, όπως η αναπτυξιακή βοήθεια.

Φρόντισε επίσης να αποκρούσει την αίσθηση ότι η Γερμανία είναι ένας αθέμιτα επωφελούμενος σύμμαχος (free-rider), τονίζοντας ότι και οι ΗΠΑ επωφελούνται από το ΝΑΤΟ αποκομίζοντας ισχύ, ενώ στράφηκε και προς τις κατηγορίες του Peter Navarro, προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Εμπορίου του Trump, ότι το ευρώ είναι υποτιμημένο χάριν των γερμανικών συμφερόντων. Η καγκελάριος υποστήριξε και πάλι ότι το Βερολίνο δεν έχει λόγο στην νομισματική πολιτική που καθορίζει η ανεξάρτητη ΕΚΤ και στάθηκε στο γεγονός ότι το κοινό νόμισμα καλύπτει και ευρωπαϊκές οικονομίες πιο αδύναμες από την γερμανική.

Η καχεξία της ευρωπεριφέρειας μπορεί έτσι να χρησιμεύσει είτε ως σοσιαλδημοκρατικό επιχείρημα για μια έξοδο από τη λιτότητα που να μη στηρίζεται κυρίως στους εξοπλισμούς, είτε ως χριστιανοδημοκρατικό επιχείρημα κατά της χαλαρής νομισματικής πολιτικής.

Είχε προηγηθεί η υπουργός Άμυνας Ursula von der Leien, η οποία είχε τονίσει ότι, αν η αμερικανική πλευρά επιθυμεί ισχυρότερη δέσμευση των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ, θα πρέπει να πάψει να αναφέρεται απαξιωτικά στην Ε.Ε., η οποία αποτελεί την πηγή της ισχύος τους.

Σημειώνεται ότι η αμερικανική στάση στο ζήτημα της κοινής άμυνας επηρεάζει και τη διαπραγμάτευση των "27” με τη Βρετανία, με την οποία, ως σημαντική στρατιωτική δύναμη, θα είναι απαραίτητο, στο φόντο της αβεβαιότητας που προκύπτει, να υπάρξει "ομαλό διαζύγιο” και ισχυρή αμυντική συνεργασία την "επόμενη ημέρα”.

Πηγή Capital


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

17 Φεβ 2017


Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα

Εκφρασμένη άποψη του γράφοντος είναι ότι η αποστολή του νέου Αμερικανού προέδρου, ως επιλογή του «σιωπηλού κατεστημένου» των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι να εφαρμόσει ένα νεοβαστφαλιανό μοντέλο εξωτερικής πολιτικής που θα βασίζεται στο «διαίρει και βασίλευε», έτσι ώστε να αποσυσπειρώσει την Ευρασία και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ενιαίας δύναμης σε αυτήν. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας εντάσσεται και η πολυδιαφημισμένη προσέγγιση της Ρωσίας από τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου, με σκοπό να διασπαστεί ο σινορωσικός άξονας.

Ωστόσο, ενδέχεται τα πράγματα να μην είναι ακριβώς έτσι. Η γεωπολιτική πραγματικότητα είναι εξαιρετικά σύνθετη και πολύπλοκη ώστε να χωράει σε παρόμοια απλουστευτικά μοντέλα. Έτσι λοιπόν, θα εξετάσουμε δύο παράγοντες που καθιστούν την μισαλλόδοξη εχθρότητα προς τη Ρωσία περίπου αναγκαία για τη μακρόπνοη αμερικανική γεωστρατηγική αλλά και την υπερσυστημική δομή στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν ως γεωπολιτικό μέγεθος, κυρίαρχο κομμάτι της οποίας είναι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Η ανάγκη για διπλή ανάσχεση της Ρωσίας

Καταρχάς λοιπόν, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η αποσυσπείρωση της Ευρασίας οφείλει να στοχεύει προς όλες τις κατευθύνσεις. Με άλλα λόγια, δεν έχει νόημα μια διάσπαση του σινορωσικού άξονα, που η νέα ηγεσία της Ουάσιγκτον ευελπιστεί να επιτύχει δια της προσέγγισης με τη Μόσχα, αν η προσέγγιση αυτή οδηγήσει ταυτοχρόνως σε μια εξομάλυνση των σχέσεων Δυτικής Ευρώπης και Ρωσίας.

Άρα, η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Μόσχας πρέπει να έχει δύο πρόσωπα. Και το φιλικό και το εχθρικό, με το δεύτερο να αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του πρώτου. Το κατά πόσον αυτό είναι εύκολο ή έστω δυνατόν να επιτευχθεί είναι μια άλλη ιστορία αλλά αυτή είναι η βασική απαίτηση.

Άρα λοιπόν, θα πρέπει μάλλον να αναμένουμε μια πολιτική Ιανού από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Μόσχα. Και το βλοσυρό πρόσωπο της Ουάσιγκτον έναντι της Ρωσίας θα πρέπει εξ αντικειμένου να βασιστεί σε έναν μισαλλόδοξο αντιρωσισμό. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει πλέον ο οικονομικός και πολιτικοοικονομικός δυισμός του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ του καπιταλιστικού κόσμου και του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, που εξασφάλιζε εκ των πραγμάτων το συγκρουσιακό περιβάλλον μεταξύ «Δύσης» και «Ανατολής».

Για να επιτευχθεί σήμερα αυτός ο διαχωρισμός θα πρέπει να δαιμονοποιηθεί η Ρωσία αυτή καθεαυτή και αυτό θα συνεχιστεί και επί εποχής Τραμπ, ακόμη και αν όντως οι ΗΠΑ επιδιώξουν να υλοποιήσουν μια νεοβεστφαλιανή πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας θα επιχειρηθεί κάποιας μορφής προσέγγιση με τη Ρωσία.

Η προσπάθεια της Δύσης να κρατήσει παγωμένη στο χρόνο τη στιγμή της νίκης επί του υπαρκτού σοσιαλισμού

Ο άλλος παράγοντας που ωθεί τη Δύση σε μια μισαλλόδοξη εχθρότητα έναντι της Ρωσίας είναι υπερσυστημικός και σε σημαντικό βαθμό βρίσκεται εκτός των ορίων παρέμβασης και επιλογών της όποιας αμερικανικής ηγεσίας.

Συγκεκριμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν σε ένα παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα το οποίο μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Υπαρκτού Σοσιαλισμού έπαψε να είναι ένα γενικό και ρευστό σύνολο κανόνων και αρχών όσον αφορά την πολιτική και οικονομική λειτουργία των χωρών και απόκτησε ένα συμπαγές και άκαμπτο σχήμα, ενδεδυμένο το μανδύα του νικητή του Ψυχρού Πολέμου και «δικαιωμένο» από την Ιστορία. Η αντίληψη, λοιπόν, περί του «Τέλους της Ιστορίας» αποτέλεσε υπαρξιακό κομμάτι της ευρύτερης οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Μιας πραγματικότητας που επεχείρησε να παγώσει τον χρόνο και να διατηρήσει αιώνια ζωντανή τη στιγμή του θριάμβου της.

Κατά συνέπεια, αφού ο καπιταλισμός έπρεπε να διατηρήσει παγωμένη στον χρόνο αυτήν τη στιγμή της «τελικής νίκης», η Ρωσία «όφειλε» να φέρεται εσαεί ως νικημένη χώρα, που θα πρέπει να υπακούει αδιαμαρτύρητα στις προσταγές των «νικητών» και φυσικά να μην επανακάμψει ποτέ. Από τη στιγμή που δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, αυτομάτως ενεργοποιεί την εχθρότητα της Δύσης προς αυτήν, μιας και ξαναθέτει σε κίνηση την ιστορική εξέλιξη και κατά συνέπεια σπάει το εύθραυστο κρύσταλλο της παγωμένης στον χρόνο στιγμής του δυτικού θριάμβου.

Εν κατακλείδι, η παθολογική και μισαλλόδοξη εχθρότητα της Δύσης προς τη Ρωσία, από τη μία είναι μέρος της μακρόπνοης «ορθολογικής» στρατηγικής των ΗΠΑ όσον αφορά τη διαχείριση της Ευρασίας, ενώ από την άλλη ενδέχεται να αποτελεί μια, ανορθολογική μεν αναπόφευκτη δε, εκδήλωση της υπερσυστημικής γεωπολιτικής δομής που κυριάρχησε στον κόσμο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η οποία προσπαθεί να διαιωνίσει την ύπαρξή της δια του παγώματος του ιστορικού χρόνου.

Είναι δεδομένο ότι αυτό δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Και όταν οι άνθρωποι κατανοήσουν ότι η Ιστορία δεν σταματάει, για την ακρίβεια δεν έχει σταματήσει ότι για ένα δευτερόλεπτο από τότε που επήλθε το «τέλος» της μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι δυνάμεις θα εμφανιστούν στο προσκήνιο.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το κείμενο αυτό, είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 367 του περιοδικού «Επίκαιρα»


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ο σημερινός κόσμος έχει μπει σε μια συγκρουσιακή περιδίνηση με ανεξέλεγκτα και καταστροφικά αποτελέσματα. Οι συνεχιζόμενες πολιτικές της προηγούμενης δεκαετίας οδήγησαν στην άνοδο του εξτρεμισμού, του φόβου για το αντίθετο, στη μισαλλοδοξία και τον εθνικισμό.

Γράφει ο Α. Παπανδρέου
Ναυπηγός Μηχανικός, BEng/MSc
University of Strathclyde


Τα μεγάλα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα ανέτρεψαν ισορροπίες δεκαετιών στο όνομα του κέρδους και έφεραν χώρες στο χείλος της καταστροφής. Οι πολιτικοί των περισσότερων ισχυρών κρατών έχουν αποδειχθεί πολιτικοί νάνοι χωρίς όραμα αλλά πρωτίστως, να έχουν με τις ευλογίες τους επιτρέψει ο έλεγχος του παγκόσμιου γίγνεσθαι να γίνεται από τις τράπεζες και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.

Στη Δύση, οι πολίτες ψάχνουν σωτηρία και δικαίωση πράγμα που εκμεταλλεύονται επικίνδυνοι λαϊκιστές πολιτικοί και προσφέρουν αυτό που θέλει να ακούσει ο μέσος αγανακτισμένος ψηφοφόρος, με σκοπό να πάρουν τα ηνία της εξουσίας και να επιβάλουν τη δική τους μισαλλόδοξη και εθνικιστική ατζέντα.

Ως αποτέλεσμα, ο κόσμος, με τη συναίνεση των κατοίκων αυτού του πλανήτη, περνάει σιγά σιγά σε λαϊκιστές και ακροδεξιούς ηγέτες ως μέσο αντίδρασης λόγω της αρνητικής επιρροής των περασμένων πολιτικών στην προσωπική τους ζωή και ευημερία. Δυστυχώς, η μνήμη του κόσμου φαίνεται να είναι κοντή και το μέλλον που εμείς οι ίδιοι υπογράφουμε με την ψήφο μας ζοφερό.

Ο κόσμος αντί να προχωράει μπροστά, πάει με ταχύ βήμα πίσω, στις μέρες του 1914 και 1936. Οι αντιθέσεις μεταξύ των λαών εν έτη 2017, αντί να αμβλύνονται χρόνο με το χρόνο και οι λαοί να ευημερούν μέσα στο πλαίσιο των διεθνών νόμων και συνθηκών, απεναντίας, οξύνονται καθημερινά.

Έννοιες όπως δημοκρατία, ισονομία, ισότητα κ.α. εξέπεσαν τα τελευταία χρόνια στο όνομα του χρήματος με αποτέλεσμα μέσω των επόμενων εκλογικών διαδικασιών, με τη συναίνεσή μας, να εκλείψουν σταδιακά.

Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος ισχύος και την παγκόσμια ισορροπία που αυτό διατηρούσε έστω και υπό τον φόβο της πυρηνικής καταστροφής, έφερε στο προσκήνιο άλλες μικρότερες δυνάμεις οι οποίες άδραξαν την ευκαιρία να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο σε περιφερειακό επίπεδο αποσταθεροποιώντας όλες τις καυτές περιοχές του πλανήτη και φέρνοντας τον κόσμο πιο κοντά σε ένα ατύχημα που θα μπορούσε να έχει παγκόσμιες διαστάσεις.

Έτσι γεννήθηκε το σημερινό πολυπολικό σύστημα ισχύος που όμως είναι ακόμα στα σπάργανα, ενώ οι αλλαγές των πολιτικών δυνάμεων, όπως προαναφέραμε, το κάνουν πλήρως συγκρουσιακό. Η συγκρουσιακή αυτή κατάσταση θα συνεχίσει να υφίσταται μέχρις ότου γίνουν οι απαραίτητες αναδιατάξεις στις νέες σφαίρες επιρροής που αναδύονται.

Στο ήδη βεβαρημένο γεωπολιτικό σύστημα ισορροπιών έρχεται να προστεθεί το γεγονός ότι σήμερα παρατηρείται η ταυτόχρονη αποσταθεροποίηση όλων των θερμών περιοχών, Μ. Ανατολή, Β. Αφρική, Βαλκάνια, Νότια Σινική Θάλασσα, κορεατική χερσόνησος κ.α., την ώρα που η Ε.Ε. δείχνει να πνέει τα λοίσθια και οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πολιτική αναταραχή μετά την άνοδο του Τραμπ στο αξίωμα του προέδρου της ισχυρότερης στρατιωτικά δύναμης στον κόσμο.

Όλη αυτή η αναταραχή ξεκίνησε μετά τον δεύτερο Πόλεμου του Κόλπου και την αποτυχία ελέγχου της νέας κατάστασης εκεί και σε συνέχεια την αποσταθεροποίηση της Β. Αφρικής και της Συρίας από τις δυνάμεις της Γηραιάς Ηπείρου.

Αυτό που τα δυτικά think tank δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν, είναι ότι οι απλοί άνθρωποι είναι ένα δυναμικό σύστημα το οποίο εν τέλει είναι δύσκολο να ελέγξεις από τη στιγμή που οι ενέργειές σου περάσουν ένα κρίσιμο σημείο. Παραδείγματα στη σύγχρονη παγκόσμια Ιστορία υπάρχουν πολλά (Βιετνάμ, Ιράκ, Αίγυπτος, Συρία, Αφγανιστάν κ.α.)

Ο μόνος τρόπος είναι η δικτατορία και ο φόβος (Σαντάμ Χουσεΐν, Άσαντ, Κιμ Γιονγκ Ουν, Ερντογάν) και εκεί είναι που θα είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι για το κοντινό μέλλον που μας επιφυλάσσεται. Οι δυτικές δυνάμεις σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα προσπάθησαν να εκθρέψουν και να γιγαντώσουν τα μίση και τις διαφορές των ανθρώπων και να τα χρησιμοποιήσουν για την εκτέλεση των δικών τους συμφερόντων είτε οικονομικών είτε γεωπολιτικών.

Αυτό είχε τελικά αποτέλεσμα την εξαγωγή της τρομοκρατίας στο έδαφός τους. Σε Γαλλία και Τουρκία ουσιαστικά εδώ και πολλούς μήνες λειτουργεί στρατιωτικός νόμος και στη Γερμανία η αστυνομία κάνει προληπτικές επιχειρήσεις και συλλήψεις.

Είναι επιεικώς τραγικό μετά από δύο Παγκόσμιους και μερικούς περιφερειακούς πολέμους με εκατομμύρια νεκρούς και τραυματίες να ζούμε πάλι σήμερα την ίδια ιστορία με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια παραγκωνισμένους (πρόσφυγες) που εμείς οι ίδιοι προκαλέσαμε και να υψώνουμε τείχη και αδιαφορία για την τύχη τους. Αποφάσεις που εν τέλει θα γυρίσουν μπούμερανγκ για την εσωτερική μας ασφάλεια.

Από την άλλη η Ελλάδα βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα με βαριά τραυματισμένη οικονομία και κατά συνέπεια με μειωμένη οποιουδήποτε τύπου ισχύ για να αντιπαρατεθεί στα κοσμογονικά γεγονότα που έρχονται, την ώρα που όλοι γύρω μας εξοπλίζονται σαν αστακοί. Ίδωμεν…

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

16 Φεβ 2017


Ένα απίστευτο γεωστρατηγικό πόκερ βρίσκεται σε εξέλιξη στο μέτωπο της Συρίας, με τη ρωσική διπλωματία να έχει στριμώξει άγρια της Τουρκία η οποία αφενός δεν έχει το παραμικρό περιθώριο να παρουσιαστεί ότι «τα σπάει» με τη Μόσχα, τουλάχιστον μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο στην Ουάσιγκτον, ενώ ακόμα και τότε, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τους Κούρδους της Συρίας ορθώνουν πανομοιότυπα τείχη, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να έχουν κάθε λόγο να βρίσκονται σε απόγνωση, αφού το «παιχνίδι» να προσπαθήσουν να παίξουν τη Ρωσία απέναντι στις ΗΠΑ και τούμπαλιν, τελικά έχει ως αποτέλεσμα τη συντριβή της Άγκυρας ανάμεσα στους δυο κολοσσούς της διεθνούς πολιτικής…

Του Μιχαήλ Βασιλείου

Οι εξελίξεις είναι λογικό να προκαλούν τρομερό εκνευρισμό στην Άγκυρα, αφού είναι αντιμέτωποι ουσιαστικά με την ευθυγράμμιση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Συρία που ακολουθούν όπως όλοι οι λογικοί άνθρωποι τη μέση οδό στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης της έντασης και έναρξης μιας διαδικασίας που θα οδηγήσει σε κάποιου είδους κρατική μορφή στη Συρία, αφού φαίνεται πως προς το παρόν προκρίνεται η μη αλλαγή των συνόρων της Συρίας.

Η μέση οδός έχει στο επίκεντρο τους Κούρδους, στους οποίους ναι μεν δεν δίνουν κρατική υπόσταση, άρα πραγματοποιώντας μια υποχώρηση στους τουρκικούς όρους, αλλά σε αντάλλαγμα πηγαίνουν στο αμέσως επόμενο στάδιο, εξετάζοντας τη μετατροπή της Συρίας σε Ομοσπονδία ή Συνομοσπονδία, στο πλαίσιο της οποίας οι Κούρδοι της Συρίας τουλάχιστον θα αυτοκυβερνηθούν. Μόνο που και αυτή η εξέλιξη είναι δυσμενέστατη για την Τουρκία, παρότι λιγότερο από τη δημιουργία κουρδικού κράτους στα σύνορά της.

Σήμερα ξεκινούν εκ νέου οι συνομιλίες στην πρωτεύουσα του Καζακστάν, την Άστανα, με την Τουρκία να είναι παγιδευμένη εκεί, θύμα της ανάγκης της να παραστήσει ο Ερντογάν τον διεθνή παράγοντα, δίπλα στον Πούτιν, για να προειδοποιήσει τους Αμερικανούς, μόνο που οι Ρώσοι τον άφησαν «να κάνει το κομμάτι του» με στόχο να τον παγιδεύσουν και το κατάφεραν!

Οι απόψεις των δυο πλευρών απέχουν πολύ, με τους Ρώσους να εκπροσωπούνται από τον ορισμένο από τον Βλαντιμίρ Πούτιν «προεδρικό αντιπρόσωπο» για το θέμα, Αλεξάντερ Λαβρέντιεφ, ενώ οι Τούρκοι προσπαθώντας να τις υποβαθμίσουν για να απεμπλακούν, έστειλαν από επικεφαλής διεύθυνσης του υπουργείου Εξωτερικών!

Παράλληλα, οι Τούρκοι διαμηνύουν ότι δεν θα πρέπει να υποκατασταθούν οι επίσημες συνομιλίες στη Γενεύη υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) που αρχίζουν ξανά στις 23 Φεβρουαρίου και επιμένουν ότι μοναδικό θέμα συζήτησης δεν μπορεί να είναι άλλο από τους στρατιωτικούς κανόνες που θα πρέπει να εφαρμοστούν ώστε να διατηρηθεί η κατάπαυση του πυρός! Διακρίνουμε μια συγκεκαλυμμένη απειλή ανάφλεξης ή λανθάνουμε;

Η Ρωσία βέβαια αναγκάζεται να συνεχίσει αν τηρεί διπλωματική στάση, καθώς ενοχλούμενο φέρεται να είναι και το Ιράν, καθότι ας μην ξεχνούμε, ότι οι γειτνιάζουσες σε συνοριακές περιοχές κουρδικές μειονότητες είναι το πρόβλημα που ένωναν παραδοσιακά Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν, αν και καθεμιά χώρα υπέκυπτε από καιρού εις καιρόν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει την κουρδική μειονότητα του αντιπάλου για να τον αποσταθεροποιήσει, εάν τα πράγματα δεν έβαιναν καλώς στις διμερείς σχέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη μια εξέλιξη που καταγράφεται από χθες στη Μόσχα, καθώς ξεκίνησε συνέδριο στο οποίο συμμετέχουν Κούρδοι προερχόμενοι και από τις τέσσερις χώρες που φιλοξενούν τους προαναφερθέντες γειτνιάζοντες κουρδικούς πληθυσμούς, την Τουρκία, τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, προκαλώντας σύγκρυο κυρίως σε Άγκυρα και Τεχεράνη.

Παρότι οι Ρώσοι τηρούν χαμηλό προφίλ, τα κουρδικά μέσα ενημέρωσης αποκαλούν τη διοργάνωση ως «Κουρδικό Εθνικό Συνέδριο»! Μοναδική απουσία το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα (KDP) του βορείου Ιράκ, γνωστός σύμμαχος της Άγκυρας, ενώ η παρουσία των Κούρδων της Συρίας και του PYD, αποτελεί άδειασμα στην Τουρκία που είχε μπλοκάρει τη συμμετοχή τους στις συνομιλίες της Άστανα στις 23-24 Ιανουαρίου.

Η Τουρκία πλέον περιμένει με αγωνία για το αποτέλεσμα της μελέτης του αμερικανικού Πενταγώνου για τη στρατηγική στο Ιράκ και τη Συρία, όπου χθες διέρρευσε πως είναι ενδεχόμενη εισήγηση στον Λευκό Οίκο να διατάξει την αποστολή τακτικών στρατευμάτων στο έδαφος!

Ωστόσο, το καθυστερημένο τηλέφωνο Τραμπ-Ερντογάν που έστειλε τα κατάλληλα μηνύματα, καθώς επίσης και η αποχώρηση του αντιστράτηγου και πρώην διευθυντή της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών DIA, από το πόστο του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, ένα πρόσωπο με το οποίο είχαν καλλιεργηθεί εγκαίρως σχέσεις, οδηγούν στο μάλλον ασφαλές συμπέρασμα, ότι οι όροι επιστροφής στην «αγκαλιά» των ΗΠΑ θα είναι δυσμενείς, ενώ αν αυτό προχωρήσει, η Τουρκία θα έχει μετατραπεί σε έρμαιο στη βούληση της Μόσχας.

Να υπογραμμίσουμε καταληκτικά, ότι αυτή η αναταραχή και οι ζυμώσεις που αφορούν το κουρδικό ζήτημα, συμπίπτουν με την 18η επέτειο του δράματος που οδήγησε στην απαγωγή του Αμπντουλάχ Οτζαλάν από την Κένυα, μετά από συνδυασμένη επιχείρηση ανάμεσα στην αμερικανική CIA και την τουρκική MIT, ενώ βρισκόταν στα χέρια των ελληνικών αρχών.

Δυο δεκαετίες σχεδόν αργότερα, η Άγκυρα αρνείται να κατανοήσει ότι το εν λόγω ζήτημα δε χωρά στρατιωτικά αλλά πολιτική λύση, αφού δεν πρόκειται για μια μικρή πληθυσμιακή ομάδα, αλλά ένα ολόκληρο έθνος. Τις διαπραγματεύσεις αυτές τίναξε στον αέρα ο Ερντογάν όταν αντελήφθη ότι οι συνομιλίες δεν τον βοηθούσαν εκλογικά… κι ας βάζει τώρα τον ελεγχόμενο τουρκικό Τύπο να γράφει ότι οι συνομιλίες της περιόδου 2012-2015 κατέρρευσαν επειδή το PKK άρχισε εκ νέου επιθέσεις.

Πηγή Defence-Point


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Είμαι από αυτούς που πριν από αρκετές εβδομάδες με σχετική αρθρογραφία μου είχα επισημάνει τα ελαττώματα και τους κινδύνους από την τοποθέτηση του Στρατηγού, Μάϊκλ Φλήν, στην πολύ κρίσιμη και ευαίσθητη θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ, με αφορμή άρθρο του σχετικά με την Τουρκία, το οποίο είχε όλα τα στοιχεία προϊόντος κατά παραγγελία εταιρίας δημοσίων σχέσεων της Ουάσιγκτον που είχε συμβόλαιο με την Άγκυρα.

Τότε ελάχιστοι από αυτούς που σήμερα κραυγάζουν για σκάνδαλο και χρησιμοποιούν την παραίτησή του για να πλήξουν τον Προεδρία Τράμπ, έδειξαν να ενοχλούνται από το γεγονός αυτό. Ούτε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης των ΗΠΑ, αλλά ούτε και στο Κογκρέσο, όπου τα τελευταία εικοσιτετράωρα Δημοκρατικοί και κάποιοι γραφικοί Ρεπουμπλικάνοι ζητούν έρευνες και ακροάσεις. Και αυτό διότι προφανώς οι περισσότεροι από αυτούς έχουν γίνει κατά καιρούς αποδέκτες των εκατομμυρίων δολαρίων που δαπανά η Τουρκία στην αμερικανική πρωτεύουσα για να προωθεί τις θέσεις και τα συμφέροντά της.

Ως εδώ, για κάποιον που γνωρίζει το παραδοσιακό σύστημα εθνικής ασφάλειας της Ουάσιγκτον, όλα καλά και προβλέψιμα. Όμως, αυτό που εξελίσσεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην αμερικανική πρωτεύουσα όχι μόνο ξεπερνά τα παραδοσιακά δεδομένα, αλλά αγγίζει τα όρια εγκληματικής ανευθυνότητας. Και όταν μάλιστα είναι παραπάνω από εμφανές ότι γίνεται για λόγους πολιτικού ρεβανσισμού και αδυναμία αποδοχής μιας καθαρής ήττας ενός συστήματος που υπερβαίνει τα όρια Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών, και ενώνει αυτούς που βρίσκονται για δεκαετίες στη μισθοδοσία αυτού του ξεπερασμένου από την εποχή και τις εξελίξεις συστήματος, τότε το έγκλημα είναι ειδεχθές.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στις ΗΠΑ, και ειδικά στο τελευταίο κρίσιμο διάστημα, το σύστημα αυτό για να αντιμετωπίσει την αποδοχή που είχε το μήνυμα Τράμπ, εκτός των μητροπόλεων της Ανατολικής και Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, στην πλατιά Αμερική, έπαιξε γερά το χαρτί της συνδιαλλαγής στελεχών της ομάδας του Ντόναλντ Τράμπ με τη Ρωσία και την προσπάθεια της Μόσχας να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών υπέρ του τότε υποψήφιου Τράμπ. Η ζαριά δεν πέτυχε και ο κ. Τράμπ κόντρα στο σύστημα κατάφερε μια αναπάντεχη νίκη και εκλέχθηκε Πρόεδρος των ΗΠΑ.

Το λάθος του Αμερικανού Προέδρου και του επιτελείου του στο Λευκό Οίκο, ήταν ότι επαναπαύτηκαν και πίστεψαν ότι το σύστημα αυτό θα σταματούσε αυτή την προσπάθεια. Και ας έβλεπαν να διαρρέουν οι τηλεφωνικές συνομιλίες και οι διάλογοι του Προέδρου με ξένους ηγέτες από το Οβάλ Γραφείο στις εφημερίδες. Δυστυχώς τα ελαττώματά και ο χαρακτήρας του Στρατηγού Φλήν, έδωσαν στους μισθοφόρους του εν λόγω συστήματος μέσα στις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, το άνοιγμα που αναζητούσαν για να πλήξουν τον Πρόεδρο και την κυβέρνηση Τράμπ, μέσω των τηλεφωνικών συνομιλιών που είχε με τον Πρέσβη της Ρωσίας στην Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της περιόδου μετάβασης της εξουσίας αμέσως μετά τις εκλογές. Και βέβαια δεν χρειάζεται να ειπωθεί καν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα και η ομάδα του έκαναν ότι μπορούσαν για να διευκολύνουν το εν λόγω σχέδιο.

Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, είμαι από αυτούς που εδώ και αρκετά χρόνια μέσω της αρθρογραφίας μου έχω κάνει σαφή την άποψή μου ότι ο Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι ένας απολυταρχικός ηγέτης που λειτουργεί και θα συνεχίσει να λειτουργεί με πλοηγό τα αισθήματα μίσους εναντίον των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, με τα οποία έχει εμποτιστεί ως πρώην πράκτορας της KGB, αρνούμενος να αποδεχθεί τη συντριπτική ήττα και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, από τον Ρόναλντ Ρέηγκαν και τη Δύση. Την ίδια στιγμή αναγνωρίζω ότι σε σχέση με τις σημερινές ηγεσίες, για τον Πρόεδρο Τράμπ είναι πολύ νωρίς να διαμορφώσω άποψη, σε Ευρώπη και αλλού είναι ο καλύτερος στρατηγικός παίκτης.

Λέγοντας τα παραπάνω, και για να επανέλθω στον επικίνδυνα εγκληματικό χαρακτήρα των γεγονότων, όλοι αυτοί οι υποστηρικτές του συστήματος που τους σιτίζει για δεκαετίες, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν και να καταστήσουν τις σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας, ένα θέμα υψίστης εθνικής ασφάλειας με παγκόσμιες προεκτάσεις, αντικείμενο φθηνής πολιτικής αντιπαράθεσης και πολιτικού ρεβανσισμού. Και το ερώτημα που μπαίνει στο τραπέζι είναι αμείλικτο. Τελικά τι επιδιώκουν οι υμνητές του παρωχημένου και διεφθαρμένου συστήματος; Μια επιστροφή σε ένα καθεστώς σύγκρουσης και Ψυχρού Πολέμου, μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, με τη διαλυμένη Ευρώπη, ως πεδίο αυτής της εξαιρετικά, εάν επέλθει, αντιπαράθεσης και πιθανής σύγκρουσης των δυο δυνάμεων; Και όλα αυτά για να καταφέρουν να πουν στους εαυτούς τους, ναι μας κέρδισε ο Τράμπ, αλλά εμείς τον τελειώσαμε πριν καν αρχίσει. Με ποιο τίμημα; Την επιστροφή του διεθνούς συστήματος σε μια εποχή σκληρής αντιπαράθεσης, τη στιγμή μάλιστα που η εξτρεμιστική ισλαμική τρομοκρατία, με αποκλειστική ευθύνη του Μπαράκ Ομπάμα και της οκταετούς διακυβέρνησης του, έχει εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα και δρα με απίστευτη αγριότητα και αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή.

Ας καταλάβουν λοιπόν οι στερούμενοι ουσιαστικών προτάσεων και λύσεων σε όλα τα επίπεδα, Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, τα αρνούμενα να αποδεχθούν τον εξευτελισμό τους συστημικά μέσα ενημέρωσης, το κλαμπ των Νεοσυντηρητικών Ρεπουμπλικάνων της Ουάσιγκτον, ότι παίζουν με τη φωτιά και με το μέλλον του πλανήτη για ένα καπρίτσιο και μια άρνηση αποδοχής της πραγματικότητας. Οι απλοί πολίτες έχουν βαρεθεί τη συμπεριφορά και τις πολιτικές της αστικής ελίτ, η οποία ξέρει να γράφει διατριβές για το πώς να αλλάξεις ένα σκασμένο λάστιχο, αλλά είναι άχρηστη να πιάσει το γρύλο να το αλλάξει. Οι κοινωνίες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν σιχαθεί τους δήθεν λόγιους που τα λένε και τα γράφουν ωραία, με αποτέλεσμα να διψάνε και μια αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων με την κοινή λογική.

Αλλά και ο Πρόεδρος Τράμπ και το επιτελείο του, πρέπει να καταλάβουν ότι τώρα βρίσκονται στο Λευκό Οίκο και στα χέρια τους και από τις δράσεις τους κρίνεται η τύχη του πλανήτη. Ο χειρισμός των επισκέψεων του Ιάπωνα Πρωθυπουργού, του Πρωθυπουργού του Καναδά, και η καθαρότητα των θέσεων στις επαφές κατά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού του Ισραήλ, πρέπει να είναι το πλαίσιο και ο κανόνας στην αντιμετώπιση των θεμάτων στην εξωτερική πολιτική. Χρειάζεται πολύ περισσότερο, Τζέημς Μάτις και Ρέξ Τίλλερσον.

Ας μην παίζουν λοιπόν κάποιοι με τη φωτιά, γιατί κάποιες φορές ξεφεύγει από τον έλεγχο.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Διεθνολόγος Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University και Δημοσιογράφος
Πηγή MIgnatiou


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
 



Γράφει ο Daniel J. Ikenson

Ποτέ οι ΗΠΑ και η κινεζική οικονομία δεν ήταν περισσότερο αλληλεξαρτώμενες  όσο σήμερα. Ποτέ η σχέση του διμερούς εμπορίου και των επενδύσεων δεν ήταν μεγαλύτερη. Και βεβαίως, ποτέ η επισφαλής κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας  δεν απαιτούσε  μεγαλύτερη προσοχή  μεταξύ  ΗΠΑ και  Κίνας  από ό, τι τώρα. Ωστόσο, με τον Donald J. Trump να στέκεται θριαμβικά, σε μια πλατφόρμα  εθνικισμού και  προστατευτισμού, ποτέ η «συναστρία» δεν ήταν τόσο απόλυτα ευθυγραμμισμένη ώστε να οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε έναν καταστροφικό εμπορικό πόλεμο.

Από την άλλη, οι διμερείς εμπορικές τριβές δεν είναι κάτι καινούργιο. Κατά τη διάρκεια των ετών που πέρασαν  οι εντάσεις είχαν περιοριστεί σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε  να αποφευχθούν τυχόν σημαντικές ρευστοποιήσεις. Για τα τελευταία όμως, οκτώ χρόνια, που  η σχέση ΗΠΑ-Κίνας ήταν υπό αυξανόμενη πίεση, η αμοιβαία φορολόγηση είχε μπει σε ένα ελεγχόμενο σύστημα διακανονισμού  και γενικότερα, υπήρχε μεγάλη αυτοσυγκράτηση από την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο. Και οι δύο κυβερνήσεις επέβαλαν  περιορισμούς στο εμπόριο, αλλά το έκαναν σε συνάρτηση  με τους ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

Η εκλογή του «ασυγκράτητου» Trump, ο οποίος βλέπει το εμπόριο ως ανταγωνιστικό παιχνίδι «μηδενικού αθροίσματος»  μεταξύ των χωρών, καθιστά την αυτοσυγκράτηση  απίθανη και στρατηγικά παράλογη. Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχειρίζονται  ένα μεγάλο διμερές εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα, ο Πρόεδρος Trump βλέπει το Πεκίνο ως το πιο εξαρτώμενο μέρος, σε σχέση με τις πιθανότητες που υπάρχουν για να χάσει τον  εμπορικό πόλεμο…  Αντιλαμβάνεται μάλιστα τις συνέπειες ενός εμπορικού πολέμου ως μία σχετικά ήπια κατάσταση για την χώρα του καθιστώντας το σχέδιο δράσης του μία απολύτως ρεαλιστική επιλογή. Αυτή βέβαια, η σκέψη ισοδυναμεί με μία τεράστια απόκλιση από την ορθόδοξη εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, για πάνω από 80 χρόνια.

Η επικίνδυνη, από κάθε άποψη, οικονομική πολιτική του  Trump δεν εμφανίστηκε  από το πουθενά. Η δεκτικότητα των ΗΠΑ  σε μια πιο έντονη πολιτική προστατευτισμού (Πρώτα η Αμερική) - ειδικά σε σχέση με την Κίνα - έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Και η  γενεσιουργός αιτία αυτής της αντίληψης ήταν η απώλεια θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια των ετών, ειδικά μεταξύ εκείνων των ανθρώπων που η επιβίωσή τους ήταν πλήττονται περισσότερο. Σύμφωνα με την πεποίθηση του προστατευτισμού η Κίνα «κινεί το σύστημα»  για να γίνει ισχυρότερη σε βάρος της Αμερικής! Και επιπλέον, αμφισβητεί τις ΗΠΑ  για την παγκόσμια στρατηγική και οικονομική τους υπεροχή. Αν και η αύξηση της επιρροής του Trump καθιστά ένα εμπορικό πόλεμο επικίνδυνα πιθανό, η κατάσταση των διμερών οικονομικών σχέσεων είναι το αποκορύφωμα μιας μακράς υποβόσκουσας αντιπαλότητας  που μπορεί να οδηγήσει  στο χείλος της αβύσσου.

Η Μεγάλη Πορεία προς τον εμπορικό πόλεμο

Στον απόηχο της σφαγής στην πλατεία  Τιενανμέν  του 1989, η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους αποφάσισε ότι θα συνεχίσει την πολιτική των διμερών σχέσεων με την Κίνα αλλά με περιορισμούς. Εκείνη την εποχή, το διμερές εμπόριο ανήλθε σε μόλις 17,6 δισεκατομμύρια $, και οι διασυνοριακές επενδύσεις ήταν ασήμαντες. Αλλά τα δυνητικά οικονομικά οφέλη από την ευρύτερη διάδοση των δεσμών εμπορίου και των επενδύσεων ήταν προφανής. Εκτός αυτού, η οικονομική και πολιτική φιλελευθεροποίηση της Κίνας ήταν περισσότερο αποτέλεσμα των μεγάλων εμπορικών ανοιγμάτων της – κυρίως προς τις ΗΠΑ- από τις πολιτικές που είχαν σχεδιαστεί για να την τιμωρήσουν ή να την απομονώσουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν άλλωστε, φανερό  ότι οι κυρώσεις θα έβλαπταν περισσότερο τον κινεζικό λαό από την κινεζική κυβέρνηση, παραδίνοντας  ταυτόχρονα, τις επιχειρηματικές ευκαιρίες  στις ευρωπαϊκές εταιρείες.

Έτσι, για τα επόμενα 20 χρόνια, η πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα βασίστηκε στην ιδέα ότι η οικονομική σχέση ήταν πολλά υποσχόμενη  και άξιζε την καλλιέργεια και την φροντίδα, ανεξάρτητα από τις σημαντικές διαφορές μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου για γεωπολιτικά και θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατά το  πρώτο εξάμηνο της περιόδου αυτής, οι Κινέζοι έκαναν τα πάντα για να  εφαρμόσουν  όλα τα είδη των μεταρρυθμίσεων στην αγορά, να αποδεσμεύσουν  οικονομία τους και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ιδιότητας του μέλους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Από τη στιγμή που η Κίνα εντάχθηκε στον ΠΟΕ, το 2001, το εμπόριο  αυξήθηκε  σε 121.3 δις. $ και άμεσες επενδύσεις ήταν 12 δις. $. Μέχρι το 2008, η αξία του διμερούς εμπορίου έφθασε στα 409 δισεκατομμύρια $ και των επενδύσεων  56 δισεκατομμύρια $.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί από μια αγροτική οικονομία σε μια βασική βιομηχανική οικονομία και  σε μια πλήρως ανεπτυγμένη βιομηχανική δύναμη μέσα σε 20 χρόνια. Η αύξηση του εμπορίου και των επενδύσεων έχει γλυτώσει εκατοντάδες εκατομμύρια  Κινέζων από τη φτώχεια και έχει δώσει την ευκαιρία να επωφεληθεί μεγάλο μέρος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Αλλά βεβαίως, η διαδικασία αυτή του διμερούς εμπορίου με τις ΗΠΑ, αναπαράγει  άφθονες τριβές με τις αμερικανικές βιομηχανίες.

Η οικονομική πολιτική των ΗΠΑ με την Κίνα, ουσιαστικά διεξάγεται ως εξισορρόπηση των δύο μεγάλων ομάδων συμφερόντων. Από τη μια πλευρά, είναι οι  εισαγωγικές ανταγωνιστικές βιομηχανίες και η οργανωμένη εργασία, που  προσπαθούν να εμποδίσουν τη διείσδυση των κινέζων εξαγωγέων στις ΗΠΑ. Αυτοί εκδήλωναν πάντα την  αντίθεσή τους  στη χορήγηση του καθεστώτος της Κίνας  «Ομαλές εμπορικές σχέσεις» (Normal Trade Relations) και είχαν αντιταχθεί στην προσπάθεια της Κίνας να ενταχθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Ζήτησαν τότε να επιβληθούν δασμοί, ποσοστώσεις  και άλλες πολιτικές, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις  ανησυχίες τους (πραγματικές και φανταστικές)  ως ανάρμοστες «κινεζικές πρακτικές», όπως οι  επιδοτήσεις, οι ενέργειες  χειραγώγησης του νομίσματος, η κλοπή της πνευματικής ιδιοκτησίας, η αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας και εργασίας και οι περιβαλλοντικές καταχρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, ήταν οι αμερικανικές  πολυεθνικές εταιρείες και οι εξαγωγείς, που  τάχθηκαν υπέρ μιας πιο προσεκτικής  και λιγότερο ανταγωνιστικής προσέγγισης. Ενθάρρυναν την ιδέα της φιλοξενίας της Κίνας, δεδομένου ότι  έτσι θα άνοιγε ο δρόμος της προόδου στη διαδικασία ένταξης και ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια οικονομία. Αυτές οι ομάδες εργάστηκαν  ενάντια στις πολιτικές και τις δράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την πρόσβαση στην πολλά υποσχόμενη κινεζική αγορά των ΗΠΑ. Η στάση τους αυτή  ενισχύθηκε από την έρευνα οικονομολόγων, ακαδημαϊκών και μελετητών, οι οποίοι  υποστήριξαν  ότι το άνοιγμα στις εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα υπηρετεί όχι μόνο τα συμφέροντα των αμερικανικών εισαγωγικών βιομηχανιών αλλά και  τα συμφέροντα  των καταναλωτών, ιδιαίτερα των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος.

Η πολιτική των ΗΠΑ προσδιορίζει γενικά τη διαφορά μεταξύ αυτών των προοπτικών: «η Κίνα θα είναι ευπρόσδεκτη στην κοινότητα των εθνών, και οι εταιρείες και τα προϊόντα της θα πρέπει να αντιμετωπίζονται στο ίδιο επίπεδο με όλα τα άλλα έθνη ». Αλλά οι βιομηχανίες των ΗΠΑ θα μπορούν να προσφύγουν στην νομική κατοχύρωση των εμπορικών σχέσεων και στις ειδικές  εγγυήσεις με την Κίνα. Επίσης, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα είναι σε θέση να φέρει επίσημες καταγγελίες σχετικά με την κινεζική πολιτική στον ΠΟΕ. Ο Στρατηγικός Οικονομικός Διάλογος (Strategic Economic Dialogue) -δημιουργήθηκε κατά την διακυβέρνηση  του George W. Bush) και άλλες υψηλού επιπέδου μορφές διμερών διαύλων επικοινωνίας ιδρύθηκαν για να συζητήσουν και να επιλύσουν τα ζητήματα που θα προκύψουν αναπόφευκτα, με την εξέλιξη των εμπορικών σχέσεων. Σε γενικές γραμμές, η φόρμουλα αυτή λειτούργησε αρκετά καλά για να εξασφαλιστεί ότι οι τριβές θα είχαν αποτελεσματική διαχείριση και ποτέ δεν προκαλούνταν η ανάφλεξη μιας κόλασης. Αλλά μετά από 20 χρόνια, τα πράγματα άλλαξαν ξαφνικά το 2009.

Ήταν η χρονιά που η οικονομία  των ΗΠΑ συγκλονίστηκε από την οικονομική κρίση και μια βαθιά ύφεση. Η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος  που συνοδεύτηκε από οικονομική συρρίκνωση, η αργή ανάκαμψη, η επίμονη υψηλή ανεργία, το φάντασμα της απώλειας  εκατομμυρίων  θέσεων εργασίας, καθώς και το εκτός ελέγχου δημόσιο χρέος κλόνισε την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης  στις  ΗΠΑ. Εν τω μεταξύ, η κινεζική οικονομία συνεχίζει σε σχεδόν διψήφιο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, ξεπερνώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως  μεγαλύτερη παραγωγός και εξαγωγέας στον κόσμο. Οδεύει δηλαδή, πολύ γρήγορα στο να γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Έτσι, η κινεζική κυβέρνηση έχει γίνει πλέον επίσημα η μεγαλύτερη ξένη κάτοχος του αμερικανικού δημόσιου χρέους, ασκώντας  ιδιαίτερη επιρροή στη χάραξη της πολιτικής των ΗΠΑ, σύμφωνα με την άποψη  πολλών σχολιαστών.

[…] Η κατάσταση αυτή ήταν επόμενο να δημιουργήσει μία βαθιά ενδοσκόπηση στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας και φυσικά και της αγοράς. Πολλοί αναρωτήθηκαν σε τι  οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάνει λάθος  και τι στην Κίνα είχε γίνει σωστά. Ορισμένοι πολιτικοί και ειδήμονες, όπως ο Tom Friedman των  New York Times , εντυπωσιάστηκαν  που οι Κινέζοι ήταν σε θέση να επιτύχουν αυτό το οικονομικό θαύμα  με την «πεφωτισμένη απολυταρχία» τους και πρότεινε στις ΗΠΑ να μιμηθούν τους ισχυρισμούς της επιτυχημένης βιομηχανικής πολιτικής της Κίνας. Άλλοι πάλι, κατέληξαν  στο συμπέρασμα ότι η πολιτική των ΗΠΑ ήταν υπερβολικά ανεκτική στην άνοδο της Κίνας, προτρέποντας  για μεγαλύτερη επιβολή κανόνων  στο διμερές τους εμπόριο.

Εν τω μεταξύ, η επιχειρηματική κοινότητα των ΗΠΑ στην Κίνα, κάνοντας  βεβιασμένες ενέργειες που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τα σχέδιά τους στην κινεζική αγορά, άρχισε να διατυπώνει  ανησυχίες και  παράπονα  για πολλαπλασιασμό του κινεζικού προστατευτισμού. Οι αμερικανικές εταιρείες έχουν εκδώσει προειδοποιήσεις ότι η απελευθέρωση της αγοράς στην Κίνα  έχει περιοριστεί  και έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Μια ετήσια έκθεση που δημοσιεύθηκε από το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο στην Κίνα, εντοπίστηκαν τάσεις ανόδου του προστατευτισμού, έλλειψη κανονιστικής διαφάνειας, ασυνεπής πρακτικές  και ευνοιοκρατία προς τις τοπικές επιχειρήσεις, όπως τα μεγάλα και αυξανόμενα προβλήματα το 2009. Σε μια άλλη ξεχωριστή έκθεση εκθέτει το «σχέδιο της βιομηχανικής πολιτικής », υποστηρίζοντας ότι η  κινεζική κυβέρνηση σχεδιάζει να δημιουργήσει «εθνικούς  πρωταθλητές»  από τον« δανεισμό »της Δυτικής Τεχνολογίας.

Η δημοσίευση των εκθέσεων αυτών και οι αντιδράσεις  έχουν εμπνεύσει μια αλλαγή του κλίματος εντός των ΗΠΑ αλλά και στην διεθνή κοινότητα. Οι  απειλές  για τα επιχειρηματικά συμφέροντα των ΗΠΑ αυξήθηκαν, ενώ οι αισιόδοξες πεποιθήσεις των ρεαλιστικών δυνατοτήτων μειώθηκαν. Κι αυτό  δημιούργησε  μια μετατόπιση στη στάθμιση των συμφερόντων που επηρεάζουν την πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα υπέρ των αμερικανικών  συμφερόντων.  

Το «σκληρό πρόσωπο» του Προέδρου Ομπάμα

Η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ προς την Κίνα κατά τη διάρκεια των οκτώ ετών της κυβέρνησης Ομπάμα αντικατοπτρίζεται σε ένα νέο ύφος. Αρχικά, ο Πρόεδρος θέσπισε την επιβολή δασμών  στα κινεζικά ελαστικά, κάτω από μια ειδική διάταξη διασφάλισης του δικαίου των ΗΠΑ, πράγμα που  ο Πρόεδρος Μπους είχε εμποδίσει  σε τρεις προηγούμενες περιπτώσεις. Αυτή η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου για την Κίνα (που  θεωρήθηκε ζημιωμένη), καθώς και μια πληθώρα κινεζικών «αντιποίνων»  κατά των αμερικανικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των  κοτόπουλων και των αυτοκινήτων.

Βεβαίως, η υποχρέωση του αντισταθμιστικού νόμου για τις  ΗΠΑ (νόμος για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων σε ξένη κυβέρνηση από την επιδότηση των εξαγωγών), θεωρείται ανεφάρμοστη σε «μη εμπορικές» οικονομίες από τις προηγούμενες διοικήσεις. Όμως έτσι ξαφνικά άνοιξε η όρεξη στις βιομηχανίες των ΗΠΑ και δημιούργησε  ένα ρεκόρ στον αριθμό των αθέμιτων εμπορικών υποθέσεων κατά της Κίνας, κατά τη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα. Στο  Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου αυξήθηκε επίσης, κατά πέντε φορές - σε σχέση με την κυβέρνηση Μπους - ο αριθμός των καταγγελιών  κατά της Κίνας στον ΠΟΕ. Το αποτέλεσμα, γενικώς, ήταν να ελέγχονται πιο στενά οι υποψήφιες κινεζικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Μπλοκάροντας για παράδειγμα, μια προτεινόμενη κινεζική επένδυση αιολικών πάρκων στο Όρεγκον αλλά και την παραγγελία μια κινεζικής εταιρείας τεχνολογίας που ήθελε να εκχωρήσει δραστηριότητες σε άλλη αμερικανική εταιρεία που είχε εξαγοράσει πρόσφατα. Όλα αυτά προκάλεσαν περισσότερες ανησυχίες σε κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας επειδή μπήκαν στο στόχαστρο της κυβέρνησης Ομπάμα και του Κογκρέσου. Το Κογκρέσο μάλιστα, πήρε και έκτακτα μέτρα  φραγής των αγορών για τη χρήση των κινεζικών προϊόντων τηλεπικοινωνιών από κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Ο κύβος είχε ήδη «ριφθεί».

Εν τω μεταξύ, το Πεκίνο δεν παρέμεινε παθητικό. Καθώς η κυβέρνηση Ομπάμα επέκτεινε τις δράσεις της, η κινεζική κυβέρνηση (υπό τον Πρόεδρο Hu και στη συνέχεια με τον Πρόεδρο  Xi) θέσπισε μια πληθώρα νέων νόμων που διέπουν - μεταξύ άλλων - τις ξένες επενδύσεις όπως  την πολιτική ανταγωνισμού και την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Πολλοί από αυτούς τους νόμους, εξελήφθησαν  από τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ ως παρέμβαση εναντίον τους. Οι εκθέσεις των αμερικανικών εταιρειών διατείνονται ότι  παρενοχλούνται, ότι υπόκεινται σε επαχθείς απαιτήσεις τεκμηρίωσης, ότι μπαίνουν σε ένα πλαίσιο άρνησης  επιχειρηματικών  ευκαιριών και ότι αναγκάζονται  να παραδώσουν τα εμπορικά μυστικά και τα κλειδιά κρυπτογράφησης των σχεδιασμών τους.

Ξεκίνησαν έτσι, συνεχείς  διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για μια καλύτερη προοπτική διμερών  συνθηκών στις  επενδύσεις. Αφορούσαν στην ελευθέρωση του εμπορίου περιβαλλοντικών αγαθών και των κρατικών προμηθειών, μεταξύ μιας σειράς πρωτοβουλιών που επιδιώκει  την προοπτική  θετικής στροφής στην αποκατάσταση των σχέσεων. Όμως η απαισιοδοξία  στην αμερικανική  και στη διεθνή κοινότητα για την πολιτική κατάσταση της Κίνας και την κατεύθυνση του επιχειρηματικού κλίματος  ενισχύθηκε.

Φτάνοντας στο 2016,εξαιτίας των εκλογών,  η «αντι-εμπορική» ρητορική εκστρατεία ήταν πολύ πιο οξεία από το συνηθισμένο. Η κινέζικη εμπορική πολιτική βρέθηκε  εκτεθειμένη στην  επίθεση των δύο άκρων και σε όλο το πολιτικό φάσμα. Η δημοσίευση ενός ακαδημαϊκού άρθρου με τίτλο  «Το σοκ της Κίνας», κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κόστος προσαρμογής για τους  εργαζομένους ήταν μεγάλο. Θεωρήθηκε πως  είχαν ζημιωθεί εξαιτίας του ανταγωνισμού από τις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και η επιβάρυνση ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό, τι είχε αρχικά υπολογιστεί. Έτσι ήταν πλέον διάχυτη η τάση  στην κοινή γνώμη για μια πιο μαχητική προσέγγιση της  εμπορικής πολιτικής απέναντι στην Κίνα.

Το 2016  η κυβέρνηση Ομπάμα κατέθεσε τέσσερις νέες καταγγελίες κατά της Κίνας στον ΠΟΕ, και το Υπουργείο Εμπορίου άνοιξε  24  αντισταθμιστικές υποθέσεις εναντίον των κινέζων εξαγωγέων. Αλλά, ίσως η πιο προκλητική ενέργεια από όλα ήταν μια εσκεμμένη αδρανής πρακτική εκ μέρους των ΗΠΑ: Η καθυστέρηση της υποχρέωσης να χορηγήσουν στην Κίνα μία προνομιακή θέση στην «οικονομία της αγοράς», κάτι που έπρεπε να γίνει  το αργότερο 15 χρόνια μετά την ένταξή της  στον ΠΟΕ. Η ημερομηνία αυτή πέρασε  και στις 12 Δεκεμβρίου η Κίνα κίνησε  την διαδικασία άσκησης των νομικών της απαιτήσεων έναντι  του ΠΟΕ για το ζήτημα αυτό. Για να καταλήξουμε σε άλλη  μια σημαντική πηγή διενέξεων και την ενίσχυση του ήδη επιβαρυμένου κακού κλίματος στις διμερείς σχέσεις.

Στην άκρη του βράχου

Από τις αρχές του προηγούμενου έτους, το απόθεμα των διασυνοριακών και των διμερών επενδυτικών πακέτων έφτασε στα 90 δις $ και οι εμπορικές ροές ήταν 600 δις $ ετησίως. Με την εκλογή του νέου προέδρου, όλα φαίνεται να γίνονται ακόμα πιο δραματικά. Γιατί δεν φαίνεται να καταλαβαίνει ότι το επίπεδο αλληλεξάρτησης διαμορφώνει και τον βαθμό αποφασιστικής μόχλευσης  προκειμένου να αλλάξει η φύση της οικονομικής σχέσης με την Κίνα. Πολλοί από αυτούς που είχαν κάθετη άποψη μέχρι τώρα, στην Ουάσιγκτον, έχουν σωπάσει, αψηφώντας τις αντιλήψεις που πλέον διαμορφώνονται ως «μη πολιτικά ορθές».  Ο φόβος των πολιτικών αντιποίνων  για τη λήψη θέσεων που θα είναι αντίθετες από αυτές του προέδρου έχει καταστείλει τη δημόσια συζήτηση. Απλά κυριαρχεί στον εμπορικό κόσμο, το απλοϊκό σύνθημα «δεν είναι καλό για τις επιχειρήσεις», ως μότο στα απειλητικά  tweets του προέδρου. 

Ο Trump φαίνεται να είναι απτόητος και αδιάφορος για το ενδεχόμενο ενός εμπορικού πολέμου με την Κίνα. Ο ίδιος φαίνεται να έχει εντολή να κάνει ό, τι θέλει «για να τινάξει την μπάνκα στον αέρα», όπως δήλωσε  σε μια πρόσφατη συνέντευξη. Ο πρόεδρος ήταν πιο αιχμηρός  για μία υποτιθέμενη  κινέζικη νομισματική χειραγώγηση , που έχει εμπνεύσει την έκκλησή του για την επιβολή  45% … δασμών  στις εισαγωγές από την Κίνα. Φυσικά, η χειραγώγηση του νομίσματος είναι μια ξεπερασμένη καταγγελία. Οι Κινέζοι δεν έχουν παρέμβει στις αγορές συναλλάγματος για να καταστείλει την αξία του Γουάν, για πάνω από μια δεκαετία και, τα τελευταία χρόνια, αγωνίζονται να στηρίξουν την αξία του εξαιτίας της αχαλίνωτης φυγής κεφαλαίων.

Υπάρχουν και άλλες πηγές έντασης στη σχέση που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια κάθοδο στην άβυσσο. Διακρίσεις εις βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κίνα, η ευνοιοκρατία , η μαζική επιδότηση της βιομηχανίας, η κλοπή  πνευματικής ιδιοκτησίας, η υψηλή τεχνολογία, ο βαθύτερος  έλεγχος των κινέζικων εξαγορών στις ΗΠΑ, οι διακρίσεις εις βάρος των κινεζικών επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών  και η άρνηση των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν  την Κίνα ως «αγορά οικονομίας»  παραμένουν εξέχοντα σημεία της έριδος στις διακρατικές σχέσεις. Ο Πρόεδρος Trump και οι  σύμβουλοί  του, δείχνουν το μεγάλο διμερές εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ως απόδειξη των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και υπόσχονται να λάβουν  διορθωτικά μέτρα. Εν τω μεταξύ, η κινεζική κυβέρνηση απειλεί να μετατοπίσει τις αγορές των αεροσκαφών από την Boeing για την Airbus  και τα γεωργικά προϊόντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Αυστραλία και τον Καναδά.  Είναι πια σίγουρο ότι  οι Κινέζοι σχεδιάζουν άλλους στρατηγικούς στόχους για αντίποινα - επιχειρήσεις και βιομηχανίες που θα μπορούσαν να ασκήσουν πολιτική πίεση για το Κογκρέσο να κάνει κάτι για να χαλιναγωγήσει τον πρόεδρο.

Αλλά αυτό που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι, στο πλαίσιο μιας  εγχώριας κινεζικής πολιτικής  προοπτικής, ο Πρόεδρος Ξι θα μπορούσε να καλωσορίσει στην πραγματικότητα, έναν εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες!  Με 6,5% οικονομική ανάπτυξη (η πιο αργή σε 25 χρόνια), τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την στασιμότητα των εισοδημάτων, τη διαφθορά, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, την χειραγώγηση  των μέσων ενημέρωσης και των περιορισμών στο διαδίκτυο,  ο Ξι θα μπορούσε να επωφεληθεί πολιτικά από την απόσπαση της προσοχής. Το κόμμα και ο λαός της Κίνας θα μπορούσε να συσπειρωθεί στο πλευρό του Ξι, όταν ο ίδιος κατηγορεί τις ΗΠΑ για τα εμπορικά μέτρα και  για τη στασιμότητα, ως αιτίες για τις οικονομικές δυσκολίες που θα προκύψουν. Προσεγγίζοντας την  τεράστια δεξαμενή της κινέζικης  εθνικιστικής υπερηφάνειας και της σκοπιμότητας, θα παράσχει στην Κίνα, το πρόσχημα για να αντέξει έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες - ειδικά από την στιγμή,  η κυβέρνηση συνεχίζει να αποξενώνεται από τους φίλους και τους εχθρούς στην περιοχή.

Η ειρωνεία είναι , πως η  Διεθνής Εταιρική Σχέση του Ειρηνικού (Trans-Pacific Partnership) προσφέρει περισσότερα κίνητρα για την Κίνα να τηρεί τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου από  οποιοδήποτε άλλο εργαλείο στη διάθεση της χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ. Ως βιώσιμη συμφωνία, η TPP είναι ανοιχτή σε νέα μέλη που είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα  σχετικά υψηλά πρότυπά της. Πολλές χώρες, πέρα ​​από τις αρχικές 12 που υπέγραψαν, είχαν επενδύσει πολλά στην συμμετοχή τους, αναλαμβάνοντας όλα τα είδη των εγχώριων μεταρρυθμίσεων προκειμένου  να πληρούν τις προϋποθέσεις για την ένταξη. Από το φόβο του αποκλεισμού, εν τω μεταξύ, αναζητούν μέσα κατοχύρωσης, όπως νέες επενδύσεις και αλυσίδες εφοδιασμού που αναπτύχθηκαν  γύρω από τη νέα συμφωνία. Η Κίνα είναι σίγουρο ότι ενδιαφέρεται για την συμμετοχή τους  στο TPP σε ένα λογικό διάστημα, κατά πάσα πιθανότητα, σε συνδυασμό με μια ενδεχόμενη αλλαγή ονόματος, κάτι σαν το «Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών της Ασίας-Ειρηνικού» (Free Trade Area of the Asia Pacific). Η  μόχλευση αυτή, θα έδινε την ευκαιρία στις ΗΠΑ, να επιλύσουν διάφορα θέματα και να εκτονώσουν  τις αναδυόμενες τριβές με την Κίνα.  Απορρίφθηκε όμως, με την απόφαση του Προέδρου Trump να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από το TPP κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας του στο γραφείο…

Προς το παρόν, οι ισχύοντες κανόνες του διεθνούς εμπορίου παραμείνουν ανέπαφοι και συνεχίζουν  να εξασφαλίζουν  ότι τα χειρότερα είδη παραβάσεων – όπως η μονομερής προσφυγή σε μέτρα προστατευτισμού - παραμένουν παρακινδυνευμένα και  αποθαρρύνονται. Όλα τα μέρη συνεχίζουν να επιδιώκουν την επίλυση των εμπορικών διαφορών μέσω του ΠΟΕ και η πολιτική όλων παραμένει υπό την προστασία ενός «νομικού προστατευτισμού με ένδικα μέσα», ελπίζοντας ότι το σύστημα  θα μειώσει την πιθανότητα ενός εμπορικού πολέμου. Αλλά με έναν πρόεδρο ο οποίος μιλά συνεχώς για τη «νίκη», λες και έχει ξεσπάσει σύρραξη,  και μια κινεζική κυβέρνηση που υπόσχεται να μην υποχωρήσει, το αναπόφευκτο φαίνεται ότι μόνο θέμα χρόνου.

Η απειλή μοιάζει σαν μια επικείμενη σύγκρουση τραίνων που την βλέπουμε, σε αργή κίνηση, να έρχεται  αλλά είμαστε ανίκανοι να την σταματήσουμε. Δεν έχουν πλέον τα γεγονότα σημασία. Δεν είναι θέμα διάθεσης για προσεκτική αντιμετώπιση του ζητήματος. Δεν μπορούμε πλέον να υποθέσουμε ότι  θα επικρατήσει η ψυχρή λογική. Τα προστατευτικά κιγκλιδώματα και τα φρένα έκτακτης ανάγκης που εμπόδισαν την ρήξη στο παρελθόν έχουν σπάσει. Πού αλλού μπορεί να εξωθήσει η έκβαση των συνθηκών τα πράγματα  από την άβυσσο;

* Ο Daniel Ikenson είναι διευθυντής του Herbert A. Stiefel,  Κέντρου Εμπορίου και Πολιτικών Μελετών του Cato Institute

Το άρθρο μεταφράστηκε για το Liberal, αφού πρώτα εξασφαλίστηκε η άδεια δημοσίευσης από το ΚΕΦΙΜ.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου